Η Αξός της μνήμης μας

Περιδιαβαίνοντας τις αράδες των τοπικών συγγραφέων, ανασταίνονται προφορικές μνήμες και καταγραφές των δικών μας ανθρώπων, που άφησαν τον λόγο τους να εισχωρήσει στην ψυχή μας με ανεξίτηλα σημάδια και αναφορές για το παρελθόν και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όχι μόνο της δικής μας ράτσας, αλλά και άλλων…. Για να μπολιαστούν στη συνέχεια με εκείνα των άλλων προσφύγων, καθώς και με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο, δημιουργώντας την Ελλάδα των νεοτέρων χρόνων.

Τοποθεσία

Μέχρι τελευταία ελάχιστα είχαν καταγραφεί σχετικά με τις πολλές, μικρές και άσημες κοινότητες της Καππαδοκίας. Τούτες φιλοξενούσαν κάποτε Έλληνες και χριστιανούς τουρκόφωνους πληθυσμούς, οι οποίοι μέχρι την εκπνοή του χρόνου παραμονής τους εκεί είχαν αναπτύξει πολιτιστική δράση με βάση την ελληνική παράδοση, γλώσσα και παιδεία, ανάλογα πάντα με τις ιδιάζουσες επικρατούσες συνθήκες του κάθε χωριού. Ταυτόχρονα διακρίνεται η προσπάθεια κοινοτικής οργάνωσης, που ακολούθησε την οικονομική άνθιση από την ανάπτυξη του εμπορίου. Στο τελευταίο αποδείχθηκαν ικανότατοι οι πρόγονοί μας και ή εμπειρία της ξενιτιάς τους το δίδαξε καλά. Πολλά λοιπόν τέτοια σκόρπια χωριουδάκια ελληνικά με ή χωρίς τούρκικο μόνιμο πληθυσμό υπήρχαν και στην επαρχία Νίγδης. Πιο συγκεκριμένα στον πηγαιμό από την Νίγδη προς την Νεάπολη (Νέβσεχιρ) συναντάς τον κάμπο του οροπεδίου Μπουdάκ οβά, από εκεί διασχίζοντας το Μιστί φθάνεις σε ένα γυμνό λόφο το Καράτεπε ( Μαυρόλοφος ). Από εκείνον τον λόφο προς τα ΒΔ διακρίνεται μεταξύ άλλων χωριών η Αξός με το ψηλό καμπαναριό της Αγίας Μακρίνας, τουρκικά Χασάκιοϊ.

Διοίκηση

Διοικητικά η Αξός ανήκε στο σαντζάκι (υποδιοίκηση Νίγδης) και στο βιλαέτι(Νομαρχία) του Ικονίου. Εξαρτιόταν από το σταθμό χωροφυλακής (Καρακόλ΄) με έδρα στη Λίμνα. Η κοινοτική της διοίκηση δεν ήταν άρτια οργανωμένη, εξέλειπαν οι αρχές της Δημογεροντίας, Εφορείας σχολών και εκκλησιαστικές επιτροπές, αλλά διατηρούσε δικό της διοικητικό σύστημα μέχρι το 1895. Μέχρι τούδε η μητρόπολη δεν είχε φροντίσει να ρυθμίσει ανάλογα θέματα με την έκδοση γενικού κανονισμού. Ένα είδος κοινοτικού σωματείου αποτελούμενο από τρεις ενορίτες του χωριού, όσοι ήταν και οι μαχαλάδες του, διαχειριζόταν την εκκλησιαστική περιουσία. Παράλληλα δεν έλειπε το μουχταρικό συμβούλιο που αποτελείτο από τρεις μουχτάρηδες, έναν από κάθε μαχαλά. Έτσι υπήρχαν σαν να λέμε τρεις Πάρεδροι για την κοινότητά μας. Στα καθήκοντα των μουχτάρηδων περιλαμβάνονταν η είσπραξη των φόρων και ιδίως του στρατιωτικού, καθώς και η στρατολογία των χριστιανών από το 1909, μετά την έκδοση του τουρκικού συντάγματος.

 Την εκκλησιαστική αρχή είχαν οι τρεις παπάδες του χωριού, όσες ήταν και οι εκκλησιές του, οι οποίοι λειτουργούσαν στην μεγάλη εκκλησιά της Αγίας Μακρίνας, «της Εγιάζ», όπως την αποκαλούσαν, εκ περιτροπής ανά βδομάδα. Οι παπάδες του χωριού ήταν μαζί με τον τουρκομαθή δάσκαλο μέλη του μουχταρικού συμβουλίου. Μεταξύ των εκκλησιαστικών υποχρεώσεών τους ήταν και ο επιβαλλόμενος δεσποτικός φόρος, ο φόρος του στεφανώματος, όπως λεγόταν. Την είσπραξή του αναλάμβανε πάντα ένας παπάς, ως Αρχιερατικός Επίτροπος, ή άλλοτε ένας λαϊκός, όπως ήταν ο μπακάλης Λαυρένης, που λεγόταν «Έξαρχος». Η μη εξασφάλιση των προσδοκώμενων ώθησε τη Μητρόπολη να εισπράττει το φόρο έμμεσα αρχικά από τον «ταχσιλdάρη», στο τέλος όμως κατευθείαν από το εκκλησιαστικό ταμείο, κάτι το οποίο καταγράφεται στα έξοδα των κωδίκων.(κωδ. υπ’ αριθ. 277.29.12.1919.

Χαρακτηριστικά ελληνικής εθνικής συνείδησης του πληθυσμού ήταν η διατήρηση της ιδιαίτερης γλώσσας τους, του γλωσσικού ιδιώματος της Αξού. Αδιαμφισβήτητα θεωρούνταν άκρως αναγκαία η χρήση της τουρκικής ως επίσημης γλώσσας του κρατικού μηχανισμού με χρήση όμως του ελληνικού αλφάβητου στο γραπτό λόγο (καραμανλήδικη γραφή). Με την ιδιαίτερη γλώσσα και γραφή τους διατήρησαν την πίστη τους στα ιερά και όσια. Συνάμα προσπάθησαν να διδαχθούν σε πολλές περιπτώσεις στοιχεία ελληνικής γλώσσας και ιστορίας μέσα από τις φυλλάδες και τα εκκλησιαστικά έργα. Αργότερα συναντάμε την επίπονη εκπαιδευτική προσπάθεια των ντόπιων ελληνομαθών δασκάλων. Τούτη αποτέλεσε έναν σύγχρονο ιστορικό άθλο και μεγάλο πολιτισμικό γεγονός με απώτερο στόχο τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης των πληθυσμών στα χωριά εκείνα, όπου διοικούνταν από τον οθωμανικό ζυγό για αιώνες. Ας σημειωθεί, σύμφωνα με απόψεις μελετητών, ότι οι κάτοικοι του συγκεκριμένου χωριού είχαν στενές ρίζες με τους Κρήτες και την ομώνυμη αρχαία κωμόπολη στην νήσο. Άλλοι πάλι δέχονται πως αποτέλεσε αποικία της νήσου Νάξος ή ακόμη σύμφωνα με άλλη άποψη θέλει τους Αξενούς να έχουν μετοικίσει από την παροικία της Πόλης με το όνομα Χασ-κιοϊ την εποχή του Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου.

καραμανλήδικη γραφή
καραμανλήδικη γραφή

 

 Αρχαιολογικά ευρήματα-κατάλοιπα. Ερευνώντας το παρελθόν κάτι που ίσως χρειάζεται εκτενέστερη αρχαιολογική μελέτη και περεταίρω ιστορική εμβάθυνση είναι τα χαλάσματα (τα ονομαζόμενα «ρένκια» ) που «στόλιζαν τις γύρω ορεινές παρυφές του χωριού παρά τις όποιες καιρικές και περιβαλλοντολογικές αλλοιώσεις». Οι μελετητές αναφέρονται σε ότι είδαν και σε ότι άκουσαν. Εκεί στο λόφο του Καράτεπε, κάποτε στα χρόνια τα παλιά, υπήρχε στρατώνας («Γεσλαjού ρένκια» όπως δηλώνει η τοπική ονομασία), με ερείπια μόνο μιας βρύσης, της οποίας το νερό προερχόταν από πηγάδι, που στέρεψε με το πέρασμα του χρόνου… Γνωστά επίσης στην περιοχή του λόφου ήταν και τα «κερέjια»(τα υπόγεια κρησφύγετα) που ήταν μεμονωμένα, χωρίς να διαθέτουν ασφάλεια στην είσοδό τους, όπως τα αντίστοιχα του χωριού. 

Απομεινάρι κάποιου οικισμού με βυζαντινό όνομα, είναι και η λεγόμενη τοποθεσία «Ναλκουρή», όπου μέχρι την ανταλλαγή σώζονταν γκρεμισμένοι μαντρότοιχοι. Από αυτούς οι κάτοικοι χρησιμοποίησαν τις πέτρες σε άλλες χρήσεις και στα χαλάσματά τους ξαπόσταιναν κάποτε οι Αξενοί κατά τις γεωργικές εργασίες. Βυζαντινός οικισμός που καταστράφηκε, αλλά διατηρήθηκε η ονομασία του, αποτελεί και το τοπωνύμιο Ζάναπα (ίσως πρόκειται για τη μονή Σανναβαδάη(;) του Γρηγορίου Θεολόγου στην περιοχή Ζάναπα της Βάλοσσας των Αξενών). Εκεί κοντά αν και δεν υπήρχαν σημάδια μονής, όπως αναφέρεται κάποια μονή για την επισκοπή του Γρηγορίου, υπήρχαν όμως ερείπια εκκλησιάς αφιερωμένη στον Άγιο Παντελεήμονα, όπως θυμούνται οι παλαιότεροι. Τέλος υπάρχουν και άλλα τοπωνύμια που παραπέμπουν σε αρχαιότερους οικισμούς, όπως η «Μασκανdό», και επίσης γίνεται λόγος για κάποιο χάνι γνωστό ως Χαν τσαχελέ. Σε τέτοια χνάρια παλιότερων οικισμών αναφέρεται και η περιοχή που λέγεται το «Djαβoλέκαστρο», που ίσως πρόκειται για το χωριό Καϊρλί σύμφωνα με τις αφηγήσεις του μητροπολίτη Ικονίου Κύριλλου ΣΤ΄ μετέπειτα Πατριάρχη Κων/πόλης. Στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς πολλά από τα χαλάσματα τούτα αποτέλεσαν την κρυψώνα των Αξενών και όσων προσπάθησαν να σωθούν από τη δικαιοσύνη των Τούρκων που κάθε άλλο παρά βοηθούσε τους άπιστους ραγιάδες.

Αρχιτεκτονική- Πολεοδομία. Το σύνολο των σπιτιών του χωριού ήταν 900 πάνω κάτω (σύμφωνα με τις τελευταίες αναφορές των προσφύγων). Συνήθως σε κάθε σπίτι γύρω από τον αρχηγό πατέρα ζούσαν οι οικογένειες των παντρεμένων αρσενικών παιδιών. Στα ιδιαίτερα της αρχιτεκτονικής και της ρυμοτομίας του χωριού ανάγεται η ύπαρξη ενός κεντρικού παλιού οικισμού με τα κτίσματα κολλημένα και ενωμένα με τις υπόγειες σήραγγες που είχαν διανοιχθεί κάποτε … άγνωστο το πότε. 

Στα χαρακτηριστικά της ηφαιστειακής Καππαδοκικής γης συγκαταλέγεται η πληθώρα υπόγειων καταφυγίων στα χωριά, που διέθεταν χώρους ικανούς να εξυπηρετήσουν όλες τις ανάγκες τους σε περίπτωση εγκλεισμού των κατοίκων εκεί. Εκεί ήταν ασφαλείς διότι δεν μπορούσε να παραβιαστεί η υπόγεια κατοικία αν δεν τους επέτρεπαν οι ίδιοι οι ένοικοι. Το παλιό χωριό ήταν υπόγεια ενωμένο με ένα πολυδαίδαλο σύστημα ρυμοτομίας διαμερισμάτων. Εξωτερικά τα σπίτια ήταν συνεχόμενα. Ήταν εύκολο να διασχίσει κανείς όλο το χωριό περπατώντας μόνο στα δώματα των σπιτιών, αν βέβαια δεν υπήρχαν κάποια στενά σοκάκια που τα χώριζαν.

Ο υπόγειος χώρος ήταν ενιαίος με μυστικά διαδοχικά περάσματα και ασφαλιζόταν με τη μυλόπετρα μετά την είσοδο του επισκέπτη από το «τουνdουρέλιο». Από εκεί οδηγούνταν σε όλα τα υπόλοιπα διαμερίσματα. Διέθεταν αποθήκες τροφίμων, στάβλους, εκκλησάκι για εκτέλεση των θρησκευτικών τους υποχρεώσεων, χώρους διαμονής και φαγητού, αχυρώνες, ακόμη και πηγάδι. Αξίζει να προσθέσουμε ότι για την ασφάλεια αυτών των κατασκευών ο μόνος κίνδυνος των ενοίκων προερχόταν από το νερό, που θα μπορούσε να τους παγιδέψει και να τους δημιουργήσει ζημιές. Τα νεότερα χτίσματα ήταν σε κυκλική διάταξη γύρω από το παλιό χωριό, διαχωριζόμενα από τις παλιές οικίες με τα αλώνια και συνεχόμενα μεταξύ τους. Τούτα δεν διέθεταν «κερέjια», διότι έπαυσε η χρήση των υπόγειων κρησφύγετων ως μέσο προφύλαξης από εξωτερικούς εχθρούς. Εξάλλου τότε για την διαφύλαξη των τροφίμων διέθεταν τα κελάρια. Πάντως, όπως συμβαίνει και σε ανάλογες κατασκευές των χωριών της Καππαδοκίας, στα υπόγεια διαμερίσματα τα πάντα ήταν οργανωμένα και εξασφαλισμένα, ώστε να επιβιώσουν οι φαμίλιες και τα ζώα σε περίπτωση επιδρομών και εχθρικών επιθέσεων, μια και η άμυνα του χωριού σε υψώματα ήταν αδύνατη λόγω της φυσικής διαστρωμάτωσης του χώρου. 

Τα κτίσματα του χωριού. Τα κοινοτικά κτίρια που υπήρχαν ως δημόσιοι χρηστοί χώροι ήταν το σχολείο, το οποίο χτίστηκε το 1908, το κοινοτικό Χάνι, το παλιό και το καινούργιο με τα γύρω μαγαζάκια και μία μικρή πλατεία με χαρακτηριστικό γνώρισμα ένα λαξεμένο πέτρινο γουδί (το «λόμνο»). Εκεί ήταν ο χώρος συγκέντρωσης των ηλικιωμένων και των γυναικών για το ξεφλούδισμα του βρασμένου σταριού, με το οποίο θα παρασκεύαζαν το σπιτικό πλιγούρι. Ας συμπληρώσουμε στις σημαντικές κατασκευές του χωριού τον πετρελαιοκίνητο μύλο της, που απέκτησε τα τελευταία χρόνια πριν την ανταλλαγή για να ικανοποιήσει τις αλεστικές της ανάγκες. Επίσης, εύποροι του χωριού διέθεταν και τους πέντε μαγγάνους, όπου εκεί παραγόταν το λινέλαιο προς βρώσιν και ως φωτιστικό, ακόμη και προς χρήση σε λαδομπογιές και οικοδομικά υλικά. Αυτό το εμπορεύονταν μέχρι την άφιξη του πετρελαίου με το τρένο ως τα τέλη του 18 αιώνα, πράγμα το οποίο πρόσφερε μία ώθηση στην τοπική οικονομία. Εμφανίζεται λοιπόν το εμπόριο στην περιοχή είτε δουλεύοντας οι Αξενοί, ως «μαγγαντζήε» σε ξένους μαγγάνους, διασχίζοντας διάφορες περιοχές της Καππαδοκικής γης είτε εμπορευόμενοι αργότερα από τους ιδιόκτητους μαγγάνους τους.

Εκκλησιές. Σημαντικότατα είναι στις κοινότητες τα εκκλησιαστικά κτήρια. Σε αυτά ο λαός διατήρησε ακέραιη την ορθόδοξη πίστη και την ελληνικότητα της ψυχής του, ήταν το στήριγμα του κάθε ραγιά, όταν στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς χρειαζόταν ένα ασφαλές σημείο αναφοράς και ίσως κάποιο λόγο για τον αγώνα της εθνικής του αντίστασης πέρα από την καθημερινή δύσκολη επιβίωση. Πολλά τα ξωκλήσια και τρεις οι βασικές εκκλησιές, όσοι ήταν και οι μαχαλάδες της Αξού: Τον Άγιο Γιώργη, στον κάτω μαχαλά, στον οδικό άξονα που οδηγούσε στη Νίγδη και την Παναγιά, στη μέση του χωριού, ενώ της Αγ. Μακρίνας στον πάνω, στο δρόμο προς το Νεβσεχίρ. Οι περισσότεροι ναοί ήταν παμπάλαιοι, όπως αυτός της Παναγιάς(της Κοίμησης) με ειδωλολατρικά στοιχεία κατασκευής που λειτουργούσε κατά την βυζαντινή περίοδο. Μετά την ανοικοδόμηση του ναού της Αγίας Μακρίνας, «τ΄ς Εγιάζ», συνεχίστηκαν εκεί η τέλεση μόνο των μυστηρίων του βαπτίσματος και του γάμου.

Η Αγία Μακρίνα στην Αξό Καππαδοκίας
Η Αγία Μακρίνα στην Αξό Καππαδοκίας

 

Η εκκλησία της Αγίας Μακρίνας κτίσθηκε με γρανιτένιους λίθους από το λατομείο της περιοχής, το Dαξ -κεστί, εκεί όπου υπήρχε ήδη ναός δίπλα σε νεκροταφείο, ήταν λοιπόν ένας κοιμητηριακός ναός. Ακόμη και σήμερα σώζονται ταφικές χριστιανικές πλάκες με χαραγμένα στοιχεία του ενταφιασμένου χριστιανού, όπως «ΤΕΦΤΕΡΙΝΑ…1908». Ανακαινίστηκε το 1843 μετά τις μεταρρυθμίσεις που είχαν οριστεί από το οθωμανικό κράτος, σύμφωνα με το φιρμάνι που διασώθηκε. Ακόμα και η καμπάνα της λέγεται ότι ήρθε από τη Ρωσία, εφόσον επιτράπηκε ο ήχος αυτής στην ευρύτερη περιοχή της αυτοκρατορίας, όπως και το χτίσιμο ψηλών καμπαναριών. Σύμφωνα με την έρευνα των τελευταίων στοιχείων έχει βρεθεί και η μνημειώδης πλάκα των εγκαινίων της, που είχε τοποθετηθεί στην κύρια είσοδο του ναού το 1843. Σήμερα η είσοδος στην εκκλησία επιτρέπεται. Στο εσωτερικό της διακρίνει κανείς όσες αγιογραφίες έχουν διασωθεί, τον ευρύχωρο γυναικωνίτη, καθώς και τα «ρυμνά», όπου οδηγούν στα υπόγεια διαμερίσματα φιλοξενίας των προσκυνητών και στο αγίασμα, χωρίς όμως πρόσβαση στους προσκυνητές και τους επισκέπτες. Το τμήμα του ιερού που είχε χτιστεί μεταγενέστερα έχει ήδη γκρεμιστεί από τις τελευταίες εργασίες στο ναό. Εξωτερικά παρατηρεί κανείς ολοκάθαρα τα μαρμάρινα ανάγλυφα της αμπέλου που κοσμούν τις καμάρες των εισόδων. Μεταξύ των αγιογραφιών διακρίνονται σε άσχημη κατάσταση οι μορφές του ευαγγελιστή Λουκά, πιθανόν της Αγίας Ελένης και κάποια με τον Κύριο. Οι αλλαγές στο ναό με το πέρασμα του χρόνου από την τελευταία καταγραφή των αναμνήσεων του ντόπιου ιστορικού Γεώργιου Μαυροχαλυβίδη είναι εμφανείς. Τα περισσότερα κομμάτια μαρμάρου που στόλιζαν το δάπεδο είναι κατεστραμμένα και ελλιπή, όπως και η κλίμακα που οδηγούσε στο γυναικωνίτη. Οι προσθήκες από τους νεώτερους χρήστες του ναού, ως αποθήκη και σταύλου, με την τοποθέτηση σιδερένιων κατασκευών αλλοίωσε την αρχική όψη του ναού.

Η μαρμάρινη πλάκα από τα Θυρανοίξια 1843
Η μαρμάρινη πλάκα από τα Θυρανοίξια 1843

 

Το παρεκκλήσι της Αγίας σώθηκε, καθαρίστηκε και σκεπάστηκε το καπάκι της μαρμάρινης σαρκοφάγου. Ήταν το «μορμόρ΄» της Αγίας Μακρίνας μας. Το αν είναι μέσα στο μνήμα πραγματικά η αδελφή του Αγίου Βασιλείου ή η αδελφή του Γρηγορίου Θεολόγου, η Γοργονία και αντάλλαξαν τα ονόματα των δύο οι πιστοί χριστιανοί δε μας επηρεάζει να πιστεύουμε στη δύναμη της Αγίας, αδελφής του Αγίου Βασιλείου. Η ίδια καταγόταν από ιερή οικογένεια του Βασιλείου και της Εμμελίας που έδωσε πολλούς βλαστούς της ορθοδοξίας. Συνολικά η οικογένεια αυτή τροφοδότησε τον χριστιανισμό με πέντε αγίους μέλη της συν την γιαγιά Μακρίνα. Η τελευταία έδωσε τα πρώτα ηθικά διδάγματα ως μαθήτρια του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού της Νεοκαισάρειας. Τούτοι έζησαν τον 4ο αιώνα μετά Χριστό και ο λόγος για τον επίσκοπο Καισάρειας, Άγιο Βασίλειο τον Μέγα, τον επίσκοπο Νύσσης Γρηγόριο, τον επίσκοπο Σεβάστειας Πέτρο, καθώς και τη μοναχή Αγία Μακρίνα. Η μεγαλύτερη αδελφή τους, η αγία Μακρίνα, μετά τον θάνατό της ενταφιάστηκε σε μοναστήρι κοντά στο ναό των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στην πολίχνη Ίβωρα στα Άννησα, σύμφωνα με επιθυμία της και τη συνήθεια τότε του ενταφιασμού σε οικογενειακούς τάφους. Η σωζόμενη επιστολή του αδελφού της και επισκόπου Νύσσης, Γρηγορίου επιβεβαιώνει τα γεγονότα. Το απολυτίκιο της εκκλησίας που συνοδεύει τη μνήμη της είναι: 

Σοφίας έρωτι, τον νουν πτερώσασα, κόσμου ευπάθειαν, εμφρόνως έλιπες, και ενδιαίτημα τερπνόν, εγένου φιλοσοφίας συ γαρ δι΄ ασκήσεως και ηθών τελειότητος, νύμφη εχρημάτισας, του Σωτήρος περίδοξος, ω πρέσβευε υπέρ των βοώντων. χαίροις Μακρίνα θεοφόρε.

Λαογραφικά στοιχεία. Περιβόητα λατρευτικά έθιμα που σημάδεψαν τη ζωή στην κοινότητα εκείνη την εποχή λάμβαναν χώρα κυρίως γύρω από το ναό «τ’ς Εγιάζ». Την παραμονή των Φώτων στην εκκλησία της Αγίας Μακρίνας δίνονταν οι λαμπάδες από την οικογένεια της μέλλουσας νύφης προς τον γαμπρό και τον «σύνdεκνο»… Ήταν το δώρο τους. Στις μεγάλες γιορτές, όπως και στη γιορτή της Αγίας, γινόταν δημοπρασία για το σήκωμα των εικόνων με πρώτη και καλύτερη την εικόνα της Αγίας, ενώ το ίδιο συνέβαινε και τα Φώτα για το σήκωμα του σταυρού από το «λακκί» του άμβωνα της εκκλησιάς. Το αγίασμα που δινόταν στους πιστούς είχε ιαματικές ιδιότητες, θεράπευε κυρίως από σεληνιασμό και τρέλα. Γνωστές στους παλιούς είναι και οι θύμησες από τα γεγονότα που συνέβαιναν, τα «θαύματα» στο χώρο γύρω από το «μορμόρ», τη γνωστή λάρνακα της Αγίας με όλες τις προκαταλήψεις σχετικά με το πέρασμα από το μνήμα και το εικονοστάσι της. Σύμφωνα με αυτές κατά τη γιορτή μπορούσε να πιαστεί στο μνήμα κάποιος που είχε λησμονήσει τις υποχρεώσεις του στην Αγία.

Στη συνέχεια κατά τη χρονίσια μνήμη της αγίας, στις 24 Γενάρη, λάμβανε χώρα η μεγάλη εμπορική και θρησκευτική πανήγυρη που οι τουρκόφωνοι την έλεγαν σινατ’ (σύνοδ’), όπου πλημμύριζε το χωριό εμπόρους από γειτονικά χωριά, ομογενείς μέχρι και Οθωμανούς. Εκεί περίμεναν με λαχτάρα τα χειροφιλήματα των συμπεθεριών για κάποια παραπάνω φλουριά οι αρραβωνιασμένες, ενώ τα κοριτσόπουλα και οι υποψήφιοι γαμπροί έψαχναν να βρουν το δικό τους «σημάδι» ανάμεσα στο νεαρό γυναικείο πληθυσμό. Οι χοροί δε που στήνονταν και οι ιππικοί αγώνες(«τζερέτ»), διεξάγονταν στην πλατεία της. Άλλο έθιμο σχετικά με την πολιούχο του χωριού ήταν η πάλη με έπαθλο τις επευφημίες των θεατών, ίσως της αγαπημένης του παλαιστή, καθώς και την ηθική ικανοποίηση που προσέδιδε το αίσθημα της ανωτερότητας.

Αποτελέσματα των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων. Με τα περιβόητα διατάγματα των σουλτάνων λόγω των ιστορικών πολεμικών εξελίξεων στο διεθνές προσκήνιο, ο λόγος για το Χάττι Σερίφ του Gulhane το 1839 επί σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ  και το Χάττι Χουμαγιούμ το 1856 επί σουλτάνου Mahmud B ο θρόνος της οθωμανικής βασιλεύουσας κλονίστηκε. Ιδιαίτερα μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο αναγνωρίστηκε η ελληνική ανεξαρτησία, αργότερα η αιγυπτιακή, ενώ παράλληλα τα ομόδοξα έθνη που ζούσαν στην επικράτειά της τέθηκαν υπό την προστασία της ρωσικής αυτοκρατορίας. Χαράς ευαγγέλια για πολλούς Έλληνες διάσπαρτους στα βάθη της αυτοκρατορίας. Νέα πνοή δημιουργικότητας οδήγησε το δαιμόνιο μυαλό του υπόδουλου Έλληνα σε διάφορους εμπορικούς δρόμους, ώστε να ξεφύγουν από τη φτώχεια, τη μιζέρια. Οι ίδιοι στη συνέχεια, εκτός αυτών που μετοίκησαν στην Πόλη ως πιο πολιτισμένοι, όταν επέστρεφαν στην πατρογονική τους γη μετέφεραν και πολιτιστικά στοιχεία που επηρέασαν αρνητικά τη ντοπιολαλιά και τις παραδόσεις τους. Άρχισαν να χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο την επίσημη γλώσσα του κράτους, την τουρκική, αφήνοντας σε ξεπεσμό τη δικής τους διάλεκτο. Πολλά τραγούδια αντικαταστάθηκαν από τουρκικά, όπως και πολλές παροιμίες.

Οικονομική- πνευματική άνθιση. Μετά τις μεταρρυθμίσεις και αρκετά χρόνια αργότερα στα 1895 η πρωτοεμφανιζόμενη από τους εύπορους Αξενούς Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης δίνει μία άλλη πνοή στην πνευματική άνθιση του τόπου. Αποσκοπούσε στη συγκέντρωση χρημάτων και προσφορών για τη δημιουργία του διδακτηρίου που θα στέγαζε την αμάθεια των ελληνόπουλων. Τούτο παίρνει σάρκα και οστά από το 1908. Βέβαια με τη βοήθεια των χριστιανών της κοινότητας και των μελών της αδελφότητας είχε κατασκευασθεί πρώτα το Χάνι από το 1901, για λόγους τοπικής κοινοτικής διαφωνίας στις τρεις ενορίες. Όλες οι δωρεές και τα αφιερώματα των ευσεβών χριστιανών αφορούσαν μεγαλόψυχες προσφορές στην αγαπημένη τους προστάτρια την Αγία Μακρίνα και όλη η εκκλησιαστική περιουσία, που τότε ταυτιζόταν με την κοινοτική, περιστρεφόταν γύρω από τον ιερό ναό της. Μετά την αφύπνιση της ψυχής με την ανοικοδόμηση του ιερού της το 1843, σειρά είχε η πνευματική αφύπνιση του γένους στα ενδότερα της αυτοκρατορίας με τη διατήρηση της τοπικής διαλέκτου, εφόσον άρχισε να χρησιμοποιείται συνεχώς η τουρκική, ακόμα στα ήθη και έθιμα. Τούτο επιτυγχάνεται με το νέο σχολείο.

Σχετικά με διατάγματα που αφορούσαν ζωτικές λειτουργίες του χωριού ας προστεθεί και το εξής: τα φιρμάνια όπως αυτό «τ’ λερού το φερμάν» για το Gιαβούρ- bενdι( το διάταγμα σχετικά με το νερό που τροφοδοτούσε την Αξό από το προαναφερόμενο φράγμα), καθώς και τα σχετικά με το χτίσιμο του σχολείου και το κοινοτικό Χάνι, πρέπει να φυλάγονταν στην εκκλησιά της Αγίας, σε ιδιαίτερο χώρο, εκεί όπου γίνονταν οι συγκεντρώσεις της εκκλησιαστικής επιτροπής και της εφορείας. Δυστυχώς όμως δεν βρέθηκαν, εκτός από εκείνο της ανοικοδόμησης του ναού. Ο ναός λειτουργούσε τότε ως φύλακας για κάθε σημαντικό κοινοτικό ζήτημα. 

Κοινοτική οργάνωση 1895 και εξής- Οι κώδικες της Αξού. Οι κώδικες της κοινότητας διαθέτουν πληροφορίες από το 1895 και εξής. Στο Ταμείο Ανταλλαξίμων σώθηκαν και παραδόθηκαν στη συνέχεια στα Γενικά Αρχεία του Κράτους μεταξύ των άλλων Καππαδοκικών κοινοτήτων και οι κώδικες της Αξού. Στο σύνολο πέντε. Μεταξύ αυτών είναι ο κώδικας(υπ’ αριθ.278-παλαιά αρίθμηση 355) της εκκλησιαστικής επιτροπής της αγίας Μακρίνας από 8 Νοεμβρίου 1898-1921, στον οποίο καταχωρούνταν τα πρακτικά της Εφορείας των ετών 1898-1899, λογαριασμοί εσόδων από εισφορές και αφιερώματα, καθώς και λογαριασμοί εσόδων-εξόδων της κοινότητας του 1921 στην καραμανλήδικη γραφή, όπως όλοι οι κώδικες.

ο κώδικας(υπ’ αριθ.278-παλαιά αρίθμηση 355)

Βιβλίο εσόδων-εξόδων της κοινότητας του έτους 1921

Μεταξύ των στοιχείων υπάρχει η σφραγίδα της Αγίας Μακρίνας, ως μέσο δημοκρατικής διαχείρισης των ελληνικών κοινοτήτων, των ετών: «1848 ΗAIA ΜΑΚΡΙΝΑ ΧΑCA KOHL» και «1890 ΗAIA ΜΑΚΡΙΝΑ ΧΑCA KOHL». Παρατηρούμε πως η τετραμερής σφραγίδα του 1848 διατηρείται μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, ενώ στις καταχωρήσεις του κώδικα τα μετέπειτα χρόνια χρησιμοποιείται η ολόκληρη σφραγίδα του 1890.

Στη συνέχεια ο κώδικας (υπ΄ αριθ. 277-παλαιά αρίθμηση 356),  από τον Νοέμβριο του 1895 ως τον Δεκέμβριο του 1919 και το 1921, αποτελεί βιβλίο των πρακτικών και του ταμείου της Αγίας Μακρίνας και δημιουργείται από την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Σε τούτο καταγράφονται έσοδα και έξοδα της κοινότητας, ενώ συμπληρωματικά αναφέρουμε πως η σφραγίδα που χρησιμοποιείται είναι αυτή του 1890: «ΗΑΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΧΑCΑ ΚΟΗΛΙ 1890». Στις πρώτες σελίδες του βρίσκεται και ο συναφθέν κανονισμός της Αδελφότητας, στον οποίο υπάρχει και η σφραγίδα της αδελφότητας με τα χαρακτηριστικά : «ΑΔΕΛΦΟΝΗ ΠΕΔΙΟΝ ΑΞΟ 1895».

ο κώδικας (υπ΄ αριθ. 277-παλαιά αρίθμηση 356), 

ο συναφθέν κανονισμός της Αδελφότητας 1895

 Οι άλλοι δύο κώδικες αφορούν πάλι έσοδα και έξοδα της εκκλησίας. Ο υπ΄ αριθ. 280(παλαιά αρίθμηση 354) εκκλησιαστικός κώδικας αναφέρεται στα έτη 1899-1913 και αποτελεί βιβλίο ταμείου της εκκλησίας. Στις σελίδες του συμπεριλαμβάνεται η προσπάθεια τα έτη 1912-13 του Γρηγόρη Αχαιόπουλου να οργανώσει την κοινότητα με Εφοροεπιτροπή και Εφορεία. Στο εν λόγω κώδικα διασώζεται το πρακτικό και οι καταχωρήσεις της κοινότητας. Στη συνέχεια, ο υπ΄ αριθ. 280α (δίχως παλαιά αρίθμηση αλλά με την αριθ. την αρχική 354α )αναφέρεται στα έσοδα- έξοδα των ετών 1901-1920. Τέλος, υπάρχει και ο πέμπτος κώδικας(υπ’ αριθ. 82) της εφοροεπιτροπής της εκκλησίας για τα έτη 1919-1920. Τα πρακτικά του κώδικα μεταφράστηκαν στο δίτομο έργο του Γεωργίου Μαυροχαλυβίδου της μονογραφίας του για την Αξό. Επομένως, τα επίσημα στοιχεία για την κοινοτική οργάνωση ξεκινούν από το 1895.

Ο υπ΄ αριθ. 280(παλαιά αρίθμηση 354) 1912-13 του Γρηγόρη Αχαιόπουλου

 

Διαχείριση κοινοτικής –εκκλησιαστικής περιουσίας. Όσο αφορά την περιουσία της κοινότητας σύμφωνα πάντα με τους κώδικες ανήκε στην εκκλησία της αγία Μακρίνας και οι διαχειριστές ήταν μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής. Τα έσοδά της προέρχονταν από τους οβολούς των χριστιανών στο δίσκο, τις δημοπρασίες των εικόνων της κατά την ετήσια πανήγυρη της Αγίας, το σήκωμα του Σταυρού στα Φώτα, τα κληροδοτήματα και αφιερώματα των Αξενών με τις διαθήκες τους, τα ενοίκια από το χάνι του χωριού από το 1901 και ότι άλλο προσέφεραν εθελοντικά οι προσκυνητές σε είδος: από λάδι μέχρι ρούχα. Ακόμη σε είδος ήταν πολλές φορές και τα ενοίκια που εισέπρατταν οι επίτροποι που νοίκιαζαν τα χωράφια της Αγίας Μακρίνας. Τα πράγματα άλλαξαν στη διοίκηση της εκκλησιαστικής και επομένως της κοινοτικής περιουσίας από το 1895, όταν συστάθηκε η Αδελφότητα(κωδ.277) «Αδελφόνη Πεδίον Αξό 1895» με μοναδικό σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την ανέγερση του σχολείου. Μόνο αργότερα, γύρω στο 1912-13, αναφαίνεται η προσπάθεια δημιουργίας κοινοτικού σωματείου με τίτλο Εφοροεπιτροπή και Εφορεία.(κωδ. 280, σελ 45). Το ποσό που συγκέντρωσε η αδελφότητα δόθηκε αρχικά για το Χάνι. Όταν ανασύστησε αυτή ο Μαυροχαλυβίδης το 1906 με την ονομασία : « Η εν Ικονίω Φιλόπτωχος Αδελφότης των Αξενών η Αγία Μακρίνα» μπόρεσε να συγκεντρώσει τα χρήματα με τη βοήθεια άλλων Αξενών στα Κόνια και κατασκεύασε το σχολείο τρία χρόνια αργότερα. Ήταν η εποχή που ο μεγάλος δάσκαλος είχε διοριστεί στα σχολεία της Κόνιας.

Το 1914 προ της έναρξης του Α΄ παγκοσμίου πολέμου ανακόπτεται η πολιτιστική και πνευματική δραστηριότητα των Αξενών, καθώς ο δάσκαλος της Αξού καταφεύγει στην Ελλάδα. Επιστρέφει στην Ανατολή αργότερα για να καταλήξει μετά από δικαστικές περιπέτειες με την κρατική διοίκηση στο χωριό του, με το νέο σχολειό… Εκεί αναμόρφωσε το χωριό, οργανώνοντας όχι μόνο την εκπαίδευση, αλλά και όλη την κοινότητα, διαπλάθοντας το ελληνικό πνεύμα από το 1919 ως το 1920. Μέχρι τότε ακτίνες πολιτισμού και εκπαίδευσης, που θα άλλαζαν το χωριό, άρχισαν να ανατέλλουν. Αλλά όλα αυτά τελείωσαν, όταν ο δάσκαλος του χωριού στρατολογήθηκε από τους Τούρκους στα εργατικά τάγματα και άρχισε ο ξεριζωμός. Ήταν μοιραίο να παραμείνουν απλά ένα όνειρο….

Η συνέχεια της έρευνας. Μέσα στον «θησαυρό» των κωδίκων της κοινότητας, πέρα από τις αφιερώσεις και τις δωρεές που κατόρθωναν οι Αξενοί να συγκεντρώνουν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της, παρατηρούμε και υπογραφές των διαφόρων λειτουργών στις εκκλησιές του χωριού: ο παπά Χριστοφόρης, ο παπά Ευθύμης ο παπά Ζυγαριάς, ο παπά Κυριάκος…. Επίσης δάσκαλοι του σχολείου, όπως: ο Ι. Κοσμίδης, ο Γ. Μαυροχαλυβίδης, η δασκάλα Άννα Αβάνογλου κ.α. αναφέρονται στα έξοδα της κοινότητας με τους μισθούς που ελάμβαναν κάθε φορά … Δεν παραλείπονται τα ονόματα του παιδονόμου, του καντηλανάφτη, του υπεύθυνου της καθαριότητας…

Μεταξύ άλλων ένας προσεκτικός έλεγχος των ονομάτων που προσυπογράφουν στις συνεδριάσεις της εφοροεπιτροπής της κοινότητας μπορούν να οδηγήσουν σε νεότερη καταγραφή οικογενειών προερχομένων από την Αξό. Πρόκειται για οικογένειες που στα χρόνια που ακολούθησαν την ανταλλαγή άλλαξαν τα ονόματά τους, καθώς εγκαταστάθηκαν σε περιοχές, όπου λησμονήθηκαν από παλαιότερους μελετητές.

Κοντά σε αυτά ας προστεθούν και οι εξής παρατηρήσεις: μέσα από προσωπικές καταγραφές και οικογενειακά βιώματα ορισμένοι Αξενοί πολύ νωρίτερα από την ανταλλαγή είχαν οδήγησαν τις τύχες τους πέρα από τα σύνορα του χωριού τους… Ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια, όπως μετά το νεοτουρκικό σύνταγμα 1908, το 1912 και έπειτα το 1914, στην έναρξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Πιο συγκεκριμένα, αρχικά πολλοί κατέφυγαν στα λατομεία και στα καπνομάγαζα της Καβάλας για να αποφύγουν τα εργατικά τάγματα των στρατολογήσεων του τουρκικού κράτους. Στη συνέχεια πολλοί από αυτούς, που σαν ονόματα αναφέρουμε ενδεικτικά τον Παρασκευά Χατζηισαάκ(Παρασκευάς Χατζήσακ) του Προδρόμου και του Νικόλα Μεχενιάδη (Νικόλα Μεχένιε), έφθασαν μέχρι την Αμερική. Ένα ταξίδι τριάντα τριών ημερών, με σκοπό την αλλαγή της τύχης τους. Οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν μετά την ανταλλαγή στους μαχαλάδες των Κυργίων Δράμας. Κάποιοι όμως έφυγαν με την πρώτη ευκαιρία πάλι στην Αμερική.

Οι ιστορίες των ξενιτεμένων, όπως τις διηγήθηκαν στα παιδιά τους αργότερα και έφθασαν έπειτα στους απογόνους τους, εμπεριέχουν την σκληράδα των δύσκολων χρόνων που έζησαν. Παράλληλα σε αυτές διαγράφεται και η απίστευτη όρεξη για δουλειά με το ριψοκίνδυνο του χαρακτήρα τους. Κάθε ιστορία είναι και ένα βιβλίο. Μετανάστευση και επιστροφή στην Ανατολή τότε, με νέα σχέδια και οράματα για την πατρογονική γη και αργότερα με την προσφυγιά σκληρός αγώνας για επιβίωση και οικονομική ανάπτυξη στην Νεότερη Ελλάδα, αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του Αξενού Καππαδόκη και όχι μόνο….

Πηγές

Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Τέως Ταμείο Ανταλλαξίμων, Κώδικες 277, 278, 280, 280α, 1895-1899 

Βιβλιογραφία

Αναγνωστάκης Η. Μπαλτά Ευ., Η Καππαδοκία των ζώντων μνημείων, εκδ. Πορεία, Αθήνα 1990
Αναγνωστοπούλου Σία, Μικρά Ασία, 19ος αιώνας-1919, Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα 1997
Αρχελάου Ι.Σ., Η Σινασός, ήτοι θέσις, ιστορία, και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού και σύντομος περιγραφή των εν επαρχίαις Καισαρείας και Ικονίου Ελληνικών κοινοτήτων, Εν Αθήναις 1899.
Ασβέστη Μαρία, Επαγγελματικές ασχολίες των Ελλήνων της Καππαδοκίας, Επικαιρότητα, Αθήνα 1980.
Ελευθεριάδης Ρίζος, Συνασσός, ήτοι μελέτη επί των ηθών και εθίμων αυτής, Εν Αθήναις 1879.
Fontaine, «Notes sur un voyage en Cappadoce”, Byzantion 28(1958) 471
Jager W, Gregorii Nysseni opera  ascetica,(Gregoire Nysseni Opera), τ. 8, Leiden 1963
Καλφόγλους Ιωάννης, Ιστορική Γεωγραφία της Μικρασιατικής Χερσονήσου, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (Κ.Μ.Σ.), Αθήνα 2002.
Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η έξοδος, Μαρτυρίες από τις επαρχίες της κεντρικής και νότιας Μικρασίας, ανατύπωση τ.2, Αθήνα 2004.
Κυρίλλου Οικουμενικού Πατριάρχου, Ιστορική περιγραφή του εν Βιέννη προεκδοθέντος χωρογραφικού πίνακος της Μεγάλης Αρχισατραπείας Ικονίου, 1815.
Λεβίδης Αν., Αι εν Μονολίθοις Μοναί της Καππαδοκίας και Λυκαονίας, Κωνσταντινούπολις 1899.
Maraval P, Cregoire de Nysse. Vie de sainte Makrine, (SG178), Paris 1971.
Μαυροχαλυβίδης Γεώργιος, Η Αξός της Καππαδοκίας, Κ.Μ.Σ., τ. 1-2, Αθήνα 1963
Μαυροχαλυβίδης Γεώργιος-Κεσίσογλου Ιωάννης, Το γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Κ.Μ.Σ., Αθήνα 1960
Migne  J. P, Patrologia Graeca, τ.46.
Νίγδελης Κων/νος-Χατζηισαάκ Ιορδάνα, Ιερός Ναός Αγίας Μακρίνας Αξός Καππαδοκίας, εκδ. Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως & Σταυρουπόλεως, Θεσσαλονίκη 2010.
Rott  H., Kleinasiastiche Denkmaler aus Pisidien, Pamphylien, Kappadokien und Lykien, Leipzig 1908.
Τσάμης Δημήτριος, Μητερικόν, τ. 1, Θεσσαλονίκη 1990
Φαρασόπουλος Συμεών , Τα Σύλλατα, Μελέτη του νομού Ικονίου υπό Γεωγραφικήν, Φιλολογικήν και Εθνολογικήν έποψιν, Εν Αθήναις 1895.

 

 

 Ιορδάνα Χατζηισαάκ