Μια διαχρονική αναφορά στην Σμύρνη

Σμύρνη

 1     Σμύρνη και Μικρά Ασία
Από το μεγαλείο, στην τραγωδία, του Ανατολικού Ελληνισμού

Εισαγωγή 

Του Κυριάκου Αμανατίδη

Ομόφωνη είναι η γνώμη των ιστορικών ότι η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, και ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, που ακολούθησε, αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα που έχει υποστεί ο Ελληνισμός από την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας.

Ο Στέφανος Ι. Παπαδόπουλος, Καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, σε ομιλία που έδωσε στην αίθουσα του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης στις 29 Σεπτεμβρίου 1982, για τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την Μικρασιατική Καταστροφή, είπε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:

«Στη νεότερη ιστορία μας η Μικρασιατική Καταστροφή (με το ευρύτερο περιεχόμενο που δίνουμε στον όρο αυτό) αποτελεί αναμφισβήτητα τον τρίτο μεγάλο ιστορικό σταθμό, ισάξιας σημασίας με την Άλωση της Πόλης και την Επανάσταση του 1821.

Πρόκειται για ένα δράμα του Ελληνισμού με πολλές και ανυπολόγιστες συνέπειες, που επηρέασαν αποφασιστικά την ιστορική πορεία του έθνους μας και που την επηρεάζουν ακόμη και σήμερα.

{…} Και σήμερα ακόμη (αναφέρεται στο 1982), 60 ολόκληρα χρόνια μετά τη συμφορά, δεν είναι εύκολο να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς αντιπροσώπευαν για τον Ελληνισμό οι χαμένες αυτές πατρίδες… Απλωμένος από τα πανάρχαια χρόνια στην ανατολική πλευρά του Αιγαίου, και πιο πέρα ακόμη στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και στα παράλια του Πόντου, ο Ελληνισμός αυτός αποτελούσε ανέκαθεν ένα αναπόσπαστο, ίσως το πιο ζωντανό, κομμάτι του έθνους.

Φιλοσοφία, ποίηση, τέχνες, θέατρο και λαϊκές παραδόσεις στην Μικρά Ασία γνώρισαν ημέρες δόξας και αναπτύχθηκαν σε αξιοζήλευτο βαθμό, δίνοντας νέες διαστάσεις στον εν γένει ελληνικό πολιτισμό.

Έπειτα από ζωογόνα παρουσία τριών χιλιάδων χρόνων στις παραπάνω περιοχές, το ένα τρίτο του Ελληνισμού εξοντώθηκε, και τα υπόλοιπα δύο τρίτα ξεριζώθηκαν βίαια από τις πατρογονικές τους εστίες.

Ο αριθμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης που έχασαν τη ζωή τους από τις διώξεις των Νεότουρκων και των Κεμαλικών κατά την περίοδο 1911-1922 ήταν τεράστιος. Ο Τζορτζ Χόρτον, Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη την περίοδο των τραγικών γεγονότων, στο βιβλίο του “The Blight of Asia” (Η Μάστιγα της Ασίας), έκδοση του 1926 από τον αμερικανικό Εκδοτικό Οίκο Bobbs – Merril Co, υπολόγισε σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο τους Έλληνες που εξοντώθηκαν.

Σύμφωνα με απογραφή πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το 1915 οι Έλληνες Ορθόδοξοι της Μικράς Ασίας, περιλαμβανομένου και του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, ανερχόταν στα 2.600.000.

Η απογραφή πληθυσμού στην Ελλάδα το 1928, πέντε χρόνια μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, έδειξε πως οι Έλληνες που είχαν γεννηθεί στις «χαμένες πατρίδες», ανέρχονταν σε 1.165.000.

Όταν από τα δύο εκατομμύρια εξακόσιες χιλιάδες Έλληνες που το 1915 ζούσαν στην Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη αφαιρέσουμε το ένα εκατομμύριο εκατόν εξήντα χιλιάδες που με την ανταλλαγή πληθυσμών πήγαν στην Ελλάδα, μένει ένα υπόλοιπο 1.435.000 Ελλήνων.

Το ερώτημα είναι τι απέγιναν οι Έλληνες εκείνοι. Αν υποθέσουμε πως από το 1.435.000 οι 435.000 Έλληνες πήγαν στη Ρωσία, ή μετανάστευσαν σε διάφορες χώρες όπως η Αμερική, η  Αυστραλία, κλπ., τότε έχουμε απώλεια ενός εκατομμυρίου, που συμφωνεί με την εκτίμηση του Τζορτζ Χόρτον πως κατά την περίοδο του 1911 – 1922 εξοντώθηκε ένα εκατομμύριο Ελλήνων στην Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη.

Όταν λάβουμε υπόψη πως ο πληθυσμός της Ελλάδας το 1920 ήταν 5.017.000, τότε το ένα εκατομμύριο εκατόν εξήντα χιλιάδες προσφύγων που μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα το 1922 και το 1923 ως πρόσφυγες, πλησίαζε το ένα τέταρτο του αρχικού πληθυσμού της Ελλάδας.

Καμιά άλλη χώρα στη σύγχρονη ιστορία της ανθρωπότητας δεν αντιμετώπισε την ανάγκη μέσα σε ένα-δύο χρόνια να εντάξει στον κορμό του πληθυσμού της ένα τόσο μεγάλο ποσοστό.

Από το 1922 και μετά ο ελληνικός κόσμος περιορίστηκε στα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας και στην Κύπρο, μετά από μια παρουσία στην Μικρά Ασία τριών χιλιάδων χρόνων.

Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, Έλληνες επαγγελματίες, βιοτέχνες, λόγιοι, λογοτέχνες, μουσικοί και καλλιτέχνες από τον ευρύτερο μικρασιατικό χώρο, και από την Ανατολική Θράκη, έδωσαν νέα ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα, καθώς και στην πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση στην Ελλάδα.

Από τη στήλη αυτή έχω συχνά αναφερθεί στον Ποντιακό Ελληνισμό, και διάφορες πτυχές της Μικρασιατικής Εκστρατείας, καθώς και στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Τώρα νιώθω την ανάγκη να ασχοληθώ κάπως εκτενώς με την Σμύρνη, το πολιτιστικό λίκνο του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Στη σειρά που θα ακολουθήσει θα κάνω και μια γενική ανασκόπηση των εξελίξεων στην Ελλάδα και στην Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1910, οι οποίες οδήγησαν στην Μικρασιατική Εκστρατεία, και στην τραγωδία του 1922.

Αναπόφευκτα, αναφορές θα γίνουν και στους πρωταγωνιστές των εξελίξεων εκείνων, με προεξάρχοντα τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το 1922 σηματοδοτεί την αρχή του τέλους της Ελληνικής Διασποράς, με την έννοια της συμπαγούς παρουσίας του ελληνικού στοιχείου στην Μικρά Ασία, την Βόρεια Αφρική και την Νοτιοδυτική Ευρώπη.

Στην ιστορική αυτή αναδρομή στον Μικρασιατικό Ελληνισμό – στον οποίο περιλαμβάνεται και ο Ελληνισμός του Πόντου, καθώς και ο Ελληνισμός της Ανατολικής Θράκης – θα αναφερθώ και σε αγγλικές ιστορικές πηγές, παράλληλα με τις ελληνικές.

Αυτό το θεωρώ αναγκαίο, γιατί υπάρχει η τάση ξένοι ερευνητές να χαρακτηρίζουν πολλές ελληνικές πηγές ως μεροληπτικές, και ως εκ τούτου αναξιόπιστες.

Επανέρχομαι στον Μικρασιατικό Ελληνισμό για τέσσερις βασικούς λόγους.

1) Πολλές πτυχές του μεγάλου μέρους του γένους μας που μέχρι το 1922 ζούσε στον εν λόγω χώρο δεν τις έχω καλύψει σε προηγούμενα δοκίμιά μου.

2) Κρίνω πως αποτελεί βασικό προαπαιτούμενο για την εθνική αυτογνωσία να έχουμε σαφή αντίληψη του πολιτισμού που ανέπτυξε, αλλά και των διώξεων που είχε υποστεί, το ένα τέταρτο της φυλής μας, το οποίο μέχρι το 1922 ζούσε έξω από τα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας.

3) Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές μελέτες για το κατά πόσο, σε τελική ανάλυση, ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπαίτιος για την Μικρασιατική Καταστροφή, με την απόφασή του να στείλει στράτευμα στην Μικρά Ασία τον Μάιο του 1919 για την κατάληψη της Σμύρνης, με προοπτική να την καταστήσει περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας.

4) Πρόσφατα, ο Άρειος Πάγος έκρινε ως παραδεκτή και βάσιμη την αίτηση του Μιχάλη Πρωτοπαπαδάκη, εγγονού του τραγικού πρωθυπουργού της Μικρασιατικής Καταστροφής Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, για την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του παππού του επί εσχάτη προδοσία.

Ο Π. Πρωτοπαπαδάκης ήταν ένας από τους πέντε πολιτικούς και τον έναν στρατηγό, τους οποίους το Έκτακτο Επαναστατικό Στρατοδικείο καταδίκασε στις 15/11/1922 σε θάνατο ως υπαίτιους για την Μικρασιατική Καταστροφή. Η αναψηλάφηση εκείνης της απόφασης από τον Άρειο Πάγο φέρνει στην επικαιρότητα τα τραγικά λάθη που είχαν διαπραχθεί στο χειρισμό της Μικρασιατικής Εκστρατείας από τις αντιβενιζελικές κυβερνήσεις.

Στη σειρά των δοκιμίων που θα ακολουθήσει θα κάνω μια διαχρονική αναφορά στη Σμύρνη, με την πολύπτυχη πολιτισμική της παράδοση, και στις αρχαίες ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας, για να καταλήξω, και να επικεντρωθώ, στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα.

Αξιοποιώντας πρόσφατες έρευνες και μελέτες, θα επιχειρήσω τον επιμερισμό ευθυνών σε πρόσωπα που διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στην Μικρασιατική Εκστρατεία του 1919 και στην τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922.

Το θέμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού είχε επανέλθει στην επικαιρότητα με το επίμαχο βιβλίο «Ιστορία ΣΤ΄ Δημοτικού – Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια», Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, που κυκλοφόρησε το 2006.

Για την πυρπόληση της Σμύρνης, στην οποία είχαν καταφύγει πάνω από μισό εκατομμύριο Έλληνες, και τις σφαγές που ακολούθησαν, οι συγγραφείς του βιβλίου είχαν να πουν μόνο τα ακόλουθα:

{…} Ένα χρόνο μετά (το 1922), οι τουρκικές δυνάμεις, με ηγέτη τον Κεμάλ, επιτίθενται και αναγκάζουν τα ελληνικά στρατεύματα να υποχωρήσουν προς τα παράλια. Στις 27 Αυγούστου 1922 (με το παλιό ημερολόγιο) ο τουρκικός στρατός μπαίνει στη Σμύρνη. Χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονται στο λιμάνι προσπαθώντας να μπουν στα πλοία και να φύγουν για την Ελλάδα».

Μετά από τις έντονες αντιδράσεις πανεπιστημιακών και άλλων ανθρώπων των γραμμάτων, το εν λόγω βιβλίο αποσύρθηκε από τον κατάλογο των σχολικών βιβλίων.

Αυτό, σε γενικές γραμμές, είναι το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθώ στη σειρά των δοκιμίων που θα ακολουθήσουν. 

2       Η Σμύρνη από την αρχαιότητα μέχρι την Τουρκοκρατία

Καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας η Σμύρνη υπήρξε ένα πολύ σημαντικό εμπορικό κέντρο στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας. Το φυσικό της λιμάνι, σε συνδυασμό με την εύκολη πρόσβαση στα ενδότερα της Μικράς Ασίας, την ανέδειξαν σε μια από τις αρχαιότερες πόλεις, και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου.

Σήμερα, γνωστή ως Ιζμίρ στα τουρκικά, είναι η τρίτη σε πληθυσμό πόλη της Τουρκίας, μετά την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα, με πληθυσμό 2.500.000 κατοίκους.

Αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η Σμύρνη χτίστηκε την τρίτη χιλιετία π. Χ., δηλαδή στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, στη θέση του Μπαϊρακλί, προαστίου της σύγχρονης Σμύρνης.

Οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως ερείπια κατοικιών και ισχυρού οχυρωματικού τείχους, καθώς και ναό της Αθηνάς, που χτίστηκαν από τον 10ο μέχρι τον 7ο αιώνα π. Χ.

Πιθανολογείται πως οι κάτοικοι της προϊστορικής Σμύρνης ήταν οι Λέλεγες, προελληνικό φύλο εγκατεστημένο σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού ηπειρωτικού και νησιωτικού χώρου, καθώς και της δυτικής Μικράς Ασίας. Στην Μικρά Ασία οι Λέλεγες επέζησαν έως τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους, όταν αφομοιώθηκαν από τους Κάρες

Τα αρχαιολογικά ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα πως οι κάτοικοι αυτοί της Σμύρνης υπήρξαν φορείς προηγμένου πολιτισμού, ο οποίος είχε πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τον πολιτισμό της Τροίας.

Στα τέλη του 12ου π.Χ. αιώνα στην Ελλάδα έλαβε χώρα η κάθοδος των Δωριέων, από την περιοχή της Πίνδου στην βορειοδυτική Ελλάδα προς το νότο. Τα μεγαλύτερα κύματα των Δωριέων κινήθηκαν προς την Πελοπόννησο, και εγκαταστάθηκαν στη νότια και ανατολική περιοχή της. Μια ομάδα Δωριέων έμεινε στην Στερεά Ελλάδα, στην περιοχή που ονομάστηκε Δωρίδα.

Η πίεση των Δωριέων στις νέες περιοχές που εγκαταστάθηκαν, και η γενική στενότητα του χώρου που προσφερόταν για τη γεωργία και την κτηνοτροφία, ανάγκασε μεγάλες ομάδες Ελλήνων να μετακινηθούν προς την ανατολή, στα νησιά του Αιγαίου και τις δυτικές ακτές της Μικράς.

Η μετακίνηση αυτή ελληνικών φύλων προς την Ανατολή πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις κατά τον δέκατο αιώνα, και είναι γνωστή ως Α΄ ελληνικός εποικισμός.

H Ελληνικότητα της Σμύρνης

Οι μεγάλες φυλετικές ομάδες που μετακινήθηκαν ανατολικά, και οι περιοχές στις οποίες εγκαταστάθηκαν, είναι οι ακόλουθες:

*Αιολείς. Ξεκίνησαν από τις περιοχές της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας, και αρχικά αποίκισαν τα νησιά Λέσβο και Τένεδο. Στη συνέχεια ίδρυσαν αποικίες στα βόρεια τμήματα των παραλίων της Μικράς Ασίας, αρχίζοντας από την Τρωάδα και φτάνοντας ως τον κόλπο της Σμύρνης. Η περιοχή αυτή ονομάστηκε Αιολίδα.

*Ίωνες. Ξεκίνησαν από την Αττική, την Εύβοια, την Αργολίδα και την Κορινθία, και δημιούργησαν αποικίες στη Χίο, τη Σάμο και το κεντρικό τμήμα των παραλίων της Μικράς Ασίας.

Η περιοχή που εγκαταστάθηκαν οι Ίωνες ονομάστηκε Ιωνία, και επειδή οι ιωνικές πόλεις αναπτύχθηκαν περισσότερο από τις πόλεις των άλλων αποικιών, με την πάροδο του χρόνου τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας που είχαν εποικισθεί από Έλληνες έγιναν γνωστά ως Ιωνία.

*Δωριείς. Και οι Δωριείς, που κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα, ακολούθησαν το μεταναστευτικό ρεύμα. Πρώτα στράφηκαν προς τα νησιά Μήλο, Κρήτη, Ρόδο και Κω, και στη συνέχεια στο νότιο τμήμα των ακτών της Μικράς Ασίας.

Αιολείς λοιπόν – Έλληνες από τη Θεσσαλία και τη Βοιωτία – ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Σμύρνης από τα τέλη του 11ου αιώνα π. Χ.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (1, 150) στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. την Σμύρνη κατέλαβαν οι Ίωνες από την πόλη Κολοφώνα, και υποχρέωσαν τους Αιολείς κατοίκους της να μετακομίσουν σε άλλες γειτονικές ελληνικές πόλεις. Έκτοτε η Σμύρνη αποτέλεσε μέρος της Ιωνικής Δωδεκάπολης.

Οι ανασκαφές έχουν δείξει πως στις αρχές του 7ου αιώνα στη Σμύρνη ανεγέρθηκε τέμενος προς τιμήν της θεάς Αθηνάς. Ο ναός αυτός αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα δείγματα μνημειακής αρχιτεκτονικής στην Μικρά Ασία.

Το πρώτο χρονολογικά επιβεβαιωμένο γεγονός στην ιστορία της Σμύρνης αφορά τον πυγμάχο Ονομαστό, ο οποίος αναδείχθηκε ολυμπιονίκης στους 23ους Ολυμπιακούς Αγώνες (688 π. Χ.).

Γύρω στο 660 π. Χ. οι Σμυρναίοι απέκρουσαν επίθεση του βασιλιά των Λυδών Γύγη, γεγονός που προκάλεσε τον γενικό θαυμασμό των άλλων πόλεων της Ιωνίας.

Όμως το 600 π. Χ. οι Λυδοί, με αρχηγό τον Αλυάττη Β΄, κατέλαβαν τη Σμύρνη, έκαψαν ένα μεγάλο μέρος της πόλης, και υποχρέωσαν τους περισσότερους κατοίκους της να διασκορπιστούν στα γύρω χωριά.

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος ξαναέκτισε τη Σμύρνη

Στα μέσα του 6ου αιώνα η Σμύρνη καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τους Πέρσες του Κύρου Β΄ του Μεγάλου. Για πάνω από δύο αιώνες η Σμύρνη δεν ήταν τίποτε περισσότερο από λίγα ασήμαντα χωριά. Η επανίδρυσή της αποδίδεται στον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος μετά την αποφασιστική του νίκη εναντίον των Περσών στην Ισσό το 333 π. Χ. έδωσε στην Σμύρνη, και σε άλλες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, το δικαίωμα για αυτοδιοίκηση.

Στην περίπτωση της Σμύρνης, ο Αλέξανδρος συγκέντρωσε τους διασκορπισμένους κατοίκους της, και έκτισε εκ νέου την πόλη στους πρόποδες του λόφου Πάγος, πολύ κοντά στην ακτή.

Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου το 323 π.Χ. οι διάδοχοί του Αντίγονος και Λυσίμαχος κατέστησαν τη Σμύρνη ακμαίο πολιτιστικό και εμπορικό κέντρο.

Σύμφωνα με τον ιστορικό και γεωγράφο Στράβωνα (65 π.  Χ. – 23 μ. Χ.) η Σμύρνη ήταν η πιο όμορφη πόλη της Ιωνίας.

Γράφει σχετικά ο Στράβων (14, 646):

«Είτα ανήγειρεν αυτήν (τη Σμύρνη) Αντίγονος, και μετά ταύτα Λυσίμαχος, και νυν εστί καλλίστη πασών… Έστι δε και βιβλιοθήκη, και το Ομήρειον, στοά τετράγωνος έχουσα ναόν Ομήρου και ξόανον».

Μεταγλωττίζω:

«Μετά την οικοδόμησε (την Σμύρνη) ο Αντίγονος, και στη συνέχεια ο Λυσίμαχος, και τώρα είναι η ομορφότερη από όλες τις πόλεις. Υπάρχει και βιβλιοθήκη, και το Ομήρειο, τετράγωνη στοά με ναό του Ομήρου και με ξύλινο άγαλμά του».

Και μια και ο λόγος για τον Όμηρο, η Σμύρνη ήταν μια, και η πιθανότερη, από τις εφτά πόλεις που διεκδικούσαν την καταγωγή του Ομήρου. Η προσωνυμία του Ομήρου «Μελησιγενής» επιβεβαιώνει στην καταγωγή του από τη Σμύρνη, καθότι Μέλης λεγόταν ο ποταμός της Σμύρνης.

Το 188 π. Χ. η Σμύρνη και οι υπόλοιπες πόλεις της Ιωνίας προσαρτήθηκαν στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όταν η επικράτειά της απλώθηκε στην Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή.

Κατά την περίοδο αυτή η Σμύρνη απέκτησε σημαντικά δημόσια κτίσματα, όπως ναούς, θέατρο, βιβλιοθήκη, στάδιο, ωδείο, σχολεία, λουτρώνες, κ.ά.

Η Σμύρνη ήταν από τις πρώτες πόλεις στην Μικρά Ασία στην οποία διαδόθηκε ο Χριστιανισμός, και αυτό παρά την ισχυρή ρωμαϊκή παρουσία. Κατά πάσα πιθανότητα η εκκλησία της Σμύρνης είχε ιδρυθεί από τον απόστολο Παύλο σε κάποια από τις περιοδείες που πραγματοποίησε στα παράλια της Μικράς Ασίας στα μέσα του πρώτου αιώνα μ. Χ.

Όταν το 330 μ. Χ. ο Κωνσταντίνος ο Μέγας μετέφερε την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στην πόλη Βυζάντιο, η οποία μετονομάστηκε σε Κωνσταντινούπολη, το εμπόριο της Σμύρνης με την Ανατολή παρήκμασε, και ως εκ τούτου η Σμύρνη έχασε την αίγλη της ως το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο στην ανατολική Μεσόγειο. Δεν έπαψε όμως να αποτελεί, μαζί με τις υπόλοιπες πόλεις της Ιωνίας, σημαντικό προπύργιο των Βυζαντινών εναντίον των Περσών, των Αράβων και των Τούρκων.

Στις αρχές του 11ου αιώνα, στις ανατολικές περιφέρειες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έκαναν την εμφάνισή τους οι Σελτζούκοι Τούρκοι. Μετά από νικηφόρο μάχη εναντίον του στρατεύματος του αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ στην περιοχή Ματζικέρτ το 1071, οι Σελτζούκοι Τούρκοι διέσχισαν την κεντρική Μικρά Ασία, με κατεύθυνση προς τις δυτικές ακτές του Αιγαίου. Το 1084 κατέλαβαν τη Σμύρνη, και εξόντωσαν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της.

Μεγάλη καταστροφή υπέστη η Σμύρνη και από τις ορδές των Μογγόλων του Ταμερλάνου το 1402. Το 1424, δεκαεννιά χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, η Σμύρνη περιήλθε στην απόλυτη κυριαρχία των Οθωμανών Τούρκων, στην οποία παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωσή της από τον ελληνικό στρατό το 1919.

Την ερχόμενη εβδομάδα θα ασχοληθούμε με τη Σμύρνη κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, και ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα και τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όταν το ελληνικό στοιχείο είχε επικρατήσει σε τέτοιο βαθμό, που οι Τούρκοι την ονόμαζαν «γκιαούρ Ιζμίρ» – Σμύρνη των απίστων.

Του Κυριάκου Αμανατίδη

Πηγές

* Ένθετο «Η Σμύρνη υπό ελληνική κηδεμονία» της αθηναϊκής εφημερίδας Η Καθημερινή, 14/0/1997.
* Ένθετο «Σμύρνη – Η ζωή και το τέλος της πόλης των ‘Γκιαούρηδων’» της αθηναϊκής εφημερίδας Ελευθεροτυπία, 1/9/2009.
* Ιστορία των Αρχαίων Χρόνων ως το 30 π.Χ. Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 1987.

Άλλες πηγές


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Σμύρνη - Γέφυρα Καραβανιών
    Ένας από τους τρεις συγκοινωνιακούς κόμβους της Σμύρνης. Το χτίσιμο της γέφυρας χρονολογείται στα 850 π.Χ, γεγονός που την καθιστά την αρχαιότερη γέφυρα ακόμα εν χρήσει, σε όλο τον κόσμο, ένα σημαντικό επίτευγμα για τους Σμυρνιούς. Η Γέφυρα των Καραβανιών ή αλλιώς η Γέφυρα Μέλητος των Καραβανιών, έπαιζε σπουδαίο ρόλο στο εμπόριο, καθώς εξαιτίας της γερής κατασκευής της και της τοποθεσίας της, επέτρεπε την άνετη πρόσβαση των καραβανιών &al