Αναστάσιος Κολοκοτρώνης – Ταξίδι στην Ελλάδα Μέρος Ε’

Η αδελφή μου Βασιλική με τη μητέρα μου μπροστά στην αυλή του σπιτιού (1950)
Η αδελφή μου Βασιλική με τη μητέρα μου μπροστά στην αυλή του σπιτιού (1950)

Το Πρώτο Ταξίδι Στην Ελλάδα

(18 Νοεμβρίου 1967)

Όταν έφευγα από το Λονδίνο σκέφτηκα να μείνω στην Αθήνα για τρεις μέρες για να δω μερικούς φίλους και συγγενείς και μετά να πάω στην Θεσσαλονίκη να δω την αδελφή μου και τις αδελφές της Χριστίνας και να τις γνωρίσω.

Στην Αθήνα .Όταν πετούσαμε πάνω από την Αθήνα αισθανόμουν ένα ρίγος από χαρά και συγκίνηση που θα έβλεπα μετά από τόσα χρόνια πάλι τα μέρη που έζησα σα στρατιώτης στη σχολή τεχνιτών εκεί τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου.

Όταν βγήκα από το αεροπλάνο και μπήκα στο λεωφορείο για να πάμε στο κτήριο του αεροδρομίου μου έκανε εντύπωση η στρατιωτική και η αστυνομική παρουσία. Παντού οπλισμένοι σαν αστακοί, Ούτε στον εμφύλιο πόλεμο δεν ήταν οπλισμένοι έτσι ο στρατός και η αστυνομία. Αμέσως κατάλαβα ότι ή χώρα μας είχε δικτατορία, και ένας κοντά μου, μου είπε να είμαι προσεκτικός τι κάνω και τι λεω.

Δεν έλαβα υπ’ όψιν μου και τόσο. Είπα έχω Βρετανικό διαβατήριο, Αυστραλός υπήκοος είμαι, τι θα με κάνουν; Μετά από τον τυπικό έλεγχο κλπ πήγα με το λεωφορείο του αεροδρομίου στην Πλατεία Συντάγματος και εκεί πήρα ταξί για να πάω στη Ομόνοια σε γνωστό μου ξενοδοχείο. Είχε νυχτώσει έκανε κρύο και έβρεχε και ως που να πάμε εκεί πιάσαμε κουβέντα με τον ταξιτζή. Όταν φτάσαμε έξω από το ξενοδοχείο μου είπε ότι το αγώγι του έκανε 150 δρ. σκέφτηκα δε να του αφήσω και 50 δρ. δώρο και του έδωσα 500 δρ. Πήρε το πεντακοσάρικο, κατέβασε τις αποσκευές μου, μπήκε στα γρήγορα μέσα και εξαφανίστηκε. Φώναζα να σταματήσει αλλά έγινε λαγός. Και τα ρέστα μου μαζί.

Έμεινα στη πρωτεύουσα δύο μέρες και το πρώτο μέλημά μου ήταν να βρω τον βοηθό που είχα όταν υπηρετούσα στα στρατιωτικά συνεργεία, τον Ανδρέα Τρομάρα. Γρήγορα τον βρήκα στο τηλεφωνικό κατάλογο του Πειραιά. Τον τηλεφώνησα και του έκανα, όπως μου είπε, τη μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής του. Σε μισή ώρα ήταν στο ξενοδοχείο. Φάγαμε έξω μαζί και λέγαμε όλο το βράδυ μέχρι αργά τις περιπέτειες της στρατιωτικής ζωής μας διότι παρ όλο σαν παιδί που ήταν μαζί μας μαθητευόμενος έκανε πιο σκληρή ζωή και από τους στρατιώτες. Την άλλη μέρα ήρθε πρωί και με πήρε να πάμε στον Πειραιά για να μου δείξει την επιχείρησή του και πόση πρόοδο έκανε από τον καιρό που τον φέραμε εγώ και ο φίλος μου τότε συνάδελφος Καλλέργης Ανδρέας να δουλέψει σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων κάπου στα Καμίνια.

Έμεινα έκπληκτος που είδα ένα τεράστιο κτήριο που ήταν το ένα τμήμα συνεργείο επισκευών και το άλλο χώρος στάθμευση κινητών συνεργείων τύπου RACV που περιπολούσαν όλη την Αττική και την Πελοπόννησο και είχε περί τα 50 οχήματα πλήρως εξοπλισμένα με εργαλεία και μηχανικούς. Τρομερό παιδί ο Τρομάρας.

Το μόνο που απέτυχε ήταν ο γάμος του. Είχε χωρίσει με την γυναίκα του και τα δύο παιδιά του τα είχε αυτή και αυτός έμενε μέσα στο ίδιο το κτήριο που είχε και δωμάτιο, τώρα σαν μπεκιάρης. Πάντως περάσαμε λίγες ώρες ευχάριστες και πολύ ευχάριστο που έκανε τέτοια πρόοδο μόνος του μέσα σε λίγα χρόνια. Την άλλη μέρα επισκέφτηκα τα εξαδέλφια μου. Θωμά, Βασίλη και Παναγιώτη Λαφαζάνη (παππούς του Παν Λαφαζάνη που είναι προς το παρόν στο κόμμα του συνασπισμού στην Ελλάδα).

Την ίδια μέρα κατά το βραδάκι αποφάσισα να πάω να δω το σπίτι του στρατιώτη όπου όταν υπηρετούσα πηγαίναμε κάθε βράδυ για φτηνή ψυχαγωγία και ακούγαμε την Νίνου και άλλες τραγουδίστριες και να θυμηθώ τα παλιά .Όπως βάδιζα στην Σταδίου φορτωμένος με την κινηματογραφική και φωτογραφική μηχανή για να μη μου τις κλέψουν από το χοτέλ, με πλησίασαν δύο νεαρές κοπέλες 16-17 χρόνων με πολύ μίνι (ήταν της μόδας τότε) και στα αγγλικά μου είπαν αν ήθελα να μου κάνουν παρέα. Τις κοίταζα έκπληκτος, από την ηλικία τους, από το ντύσιμο αλλά και από το θράσος που είχαν να κάνουν παρέα έναν σαραντάρη. Βέβαια αμέσως κατάλαβα ότι ήταν νεοβγαλμένες πόρνες που κυνηγούσαν τα δολάρια μέσα στο λαβύρινθο της Αθήνας και σκέφτηκα τι μέλλον θα είχαν άραγε τα κορίτσια αυτά και αν ήξεραν οι γονείς αυτό που έκαναν.

Για να διασκεδάσω την περίπτωση απάντησα κι’ εγώ στα Αγγλικά και με λίγη Αμερικάνικη προφορά να νομίσουν ότι ήμουν αμερικάνος τουρίστας , τις λεω.

«Καλά ρε κορίτσια Ελληνικά δεν ξέρετε»;

«Καλέ… Έλληνας είσαι από την Αμερική; Καταλάβαμε ότι δεν είσαι Αμερικάνος»

«Ναι, ήρθα για τουρισμό και δεν έχω παρέα. Πόσο χρεώνετε για την παρέα σας»;

«Για τις δύο ένα χιλιάρικο την κάθε μία με φαγητό και ποτό, ή διάλεξε πια από μας θέλεις με 750 δραχμές τη μία μέχρι τις 12 τα μεσάνυχτα».

Σκέφτηκα να κάνω τώρα μία γελοία πρόταση που ήταν αδύνατον να την δεχτούν. Και τις λεω

«Για να μη σας χωρίσω ελάτε και οι δύο, αλλά έχω να σας δώσω μόνο από δύο δολάρια».

Τι ήθελα να ανοίξω κουβέντα με τέτοια πλάσματα της κοινωνίας; .Σαν άνοιξαν αυτές το στόμα τους έμεινα σαν στήλη άλατος .Αφού με σκυλοβρίσανε με όλα τα κοσμητικά επίθετα του επαγγέλματός τους, στο τέλος μου είπαν μαλάκα και να τα χώσω τα δολάρια στον πισινό μου και άλλα Έφυγα στα γρήγορα να πάω για καφέ στο κέντρο ψυχαγωγίας οπλιτών και γελούσα με την γκάφα μου.

 Στο Σταθμό Λαρίσης

Τώρα για το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη προτίμησα να πάω με το τρένο για να μπορέσω να δω με την διαδρομή αυτή τα ωραία μέρη που έχει η πατρίδα μας και που τα είχα κάνει αρκετές φορές όταν υπηρετούσα στο στρατό και μου άρεσαν. Ήθελε να δω τα χιονισμένα βουνά και τους κάμπους της Λαμίας της Θεσσαλίας και της Θεσσαλονίκης που την εποχή αυτή είχαν ένα ιδιαίτερο χρώμα και ομορφιά Έτσι στις 21 Νοεμβρίου 1967 πήρα το τρένο για τη Θεσσαλονίκη. Είχα τη μηχανή και έπαιρνα σε ταινία τα ωραία και χιονισμένα βουνά του Τυμφρηστού. Όλοι εμένα βλέπανε δεν υπήρχε άλλος να βγάζει ταινία η να φωτογραφίζει τοπία και μέχρι τη Λάρισα είχα ξοδέψει δύο με τρεις ταινίες και ένα φιλμ .Ο διπλανός μου είπε ότι απαγορεύεται η φωτογράφηση αλλά δεν το πήρα στα σοβαρά.

Στη Λάρισα μας είπαν ότι θα καθυστερήσουμε μία ώρα .Είπα στον διπλανό μου να προσέχει τη βαλίτσα και βγήκα έξω να κάνω μία βόλτα γύρω από το σταθμό και να θυμηθώ λίγο τα μέρη που περπάτησα πολλές φορές όταν υπηρετούσα εκεί.

Την στιγμή που έβγαζα ταινία τον σταθμό και το τρένο, ξαφνικά δύο αστυνομικοί μου αρπάξανε την κάμερα και με πήραν στην άκρη να μου κάνουν παρατήρηση και να με ελέγξουν .Έφερα αμέσως αντίρρηση και διαμαρτυρήθηκα αλλά είδα ότι δεν σηκώνανε κουβέντα και με απείλησαν ότι θα με πάνε στο τμήμα να με κλείσουν μέσα. Τότε κατάλαβα ότι η δικτάτορες δεν κάνανε αστεία Τους είπα ότι είμαι Έλληνας και ότι υπηρέτησα ως εθελοντής πέντε χρόνια και ήρθα για τουρισμό στην πατρίδα μου αλλά αυτά δεν τα λαμβάνανε υπ’ όψιν τους.

Τα παλικαριά, μου είπαν να βγάλω τα φιλμ και από τις δύο μηχανές και τα πήρανε .Δεν μπορούσα να καταλάβω τι στρατηγική σπουδαιότητα είχε το κτήριο του σταθμού και τα βουνά που φωτογράφιζα και ποίος ήταν ό εχθρός που ενδιαφερόταν γι’ αυτά. Ήμουν πολύ θυμωμένος και όταν έφτασα κοντά στον Όλυμπο και στα Τέμπη έβαλα καινούρια φιλμ και άρχισα από τον εξώστη του βαγονιού να τραβάω πάλι.

Τώρα έπαιρνα τον Όλυμπο από μακριά και τα όμορφα Τέμπη. Αυτή τη φορά με πλησίασε ένας νεαρός ανθυπολοχαγός του στρατού και μου έκανε την παρατήρηση να μη κινηματογραφώ τα μέρη εκείνα διότι απαγορεύεται .Τον καλόπιασα και του είπα. «Ήρθα τόσα μίλια από την Αυστραλία και ήθελα να δείξω στα απιδιά μου τα ωραία μέρη της πατρίδας μας και θα ήταν κρίμα και ντροπή να πάω πίσω δίχως καμία φωτογραφία». Κατάλαβε και συμμερίστηκε το παιδί την επιθυμία μου και μου είπε να προσέχω διότι τα πράγματα είναι αυστηρά.

Μετά από την Κατερίνη άρχισα ν’ ανησυχώ και ετοίμαζα τα πράγματά μου .Το τρένο αντί να πάει μέσο Σίνδου άλλαξε γραμμή και τώρα θα περνούσε από το χωριό μου και μάλιστα μπροστά από το σπίτι και το καφενείο μας. Όσο πλησίαζε το τρένο τόσο πιο πολύ και γρήγορα χτυπούσε η καρδιά μου και τα μάτια γέμιζαν από δάκρυα από συγκίνηση και από χαρά .Μόλις πέρασε την γέφυρα του Γαλλικού τα μέρη όλα πιθαμή προς πιθαμή ήταν γνωστά μου .Όρθιος μπροστά στο παράθυρό μου έβλεπα ότι όλα είχαν αλλάξει λίγο αλλά όχι και τόσο. Το τρένο έτρεχε γρήγορα και δεν άργησε να περάσει και από μπροστά από το σπίτι μας .Το έβλεπα πλησιάζοντάς, μετά για 5 δευτερόλεπτα και ύστερα τα μάτια μου καρφώθηκαν εκεί καθώς το τρένο έτρεχε με ταχύτητα να φτάσει στην Θεσσαλονίκη ως που χάθηκε. Τα σπίτια ήταν τα ίδια και τα δέντρα είχαν μεγαλώσει .Ο δε σταθμός με τα σταθμευμένα βαγόνια από την κατοχή ήταν ακόμα εκεί και δεν λέγανε να σαπίσουν .

Στη Θεσσαλονίκη

(Νοέμβριος 1967)

Όταν φτάσαμε στον κεντρικό σταθμό της Θεσσαλονίκης και το τρένο πήγαινε σιγά έβλεπα από το τζάμι να δω αν θα μπορέσω να δω μέσα στο πλήθος την αδελφή μου .Ήταν η μόνη που θα γνώριζα . Δεν την είδα και δεν προσπάθησα να κατεβώ αμέσως και έμεινα σχεδόν τελευταίος. Ξαφνικά την είδα με αρκετούς άλλους και με παιδιά και υπολόγισα ότι θα είναι οι αδελφές της Χριστίνας και οι συζυγοι τους και αποφάσισα να κατεβώ. Μόλις με είδανε με γνώρισαν και έτρεξαν να με υποδεχτούν και να με καλωσορίσουν. Το τι έγινε εκεί δεν φεύγει ακόμα από το μυαλό μου. Ήταν η πρώτη υποδοχή ,όλοι ήθελαν να με πάρουν αλλά κατάληξα στο σπίτι της αδελφής μου πρώτα με την υπόσχεση να πάω και στους άλλους αργότερα.

Έτσι οι πρώτες μέρες περάσανε με επισκέψεις και τραπεζώματα και με κουβέντες και συζητήσεις. Η κατάσταση με την δικτατορία, εκτός από τα μικροεπεισόδια που είχα, ήταν καλή και επικρατούσε η τάξη.

Μετά από μερικές μέρες αποφάσισα να πάω στο χωριό να δω το σπίτι εκεί που άφησα φεύγοντας άρρωστη την μητέρα μου και ήξερα ότι δεν θα είναι τώρα εκεί διότι μόλις έφυγα την άλλη μέρα πέθανε .Κατέβηκα από το λεωφορείο στο σταθμό κοντά και αποφάσισα να περπατήσω δίπλα από τις γραμμές για να περιεργαστώ και τα σπίτια. Δεν είχαν αλλάξει καθόλου, μάλλον είχαν παλιώσει περισσότερο. Έβγαλα την κάμερα και έβγαλα λίγη ταινία από μακριά και μέσα διέκρινα τον φίλο μου τον Κώστα Ραχμανίδη να βαδίζει μπροστά στο καφενείο μας και έναν άλλο φίλο του πατέρα μου

Όταν έφτασα εκεί ήμουν έτοιμος να ξεσπάσω στα κλάματα αλλά δεν ήθελα να επαναλάβω τα ίδια και προσπάθησα να συγκρατηθώ .Είχα κλάψει πολύ πριν από 13 χρόνια όταν έφευγα .Ήθελα να με δουν χαρούμενο που τα κατάφερα να έρθω και να τους δω. Κανένας δεν ήξερε ότι είχα έρθει και από τα παράθυρα είδα αρκετούς πελάτες που ήταν μέσα λόγο της εποχής που παίζανε χαρτιά , τάβλι και άλλοι κουβεντιάζανε.

Μακέτα του καφενείου και του σπιτιού  μας στη Νέα Μαγνησία Θεσσαλονίκης
Μακέτα του καφενείου και του σπιτιού μας στη Νέα Μαγνησία Θεσσαλονίκης

Στο καφενείο μου

Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα όπως έμπαινα από τότε που άρχισα να περπατάω μέχρι που έφυγα για την Αυστραλία τον Νοέμβριο του 1954.

Κανένας δεν με γνώρισε και κανένας δεν με περίμενε. Ηταν όλοι φίλοι και πελάτες του πατέρα μου κάπως περασμένης ηλικίας και ίσως να με είχαν και ξεχασμένο .Για μερικά δευτερόλεπτα με κοιτάζανε σαν ύποπτο μπας και ήμουν από την ασφάλεια του Πατακού με τις κάμερες στο λαιμό μου, ντυμένος με κοστούμι και γραβάτα.

Δεν άντεξα να τους βλέπω να με κοιτάζουν έτσι, σήκωσα τα χέρια μου και είπα. «Βρε χωριανοί είμαι ό Τάσος». Θαρρείς και όλοι είχαν ελατήρια. Σηκώθηκαν όλοι μαζί και ορμήξανε επάνω μου να με αγκαλιάσουν και να με φιλάνε έγινε το σώσε, που λένε, πανδαιμόνιο για αρκετά λεπτά.

Τους παρακάλεσα να κάτσουν και να δεχτούν να τους κεράσω για την ψυχή του πατέρα μου και της μητέρας μου ο, τι ήθελαν αλλά πρότεινα να πιούμε ούζο κάτι που το άρεσε ο πατέρας μου αλλά κι’ αυτοί δεν έπεφταν παρακάτω. Στιγμές που δεν θα τις ξεχάσω ποτέ .

Το νέο κυκλοφόρησε αμέσως στο χωριό και το καφενείο γέμισε από φίλους και συγγενείς, Τόσο κόσμο είχα να δω στο καφενείο από την γενική επιστράτευση του 1940. Αυτή τη φορά όμως διασκεδάσαμε νέοι και γέροι για την (επιστροφή του ξενιτεμένου) .Από τους περίπου είκοσι ξεντυμένους ήμουν ο πρώτος από το χωριό που επέστρεψα για διακοπές.

Το καφενείο το νοίκιαζε ο Δημητρός Ρήγας και το σπίτι η πρώτη ξαδέλφη μου η Δημητρία (Δελσίζη) με τον σύζυγο της Γιάννη Προδρόμου. Και οι δύο διατηρούσαν το κτήμα σαν δικό τους αλλά ο χρόνος έδειχνε ότι όλο το κτήριο είχε άμεση ανάγκη από γενική επισκευή η κατεδάφιση

Το θέμα το συζήτησα με την αδελφή μου αλλά τα οικονομικά τόσο τα δικά της όσο και τα δικά μου δεν ήταν καλά και έτσι αποφασίσαμε να το πουλήσουμε ώστε ο σύζυγός της ο Τάσος Γιαννάς που ήταν υπάλληλος σε κατάστημα ανταλλακτικών να κάνει δική του δουλειά κι’ εγώ να μπορέσω να εξοφλήσω το σπίτι που πρόσφατα είχα αγοράσει και δεν σκόπευα να επιστρέψω ποτέ στην Ελλάδα.

Για την αγορά του κτήματος αυτού υπήρχαν πολλοί αλλά ο χωριανός μας Αριστοτέλης Σγουρίδης που προσέφερε την καλύτερη τιμή και μετρητοίς το αγόρασε, έτσι υπόθεση τελείωσε εντός των χρονικών ορίων της άδειάς μου που ήταν 4 εβδομάδες μόνο.

Ακολουθώντας βέβαια τις συμβουλές του φίλου μου και νεαρού τότε δικηγόρου Βαγγέλη Σαρρή τα χρήματά μου ήταν δεσμευμένα αλλά τα κατάθεσα στην Εθνική Τράπεζα, αφού δεν επιτρεπόταν να τα πάρω στο εξωτερικό, και μερικά κράτησα να τα περάσω μέσα στις τσέπες μου η μέσα στη βαλίτσα αλλά ο κίνδυνος τότε με την δικτατορία ήταν ,εάν με πιάνανε είχα 20 χρόνια φυλακή . Τότε σκέφτηκα να ξηλώσω τις σόλες των παπουτσιών και να βάλω λίγα εκεί, και το έκανα λίγο πριν φύγω.

Εν τω μεταξύ η Τράπεζα ανακάλυψε ότι εγώ ήμουν κάτοικος του εξωτερικού και ειδοποιούν τον δικηγόρο ότι κινδυνεύει να πάει φυλακή διότι δεν αποκάλυψε ότι ό πωλητής (εγώ) του κτήματος και ιδιοκτήτης (από διαθήκη) ήταν κάτοικος του εξωτερικού. Η κατάθεση αυτού του είδους βάσει ενός νόμου του Μεταξά έπρεπε να κατατεθεί σε ειδικό λογαριασμό που δεσμεύονται και είναι άτοκα, (με λίγα λόγια τα κατάσχουν θαρρείς και είναι κλεμμένα) εκτός βέβαια αν αγόραζα άλλο κτήμα, η καθόμουν στην Ελλάδα και τα ξόδευα εκεί κάθε μήνα λίγα λίγα. Με λίγα λόγια η μία δικτατορία το εφάρμοσε και η άλλη το κρατούσε αυστηρά.

Έτσι ο φίλος μου ο Βαγγέλης κόντεψε να χάσει την άδειά του αλλά και να πάει στη φυλακή, και γώ μαζί, διότι ή πώληση έγινε με την παλιά μου ταυτότητα ότι δήθεν ήμουν κάτοικος ακόμα του χωριού. Με πολλά μέσα και γνωριμίες που είχε τα κατάφερε και τα καταθέσαμε σε δεσμευμένο λογαριασμό.

Τι να κάνουμε έτσι συμπεριφέρεται η πατρίδα μας στα ξενιτεμένα παιδιά της που προσφέρανε τόσα και τόσα και προσφέρουν ακόμα από μακριά που ζουν. Αλήθεια τους τόκους των καταθέσεών μου ποίος άραγε τις έπαιρνε;

Λοιπόν. Παρ’ όλες τις περιπέτειες, τις λίγες μέρες που έμεινα στην Θεσσαλονίκη πέρασα πάρα πολύ καλά με όλους του συγγενείς. Δεν πέρασε μέρα που να μη διασκεδάσαμε είτε στα σπίτια και στα κέντρα και με την αδελφή μου αλλά και με τα μπατζανάκια μου και τις κουνιάδες μου .

Επισκέφτηκα και τα Πορρόϊα που είναι και γενέτειρα της Χριστίνας και όλων των συγγενών της που ακόμα ζούσαν εκεί. Η οικογένειά της έφυγε επί κατοχής όταν ήρθαν οι Βούλγαροι αφήνοντας πίσω σπίτια και χωράφια για να εγκατασταθούν μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Το μόνο που πηγαίνοντας εκεί παρατήρησα που η δικτατορία είχε παντού κάτι μεγάλες απαγορευτικές πινακίδες που μεταξύ άλλων έλεγε ότι απαγορεύεται η φωτογράφηση της περιοχής και άλλες μπούρδες.

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη αν δεν πήγαινα και στην Έδεσσα να δω τον θείο μου Μάρκο που έμενε μόνος του. Δυστυχώς η θεία μου Μαρία δεν ήταν εκεί, είχε μετοικίσει στο νεκροταφείο. Τα είπαμε όμως με τον θείο και θυμηθήκαμε τα τσιμπήματα στον πισινό μου και το τράβηγμα των αφτιών που μου έκανε η συγχωρημένη. Και εκεί είχε απαγορευτικές πινακίδες αλλά εγώ πήρα ταινίες και φωτογραφίες και από τα δύο μέρη.

Το τελευταίο μέρος που επισκέφτηκα ήταν η Αμερικανική Γεωργική Σχολή. Είχα τόσες μαθητικές αναμνήσεις εκεί που έπρεπε να πάω να δω ποιοι ήταν εκεί και τι πρόοδο είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια .Πράγματι πολλά είχαν αλλάξει προς το καλύτερο .Βρήκα αρκετούς συμμαθητές που δούλευαν εκεί και ένας απ αυτούς ο Αρχιμήδης Κουλαουζίδης ήταν και προσωπάρχης του διευθυντή Μπρους Λάνσντεϊλ. Η φιλοξενία τους ήταν ,όπως πάντοτε, πολύ φιλική και ευγενική .Δεν παραλείψαμε να κάνουμε και μία άλλη συνάντηση με μερικούς άλλους που έμεναν στη Θεσσαλονίκη σε κέντρο όπου περάσαμε ένα αξέχαστο συναπάντημα και να θυμηθούμε τα μαθητικά μας χρόνια .

Κάθε τι καλό έχει και τέλος. Από την Αθήνα έπρεπε να αναχωρήσω στις 20 Δεκ. Έτσι κανόνισα να φύγω μία μέρα πιο μπροστά για να έχω περιθώριο. Όλες οι εξωτερικές πτήσεις ήταν με την QANTAS και αυτή τη φορά θα πήγαινα μέσο Ασίας και τα αεροπλάνα ήταν τα Boeing 707. Ήταν ωραία , καλοτάξιδα και δεν είχαν τότε πολλούς επιβάτες και πετούσα σχεδόν μισογεμάτα και είχαμε πολύ ευρυχωρία .

Στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης με συνόδευσαν σχεδόν όλοι οι συγγενείς και αφού κλάψαμε πάλι για τον χωρισμό υποσχέθηκα ότι θα έρχομαι τακτικά μία που έχω φτηνά εισιτήρια από τη δουλειά μου .Τους άφησα χαιρετώντας αδιάκοπα και περπάτησα για αρκετή απόσταση να πάω στο αεροπλάνο που ήταν σταθμευμένο μακριά από το κτίριο . Πάνω από τη σκάλα δίχως να τους βλέπω καθαρά χαιρέτησα ακόμα μια φορά , μπήκα μέσα και έκατσα στο κάθισμά μου που είχε παράθυρο και κοντά στη μηχανή . Μου έκανε εντύπωση που το αεροπλάνο ήταν ελικοφόρο και δικινητήριο σαν DC 6. Έκλεισαν οι πόρτες για να βάλουν μπρος τις μηχανές αλλά οι κερατένιες δεν έπαιρναν μπρος. Προσπαθούσαν για μισή ώρα αλλά τίποτα κοντεύαμε να πάθουμε ασφυξία από έλλειψη οξυγόνου. Από ότι κατάλαβα οι μηχανές έπαθαν υπερχείλιση βενζίνης στα καρμπιλατέρ τους .Στο τέλος πήραν μπρος η μία μετά την άλλη βγάζοντάς τόσο καπνό που ντουμάνιασε όλος ο τόπος θαρρείς και είχαν πάρει φωτιά .

Όλοι έκαμναν τον σταυρό τους και έλεγαν προσευχές για να έχουμε καλό ταξίδι, Στην Ελλάδα πάντα το κάνουν, και μια άλλη φορά που πετούσα από Αθήνα για Θεσσαλονίκη πριν προσγειωθούμε όλοι έκαναν το σταυρό τους και μετά από μία ανώμαλη προσγείωση όλοι είπαν «Άντε και σήμερα σωθήκαμε» ΄Έκανα γι εγώ για να μη νομίσουν ότι είμαι άθρησκος. Σ’ αυτές τις στιγμές αν πάθει κάτι το αεροπλάνο εκεί ψηλά ο μόνος που μπορεί να σε σώσει είναι ο πιλότος, αν δεν μπορέσει αυτός δεν σε σώζει κανένας .

Τέλος, η απογείωση ήταν τέλεια ούτε την κατάλαβα, γιατί εδώ που τα λέμε έχουμε πολύ καλούς πιλότους. Από δεξιά απολάμβανα τον Όλυμπο και αριστερά το Αιγαίο με τα νησιά εδώ κι εκεί και γενικά η πτήση ήταν υπέροχη .Όταν φτάσαμε στην Αττική το αεροπλάνο πήρε ανοιχτή στροφή πάνω από τον Σαρωνικό για να ευθυγραμμιστεί με τον διάδρομο προσγειώσεως στην Αθήνα .Ενώ πλησιάζαμε για προσγείωση το αεροπλάνο ανέπτυξε ταχύτητα και πήρε πάλι ύψος. Υπολόγισα ότι στο διάδρομος θα υπήρχε άλλο αεροπλάνο και είναι κλειστό και θα κάνουμε άλλον ένα γύρο. Αλλά αντί να γυρίσουμε προς την Αθήνα πήραμε κατεύθυνση .προς την Εύβοια δίχως να μας πουν τίποτα γιατί δεν προσγειωθήκαμε .Όταν όμως συνέχιζε την πτήση και κοντεύαμε να φτάσουμε στην Θεσσαλονίκη η αεροσυνοδός πήρε το μικρόφωνο και μας είπε.

«Κυρίες και κύριοι λόγο βλάβης του κινητήρος επιστρέφουμε στην Θεσσαλονίκη». Δεν ξέρω πόσοι την χάψανε την ανακοίνωσή αυτή, αλλά εγώ επειδή είμαι μηχανικός αεροπλάνων ήμουν ο μόνος που σηκώθηκα και της είπα..

«Γιατί δεσποινίς αφού είχαμε μηχανική βλάβη δεν προσγειωθήκαμε στην Αθήνα που σχεδόν ήμασταν πάνω από τον διάδρομο»; Δικαιολογήθηκε ότι δεν ήξερε περισσότερα και σε μισή ώρα θα ήμασταν πίσω στην Θεσσαλονίκη.

Αφουγκραζόμουνα τις μηχανές και δεν έβλεπα τίποτα ύποπτο έκτός και αν ήταν τίποτα άλλο σκέφτηκα.

Η προσγείωση ήταν ομαλή. Ξανάκαναν όλοι το σταυρό τους εκτός από μένα διότι εάν έχανα την πτήση από την Αθήνα ίσως να έχανα και τη δουλειά μου αν αργούσα και δεν επρόκειτο να με σώσει καμία προσευχή.

Όταν άνοιξαν οι πόρτες για να βγούμε έξω βλέπω χιλιάδες στρατιώτες οπλισμένους και τα τανκς να έχουν περικυκλώσει όλες τις εγκαταστάσεις και το κτίριο. Μας φώναζαν να κάνουμε γρήγορα να μπούμε μέσα στο κτίριο.

Κόντεψα να πάθω συγκοπή και όλοι οι άλλοι που πριν μια ώρα δεν υπήρχε τίποτα και όλα ήταν ήσυχα τώρα βλέπαμε μία εμπόλεμη κατάσταση. Μερικοί είπαν ότι έχουμε πόλεμο με την Τουρκία .Τότε τα χρειάστηκα και σκέφτηκα ότι δεν θα ξαναδώ την Χριστίνα και τα κοριτσάκια μου πια. Μέσα στο Θάλαμο αναμονής υπήρχε ένας πανικός που όλοι φεύγανε με όποιο μέσο βρίσκανε. Προσπάθησα να τηλεφωνήσω τον γαμπρό μου τον Τάσο στο μαγαζί αλλά το τηλέφωνο δεν δούλευε προσπάθησα να τηλεφωνήσω τον μπατζανάκη μου και εκείνο δεν δούλευε .Κανένας του αεροδρομίου δεν ήξερε γιατί ήταν αυτός ο πανικός.

Στο τέλος είχα μείνει με την βαλίτσα μου μόνος. Ήρθε ένα αχθοφόρος και μου λέει. «Εσύ ρε αγόρι γιατί δεν φεύγεις»; Έξω είναι το τελευταίο λεωφορείο πόρτο και φύγε γρήγορα γιατί γίνεται επανάσταση».

Έτρεξα και μόλις το πρόλαβα, μέσα άκουα να λένε ο ένας έτσι ο άλλος αλλιώς και κανένας δεν ήξερε τι είδος επανάσταση ήταν .

Όταν φτάσαμε στη πόλη τότε μεταδόθηκε η είδηση από την Αθήνα ότι ό Βασιλιάς Κωνσταντίνος έκανε πραξικόπημα με σκοπό να ανατρέψει τη χούντα και όλος ο στρατός της χούντας ήταν έτοιμος να εμπλακεί με το στρατό που είχε συγκεντρώσει ο Βασιλιάς εναντίων της χούντας.

Αυτό που έβλεπα το τι γινόταν στην Θεσσαλονίκη μου έφεραν μνήμες από τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Οι μαγαζάτορες κλείνανε τα ρολά τους και βιαστικοί τρέχανε να πάνε στα σπίτια τους και να μείνουν εκεί μέχρι νεωτέρας διαταγής. Διότι αυτό λέγανε από την Αθήνα τα ραδιόφωνα και άλλοι έτρεχαν σε κάθε κατεύθυνση για να κρυφτούν.

Εγώ από την παραλία με τις αποσκευές μου έτρεξα όσο ποτέ στη ζωή μου μέχρι επάνω στην Νεάπολη. Τρεις και τέσσερις φορές έπεσα κάτω από την κούραση και την αγωνία. Στο τέλος όταν χτύπησα την πόρτα της αδελφής μου κόντεψε να πάθει αυτή συγκοπή που πριν από δύο ώρες με χαιρέτησε και ξαφνικά ήμουν μπροστά της σαν φάντασμα. Τσίριξε και ρωτούσε γιατί γύρισα. Οι περισσότεροι δεν ήξεραν ακόμα τι συνέβαινε διότι δεν είχαν ραδιόφωνο. Όταν της είπα γίνεται επανάσταση με πέρασε για τρελό. Σε λίγη ώρα ήρθε και ο Τάσος ο άντρας της .Μόλις με είδε στο σαλόνι έκανε το σταυρό του και ρωτούσε αν είμαι εγώ. «Ναι» του είπα., «εγώ είμαι που να μην ήμουν, στα καλά καθούμενα θ’ αφήσω χήρα και ορφανά».

Λοιπόν όπως μάθαμε η επανάσταση του Κωνσταντίνου απέτυχε και μετά δύο μέρες τα πράγματα ησύχασαν, πήγα στο αεροδρόμιο μόνος μου με ταξί δίχως να έχουμε συγκινήσεις και να ξανακλαίμε .Πήρα το αεροπλάνο που πήρε μπρος αμέσως και έφυγα για την Αθήνα για να συνεχίσω το μακρινό ταξίδι μου στην ωραία Αυστραλία .

Βέβαια για τα ιστορικά αυτά γεγονότα της εποχής εκείνης έχουν γραφτεί αρκετά βιβλία από ειδικούς και μπορούν να διαβαστούν ξεχωριστά διότι εγώ δεν είμαι καλά γνώστης αυτών των πραγμάτων

Όταν πια μπήκα μέσα στο αεροπλάνο της QANTAS τότε μόνο αισθάνθηκα ότι ήμουν ασφαλής και σίγουρος ότι θα φτάσω στο σπίτι.

Το ταξίδι ήταν άνετο δίχως πολλούς επιβάτες και η διαδρομή αρκετά μακρινή διότι πέρασε από το Δελχί, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Μανίλα, Ντάρουϊν και έφτασα στην Μελβούρνη, κοντά στην οικογένειά μου και στη δουλειά μου εγκαίρως δίχως φασαρίες..

Η Μελβούρνη του 1954 Από τον ποταμό Γιάρρα διακρίνεται ο σιδηροδρομικός σταθμός  Φλίντερς και ο καθεδρικός ναός που ήταν το υψηλότερο τότε κτίριο μέσα στη πόλη.
Η Μελβούρνη του 1954 Από τον ποταμό Γιάρρα διακρίνεται ο σιδηροδρομικός σταθμός Φλίντερς και ο καθεδρικός ναός που ήταν το υψηλότερο τότε κτίριο μέσα στη πόλη.

Επιστροφή στο Σπίτι

Η επιστροφή μου κοντά στην οικογένεια ήταν μία ανάσα και μεγάλη ανακούφιση που έφτασα καλά και έγκαιρα στη δουλειά μου .Σε σύγκριση με την μεταναστευτική μου κρουαζιέρα με το υπερωκεάνιο Κυρήνεια μπορώ να πω ότι τα αεροπορικά ταξίδια για μένα και για την οικογένειά μου όλη ήταν (πολυτελείας).

Η δουλειά μου σαν τεχνικός με την αεροπορική εταιρεία Άνσεττ μου έδωσε την ευκαιρία για πρώτη φορά να κάνω το γύρω του κόσμου με άνεση αλλά και με 90% έκπτωση στα εισιτήρια αλλά και μετέπειτα να έχουμε τα ίδια προνόμια μέχρι την ημέρα που ιδιώτευσα για να συνταξιοδοτηθώ .Εκπτώσεις δε είχαμε στα ξενοδοχεία, στις ενοικιάσεις αυτοκινήτων και σε αρκετά εστιατόρια

Θα πρέπει να τονίσω εδώ ότι οι εργοδότες για την επιτυχία τους πάντοτε βασίζονται στο προσωπικό τους που είναι τα εργαλεία τους για να κάνουν τη δουλειά τους αποδοτική για να πετύχουν. Το ίδιο ισχύει και για τους υπαλλήλους. Ο εργοδότης που δεν κάνει κέρδη απολύει τους εργάτες και κλείνει την επιχείρησή του Όταν το προσωπικό τους είναι καλό και εργάζεται ευσυνείδητα αυτό το προσέχουν και το εκτιμούν πολύ και το ανταποδίδουν με κάποιο τρόπο .

Εδώ θα κάνω μία παραδρομή να διηγηθώ ένα περιστατικό που συνέβη σε μένα το 1975. Ένα Σάββατο πρωί παίρνω ένα δυσάρεστο τηλεφώνημα από την Ελλάδα τον υπάλληλο του γαμπρού μου Τάσο Γιαννά ότι είχε πεθάνει και έπρεπε να πάω επειγόντως, διότι το κατάστημά αυτοκινήτων και ανταλλακτικών που είχε έπρεπε να γίνει καταγραφή του εμπορεύματος και επειδή η αδελφή μου και ο δεκατετράχρονος γιος του δεν ήξεραν ήθελαν κάποιον της οικογενείας να είναι παρόν εκεί και να ξέρει από αυτοκίνητα και ανταλλακτικά .Αυτά τα ήξερα αλλά δεν ήξερα πως μπορούσα να φύγω αμέσως που μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο ,να περιμένω ν’ ανοίξουν οι τράπεζες έπρεπε να πάρω άδεια, να βγάλω διαβατήριο, κλπ, κλπ

Έμείνα για λίγη ώρα απολιθωμένος και σκούπιζα τα δάκρυά μου για το γρήγορό χαμό του από τον καρκίνο στο συκώτι του και να θρηνήσω την όλη κατάσταση που άφησε πίσω του .Μιλήσαμε με την Χριστίνα και η οποία συμφώνησε να πάω και να τους συμπαρασταθώ αλλά πώς όμως τόσο γρήγορα.

Αμέσως σκέφτηκα να πάω να δω τον τμηματάρχη μου MurphyLadd (τον μπόση) που έμενε κάπου κοντά μου ,στο Νίντρι , Τον βρήκα και έβαφε τα δωμάτια του σπιτιού του .Όταν με είδε παραξενεύτηκε και αμέσως κατάλαβε ότι ήταν κάτι το δυσάρεστο είχα από την εμφάνιση μου φαίνεται ,και μου λέει «Τι συμβαίνει Τομ και είσαι εδώ?».

Του είπα όλη την υπόθεση και στεναχωρέθηκε θαρρείς και ήξερε τον γαμπρό μου .Σκέφτηκε για λίγα λεπτά και μου είπε, κάτι θα κάνει. Άφησε τις βούρτσες και τις μπογιές έβγαλε την φόρμα του με πήρε στο δικό του αυτοκίνητο και μου είπε ότι θα κάνει κάτι να φύγω με την επόμενη πτήση οποιοδήποτε αεροπλάνο φεύγει για την Αθήνα και πήγαμε αμέσως στο αεροδρόμιο του Ταλλαμαρίν. Εκεί πήγαμε στον διευθυντή του αεροδρομίου στον οποίο μίλησε σχετικά και είπε ότι θέλει οπωσδήποτε να φύγω αμέσως και να μου δώσει εισιτήριο επιστροφής και χίλια δολάρια με ειδικό σημείωμα που ήταν σαν διαβατήριο ,

Όλα αυτά έγιναν μέσα σε δεκαπέντε λεπτά και είχα μόνο δύο ώρες να ετοιμαστώ και να βρίσκομαι στο αεροδρόμιο για να φύγω με την QANTAS για την Αθήνα .Τους ευχαρίστησα πριν φύγω από το γραφείο για την τόσο γρήγορη εξυπηρέτηση.

Φεύγοντας για το σπίτι του μου είπε ο Μέρφ. «Ξέρεις Τομ τέτοιο περιστατικό δεν έχει συμβεί αλλά σε άλλες περιπτώσεις το κάνουν μόνο σε αστυνομικούς ,σε πολιτικούς ,και σε κατασκόπους». Και στο τέλος μου λέει . « Εξυπηρετούμε και βοηθάμε τους καλούς μας εργάτες και τους προσέχουμε σαν τα μάτια μας ». Δεν ήξερα ότι με είχαν για καλό εργάτη διότι κάπου κάπου έκανα λίγη μαλαγάνα, καμιά κοπάνα με χαρτί γιατρού και κάθε πρωί για μισή ώρα διάβαζα την εφημερίδα στο αποχωρητήριο, αλλά στη δουλειά μου ήμουν καλός και πάντα ήμουν μπροστά στην παραγωγή και η δουλειά μου ήταν καθαρή και επιμελημένη .Μάλιστα δε η δική μου δουλειά είχε και κάποια ιδιαιτερότητα που το εξάρτημα αυτό που επισκεύαζα και το δοκίμαζα ήταν το πιο περίπλοκο με περίπου χίλια μικροπράγματα και το ακριβότερο από όλα τα άλλα εξαρτήματα που είχε η μηχανή .

Κάθε μέρα είχαμε επισκέπτες στο τμήμα.. Ανθρώπους από διάφορες εταιρείες και οργανισμούς και το πρώτο μέρος που τους έφερναν ήταν ο δικός μου πάγκος που ήταν ο πιο συμμαζεμένος καθαρός και τα πάντα στη εντέλεια .Ο διευθυντής που τους συνόδευε τόνιζε το λόγο γιατί τα αεροπορικά ταξίδια είναι ακριβά λέγοντας την τιμή μόνο του κιβωτίου σταθερής ταχύτητας να κάνει 300,000 χιλιάδες δολάρια και τις ώρες που ξοδεύαμε για την άρτια συντήρησή τους .

Το ταξίδι βέβαια δεν ήταν ευχάριστο αλλά αυτά έχει η ζωή που απρόβλεπτα τα πράγματα αλλάζουν και τα πάντα έρχονται τα άνω κάτω και η ζωή συνεχίζεται.

Έμεινα εκεί ένα μήνα .Η πείρα μου από το στρατό στα αυτοκίνητα και στα ανταλλακτικά και μετά εδώ με το συνεργείο επισκευών και το πρατήριο βενζίνης που είχα κατάφερα να δώσω κάποιες κατευθύνσεις στην αδελφή μου και στο νεαρό Μάκη να αναλάβουν την δουλειά του πατέρα τους και με την συνεργασία των υπαλλήλων να την διατηρήσουν. Η Νησαν που ήταν και οι προμηθευτές συνέβαλαν να βοηθήσουν διότι ο Τάσος Γιάννας ήταν ένας από τους καλλίτερους αντιπροσώπους τους. Έτσι το έργο συνεχίστηκε και η επιχείρηση ακόμα είναι εκεί και ευημερεί αλλά την διαχειρίζεται η σύζυγος του Μάκη, η Ντίνα Βουλγαρικής καταγωγής.

Το 1995 ο ανιψιός μου ο Μάκης οδηγώντας μία Κυριακή με την γυναίκα του και τα δύο του αγοράκια 4 και 6 χρονών μέσα στο αυτοκίνητο κοντά στο Διαβατά έκανε ένα ατύχημα με αποτέλεσμα να σκοτωθεί αυτός και το 4 χρόνων αγοράκι του επί τόπου και να τραυματιστούν βαριά και ευτυχώς να επιζήσουν η μητέρα και το άλλο αγοράκι.

Το καλοκαίρι του 1994 που ήμασταν εκεί ήταν η τελευταία φορά που τους είδαμε έκτοτε δεν πήγαμε και δεν επιθυμούμε να ξαναπάμε.

Η Μελβούρνη του 1954 με τον σιδ. σταθμό Flinders η γέφυρα Princes Bridge με την Saint Kilda Road και αριστερά το πάρκο Alexandra Gardens and Government House και στο Βάθος διακρίνεται το μνημείο The Shrine  και δεξιά ήταν το Νοσοκομείο Henry και το υψηλότερο τότε κτίριο στην περιοχή.
Η Μελβούρνη του 1954 με τον σιδ. σταθμό Flinders η γέφυρα Princes Bridge με την Saint Kilda Road και αριστερά το πάρκο Alexandra Gardens and Government House και στο Βάθος διακρίνεται το μνημείο The Shrine και δεξιά ήταν το Νοσοκομείο Henry και το υψηλότερο τότε κτίριο στην περιοχή.

Η ζωή μου εδώ στην Αυστραλία αν και είχε τις δύσκολες μέρες και στιγμές, τώρα μέχρι αυτή την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές σκέφτομαι και θεωρώ τον εαυτόν μου τυχερό που αποφάσισα να μεταναστεύσω σ’ αυτήν την χώρα Να δουλέψω και να δημιουργήσω οικογένεια εδώ. Δεν πεινούσα, δεν ήμουν ρακένδυτος και επί ξύλου κρεμάμενος , είχα λίγη περιουσία και ένα καλό επάγγελμα αλλά η πολιτική αστάθεια και γενικά η κατάσταση στην πατρίδα ανάγκαζε τους νέους, όπως εμένα και χιλιάδες άλλους, να εγκαταλείψω την πατρίδα με το τίμημα να χρεωθώ τη ξενιτιά   και να αποκτήσω δύο πατρίδες. Ευτυχώς όμως η τύχη με ευνόησε αλλά και η χώρα ετούτη με βοήθησε και μου έδωσε τις ευκαιρίες να αποκτήσω δουλειές και ειδικότητες που ίσως δεν θα μου τις έδινε η πατρίδα μου και για όλα αυτά είμαι ευγνώμων . Έτσι κατά κάποιο τρόπο η ξενιτιά ξεπεράστηκε με τα συχνά ταξίδια στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο με τα ελαττωμένα στην τιμή εισιτήρια που έπαιρνα από την εταιρεία μας. Είμαι πάντα ευγνώμων και θα αναφέρω μερικά ταξίδια από τα στοιχεία των διαβατηρίων μας

  • Το 1964 Η Χριστίνα με τα δύο κοριτσάκια μας στην Ελλάδα με το «Ελλινίς
  • Το 1967 Ο ίδιος στις ΗΠΑ, Σαν Φρανσίσκο, Ν. Υόρκη, Ντιτρόιτ, Λονδίνο, Αθήνα, Νέο Δελχί , Χονγκ Κονγκ ,Μανίλα, Ντάρουην, Μελβούρνη
  • Το 1974 Ο ίδιος στο Φίτζι.
  • Το1975 Η Χριστίνα, η Άννα και εγώ στην Ελλάδα, Ιταλία Γαλλία Βέλγιο, Γερμανία   Ελβετία, Ιταλία, σιδηροδρομικώς. Ελλάδα Σιγκαπούρη, Μελβούρνη
  • Το 1976 Ο ίδιος στην Ελλάδα.
  • Το 1975 Ο ίδιος στην Ελλάδα (Για τον θάνατο του Τάσου)
  • Το 1977 Ο ίδιος στην Ελλάδα. ΗΠΑ, Ν. Υόρκη, Ντιτρόιτ Σαν Φρανσίσκο Χαβάιι Μελβ.
  • Το 1979 Οικογενειακώς στην Σιγκαπούρη
  • Το 1980 Η Χριστίνα και εγώ στην Ελλάδα
  • Το 1981 Η Χριστίνα και εγώ στην Ελλάδα
  • Το 1982 Η Χριστίνα και εγώ στην Ελλάδα
  • Το 1983 Η Χριστίνα και εγώ στην Ελλάδα και Βουλγαρία με την αδελφή μου παρέα
  • Το 1985 Η Χριστίνα και εγώ στην Ελλάδα και Τουρκία και Αίγυπτο με το ζεύγος Τάσο και Ειρήνη Παπαδόπουλο και με την θυγατέρα τους Χριστίνα και Σιγκαπούρη
  • Το1987 Η Χριστίνα και εγώ στην Ελλάδα και στην Κύπρο με το ζεύγος Στέλιο και Σουλτάνα και με την θυγατέρα τους Μαρία Τσουτσουλίγκα και στη Σιγκαπούρη.
  • Το 1994 Με την Χριστίνα στην Ελλάδα και ιδιαίτερα μείναμε τον περισσότερο καιρό στο αγαπημένο μου χωριό την Νέα Μαγνησία.

 


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Αναστάσιος Κολοκοτρώνης - Ταξίδι στην Ελλάδα Μέρος Ε'
    Η αδελφή μου Βασιλική με τη μητέρα μου μπροστά στην αυλή του σπιτιού (1950)
  2. Αναστάσιος Κολοκοτρώνης - Ίδρυση Σχολείου Μέρος Δ'
    Ενώ τα χρόνια περνούσαν και οι μετανάστες έφταναν κατά χιλιάδες οι ανάγκες να γίνουν και άλλες εκκλησίες και σχολεία Ελληνικά ήταν προτεραιότητα των ιθυνόντων. Οι συνοικίες που συγκέντρωναν πολλούς μετανάστες ήταν τα γύρω προάστια που ήταν κοντά στην πόλη της Μελβούρνης εκεί που υπήρχαν βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τα βιοτεχνικά κέντρα. Αυτά ήταν το Μπράνσγουϊκ (Brunswick), Πρέστον (Preston), Κόλινγουντ (Collingwood), Ρίτσμοντ (Richmond), Περάν (Prahran), Πορτ Μέλμπουρν (Port Melbourne), Φούτσκραη (Footscray), Γιάρραβιλ (Yarraville) και άλλες περιοχές
  3. Αναστάσιος Κολοκοτρώνης - Η Χριστίνα Μέρος Γ'
    Η Χριστίνα Τζέγκα του Δημητρίου και της Άννας γεννήθηκε στα Άνω Πορρόια του Νομού Σερρών στις 24 Οκτωβρίου του 1930. Ήταν η δεύτερη κόρη μετά την Ευθυμία και μεγαλύτερη από την Λόλα την Αμαλία και την Γιαννούλα.
  4. Αναστάσιος Κολοκτρώνης - μετανάστης Μέρος Β'
    Μετά από μία περιπέτεια ενός μηνός στο Κέντρο Μετανάστευσης της Greta NSW πήρα μαζί μου τους φίλους μου Λάζαρο Τύρη και Λεωνίδα Καρακατσάνη φύγαμε λαθραία και ήρθαμε στη Μελβούρνη. Η πρώτη μας κατοικία ήταν κοντά στο σταθμό Moreland του Coburg στο σπίτι μίας Πολωνέζας, δωμάτιο με πρωινό. Αυτή μετά από μία εβδομάδα μας έδιωξε με το δικαιολογητικό ότι τρώγαμε πολύ ψωμί, μισό πακέτο βούτυρο και ένα βάζο μαρμελάδα το πρωί και κάναμε ντουζ κάθε μέρα.