Σκαλοχώρι Λέσβου

“Κώδικας της Ιεράς Εκκλησίας της Κοινότητος Σκαλοχωρίου Άγιος Γεώργιος”
από τον Ανέστη Θεοδοσίου

Επιθεώρηση στρατού
Επιθεώρηση ελληνικού στρατού εις Μυτιλήνη, 29 Νοεμβρίου 1912

Ο Ανέστης Θεοδοσίου γεννήθηκε το 1838 στο Σκαλοχώρι της Λέσβου. Φοίτησε στο σχολείο του χωριού, απ’ όπου και αποφοίτησε το 1852 και στη συνέχεια εργάστηκε με τον πατέρα του στο μικρό παντοπωλείο που διατηρούσαν εκεί. Το 1855 επισκέφτηκε για αγορές τη Σμύρνη, όπου και δηλώνει ενθουσιασμένος για την πόλη:

«τότε εννόησα τον εαυτόν μου πλέον τι εστί κόσμος, πολίτευμα και ευγένεια…».

Εργάστηκε σε εμπορικά καταστήματα της Κωνσταντινούπολης από το 1858 μέχρι το 1868, όταν και επέστρεψε στο Σκαλοχώρι, όπου και διέμεινε μέχρι το θάνατό του το 1935.

Διετέλεσε δημογέροντας, εκκλησιαστικός επίτροπος και – κατά διαστήματα – γραμματέας της Κοινότητας μέχρι το 1914 και με την ιδιότητά του αυτή συμμετείχε ως απογραφέας στην κτηματική καταγραφή του 1876 και στις απογραφές πληθυσμού του 1883 και του 1905.

Ο Ανέστης Θεοδοσίου ξεκινάει περί τα 1900 τη συγγραφή του «Κώδικα της Ιεράς Εκκλησίας της Κοινότητος Σκαλοχωρίου Άγιος Γεώργιος», προφανώς ως επίσημο βιβλίο της Εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου της Κοινότητας Σκαλοχωρίου και το μετατρέπει σε προσωπικό ημερολόγιο, όταν αυτός παραμένει στην κατοχή του και συμπληρώνεται με στοιχεία και αναφορές για γεγονότα από τις αρχές του 190υ αιώνα μέχρι το 1932. Έζησε σε ιστορικές και τραγικές για τον Ελληνισμό και το νησί εποχές (κίνημα των Νεότουρκών, απελευθέρωση του νησιού, διχασμός, μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, μεσοπόλεμος), τις οποίες αφηγείται ως αυτόπτης μάρτυρας και αμερόληπτος κριτής. Περιγράφει με μελανά χρώματα τα δύσκολα χρόνια από το 1922 μέχρι το 1932, όταν πια ζητάει συγγνώμη από τους μελλοντικούς του αναγνώστες, γιατί δεν μπορεί άλλο πια να γράψει.

«Ζητώ συγνώμην διότι καλώς δεν βλέπω και δεν (θα) γράψω εξής, 95 ετών».

Το πρωτότυπο χειρόγραφο εκδόθηκε το 2005 σε βιβλίο από τον Σύλλογο Σκαλοχωριτών της Αθήνας, αφού διατηρήθηκε η αρχική ορθογραφία και στίξη του συγγραφέα με ιστορικό και φιλολογικό υπομνηματισμό με την επιμέλεια του ομιλούντος.

ellines-stratiotes-mytilhnh-1912Το Τσουκαλοχώρι, (τουρκιστί Τσομλέκκιοϊ, Comlekkoy), μετέπειτα Σκαλοχώρι είναι ένας οικισμός της Λέσβου που βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος του νησιού, στην επαρχιακή οδό,, που οδηγεί από την πρωτεύουσα στην Ερεσό και το Σίγρι. Απέχει από τη Μυτιλήνη 58 χιλιόμετρα και από το Μόλυβο 32.

Από τις πληθυσμιακές καταγραφές, που παρατέθηκαν γίνεται αντιληπτό ότι στα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και τη δεύτερη δεκαετία του 20ου στο Σκαλοχώρι πλειοψηφούν οι μουσουλμάνοι, αφού η καταγραφή του Οικονόμου Τάξη του 1909 μάλλον ελέγχεται ως κατά προσέγγιση και άρα ανακριβής. Το γεγονός αυτό επισημαίνεται ως μοναδικό φαινόμενο, αφού δεν παρατηρείται σε κανένα άλλο μεικτό οικισμό του νησιού. Οι μουσουλμάνοι κατείχαν μεγάλο μέρος αγροτικών ακινήτων, βοσκοτόπους και καλλιεργήσιμα εδάφη, ενώ οι χριστιανοί μικροκτηματίες ήταν περιορισμένοι σε ελάχιστες αγροτικές τοποθεσίες (μετά το 1850).

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι Μουσουλμάνοι του Σκαλοχωρίου κατείχαν «οικίες και μαγαζιά, οικόπεδα, στάβλους και κηπάρια», ενώ ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν (κυρίως) εγκατεστημένος στη συνοικία του Αγίου Γεωργίου. Η συνολική ακίνητη περιουσία των μουσουλμάνων του Σκαλοχωρίου υπολογίζεται σε περίπου 17,000 στρέμματα γης και 320 αστικά ακίνητα.

Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η κοινωνική σύνθεση περιλάμβανε βασικά τους μεγαλοκτηματίες, τους επαγγελματίες- τεχνίτες και τους μικροκτηματίες – μικροκτηνοτρόφους. Οι πρώτοι ήταν στην πλειοψηφία τους μουσουλμάνοι και οι υπόλοιποι – κατά πλειοψηφία – χριστιανοί και ελάχιστοι μουσουλμάνοι. Οι επαγγελματίες ήταν κατά κανόνα χριστιανοί, οι οποίοι πολλές φορές μετανάστευαν για εξεύρεση εργασίας.

Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και την πρώτη του 20ου η διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού, λόγω της αυξημένης κινητικότητας, εντατικοποιήθηκε. Αποτέλεσμα ήταν η συγκρότηση μιας νέας ομάδας – των μεταναστών – και η ενίσχυση της ομάδας των εμπόρων, η οποία εμπλουτίστηκε και με μεμονωμένες εγκαταστάσεις οικογενειών από την ηπειρωτική Ελλάδα, την Κρήτη και άλλα χωριά του νησιού.

Οι δυο αυτές ομάδες, που εργάζονταν και έρχονταν πλέον σε συχνή επαφή με τόπους του εξωτερικού και ιδίως με τα αστικά κέντρα του Αιγαίου, της Μικράς Ασίας και της Μεσογείου, αποτελούν τους φορείς νέων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών προτύπων και πρακτικών.

Πολιτοφυλακή Πλωμαρίου
Πολιτοφυλακή Πλωμαρίου

Η παραγωγική – οικονομική φυσιογνωμία του Σκαλοχωρίου αυτή την περίοδο βασιζόταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία, που αποτελούσαν τη βασική ασχολία μεγάλου μέρους του εντόπιου πληθυσμού. Η γεωργική παραγωγή στρεφόταν σε καλλιέργειες σιτηρών και ελαιόδεντρων καθώς και αμπελιών. Οι βελανιδαγροί, ανήκαν κατά κανόνα σε Οθωμανούς μεγαλοκτηματίες και το βελανίδι συγκεντρωνόταν και εξαγόταν σε καΐκια σε βυρσοδεψεία της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και των απέναντι Μικρασιατικών παραλίων μέσω της σκάλας στο Τσαμούρ Λιμάνι, στο οποίο είχαν ανεγερθεί και αποθήκες (εκ των οποίων η μία σώζεται μέχρι σήμερα με κτητορική επιγραφή 1889), ενώ μαρτυρείται και η λειτουργία τελωνείου κατά τις περιόδους 1884-1885 και 1886-1887.

Δεύτερη βασική ασχολία μικρού μέρους του εντόπιου πληθυσμού αποτελούσε η κτηνοτροφία. Ιδιαίτερα σε αγροτικές περιοχές άγονες και ημιορεινές. Αφορούσε πρωτογενώς σε εκτροφή αιγοπροβάτων, βοοειδών και μεταφορικών ζώων, και δευτερογενώς σε παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, μαλλιών και δερμάτων, τα οποία ήταν εμπορεύσιμα στην τοπική αγορά και σε υπερτοπικές αγορές του νησιωτικού και του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου.

Η συνεργατική – ανεκτική σχέση, που υπήρχε σύμφωνα με τον Ανέστη Θεοδοσίου και προφορικές μαρτυρίες άλλων γηραιών κατοίκων του χωριού, μεταξύ των μελών της χριστιανικής και της μουσουλμανικής κοινότητας του Σκαλοχωρίου διαταράσσεται κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, με την άνοδο του τουρκικού αλλά και του ελληνικού εθνικισμού.

Ελληνικός στρατός εις Κλαπάδο
Ελληνικός στρατός εις Κλαπάδο 1912

Ο Ανέστης Θεοδοσίου αναφέροντας το Σκαλοχώρι ως δεύτερο Κλαπάδο, το συγκρίνει με το αμιγώς κατοικούμενο από μουσουλμάνους γνωστό τουρκοχώρι της βορειοδυτικής Λέσβου, όπου αυτή την περίοδο ήταν εγκατεστημένο και το στρατηγείο του οθωμανικού στρατού. Αναφέρεται στο καθεστώς τρομοκρατίας, το Νοέμβρη και το Δεκέμβρη του 1912, που επιβλήθηκε στο χωριό από τους Οθωμανούς – με συνδρομή και επιρροή προφανώς πολλών μη Σκαλοχωριτών – όταν οι Τούρκοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν την κυριαρχία τους, με όπλο τον εκφοβισμό των Χριστιανών. Η αποφυγή του σφαγιασμού των Χριστιανών, πράγμα που συνέβη σε πολλές άλλες γειτονικές κοινότητες, αποφεύχθηκε μετά από παρέμβαση ενός Οθωμανού, πιθανότατα του Χατζή Χότζα Εμίν Εφένδη που ήταν ιμάμης στο τζαμί (Yeni Cami) και ιεροδιδάσκαλος στον Μεντρεσέ του Σκαλοχωρίου.

Έφοδος του Ελληνικού στρατού στη Λέσβο 1912
Έφοδος του Ελληνικού στρατού στη Λέσβο 1912

Το σκηνικό αυτό αλλάζει άρδην μετά την συνθηκολόγηση του οθωμανικού στρατού κατά τη μάχη του Κλαπάδου και την αιχμαλωσία ή παράδοση πολλών Σκαλοχωριτών Οθωμανών, που είχαν καταταγεί. Το χωριό καταλήφθηκε από ένοπλους αντάρτες, άταχτα επικουρικά σώματα από Λεσβίους Χριστιανούς, εξοπλισμένα από τον ελληνικό στρατό, που εκμεταλλευόμενοι το κενό εξουσίας προέβησαν σε κάθε είδους αγριότητα (λεηλασίες οικιών, βιασμούς, δολογονίες), με τη συνεργασία ελάχιστων εντοπίων, σε βάρος των Οθωμανών του χωριού.

Σ’ αυτή την συγκυρία δεν έλειψαν οι σώφρονες και μετριοπαθείς Χριστιανοί, που απέτρεψαν εκτεταμένες βιαιοπραγίες, κρύβοντας και προστατεύοντας οθωμανικές οικογένειες του χωριού. Προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν το όνομα του προέδρου της χριστιανικής κοινότητας Νικολάου Ηλ. Χατζηλία, ο οποίος απειλήθηκε από τους αντάρτες. Η σωφροσύνη και η ακεραιότητα του προέδρου επιβεβαιώνεται, αφού η μυτιληναϊκή εφημερίδα «Σάλπιξ» αναφέρει σε δημοσίευμά της 15-12-1912 ότι:

«περί τους εκατόν οπλίται του τουρκικού στρατού αποσπασθέντες εκ του κυρίου σώματος και περιπλανηθέντες τείδε κακείσε κατέφυγον εσχάτως εις το χωρίον Σκαλοχώρι όπου παρέδωσαν τα όπλα των εις τον εκεί προύχοντα κ. Χατζηλίαν. Επειδή εξέφρασαν την επιθυμία των όπως παραδοθούν μόνον εις τακτικόν στρατόν αναχώρησε προς παραλαβήν των ο εν Πέτρα αστυνόμος κ. Δ. Αντωνιάδης μετ’ αγήματος πεζοναυτών και πολιτοφυλάκων».

Με την άφιξη του αγήματος στις 12 Δεκεμβρίου 1912 οι αντάρτες αναχώρησαν και η ελληνική κατοχή του χωριού επισφραγίστηκε με πανηγυρική συμμετοχή των Χριστιανών κατοίκων.

Ο ένας μήνας, λοιπόν, ανομίας που μεσολάβησε ανάμεσα στην κατάληψη της Μυτιλήνης και τη συνθηκολόγηση του οθωμανικού στρατού και δυστυχώς και η αμέσως επόμενη περίοδος, με την εμφάνιση των προσφύγων του πρώτου διωγμού εξέθρεψε φαινόμενα φανατισμού και μισαλλοδοξίας ανάμεσα στις δυο κοινότητες του νησιού και επέτρεψε την εκδήλωση των ενστίκτων εκδίκησης και μίσους, που αποτέλεσαν το μέσον επίλυσης πάσης φύσεως διαφορών (οικονομικά θρησκευτικών, εθνικών και προσωπικών) με τελικά θύματα, δυστυχώς, τον άμαχο πληθυσμό. Είθε να είναι αυτά τα γεγονότα τα τελευταία…

_________________________

Χρήστος Χατζηλίας
καθηγητής και Σχολικός Σύμβουλος Νομού Λέσβου

Η ομιλία αυτή παρουσιάστηκε από τον κ. Χ. Χατζηλία
στις 8 Δεκεμβρίου 2013 στις εκδηλώσεις της 101ης Επετείου Απελευθέρωσης του Σκαλοχωρίου
και δημοσιεύθηκε στην τριμηνιαία εφημερίδα  του Συλλόγου Σκαλοχωριτών
αρ. Φύλλου 135 Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013

Φωτογραφικό υλικό από την ιστοσελίδα Προέλαση

Συλλογή υλικού: Ιάκωβος Γαριβάλδης
για τις σελίδες “ΜΝΗΜΕΣ”