Φορεσιές στην Επαρχία Μεγαρίδας

Η γυναικεία φορεσιά της Ελευσίνας (νυφική & γιορτινή) και γενικά των υπόλοιπων κουντουριώτικων χωριών, σταδιακά δέχθηκε επιδράσεις από τα Μέγαρα, την Σαλαμίνα, και την Αθήνα, αφού πολλά εξαρτήματα έχουν ομοιότητες η φτιάχνονταν σε αυτές τις περιοχές.

Η νυφική φορεσιά αποτελείται από τα παρακάτω εξαρτήματα:

  • Την φασκιά. Άσπρη υφασμάτινη λουρίδα περίπου 3 μέτρων όπου τύλιγαν δυο-τρείς φορές το στήθος.
    Στην συνέχεια φορούσαν το πουκάμισο, αμάνικο φόρεμα που έφτανε μέχρι τα γόνατα από βαμβακερό ύφασμα.
  • Τα εσωτερικά μισοφόρια, τα οποία τα κατασκεύαζαν από βαμβακερό ύφασμα (πλιχούρα) και συνήθως
    Φορεσιές Ελευσίνας

    φορούσαν δύο & τρία μισοφόρια για να «στρώσει» όπως έλεγαν το καλό μεταξωτό μισοφόρι σε ύφασμα σαντούκ ή κρεπ-ντε-σίν το νεότερο. Ο στολισμός στο τελείωμα ήταν δαντέλα η ψιλός πλισές.

  • Επίσης η τραχηλιά, για να διακοσμεί το μπούστο από καλό χασέ ή και μεταξωτό ύφασμα, κεντημένη με χρωματιστές κλωστές ,με χειροποίητες δαντέλες, ή και του εμπορίου.
  • Συνεχίζουμε με τα κυριότερα κομμάτια όπως είναι ο τζάκος ή καμιζόλα ή ζιπούνι με τερζίδικο κέντημα στα μανίκια (ανάλογα την οικονομική ευχέρεια της οικογένειας) του οποίου η κατασκευή γινόταν στα Μέγαρα στην Σαλαμίνα και στην Αθήνα. Υπήρχαν και ντόπιες κεντήστρες οι οποίες όμως δεν ακολουθούσαν τα παραδοσιακά μοτίβα. Ο νυφικός τζάκος ήταν φτιαγμένος από μεταξωτό βελούδο (κατηφές) ή βαμβακερό (φέλπα) σε διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου ή του γκρενά. Οι παλαιότεροι τζάκοι ήταν τσόχινοι. Επίσης χρησιμοποιούσαν και την στόφα. Να επισημάνω ότι στο τζάκο συνήθως δεν έβαζαν βελούδο στην πλάτη, επειδή φορούσαν το σιγκούνι.
  • Η ποδιά που φοριόταν με το παλαιότερο τύπου πουκάμισο, ήταν ριγωτή πολύχρωμη υφασμένη στον αργαλειό από λαγάρα μαλλί. Οι νεότερες ποδιές ποικίλουν και δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα συγκεκριμένο σχέδιο. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν το βελούδο γκρό, στόφα, ατλάζι και το μεταξωτό, τις οποίες τις διακοσμούσαν με διάφορα συμπλέγματα λουλουδιών ,με χρωματιστές κλωστές ή με μοτίβα αγοραστά από το εμπόριο.
  • Το σιγκούνι, ή γκούνα, αμάνικος επενδύτης, καθαρό γνώρισμα της παντρεμένης γυναίκας το έφτιαχναν παλαιότερα από σαγιάκι. Το μήκος του έφτανε δυο πιθαμές πάνω από το γόνατο και ήταν διακοσμημένο ολόγυρα από μαύρο μαλακό μαλλί που το έστριβαν σαν κορδονάκι και σχημάτιζαν θηλιές, απ’ όπου έπαιρνε το κέντημα το όνομα του. Στα ανοίγματα και στις μασχάλες περνούσαν για τελείωμα μαύρο γαϊτάνι από μαλλί πλεγμένο στο χέρι. Αργότερα οι θηλιές αντικαταστάθηκαν από μαύρο ύφασμα του αργαλειού. Οι μπροστινές λωρίδες λέγονται κλίντια η λωρίδα στο κάτω μέρος λέγετε φούντι τα πλαϊνά μαύρα κεντήματα τα έλεγαν κούπες και από την μέση και κάτω μπουζάνια.
    Στα νεώτερα χρόνια χρησιμοποιούσαν σαγιάκια ή τσόχες που έφερναν από την Νάουσα και τα λέγανε βουλγάρικα . Οι φάσες του ήταν πάντα σε μαύρο χρώμα στολισμένες με χρυσές ή κίτρινες κλωστές και με μοτίβα του εμπορίου . Τον χειμώνα ,αντί για το σιγκούνι φορούσαν το γιουρντί, επίσης αμάνικος επενδύτης σε άσπρο χρώμα. Παλαιότερα το σιγκούνι ποτέ δεν το έβγαζαν, ούτε μέσα στο σπίτι.
Φορεσιές των Μεγάρων

Τα κοσμήματα τα οποία έδειχναν και την οικονομική κατάσταση της οικογένειας ήταν τα σκουλαρίκια, δαχτυλίδια , το μανταλιό (υπήρχαν δύο ειδών μανταλιό το παλαιότερο ήταν το πλεχτό «κοντό» δώρο του πατέρα και στην συνέχεια το υφασμάτινο το μακρύ, δώρο του γαμπρού) πολλές νύφες φορούσαν και τα δυο είδη. Επίσης το κορδόνι, ο σταυρός, οι πόρπες, και το μικρό γιορντάνι.

Από αναφορές περιηγητών και ενδυματολόγων βλέπουμε ότι υπήρχε και φέσι στο κεφάλι με νομίσματα, το οποίο συναντάτε στα Μέγαρα και στην Σαλαμίνα. Δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να βρω για να σας το παρουσιάσω και έτσι μένω μόνο στην αναφορά αυτού.

Μεγαρίτες

Το επιστέγασμα της φορεσιάς ήταν η μπόλια. Παλαιότερα άσπρη βαμβακερή του αργαλειού, τα κεντήματα της οποίας είχαν τα ίδια θέματα,την ίδια τεχνοτροπία και τους ίδιους χρωματισμούς με τις μπόλιες της Κορινθίας. Οι νεότερες ήταν από μεταξωτό ύφασμα 2.5 μέτρων όπου οι άκρες της ήταν στολισμένες με χρυσή δαντέλα (κοπανέλι) ή και κεντημένη με χρωματιστές κλωστές.

Σαν κόσμημα των μαλλιών μπορούν να θεωρηθούν τα πεσκούλια ή οι μασούρ πλεξούδες.

Οι ανύπανδρες δεν φορούσαν ποτέ κάλτσες γιατί ήταν δείγμα αδύναμης γυναίκας. Αργότερα έπλεκαν κάλτσες από άσπρο μαλλί, κλωσμένο στο χέρι και στα νεότερα χρόνια με στριμμένο βαμβάκι.

Τέλος για υποδήματα παλαιότερα φορούσαν τα γουρουνοτσάρουχα και αργότερα φορούσαν τις κοντούρες. Στην συνέχεια τα νεότερα υποδήματα ήταν από βιδέλο, λουστρίνι και γενικά παπούτσια του εμπορίου.

Κατά την περίοδο του μεσοπόλεμου , αλλάζει  μορφή η νυφική φορεσιά, με απλά αγοραστά μεταξωτά υφάσματα διακοσμημένα με δαντέλες και τρέσες του εμπορίου ,χωρίς τα βασικά κοσμήματα ,το μανταλιό, το κορδόνι και το γιορντάνι. Το σιγκούνι παραμένει & ο κεφαλόδεσμος (μόνο ο γαμήλιος) είχε ακόμα την μπόλια, και στη συνέχεια μαντήλι πονζέ, σε ζαχαρί χρώμα .

Ελευσίνιος

Την νυφική φορεσιά την φορούσαν ολοκληρωμένη τις πρώτες 40 ημέρες μετά τον γάμο τις Κυριακές και τις γιορτές, μέχρι την γέννηση του πρώτου παιδιού.

Πριν κλείσω την αναφορά μου για την φορεσιά της Ελευσίνας και γενικότερα των Κουντουριώτικων χωριών θέλω να επισημάνω κάτι το οποίο ίσως είναι άγνωστο στην Ελευσίνα. Όταν ρωτούσαν τις Ελευσίνιες ποια χωριά φορούσαν σταμπωτά μαντήλια η απάντηση ήταν οι Καλυβιώτισσες οι Μεγαρίτισσες και οι Κουλουριώτισσες. Η έρευνα όμως,  έβγαλε στην επιφάνεια τα σταμπωτά μαντήλια το οποία φορέθηκαν στην Ελευσίνα μετά την κατάργηση της μπόλιας και τα οποία είχαν άμεση σχέση όχι με αυτά του Ασπρόπυργου (Καλύβια) αλλά με αυτά των Μεγάρων. Η αντικατάσταση της μπόλιας με το μαντήλι άρχισε όταν οι έμποροι και οι ξενιτεμένοι άνδρες άρχισαν να φέρνουν τα πρώτα μαντήλια στην Ελλάδα. Αυτά ήταν ζωγραφιστά στο χέρι και για αυτό πανάκριβα ισάξια, αν όχι ακριβότερα από τις μπόλιες.

«ΟΙ ΦΟΡΕΣΙΕΣ ΣΤΑ ΜΕΓΑΡΑ»

Σταυροδρόμι τα Μέγαρα με πλούσια μουσική, χορευτική αλλά και ενδυματολογική παράδοση. Συναντάμε δυο τύπους γυναικείας φορεσιάς ,τα «φουστάνια» & τους «καπλαμάδες».

Φορεσιές Μεγαρίδας

Στα «φουστάνια» ανήκει η νυφική φορεσιά «τα κατηφένια». Για την ονομασία κατηφένια, έχουν ακουστεί πολλές εκδοχές, σωστές μα και κάποιες λανθασμένες πέρα ως πέρα!

Την ονομασία κατηφένια την πήραν αρχές του 20ου αιώνα, όταν έφτιαχναν τα ζιπούνια από βελούδο (κατηφές ήταν ένα είδος μεταξωτού βελούδου, όπου σαν λέξη την συναντάμε και στα παραδοσιακά τραγούδια, στον κατηφένιο σου οντά μας λέει ένας μικρασιάτικος στίχος) ενώ τα παλαιότερα ζιπούνια ήταν από τσόχα.

Επίσης στα φουστάνια ανήκε και η πρώτη φορεσιά το φούντι με το κοντοζίπουνο. Πάμπολλες οι αναφορές από περιηγητές, ζωγράφους ,ενδυματολόγους για την συγκεκριμένη φορεσιά. Χαμένη στα βάθη της ιστορίας, και άγνωστη μέχρι πρότινος στους ντόπιους κατοίκους.

Έγινε γνωστή πάλι (ολοκληρωμένη) από τον κ. Δημήτρη Ηλία που ασχολήθηκε σε βάθος με την έρευνα των χορών και των φορεσιών.

Δεύτερος τύπος φορεσιάς είναι οι «καπλαμάδες» οι οποίοι συνυπήρχαν με τα φουστάνια. Εδώ βλέπουμε πολλές παραλλαγές ανάλογα την περίσταση.

Αναφέρω λίγες από τις ονομασίες που υπήρχαν. Ο καπλαμάς με το φούντι, ο καλός ή ψιλός καπλαμάς, ο σπαθάτος, ο καπλαμάς με τα σκούρα και ο χοντρός (καθημερινός).

Παναγιώτης Σ. Πέστροβας
Ερευνητής – δάσκαλος παραδοσιακών χορών

Οι τοπικοί Χοροί του Ασπρόπυργου

Τους τοπικούς χορούς δεν θα τους χωρίσουμε σε κατηγορίες, αλλά σε χρονικές περιόδους. Αυτόν τον διαχωρισμό τον κάνω, μόνο και μόνο για να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα τον ρόλο των χορών σε κάθε εποχή.

Στον Ασπρόπυργο και γενικότερα στα γύρω χωριά, ουδέποτε συμμετείχαν οι άντρες στον χορό, στην πλατεία (δημόσιος χορός) παρά ελάχιστες φορές και μόνο τις απόκριες, αφού είχαν τελειώσει οι γυναίκες.

Αυτό γενικά γινόταν και σε άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις αρραβώνες, γάμους κτλ με διαφορετικό τρόπο .
Μέχρι το 1930 ο δημόσιος χορός γινόταν στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου όπου χόρευαν κάθε Κυριακή μετά την Θεία λειτουργία (μέχρι το 1915 περ.) και στις μεγάλες γιορτές.

[vsw id=”F9e_Xw-XZ9g” source=”youtube” width=”600″ height=”460″ autoplay=”no”]

Της Παναγίας (15 Αυγούστου) το Πάσχα ανήμερα και την δεύτερη μέρα, τα Χριστούγεννα, τις Απόκριες την πρώτη Κυριακή και την τελευταία, όπως επίσης στον εορτασμό του ναού της Αγίας Παρασκευής, πολιούχου του χωριού. Η μοναδική περίπτωση που άλλαζαν τόπο στον χορό ήταν του Ευαγγελισμού που χόρευαν μπροστά στον ομώνυμο ναό.

Οι χοροί που χορευόντουσαν στον δημόσιο χορό ήταν οι σταυρωτοί (πλέξιξα) και ο καλαματιανός.

[vsw id=”OzMG-vw4z9M” source=”youtube” width=”600″ height=”460″ autoplay=”yes”]

Ο πρώτος χορός που γινόταν χωρίς την συνοδεία οργάνων κάθε Κυριακή ήταν το «νε νε νε Μαρίε». Μαρτυρίες υπάρχουν αρκετές για τη μελωδία του συγκεκριμένου χορού στη διάρκεια του οποίου μπορούσε η κάθε κοπέλα (ελεύθερη-αρραβωνιασμένη και νεοπαντρεμένη) να εκφραστεί ελεύθερα «πάνω στο χορό».

Ο ρυθμός του χορού ήταν επτάσημος και πιάνονταν σταυρωτά. Σταμάτησε γύρω στο 1915.

[vsw id=”QgSE6iKZYww” source=”youtube” width=”600″ height=”460″ autoplay=”no”]

Ο δεύτερος χορός είναι ο αποκριάτικος , που τον χόρευαν μόνο οι παντρεμένες, το «τσάϊτα βούτσε-ν» δηλαδή, έσπασα τη βαρέλα. Ο ρυθμός του ήταν2/4 συρτός στα τρία όπως γνωρίζουμε. Πάλι εδώ δεν έχουμε συνοδεία οργάνων παρά μόνο την συνοδεία της ταούλας. Το κράτημα των χεριών ήταν σταυρωτό. Με τον ίδιο σκοπό και αφού τέλειωναν οι γυναίκες τον χορό τους «έκλειναν» τον χορό οι άνδρες, μόνο την τελευταία Κυριακή της αποκριάς, χωρίς το σταυρωτό κράτημα, αλλά από τους ώμους.

Άλλος ένας γυναικείος χορός, αποκριάτικος στην τοπική διάλεκτο είναι το «ντάρσα λούλε» που σημαίνει (εάν θα’ ρθω λουλούδι μου).

"To Σημάδι" 1963 - Χορός από τον ανεπίσημο αρραβώνα των γονιών μου

Οι πληροφορίες για αυτόν τον χορό είναι συγκεχυμένες. Υπήρχαν άτομα που έλεγαν ότι ο χορός ήταν διπλός ,δηλαδή ότι έβγαζαν τα χέρια και γινόντουσαν δύο ομάδες ή ότι δεν έβγαζαν τα χέρια ή ότι τα έβγαζαν αλλά όχι συνέχεια και έτσι δεν βγήκε ποτέ άκρη! Αυτή τη στιγμή έχει περάσει στον Ασπρόπυργο με έναν τρόπο, όπως χορεύτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με την τότε αναπαράσταση.

"Χορός αρραβώνα" Στην νύφη έριχναν μαντήλια στον ώμο , και διάφορα δώρα (λίρες -κοσμήματα) . Στον γαμπρό το μαντηλάκι με τις λίρες ,ενώ μόνο το σόι του γαμπρού το ξεχώριζαν από το μαντήλι στον ώμο.

Στις κοινωνικές εκδηλώσεις οι γυναίκες χόρευαν μόνο καλαματιανό. Βασικοί χοροί ήταν για τους άνδρες ο καλαματιανός και ο τσάμικος σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Αγαπητός σκοπός καλαματιανού ήταν ο Χειμαριώτικος. Στα μέσα του Μεσοπόλεμου ο χορός σταμάτησε να λαμβάνει χώρα στον αυλόγυρο του Αγίου Δημητρίου και μεταφέρεται στην πλατεία Ηρώων, όπου βρίσκεται το 1ο Δημοτικό Σχολείο. Εδώ έχουμε βασικές και ριζικές αλλαγές προς τους χορούς. Σταμάτησαν οι σταυρωτοί χοροί και χόρευαν μόνο καλαματιανό.

Ο Αποκριάτικος συνεχίστηκε για λίγες φορές με την ανδρική μορφή κατά το «κλείσιμο» του χορού, την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Στα σπίτια και στα γλέντια στα καφενεία την συγκεκριμένη περίοδο ξεκίνησαν να χορεύονται , ο Χασάπικος, Ζεϊμπέκικος (απτάλικος, αϊβαλιώτικος) και ο συρτός μόνο από τους άνδρες.

Μεταπολεμικά οι εορτασμοί με χορό στην πλατεία ήταν δύο. Απόκριες και της πολιούχου Αγίας Παρασκευής.
Ο χορός για τις γυναίκες στην πλατεία ,αλλά και στις κοινωνικές εκδηλώσεις είναι ο Καλαματιανός και δειλά δειλά ο Συρτός με δημοτικοφανή τραγούδια.

[vsw id=”ACZLgF4T9gU” source=”youtube” width=”600″ height=”460″ autoplay=”no”]

Για τους άνδρες στις κοινωνικές εκδηλώσεις και στα γλέντια στις ταβέρνες οι Καλαματιανός, Τσάμικος, Συρτός, Ζεϊμπέκικος και ο Χασάπικος. Από το 1960 -1980 ο κύριος χορός των γυναικών ήταν ο Συρτός με λαϊκά και δημοτικοφανή τραγούδια, ενώ ο Καλαματιανός ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Οι άνδρες εξακολουθούσαν κυρίως να χορεύουν τον Καλαματιανό, τον Συρτό, το Ζεϊμπέκικο και λιγότερο τον Τσάμικο.

Από το 1980 έως και σήμερα ο μοναδικός χορός που συναντάτε εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων είναι ο συρτός και ο ζεϊμπέκικος, πλέον χωρίς την αυθεντική του μορφή.

Παναγιώτης Σ. Πέστροβας
Ερευνητής – δάσκαλος παραδοσιακών χορών

Φορεσιές στον Ασπρόπυργο

Η Ανδρική και Γυναικεία Φορεσία στον Ασπρόπυργο Αττικής

Η Αττική, από ενδυματολογικής απόψεως, μπορεί να πει κανείς, πως είναι χωρισμένη σε περιοχές, με κοινά χαρακτηριστικά,αλλά και με μεγάλες διαφορές. Οι περιοχές αυτές που είχαν σχετικά μικρές διαφορές,ειδικά στο κέντημα, ήταν τα χωριά των Μεσογείων, τα χωριά της Βόρειας Αττικής, Βαρνάβας, Πολυδένδρι, τα χωριά του Χαλανδρίου και του Αμαρουσίου, τα χωριά γύρω από το Μενίδι, Μεταμόρφωση (Κουκουβάουνες), Λιόσια, Χασιά, Ασπρόπυργος, τα ¨Κουντουριώτικα¨ χωριά, Ελευσίνα Μάνδρα, Μαγούλα, και Μέγαρα, από τα οποία υπάρχουν αρκετές επιδράσεις προς τον Ασπρόπυργο περίπου από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Οι περιοχές όπου οι φορεσιές είχαν διαφορές ήταν αρκετές, όπως η Αυλώνα, στην οποία είναι εντελώς άλλου τύπου ή φορεσιά, καθώς ανήκει καθαρά στον τύπο αυτών της Βοιωτίας, δηλαδή, συγκαταλέγεται στην ονομαζόμενη, «φορεσιά της Τανάγρας». Επίσης έχουμε τη «Σαρακατσάνα της Αττικής», μια φορεσιά, για την οποία σπανίζουν οι αναφορές.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημάνουμε ότι, πάνω στις φορεσιές της Αττικής, στηρίχθηκε και η ενδυμασία της αυλής της Βασίλισσας Όλγας .

Στις ανδρικές φορεσιές, δεν έχουμε μεγάλες διαφορές, σε όλη την Αττική.

Ερχόμενοι στη δική μας περιοχή, στον Ασπρόπυργο, τα παλιά ¨Καλύβια της Χασιάς¨, το πρώτο που θεωρώ ότι πρέπει να σας παρουσιάσω, είναι οι νυφικές και γιορτινές φορεσιές, οι οποίες ίσως να είναι και άγνωστες σε πάρα πολλούς.

Επίσης εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η γαμπριάτικη φουστανέλα, αλλά και κάποιες, άλλου τύπου, ανδρικές φορεσιές.

 

Η πρώτη νυφική φορεσιά ήταν το λεγόμενο «φούντι» …

Η πρώτη νυφική φορεσιά ήταν το λεγόμενο "Φούντι"

Φορέθηκε περίπου μέχρι τις αρχές του 1900. Από την έρευνα που έκανα, προκύπτει ότι, πολλά εξαρτήματα από την συγκεκριμένη φορεσιά, υπάρχουν σε σπίτια, χωρίς –οι σημερινοί κάτοχοί τους- να γνωρίζουν τι ακριβώς είναι αυτά. Πολλά τέτοια εξαρτήματα, θεωρήθηκαν άχρηστα, από τους μεταγενέστερους κατόχους τους, και κατέληξαν στον κάλαθο των αχρήστων. Άλλα, επειδή θεωρήθηκαν παλιά κεντήματα, έγιναν λαμπατέρ, κι άλλα, αφού υπέστησαν μεταποίηση, κυρίως τα παλαιότερα, κατέληξαν να ενταχθούν ως υλικά για καθημερινή χρήση! Συνήθως, όσοι δεν ήξεραν την αξία τους, τα έκαναν ταγάρια. Μια τέτοια περίπτωση, μια οικογενειακή μαρτυρία, που μπορώ να επικαλεστώ, αφορά στο «φούντι» της προγιαγιάς μου .

Τα εξαρτήματα -για τη συγκεκριμένη φορεσιά- ήταν το αμάνικο βαμβακερό πουκάμισο (φόρεμα), με κεντημένο τον ποδόγυρο, που το ονόμαζαν «φούντι». Για όσους δεν γνωρίζουν την αρβανίτικη διάλεκτο, «φούντ» σημαίνει το τέλος . Από αυτή τη λέξη πήρε και την ονομασία η φορεσιά, δηλαδή, από το τελείωμα του κεντητού πουκάμισου.

Τα γιορτινά και τα καθημερινά κεντητά πουκάμισα, δεν τα έλεγαν «φούντι», αλλά τα ονόμαζαν κ-μισα,δηλαδή πουκάμισα. Στη συνέχεια, έχουμε τον «τζάκο». Είναι κοντός, εφαρμοστός επενδύτης, ο οποίος αποτελείται από δύο μέρη: Τα πανωμάνικα και τα κατωμάνικα. Τα νυφικά πανωμάνικα ήταν συνήθως χρυσά και χρωματιστά ήταν τα γιορτινά .Τα νυφικά κατωμάνικα ήταν πάντα χρυσά, ενώ τα γιορτινά, ήταν χρωματιστά. Και στα δυο, απαντάται το ίδιο σχέδιο, με εκείνο που υπήρχε το κέντημα που κοσμούσε το «φούντι».

Η «ζώστρα», είναι ένα κόκκινο μακρόστενο υφαντό ζωνάρι, που κρατούσε τη μέση.

Βασικό εξάρτημα, που χαρακτήριζε την παντρεμένη γυναίκα, είναι το «σιγκούνι», το πράσινο σιγκούνι η αλλιώς κουκουνάρα, κατά την Αγγελική Χατζημιχάλη. Τέτοιου τύπου «σιγκούνια», έχουν σωθεί ελάχιστα στον Ασπρόπυργο.

Μετά ακολουθεί η «γρίζα». Υπήρχε, θυμίζω, και η λαϊκή ρήση, «έριξε τις γρίζες», την οποία έλεγαν όταν ήθελαν να χαρακτηρίσουν κάτι, ως ένδειξη πλούτου. Αργότερα, εμφανίστηκε «το ρούχο», εκείνο το «σιγκούνι», που επικράτησε με τις επόμενες νυφικές φορεσιές, μέχρι την κατάργησή του, εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του 1930.

Η «νυφική ποδιά», πάντα άσπρη και κοφτή, έφτανε μέχρι την αρχή του κεντήματος του ποδόγυρου. Σταδιακά προς το τέλος του 19ου αιώνα βλέπουμε και νυφικές ποδιές βελούδινες.

Οι γιορτινές ποδιές ήταν υφαντές σε πολλά σχέδια.

Οι γυναίκες της μέσης ηλικίας και οι ηλικιωμένες φορούσαν πιο απλή φορεσιά, ή ποδιά με πιο σοβαρά χρώματα, χωρίς πολλά σχέδια και το κέντημα στον ποδόγυρο ήταν μικρό. Το κέντημα, όπως μου είχε πει, το 1994, η Σοφία Πετρόγιαννου, το γένος Παππού, το ονόμαζαν «πράπ-λια», δηλαδή, ανάποδο. Μια ονομασία που προέκυψε από τον τρόπο που το έφτιαχναν . Το δε σιγκούνι, η «γκούνα», οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, σταδιακά απλοποιείται.

Προχωράμε στον κεφαλόδεσμο ο οποίος είχε την «μπόλια», με τον ίδιο τρόπο δεσίματος, όπως συναντάται στο Μενίδι.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσω ότι, στο Μενίδι, τις «μπόλιες» τις φορούσαν πάνω από το μαντήλι. Στο Ασπρόπυργο, δε συνάντησα κάποιους να θυμούνται κάτι τέτοιο, ίσως επειδή είχαν φορεθεί τα μαντήλια.

Οι περιοχές που χρησιμοποιούσαν την «μπόλια»,σαν καθημερινή και σαν γιορτινή (βαμβακερή παλαιότερα και αργότερα μεταξωτή) έβαλαν μαντήλι περίπου στα 1870 -80,όταν ήδη τα σταμπωτά μαντήλια ερχόντουσαν από την Πόλη ή και από άλλα μέρη. Εδώ, πρέπει να τονίσω ότι, τα μαντήλια ήταν ακριβότερα από τις μεταξωτές «μπόλιες». Και, το να φορά μια γυναίκα μαντήλι, θεωρείτο, για την τότε εποχή, ένδειξη ότι είναι από πολύ πλούσια οικογένεια.

Στον Ασπρόπυργο και στην ευρύτερη περιοχή του Μενιδίου τα μαντήλια υπήρχαν και παλαιότερα. Απόδειξη τούτου, είναι το γεγονός ότι, καταγράφονται, αναφέρονται, σε αρκετά προικοσύμφωνα . «Το μαντήλι», αρχικά, ήταν σταμπωτό, σε βυσσινί χρώμα (βαμβακερό και αργότερα μεταξωτό, όπως ήδη αναφέραμε), χωρίς «αζούρια». Σταδιακά το χρώμα τους, άρχισε να γίνεται πιο ανοιχτόχρωμο, και έτσι το συναντούμε μέχρι σήμερα, σε όσους έχουν στα σπίτια τους μαντήλια, επί το πλείστον σε ζαχαρί χρώμα.

Η «μπόλια» συνεχίστηκε να φοριέται και με του άλλου τύπου φορεσιές,αλλά μόνο κατά την ώρα της στέψης, και δη, από τις πιο εύπορες οικογένειες.

Στα τοπικά κάλαντα, που ψάλλονταν το Σάββατο του Λαζάρου, υπάρχει στίχος που κάνει αναφορά στην «μπόλια»!

«Όσα φύλα έχει η αχλαδιά, τόσο όμορφη είναι και η νύφη με την άσπρη μπόλια

Τα κοσμήματα, που κοσμούσαν το κεφάλι ήταν το «φεσάκι», με τα νομίσματα και το «ξελίτσι».

Ο διάκοσμος της πλάτης ήταν τα «πεσκούλια» ή «πρεσκούλια», τα οποία κοσμούσαν την πλάτη του σιγκουνιού.

Τα επιστήθια κοσμήματα αρχικά ήταν μόνο «το μικρό γκιρνάντι»,αργότερα προστέθηκε «το κορδόνι με τις τούμπλες», και το «κωνσταντινάτο» . Επίσης, έχουμε τις «μπεζελίτσες» (βραχιόλια), τα σκουλαρίκια και τις «καρφώρμες» (καρφίτσες).

Συνεχίζουμε, με την νεότερη νυφική φορεσιά

Ο Ασπρόπυργος, λόγω της γεωγραφικής του θέσης, δέχθηκε σταδιακά επιδράσεις, στο νυφικό ένδυμα, από τις γύρω περιοχές, και ειδικά από τα Μέγαρα, από τις αρχές του 20ουαιώνα.Να διευκρινίσω το εξής: Όταν λέμε ότι, μια φορεσιά αλλάζει,αυτό δε γίνεται με ένα απλό, μαγικό ραβδάκι, και ούτε είμαστε 100% σίγουροι στις χρονολογίες. Η Άννα Γουήλ Μπαδιεριτάκη αναφέρει για τη φορεσιά του Ασπρόπυργου, στη Νέα Εστία -το 1978- ότι, «η φορεσιά άλλαξε από δυο νύφες που είχαν έρθει στις αρχές του 20ουαιώνα, από την περιοχή των κουντουριώτικων χωριών».

Νυφική φορεσιά Ασπρόπυργου (δεύτερης περιόδου)

Δε θα αμφισβητήσω την συγκεκριμένη πληροφορία,απλά θέλω να καταθέσω και τη δική μου: Εάν εξαιρέσουμε τον βελούδινο «τζάκο», με το χρυσό, που αναμφισβήτητα είχε έρθει από τα χωριά, δυτικά του Ασπρόπυργου, η βελούδινη ποδιά υπήρχε και πριν το 1900. Επίσης ο κεφαλόδεσμος, το ρούχο και τα κοσμήματα,υπήρχαν και άργησαν να φύγουν από την νέα νυφική φορεσιά, η οποία πλέον χαρακτηρίζει τον Ασπρόπυργο. Όταν άλλαξε το κορδόνι μπήκε το «μανταλιό». Η ρίζα της λέξης είναι μάλλον γαλλική, και πιθανώς να προέρχεται από τη λέξη ‘μενταγιόν’.

Επίσης το «μισοφόρι» σταδιακά άρχισε να γίνεται το βασικό εξάρτημα της φορεσιάς, αφού, από κάποια στιγμή και μετά, σταμάτησαν να φορούν τα κεντητά πουκάμισα. Έτσι, λοιπόν, από τις αρχές της του 20ου αιώνα, άρχισε να διαμορφώνεται η δεύτερη κατά σειρά νυφική φορεσιά, τα «βελούδινα ή κεντητά».

Τη φορεσιά αυτή, την αποτελούσαν τα εξής κομμάτια:

«Κ-ΜΙΣΑ» : Πουκάμισο του αργαλειού, που έφτανε μέχρι τα γόνατα.

«Τα εσωτερικά μισοφόρια», τα οποία ήταν από καλό χασέ του εμπορίου ή υφαντά του αργαλειού. Συνήθως φορούσαν δύο – τρία για να φανεί πιο αρχοντική η φορεσιά.

«ΤΡΑΧΗΛΙΑ»: Η τραχηλιά η αλλιώς «σαλιάρα», με σχέδια του εμπορίου και μη. Επίσης είχαμε και σχέδια με χρωματιστές κλωστές.

ΜΙΣΟΦΟΡΙ «ΤΟ ΚΑΛΟ» : Αρχικά συναντούμε τα πουκάμισα με τον χρωματιστό ποδόγυρο. Στην συνέχεια θα μπει το μισοφόρι, το καλό, πάντα από ύφασμα του εμπορίου, δηλαδή, αρχικά ήταν το σαντούκ και στη συνέχεια το κρεπ-ντε-σιν στολισμένο στον ποδόγυρο με δαντέλα αγοραστή .

«Ο ΤΖΑΚΟΣ ή ΚΑΜΙΖΟΛΑ»: Κοντός εφαρμοστός επενδύτης από καλή τσόχα σε χρώμα καφέ ανοιχτό η σκούρο, αλλά και από βελούδο βυσσινί και κόκκινο. Το κέντημα γινόταν από ειδικούς τεχνίτες τους «τερζήδες» στα Μέγαρα, στην Αθήνα, αλλά και στον Ασπρόπυργο, αλλά εδώ, όχι με την «τερζήδικη τεχνική».

«Η Ποδιά», ήταν από βελούδο καφέ ή βυσσινή, από ύφασμα ¨γκρό¨, σε χρώμα καφέ ή γαλάζιο, κεντημένη με πολύχρωμα μοτίβα λουλουδιών. Ορισμένες νύφες στόλιζαν την ποδιά τους με τα αρχικά του ονόματος τους. Σε ελάχιστες περιπτώσεις βρίσκουμε και ποδιές κεντημένες με χρυσό, αλλά πρέπει να διευκρινίσω ότι, δεν ήταν όλη η ποδιά κεντημένη, όπως ίσως έχετε δει, στις «κουλουριώτικες ποδιές», τελευταίου τύπου. Επίσης υπήρχαν ποδιές από καλή στόφα, και χρησιμοποιούσαν, για διάκοσμο, μοτίβα του εμπορίου. Το περίεργο είναι ότι, όσες έβαζαν μοτίβα από το εμπόριο, στο ρούχο ή στον «τζάκο», ήταν οι πιο πλούσιες του χωριού, και αυτό γινόταν επειδή τα αγοραστά μοτίβα ήταν πανάκριβα.

Το «ρούχο» είναι το γνωστό σε όλους μας σιγκούνι, από άσπρη τσόχα και με φαρδιά κόκκινη βελούδινη λουρίδα κεντημένη με κλωστές σε χρώματα κίτρινα και άσπρα. Το «ρούχο» το στόλιζαν και με αγοραστά σχέδια-μοτίβα. Επίσης υπήρχε και ένα είδος σιγκουνιού, καθαρά χειμερινό ένδυμα, το λεγόμενο «γιουρντί». Μάλλινο, με φλόκους από μέσα. Σε περίπτωση πένθους το φορούσαν ανάποδα, με τους φλόκους απ έξω.

«ΤΟ ΤΣΕΜΠΕΡΙ»: Εσωτερικό μαντήλι, σε κόκκινο χρώμα, που κάλυπτε τα μαλλιά. Το τσεμπέρι αντικαθιστούσε το «ξελίτσι».

«ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ»: Το μαντήλι ήταν σταμπωτό μεταξωτό με λουλούδια, το λεγόμενο «καλμ-κερι» (το έλεγαν έτσι από την τεχνική που το έφτιαχναν). Το χρώμα του αρχικά ήταν βυσσινί χωρίς «αζούρια», ενώ αργότερα, τα νυφιάτικα μαντήλια είχαν πέντε (5) «αζούρια», και χρυσή δαντέλα, και το χρώμα ήταν ζαχαρί. Συχνά, οι νύφες φορούσαν, αντί για μαντήλι, την «μπόλια». Στα πρακτικά του ¨6ου Διεθνούς Συμποσίου, για το χορό¨, που διεξήχθη στην Κόρινθο,το 2006, ο ερευνητής Κώστας Καλέργιος, ανέφερε για την μπόλια ότι, «τη νοίκιαζαν, για να παντρευτούν, από τα κουντουροχώρια». Είναι μία άποψη, η οποία ωστόσο, είναι πέρα ως πέρα λανθασμένη,διότι, οι νύφες, ποτέ δεν νοίκιαζαν εξαρτήματα φορεσιάς για να παντρευτούν. Κι επιπλέον, η περιοχή με την οποία είχε άμεσες επαφές ο Ασπρόπυργος ήταν τα Μέγαρα. Απλά υπήρχαν περιπτώσεις, μόνο για το «δημόσιο χορό», μετά το 1930, που φορούσαν «μπόλιες», και απλά τις δανειζόντουσαν. Γενικά, πρέπει να επισημανθεί ότι, «το θεωρούσαν σε κακό», να νοικιάσουν εξαρτήματα. Αυτό το γνωρίζετε πολύ καλά, κι εσείς που βρίσκεστε, σε αυτόν εδώ το χώρο, και είχατε χορέψει, σαν αρραβωνιασμένες, στην πλατεία Ηρώων της πόλης μας. Νοικιάσατε ποτέ φορεσιά από κάπου;

Τα κοσμήματα της νυφικής φορεσιάς ήταν αρχικά «το κορδόνι», με τέσσερις (4) ή εφτά (7) «τούμπλες», και στη συνέχεια το «μανταλιό», το «γκιρντάνι», τα βραχιόλια («μπεζελίτσες»), το «ξελίτσι» ή το «φέσι» με τα νομίσματα, τα σκουλαρίκια τα δαχτυλίδια και τα «πεσκούλια». Για υποδήματα είχαν τα πασουμάκια, «καλίκιες» όπως τα έλεγαν, και τα παπούτσια από το εμπόριο.

Τη νυφική φορεσιά, τη φορούσαν για 40 ημέρες, και στις γιορτές, μέχρι τη γέννηση του πρώτου παιδιού. Μετά φορούσαν την «γκούνα», που είδαμε και στην πρώτη φορεσιά με το «φούντι»,το «γκιρνάνι»,άσπρο τσεμπέρι και το «τζάκο», απλός με ελάχιστο κέντημα ή και σκέτο. Το ίδιο ίσχυε και για την ποδιά. Μετά την γέννηση του δεύτερου παιδιού το κόσμημα («γκιρνάντι») έφευγε, ενώ ο «τζάκος» και η ποδιά γινόντουσαν χωρίς κεντήματα.

Μετά το 1920 περίπου, σταδιακά άρχισαν να εγκαταλείπονται τα κεντητά, και τη θέση τους έπαιρναν οι καλές στόφες και τα μεταξωτά υφάσματα. Ο «τζάκος» αντικαθίσταται από την «μπόλκα» . Παραμένουν όλα τα κοσμήματα της φορεσιάς, εκτός από τα «πεσκούλια». Ο συρμός της εποχής, μετά το 1928-30, οδηγεί πλέον στην απλοποίηση της νυφικής φορεσιάς . Το μαντήλι, αρχίζει να γίνεται μονόχρωμο, μεταξωτό κίτρινο το λεγόμενο «πονζέ» σε ¨ζαμφορά¨ χρώμα, με μια μικρή δαντέλα την οποία την έφτιαχναν οι ίδιες οι γυναίκες . Φυσικά συνυπήρχε και το σταμπωτό, το λεγόμενο «καλμ-κερί». Το νυφικό ρούχο παραμένει το ίδιο και αλλάζει μόνο μετά τη γέννα του πρώτου παιδιού, όταν και φοριέται το χρυσογάϊτανο, ρούχο(«σιγκούνι») χωρίς τις βελούδινες φάσες.

Το «μανταλιό» και το «γκιρντάνι» αντικαθίστανται από νέα κοσμήματα «την αλυσίδα με την καδένα, και το ρολόι». Ώσπου, στα μέσα του 1930, η νέα μόδα επιβάλει τις ρόμπες, δηλαδή τα φορέματα.

Λίγο πριν τελειώσω την αναφορά στις τοπικές φορεσιές, θέλω να διευκρινίσω το εξής:

Ο τύπος της νεώτερης νυφικής φορεσιάς, τα βελούδινα, όπως όλοι γνωρίζουμε, πέρασε στο χωριό σαν επίσημη φορεσιά στις εορταστικές εκδηλώσεις, και στον δημόσιο χορό, αλλά μόνο τις Απόκριες.

Τονίζω, μόνο τις Απόκριες, διότι, όσες γυναίκες –προπολεμικά- είχαν παντρευτεί με φορεσιά, σε όλους τους τοπικούς εορτασμούς (του Αγίου Δημητρίου, της Αγίας Παρασκευής, το Πάσχα, του Ευαγγελισμού, των Χριστουγέννων κτλ.) φορούσαν τη φορεσιά τους,ενώ μόνο τις Απόκριες φορούσαν την φορεσιά της πεθεράς τους (το «φούντι» και «τα βελούδινα») και πάντα με το μαντήλι το σταμπωτό. Αυτό έγινε, περίπου, μετά το 1930. Ενώ οι γυναίκες, που ήδη φόρεσαν τα φορέματα, με το μαντήλι το μονόχρωμο («πονζέ») τις απόκριες φορούσαν τα βελούδινα, και το μαντήλι το δικό τους. Αυτό το συνέχισαν μέχρι το τέλος του δημόσιου χορού το 1964.

Η γυναικεία φορεσιά μετά το 1920
Ανδρόγυνο μετά το 1920

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από αριστερά - Καραμπούλα Αγγελική το γένος Ιωάννη Λιάκου, Αβραάμ Ελένη το γένος Νικολάου Λιάκου, Αβραάμ Αιμιλία το γένος Χατζή

Κλείνοντας θα περάσουμε στην ανδρική φορεσιά

Ανδρικές φορεσιές την ίδια εποχή

Ο συρμός της εποχής και η άμεση σχέση πολλών Ασπροπύργιων με την Αθήνα, έφεραν το ευρωπαϊκό ντύσιμο στο χωριό πριν το 1900. Η αλλαγή αυτή έγινε μεμονωμένα από άτομα που είχαν σπουδάσει στην Αθήνα . Όσοι δεν φόρεσαν τα λεγόμενα «φράγκικα» μέχρι το 1900, είχαν σαν γαμπριάτικο ένδυμα τη φουστανέλα. Φορεσιά γνωστή σε όλους μας, και με μικρές διαφορές, από χωριό σε χωριό της Αττικής.

Καθημερινά, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα,φουστανελάδες υπήρχαν ελάχιστοι. Οι πληροφορίες μου μιλούν για τον Φωτ- Λιάκο και τους Ευθυμίου (¨Κολί-Θύμιος¨ & ¨Θύμιο – Θανάσης¨).

Το καθημερινό ένδυμα ήταν η πουκαμίσα με τις πιέτες,ή «σκούρτα». Με την εγκατάλειψη της φουστανέλας, ως γαμπριάτικο ένδυμα φορέθηκε και η «σκούρτα». Στο συγκεκριμένο σημείο θέλω να αναφέρω μια πληροφορία, η οποία όμως δεν είναι ακόμη διασταυρωμένη: Όταν είχα ρωτήσει την γιαγιά μου, την Ελένη Αβραάμ, εάν ήξερε τι φορούσε ο πατέρας της, Νικόλαος Λιάκος (1874-1961), όταν ήταν μικρός, μου είχε απαντήσει το εξής: «Είχε μια μακριά πουκαμίσα,μέχρι τα γόνατα, άσπρη,και έδενε ένα ζωνάρι στην μέση σε μαύρο χρώμα. Ενώ για παπούτσια έδενε κάτι στα πόδια με γύρω γύρω κορδόνια». Προφανώς ήταν η λευκή πουκαμίσα που υπήρχε και στο Μενίδι,στα κουντουρωχώρια και στα Μέγαρα.

Οι τύποι των ανδρικών φορεσιών ήταν οι εξής.

1ον Το σταυρωτό άσπρο γιλέκο με το άσπρο πουκάμισο,τα «τίρκια» (τσόχινες εξωτερικές κάλτσες) την άσπρη «φουρφούλα», «μπουζουμπρέκι» όπως έλεγαν ( είδος στενής βράκας) και το μαύρο ζωνάρι Στον Ασπρόπυργο δεν έχει σωθεί κάτι τέτοιο, η τουλάχιστον δεν έχω βρει εγώ, με την έρευνα που κάνω.

2ον Το σταυρωτό μπλέ σκούρο (¨λουλακί¨) γιλέκο και το ίδιο χρώμα η «φουρφούλα». Το ζωνάρι ήταν χρώματος εκρού ή μαύρο.

3ον Η καφέ πουκαμίσα («σκούρτα») με την άσπρη «φουρφούλα» και τα «τίρκια».

4ον Η γκρι πουκαμίσα με τη σκουρόχρωμη «φουρφούλα».

5ον Η πουκαμίσα με το παντελόνι.

Τα υποδήματα κάτω από τα «τίρκια», παλαιότερα είχαν τα τσαρούχια και αργότερα τα παπούτσια.

Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν αρχικά ήταν του αργαλειού, ενώ αργότερα του εμπορίου, ειδικά για τις πουκαμίσες

Στο κεφάλι αρχικά φορούσαν την «ξούλια» (μαύρο φεσάκι) και τον «κούκο» (καπέλο κατάλοιπο των Βαυαρών). Αργότερα, η μόδα επιβάλει τα ψαθάκια και την τραγιάσκα!

Το χειμώνα, για την προφύλαξη από το κρύο, φορούσαν το «τζάκ» . Έναν μάλλινο εξωτερικό επενδύτη, με ενσωματωμένη κουκούλα . Τα μανίκια κάτω από τις μασχάλες είχαν ένα άνοιγμα και συνήθως έβγαζαν τα χέρια . Το χρώμα του ήταν άσπρο η μαύρο . Επίσης χρησιμοποιούσαν και το «ταμπάρο», ένα είδος παλτού.

Παναγιώτης Σ. Πέστροβας
Ερευνητής – δάσκαλος παραδοσιακών χορών

Εδώ πιο κάτω θα βρείτε το κείμενο της Διάλεξης του κ. Π. Πέστροβα ολοκληρωμένη και η οποία έγινε στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Ασπροπύργου τη Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011. Επίσης θα βρείτε και περισσότερο φωτογραφικό υλικό της εποχής από την ίδια περιοχή. Όλη αυτή η συλλογή ανήκει στον κ. Π. Πέστροβα

Νυφική φορεσιά Ελευσίνας
Ασπρόπυργος 1935, Εορτασμός 25ης Μαρτίου

 

Σχολείο στην Αττική, αρχές 20ου αιώνα
Μονή Κλειστών - Φυλή Αττικής

 

Μαραθώνας (Πίσω διακρίνουμε τον Τύμβο)

Ο Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβας

Μήνυμα Σεβασμιότατου Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως

προς τις ΜΝΗΜΕΣ – Αλησμόνητες Πατρίδες

“Η μνήμη, αδελφοί μου, φθαρτή αλλά και αιώνια είναι το αρχείο του μυαλού… είναι αυτή που μας κάνει να μένουμε κοντά σε όσους αγαπούμε. Η απώλειά της ήταν πάντοτε οδυνηρή… και φυσικά όποιος σβήνει ένα κομμάτι από το ιστορικό του παρελθόν, σβήνει ταυτόχρονα ένα κομμάτι από το παρόν και σίγουρα από το μέλλον.

Εμείς όμως που ζούμε στις εκτός των τειχών δυτικές συνοικίες της συμβουλεύουσας πόλης του Αγίου Δημητρίου, παιδιά προσφύγων της καθ’ ημάς Ανατολής, είμαστε υπερήφανοι γιατί το Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού της καθ’ ημάς Μητροπόλεως που διατηρούμε, μια αναγνωρισμένη πηγή ιστορικών πληροφοριών,  αλλά και ένα αποτελεσματικό μέσο διατήρησης της ιστορικής μνήμης, εγκαινίασε μαζί με τις ΜΝΗΜΕΣ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ, μια νέα σημαντικότατη συλλογική προσπάθεια η οποία έρχεται την κατάλληλη στιγμή να προσθέσει ένα λιθαράκι σε τούτη την εργώδη παρουσία, μια ανθρωπογεωγραφική μελέτη στη βάση του κοινού γένους, κτήμα ες αεί.  Σπεύδουμε μάλιστα να  επικροτήσουμε με συναισθήματα που δεν χωρούν σε λέξεις και μας κατακλύζουν το νέο οδοιπορικό στη μυστικότητα της ιστορίας, στη μαρτυρία των γεγονότων και τη μαγεία των εικόνων.

Ταγμένοι υπηρέτες όλοι στη διάσωση κάθε πολύτιμου κομματιού της πατρίδας των προγόνων μας που αγαπήσαμε και ξεπροβάλλει από τις γερές ρίζες της μνήμης, της περηφάνιας και της συγκίνησης, τους επαινούμε και συνάμα τους ευλογούμε. Οι διδαχές από την καταγραφή της διαχρονικής γνώσης είναι θησαυρός σπάνιος και ευεργετικός, τον οποίο φυλάσσουμε με δέος και σεβασμό.”

Μετ’ ευχών και αγάπης Χριστού
Ο Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβας

Δεν ήταν πρωταπριλιάτικο ψέμα

Κι όμως, Δεν ήταν πρωταπριλιάτικο ψέμα…

1η Απριλίου 1955: Έναρξη του αγώνα των Κυπρίων
εναντίον των Άγγλων, για απελευθέρωση

Η Κύπρος παρέμεινε σκλαβωμένη από τους Άγγλους την περίοδο 1878 – 1960. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στη διάρκεια του οποίου πάνω από 30.000 Κύπριοι στρατεύτηκαν στο πλευρό των κατακτητών τους, για να πολεμήσουν εναντίον Γερμανών και Ιταλών, ζήτησαν και τη δική τους ανεξαρτησία, αλλά η, τότε, Μεγάλη Βρετανία (σημερινό Ηνωμένο Βασίλειο) απέρριψε το αίτημά τους.

Μα, οι Κύπριοι είναι Έλληνες μέχρι το μεδούλι. Κύπριοι κι Ελλαδίτες έχουμε το ίδιο DNA, κοινή Ιστορία, κοινή Γλώσσα, κοινή Θρησκεία, κοινές Εθνικές Επετείους, μα πάνω απ’ όλα κοινή Εθνική συνείδηση και πορεία, από το 1500 π.Χ., οπότε οι Έλληνες εποίκισαν την Κύπρο.

Κύπριοι αθλητές αναφέρονται σε επιγραφές και άλλα ιστορικά ευρήματα ως νικητές στους Αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου επιτρεπόταν, ως γνωστόν, η συμμετοχή μόνο σε Έλληνες. Οι: Αρίστων Νίκωνος Καρπασεώτης, Αρτεμίδωρος Σαλαμίνιος, Δημήτριος Σαλαμίνιος, Ζώιλος Ζωίλου Πάφιος, Νέων Καρπασεώτης, Στρατοκλής Απολλοδώρου Σαλαμίνιος, Χάρης Κύπριος, Ηρακλείδης Σαλαμίνιος και Ονησίκρατος Σαλαμίνιος, είναι ονόματα Κυπρίων νικητών στις αρχαίες Ολυμπιάδες».

Μαθητές της Κύπρου, με Ελληνικές Σημαίες, διεκδικούν τη Λευτεριά. Κύπρος 1955-59

Στις 15 Ιανουαρίου 1950, η Εθναρχούσα Εκκλησία Κύπρου πραγματοποίησε Δημοψήφισμα, στο οποίο ο Ελληνικός Κυπριακός λαός ψήφισε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, σε ποσοστό 95,7%. Οι Άγγλοι, όμως, τήρησαν και πάλι αρνητική στάση, λαμβάνοντας σκληρά μέτρα κατά του λαού, ενώ προέβαιναν, συνεχώς, σε διώξεις και συλλήψεις αγωνιστών και κορυφαίων παραγόντων.

Έτσι, την 1η Απριλίου 1955 ξεκίνησε ο Απελευθερωτικός Αγώνας, που οργανώθηκε από την «Ε.Ο.Κ.Α.» (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), με επικεφαλής τους Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ως πολιτικό αρχηγό και Γεώργιο Γρίβα, ως στρατιωτικό ηγέτη. Αγκαλιάστηκε απ’ όλο τον λαό της Κύπρου, κι ανέδειξε αγωνιστές, οι οποίοι με αυταπάρνηση προσέφεραν τη ζωή τους στην πατρίδα, είτε πέφτοντας νεκροί στα πεδία των μαχών, είτε ξεψυχώντας από τα βασανιστήρια, ή δι’ απαγχονισμού.

 

 Πρώτο θύμα του Αγώνα,  υπήρξε ο Μόδεστος Παντελή.   

 Σε σύνολο, από τους Άγγλους σκοτώθηκαν:

  • Γρηγόριος Αυξεντίου
  • Μάρκος Δράκος
  • Πέτρος Γιαλλούρος
  • Ανδρέας Κάρυος
  • Γεώργιος Κάρυος
  • Στυλιανός Λένας
  • Κυριάκος Μάτσης
  • Χαράλαμπος Μούσκος
  • Ηλίας Παπακυριακού
  • Φώτιος Πίττας
  • Χρήστος Σαμάρας

Κύπριοι απαγχονισθέντες υπό των Άγγλων:

  • Μιχαήλ Καραολής, ετών 23, 10-5-56.
  • Ανδρέας Δημητρίου, ετών 22, 10-5-56.
  • Ανδρέας Ζάχος, ετών 24, 9-8-56.
  • Ιάκωβος Πατάτσος, ετών 22, 9-8-56.                
  • Χαρίλαος Μιχαήλ, ετών 22, 9-8-56.                
  • Μιχαήλ Κουτσόφτας, ετών 22, 21-9-56.
  • Στέλιος Μαυρομάτης, ετών 20, 21-9-56.
  • Ανδρέας Παναγίδης, ετών 22, 21-9-56.
  • Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ετών 19, 13-3-57.

Στις 9/3/1956, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος συνελήφθηκε στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, από το οποίο θα μετέβαινε στην Αθήνα. (Ανάλογες αγωνιστικές κινητοποιήσεις κι εκδηλώσεις γινόντουσαν και στην Ελλάδα). Την ίδια μέρα συνελήφθηκαν και οι Κύπριοι: Μητροπολίτης Κερύνειας, Παπασταύρος Παπαγαθαγγέλου και Πολύκαρπος Ιωαννίδης. Και οι τέσσερις εξορίστηκαν στις Σεϋχέλλες.

Μετά από αγώνες τριών ετών, με πολλά θύματα και δεινά για τους Κυπρίους, στις 25 Νοεμβρίου 1958 (κι ενώ είχαν επιστρέψει οι εξορισθέντες ηγέτες) άρχισε η συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ. Τελικώς, ψηφίστηκε στις 5 Δεκεμβρίου, το σχέδιο: «Περί ειρηνικής, δημοκρατικής και δικαίας λύσεως του Κυπριακού, συμφώνως προς το Χάρτην των Ηνωμένων Εθνών». Tον Φεβρουάριο του 1959, το θέμα της Κύπρου οδηγήθηκε στη λεγόμενη «Συμφωνία της Zυρίχης».

Ιούλιο του 1960 εκλέγονται τα μέλη της Κυπριακής Βουλής και, στις 15 Αυγούστου, η Αγγλική κυριαρχία τερματίστηκε.

Στις 16 Αυγούστου 1960 εγκαθιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία. Πρώτος Πρόεδρος ανέλαβε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος.

Ο Μακάριος Γ΄ γεννήθηκε το 1913 στην Παναγιά Πάφου. Από 13 χρόνων έγινε δόκιμος μοναχός στη Μονή Κύκκου. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και με υποτροφία σε Θεολογική Σχολή των Η.Π.Α. Στις 8/4/48 εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου και στις 20/10/50 Αρχιεπίσκοπος, σε ηλικία μόλις 37 χρονών, θέση που κράτησε για 27 χρόνια. Υπήρξε πρωτεργάτης και πολιτικός Αρχηγός του Απελευθερωτικού Αγώνα των Κυπρίων, μα και ο πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κοιμήθηκε στις 3 Αυγούστου 1977, σε ηλικία 64 ετών.

Νίκος Μπατσικανής

Ευαγόρας Παλλληκαρίδης

Φορώντας τ’ άρματα του Δίκιου
πάλεψες για τη Λευτεριά.
Με τα τσαπράζια των Ιδανικών σου πολέμησες.
Ξυπόλυτα όνειρα
-μικρά, αθώα παιδιά, μόρτες τ’ “ανέφικτου”-
σ’ άνοιγαν δρόμο.

Πέταξες στο φως μ’ ανοιχτά φτερούγια
να κυνηγήσεις τ’ “άπιαστο”
ως τα περβόλια του Ήλιου.
Εκεί
που δάκρυα έχουν μόνο οι κρίνοι
και πεπτωκότες άγγελοι.

Νίκος Μπατσικανής