Φορεσιές στον Ασπρόπυργο

Η Ανδρική και Γυναικεία Φορεσία στον Ασπρόπυργο Αττικής

Η Αττική, από ενδυματολογικής απόψεως, μπορεί να πει κανείς, πως είναι χωρισμένη σε περιοχές, με κοινά χαρακτηριστικά,αλλά και με μεγάλες διαφορές. Οι περιοχές αυτές που είχαν σχετικά μικρές διαφορές,ειδικά στο κέντημα, ήταν τα χωριά των Μεσογείων, τα χωριά της Βόρειας Αττικής, Βαρνάβας, Πολυδένδρι, τα χωριά του Χαλανδρίου και του Αμαρουσίου, τα χωριά γύρω από το Μενίδι, Μεταμόρφωση (Κουκουβάουνες), Λιόσια, Χασιά, Ασπρόπυργος, τα ¨Κουντουριώτικα¨ χωριά, Ελευσίνα Μάνδρα, Μαγούλα, και Μέγαρα, από τα οποία υπάρχουν αρκετές επιδράσεις προς τον Ασπρόπυργο περίπου από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Οι περιοχές όπου οι φορεσιές είχαν διαφορές ήταν αρκετές, όπως η Αυλώνα, στην οποία είναι εντελώς άλλου τύπου ή φορεσιά, καθώς ανήκει καθαρά στον τύπο αυτών της Βοιωτίας, δηλαδή, συγκαταλέγεται στην ονομαζόμενη, «φορεσιά της Τανάγρας». Επίσης έχουμε τη «Σαρακατσάνα της Αττικής», μια φορεσιά, για την οποία σπανίζουν οι αναφορές.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημάνουμε ότι, πάνω στις φορεσιές της Αττικής, στηρίχθηκε και η ενδυμασία της αυλής της Βασίλισσας Όλγας .

Στις ανδρικές φορεσιές, δεν έχουμε μεγάλες διαφορές, σε όλη την Αττική.

Ερχόμενοι στη δική μας περιοχή, στον Ασπρόπυργο, τα παλιά ¨Καλύβια της Χασιάς¨, το πρώτο που θεωρώ ότι πρέπει να σας παρουσιάσω, είναι οι νυφικές και γιορτινές φορεσιές, οι οποίες ίσως να είναι και άγνωστες σε πάρα πολλούς.

Επίσης εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η γαμπριάτικη φουστανέλα, αλλά και κάποιες, άλλου τύπου, ανδρικές φορεσιές.

 

Η πρώτη νυφική φορεσιά ήταν το λεγόμενο «φούντι» …

Η πρώτη νυφική φορεσιά ήταν το λεγόμενο "Φούντι"

Φορέθηκε περίπου μέχρι τις αρχές του 1900. Από την έρευνα που έκανα, προκύπτει ότι, πολλά εξαρτήματα από την συγκεκριμένη φορεσιά, υπάρχουν σε σπίτια, χωρίς –οι σημερινοί κάτοχοί τους- να γνωρίζουν τι ακριβώς είναι αυτά. Πολλά τέτοια εξαρτήματα, θεωρήθηκαν άχρηστα, από τους μεταγενέστερους κατόχους τους, και κατέληξαν στον κάλαθο των αχρήστων. Άλλα, επειδή θεωρήθηκαν παλιά κεντήματα, έγιναν λαμπατέρ, κι άλλα, αφού υπέστησαν μεταποίηση, κυρίως τα παλαιότερα, κατέληξαν να ενταχθούν ως υλικά για καθημερινή χρήση! Συνήθως, όσοι δεν ήξεραν την αξία τους, τα έκαναν ταγάρια. Μια τέτοια περίπτωση, μια οικογενειακή μαρτυρία, που μπορώ να επικαλεστώ, αφορά στο «φούντι» της προγιαγιάς μου .

Τα εξαρτήματα -για τη συγκεκριμένη φορεσιά- ήταν το αμάνικο βαμβακερό πουκάμισο (φόρεμα), με κεντημένο τον ποδόγυρο, που το ονόμαζαν «φούντι». Για όσους δεν γνωρίζουν την αρβανίτικη διάλεκτο, «φούντ» σημαίνει το τέλος . Από αυτή τη λέξη πήρε και την ονομασία η φορεσιά, δηλαδή, από το τελείωμα του κεντητού πουκάμισου.

Τα γιορτινά και τα καθημερινά κεντητά πουκάμισα, δεν τα έλεγαν «φούντι», αλλά τα ονόμαζαν κ-μισα,δηλαδή πουκάμισα. Στη συνέχεια, έχουμε τον «τζάκο». Είναι κοντός, εφαρμοστός επενδύτης, ο οποίος αποτελείται από δύο μέρη: Τα πανωμάνικα και τα κατωμάνικα. Τα νυφικά πανωμάνικα ήταν συνήθως χρυσά και χρωματιστά ήταν τα γιορτινά .Τα νυφικά κατωμάνικα ήταν πάντα χρυσά, ενώ τα γιορτινά, ήταν χρωματιστά. Και στα δυο, απαντάται το ίδιο σχέδιο, με εκείνο που υπήρχε το κέντημα που κοσμούσε το «φούντι».

Η «ζώστρα», είναι ένα κόκκινο μακρόστενο υφαντό ζωνάρι, που κρατούσε τη μέση.

Βασικό εξάρτημα, που χαρακτήριζε την παντρεμένη γυναίκα, είναι το «σιγκούνι», το πράσινο σιγκούνι η αλλιώς κουκουνάρα, κατά την Αγγελική Χατζημιχάλη. Τέτοιου τύπου «σιγκούνια», έχουν σωθεί ελάχιστα στον Ασπρόπυργο.

Μετά ακολουθεί η «γρίζα». Υπήρχε, θυμίζω, και η λαϊκή ρήση, «έριξε τις γρίζες», την οποία έλεγαν όταν ήθελαν να χαρακτηρίσουν κάτι, ως ένδειξη πλούτου. Αργότερα, εμφανίστηκε «το ρούχο», εκείνο το «σιγκούνι», που επικράτησε με τις επόμενες νυφικές φορεσιές, μέχρι την κατάργησή του, εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του 1930.

Η «νυφική ποδιά», πάντα άσπρη και κοφτή, έφτανε μέχρι την αρχή του κεντήματος του ποδόγυρου. Σταδιακά προς το τέλος του 19ου αιώνα βλέπουμε και νυφικές ποδιές βελούδινες.

Οι γιορτινές ποδιές ήταν υφαντές σε πολλά σχέδια.

Οι γυναίκες της μέσης ηλικίας και οι ηλικιωμένες φορούσαν πιο απλή φορεσιά, ή ποδιά με πιο σοβαρά χρώματα, χωρίς πολλά σχέδια και το κέντημα στον ποδόγυρο ήταν μικρό. Το κέντημα, όπως μου είχε πει, το 1994, η Σοφία Πετρόγιαννου, το γένος Παππού, το ονόμαζαν «πράπ-λια», δηλαδή, ανάποδο. Μια ονομασία που προέκυψε από τον τρόπο που το έφτιαχναν . Το δε σιγκούνι, η «γκούνα», οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, σταδιακά απλοποιείται.

Προχωράμε στον κεφαλόδεσμο ο οποίος είχε την «μπόλια», με τον ίδιο τρόπο δεσίματος, όπως συναντάται στο Μενίδι.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσω ότι, στο Μενίδι, τις «μπόλιες» τις φορούσαν πάνω από το μαντήλι. Στο Ασπρόπυργο, δε συνάντησα κάποιους να θυμούνται κάτι τέτοιο, ίσως επειδή είχαν φορεθεί τα μαντήλια.

Οι περιοχές που χρησιμοποιούσαν την «μπόλια»,σαν καθημερινή και σαν γιορτινή (βαμβακερή παλαιότερα και αργότερα μεταξωτή) έβαλαν μαντήλι περίπου στα 1870 -80,όταν ήδη τα σταμπωτά μαντήλια ερχόντουσαν από την Πόλη ή και από άλλα μέρη. Εδώ, πρέπει να τονίσω ότι, τα μαντήλια ήταν ακριβότερα από τις μεταξωτές «μπόλιες». Και, το να φορά μια γυναίκα μαντήλι, θεωρείτο, για την τότε εποχή, ένδειξη ότι είναι από πολύ πλούσια οικογένεια.

Στον Ασπρόπυργο και στην ευρύτερη περιοχή του Μενιδίου τα μαντήλια υπήρχαν και παλαιότερα. Απόδειξη τούτου, είναι το γεγονός ότι, καταγράφονται, αναφέρονται, σε αρκετά προικοσύμφωνα . «Το μαντήλι», αρχικά, ήταν σταμπωτό, σε βυσσινί χρώμα (βαμβακερό και αργότερα μεταξωτό, όπως ήδη αναφέραμε), χωρίς «αζούρια». Σταδιακά το χρώμα τους, άρχισε να γίνεται πιο ανοιχτόχρωμο, και έτσι το συναντούμε μέχρι σήμερα, σε όσους έχουν στα σπίτια τους μαντήλια, επί το πλείστον σε ζαχαρί χρώμα.

Η «μπόλια» συνεχίστηκε να φοριέται και με του άλλου τύπου φορεσιές,αλλά μόνο κατά την ώρα της στέψης, και δη, από τις πιο εύπορες οικογένειες.

Στα τοπικά κάλαντα, που ψάλλονταν το Σάββατο του Λαζάρου, υπάρχει στίχος που κάνει αναφορά στην «μπόλια»!

«Όσα φύλα έχει η αχλαδιά, τόσο όμορφη είναι και η νύφη με την άσπρη μπόλια

Τα κοσμήματα, που κοσμούσαν το κεφάλι ήταν το «φεσάκι», με τα νομίσματα και το «ξελίτσι».

Ο διάκοσμος της πλάτης ήταν τα «πεσκούλια» ή «πρεσκούλια», τα οποία κοσμούσαν την πλάτη του σιγκουνιού.

Τα επιστήθια κοσμήματα αρχικά ήταν μόνο «το μικρό γκιρνάντι»,αργότερα προστέθηκε «το κορδόνι με τις τούμπλες», και το «κωνσταντινάτο» . Επίσης, έχουμε τις «μπεζελίτσες» (βραχιόλια), τα σκουλαρίκια και τις «καρφώρμες» (καρφίτσες).

Συνεχίζουμε, με την νεότερη νυφική φορεσιά

Ο Ασπρόπυργος, λόγω της γεωγραφικής του θέσης, δέχθηκε σταδιακά επιδράσεις, στο νυφικό ένδυμα, από τις γύρω περιοχές, και ειδικά από τα Μέγαρα, από τις αρχές του 20ουαιώνα.Να διευκρινίσω το εξής: Όταν λέμε ότι, μια φορεσιά αλλάζει,αυτό δε γίνεται με ένα απλό, μαγικό ραβδάκι, και ούτε είμαστε 100% σίγουροι στις χρονολογίες. Η Άννα Γουήλ Μπαδιεριτάκη αναφέρει για τη φορεσιά του Ασπρόπυργου, στη Νέα Εστία -το 1978- ότι, «η φορεσιά άλλαξε από δυο νύφες που είχαν έρθει στις αρχές του 20ουαιώνα, από την περιοχή των κουντουριώτικων χωριών».

Νυφική φορεσιά Ασπρόπυργου (δεύτερης περιόδου)

Δε θα αμφισβητήσω την συγκεκριμένη πληροφορία,απλά θέλω να καταθέσω και τη δική μου: Εάν εξαιρέσουμε τον βελούδινο «τζάκο», με το χρυσό, που αναμφισβήτητα είχε έρθει από τα χωριά, δυτικά του Ασπρόπυργου, η βελούδινη ποδιά υπήρχε και πριν το 1900. Επίσης ο κεφαλόδεσμος, το ρούχο και τα κοσμήματα,υπήρχαν και άργησαν να φύγουν από την νέα νυφική φορεσιά, η οποία πλέον χαρακτηρίζει τον Ασπρόπυργο. Όταν άλλαξε το κορδόνι μπήκε το «μανταλιό». Η ρίζα της λέξης είναι μάλλον γαλλική, και πιθανώς να προέρχεται από τη λέξη ‘μενταγιόν’.

Επίσης το «μισοφόρι» σταδιακά άρχισε να γίνεται το βασικό εξάρτημα της φορεσιάς, αφού, από κάποια στιγμή και μετά, σταμάτησαν να φορούν τα κεντητά πουκάμισα. Έτσι, λοιπόν, από τις αρχές της του 20ου αιώνα, άρχισε να διαμορφώνεται η δεύτερη κατά σειρά νυφική φορεσιά, τα «βελούδινα ή κεντητά».

Τη φορεσιά αυτή, την αποτελούσαν τα εξής κομμάτια:

«Κ-ΜΙΣΑ» : Πουκάμισο του αργαλειού, που έφτανε μέχρι τα γόνατα.

«Τα εσωτερικά μισοφόρια», τα οποία ήταν από καλό χασέ του εμπορίου ή υφαντά του αργαλειού. Συνήθως φορούσαν δύο – τρία για να φανεί πιο αρχοντική η φορεσιά.

«ΤΡΑΧΗΛΙΑ»: Η τραχηλιά η αλλιώς «σαλιάρα», με σχέδια του εμπορίου και μη. Επίσης είχαμε και σχέδια με χρωματιστές κλωστές.

ΜΙΣΟΦΟΡΙ «ΤΟ ΚΑΛΟ» : Αρχικά συναντούμε τα πουκάμισα με τον χρωματιστό ποδόγυρο. Στην συνέχεια θα μπει το μισοφόρι, το καλό, πάντα από ύφασμα του εμπορίου, δηλαδή, αρχικά ήταν το σαντούκ και στη συνέχεια το κρεπ-ντε-σιν στολισμένο στον ποδόγυρο με δαντέλα αγοραστή .

«Ο ΤΖΑΚΟΣ ή ΚΑΜΙΖΟΛΑ»: Κοντός εφαρμοστός επενδύτης από καλή τσόχα σε χρώμα καφέ ανοιχτό η σκούρο, αλλά και από βελούδο βυσσινί και κόκκινο. Το κέντημα γινόταν από ειδικούς τεχνίτες τους «τερζήδες» στα Μέγαρα, στην Αθήνα, αλλά και στον Ασπρόπυργο, αλλά εδώ, όχι με την «τερζήδικη τεχνική».

«Η Ποδιά», ήταν από βελούδο καφέ ή βυσσινή, από ύφασμα ¨γκρό¨, σε χρώμα καφέ ή γαλάζιο, κεντημένη με πολύχρωμα μοτίβα λουλουδιών. Ορισμένες νύφες στόλιζαν την ποδιά τους με τα αρχικά του ονόματος τους. Σε ελάχιστες περιπτώσεις βρίσκουμε και ποδιές κεντημένες με χρυσό, αλλά πρέπει να διευκρινίσω ότι, δεν ήταν όλη η ποδιά κεντημένη, όπως ίσως έχετε δει, στις «κουλουριώτικες ποδιές», τελευταίου τύπου. Επίσης υπήρχαν ποδιές από καλή στόφα, και χρησιμοποιούσαν, για διάκοσμο, μοτίβα του εμπορίου. Το περίεργο είναι ότι, όσες έβαζαν μοτίβα από το εμπόριο, στο ρούχο ή στον «τζάκο», ήταν οι πιο πλούσιες του χωριού, και αυτό γινόταν επειδή τα αγοραστά μοτίβα ήταν πανάκριβα.

Το «ρούχο» είναι το γνωστό σε όλους μας σιγκούνι, από άσπρη τσόχα και με φαρδιά κόκκινη βελούδινη λουρίδα κεντημένη με κλωστές σε χρώματα κίτρινα και άσπρα. Το «ρούχο» το στόλιζαν και με αγοραστά σχέδια-μοτίβα. Επίσης υπήρχε και ένα είδος σιγκουνιού, καθαρά χειμερινό ένδυμα, το λεγόμενο «γιουρντί». Μάλλινο, με φλόκους από μέσα. Σε περίπτωση πένθους το φορούσαν ανάποδα, με τους φλόκους απ έξω.

«ΤΟ ΤΣΕΜΠΕΡΙ»: Εσωτερικό μαντήλι, σε κόκκινο χρώμα, που κάλυπτε τα μαλλιά. Το τσεμπέρι αντικαθιστούσε το «ξελίτσι».

«ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ»: Το μαντήλι ήταν σταμπωτό μεταξωτό με λουλούδια, το λεγόμενο «καλμ-κερι» (το έλεγαν έτσι από την τεχνική που το έφτιαχναν). Το χρώμα του αρχικά ήταν βυσσινί χωρίς «αζούρια», ενώ αργότερα, τα νυφιάτικα μαντήλια είχαν πέντε (5) «αζούρια», και χρυσή δαντέλα, και το χρώμα ήταν ζαχαρί. Συχνά, οι νύφες φορούσαν, αντί για μαντήλι, την «μπόλια». Στα πρακτικά του ¨6ου Διεθνούς Συμποσίου, για το χορό¨, που διεξήχθη στην Κόρινθο,το 2006, ο ερευνητής Κώστας Καλέργιος, ανέφερε για την μπόλια ότι, «τη νοίκιαζαν, για να παντρευτούν, από τα κουντουροχώρια». Είναι μία άποψη, η οποία ωστόσο, είναι πέρα ως πέρα λανθασμένη,διότι, οι νύφες, ποτέ δεν νοίκιαζαν εξαρτήματα φορεσιάς για να παντρευτούν. Κι επιπλέον, η περιοχή με την οποία είχε άμεσες επαφές ο Ασπρόπυργος ήταν τα Μέγαρα. Απλά υπήρχαν περιπτώσεις, μόνο για το «δημόσιο χορό», μετά το 1930, που φορούσαν «μπόλιες», και απλά τις δανειζόντουσαν. Γενικά, πρέπει να επισημανθεί ότι, «το θεωρούσαν σε κακό», να νοικιάσουν εξαρτήματα. Αυτό το γνωρίζετε πολύ καλά, κι εσείς που βρίσκεστε, σε αυτόν εδώ το χώρο, και είχατε χορέψει, σαν αρραβωνιασμένες, στην πλατεία Ηρώων της πόλης μας. Νοικιάσατε ποτέ φορεσιά από κάπου;

Τα κοσμήματα της νυφικής φορεσιάς ήταν αρχικά «το κορδόνι», με τέσσερις (4) ή εφτά (7) «τούμπλες», και στη συνέχεια το «μανταλιό», το «γκιρντάνι», τα βραχιόλια («μπεζελίτσες»), το «ξελίτσι» ή το «φέσι» με τα νομίσματα, τα σκουλαρίκια τα δαχτυλίδια και τα «πεσκούλια». Για υποδήματα είχαν τα πασουμάκια, «καλίκιες» όπως τα έλεγαν, και τα παπούτσια από το εμπόριο.

Τη νυφική φορεσιά, τη φορούσαν για 40 ημέρες, και στις γιορτές, μέχρι τη γέννηση του πρώτου παιδιού. Μετά φορούσαν την «γκούνα», που είδαμε και στην πρώτη φορεσιά με το «φούντι»,το «γκιρνάνι»,άσπρο τσεμπέρι και το «τζάκο», απλός με ελάχιστο κέντημα ή και σκέτο. Το ίδιο ίσχυε και για την ποδιά. Μετά την γέννηση του δεύτερου παιδιού το κόσμημα («γκιρνάντι») έφευγε, ενώ ο «τζάκος» και η ποδιά γινόντουσαν χωρίς κεντήματα.

Μετά το 1920 περίπου, σταδιακά άρχισαν να εγκαταλείπονται τα κεντητά, και τη θέση τους έπαιρναν οι καλές στόφες και τα μεταξωτά υφάσματα. Ο «τζάκος» αντικαθίσταται από την «μπόλκα» . Παραμένουν όλα τα κοσμήματα της φορεσιάς, εκτός από τα «πεσκούλια». Ο συρμός της εποχής, μετά το 1928-30, οδηγεί πλέον στην απλοποίηση της νυφικής φορεσιάς . Το μαντήλι, αρχίζει να γίνεται μονόχρωμο, μεταξωτό κίτρινο το λεγόμενο «πονζέ» σε ¨ζαμφορά¨ χρώμα, με μια μικρή δαντέλα την οποία την έφτιαχναν οι ίδιες οι γυναίκες . Φυσικά συνυπήρχε και το σταμπωτό, το λεγόμενο «καλμ-κερί». Το νυφικό ρούχο παραμένει το ίδιο και αλλάζει μόνο μετά τη γέννα του πρώτου παιδιού, όταν και φοριέται το χρυσογάϊτανο, ρούχο(«σιγκούνι») χωρίς τις βελούδινες φάσες.

Το «μανταλιό» και το «γκιρντάνι» αντικαθίστανται από νέα κοσμήματα «την αλυσίδα με την καδένα, και το ρολόι». Ώσπου, στα μέσα του 1930, η νέα μόδα επιβάλει τις ρόμπες, δηλαδή τα φορέματα.

Λίγο πριν τελειώσω την αναφορά στις τοπικές φορεσιές, θέλω να διευκρινίσω το εξής:

Ο τύπος της νεώτερης νυφικής φορεσιάς, τα βελούδινα, όπως όλοι γνωρίζουμε, πέρασε στο χωριό σαν επίσημη φορεσιά στις εορταστικές εκδηλώσεις, και στον δημόσιο χορό, αλλά μόνο τις Απόκριες.

Τονίζω, μόνο τις Απόκριες, διότι, όσες γυναίκες –προπολεμικά- είχαν παντρευτεί με φορεσιά, σε όλους τους τοπικούς εορτασμούς (του Αγίου Δημητρίου, της Αγίας Παρασκευής, το Πάσχα, του Ευαγγελισμού, των Χριστουγέννων κτλ.) φορούσαν τη φορεσιά τους,ενώ μόνο τις Απόκριες φορούσαν την φορεσιά της πεθεράς τους (το «φούντι» και «τα βελούδινα») και πάντα με το μαντήλι το σταμπωτό. Αυτό έγινε, περίπου, μετά το 1930. Ενώ οι γυναίκες, που ήδη φόρεσαν τα φορέματα, με το μαντήλι το μονόχρωμο («πονζέ») τις απόκριες φορούσαν τα βελούδινα, και το μαντήλι το δικό τους. Αυτό το συνέχισαν μέχρι το τέλος του δημόσιου χορού το 1964.

Η γυναικεία φορεσιά μετά το 1920
Ανδρόγυνο μετά το 1920

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από αριστερά - Καραμπούλα Αγγελική το γένος Ιωάννη Λιάκου, Αβραάμ Ελένη το γένος Νικολάου Λιάκου, Αβραάμ Αιμιλία το γένος Χατζή

Κλείνοντας θα περάσουμε στην ανδρική φορεσιά

Ανδρικές φορεσιές την ίδια εποχή

Ο συρμός της εποχής και η άμεση σχέση πολλών Ασπροπύργιων με την Αθήνα, έφεραν το ευρωπαϊκό ντύσιμο στο χωριό πριν το 1900. Η αλλαγή αυτή έγινε μεμονωμένα από άτομα που είχαν σπουδάσει στην Αθήνα . Όσοι δεν φόρεσαν τα λεγόμενα «φράγκικα» μέχρι το 1900, είχαν σαν γαμπριάτικο ένδυμα τη φουστανέλα. Φορεσιά γνωστή σε όλους μας, και με μικρές διαφορές, από χωριό σε χωριό της Αττικής.

Καθημερινά, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα,φουστανελάδες υπήρχαν ελάχιστοι. Οι πληροφορίες μου μιλούν για τον Φωτ- Λιάκο και τους Ευθυμίου (¨Κολί-Θύμιος¨ & ¨Θύμιο – Θανάσης¨).

Το καθημερινό ένδυμα ήταν η πουκαμίσα με τις πιέτες,ή «σκούρτα». Με την εγκατάλειψη της φουστανέλας, ως γαμπριάτικο ένδυμα φορέθηκε και η «σκούρτα». Στο συγκεκριμένο σημείο θέλω να αναφέρω μια πληροφορία, η οποία όμως δεν είναι ακόμη διασταυρωμένη: Όταν είχα ρωτήσει την γιαγιά μου, την Ελένη Αβραάμ, εάν ήξερε τι φορούσε ο πατέρας της, Νικόλαος Λιάκος (1874-1961), όταν ήταν μικρός, μου είχε απαντήσει το εξής: «Είχε μια μακριά πουκαμίσα,μέχρι τα γόνατα, άσπρη,και έδενε ένα ζωνάρι στην μέση σε μαύρο χρώμα. Ενώ για παπούτσια έδενε κάτι στα πόδια με γύρω γύρω κορδόνια». Προφανώς ήταν η λευκή πουκαμίσα που υπήρχε και στο Μενίδι,στα κουντουρωχώρια και στα Μέγαρα.

Οι τύποι των ανδρικών φορεσιών ήταν οι εξής.

1ον Το σταυρωτό άσπρο γιλέκο με το άσπρο πουκάμισο,τα «τίρκια» (τσόχινες εξωτερικές κάλτσες) την άσπρη «φουρφούλα», «μπουζουμπρέκι» όπως έλεγαν ( είδος στενής βράκας) και το μαύρο ζωνάρι Στον Ασπρόπυργο δεν έχει σωθεί κάτι τέτοιο, η τουλάχιστον δεν έχω βρει εγώ, με την έρευνα που κάνω.

2ον Το σταυρωτό μπλέ σκούρο (¨λουλακί¨) γιλέκο και το ίδιο χρώμα η «φουρφούλα». Το ζωνάρι ήταν χρώματος εκρού ή μαύρο.

3ον Η καφέ πουκαμίσα («σκούρτα») με την άσπρη «φουρφούλα» και τα «τίρκια».

4ον Η γκρι πουκαμίσα με τη σκουρόχρωμη «φουρφούλα».

5ον Η πουκαμίσα με το παντελόνι.

Τα υποδήματα κάτω από τα «τίρκια», παλαιότερα είχαν τα τσαρούχια και αργότερα τα παπούτσια.

Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν αρχικά ήταν του αργαλειού, ενώ αργότερα του εμπορίου, ειδικά για τις πουκαμίσες

Στο κεφάλι αρχικά φορούσαν την «ξούλια» (μαύρο φεσάκι) και τον «κούκο» (καπέλο κατάλοιπο των Βαυαρών). Αργότερα, η μόδα επιβάλει τα ψαθάκια και την τραγιάσκα!

Το χειμώνα, για την προφύλαξη από το κρύο, φορούσαν το «τζάκ» . Έναν μάλλινο εξωτερικό επενδύτη, με ενσωματωμένη κουκούλα . Τα μανίκια κάτω από τις μασχάλες είχαν ένα άνοιγμα και συνήθως έβγαζαν τα χέρια . Το χρώμα του ήταν άσπρο η μαύρο . Επίσης χρησιμοποιούσαν και το «ταμπάρο», ένα είδος παλτού.

Παναγιώτης Σ. Πέστροβας
Ερευνητής – δάσκαλος παραδοσιακών χορών

Εδώ πιο κάτω θα βρείτε το κείμενο της Διάλεξης του κ. Π. Πέστροβα ολοκληρωμένη και η οποία έγινε στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Ασπροπύργου τη Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011. Επίσης θα βρείτε και περισσότερο φωτογραφικό υλικό της εποχής από την ίδια περιοχή. Όλη αυτή η συλλογή ανήκει στον κ. Π. Πέστροβα

Νυφική φορεσιά Ελευσίνας
Ασπρόπυργος 1935, Εορτασμός 25ης Μαρτίου

 

Σχολείο στην Αττική, αρχές 20ου αιώνα
Μονή Κλειστών - Φυλή Αττικής

 

Μαραθώνας (Πίσω διακρίνουμε τον Τύμβο)

Author: Μνήμες