Στυλοι του Ολυμπιου Διος

Στυλοι του Ολυμπιου Διος (Αθηνα)

Ο ναός του Ολυμπίου Διός ή Ολυμπιείο ή οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός είναι ένας σημαντικός αρχαίος ναός στο κέντρο Αθήνας.  Αποτέλεσε τον μεγαλύτερο ναό της Ελλάδας κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους. Ο ναός βρίσκεται νοτιοανατολικά της Ακρόπολης και περίπου 700 μέτρα από το κέντρο της Αθήνας.

Olympic Zeus

Ο Αριστοτέλης στην “Πολιτεία” αναφέρει ότι αφορμή για την κατασκευή του ναού από τον τύραννο Πεισίστρατο τον νεότερο ήταν η πάγια τακτική των τυράννων της εποχής, σύμφωνα με την οποία η κατασκευή μεγάλων έργων απασχολούσε τον πληθυσμό και έτσι δεν αντιδρούσαν στη σκληρή διακυβέρνησή τους.

Ο ναός κατασκευάστηκε από πεντελικό μάρμαρο και είχε 96 μέτρα μήκος στις άκρες του και 40 μέτρα στην ανατολική και δυτική πρόσοψη. Είχε 104 κολώνες Κορινθιακού ρυθμού, η κάθε μία 17 μέτρα ύψος, 2.6 μέτρα διάμετρο και βάρος 364 τόνους περίπου. 48 κολόνες στεκόταν σε τριπλή σειρά κάτω από τα αετώματα και 56 σε διπλή σειρά στα άκρα.

Σήμερα στέκονται οι 15 ενώ ο 16ος κείται στο έδαφος, θυμίζοντας την καταιγίδα του 1852 που τον σώριασε στο ίδιο ακριβώς σημείο.

Φωτογραφικό υλικό του Κωνσταντίνου Νίγδελη

Η Πριγκιπισσα της Μακεδονιας Κυνάνη

Η Πριγκιπισσα-ΠολεμιστΗς (Αμαζονα) της Μακεδονιας

Η Κυνάνη, η πριγκίπισσα με την τραγική μοίρα, ήταν κόρη του Φίλιππου Β’ της Μακεδονίας από την Ιλλυρία πριγκίπισσα Αυδάτη-Ευρυδίκη και ετεροθαλής αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου.

Την βρίσκουμε σε ποικίλες αρχαίες πηγές με τα ονόματα Κυννάνη, Κύνα ή Κύννα. Η Αυδάτη, μητέρα της Κυνάνης, ήταν κόρη του Ιλλυριού Βασιλέα Βαρδύλις, του Ιλλυριού ηγέτη που νίκησε τον Περδίκκα της Μακεδονίας το 359 π.X. και έφερε στον Φίλιππο Β’ τον θρόνο. Ο γάμος της με τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας ήρθε να σφραγίσει την ειρήνη μεταξύ Ιλλυριών και Μακεδόνων. Σαν αποτέλεσμα, το όνομα της Αυδάτης άλλαξε σε Ευρυδίκη όπως και η εγγονή της Ανταία, κόρη της Κυνάνης, η οποία επίσης θα χρησιμοποιούσε  στο μέλλον το όνομα Ευρυδίκη. (Ανταία –Ευρυδίκη) Η Αυδάτη πιθανώς πέθανε στην διάρκεια της γέννας.

Πρώτα χρόνια ζωής της Κυνάνης

il_cynaneΗ κόρη του Φίλιππου, Κυνάνη ήταν ένας χαρακτήρας σαν τις Αμαζόνες. Περιγράφεται σαν μια πριγκίπισσα της Μακεδονίας, με στρατιωτική εκπαίδευση, να ηγείται στρατιωτών και να αντιμετωπίζει αντίπαλους σε μάχες. Λέγεται ότι πολέμησε γενναία στο πλευρό του πατέρα της Φιλίππου κατά την διάρκεια της εκστρατείας του στην Ιλλυρία και ήταν εκείνη που σκότωσε στην μάχη, την Καέρια, μια Ιλλύρια Βασίλισσα, καθώς και σκότωσε ένα μεγάλο αριθμό Ιλλυριών την στιγμή που υποχωρούσαν [1]. Λίγο πριν την δολοφονία του, ο πατέρας της Φίλιππος, πάντρεψε την κόρη του Κυνάνη με τον ανιψιό του Αμύντα, υιό του Περδίκκα στον οποίο η Κυνάνη χάρισε μια κόρη, την Ανταία. Ο Αμύντας ήταν ο νόμιμος διάδοχος του Μακεδονικού θρόνου, έχοντας σαν επίτροπο του τον Φίλιππο, αλλά μεταγενέστερα ο Φίλιππος αντικατέστησε τον Αμύντα σαν βασιλιά. Μετέπειτα, και κατόπιν της ανόδου του Αλέξανδρου Γ’ στον θρόνο της Μακεδονίας, λέγεται ότι ο Αμύντας πρόβαλε αξιώσεις  για τον θρόνο με συνέπεια την εκτέλεση του από τον Αλέξανδρο το 336 π.X.

Λίγα χρόνια μετά, ο Αλέξανδρος υποσχέθηκε το χέρι της αδερφής του στον Λάνγκαρο, τον βασιλέα των Αγριάνων, μια Παιονικής φυλής. Καθώς ο Αλέξανδρος ήταν σε εκστρατεία εναντίον των Ιλλυριών, ο Λάνγκαρος προσφέρθηκε να βοηθήσει τον Αλέξανδρο και συγκεκριμένα να χειριστεί ο ίδιος την εκστρατεία εναντίον των Αυταριάτων. Η βοήθεια του Λάνγκαρου ήταν καθοριστική για την έκβαση της εκστρατείας και ο Αλέξανδρος σαν ανταμοιβή του έδωσε πολλά δώρα ενώ δέχτηκε να του δώσει ως γυναίκα του, την αδερφή του Κυνάνη με την προϋπόθεση ότι θα ερχόταν στην Πέλλα. Εν τούτοις ο προτιθέμενος γάμος δεν έγινε εφόσον ο Λάνγκαρος πέθανε από μια αρρώστια κατά το ταξίδι του στην Πέλλα [2].

Τελευταία χρόνια της Κυνάνης

Η Κυνάνη παρέμεινε ανύπαντρη στην Μακεδονία, μεγαλώνοντας την κόρη της Ανταία και δίνοντας της μια παρόμοια στρατιωτική εκπαίδευση με την δική της. Ύστερα  από τον θάνατο του Αλέξανδρου, η Κυνάνη πήρε τις πρωτοβουλίες στρατιωτικών και πολιτικών θεμάτων στα δικά της χέρια. Κατάστρωσε ένα τολμηρό και έξυπνο σχέδιο. Θα πάντρευε την κόρη της Ανταία με τον Φιλιππο Γ’ Αρριδαίο, τον περιορισμένο πνευματικά, ετεροθαλή αδερφό του Αλέξανδρου που είχε επιλεγεί σαν Βασιλέας το 323 π.X. Σύμφωνα με το σχέδιο, αυτός ο γάμος θα έφερνε στην ζωή έναν νόμιμο διάδοχο, ένα καθαρόαιμο Αργειάδη, σε αντίθεση με το αγέννητο παιδί του Αλέξανδρου από την Ρωξάνη της Βακτρίας. Οδηγώντας ένα στρατό και συνοδευόμενη από την δεκαπεντάχρονη κόρη της, η Κυνάνη κατευθύνθηκε προς την Ασία παρά τις προσπάθειες του Αντίπατρου να την αποτρέψει από το συγκεκριμένο ταξίδι.

Ο Περδίκκας τότε διέταξε τον αδερφό του Αλκέτα να τις σταματήσει παίρνοντας τους τις ζωές. Το σχέδιο, στην ουσία, πέτυχε κατά το ήμισυ, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το χειρότερο δυνατό τόσο για την θέση του επίτροπου όσο και για την υστεροφημία του. Ο Αλκέτας με τους στρατιώτες του αρχικά επιτέθηκε στις δύο πριγκίπισσες και την συνοδεία τους. Η Κυνάνη δεν πτοήθηκε ούτε από τον αριθμό των στρατιωτών του Αλκέτα, ούτε από τον στρατιωτικό εξοπλισμό τους. Διακήρυξε ότι είναι έτοιμη να πεθάνει αν δεν δεχόταν ο Αλκέτας την απαίτηση της ο Φίλιππος Αρριδαίος να παντρευτεί την κόρη της Ανταία. Όπως άξιζε σε κάποια με την δική της ευγενική καταγωγή, υπέκυψε σε ένα αιματηρό θάνατο, διαλέγοντας να χάσει την ζωή της παρά να δει την γενιά του Φιλίππου να μένει εκτός θρόνου [1]. Ο στρατός του Αλκέτα μόλις αντιλήφθηκε ότι η αδερφή του Αλέξανδρου κείτονταν νεκρή, απαίτησε η Ανταία, που μετονομάστηκε Ευρυδίκη, να παντρευτεί τον Φίλιππο Αρριδαίο. Υπήρχε έντονη η υπόνοια επανάστασης  και ο Περδίκκας δεν είχε άλλη επιλογή παρά μόνο να συμφωνήσει με το αίτημα τους. Έτσι ο θάνατος της Κυνάνης βοήθησε την επίτευξη του σκοπού της. Χρόνια αργότερα, ο Κάσσανδρος της Μακεδονίας έθαψε την Κυνάνη μαζί με την Ανταία-Ευρυδίκη στις Αιγές, στους Βασιλικούς Μακεδονικούς τάφους.

[1]  Πολυαίνος, Στρατηγήματα  8.60:
[2] Αρριανός 1.5.4:

Παραπομπές:

–        “Alexander The Great: Prosopography of Alexander’s Empire” του Waldemar Heckel

–        “Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology” του William Smith

–        “Alexander the Great: Historical Texts in Translation” του W. Heckel

–        “Ευμένης, Ένας ακατάβλητος πολέμαρχος του Αλεξάνδρου” του Κ. Κλαδή, περ. “Στρατιωτική Ιστορία”-τεύχος 133, Σεπτ. 2007

alex_walder new_hist
 “Alexander The Great: Prosopography of Alexander’s Empire”  “Alexander the Great: Historical Texts in Translation”

 

Βουλη των Ελληνων

Το επιβλητικό κτήριο της Βουλής των Ελλήνων έχει μακρά ιστορία που συνδέεται άμεσα με την ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Αρχικά ήταν τα Ανάκτορα του Όθωνα, μετατράπηκε έναν αιώνα μετά την κατασκευή του σε Κτήριο της Βουλής και της Γερουσίας. Σήμερα είναι η Βουλή των Ελλήνων, ένα διαχρονικό σύμβολο που αποτελεί μέρος της συλλογικής μνήμης. Το ίδιο το Κτήριο στο πέρασμα των χρόνων άλλαξε, προσαρμόστηκε, εκσυγχρονίστηκε.

Κατασκευάστηκε ως Ανάκτορο του Όθωνα και της Αμαλίας και μετατράπηκε έναν αιώνα περίπου μετά την κατασκευή του σε Κτήριο της Βουλής και της Γερουσίας.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1836 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος στο υψηλότερο ανατολικό άκρο της πόλης… στον λόφο  της Μπουμπουνίστρας….

Στις 25 Ιουλίου 1843 οι πρώτοι βασιλείς, ο Όθωνας και η Αμαλία, εγκαταστάθηκαν στη νέα τους κατοικία.

Βουλή

Οι βασικοί συντελεστές της κατασκευής του ήταν οι: Φρίντριχ φον Γκαίρτνε, αρχιτέκτονας, ο γλύπτης Λούντβιχ Μίκαελ φον Σβαντάλερ, οι ζωγράφοι Φίλιππος και Γεώργιος Μαργαρίτης.

Την 1η Ιουλίου 1935 η Ε΄ Εθνοσυνέλευση άρχισε πανηγυρικά τις εργασίες της στη νέα αίθουσα της Ολομέλειας. Από το 1935 έως σήμερα, στο Κτήριο στεγάζεται η Βουλή των Ελλήνων.

Στις σελίδες που συνδέονται πιο κάτω θα βρείτε περισσότερες πληροφορίες, όπως –

Ο Θεσμός

  • Τι είναι η Βουλή
  • Η Ολομέλεια και το Τμήμα
  • Η Βουλή αποφασίζει
  • Η Βουλή νομοθετεί
  • Η κατάθεση των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμου στη Βουλή
  • Η Βουλή συζητά και ψηφίζει τα νομοσχέδια και τις προτάσεις νόμων
  • Η Βουλή ελέγχει
  • Η Ψήφος εμπιστοσύνης
  • Σημαντικές καινοτομίες

Το Κτήριο

  • Η ιστορία του Κτηρίου
  • Από το 1836 έως το 1862
  • Από το 1862 έως το 1922
  • Μεταβατική περίοδος
  • Από τα παλαιά Ανάκτορα στο Κτήριο της Βουλής των Ελλήνων
  • Η Βουλή των Ελλήνων σήμερα
  • Εικονική περιήγηση

Η Βιβλιοθήκη

  • Ταυτότητα της βιβλιοθήκης
  • Ιστορία

Το Πολίτευμα (Σύνταγμα)

  • Μέρος Πρώτο – Βασικές διατάξεις
  • Μέρος Δεύτερο – Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα
  • Μέρος Τρίτο – Οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας
  • Μέρος Τέταρτο – Ειδικές Τελικές και Μεταβατικές Διατάξεις

Τραπεζουντα (Μερος 3)

Τραπεζούς η πόλις, πόλις αρχαιοτάτη
και των εν τη εώα πασών αρίστη 

Έδρα ομωνύμου βιλαετίου η οποία στις αρχές του 20ου αιώνα είχε περί τις 50.000 κατοίκους από τους οποίους οι 15.000 Έλληνες. Η πόλη είναι κτισμένη στους πρόποδες του όρους Μπεζτεπέ- Μιθρίου  και η ονομασία της, κατά πάσα πιθανότητα, οφείλεται στο τραπεζοειδές σχήμα της ακροπόλεως.

Αποικίσθηκε από τους Σινωπείς το 756 π.Χ. και απετέλεσε την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Κομνηνών.

Ως κέντρο ελληνικού πολιτισμού διασώζει, μέχρι και σήμερα, πολλά αξιόλογα χριστιανικά μνημεία ιδιαίτερα μάλιστα της περιόδου  κατά την οποία ήταν η έδρα της αυτοκρατορίας όπως:

  • την Αγία Σοφία, έργο του 13ου αι. σήμερα μουσείου…
  • του Αγίου Ευγενίου που μετατράπηκε σε τζαμί με την ονομασία «Γενί ντζουμά ντζαμσί»…
  • της Αγίας Άννης 6ος αι….
  • ο Ναός της Παναγίας Χρυσοκεφάλου που κτίστηκε  σύμφωνα με την παράδοση από τον Μέγα Κωνσταντίνο και σήμερα είναι τζαμί υπό την ονομασία «Φατίχ Μπεγιούκ Τζαμί»…
  • αλλά και τα τείχη της πόλης, τμήμα των ανακτόρων των Κομνηνών, το λιμάνι, το Φροντιστήριο…

Τραπεζούντα 3

Αποικία της Σινώπης από τον 7ο αι. π.Χ., σταυροδρόμι εμπορικών χερσαίων και θαλάσσιων δρόμων, ορμητήριο των βυζαντινών στρατευμάτων, κέντρο διοικητικής περιφέρειας, πυρήνας αυτονομιστικών κινημάτων, πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας, η πόλη της Τραπεζούντας, “εν τη εώα πασών αρίστη” (η καλύτερη της Ανατολής), διαγράφει μια αδιάκοπη και επίπονη ιστορική πορεία. “Θεόσωστη και θεοσυντήρητη”, αν και συχνά στη δίνη σφοδρών πολεμικών συγκρούσεων, η Τραπεζούντα γεννά αγίους, μάρτυρες, θρυλικούς ήρωες, ένδοξους αυτοκράτορες, σοφούς λογίους. Η καίρια γεωγραφική της θέση την αναδεικνύει σε σπουδαίο οικονομικό και εμπορικό κέντρο· συνακόλουθη είναι η οικιστική και η πολιτιστική ανάπτυξη. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα στρωματογραφούν την ιστορία της· τα τείχη μαρτυρούν την εξωτερική απειλή, ο πολεοδομικός ιστός την εσωτερική οργάνωση, ενώ τα μνημεία της Τραπεζούντας, έργα υψηλής αισθητικής και προϊόντα γόνιμης συνομιλίας διαφορετικών καλλιτεχνικών παραδόσεων, δικαιολογούν τον τίτλο “η καλλίστη των πόλεων”, που της δόθηκε ήδη τον 11ο αιώνα από τον πατριάρχη Ιωάννη Η΄ Ξιφιλίνο (Foundation of Hellenic World).

Φωτογραφικό υλικό Κωνσταντίνου Νίγδελη


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Τραπεζουντα (Μερος 3)
    Αποικία της Σινώπης από τον 7ο αι. π.Χ., σταυροδρόμι εμπορικών χερσαίων και θαλάσσιων δρόμων, ορμητήριο των βυζαντινών στρατευμάτων, κέντρο διοικητικής περιφέρειας, πυρήνας αυτονομιστικών κινημάτων, πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας, η πόλη της Τραπεζούντας, “εν τη εώα πασών αρίστη” (η καλύτερη της Ανατολής), διαγράφει μια αδιάκοπη και επίπονη ιστορική πορεία.
  2. Τραπεζούντα (μέρος 2)
    Αποικίσθηκε από τους Σινωπείς το 756 π.Χ. και απετέλεσε την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Κομνηνών. Ως κέντρο ελληνικού πολιτισμού διασώζει, μέχρι και σήμερα, πολλά αξιόλογα χριστιανικά μνημεία ιδιαίτερα μάλιστα της περιόδου κατά την οποία ήταν η έδρα της αυτοκρατορίας.
  3. Τραπεζούντα (μέρος 1)
    Έδρα ομωνύμου βιλαετίου η οποία στις αρχές του 20ου αιώνα είχε περί τις 50.000 κατοίκους από τους οποίους οι 15.000 Έλληνες. Η πόλη είναι κτισμένη στους πρόποδες του όρους Μπεζτεπέ- Μιθρίου και η ονομασία της, κατά πάσα πιθανότητα, οφείλεται στο τραπεζοειδές σχήμα της ακροπόλεως.

Ανθρωπονύμια στην Ιλιάδα (ανδρικά)

Τα έπη του Ομήρου είναι αναμφισβήτητα τα σπουδαιότερα επικά έργα που δημιούργησε ποτέ ο ανθρώπινος νους. Είναι επίσης τα αρχαιότερα λογοτεχνήματα που έχουμε. Στα έπη αυτά που είναι γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο απαντάται ένας απεριόριστος αριθμός αντιπαραθέσεων, ηρωισμών, προφητιών και χαμού επιφανών ατόμων της Αρχαίας Ελλάδας. Ανάμεσα στις αμέτρητες ιστορικές αλήθειες της “Ιλιάδας” και της “Οδύσσειας” βρίσκουμε και χιλιάδες ανθρωπονύμια.

Τα ανθρωπωνύμια αρσενικού γένους που ακολουθούν πιο κάτω απαντώνται στην «Ιλιάδα» μόνον και αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό του συνόλου των ονομάτων που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες. Υπολογίζεται ότι όλα τα ονόματα της Αρχαίας Ελλάδας ξεπερνούν τις 200,000. Συνεπώς δεν μπορούμε να τα συμπεριλάβουμε όλα εδώ. Μπορούμε όμως να συμπεριλαμβάνουμε ένα σημαντικό αριθμό αρχαίων ελληνικών ονομάτων (647 στο σύνολο) που απαντούν στις σελίδες της Ιλιάδας του Ομήρου.

image002

Η παρένθεση δίπλα στο κάθε όνομα πιο κάτω δίνει τη ραψωδία και το στίχο όπου θα βρούμε το όνομα στην Ιλιάδα. Ανάμεσα στις δύο αγκύλες [ ] δίδεται το σύνολο των ονομάτων για το συγκεκριμένο γράμμα.

Αρσενικου γενους

[tabby title=”A”]

Α

[106]
Αγάθων (Ω 249)
Αγακλέης (Π 571)
Αγαμέμνων (passim)
Αγαμήδης (Λ 740)
Αγαπήνωρ (Β 609)
Αγασθένης (Β 624)
Αγάστροφος (Λ 338)
Αγέλαος (Θ 257)
Αγήνωρ (Δ 467)
Αγκαίος (Β 609)
Άγριος (Ξ 117)
Αγχίαλος (Ε 609)
Αγχίσης (Β 819)
Αγχισιάδης (Π 754)
Αδάμας (Μ 140)
Άδμητος (Β 714)
Άδρηστος (Β 572)
Αζείδης (Β 513)
Αθηναίος (Β 551)
Αιακίδης (Β 860)
Αιακός (Φ 189)
Αίας (passim)
Αιγεΐδης (Α 404)
Αιμονίδης (Δ 394)
Αίμων (Δ 296)
Αιολίδης (Ζ 154)
Αισυήτης (Β 793)
Αίσυμνος (Λ 303)
Ακάμας (Β 844)
Ακεσσαμενός (Φ 142)
Ακτορίδης (Π 189)
Ακτορίων (Β 621)
Άκτωρ (Β 513)
Αλαστορίδης (Ψ 463)
Αλάστωρ (Δ 295)
Αλενητορίδης (Ξ 503)
Αλέξανδρος (Γ 16)
Αλκάθοος (Μ 93)
Άλκανδρος (Ε 678)
Αλκιμέδων (Π 197)
Άλκιμος (Τ 392)
Αλκμαίων (Μ 394)
Άλτης (Φ 85)
Αλωεύς (Ε 386)
Αμαρυγκείδης (Β 622)
Αμαρυγκεύς (Ψ 630)
Αμισώδαρος (Π 328)
Αμοπάων (Θ 276)
Αμύντωρ (Ι 448)
Αμφιδάμας (Κ 268)
Άμφικλος (Π 313)
Αμφίμαχος (Β 620)
Άμφιος (Β 830)
Αμφιτρύων (Ε 392)
Αμφίων (Ν 692)
Αμφοτερός (Π 415)
Ανδραιμονίδης (Η 168)
Ανδραίμων (Β 638)
Ανθεμίδης (Δ 488)
Ανθεμίων (Δ 473)
Αντηνορίδης (Γ 122)
Αντήνωρ (Β 822)
Αντίλοχος (Δ 514)
Αντίμαχος (Λ 123)
Αντιφάνης (Μ 191)
Αντίφονος (Ω 250)
Άντιφος (Β 678)
Άξυλος (Ζ 12)
Απισάων (Λ 578)
Αρετάων (Ζ 31)
Αρηίθοος (Η 8)
Αρηίλυκος (Ξ 451)
Άρητος (Ρ 517)
Αρίσβας (Ρ 345)
Αρίων (Ψ 346)
Αρκάς (Β 611)
Αρκεσίλαος (Β 495)
Αρμονίδης (Ε 60)
Αρπαλίων (Ν 644)
Αρσίνοος (Λ 626)
Αρχέλοχος (Β 823)
Αρχεπτόλεμος (Θ 128)
Ασαίος (Λ 301)
Ασιάδης (Μ 140)
Ασκάλαφος (Β 512)
Ασκληπιάδης (Δ 204)
Ασσάρακος (Υ 232)
Αστύαλος (Ζ 29)
Αστυάναξ (Ζ 403)
Αστύνοος (Ε 141)
Αστυόχεια (Β 658)
Αστύπυλος (Φ 209)
Ατρε ΐδης (passim)
Ατρείων (Α 387)
Ατρεύς (Β 23)
Ατυμνιάδης (Ε 581)
Ατύμνιος (Π 317)
Αθγείας (Λ 701)
Αυγηιάδης (Β 624)
Αυτόλυκος (Κ 267)
Αυτομέδων (Ι 209)
Αυτόνοος (Λ 301)
Αυτόφονος (Δ 395)
Αφαρεύς (Ι 83)
Αχιλλεύς (passim)
Αψευδής (Σ 46)

[tabby title=”B”]

Β

[12]
Βαθυκλέης (Π 594)
Βαλίος (Τ 400)
Βελλεροφόντης (Ζ 162)
Βίας (Δ 295)
Βιήνωρ (Λ 92)
Βοάγριος (Β 533)
Βουκολίδης (Ο 338)
Βουκολίων (Ζ 22)
Βουπράσιος (Β 615)
Βριάρεως (Α 403)
Βρισεύς (Α 392)
Βώρος (Ε 44)

[tabby title=”Γ”]

Γ

[4]
Γανυμήδης (Ε 266)
Γλαύκος (Β 876)
Γοργυθίων (Θ 302)
Γουνεύς (Β 748)

[tabby title=”Δ”]

Δ

[34]
Δαίδαλος (Σ 592)
Δαίτωρ (Θ 275)
Δάμασος (Μ 183)
Δαμαστορίδης (Π 416)
Δαρδανίδης (Γ 303)
Δαρδανίων (Η 414)
Δάρδανος (Β 701)
Δάρης (Ε 9)
Δείμος (Δ 440)
Δεσήνωρ (Ρ 217)
Δεξιάδης (Η 15)
Δευκαλίδης (Μ 117)
Δευκαλίων (Ν 451)
Δηϊκόων (Ε 531)
Δηϊοπίτης (Λ 420)
Δηΐοχος (Ο 341)
Δηΐπυλος (Ε 325)
Δηΐπυρος (Ι 83)
Δηΐφοβος (Μ 94)
Δημοκόων (Δ 499)
Δημολέων (Υ 395)
Δημούχος (Υ 457)
Διοκλέης (Ε 542)
Διομήδης (passim)
Διώρης (Β 622)
Δολοπίων (Ε 77)
Δόλοψ (Ι 484)
Δόλων (Κ 314)
Δόρυκλος (Λ 489)
Δρακίος (Ν 692)
Δρήσος (Ζ 20)
Δρύας (Α 263)
Δύμας (Π 718)

[tabby title=”Ε”]

Ε

[48]
Εκτορίδης (Ζ 401)
Έκτωρ (passim)
Έλασος (Π 696)
Έλενος (Ε 707)
Ελεφήνωρ (Β 540)
Ελικάων (Γ 123)
Έννομος (Β 858)
Ενυεύς (Ι 668)
Εξάδιος (Α 264)
Επάλτης (Π 415)
Επειγεύς (Π 571)
Επικλέης (Μ 379)
Επίστροφος (Β 517)
Επίστωρ (Π 695)
Ερευθαλίων (Δ 319)
Ερεχθεύς (Β 547)
Εριχθόνιος (Υ 219)
Ερμείας (Β 104)
Έρμος (Υ 392)
Ερύλαος (Π 411)
Ερύμας (Π 345)
Ετεωνός (Β 497)
Ευαιμονίδης (Ε 76)
Ευαίμων (Β 736)
Εύδωρος (Π 179)
Ευηνός (Β 693)
Εύιππος (Π 417)
Ευμήδης (Κ 314)
Εύμηλος (Β 714)
Εύνηος (Η 468)
Ευρύαλος (Β 564)
Ευρυβάτης (Α 320)
Ευρυδάμας (Ε 149)
Ευρυμέδων (Δ 228)
Ευρύπυλος (Β 677)
Ευρυσθεύς (Θ 363)
Εύρυτος (Β 596)
Εύσσωρος (Ζ 8)
Εύφημος (Β 816)
Ευφήτης (Ο 512)
Εύφορβος (Π 808)
Ευχήνωρ (Ν 663)
Εφιάλτης (Ε 385)
Εχεκλέης (Π 189)
Έχεκλος (Π 694)
Εχέμμων (Ε 160)
Εχέπωλος (Δ 458)
Εχίος (Θ 333)

[tabby title=”Η”]

Η

[8]
Ηετίων (Α 366)
Ηϊονεύς (Η 11)
Ηνιοπεύς (Θ 120)
Ηνοπίδης (Ξ 444)
Ήνοψ (Ξ 445)
Ηπυτίδης (Ρ 324)
Ηρακλέης (Ξ 266)
Ηρακλεΐδης (Ε 628)

[tabby title=”Θ”]

Θ

[17]
Θάλπιος (Β 620)
Θάμυρις (Β 595)
Θαλυσιάδης (Δ 458)
Θερσίλοχος (Ρ 216)
Θερσίτης (Β 212)
Θεστορίδης (Α 69)
Θέστωρ (Π 401)
Θησεύς (Α 265)
Θόας ( Β 638)
Θόων (Ε 152)
Θοώτης (Μ 342)
Θρασίος (Φ 210)
Θρασυμήδης ( Ι 81)
Θρασύμηλς (Π 463)
Θυέστης (Β 106)
Θυμβραίος (Λ 320)
Θυμοίτης (Γ 146)

[tabby title=”Ι”]

Ι

[40]
Ιάλμενος (Β 512)
Ιαμενός (Μ 139)
Ιαπετός (Θ 479)
Ιάρδανος (Η 135)
Ίασος (Ο 332)
Ιδαίος (Γ 248)
Ίδης (Ι 558)
Ιδομενεύς (Γ 230)
Ιησονίδης (Η 468)
Ιήσων (Η 469)
Ιθαιμένης (Ι 586)
Ικεταονίδης (Ο 546)
Ικετάων (Γ 147)
Ιλήϊος (Φ 558)
Ιλιονεύς (Κ 489)
Ίλος (Κ 415)
Ιμβρασίδης (Δ 520)
Ίμβριος (Ν 171)
Ιξιόνιος (Ξ 317)
Ιππασίδης (Λ 426)
Ίππασος (Λ 450)
Ιπποδάμας (Υ 401)
Ιππόδαμος (Λ 335)
Ιππόθοος (Β 840)
Ιπποκόων (Κ 518)
Ιππόλοχος (Ζ 119)
Ιππόμαχος (Μ 189)
Ιππόνοος (Λ 303)
Ιπποτίων (Ν 792)
Ίσανδρος (Ζ 197)
Ίσος (Λ 101)
Ιτυμονεύς (Α 672)
Ίτων (Β 696)
Ιφεύς (Π 417)
Ιφιδάμας (Λ 221)
Ίφικλος (Β 705)
Ιφίνοος (Η 14)
Ιφιτίδης (Θ 128)
Ιφιτίων (Υ 382)
Ίφιτος (Β 518)

[tabby title=”Κ”]

Κ

[32]
Καινεΐδης (Β 746)
Καινεύς (Α 264)
Καλήσιος (Ζ 18)
Καλητορίδης (Ν 541)
Καλήτωρ (Ο 419)
Κάλχας (Α 69)
Καπανεύς (Β 564)
Καπανηϊάδης (Ε 109)
Καπανήϊος (Δ 367)
Κάπυς (Υ 239)
Κάστωρ (Γ 237)
Κεάδης (Β 847)
Κεβριόνης (Θ 318)
Κεφαλλήν (Β 631)
Κινύρης (Λ 20)
Κισσής (Λ 223)
Κλείτος (Ο 445)
Κλεόβουλος (Π 330)
Κλονίος (Β 495)
Κλυτίδης (Λ 302)
Κλυτίος (Γ 147)
Κλυτομήδης (Ψ 634)
Κοίρανος (Ε 677)
Κοπρεύς (Ο 639)
Κόρωνος (Β 746)
Κόων (Λ 248)
Κρειοντιάδης (Τ 240)
Κρείων (Ι 84)
Κρήθων (Ε 542)
Κροίσμος (Ο 523)
Κτέατος (Β 621)
Κυδοιμός (Σ 535)

[tabby title=”Λ”]

Λ

[22]
Λαέρκης (Π 197)
Λαερτιάδης (Β 173)
Λαμπετίδης (Ο 526)
Λάμπος (Γ 147)
Λαόγονος (Π 604)
Λαοδάμας (Ζ 516)
Λαόδοκος (Δ 87)
Λαομεδοντιάδης (Γ 250)
Λαομέδων (Ε 269)
Λειώκριτος (Ρ 344)
Λεοντεύς (Β 428)
Λεύκος (Δ 491)
Λήθος (Β 843)
Λήϊτος (Β 494)
Λικύμνιος (Β 523)
Λυκάων (Β 826)
Λύκιος (Β 876)
Λυκομήδης ( Μ 366)
Λυκόοργος (Ζ 184)
Λυκοφόντης (Θ 275)
Λυκόφρων (Ο 430)
Λύσανδρος (Λ 491)

[tabby title=”Μ”]

Μ

[37]
Μαιμαλίδης (Π 194)
Μάρις (Π 319)
Μαστορίδης (Ο 438)
Μάστωρ (Ο 430)
Μαχάων (Β 732)
Μεγάδης (Π 695)
Μέγης (Β 627)
Μλάνθιος (Ζ 36)
Μελάνιππος (Θ 276)
Μέλας (Ξ 117)
Μελέαγρος (Β 642)
Μενέλαος (passim)
Μενεσθεύς (Β 552)
Μενέσθης (Ε 609)
Μενέσθιος (Η 9)
Μενοιτιάδης (Α 307)
Μενοίτιος (Ι 202)
Μέντης (Φ 73)
Μέντωρ (Ν 171)
Μένων (Μ 193)
Μέρμερος (Ξ 513)
Μέροψ (Β 831)
Μέσθλης (Β 864)
Μηκιστεύς (Β 566)
Μηκιστιάδης (Ζ 28)
Μηριόνης (passim)
Μήστωρ (Ω 257)
Μινυήιος (Β 511)
Μίνως (Ν 450)
Μνήσος (Φ 210)
Μολίων (Λ 322)
Μόλος (Κ 269)
Μόρυς (Ν 792)
Μούλιο (Λ 739)
Μύγδων (Γ 186)
Μύδων (Ε 580)
Μύνης (Β 692)

[tabby title=”Ν”]

Ν

[11]
Νάστης (Β 867)
Νεοπτόλεμος (Τ 327)
Νεστορίδης (Ζ 33)
Νέστωρ (passim)
Νηλεΐδης (Ψ 652)
Νηλεύς (Λ 683)
Νηληϊάδης (Θ 100)
Νηλήιος (Β 20)
Νιρεύς (Β 671)
Νοήμων (Ε 678)
Νομίων (Β 871)

[tabby title=”Ξ”]

Ξ

[1]
Ξάνθος (Β 877)

[tabby title=”Ο”]

Ο

[26]
Οδίος (Β 856)
Οδυσσεύς (passim)
Οθρυονεύς (Ν 363)
Οιδιπόδης (Σ 679)
Οϊλεύς (Β 527)
Οϊλιάδης (Μ 365)
Οινεΐδης (β 563)
Οινεύς (Β 641)
Οινόμαος (Ε 706)
Οινοπίδης (Ε 707)
Ονήτωρ (π 604)
Οπίτης (Λ 301)
Ορέσβιος (Ε 707)
Ορέστης (Ε 705)
Ορθαίος (Ν 791)
Ορμενίδης (Ι 441)
Ορμένιος (Β 734)
Όρμενος (Θ 274)
Ορσίλοχος (Ε 542)
Οτρεύς (Γ 186)
Οτρυντεΐδης (Υ 383)
Οτρυντεύς (Υ 384)
Ουκαλέγων (Γ 148)
Οφελέστης (Θ 274)
Οφέλτιος (Ζ 20)
Οχήσιος (Ε 843)

[tabby title=”Π”]

Π

[74]
Παιήων (Ε 401)
Παιονίδης (λ 339)
Πάλμυς (Ν 792)
Πάμμων (Ω 250)
Πάνδαρος (Β 827)
Πανδίων (Μ 372)
Πάνδοκος (Λ 490)
Πανθοΐδης (Ν 756)
Πανθοος (Γ 146)
Πανοπεύς (Β 520)
Πάρις (Γ 325)
Πάτροκλος (passim)
Πειραΐδης (Δ 228)
Πειρίθοος (Α 263)
Πείροος (Β 844)
Πείσανδρος (Λ 122)
Πεισήνωρ (Ο 445)
Πελάγων (Δ 295)
Πελίας (Β 715)
Πέλοψ (Β 101)
Περγασίδης (Ε 535)
Περιήρης (Π 177)
Περιμήδης (Ο 515)
Περίφας (Ε 842)
Περιφήτης (Ξ 515)
Περσεύς (Ξ 320)
Περσηϊάδης (Τ 116)
Πήδαιος (Ε 69)
Πήδασος (Β 21)
Πηλεγών (Φ141)
Πηλεΐδης (passim)
Πηλεΐων (passim)
Πηλεύς (passim)
Πηλήϊος (Σ 60)
Πηνέλεως (Β 494)
Πιτθεύς (Γ 144)
Ποδαλείριος (Β 732)
Πόδαργος (Θ 185)
Ποδάρκης (Β 704)
Ποδής (Ρ 575)
Πολίτης (Β 791)
Πολυαιμονίδης (Θ 276)
Πόλυβος (Λ 59)
Πολυδεύκης (Γ 237)
Πολύδωρος (Υ 407)
Πολύιδος (Ε 148)
Πολυκλής (Β 855)
Πολύκτωρ (Ω 397)
Πολύμηλος (Π 417)
Πολυνείκης (Δ 377)
Πολύξεινος (Β 623)
Πολυποίτης (Β 740)
Πολυφήτης (Ν 791)
Πολυφόντης (Δ 395)
Πορθεύς (Ξ 115)
Ποσιδήϊος (Β 506)
Πουλυδάμας (passim)
Πριαμίδης (passim)
Πρίαμος (passim)
Προθοήνωρ (Β 495)
Πρόθοος (Β 756)
Προθόων (Ξ 515)
Προίτος (Ζ 157)
Πρόνοος (Π 399)
Προτιάων (Π 455)
Πρύτανις (Ε 678)
Πρωτεσίλαος (Β 698)
Πτολεμαίος (Δ 228)
Πυλυμαίνης (Β 851)
Πύλαιος (Β 842)
Πυλάρτης (Λ 491)
Πύλων (Μ 187)
Πυραίχμης (Β 848)
Πύρις (Π 416)

[tabby title=”Ρ”]

Ρ

[3]
Ραδάμανθυς (Ξ 322)
Ρήσος (Κ 435)
Ρίγμος (Υ 485)

[tabby title=”Σ”]

Σ

[12]
Σαρπηδών (passim)
Σέλαγος (Ε 612)
Σεληπιάδης (Β 693)
Σθενέλαος (Β 564)
Σιμοείσιος (Δ 474)
Σίσυφος (Ζ 153)
Στέντωρ (Ε 785)
Στιχίος (Ν 195)
Στρόφιος (Ε 49)
Σφήλος (Ο 338)
Σχεδίος (Β 517)
Σώκος (Λ 427)

[tabby title=”Τ”]

Τ

[20]
Ταλαιμένης (Β 865)
Ταλαϊονίδης (Β 566)
Ταλθύβιος (Α 320)
Τέκτων (Ε 59)
Τελαμών (Θ 283)
Τελαμωνιάδης (Θ 224)
Τελαμώνιος (passim)
Τενθρηδών (Β 756)
Τευθρανίδης (Ζ 13)
Τεύθρας (Ε 705)
Τεύκρος (Ζ 31)
Τευταμίδης (Β 843)
Τηλέμαχος (Β 260)
Τιθωνός (Υ 237)
Τληπόλεμος (Β 653)
Τρήχο (Ε 706)
Τρωΐλος (Ω 257)
Τυδεΐδης (passim)
Τυδεύς (passim)
Τύχιος (Η 220)

[tabby title=”Υ”]

Υ

[10]
Ύλλος (Υ 392)
Υπειροχίδης (Λ 673)
Υπείροχος (Λ 335)
Υπείρων (Ε 144)
Υπερήνωρ (Ξ 516)
Υπερίων (Θ 480)
Υρτακίδης (Β 837)
Ύρτακος (Ν 759)
Ύρτιος (Ξ 511)
Υψήνωρ (Ε 76)

[tabby title=”Φ”]

Φ

[18]
Φαίνοψ (Ε 152)
Φάλκης (Ν 791)
Φαυσιάδης (Λ 582)
Φείδιππος (Β 678)
Φέρεκλος (Ε 59)
Φηγεύς (Ε11)
Φηρητιάδης (Β 763)
Φιλητορίδης (Υ 457)
Φιλοκτήτης (Β 718)
Φοίνιξ (Ι 168)
Φόρβας (Ι 665)
Φόρκυς (Β 862)
Φραδμονίδης (Θ 257)
Φυλακίδης (Β 705)
Φύλακος (Β 35)
Φύλας (Π 181)
Φυεΐδης (Β 628)
Φυλεύς (Β 628)

[tabby title=”Χ”]

Χ

[8]
Χαλκωδοντιάδης (Β 541)
Χάλκων (Π 595)
Χάροπος (Β 672)
Χάροψ (Λ 426)
Χείρων (Δ 832)
Χερσιδάμας (Λ 423)
Χρομίος (Δ 295)
Χρύσις (Α 11)

[tabby title=”Ω”]

Ω

[3]
Ωρίων (Σ 486)
Ώρος (Λ 303)
Ώτος (Ε 385)

[tabbyending]

Σύνολο: 545

Στατιστικά:

Στα ονόματα ανδρών εδώ παρατηρείται μια πληθώρα εκείνων που αρχίζουν από Α που ίσως δείχνει την τάση των ανδρών προς απόδοση του πρώτου γράμματος του αλφαβήτου, ή πρωτιά. Από Π, Ε, Λ, Μ, επίσης υπάρχουν πολλά ονόματα ενώ υπάρχει έλλειψη ονομάτων που αρχίζουν από Ζ κα Ψ. Μόνο ένα όνομα έχουμε για το Ξ.

Σημειωτέο ότι το μικρό άλφα αριθμητικά δηλώνει:
α΄ = 1 και α = 1000

Ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης σημειώνει ότι «…οι Έλληνες δημιούργησαν, στην πραγματικότητα, το πρώτο συστηματικό αλφάβητο, την πρώτη αλφαβητική γραφή.»

 

Ανθρωπονύμια Θηλυκού γένους στον Όμηρο

Καραμανλήδεια Γραφή

Η καραμανλήδεια γραφή είναι μια συμβατική γραφή της τουρκικής γλώσσας με ελληνικούς χαρακτήρες αντί των αραβικών που χρησιμοποιούσαν οι τουρκόφωνοι Έλληνες των ανατολικών επαρχιών της Μικράς Ασίας, οι οποίοι αποκαλούνταν καραμανλήδες, εξ ου και η ονομασία αυτής της γραφής. Πρώτη επίσημη εμφάνιση της γραφής αυτής σημειώνεται το 1713 και είχε τόση απήχηση που διατηρήθηκε επί δύο αιώνες.

Λόγω των εξισλαμισμών που σημειώνονταν ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα στη Μικρά Ασία, μεγάλο μέρος των Ελλήνων λησμόνησαν τη μητρική τους γλώσσα και χρησιμοποιούσαν την Τουρκική. Ένας περιορισμένος αριθμός Ελλήνων που βρισκόταν σε περιοχές μακριά από τα παράλια και από μεγάλα αστικά κέντρα αφομοιώθηκαν μεν γλωσσικά από τον κατακτητή, κατάφεραν όμως να διατηρήσουν τη συνείδηση της θρησκευτικής και φυλετικής τους αυτοτέλειας.

Για τους τουρκόφωνους αυτούς Έλληνες τυπώθηκαν από τις αρχές του 18ου αιώνα και συνεχίσθηκαν να τυπώνονται επί δύο αιώνες βιβλία, κυρίως θρησκευτικά, αλλά και ιστορικά δοκίμια, διηγήματα και λεξικά σε τουρκική γλώσσα, αλλά με ελληνικούς χαρακτήρες, που μπορούσαν να τα διαβάζουν και να τα κατανοούν. Επίσης και εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης, όπως η “Ανάντολου” και η “Άσια” (Ασία) των Κ. Μιχαηλίδη και Ν. Παλαμηκίδη αντίστοιχα, που έπαυσαν όμως να εκδίδονται στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η γραφή αυτή ονομάσθηκε από τους Έλληνες ομοεθνείς της Τουρκίας “καραμανλήδειος γραφή“, την οποία και τελικά αναγνώρισε και το τουρκικό κράτος δίνοντας την έγκριση συγγραφής τουρκοελληνικού λεξικού στον Ι. Χλωρό υπό την από 28 Σαρίφ 1313 Έτος Εγίρας-(1934 μ.Χ.) του τουρκικού Υπουργείου Δημόσιας Εκπαίδευσης.

Τα κείμενα που είναι γραμμένα με αυτό τον τρόπο είναι γνωστά και με το όνομα “καραμανλήδικα“.

Κείμενο Βικιπαιδεία

έγγραφα – Αρχείο Κωνσταντίνου Νίγδελη


From Βιβλία στη Καραμανλίδικη Γραφή, posted by Μνήμες Διασπορικής on 11/03/2012 (36 items)

Generated by Facebook Photo Fetcher 2