Απ’ την Αρτακη

artaki

Δυο παραμυθια απ΄ την Αρτακη (Ερντεκ)

(α) Το μαχαιρι της σφαγΗς, το σκοινι της κρεμαστης και η πετρα της υπομονης

Αφηγήτρια: Μπαλλή Θωμαή
Ημερομηνία: Καλοκαίρι 1998

Ήταν λέει μια οικογένεια κι είχαν ένα κορίτσ’ και μέσα στην αυλή τσ’ είχαν ένα πηγάδ’, τ’ αντρόγυνο αυτό. Και πήγαινε το κορίτσ’ να βγάλ’ νερό. Και όποτε πήγαινε να βγάλ’ νερό μια φωνή μέσα απ’ το πηγάδ’, το φώναζε:

– Όμορφη είσαι και καλή, πεθαμένο άντρα θα πάρεις. Όμορφη είσαι και καλή, πεθαμένο άντρα θα πάρεις.

Το κορίτσ’ το ‘πε ύστερα τους γονείς τ’.

– Μαμά, λέει, άμα πάω στο πηγάδ’ να βγάλω νερό, μια φωνή από μέσα, λέει, πετάζεται και με λέει, όμορφη είσαι και καλή, πεθαμένο άντρα θα πάρεις.

– Μπα, λέει, τέτοιο πράμα να σε λέει το πηγάδ’, πεθαμένο άντρα θα πάρεις. Θα φύγουμε, λέει. Θα το πουλήσουμε αυτό το σπίτ’ και θα φύγουμε.

Και πούλησαν το σπίτ’. Και πήραν το κορίτσ’ άντρας και γυναίκα και πήραν δρόμο. Δρόμο παίρνουν δρόμο αφήνουν και πήγαιναν, πορπατούσαν.

Στο δρόμο λέει που πήγαιναν δίψασαν. Ήθελαν νεράκι και δεν έβρισκαν σπίτια. Εντέλει λέει σ’ ένα μεγάλο δρόμο απάν’, είδαν λέει ένα σπίτ’. Μεγάλο σπίτ’, και λέει ο μπαμπάς:

– Να, εδώ έχει ένα σπίτι. Να πάω να χτυπήσω, να γυρέψω, να ζητήσω νερό, να μας δώσουν να πιούμε. Πήγε ο μπαμπάς, λέει, χτυπά, χτυπά, δεν ανοίγει η πόρτα. Πάει η μάνα, χτυπάει, χτυπάει, τίποτε. Λέει και το κορίτσ’:

– Στέκα να χτυπήσω. Να πάω, να χτυπήσω κι εγώ.

Μόλις έκανε το κορίτσ’ να χτυπήσ’ την πόρτα, άνοιξ’ η πόρτα μοναχιά τσ’. Άνοιξ’ η πόρτα. Άνοιξ’ η πόρτα, μπήκε το κορίτσ’ μέσα, αλλά η πόρτα έκλεισε από πίσω και δεν άνοιξε πια ξανά. Ούτε μπόρεσε το κορίτσ’ ν’ ανοίξ’. Οι γονείς μείναν απ’ έξω.

Το κορίτσ’ τώρα τι να κάν’. Βλέπει εκεί πέρα μια σκάλα. Ανεβαίνει τη σκάλα να πάει απάν, να δγει. Το σπίτι ήταν αψηλό.

Ανεβαίνοντας τη σκάλα είδε, λέει, εκεί κρεμασμένα σαράντα κλειδιά. Πήρε αυτήν τα κλειδιά στα χέρια τσ’ κι ανεβαίν’ τώρα απάν. Αναβαίν’ απάν’ και βλέπ’ σαράντα κάμαρες. Εν τω μεταξύ αυτήν, ύστερα απ’ το παράθυρο φώναξε τσι γονεί τσ’, ότι:

– Εγώ πια δεν μπορώ να ‘ρθω. Η τύχη μ’ ήταν εδώ.

Και οι γονείς φύγανε. Αφού δεν μπορεί πια ν΄ ανοίξ’ έμεινε το κορίτσ’ εκεί. Αυτή πιάνει τώρα και ανοίγ’, λέει, τις καμάρες μια, μια με τα κλειδιά που ταίριαζαν. Ανοίγει. Είδγε λέει τρόφιμα, ρούχα, είδγε πράγματα, περιουσίες είδγε μέσα. Ανοίγ΄ κι ένα δωμάτιο λέει και βρίσκει μέσα ένα πεθαμένο παλικάρ’. Τσ’ τύχης τα γραμμένα το παλικάρ’. Όμορφη κι ωραία είσαι πεθαμένο άντρα θα πάρεις. Έκαιγε λέει κερί στα πόδια και κερί στο αυτό (στο κεφάλι). Είχε λέει ένα βιβλίο, ένα χαρτί κι έλεγε: «Όποιος με θυμιάσ’ σαράντα μέρες, σε τριάντα εννιά μέρες θα σηκωθώ.» Τώρα αυτήν πια έκατσε θύμιαζε. Θύμιαζε τόσες μέρες πολλές, νύσταξε. Νύσταξε, δεν άντεξε τόσες μέρες να κάτσ’ να θυμιάσ’. Είδε κι ότι αν τον θύμιαζε θα ανεστιόνταν, αλλά δεν άντεξε. Και μια μέρα ακούει φωνές από κάτω και περνούν και φωνάζουν: – Σκλάβες καλές, σκλάβες καλές, δούλες. Και πουλούσαν τις σκλάβες. Και λέι αυτή, να πάρω λέει μια σκλάβα, να με βοηθήσ’ εδώ, να ξεκουραστώ. Και έριξε το σκοινί αυτνή απ’ το παράθυρο και πήρε μια σκλάβα.

Την ανέβασε. Την έδεσε, την ανέβασε απάν’, τέλος πάντω και τη λέει:

– Τώρα θα κοιμηθώ μερικές μέρες. Θα κοιμηθώ μερικές μέρες εγώ γιατί δεν αντέχω. Να κάτσεις τώρα εσύ να θυμιάζεις το παλικάρ’ αυτό.

Όπως το ‘πε αυτή έπεσε να κοιμηθεί. Η άλλη τώρα το θύμιαζε. Έπεσε σε βαθύ ύπνο και πέρασαν οι σαράντα μέρες. Πέρασαν και δεν ένοιωσε αυτήν να ξυπνήσ’ για να δγει το παλικάρ’ π’ ανεστήθκε.

Εν τω μεταξύ ο νέος ανεστήθκε κι είδε αυτήν στο κεφάλι τ’, τη σκλάβα. Δε φανέρωσε αυτή ότι την είχε σκλάβα κι ότι η άλλη …

– Έχω και μια υπηρέτρια, λέει, είναι κλειδωμένη μέσα και κοιμάται.

Αυτός τώρα, αυτή είδε στο προσκέφαλο τ’. Τώρα αυτός αυτήν πίστεψε, αφού αυτήν είδγε στο κεφάλι τ’. Την πήρε γυναίκα αυτή τη σκλάβα.

Ήρτε η ώρα τώρα αυτός να πάει ταξίδ’ με το καράβ’, δε ξέρω που θα να πάει, και την παράγγειλε, τη ρώτσε, τι θελ’ να τη φερ’ απ’ το ταξίδ’. Κι είπε αυτήν, το ‘να, τ’ άλλο, χρυσαφικά, ρούχα. Λέει αυτός, να πάγω να ρωτήσω και τη σκλάβα. Τι θέλει η σκλάβα, η δούλα, η υπηρέτρια, να τη φέρω κι αυτήν ένα δώρο. Και πήγε και τη ρώτσε. Αυτή πια δεν μπορούσε να πιστοποιήσ’ να πει ότι εγώ έκαμα. Αυτήν τα ψεύτενε όλα. Και λέει αυτός:

– Τι θέλεις κοπέλα μου κι εσένα να σε φέρω απ’ το ταξίδ’; Λέει αυτήν:

– Εγώ θέλω να με φέρεις, ένα μαχαίρι της σφαγής και σκοινί της κρεμαστής και πέτρα της υπομονής.
Η κοπέλα τον είπε, ένα μαχαίρι της σφαγής και σκοινί της κρεμαστής και πέτρα της υπομονής.

Τα ‘γραψε αυτός τώρα κι έφυγε.

Πάει ταξίδ’. Πήγε λέει, πήγε ψούνσε. Τ’ αυτά ξέχασε να τα πάρ’, τα τρία της σκλάβας. Τ’ άλλα όλα τα πήρε.
Όταν όμως έφτασε το μπαπόρ’ στη μέση του ωκεανού, δεν ξέρω τι, μαρμάρωσε το μπαπόρ’ και δεν προχωρούσε. Και τότε φώναξαν, είπαν, ο καπετάνιος:

– Βρε παιδιά, γιατί το πμαπόρ’ βάδζε καλά. Μήπως ξεχασάτε τίποτα, καμιά παραγγελιά;

Τότε αυτός θυμήθκε. Α, είχα μια παραγγελιά και ξέχασα να την πάρω.

Τότε το μπαπόρ’ σκώθκε λέει και γύρισε αυτός και πήρε την παραγγελιά. Ένα μαχαίρι της σφαγής. Ένα μαχαίρι να σφαγώ και σκοινί να κρεμαστώ και πέτρα της υπομονής.

Αυτά τα τρία παράγγειλε αυτήν. Πήγε αυτός τα πήρε αυτά, το μπαπόρι πήρε πάλι το δρόμο τ’ και ξεκίνησε. Πήγε εκεί. Πήγε τη γυναίκα τ’ τα στολίδια, τα έδωκε και τη σκλάβα αυτά τα τρία που ζήτησε.

Αυτή (η σκλάβα) μανταλωμένη λέει, μέσα την πήγαινα έτρωγε, στο σκοτεινό το δωμάτιο δεν έβγαινε καθόλου.
Αυτή λέει, έβαλε τα τρία τάματα αυτά κάτ’ και πάντα κάθε μέρα όταν σκώνταν την έλεγε ιστορία τσ’. Ποιανού κόρη ήταν, πως έλεγε το πηγάδ’ «όμορφη είσαι και καλή πεθαμένο άντρα θα πάρεις», πως ξεκίνησαν, πως βάδισαν στην έρημο, πως βρήκε όλα αυτά.

Κι αυτός, λέει, το παλικάρι είπε:

– Αυτή αυτά τα τάματα γιατί να τα γύρεψε; Κι πήγαινε λέει κρυφά κι έβαζε τ’ αυτί τ’ απ’ την κλειδαρότρυπα να ακούσ’ τι τα’ θελε αυτήν η κοπέλα αυτά τα τρία. Γιατί τον είπαν είναι σημαδιακά αυτά τα πράγματα που σε ζήτησε αυτήν.

Κι έλεγε αυτή τώρα, η κοπέλα, όλη την ιστορία. Ποιανού κόρη ήταν, που είχαν το σπίτ’ που την έλεγαν πεθαμένο άντρα θα πάρεις, τέλος πάντων. Που άνοιξαν οι πόρτες, πως έκατσε τόσες μέρες και το θύμιασε το παλικάρι και πως πήρε τη σκλάβα.

Και λέει αυτή πήρε γυναίκα και εγώ είμαι υπηρέτρια. Και έλεγε η τύχη μ’ ήταν αυτή. Που έλεγε, λέει, το πηγάδι «όμορφη είσαι και καλή πεθαμένο άντρα θα πάρεις» αλλά τον πεθαμένο άντρα τον πήρε άλλη.

Κι έλεγε αυτή:

– Ένα μαχαίρι να σφαγώ, «ένα μαχαίρι της σφαγής», …

Έλεγε την ιστορία τσ’ κι ύστερα έλεγε:

– Ένα μαχαίρι της σφαγής και σκοινί της κρεμαστής και πέτρα της υπομονής. Και έλεγε και φώναζεν η πέτρα:
– Υπομονή, υπομονή.

Και πέτρα της υπομονής κι αυτήν δε σφάχτκε, δε κρεμάσκε. Τη έλεγε η πέτρα, υπομονή, υπομονή.
Είπε την ιστορία τσ’. Αυτός τ’ άκουσε όλα.

Κι αυτός πια άμα άκουσε την ιστορία τσ’ όλη σε λέει:

– Έτσι είναι η ιστορία κι εκείνη μ’ είπε ψέματα.

Δίνει μια κλωτσιά την πόρτα και πάει λέει μέσα και την αγκαλιάζ’ και λέει:

– Άκουσα όλη την ιστορία κι εσύ είσαι η πραγματική μου γυναίκα κι αν θέλεις λέει αυτήν να την έχουμε υπηρέτρια.
Ε, είπε κι αυτή, δέχτηκε.

Και έμεινε σε εκείνο το σπίτ’ και ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

Artaki 2 Ag-Nikolaos
Φωτο από τη Νέα Αρτάκη – Πηγή: “Όπου γης – στις ορθόδοξες γειτονιές του πλανήτη”

(Β) Η αλυσιδα απο αμμοΥδα

Αφηγητής: Μουδρουβάνος Δημήτριος (μπάρμπα Δημητρός)
Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 1996

Ο βασιλιάς λέει:

«Όσοι έχτε πάνω από εξηνταπέντε χρονώ πατεράδες θα τσι φέρτε να τσι εκτελέσω.» Όλοι τσι πήγαιναν για να γλυτώσουν από τη φασαρία. Ένα παιδί λέει τον πατέρα τ’ :

«Εγώ», λέει, «πατέρα σ’ αγαπώ πολύ, δεν μπορώ», λέει, «να σε πάω να σ’ εκτελέσω.

Θα σε βάνω στο υπόγειο, θα σε ταΐζω, αλλά να μη βγεις όξω.» Λέει κι ο πατέρας τ’ :
«Καλά.»

Τον έβανε στο υπόγειο, τον είχε. Πέρασαν τέσσερα, πέντε χρόνια, έξι. Γέρος δε διαλαλούσε.
Λέει, ο βασιλιάς μια μέρα, τους φωνάζει, αυτοί βέβαια μεγάλωσε η ελικία τς, λέει:

«Ακούστε, ή θα μου κάνετε», λέει, «μιαν αλυσίδα από σκέτ’ αμμούδα, να πιάν΄ απ’ το δικό μ’ το σπίτ’ μέχρι του υπασπιστή, στον αέρα ή θα πάθτε κι εσείς εκείνο που ‘παθαν οι γέρ’. Από σκέτ΄ αμμούδα.»
Λοιπόν, ε, αυτοί, σαράντα μέρες προθεσμία, σκέβουνται από δω, σκέβουνται απ’ εκεί, πως θα τη κάμουν.
Σκώνεται αυτό το παιδί πάει κάτω στο πατέρα τ’ στο υπόγειο. «Ρε, πατέρα», λέει, «δε ξέρς τι έπαθαμ’.» «Τι έπαθατε ρε παιδί;» « Ο βασιλιάς», λέει, «μας λέει», λέει, «να τον εκάμουμε», λέει, «μια αλυσίδα να κρέμεται στον αέρα από σκέτ’ αμμούδα», λέει. « Η αμμούδα», λέει, «δεν κολλάει.»

«Χα! Και στεναχωρέθκες», λέει, «γι αυτό», λέει ο μπαμπάς.

«Βρε, στεναχωρεθήκαμε», λέει, «γιατί μας είπε σαράντα μέρες προθεσμία.»

«Σε τριάντα οκτώ το βράδυ έλα να σου πω τι θα κάντε», λέει. Σε τριάντα οκτώ το βράδ’ πάει το παιδί, λέει:
«Πατέρα πες μου.»

«Θα πάτε και μιαν επιτροπή και θα τον πείτε:», λέει, «Βασιλέα μου οι αλυσίδες είναι ειδών – ειδών, θα μας κάνς ένα μέτρο εσύ το σκέδιο, από σκέτ’ αμμούδα κι από κει σα πάν’ θα την κάνουμ’ εμείς.» Σκώνονται λοιπόν αυτοί.

«Αυτό ‘ναι», λέει. Πάν στο βασιλιά, λέει:
«Βασιλέα, θα μας δώκεις το σχέδιο, γιατί υπάρχουν», λέει, «πολλά σχέδια αλυσίδες, για

να σε κάμουνε το σχέδιο από σκέτ’ αμμούδα.» «Κερατάδες», λέει, «γέρο έχτε κρυμμένο. Σας το μυαλό σας δεν σας έφτανε μέχρ’ εδώ.»

Κι έτσ’ κατάλαβε ο βασιλιάς ότι οι γέρ’ χρειάζονται καμιά φορά.

Το παραμύθι έμαθε ο μπάρμπα Δημητρός απ’ τον πατέρα του στην Αρτάκη της Προποντίδας.

Λεξιλόγιο

Της Αρτάκης. Λέξεις και φράσεις απ’ την αφήγηση της γιαγιάς (Θωμαή Μπαλλή).

αδρέφια (τα) = τα αδέρφια (αναγραμματισμός) ανεστήθκε (ρήμα) = αναστήθηκε

γκιμιρτζίδες (οι) : αυτοί που πέφταν στη θάλασσα για να σώσουν όσους κινδύνευαν (ναυαγοσώστες)

γρίπος (ο) : ψαράδικο σκάφος και είδος ψαρέματος με δίχτυ

να δγει, είδγε (ρήμα) = να δει, είδε

τον έσωσες, τον έσωσάτε = τον πρόλαβες, τον γνωρίσατε

έδωκε (ρήμα) , να σας δόκουν = έδωσε, να σας δώσουν έκαμα (ρήμα) = έκανα εμορφάδα (η) = η ομορφιά

ήρτε (ρήμα) = ήρθε ίδρος (ο) = ο ιδρώτας

καλαφάτης (ο) : αυτός που καλαφατίζει, στεγανοποιεί τα ξύλινα βαρέλια, τα καΐκια.

καλαφατίζω (ρήμα) = φράζω με στουπί τις χαραμάδες του πλοίου και τις αλείβω με πίσσα.
κάμαρα (η) = δωμάτιο
κάμποσοι = αρκετοί
κάνε χρόνο (φράση) : περίπου ένα χρόνο
καραγάτσια (τα) = Φτελιές ή Πτελέες (δέντρα), λέξη σύνθετη προερχόμενη από τις τουρκικές kara = μαύρο + ağaç = δέντρο (μαύρο δέντρο). κιούνγκια (τα) : πήλινοι σωλήνες νερού τα κλούσαν (ρήμα) = τα έκλειναν

λαδαριό (το) = ελαιοτριβείο

να λέγω (ρήμα) = λέω

Μαριανά (τα)= ( τοποθεσία κοντά στην Όλυνθο) μανταλώθηκαν (ρήμα) = κλειδώθηκαν, κλείστηκαν

μαστραπαδάκι ( το) = μικρό χάλκινο δοχείο για νερό μαχαλούδια (τα) = πολύ μικροί οικισμοί μεράκι (το) = μεγάλη επιθυμία
μερεμετίζω (ρήμα) = επιδιορθώνω
μόνε = μόνο
μπαπόρι (βαπόρι) = μηχανοκίνητο καράβι, ατμόπλοιο μπεξής (ο) = αγροφύλακας

ντουβάρι (το) = ο τοίχος

ντουνιάς (ο) = ο κόσμος, η κοινωνία

ούλνοι = όλοι

πάγω (ρήμα) = πάω, πηγαίνω

παίρνω δρόμο (φράση) = φεύγω
πορπατώ (ρήμα) = περπατώ, αντικατάσταση του ε με το ο.

Ροβιθάδες: ενορία, περιοχή της Αρτάκης ρώτσε (ρήμα) = ρώτησε

σάλιο (σάλι) = η σχεδία

σαντάλα (η) = αλιευτικό σκάφος της περιοχής Σαλονίκη = Θεσσαλονίκη σκώθκε (ρήμα) = σηκώθηκε
μια στάλα (φράση) = μικρή ποσότητα
στέκα (ρήμα, προστακτική)= στάσου, σταμάτα

τεπές = κορυφή, ύψωμα τσαβέλι (το) = πανέρι για τα ψάρια τσι (άρθρο) = τις, τους

ψούνσε (ρήμα) = ψώνισε, έκανε ψώνια

Πολλές λέξεις κυρίως ρήματα προκύπτουν:
– από αντικατάσταση ενός γράμματος από ένα άλλο όπως, πορπατώ – περπατώ, ήρτε – ήρθε, έκαμα – έκανα,
– από εισαγωγή του γ, όπως, να δει – να δγει, να πάω – να πάγω, να λέω – να λέγω
– από αφαίρεση γράμματος, όπως, αναστήθηκε – ανεστήθηκε –
ανεστήθκε, ρώτησε – ρώτσε, ψώνισε – ψούνισε – ψούνσε, βάδιζε – βάδζε, σηκώθηκε – σκώθκε.

Λέξεις απ’ τις λοιπές αφηγήσεις

αδοκάνη ή δοκάνη (η) = αγροτικό εργαλείο του αλωνισμού

άντροι (οι) = άντρες

γιαμπάδες = ξύλινα εργαλεία για το λίχνισμα

δερμόνι ή δρεμόνι (το) = ειδικό κόσκινο για το καθάρισμα του σταριού

ενέκια (τα) = προστατευτικά των δακτύλων του χεριού κατά το θερισμό, ένα για κάθε δάκτυλο

κότσαλα (τα) = χοντρά τα άχυρα κέτσια = τα κότσαλα στα καραμανλήδικα

λαμνί (το) = ο σωρός του καθαρού σιταριού μετά το αλώνισμα λίχνισμα (το) = διαδικασία διαχωρισμού του σταριού από το άχυρο με τη βοήθεια του αέρα, το άχυρο πιο ελαφρύ απομακρύνεται πιο εύκολα από τον αέρα ενώ το στάρι πιο βαρύ πέφτει κάτω

ντουγέν = η αδοκάνη στα καραμανλήδικα νταγιαμάδες = μαξιλάρια από τσουβάλι γεμάτα με σίκαλη (καραμανλήδικα)

παλαμαριά (η) = προστατευτικό των δακτύλων του χεριού κατά το θερισμό, ένα για τρία δάκτυλα μαζί (μέσος, παράμεσος, μικρός)

πατόζα (η) = αλωνιστική μηχανή πλακερό = μαγειρικό σκεύος, κατσαρόλα με δυο χερούλια

σεντίρ = είδος καναπέ (καραμανλήδικα)

τοκούτσια = ξύλινα εργαλεία, σαν πλατιά ρόπαλα με χειρολαβή, τα χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες απ’ την Καππαδοκία για την αποφλοίωση του σταριού

χοντσά = σοφράς, κοντό στρόγγυλο τραπέζι (καραμανλήδικα)

Τα καραμανλήδικα

Στη Σεμέντρα της Καππαδοκίας όπως προαναφέραμε οι κάτοικοι έγραφαν και διάβαζαν τα «καραμανλήδικα». Τούρκικες, Αραβικές και Περσικές λέξεις γραμμένες με στοιχεία του Ελληνικού αλφάβητου. Βιβλία, εικόνες και άλλες επιγραφές έχουν καταγραφεί σε προηγούμενα κεφάλαια. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν σημειώματα στη καραμανλήδικη γραφή όπως αυτή χρησιμοποιήθηκε στη νέα πατρίδα (Καρκάρα – Σήμαντρα Χαλκιδικής).

Ο πολιτικός πρόσφυγας στην Ουγγαρία Βασίλης Μαυρίδης σημειώνει πίσω από φωτογραφίες που στέλνει στους δικούς του.

Μνημεία του λόγου