Δεύτερος Αγγλικός Αποκλεισμός

Όθωνας - βασιλιάς της Αγγλίας (1833-1862)

ΑΓΓΛΟΓΑΛΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ

Μάιος 1854 – Φεβρουάριος 1857

Αλέκου Ν. Αγγελίδη

‘’Σαρκασμός διασκεδαστικός, η αποδιδομένη πομπώδης προσωνυμία -Ευεργέτηδες Δυνάμεις της Ελλάδος- δι’ όσους ενθυμούνται την μεγίστην πολιτικήν ζημίαν, ην η ροπή των τριών Προστάτιδων Δυνάμεων επήνεγκεν εις την Ελλάδα’’.

G. Finley

Ιστορία της Ελλάδος

ΞΕΝΟΚΡΑΤΙΑ – Μέρος Α’

Δογματικές και άλλες διαφορές πάντοτε υπήρχαν ανάμεσα στην Καθολική και στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολύ πριν από το οριστικό σχίσμα του 1054. Αλλά οι διαφορές αυτές, με το πέρασμα των χρόνων, έχασαν την έντασή τους και σιγά-σιγά οι οξύτητες  αμβλύνθηκαν κι επικράτησε σχετική ηρεμία στο σύνολο των λαών των δύο δογμάτων. Βέβαια, δεν έλειψε κατά καιρούς η αναζωπύρωση του μίσους των δύο Εκκλησιών. Οι διενέξεις, όμως, αυτές είχαν μάλλον τοπικό χαρακτήρα, χωρίς να παίρνουν γενικές διαστάσεις.

Κατά το 1851, όμως, λόγω του επικρατούντος τεταμένου διεθνούς πολιτικού κλίματος και ύστερα από τη δημοσίευση και κυκλοφορία των υβριστικότατων λιβελογραφημάτων του Γάλλου περιηγητή λογίου Ευγενίου Βορέ και του Γάλλου Ιησουίτη Δυφούρ εναντίον των ορθοδόξων χριστιανών και ιδιαίτερα των χριστιανών της Παλαιστίνης, νέες προστριβές προέκυψαν μεταξύ των δύο Εκκλησιών, με επίκεντρο την κυριότητα και κατοχή των ιερών Σεβασμάτων των Αγίων Τόπων. Οι διαφορές αυτές γρήγορα οξύνθηκαν και πήραν μορφή σοβαρή και χαρακτήρα γενικότερο και με ταχύτητα εξελίχθηκαν σε ευρύτερα και δραματικότερα διεθνή γεγονότα.

Ακόμα από την άλωση της Ιερουσαλήμ απ’ τους Άραβες το 637, επί πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρονίου, ο πορθητής της Αγίας Πόλης Χαλίφης Ομέρ, πάνω στις διαπραγματεύσεις με τον πατριάρχη για την παράδοση της Πόλης, παραχώρησε με επίσημο φιρμάνι όλους αυτούς τους τόπους, με τους ναούς και τα μοναστήρια τους, μαζί και με άλλα προνόμια στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Επομένως και μόνο μ’ αυτό το φιρμάνι, που είχε κύρος διεθνούς συμφωνίας, οι Άγιοι Τόποι ανήκαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Επακολούθησαν και άλλα μεταγενέστερα φιρμάνια που επικύρωναν, ενίσχυαν και αύξαναν τα δικαιώματα αυτά του εκεί Πατριαρχείου. Μόνο με την κυρίευση της Παλαιστίνης από τους Σταυροφόρους, τον Ιούλιο του 1099 και την ίδρυση του φραγκικού κράτους της Ιερουσαλήμ, η Δυτική Εκκλησία επιβλήθηκε στους Ορθόδοξους και απέκτησε για μερικά χρόνια κυριαρχικά δικαιώματα επί των Αγίων Τόπων. Τότε, διορίστηκε Λατίνος πατριάρχης στην Ιερουσαλήμ και ο Ορθόδοξος διώχτηκε και κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη.

Αλλά, όταν κατά το τέλος του 13ου αιώνα το φραγκικό κράτος της Ιερουσαλήμ διαλύθηκε απ’ τους Μαμελούκους της Αιγύπτου και η Παλαιστίνη ξανακυριεύτηκε απ’ τους Οθωμανούς, αποκαταστάθηκε και πάλι στους Αγίους Τόπους το καθεστώς που κατά το οθωμανικό δίκαιο επικρατούσε και παλαιότερα και τα περισσότερα (όλα σχεδόν) των Ιερών Σεβασμάτων περιήλθαν και πάλι στη δικαιοδοσία και κυριότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι Άγιοι Τόποι επανήλθαν υπό την προστασία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως και ο εξορισμένος απ’ τους Λατίνους πατριάρχης Ιεροσολύμων επέστρεψε στο Πατριαρχείο του.

Ύστερα από την επιστροφή του ορθόδοξου πατριάρχη, ο Λατίνος πατριάρχης εγκατέλειψε την Ιερουσαλήμ και δεν ξανατοποθετήθηκε καθολικός Ιεράρχης στην Αγία Πόλη μέχρι το 1846.

Μετά τους Μαμελούκους και ο Οθωμανός σουλτάνος Σελήμ ο Α’ (1512-1520), ο οποίος κατέλυσε το κράτος των Μαμελούκων, σεβάστηκε και αναγνώρισε το καθεστώς που ίσχυε στους Αγίους Τόπους και το διατήρησε. Ο γιος του Σελήμ, όμως, ο Σουλεϊμάν ο Α’ (1520-1566) ανέπτυξε διαίτερες φιλικές σχέσεις με το Φραγκίσκο τον Α’ της Γαλλίας (1515-1541) μέχρι του σημείου, ο χριστιανός Φραγκίσκος και συνάψει και συμμαχία με τον οθωμανό Σουλεϊμάν κατά του χριστιανού Καρόλου του Ε’ της Ισπανίας (1519-1556), γεγονός το οποίο εξέπληξε όλο το χριστιανικό κόσμο. Έτσι, ο Σουλεϊμάν ο Α’ αναγνώρισε τη Γαλλία ως προστάτιδα της Καθολικής Εκκλησίας της Παλαιστίνης. Τότε, οι Λατίνοι μοναχοί της Ιερουσαλήμ άρχισαν και πάλι να εγείρουν αξιώσεις επί των Αγίων Τόπων. Σύντομα, όμως, αποκαταστάθηκαν και πάλι τα πράγματα υπέρ των Ορθοδόξων και,με το άγρυπνο ενδιαφέρον του τσάρου και τη βοήθεια της Ρωσίας, διατηρήθηκε το καθεστώς αυτό αδιάβλητο και κατά την ταραχώδη περίοδο των απελευθερωτικών αγώνων του 1821 και ύστερα απ’ αυτούς. Επίσης, αδιάβλητο έμεινε το καθεστώς υπέρ των Ορθοδόξων και κατά το διάστημα της δεκαετούς κατοχής της Παλαιστίνης απ’ τους Αιγύπτιους (1831-1841). Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε και απ’ τους Οθωμανούς στα μετέπειτα χρόνια μέχρι το 1851, με μόνη τη διαφορά ότι κατά το 1846, ύστερα από έξι αιώνες, εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ Λατίνος πατριάρχης.

Την εποχή αυτή ανέβηκε στον παπικό θρόνο της Ρώμης ο πάπας Πίος ο Θ’, ο οποίος προσπάθησε να πλησιάσει την Ανατολική Εκκλησία, με την επιθυμία ‘’να την ξαναφέρει στους κόλπους της Δυτικής Εκκλησίας’’. Διόρισε πατριάρχη στην Ιερουσαλήμ τον Βαλέργα, ο οποίος κατ’ επανάληψη είχε έρθει κατ’ εντολή του πάπα σε επαφή με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, προσπαθώντας να πετύχει κάποια συμφιλίωση των δύο Εκκλησιών. Ο Βαλέργας, μετά το διορισμό του, μπήκε πανηγυρικά στην Αγία Πόλη και ενθρονίστηκε στις 2/14 Ιανουαρίου 1846.

Ο καθολικός, όμως, κλήρος, παρ’ ότι μηδαμινός στους τόπους της Ανατολής, πάντοτε εποφθαλμιούσε τα εκκλησιαστικά αυτά κτίσματα και κατά το 1851 και με αφορμή λιβελογραφήματα του Βορέ και του Δυφούρ, όπως θα δούμε παρακάτω, ήγειρε εντονότερες αξιώσεις επί των Αγίων Τόπων και απαίτησε απ’ την Πύλη, να παραχωρηθούν με νέο φιρμάνι όλα ή τα περισσότερα από τα ιερά σεβάσματα στους Καθολικούς. Έτσι και με την επέμβαση της Γαλλικής διπλωματίας κατόρθωσε, ώστε να παραπεμφθεί από το σουλτάνο σε τριμελή διεθνή επιτροπή η εξέταση και η λύση του ζητήματος των διεκδικήσεων αυτών των Καθολικών.

Η συσταθείσα επιτροπή ήταν μάλλον γαλλοτουρκική παρά διεθνής, γιατί αποτελούνταν από Γάλλους και Τούρκους. Από γαλλικής πλευράς συμμετείχαν ο Γάλλος πρόξενος Βόττα και ο διερμηνέας της γαλλικής πρεσβείας και από τουρκικής πλευράς ο γαλλόφιλος Τούρκος Εμίν Εφέντης, ο οποίος τοποθετήθηκε και πρόεδρος της επιτροπής. Για να αφαιρεθεί κάθε λόγος μελλοντικής τυχόν διαμαρτυρίας κατά των αποφάσεων της επιτροπής από μέρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Πύλη προσπάθησε να παρουσιάσει σαν αντιπροσωπευόμενο στην επιτροπή αυτή και το Πατριαρχείο, γι’ αυτό κι επίτηδες διάλεξε και διόρισε ως τελευταίο μέλος της επιτροπής το μέγα λογοθέτη του Πατριαρχείου Ν. Αριστάρχη. Ο Αριστάρχης, ως εκπρόσωπος του ηγεμόνα της Βλαχίας είχε διαμαρτυρηθεί μαζί με τους εκπροσώπους των ηγεμόνων Μολδαβίας και Σερβίας πριν από λίγο καιρό στο σουλτάνο, προσπαθώντας να αποτρέψει τυχόν υποχωρήσεις της Τουρκίας στις διεκδικήσεις των Καθολικών επί των Αγίων Τόπων. Η παρουσία του Αριστάρχη στην επιτροπή δεν επηρέαζε τη σύστασή της, γιατί και αν ακόμα ο μέγας λογοθέτης είχε διαφορετική γνώμη, η φωνή του καταπνιγόταν απ’ τη γαλλοτουρκική πλειοψηφία και επομένως δεν ήταν δυνατό να ακουστεί και να φέρει αποτελέσματα.

Έτσι, η επιτροπή αυτή, στην οποία επικρατούσε απόλυτα η γαλλική επιρροή, αποφάσισε τελικά, όπως άλλωστε ήταν και επόμενο, να λυθεί το ζήτημα των Αγίων Τόπων υπέρ των Καθολικών. Ύστερα από αυτή την απόφαση, επρόκειτο να εκδοθεί διάταγμα του σουλτάνου επικυρωτικό των αποφάσεων της επιτροπής, με το οποίο θα αφαιρούνταν όλα σχεδόν τα Ιερά Σεβάσματα από τους Ορθοδόξους και θα παραχωρούνταν στους Καθολικούς.

Ο καθολικισμός πανηγύριζε για την επιτυχία του αυτή και οι εφημερίδες στη Γαλλία έγραφαν επινίκια και υπογράμμιζαν ότι ο θρίαμβος αυτός των Καθολικών στην Ανατολή δεν ήταν απλώς κατόρθωμα θρησκευτικό αλλά και νίκη πολιτική.

Μια τέτοια λύση υπέρ της Γαλλίας, αν έπαιρνε οριστική μορφή, θα ελάττωνε τα μέγιστα το κύρος του τσάρου, θα εξασθενούσε επικίνδυνα την προστατευτική δύναμη της Ρωσίας, την οποία αυτή ασκούσε υπέρ των ορθοδόξων χριστιανών της Τουρκίας και θα περιόριζε γενικότερα τη ρωσική επιρροή επί του οθωμανικού κράτους. Γι’ αυτό, ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Τίτωφ, με άγρυπνο μάτι παρακολουθούσε τις συσκέψεις της γαλλοτουρκικής επιτροπής και ειδοποίησε εκ των προτέρων την Πύλη, ότι η Ρωσία δε θα παραδεχόταν καμιά απόφαση της επιτροπής, η οποία θα έφερε οποιαδήποτε μεταβολή στην επικρατούσα κατάσταση στους Αγίους Τόπους.

Ύστερα από την έκδοση της παραπάνω απόφασης της γαλλοτουρκικής επιτροπής υπέρ των καθολικών, η Ρωσία, για να εμποδίσει ενδεχόμενη οριστική λύση του ζητήματος υπέρ των καθολικών και να προλάβει την έκδοση σχετικού σουλτανικού επικυρωτικού διατάγματος, πίεσε την Τουρκία εντονότερα και ο σουλτάνος βρέθηκε μεταξύ δύο πυρών. Τη θέση της Ρωσίας υποστήριζαν και όλα τα άλλα ορθόδοξα κράτη και οι Ηγεμονίες, εκτός απ’ το βασίλειο της Ελλάδας (!!). Και τούτο, γιατί στην Ελλάδα την κυβέρνηση είχαν τα αγγλογαλλικά κόμματα, τα οποία, για να διατηρούνται στην εξουσία, έπρεπε πάντοτε να ευθυγραμμίζουν την πολιτική τους και τη στάση τους με τα αγγλογαλλικά συμφέροντα. Παρ’ όλα, όμως, αυτά κι ο ίδιος ακόμα ο Άγγλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Κάνιγκ έκλινε, μέχρις ενός σημείο, εναντίον των γαλλικών απόψεων, όχι γιατί συμπαθούσε τη Ρωσία ή ήθελε να υποστηρίξει την Ελλάδα, αλλά για να ανακόψει κατά κάποιο τρόπο το αυξανόμενο γόητρο της Γαλλίας.

Μπροστά στις έντονες πιέσεις και διαμαρτυρίες της Ρωσίας, ο σουλτάνος Αβδούλ Ματζίτ κάλεσε την 1η  Ιανουαρίου 1852 μεγάλο συμβούλιο, στο οποίο μετείχαν, εκτός απ’ τους υπουργούς και άλλους συμβούλους του κράτους και οθωμανοί θεολόγοι και νομοδιδάσκαλοι. Το συμβούλιο αυτό διέλυσε την αρχική τριμελή επιτροπή και διόρισε άλλη μόνο από μουσουλμάνους. Το γεγονός αυτό δημιούργησε οξεία διένεξη ανάμεσα στο γαλλόφιλο μεγάλο βεζίρη (πρωθυπουργό) Ρεσίτ πασά και στο ρωσόφιλο υπουργό των Εξωτερικών και υποστηριχτή των απόψεων των ορθοδόξων Αλή πασά, η οποία κατέληξε σε παραίτηση του Ρεσίτ και κατάληψη της μεγάλης βεζυρίας από τον Αλή πασά. Ύστερα από την υπουργική αυτή μεταβολή, η Πύλη έκλινε υπέρ των ρωσικών απόψεων και η νεοδιορισμένη επιτροπή αποφάνθηκε τελικά υπέρ των ορθοδόξων.

Ο Γάλλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Λαβαλέτ, έχοντας και τη βοήθεια του γαλλόφιλου Τούρκου Φουάτ πασά, διαμαρτυρήθηκε έντονα στην αρχή με τη διακοίνωσή του προς την Πύλη στις 21 Αυγούστου/1 Σεπτεμβρίου 1852 για τη νέα απόφαση της επιτροπής των μουσουλμάνων. Αλλά, επειδή ο Ναπολέων Λουδοβίκος της Γαλλίας, ανεψιός του Μεγάλου Ναπολέοντα, ύστερα από το τόλμημα της 2ας Δεκεμβρίου 1851, δεν αισθανόταν τη θέση του πολύ ισχυρή και δεν είχε ακόμα σταθεροποιηθεί από πρόεδρος που ήταν αρχικά σε αυτοκράτορα κατόπιν της Γαλλίας, έστειλε οδηγίες στο Λαβαλέτ να ηρεμήσει και να μην εξωθήσει τα πράγματα περισσότερο. Προσπάθησε, όμως, να εκμεταλλευτεί πολιτικά την έξαψη που επέφεραν στον πανίσχυρο καθολικό κλήρο τα λιβελογραφήματα του Βορρέ και του Δυφούρ και, για να μεταπηδήσει ευκολότερα απ΄την προεδρική καρέκλα στον αυτοκρατορικό θρόνο και να σταθεροποιηθεί σ’ αυτόν, άρχισε να περιποιείται εμφανέστερα τώρα το καθολικό ιερατείο και τον πάπα και να υποστηρίζει τις απόψεις και τις επιδιώξεις τους επί των Αγίων Τόπων.

Το Μάρτιο του 1852, ο σουλτάνος, ύστερα από τις ρωσικές πιέσεις, εξέδωσε φιρμάνι με το οποίο ρυθμιζόταν η διαφορά των Αγίων Τόπων υπέρ των ορθοδόξων, σύμφωνα με τα πορίσματα της παραπάνω επιτροπής των μουσουλμάνων. Αλλά, μόλις η θέση του Ναπολέοντα Λουδοβίκου στη Γαλλία έδειξε σημεία ισχυροποίησης και σταθερότητας, ο Γάλλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη άρχισε πάλι να κινείται, για να ματαιώσει τη φορά αυτή την εφαρμογή του εκδοθέντος ήδη σουλτανικού διατάγματος, το οποίο ακόμα δεν είχε εκτελεστεί.

Στο μεταξύ, υπουργικές μεταβολές στην τουρκική κυβέρνηση, μία τον Ιούλιο του 1852, λόγω της μεγάλης πυρκαγιάς της Κωνσταντινούπολης και των επικίνδυνων διαστάσεων που είχε πάρει η ληστεία στην ύπαιθρο, η οποία έφερε το γαλλόφιλο Φουάτ πασά στο υπουργείο των Εξωτερικών και δεύτερη το Σεπτέμβριο του 1852 με την παύση του Αλή πασά και την ανάληψη της μεγάλης βεζυρίας απ’ τον Αχμέτ Αλή, ενίσχυσαν περισσότερο τη θέση Λαβαλέτ. Επιπλέον, έντονες παρασκηνιακές μηχανορραφίες και διαβρωτικές διπλωματικές κινήσεις των Αγγλογάλων και η εμφάνιση γαλλικού στόλου στον Ελλήσποντο, έκαναν την τουρκική κυβέρνηση να υποσχεθεί στο Γάλλο πρεσβευτή, ότι θα εφαρμόζονταν απόλυτα όλες οι διατάξεις του φιρμανιού του Μαρτίου.

Πραγματικά, λόγω της γαλλικής επέμβασης και των διαμαρτυριών των καθολικών της Ιερουσαλήμ, όταν έφτασε από την Κωνσταντινούπολη στους Αγίους Τόπους ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Κύριλλος ο Στ’ με το φιρμάνι και την εντολή του σουλτάνου προς τους εκεί εκπροσώπους του για την πιστή εφαρμογή των διαταγών του, παρουσιάστηκαν έκτροπα από τους καθολικούς κατά τη δημόσια ανάγνωση του φιρμανιού και ουσιώδεις παραλείψεις από τους αρμόδιους οθωμανούς υπαλλήλους κατά την εφαρμογή του.

Τα γεγονότα  αυτά ανακοινώθηκαν από τους Ρώσους αντιπροσώπους και τους ορθόδοξους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ στη ρωσική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης κι από κει έφτασαν στην Πετρούπολη και έγιναν αφορμή για νέες δριμύτερες ρωσικές διακοινώσεις και εντονότερες προστριβές με την Τουρκία. Οι προστριβές αυτές οδηγούσαν με γρήγορο βήμα σε πολιτική και διπλωματική ρήξη Τουρκίας και Ρωσίας.

Μόλις ο τσάρος Νικόλαος πληροφορήθηκε τις ζωηρές κινήσεις και τις απώτερες προθέσεις του Λαβαλέτ, διέκρινε αμέσως  παρέκκλιση της τουρκικής πολιτικής πορείας προς την κατεύθυνση της γαλλικής σφαίρας. Για να αποκόψει δε την τουρκική αυτή παρέκκλιση και ταυτόχρονα να ενισχύσει περισσότερο τις ρωσικές αξιώσεις υπέρ των ορθοδόξων, με πρόσχημα ότι θεωρεί προσβολή κατά της Ρωσίας τη μη απόλυτη εφαρμογή του σουλτανικού φιρμανιού απ’ την οθωμανική κυβέρνηση και τους εκπροσώπους του σουλτάνου στην Ιερουσαλήμ, διάτεξε το 4ο και 5ο ρωσικό σώμα στρατού να προχωρήσουν και να παραταχθούν κατά μήκος των μολδαβικών συνόρων. Επιπλέον, άρχισαν και επικίνδυνες προπαρασκευές του ρωσικού στόλου στον Εύξεινο Πόντο. Επειδή οι συνηθισμένες διπλωματικές ενέργειες δεν έφεραν τα ποθούμενα για τη Ρωσία αποτελέσματα, ο τσάρος, για να καταστήσει σαφέστερες τις προθέσεις του και παράλληλα να ασκήσει εντονότερη πίεση στην Τουρκία, έστειλε μεγάλη και υψηλή αντιπροσωπεία του στην Κωνσταντινούπολη, αποτελούμενη από ναυάρχους, στρατηγούς, πρίγκιπες κλπ., με επικεφαλής τον αρχιυπασπιστή του, πολυτιτλούχο, αγέρωχο και ισχυρότατο πρίγκιπα Μεντζικώφ.

Στις 16/28 Φεβρουαρίου 1853, με το ρωσικό πολεμικό ‘’Κεραυνός’’ και με πολύ θόρυβο και επιδεικτική μεγαλοπρέπεια έφτασε στην Κωνσταντινούπολη ο Μεντζικώφ κι αποβιβάστηκε στο Βουγιούκ Ντερέ, όπου ήταν το θερινό μέγαρο της ρωσικής πρεσβείας κι από εκεί δια ξηράς, με πολυτελέστατες άμαξες και ‘’δια μέσου ζητωκραυγάζοντος πλήθους λαού, το πλείστον Ελλήνων’’, κατευθύνθηκε στη ρωσική πρεσβεία στο Πέραν. Η παρουσία του Μεντζικώφ τρομοκράτησε την τουρκική κυβέρνηση και για μερικές μέρες, όπως μας λέει ο Γάλλος Θουβενέλ, την έριξε σε τέλεια αφασία, μέχρι της επιστροφής των πρεσβευτών Αγγλίας και Γαλλίας, οι οποίοι βρίσκονταν στις χώρες τους. Ο Γάλλος πρεσβευτής έφτασε στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Μαρτίου/5 Απριλίου και ο Γάλλος δύο μέρες αργότερα. Η Γαλλία έστειλε νέο πρεσβευτή το μαρκήσιο Λακούρ. Ο Τούρκος υπουργός των Εξωτερικών Φουάτ πασάς, επειδή περιφρονήθηκε και θίγηκε από το Μεντζικώφ, παραιτήθηκε κι αντικαταστάθηκε απ’ το Ριφάτ πασά, διακείμενο ευμενέστερα προς τη Ρωσία. Η αγγλική, όμως, δολιότητα σύντομα κατάφερε να προωθήσει στη θέση του υπουργού των Εξωτερικών τον αγγλόφιλο Ρεσίτ πασά σε αντικατάσταση του Ριφάτ, προλειαίνοντας έτσι το έδαφος για ευκολότερο τορπιλισμό των επιδιώξεων του Μετζικώφ.

Η παρουσία του Μεντζικώφ στην Κωνσταντινούπολη και ο σκοπός της αποστολής ενός τόσο αγέρωχου, ισχυρού κι επίμονου απεσταλμένου του τσάρου, θορύβησε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη και ιδιαίτερα την Αγγλία και τη Γαλλία, γι’ αυτό κι έστειλαν εσπευσμένα τους πρεσβευτές τους στην Κωνσταντινούπολη, γιατί, σε περίπτωση υποχώρησης του σουλτάνου στις αξιώσεις του Μεντζικώφ, η θέση του τσάρου γινόταν ισχυρότατη και η επικρατούσα ισορροπία των δυνάμεων στην Ανατολή και στην Ευρώπη διαταράσσονταν ανεπιθύμητα. Επιπλέον, θέτοντας η Ρωσία την Εκκλησία υπό την προστασία της κι ελέγχοντας μεγάλα τμήματα χριστιανικών πληθυσμών, διασπαρμένα προς όλες τις κατευθύνσεις του οθωμανικού κράτους, αποχτούσε ισχυρά δικαιώματα επί της Πύλης. Αυτό θα ενίσχυε πολύ περισσότερο στους διεθνείς κύκλους το γόητρο του τσάρου σε βάρος της αξιοπρέπειας του σουλτάνου και ο τσάρος θα θεωρούνταν απ’ τους μικρότερους και κατεχόμενους απ’ τους Τούρκους λαούς ως ο μέγας και μοναδικός προστάτης τους. Έτσι, θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή ο τσάρος, με το πρόσχημα του αναγνωρισμένου πλέον δικαιώματος προστασίας της Εκκλησίας και επικαλούμενος προς τούτο αδιάσειστες συνθήκες, να επεμβαίνει στα εσωτερικά της Τουρκίας κατά βούληση, πράγμα το οποίο ήταν και ο κρυφός και απώτερος σκοπός της Ρωσίας.

Αυτό δε θα το δεχόταν με κανένα τρόπο τουλάχιστον η Αγγλία και η Γαλλία, γιατί τότε θα ξέφευγε από τα χέρια τους ο έλεγχος της Τουρκίας κι έτσι θα θίγονταν σε πολύ μεγάλο βαθμό, ίσως ανεπανόρθωτα, τα συμφέροντά τους στη Μεσόγειο και αργότερα στην Ευρώπη και στην Ασία. Γι’ αυτό και όσο χρόνο βρισκόταν ο Μεντζικώφ στην Κωνσταντινούπολη, ο μηχανισμός ολόκληρης της ξένης διπλωματίας, με πρωτοπόρο την Αγγλία, ακόλουθη τη Γαλλία κι αμέσως επόμενη την Αυστρία, κινήθηκε έντονα, παρακολουθώντας τις εξελίξεις των διαπραγματεύσεων με άμεσο και έκδηλο ενδιαφέρον. Παρενέβαιναν οι ξένοι πρεσβευτές φανερά ή μη, όπως οι περιστάσεις το επέτρεπαν και προσπαθούσαν έτσι να σπρώξουν τις συζητήσεις σε κατεύθυνση η οποία αν δεν ωφελούσε, τουλάχιστο δε θα έβλαπτε τα παρόντα και απώτερα συμφέροντά τους.

Εκτός από τις μυστικοσυμβουλές και τις κάθε είδους διαβουλεύσεις των πρεσβευτών Αγγλίας και Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη και τις ανοιχτές θέσεις τους υπέρ του σουλτάνου, αγγλικός στόλος παραμόνευε στη Μελίτη και γαλλικός στα Αμπελάκια, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε πιθανή ανεπιθύμητη εξέλιξη των διαπραγματεύσεων Μεντζικώφ.

Το τόσο έντονο ενδιαφέρον του τσάρου προς τους ορθόδοξους χριστιανούς που εκδηλώθηκε με την αποστολή Μεντζικώφ ενίσχυσε το φρόνημα των χριστιανών και αναπτέρωσε τις ελπίδες των σκλαβωμένων για γρήγορη απελευθέρωσή τους απ’ την οθωμανική τυραννία. Μάλιστα, ο λαός του ελληνικού βασιλείου ενθουσιάστηκε τόσο πολύ και η επιθυμία του για την απελευθέρωσή και των υπόλοιπων Ελλήνων αδελφών ογκώθηκε τόσο, ώστε ηλεκτρίστηκε το πολεμικό του μένος, ξαναθυμήθηκε τα κατορθώματά του και τους αγώνες του 1821 και με ανυπομονησία περίμενε τη στιγμή για να ξαναριχτεί και πάλι σε καινούργιους απελευθερωτικούς αγώνες και να γράψει ξανά νέες δόξες.

Πολεμικά άσματα, ποιήματα και θούρια γέμιζαν απ’ άκρο σ’ άκρο τους ελληνικούς αιθέρες και μια έντονη πολεμική ζύμωση και αναζωπύρωση της επιθυμίας για λευτεριά όλων των υποδούλων επικρατούσε στις πόλεις και στα χωριά της Ελλάδας. Ένοπλα σώματα ετοιμάζονταν με πρόθεση να περάσουν με την πρώτη ευκαιρία τα σύνορα. Εθελοντές κατατάσσονταν στο στρατό και αξιωματικοί εγκατέλειπαν τις μονάδες τους και περνούσαν κρυφά τα σύνορα, για να ενισχύσουν τις συγκρουόμενες ένοπλες επαναστατικές ομάδες στις τουρκοκρατούμενες ελληνικές περιοχές. Μόνο η ελληνική κυβέρνηση και οι ιθύνοντες του κράτους προσπαθούσαν να συγκρατήσουν την κατάσταση κατά το δυνατόν και να δείξουν στην Τουρκία και στους ξένους διπλωμάτες, ότι η Ελλάδα έμενε αδιάφορη και δεν συγκινούνταν από το εκδηλούμενο ενδιαφέρον της Ρωσίας για τους ορθόδοξους σκλάβους και ούτε καν σκεπτόταν να πάρει θέση στο πλευρό του τσάρου εναντίον του σουλτάνου. Κατ’ επανάληψη η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε, ότι η Ελλάδα ήταν και επιθυμούσε να μείνει ουδέτερη.

Την εποχή περίπου αυτή, κυκλοφόρησε θερμή πατριωτική προκήρυξη του Ιταλού πατριώτη Ιωσήφ Μερεντίνη, με σκοπό να ξεσηκώσει τον ιταλικό λαό για την απόκτηση της ελευθερίας του, το διώξιμο των Αυστριακών και τη συνένωση όλων των ιταλικών κρατιδίων. Ο Μερεντίνη χαρακτήριζε στην προκήρυξή του την Ευρώπη σαν ένα μεγάλο ηφαίστειο από την Ισπανία μέχρι την Ιταλία και την Πολωνία, έτοιμο να εκραγεί ανά πάσα στιγμή.

Η Τουρκία και οι φίλοι της Αγγλογάλλοι, επειδή φοβήθηκαν επίδραση της προκήρυξης αυτής και στον ελληνικό λαό, ανησύχησαν και σκέφτηκαν να πάρουν τα μέτρα τους. Επιπλέον, δημοσιεύματα βελγικής εφημερίδας, ότι ο ελληνικός λαός, μέσα και έξω απ’ τα σύνορα του ελληνικού βασιλείου, άσχετα από τη φαινομενική του ηρεμία και τις δηλώσεις της κυβέρνησης, ήταν έτοιμος να σταθεί στο πλευρό της Ρωσίας την κατάλληλη στιγμή και να αγωνιστεί για την απελευθέρωση όλων των σκλαβωμένων ελληνικών τμημάτων, έβαλαν σε ανησυχία την Τουρκία, η οποία φοβόταν δυσάρεστες εξελίξεις στα ελληνικά σύνορα σε περίπτωση περιπλοκής της αποστολής Μεντζικώφ. Για να δικαιολογήσει δε τη λήψη ορισμένων μέτρων, κατηγόρησε την Ελλάδσα για συνοριακά επεισόδια. Έτσι, η Πύλη, στην προσπάθειά της να καταστείλει το φιλελεύθερο φρόνημα των Ελλήνων, ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση, να της παραδώσει τρία ελληνικά χωριά στα σύνορα με το δικαιολογητικό, ότι με την κατοχή των χωριών αυτών απ’ τα τουρκικά στρατεύματα, η Τουρκία θα είχε πιο καλά εξασφαλισμένα τα σύνορά της και θα μπορούσε επιπλέον να πατάξει πιο αποτελεσματικά τη ληστεία.

Αμέσως μετά από τις τουρκικές αυτές αξιώσεις, στάλθηκε ελληνικός στρατός στα χωριά αυτά με το συνταγματάρχη Σούτσο. Οι πρεσβευτές, όμως, των ‘’Προστάτιδων Δωνάμεων’’ στην Κωνσταντινούπολη (και εννοούμε τον Άγγλο και το Γάλλο, γιατί ο Ρώσος υπερφαλαγγιζόταν απ’ τους άλλους δύο και αποτελούσε μειονότητα), αποφάσισαν το θέμα των τριών συνοριακών χωριών να εξεταστεί από μικτή επιτροπή Ελλάδας και Τουρκίας, με τη συμμετοχή και των τριών προστάτιδων δυνάμεων. Η επιτροπή αυτή εξέτασε το ζήτημα κι έδωσε τα χωριά στην Τουρκία, όπως ήταν άλλωστε επόμενο και γνωστό μάλλον εκ των προτέρων, γιατί, στα πέντε μέλη της επιτροπής, η Αγγλία, η Γαλλία και η Τουρκία αποτελούσαν την πλειοψηφία.

Πάντοτε, όμως, οι Άγγλοι, όπως αποδεικνύεται απ’ την ιστορία, ήθελαν οι παράνομες και μονομερείς ενέργειές τους να παίρνουν έντεχνα κάποια νομιμοφάνεια κι αυτό επιδίωξαν και με την παραπάνω επιτροπή, η οποία στην ουσία ήταν αγγλικό φερέφωνο και δεν έκανε τίποτα περισσότερο παρά έδωσε φαινομενικά κύρος και έντεχνη νομιμότητα στις ουσιαστικά παράνομες θελήσεις των Άγγλων.

Η ελληνική κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να παραμείνει ουδέτερη και να μην ερεθίσει περισσότερο το φρόνημα του λαού με την οπισθοχώρησή της αυτή, απέκρυψε τη λύση που δόθηκε, κρατώντας το λαό σε άγνοια και συνέχισε επιπλέον να παίρνει κάθε μέτρο, το οποίο κατά τη γνώμη της θα συντελούσε, ώστε να προληφθεί οποιαδήποτε πιθανή πρόκληση από ελληνικής πλευράς προς την Τουρκία.

Έτσι, στις 25 Ιουλίου 1853, ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών, με εγκύκλιό του προς τους νομάρχες, συνιστούσε την αποφυγή έκδοσης διαβατηρίων σε Έλληνες για την Τουρκία, για να μη δοθούν αφορμές αιτιάσεως επαναστατικών κινήσεων προς το τουρκικό έδαφος από μέρους της Ελλάδας. Η μόνη πολεμική παρασκευή στην οποία προέβη η κυβέρνηση την εποχή αυτή ήταν η παραγγελία στη Γαλλία μερικών χιλιάδων όπλων, παραγγελία η οποία είχε δραματικό τέλος, όπως θα δούμε και η ίδρυση τον Αύγουστο του 1853 δύο στρατοπέδων, ένα στην ανατολική Στερεά Ελλάδα με το στρατηγό Μαμούρη και ένα στη δυτική Στερεά Ελλάδα με το στρατηγό Γαρδικιώτη Γρίβα.

Στο μεταξύ, όσο οι ρωσοτουρκικές συνομιλίες συνεχίζονταν και η Ρωσία επέμενε στις απόψεις της, τόσο τα πνεύματα εξάπτονταν στην Κωνσταντινούπολη. Οι Δυτικές δυνάμεις, μπροστά στην αγέρωχη και άκαμπτη στάση του Μεντζικώφ, εκδηλώθηκαν περισσότερο υπέρ της Τουρκίας. Η γαλλική διπλωματία έγινε πιο έντονη και αυστηρή προς την Ελλάδα και γαλλικός στόλος κατέφθασε και στάθμευσε στα Αμπελάκια της Σαλαμίνας, χωρίς φυσικά να ζητηθεί η άδεια της ελληνικής κυβέρνησης. Η ελληνική κυβέρνηση απ’ την άλλη μεριά δεν αρκέστηκε στις κάθε είδους ταπεινωτικές διακηρύξεις της περί απόλυτης ουδετερότητας της Ελλάδας κλπ., οι οποίες μεγάλη δυσαρέσκεια κι αγανάκτηση προξενούσαν στο λαό, αλλά, για να καλοπιάσει περισσότερο τους συμμάχους και να εκδηλώσει εμφανέστερα την πλήρη υποταγή της σ’ αυτούς, αντί να διαμαρτυρηθεί για την αυθαίρετη είσοδο του γαλλικού στόλου στο λιμάνι των Αμπελακίων, παρασημοφόρησε με ανώτερο παράσημο το διοικητή της γαλλικής αυτής ναυτικής μοίρας ναύαρχο Δελασόλ, που μπήκε και ναυλουχούσε στα ελληνικά ύδατα.

Το Σεπτέμβριο του 1853, τοποθετήθηκε υπουργός Δικαιοσύνης ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Σπ. Πήλικας και λίγες μέρες αργότερα έγινε ευρύτερη υπουργική μεταβολή στην ελληνική κυβέρνηση. Ο υπουργός των Οικονομικών Χρηστίδης δυσαρεστήθηκε με τον τρόπο που ήθελαν οι συνάδελφοί του υπουργοί να διεξαχθούν οι επικείμενες βουλευτικές εκλογές κι έφυγε απ’ την κυβέρνηση. Τη θέση του πήρε ο Κ. Προβελέγγιος.

Επειδή, όμως, ο Χρηστίδης ανήκε στο γαλλικό κόμμα, για να μη δυσαρεστηθούν οι Γάλλοι με την απομάκρυνσή του και για να διατηρηθεί η ισορροπία της αγγλογαλλικής επιρροής στην κυβέρνηση, απολύθηκε και ο ναπίζων υπουργός των στρατιωτικών Σπύρος Μήλιος κι αντικαταστάθηκε από το Σούτσο. Το γεγονός αναφέρεται, για να δοθεί μια ιδέα του βαθμού της εξάρτησης της κυβέρνησης της Ελλάδας από τους Αγγλογάλλους.

Η μόνη σκέψη που απασχολούσε το υπουργικό Συμβούλιο σχετικά με την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας εκείνη την εποχή και για πολύ καιρό πριν απ’ το 1854 ήταν, ποια πρόσωπα θα διοριστούν πρεσβευτές στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Κι αυτό, όμως, το ζήτημα δεν λύθηκε τελικά, λόγω των πολλών διαφωνιών που επικρατούσαν, αφ’ ενός μεταξύ των υπουργών κι αφ’ ετέρου μεταξύ των υπουργών και του Όθωνα, ως προς τα πρόσωπα που έπρεπε να τοποθετηθούν.

Οι ρωσοτουρκικές διαπραγματεύσεις στην Κωνσταντινούπολη, ύστερα από υστερόβουλες υποδείξεις, μηχανορραφίες και δολοπλοκίες του Άγγλου πρεσβευτή Κάνιγκ, ναυάγησαν και ο Μεντζικώφ, στις 9 Μαΐου 1953, εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη κι επέστρεψε στην Οδησσό. Αμέσως μετά την αναχώρηση του Μεντζικώφ, με προτροπή του Κάνιγκ, η Πύλη δημοσίευσε στις 10 Μαΐου σουλτανικό φιρμάνι, το περίφημο Χάττι-Σερίφ, που είχε συνταχθεί στην αγγλική πρεσβεία εκ των προτέρων και ήταν έτοιμο να χρησιμοποιηθεί εάν και όταν οι περιστάσεις το επέβαλαν.

Με το διάταγμα αυτό ο σουλτάνος εγγυόταν στους μη μουσουλμάνους υπηκόους του τη διατήρηση και προστασία των δικαιωμάτων τους και προνομίων που είχαν ως τώρα. Επίσης, με τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού δινόταν η εντύπωση , ότι η Πύλη ικανοποιούσε έτσι ένα μεγάλο μέρος των τυπικών αξιώσεων του Μεντζικώφ, όσον αφορά την προστασία των ορθοδόξων και μάλιστα όχι υπό την πίεση της Ρωσίας τώρα, αφού ο Μεντζικώφ είχε εγκαταλείψει ήδη την Κωνσταντινούπολη και οι διαπραγματεύσεις είχαν διακοπεί, αλλά αποκλειστικά από δική της πρωτοβουλία και από καλή πρόθεση και μεγαλοψυχία του σουλτάνου. Με τον τρόπο αυτό έλπιζε η Τουρκία να αφαιρέσει απ’ τη Ρωσία κάθε δικαιολογία για περαιτέρω αξιώσεις της στο μέλλον υπέρ των χριστιανών και των άλλων μειονοτήτων που κατοικούσαν στο τουρκικό έδαφος.

Στο γεγονός αυτό της έκδοσης του σουλτανικού διατάγματος, ο Άγγλος πρεσβευτής έδωσε σκόπιμα ιδιαίτερη σημασία, μια που ήταν μάλιστα και δική του έμπνευση και άρχισε να επισκέπτεται επιδεικτικά τους θρησκευτικούς αρχηγούς των μειονοτήτων στην Κωνσταντινούπολη και να τους συγχαίρει για τα σπουδαία δήθεν ωφελήματα που θα απεκόμιζαν τα ποίμνιά τους από το νέο σουλτανικό φιρμάνι, αρχίζοντας χαρακτηριστικά τις επισκέψεις του από τον Εβραίο Αρχιρραββίνο.

Το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, με την ευκαιρία της δημοσίευσης του Χάττι-Σέριφ, έστειλε αναφορά στο σουλτάνο και τον ευχαρίστησε για τη μέριμνα και το ενδιαφέρον που έδειχνε προς τους χριστιανούς υπηκόους του και ανάπεμπε δεήσεις υπέρ του σουλτάνου. Πατριάρχης ήταν ο Γερμανός ο Δ΄.

Παρ’ ότι διακόπηκαν οι ρωσοτουρκικές συνομιλίες με την αναχώρηση του Μεντζικώφ, εντούτοις παρέμεινε ακόμη ένα παραθυράκι ανοιχτό για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Η συνέχιση θα εξαρτιόταν από την τελική απάντηση της Τουρκίας προς τον τσάρο σε τελευταία διακοίνωση που έστειλε ο Μεντζικώφ στην Πύλη από την Οδησσό στις 19/32 Μαΐου, μετά την αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη. Ύστερα από την έκδοση του Χάττι-Σέριφ, ο Ρεσίτ πασάς απάντησε στις 4/15 Ιουνίου στη Ρωσία, οριστικά πλέον, ότι η Πύλη δε θα συμμορφωνόταν με τις απαιτήσεις του τσάρου, όπως τις διατύπωσε ο  Μεντζικώφ, αλλά επιθυμούσε να σταλεί αντιπρόσωπος του σουλτάνου στην Πετρούπολη για τη συνέχιση των συζητήσεων και εξεύρεση ικανοποιητικής λύσης για αμφότερα τα μέρη.

Ο τσάρος δεν θεώρησε ικανοποιητική την απάντηση της Τουρκίας και στις 14 Ιουνίου 1853 εξέδωσε προκήρυξη προς το ρωσικό λαό, εξηγώντας του τη δημιουργηθείσα κατάσταση και διαταγή προς το ρωσικό στρατό να καταλάβει τις Ηγεμονίες και να τις κρατήσει ως ενέχυρο, ώσπου η Πύλη να συμμορφωθεί με τις ρωσικές αξιώσεις.

Πραγματικά, στις 20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1853, ογδόντα χιλιάδες ρωσικού στρατού, με αρχιστράτηγο τον πρίγκιπα Μιχαήλ Γκορτσάκωφ, πέρασε τον Προύθο και κατέλαβε τις Ηγεμονίες. Ο σκοπός του τσάρου δεν ήταν κατακτητικός αλλά ήθελε, όπως δήλωσε και στην προκήρυξή του, με την κατάληψη των Ηγεμονιών να εξαναγκάσει την Τουρκία να δεχθεί τις αξιώσεις του. Η αλήθεια των προθέσεων αυτών του τσάρου επιβεβαιώνεται κι απ’ το γεγονός ότι, όταν, ύστερα από την κατάληψη των Ηγεμονιών, ο πρίγκιπας Μιχαήλ του ζήτησε να του επιτρέψει να περάσει το Δούναβη και να προελάσει κανονικά, με τη διαβεβαίωση ότι χωρίς διακοπή θα βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη, ο τσάρος δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του και του απάντησε, ότι η Ρωσία έχει απέραντα εδάφη και δεν επιδιώκει κατάληψη και άλλων εδαφών, αλλά θέλει μόνο να προστατέψει τους ομοθρήσκους της απ’ τις αυθαιρεσίες του σουλτάνου. Έτσι, ο ρωσικός στρατός έμεινε αργός για αρκετό καιρό στην  απέναντι όχθη του Δούναβη, δίνοντας έτσι τον απαιτούμενο χρόνο στην Τουρκία να ενισχύσει τη θέση της πολιτικά και να ετοιμαστεί στρατιωτικά. Αυτό ήταν ένα από τα σφάλματα του τσάρου στην περίοδο αυτή.

Ενώ ο ρωσικός στρατός βρισκόταν στο Δούναβη, οι μεσολαβήσεις των ξένων κρατών συνεχίζονταν πιο έντονες και οι διπλωματικές επαφές για την εξεύρεση λύσης δεν σταματούσαν. Ταυτόχρονα, με την είσοδο του ρωσικού στρατού στις Ηγεμονίες, το θρησκευτικό και πολεμικό μένος των Τούρκων, κατάλληλα υποδαυλισμένο κι από την Πύλη και τις ξένες πρεσβείες, ερεθιζόταν περισσότερο και διαρκώς παρατηρούνταν διαδηλώσεις και οχλαγωγίες στην Κωνσταντινούπολη. Σκόπιμα και παρασκηνιακά οι Άγγλοι εξωθούσαν τους Τούρκους σε θορυβώδεις ταραχές και ερέθιζαν το φυλετικό και θρησκευτικό μένος των ιεροσπουδαστών, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη. Οι ταραχοποιοί εξαγριώνονταν, η τάξη απειλούνταν και φαινόταν πως σοβαρά γεγονότα αναμένονταν.

Ο Ρεσίτ πασάς, δήθεν για την τήρηση της τάξης και την προστασία των μειονοτήτων, ζήτησε τη συνδρομή των Αγγλογάλλων και οι Άγγλοι, με το επιπλέον πρόσχημα της προστασίας των υπηκόων τους στην Τουρκία, έστειλαν τους στόλους τους στην Κωνσταντινούπολη (11/23 Σεπτεμβρίου 1853). Η εμφάνιση αγγλογαλλικού στόλου στην Κωνσταντινούπολη έριξε στην πλάστιγγα της κρίσης ολόκληρο το βάρος των Δυτικών ξεκάθαρα υπέρ της Τουρκίας. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ενθαρρυνθεί η Τουρκία, να επιμείνει στις απόψεις της και να επιταχύνει την κήρυξη του πολέμου κατά της Ρωσίας. Έτσι, στις 24 Σεπτεμβρίου/ 14 Οκτωβρίου 1853, η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας και οι εχθροπραξίες άρχισαν στο Δούναβη, χωρίς, όμως, καμιά ουσιαστική πρόοδο από καμία πλευρά.

Η παρουσία των Ρώσων στο Δούναβη και η από μέρα σε μέρα αναμενόμενη διάβαση του ποταμού απ’ το στρατό του τσάτου ηλέκτρισε τον ελληνικό λαό, αναπτέρωσε τις ελπίδες του και σιγούρεψε και σταθεροποίησε την πίστη του για το γενικό πλέον ξεσκλάβωμα. Οι ποιητές Π. Σούτσος και Σοφοκλής Καρύδης, με εμπνευσμένα ποιήματά τους απηύθυναν φλογερές προσκλήσεις στους Έλληνες όλων των κοινωνικών τάξεων για γενικό ξεσηκωμό. Ο καθηγητής της φιλοσοφίας της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Νεόφυτος Βάμβας, ενθυμούμενος τις παλιές δόξες που έζησε στον αγώνα του 1821, έγραψε πύρινα άρθρα υπέρ του νέου αγώνα που ήταν έτοιμος να αρχίσει για εθνική πανελλήνια λευτεριά και πολιτική αποκατάσταση.

Στην Αθήνα, οι σπασμωδικές φωνές ορισμένων οπαδών του γαλλικού κόμματος της Μοσχομάγκας, στην προσπάθειά τους να συνηγορήσουν υπέρ του Ναπολέοντα και της ξεκάθαρης φιλοτουρκικής πολιτικής του, με ψευδολογίες για τις μεγάλες δήθεν προθέσεις του για τους Έλληνες, καταπνίγονταν και θάβονταν μέσα στο γενικό συναγερμό και στην πατριωτική έξαρση του πλήθους.

Στα παραπλανητικά και ψεύτικα κηρύγματα των φίλων της Γαλλίας, ο ελληνικός τύπος απαντούσε με τα λόγια του Βολταίρου: ‘’Αποδώσατε στην Ελλάδα όλες τις απέραντες και ωραίες αυτής χώρες, στις οποίες ο άνθρωπος το πρώτον είδε φως πνευματικόν, στις οποίες οι τέχνες πλησίασαν στο ιδεώδες της τελειότητος και όπου ετέθησαν αι βάσεις της επιστήμης’’.

Στις δεήσεις του Πατριαρχείου υπέρ του σουλτάνου και τις ‘’νουθεσίες’’ του πατριάρχη προς ‘’το ποίμνιο’’, ο λαός επικαλούνταν και πρόβαλε ρήσεις των Γραφών, σχετικές με την επικράτηση των χριστιανών στην Ανατολή και αναφερόταν σε δηλώσεις του ορθοδόξου τσάρου Νικολάου υπέρ των Ελλήνων και γενικότερα των χριστιανών.

Στις ψευδολογίες του Κάνιγκ και της αγγλικής διπλωματίας, για δήθεν εχθρότητα της Ρωσίας προς την Ελλάδα, λαός και τύπος απαντούσαν προβάλλοντας το περίφημο ‘’Ελληνικό Σχέδιο’’ της Αικατερίνης της Β’. Αντίθετα με τον πανελλήνιο αυτό ξεσηκωμό, ο Όθωνας και η κυβέρνηση συνέχιζαν να τηρούν συστηματική και απόλυτη σιγή και προσπαθούσαν να αποφύγουν κάθε προστριβή με την Τουρκία. Επιπλέον, το πατριαρχείο τηρούσε δουλοπρεπή και αχαρακτήριστη στάση, όπως αναφέρει ο ιστορικός Π. Καρολίδης. Με την κήρυξη του ρωσοτουρκικού πολέμου έψαλε δεήσεις στις εκκλησίες υπέρ της νίκης των τουρκικών όπλων. Η υποτιθέμενη κεφαλή της Ορθοδοξίας προσπαθούσε να πείσει το σκλαβωμένο ορθόδοξο ποίμνιό της, να καταπνίξει μέσα του κάθε εθνικό συναίσθημα, να ξεχάσει κάθε ελπίδα απελευθέρωσής του και να μην αγωνιστεί για το λυτρωμό του, αλλά να σταθεί εναντίον των ομοθρήσκων του ορθοδόξων Ρώσων, οι οποίο μάχονταν για την απελευθέρωση και την ανεξαρτησία τη δική του. Και ο πατριάρχης, ως θρησκευτικός αρχηγός και εθνάρχης, προσπαθούσε να κάνει τους ορθοδόξους Έλληνες να συμβάλουν οι ίδιοι στη νίκη του σουλτάνου, του αλλόθρησκου τυράννου και δυνάστη τους και να συντελέσουν οι ίδιοι στη συνέχιση της δικής τους σκλαβιάς και καταπίεσης.

Πατριάρχης τότε ήταν ο Άνθιμος ο Στ’, ο επικαλούμενος Κουταλιανός, γιατί γεννήθηκε σε μια νησίδα της Προποντίδας ονομαζόμενη Κουτάλη, ο οποίος βρισκόταν στον πατριαρχικό θρόνο για δεύτερη φορά. Την πρώτη φορά (1845-1848) παύθηκε με σουλτανικό φιρμάνι, πάρα πολύ ενδιαφέρον ως ιστορικό κείμενο. Στο φιρμάνι αυτό, κατηγορούνταν από το σουλτάνο και από την Ιερά Σύνοδο για φιλοχρηματία, κατάχρηση, απροκάλυπτη δωροδοκία, εγκατάλειψη των φτωχών, τέλεια παραμέληση της εκπαίδευσης του Έθνους κλπ..

Με το ίδιο επίσης φιρμάνι, ο σουλτάνος προσπαθούσε να νουθετήσει τον πατριάρχη και την Ιερά Σύνοδο των αρχιερέων και να τους υποδείξει τα χριστιανικά και εθνικά τους καθήκοντα. Ωραία μαθήματα χριστιανοσύνης στους υποτιθέμενους χριστιανούς από αλλόθρησκο σουλτάνο . . .

Παρά την αλλοπρόσαλλη στάση της κυβέρνησης και την απαράδεκτη θέση του Πατριαρχείου, οι Έλληνες ως σύνολο δεν επηρεάστηκαν ούτε απ’ τη δουλοπρεπή, αμφίρροπη και αναποφάσιστη στάση των αρμοδίων της Αθήνας, ούτε απ’ τη δουλοφροσύνη του πατριάρχη, αλλά επέμεναν στις πατριωτικές τους εκδηλώσεις. Δεν πτοήθηκαν αλλά αναπτέρωσαν το φρόνημά τους. Όσοι μπορούσαν, ιδίως από τους Έλληνες των Ηγεμονιών, κατατάχτηκαν εθελοντές στο στρατό του τσάρου. Έτσι, δημιουργήθηκαν τρεις λεγεώνες με Ρώσους αξιωματικούς. Η μια από Έλληνες μόνο, η άλλη από Έλληνες και Βλάχους και η τρίτη από Έλληνες και Σέρβους. Επίσης, οι απανταχού Έλληνες είχαν τόσο σίγουρη την προέλαση του ρωσικού στρατού και την απελευθέρωση και των υπόλοιπων σκλαβωμένων ελληνικών τμημάτων και αυτής ακόμα της Κωνσταντινούπολης, ώστε ο πολυεκατομμυριούχος ομογενής της Οδησσού Γ. Μαρασλής προσέφερε στον τσάρο 550 χιλιάδες ρούβλια, για να επισκευαστεί ο ναός της Αγίας Σοφίας μόλις ελευθερωθεί η Κωνσταντινούπολη.

Από δηλώσεις του λόρδου Ράσσελ στην αγγλική Βουλή πλοροφορήθηκε ο ελληνικός λαός τη λύση που έδωσε η διεθνής επιτροπή στο συνοριακό ζήτημα των τριών χωρών, που είχε προκύψει νωρίτερα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και ότι τα χωριά αυτά, χωρίς καμιά αντίσταση ή διαμαρτυρία από ελληνικής πλευράς, παραδόθηκαν στους Τούρκους, γεγονός που τον εξόργισε περισσότερο. Το πολεμικό του μένος εξάφθηκε με αποτέλεσμα τα επαναστατικά σώματα μέσα και έξω απ’ τα ελληνικά σύνορα, παρ’ ότι ακόμη αφανή και αδρανή, να πληθύνουν.

Στις 10 Ιανουαρίου 1854 ανακοινώθηκε επίσημα στο υπουργικό Συμβούλιο από τον υπουργό Στρατιωτικών Σούτσο, ότι έγινε κίνημα στην Ηπειροθεσσαλία και ο Όθωνας ζήτησε τη γνώμη των υπουργών του, για τη στάση που έπρεπε να κρατήσει το επίσημο κράτος. Στο υπουργικό συμβούλιο, πρώτος μίλησε ο υπουργός Εξωτερικών Πάικος, ο οποίος χαρακτήρισε μεν την επανάσταση ως ‘’δάκτυλο Θεού’’, συνέστησε, όμως, ‘’ηρεμία και φρόνηση’’, για να μη βρεθεί η Ελλάδα μπλεγμένη ‘’στη μεγάλη τρικυμία που προετοιμάζεται’’, εννοώντας τον επερχόμενο κατά τις διεθνείς εξελίξεις Κριμαϊκό πόλεμο. Αυτό συμβουλεύουν, είπε και οι πρεσβευτές μας στο Λονδίνο, Παρίσι και Κωνσταντινούπολη, Τρικούπης, Μαυροκορδάτος και Μεταξάς. Συνέστησε, επίσης, να σταλούν απεσταλμένοι της κυβέρνησης στις επαναστατημένες περιοχές, για να συνάξουν πληροφορίες γύρω από τις σκέψεις και τη στάση του λαού, ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσο η επανάσταση έχει παλλαϊκό ή τοπικό χαρακτήρα και ανάλογα να πάρει θέση η κυβέρνηση. Άλλοι υπουργοί συνέστησαν να υποστηρίξει την επανάσταση κρυφά, με προσοχή και επιφύλαξη κι εκδήλωσαν τη γνώμη, ότι στο τέλος και οι Δυτικοί, ως χριστιανικά κράτη, θα βοηθήσουν την Ελλάδα, όπως έκαναν και το 1821. Ο υπουργός των Εκκλησιαστικών Βλάχος είπε, ότι και στο Άγιο Όρος και στις γύρω περιοχές συγκεντρώνονταν όπλα και άλλα μέσα προς πόλεμο, γεγονός το οποίο αποδείκνυε ότι όλος ο έξω ελληνισμός ετοιμαζόταν.

Τελικά, πολλοί δέχονταν τη γνώμη του Πάικου. Ο Όθωνας, όμως, δεν συμφωνούσε και είπε ρωτώντας:

‘’Οι έξω ομογενείς δεν επιθυμούν όλοι ανεξαιρέτως την απελευθέρωσή τους; Εμείς δεν επιθυμούμε όλοι ανεξαιρέτως την εθνική ενότητα; Τότε, ποια η ανάγκη άλλων πληροφοριών;’’ Ύστερα απ’ αυτά, ‘’όλοι συμφωνήσαμε να υποθάλψουμε το κίνημα μυστικώς και με φρόνηση’’, μας λέει ο τότε υπουργός Πήλικας ‘’και ο βασιλιάς διέλυσε τη συνεδρίαση’’.

Στις 30 Ιανουαρίου 1854, ο Δ. Καραϊσκάκης κυκλοφόρησε επαναστατική προκήρυξη απ’ το στρατόπεδό του, κάπου κοντά στην Άρτα και η εξέγερση άρχισε εντονότερη. Όμως, την ίδια περίπου εποχή παρουσιάστηκε στο πολιτικό προσκήνιο δραστήριος και θρασύς ο καθολικός κλήρος και έριξε το βάρος του στην πλάστιγγα υπέρ της Τουρκίας. Δύο-τρία χρόνια πριν, ο Γάλλος Ιησουίτης δημοσιογράφος Δυφούρ, όπως προαναφέρθηκε, κυκλοφόρησε ένα δημοσίευμα-λίβελο κατά των ορθοδόξων χριστιανών και ιδιαίτερα των Ελλήνων, τους οποίους ονόμαζε θηρία, κακούργους, ληστές κλπ.. Ταυτόχρονα, έβριζε τους αρχαίους Έλληνες σοφούς και λόγιους και φανερά και με πομπώδεις φράσεις εξυμνούσε τον Ισλαμισμό, τον οποίο μάλιστα, όπως έλεγε, έβρισκε πολύ καλύτερο και ανώτερο σε κάθε άποψη απ’ την Ορθοδοξία. Και άλλος Γάλλος λόγιος, ονομαζόμενος Ευγένιος Βορέ, περιηγήθηκε την ελληνική Ανατολή και ιδιαίτερα την Παλαιστίνη κι έγραψε άλλο λίβελο εναντίον των ορθοδόξων χριστιανών κι ιδιαίτερα εναντίον των ορθοδόξων του Αγίου Τάφου, τους οποίους έβριζε χυδαία και τους χαρακτήριζε με τις χειρότερες λέξεις. Ονόμαζε δε την Αγιοταφική Αδελφότητα κλέφτες και άρπαγες των Ιερών Σεβασμάτων, τα οποία, όπως έλεγε, ανήκαν στους καθολικούς. Το λίβελο αυτό κατέρριψε το 1851 με την εμπεριστατωμένη του πραγματεία ‘’Απάντηση κατά του ζητήματος του Ευγενείου Βορέ περί των εν Ιερουσαλήμ Αγίων Τόπων’’ ο αρχιεπίσκοπος Σιναίου και κατόπιν οικουμενικός πατριάρχης Κωνστάντιος ο Α’.

Τα λιβελογραφήματα αυτά ερέθιζαν τους φανατισμένους καθολικούς, οι οποίοι προσπαθούσαν από καρό, όπως είδαμε, να αποκτήσουν δικαιώματα σε βάρος της Ανατολικής Εκκλησίας επί των Αγίων Τόπων και τους εξήγειραν κατά της Ορθοδοξίας. Αρχές δε του 1854, ο πάπας Πίος ο Θ’, προσφωνώντας τους καρδινάλιους σε ιερό συνέδριο (κονκλάβιο), μεταχειρίστηκε χυδαίες εκφράσεις κατά του π

Πατριαρχείου και με δριμύτητα στράφηκε κατά της ορθοδόξου Εκκλησίας. Επίσης, ο επίσκοπος Στρασβούργου και ο αρχιεπίσκοπος του Παρισού καταφέρονταν με πικρία κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με σκοπό να ενισχύσουν τις προσπάθειες της Δυτικής Εκκλησίας, για να πετύχουν ικανοποίηση απ’ το σουλτάνο στις διεκδικήσεις και απαιτήσεις των καθολικών επί των Αγίων Τόπων.

Έντονη εικόνα του έντονου μίσους των καθολικών κατά της ορθοδοξίας και των Ελλήνων δίνει το παρακάτω απόσπασμα του φυλλαδίου του Ιησουίτη Δυφούρ που εκδόθηκε στο Παρίσι:

Η μουσουλμανική θρησκεία είναι πολλώ ανωτέρα της θρησκείας των ορθοδόξων, καθ’ όσον η των μουσουλμάνων θρησκεία πλησιάζει πολλώ περισσότερο προς την αληθή θρησκείαν την καθολικήν παρά η ασεβής ορθοδοξία, το σύμβολον τούτο του δεσποτισμού. Μετ’ ου πολύ ο βάρβαρος Κοζάκος θέλει αποκρουσθεί δια παντός εις τους πάγους αυτού, τότε θα στρέψωμεν εναντίον των αυθάδων Ελλήνων ουχί πλέον τα όπλα, αλλά την μάστιγα ημών. Εδιδάχθημεν αρκούντως πόσον η ελευθέρωσις των αισχνών τούτων ληστών ην έργον ασύμφορον.

Ω, εάν οι Τούρκοι μη είχον την φιλάνθρωπον μεν, αλλά πολιτικώς πλημμελή αρχήν της ανεξιθρησκείας. Σήμερον ήθελεν υπάρχει ομογένεια μείζων εν τω οθωμανικώ κράτει και ήθελεν εκλείψει η ενοχλητική αυτή φυλή των Ελλήνων, ων η ύπαρξις είναι ομοία προς την των σαρκοβόρων και αηδών σκωλήκων.Τι σημαίνει Ελλάς; Οι μωρολογιώτατοι μόνον θαμβούνται είς το όνομα τούτο. Τι ήσαν οι Έλληνες το πάλαι; Λησταί. Τι είναι η ασεβής φιλολογία των αρχαίων Ελλήνων; Καταγώγιον αισχροτήτων. Αφώμεν πλέον τας ανάνδρους συμπαθείας και εμβλέψωμεν εις τα αληθή συμφέροντα του πολιτισμού. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός οφείλει την αναγέννησιν των γραμμάτων εις τους Άραβας, κλάδον ένδοξον του αθανάτου γένους των Οσμανλί (. . .).

Μίαν ορθήν γνώμην απεφήνατο ο Αριστοτέλης, ούτινος τα βιβλία δεν αναγιγνώσκονται πλέον εν Ευρώπη, την περί φύσει ελευθέρων και δούλων. Και η γνώμη αυτή είναι ορθή ουχί μεν απολύτως, αλλά πάντως εν τη Ανατολή. Τις αμφιβάλλει ότι ο υπερήφανος και ευγενής Οθωμανός φέρει επί του προσώπου αυτού εγκεχαραγμένον το σύμβολον της υπεροχής, ο δε Έλλην ραγιάς το στίγμα της αιώνιας δουλείας;’’

Κατάλληλα ωθούμενοι και οι Άγγλοι προτεστάντες συναγωνίζονταν τους καθολικούς Γάλλους και Ιταλούς στο μένος εναντίον της Ορθοδοξίας και των Ελλήνων. Όλες αυτές οι διαμαρτυρίες των δυτικών κληρικών απέβλεπαν στο να διεγερθούν τα πάθη και να εξαφθούν τα μίση, ώστε να οξυνθούν ακόμη περισσότερο οι έριδες μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών, για να τις εκμεταλλευτούν εν συνεχεία διπλωματικά οι κυβερνήσεις Αγγλίας και Γαλλίας υπέρ της Τουρκίας.

Στο μεταξύ, η επανάσταση έξω από τα σύνορα του ελληνικού βασιλείου φούντωνε και οι επαναστάτες προχωρούσαν από νίκη σε νίκη. Μεγάλες περιοχές της Ηπείρου και της Θεσσαλίας είχαν ελευθερωθεί και ο ελληνικός λαός περίμενε από ώρα σε ώρα γενικό ξεσηκωμό. Με τις επιτυχίες αυτές των επαναστατών, η Τουρκία έγινε πιο αυστηρή απέναντι στην Ελλάδα και επέμενε στην κατάπνιξη του αναρριπιζόμενου ελληνικού φιλελεύθερου φρονήματος. Η Τουρκία ήθελε να επιβληθεί με κάθε τρόπο στην Ελλάδα και να εξασφαλίσει οπωσδήποτε τα νώτα της, ώστε απερίσπαστη να μεταφέρει το στρατό της στο ρωσικό μέτωπο.

Το Φεβρουάριο του 1854, ο Τούρκος πρεσβευτής στην Αθήνα Νεσσέτ Βέης έδωσε διακοίνωση στον υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδας Πάικο, απαιτώντας απ’ την ελληνική κυβέρνηση, να αποκηρύξει και να καταδικάσει επίσημα την επανάσταση. Αντίγραφα της διακοίνωσής του αυτής έστειλε ο Νεσσέτ Βέης και στους πρεσβευτές της Αγγλίας και Γαλλίας (Ουάις και Ρουάν) και ζητούσε κι απ’ αυτούς, να υποστηρίξουν τις τουρκικές αξιώσεις. Η ελληνική κυβέρνηση επίσημα δήλωσε, ότι απέχει από κάθε συμμετοχή και ανάμιξη στην έξω των συνόρων επανάσταση και ότι επιπλέον καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να ηρεμήσει τα πνεύματα και εντός του Βασιλείου. Έτσι, η πιεστική απαιτητικότητα της Τουρκίας αμβλύνθηκε και καθησύχασαν κάπως τα πράγματα. Στην καθησύχαση αυτή ίσως να συντέλεσε και η ελπίδα που είχε η Τουρκία για την καταστολή της επανάστασης με την αποστολή του Φουάτ πασά. Ο Φουάτ πασάς, το Μάρτιο του 1854, πήγε στην Πρέβεζα απ’ όπου προσπάθησε να καταστείλει την επανάσταση με πολιτικά μέσα. Εξέδωσε προκήρυξη προς όλες τις επαναστατημένες περιοχές, υποσχόμενος αμνηστία σ’ όσους επαναστάτες πετάξουν τα όπλα και γυρίσουν στα σπίτια τους. Το μέσο, όμως, αυτό δεν έφερε τελικά τα ποθούμενα αποτελέσματα.

Στις 28/12 Μαρτίου 1854, οι Αγγλογάλλοι υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας με τους Τούρκους, με την οποία αναλάμβαναν να υπερασπίσουν την Τουρκία από ξηρά και θάλασσα στην Ευρώπη και στην Ασία και στις 14 του ίδιου μήνα η Αγγλία, με τελεσίγραφό της, ζήτησε από τη Ρωσία, να εγκαταλείψει τις Ηγεμονίες και να φύγει πέραν του Προύθου. Επειδή ο τσάρος, παρά το τελεσίγραφο αυτό, δεν εγκατέλειψε τις Ηγεμονίες, η Αγγλία, στις 15/27 Μαρτίου 1854, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας και την επόμενη μέρα έκανε το ίδιο και η Γαλλία.

Στις 7/19 Μαρτίου ο Νεσσέτ Βέης, μετά τη σύναψη της αγγλογαλλικής συμμαχίας με την Τουρκία, απηύθηνε νέα εντονότερη διακοίνωση προς την Ελλάδα με νέες απαιτήσεις και με την αξίωση, να ικανοποιηθούν όλοι οι όροι της προηγούμενης και της τωρινής διακοίνωσής του. Έβαζε δε προθεσμία για τη λήψη της ελληνικής απάντησης μέχρι την 3η απογευματινή ώρα της 9ης/21ης Μαρτίου. Στη νέα του διακοίνωση ο Τούρκος πρεσβευτής ζητούσε επιπλέον απ’ την ελληνική κυβέρνηση να ανακαλέσει και να τιμωρήσει όλους τους Έλληνες αξιωματικούς που ενώθηκαν με τους επαναστάτες, να περιορίσει το ύφος και τη γλώσσα της φιλοεπαναστατικής και φιλορωσικής εφημερίδας ‘’Αιών’’, να παύσει ορισμένους καθηγητές του Πανεπιστημίου που εκδηλώθηκαν υπέρ της επανάστασης κλπ..

Από τους επαναστάτες στο μεταξύ όλο και νέες ευχάριστες ειδήσεις έφταναν, αλλά και νέα επεισόδια γίνονταν στα σύνορα.

Στις 2 Φεβρουαρίου, Τούρκοι, μαζί με άτακτους Τουρκαλβανούς κυνήγησαν μέσα στα ελληνικά σύνορα τους χριστιανούς κατοίκους των χωριών της Άρτας. Ο ταγματάρχης Σκυλοδήμος του στρατού των συνόρων έτρεξε αμέσως με τα τμήματά του έξω απ’ τα σύνορα και προστάτεψε τους χριστιανούς, τρέποντας σε φυγή τους Τούρκους βαθιά μέσα στο τουρκικό έδαφος.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε νέα τουρκική διαμαρτυρία. Για το θέμα αυτό, που προξενούσε νέο πρόβλημα στις κρίσιμες αυτές μέρες και για το είδος της απάντησης που θα έδινε η ελληνική κυβέρνηση στη νέα τουρκική διακοίνωση του Νεσσέτ, πήγαν στα ανάκτορα για να δουν το βασιλιά και να συσκεφτούν μαζί του οι υπουργοί Πήλικας και Προβελέγγιος. Αντί για το βασιλιά, όμως, είδαν τη βασίλισσα Αμαλία, η οποία τους είπε, ότι ο Γάλλος πρεσβευτής Ρουάν πρότεινε στον Όθωνα, να ενδιαφερθεί και να ενεργήσει υπέρ της Γαλλίας στην παρούσα περίπτωση του ρωσοτουρκικού πολέμου και ότι, αν δίσταζε να πάρει θέση υπέρ της Γαλλίας, γιατί φοβόταν το εθνικό αίσθημα των Ελλήνων, η Γαλλία ήταν πρόθυμη να στείλει γαλλικό στρατό στην Ελλάδα για να τον εξασφαλίσει στο θρόνο του. Ο βασιλιάς αρνήθηκε την πρόταση του Γάλλου πρεσβευτή κι όπως μας λέει ο Πήλικας, η βασίλισσα τελείωσε τα λόγια της προς τους υπουργούς τονίζοντας ότι ‘’επήλθε πλέον η στιγμή να τεθεί ο βασιλεύς επικεφαλής, να βγει έξω στη φωτιά, παντού φωτιά’’. Ξαναπήγαν πάλι στα ανάκτορα την επαύριο οι υπουργοί για να δουν το βασιλιά για την υπόθεση Σκυλοδήμου κι έμαθαν, ότι η απάντηση στη διακοίνωση του Νεσσέτ είχε ήδη ετοιμαστεί περίπου σύμφωνα με το παραπάνω πνεύμα της βασίλισσας.

Το Μάρτιο του 1854, σ’ ένα υπουργικό συμβούλιο υπό της προεδρία του βασιλιά επικράτησε η γνώμη, να δοθεί απάντηση κάπως μετριοπαθής και διαλλακτική στην τουρκική διακοίνωση, ώστε να κερδηθεί χρόνος, ώσπου να προελάσει ο ρωσικός στρατός. Στην απάντησή της αυτή η ελληνική κυβέρνηση εξέταζε και αναιρούσε μία-μία τις τουρκικές αξιώσεις. Έδινε, όμως, υποσχέσεις για την ικανοποίηση κατά το δυνατόν των αξιώσεων αυτών. Μόνο για την περίπτωση τιμωρίας και απόλυσης των καθηγητών του Πανεπιστημίου που ζητούσε η Τουρκία η απάντηση έλεγε, ότι θα προηγηθούν ανακρίσεις και, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ανακρίσεων, θα ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. Αλλά στο συμβούλιο αυτό των υπουργών προτάθηκε και κάτι άλλο, το οποίο αποδείχτηκε εκ των υστέρων ότι ήταν βεβιασμένο και αψυχολόγητο.

Ο υπουργός των Εξωτερικών Πάικος και άλλοι υπουργοί (Πήλικας και Προβελέγγιος) ζήτησαν να ρωτηθούν και οι δύο Βουλές για την απάντηση προς την Τουρκία, για να μη φέρει μόνο το υπουργικό Συμβούλιο όλη την ευθύνη. Ταυτόχρονα, οι πρεσβευτές Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας και Πρωσίας ζητούσαν να δοθεί η πρέπουσα απάντηση στην τουρκική διακοίνωση και εντός ορισμένης προθεσμίας, ώστε να μην επέλθει περαιτέρω περιπλοκή.

Η κυβέρνηση έλπιζε, ότι με την έγκριση της απάντησης και απ’ τις δυο Βουλές, όχι μόνο θα ελάφρυνε η θέση της, αλλά επιπλέον η απάντηση αυτή θα έπαιρνε γενικότερο, πανελλήνιο χαρακτήρα και θα φαινόταν, όχι σαν απόφαση της κυβέρνησης αλλά σαν λόγος του Έθνους. Πίστευε, ότι θα είχε διαφορετική και πολύ μεγαλύτερη πολιτική αξία και διπλωματική βαρύτητα. Η Βουλή, πραγματικά ενέκρινε παμψηφεί και όπως είχε, χωρίς καμιά μεταβολή, την απάντηση της κυβέρνησης. Η Γερουσία, όμως, διχάστηκε και 16 γερουσιαστές, μεταξύ των οποίων και ο ήρωας του αγώνα Κ. Κανάρης, καταψήφισαν την απάντηση. Ο Κανάρης, για να υποστηρίξει την άποψή του στη Γερουσία, άρχισε το λόγο του με το περίφημο: ‘’Τρέμω κύριοι γερουσιαστές . . .’’ Ο δε πρωθυπουργός Κριεζής επενέβη αμέσως λέγοντας: ‘’Εθαύμασα ακούσας τον γενναίον Κανάρην να λέγει τρέμω . . .’’ Ο Κανάρης απάντησε: ‘’Τρέμω τώρα για να μην τρέμω μετά ταύτα . . .’’

Στις συσκέψεις των Βουλών ακούστηκαν και φωνές αντιπροσώπων που έλεγαν: ‘’Μην ενοχοποιείτε το Έθνος ζητούντες από τας Βουλάς την υποστήριξίν των. Αφήσατε εις καιρόν ανάγκης και μίαν άγκυραν σωτηρίας . . .’’ Και η άποψη αυτή ήταν βέβαια μια λύση, γιατί, χωρίς την ανάμιξη των Βουλών, η όλη απάντηση, καλή ή κακή, θα φαινόταν σαν έργο της κυβέρνησης, της εκτελεστικής εξουσίας μόνο, η οποία θα έφερε και την ευθύνη, δίχως να μπλέκεται ολόκληρο αδιακρίτως το έθνος σε μια σπασμωδική και διστακτική ενέργεια της κυβέρνησης, η οποία, με τον τρόπο που γινόταν και με την ατολμία και την αναποφασιστικότητα που την διέκρινε, ήταν καταδικασμένη εκ των προτέρων κι έδινε λαβή για διχασμό του λαού.

Ίσως είχε δίκιο ο πρεσβευτής της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Α. Μεταξάς, όταν έλεγε, ότι ‘’το όλον έργον’’, εννοώντας τον επαναστατικό ξεσηκωμό της Ηπειροθεσσαλίας, ‘’είναι και όψιμο και πρώιμο’’. Όψιμο, γιατί γίνεται πολύ αργά. Έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα, με τις πρώτες κινήσεις της Ρωσίας και πριν δοθεί χρόνος στην  ξένη διπλωματία να επέμβει, να προλάβει τα πράγματα και, σταθεροποιώντας τη θέση της, να επιβάλει τις απόψεις της υπέρ της Τουρκίας. Πρώιμο, γιατί γίνεται νωρίς, πριν περάσουν οι Ρώσοι το Δούναβη.

Με τη διχογνωμία της Γερουσίας, η απάντηση της κυβέρνησης στην τουρκική διακοίνωση φάνηκε διχασμένη, μερική και όχι καθολική και εθνική. Επίσης, η όλη εξέλιξη της υπόθεσης με τη διαίρεση των γερουσιαστών σε δύο παρατάξεις, η οποία ήταν αποτέλεσμα των Αγγλογαλλικών δολοπλοκιών, έδωσε λαβή και στους καιροσκόπους Έλληνες κομματάρχες και στις ξένες κυβερνήσεις και σε μερίδα του Τύπου να κατηγορήσουν την κυβέρνηση και το βασιλιά ως υποκινητές όχι εθνικής επανάστασης για τη λύτρωση των υπόλοιπων σκλαβωμένων Ελλήνων, αφού όλο το Έθνος φαινόταν τυπικά ότι δεν την υποστήριζε, αλλά ενός ξενοκίνητου κινήματος υποκινούμενου από τη Ρωσία. Πάνω σ’ αυτό αναφέρονταν και υπονοούμενα και εκδηλώνονταν διάφορες υπόνοιες σχετικά με την πρόσφατη (3 Μαρτίου) επίσκεψη του Ρώσου ναυάρχου και γενικού υπασπιστή του τσάρου Κορνίλωφ στην Αθήνα, ότι δηλαδή ο τσάρος έστειλε μυστικές οδηγίες στον Όθωνα και ότι η όλη στάση του βασιλιά και της κυβέρνησης ήταν έργο κατευθυνόμενο από τη Ρωσία. Πάντως, η επιλογή και η αποστολή του ναυάρχου Κορνίλωφ στην Αθήναα δεν φαίνεται να ήταν τελείως τυχαία περίπτωση, αν ληφθεί υπόψη ότι το όνομα του ναυάρχου ήταν γνωστό και προσφιλές στην Ελλάδα, γιατί παλιότερα, όταν ακόμα ήταν υποπλοίαρχος, πήρε μέρος στη ναυμαχία του Ναυαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827). Γι’ αυτό και εστάλη ίσως επίτηδες από τον τσάρο και με μεγάλη ακολουθία στον Όθωνα λίγο μετά την άφιξη του Μεντζικώφ στην Κωνσταντινούπολη. Έφτασε δε στον Πειραιά με το πολεμικό ‘’Βεσσαραβία’’, με το οποίο και είχε λάβει μέρος στη ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Η κατ’ αυτόν τον τρόπο αδυνατισμένη απάντηση της κυβέρνησης δόθηκε στο Νεσσέτ Βέη την τελευταία μέρα της ορισμένης προθεσμίας, λίγο πριν από τη δύση του ηλίου. Αλλά ο Τούρκος πρεσβευτής, χωρίς να διαβάσει την ελληνική απάντηση, την οποία βέβαια γνώριζε απ’ τις ανοιχτές συζητήσεις των Βουλών κι από τους ξένους πρεσβευτές, οι οποίοι διαρκώς επενέβαιναν, συνιστούσαν ή πίεζαν κι επομένως γνώριζαν τα πάντα, εγκατέλειψε την τουρκική πρεσβεία των Αθηνών και κατέβηκε στον Πειραιά, διακόπτοντας έτσι τις διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας–Τουρκίας. Στη συνέχεια, ανακλήθηκε κι ο Έλληνας πρεσβευτής από την Κωνσταντινούπολη Α. Μεταξάς. Η διακοπή των ελληνοτουρκικών σχέσεων είχε ως αποτέλεσμα και την επέλαση πολλών Ελλήνων απ’ την Τουρκία, οι οποίοι ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες στην Αθήνα.

Παρά τη στάση, όμως, αυτή του Νεσσέτ, οι Έλληνες υπουργοί επέμεναν στο να τηρήσουν τους όρους της απάντησής τους και έστειλαν εγκυκλίους στους νομάρχες και δημοσίευσαν στις εφημερίδες την απόφαση της κυβέρνησης, να παραμείνει αυστηρά αυδέτερη και συνιστούσαν στο λαό να μείνει μακριά από κάθε επαναστατική αταξία.

Μόνο ο βασιλιάς κι ο υπουργός των Στρατιωτικών Σούτσος εξοργίστηκαν με τη στάση αυτή των υπουργών και ισχυρίστηκαν, ότι, αφού ο Τούρκος πρεσβευτής, παρά την απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης, εγκατέλειψε την Αθήνα, τότε κι εμείς δεν είμαστε πλέον υποχρεωμένοι να κρατήσουμε το λόγο που δώσαμε με τις απαντήσεις μας.

Τις μέρες αυτές, ο αυτοκράτορας της Γαλλίας Ναπολέων έστειλε απειλητική επιστολή στον Όθωνα, υπαγορεύοντάς του τη στάση που ήθελαν οι σύμμαχοι να κρατήσει η Ελλάδα στη συγκεκριμένη κρίση.

Ο Πήλικας και ο Προβελέγγιος επισκέφθηκαν τα ανάκτορα για να δουν τον Όθωνα, αλλά, επειδή δεν τον συνάντησαν, του συνέστησαν με τον πρώτο του γραμματέα Σβέτλαντ ‘’ηρεμία και ψυχραιμία’’. Την επόμενη μέρα ξαναπήγαν στο παλάτι και υπέβαλαν την παραίτησή τους, η οποία, όμως, δεν έγινε δεκτή.

Συνεχίζεται… ΜΕΡΟΣ Β’


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Αγγλογαλλική Κατοχή
    Ο Όθωνας, παρά την απειλητική επιστολή που έλαβε από το Ναπολέοντα, επέμενε στις συγκαλυμμένες προετοιμασίες για ενδεχόμενη εξέγερση και στρατός και πολεμοφόδια μεταφέρθηκαν απ’ την Πελοπόννησο στα σύνορα, με την απόφαση να γίνει εξέγερση και με την ελπίδα, ότι και η Ευρώπη στο τέλος θα συγκατετίθετο υπέρ της Ελλάδας. Παραβλεπόταν, βέβαια, εδώ η φιλοτουρκική πολιτική του μισορώσου και μισέλληνα Πάλμερστον και της Αγγλίας και η μισορθόδοξη τακτική της Γαλλίας και των καθολικών.
  2. Δεύτερος Αγγλικός Αποκλεισμός
    Δογματικές και άλλες διαφορές πάντοτε υπήρχαν ανάμεσα στην Καθολική και στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολύ πριν από το οριστικό σχίσμα του 1054. Αλλά οι διαφορές αυτές, με το πέρασμα των χρόνων, έχασαν την έντασή τους και σιγά-σιγά οι οξύτητες αμβλύνθηκαν κι επικράτησε σχετική ηρεμία στο σύνολο των λαών των δύο δογμάτων. Βέβαια, δεν έλειψε κατά καιρούς η αναζωπύρωση του μίσους των δύο Εκκλησιών. Οι διενέξεις, όμως, αυτές είχαν μάλλον τοπικό χαρακτήρα, χωρίς να παίρνουν γενικές διαστάσεις.
  3. Αγγλικοί Αποκλεισμοί της Ελλάδας
    Από την ανακήρυξη της Ελλάδας σε ανεξάρτητο κράτος, ύστερα από τους απελευθερωτικούς αγώνες του 1821, καλλιεργήθηκε συστηματικά ανάμεσα στον ελληνικό λαό η εντύπωση ότι η Αγγλία ήταν ο μόνος φίλος και προστάτης της χώρας. Αυτό φυσικά έγινε στην αρχή από πολιτικές μικροομάδες, οι οποίες έγιναν υποχείρια και όργανα της Αγγλίας και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να υπηρετήσουν τα αγγλικά συμφέροντα και να συντελέσουν έτσι στην επιβολή της αγγλικής θέλησης στη χώρα μας.
  4. Αγγλικές απαιτήσεις
    Στις 10 Ιανουαρίου, η ελληνική κυβέρνηση εξέδωσε πλήρη έκθεση της ιστορίας των αγγλικών απαιτήσεων, βασισμένη στο πνεύμα της απόφασης της πριν από μέρες διορισμένης επιτροπής των νομομαθών. Με την έκθεσή της αυτή, η κυβέρνηση κατέρριπτε μία-μία όλες τις αγγλικές αξιώσεις ως αβάσιμες και παράνομες. (Α) Ως προς το πρώτο σημείο των αγγλικών απαιτήσεων, ότι δηλαδή το 1847 κακοποιήθηκαν στην Πάτρα κάτοικοι των υπό αγγλική κυριαρχία Ιονίων νήσων και ότι κατά τους αγγλικούς ισχυρισμούς προσβλήθηκε η αγγλική σημαία κλπ., ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών απάντησε τότε ακόμα, στις 22/6/1847 ότι οι ανακρίσεις που έγιναν απέδειξαν
  5. Πρώτος Αγγλικός Αποκλεισμός
    ΠΑΡΚΕΡΙΚΑ - Στις 30 Δεκεμβρίου 1849, αγγλικός στόλος από δεκατρία δίκροτα πολεμικά πλοία φάνηκε στον κόλπο της Αίγινας προερχόμενος απ’ τον Ελλήσποντο. Έντεκα πλοία μπήκαν στον όρμο των Αμπελακίων και δύο πέρασαν στο λιμάνι του Πειραιά με τον ναύαρχο Πάρκερ. Βέβαια, δεν υπήρχε για τον αγγλικό στόλο θέμα άδειας εισόδου στα ελληνικά ύδατα και λιμάνια, γιατί η Ελλάδα εκείνη την εποχή ήταν, όπως και πάντοτε είναι, ξέφραγο αμπέλι για τους Άγγλους και τους συμμάχους τους. Ο άγγλος ναύαρχος ζήτησε να παρουσιάσει τους αξιωματικούς του στον Όθωνα.

Author: Μνήμες