Αγγλογαλλική Κατοχή

Επίθεση τουρκικού ιππικού εναντίον των Ελλήνων στο Βελεστίνο. Λαϊκή γκραβούρα εποχής

Δεύτερος Αγγλικός Αποκλεισμός

Μάιος 1854 – Φεβρουάριος 1857

Αλέκου Ν. Αγγελίδη

‘’Σαρκασμός διασκεδαστικός, η αποδιδομένη πομπώδης προσωνυμία -Ευεργέτηδες Δυνάμεις της Ελλάδος- δι’ όσους ενθυμούνται την μεγίστην πολιτικήν ζημίαν, ην η ροπή των τριών Προστάτιδων Δυνάμεων επήνεγκεν εις την Ελλάδα’’.

G. Finley

Ιστορία της Ελλάδος

ΞΕΝΟΚΡΑΤΙΑ – Μέρος Β’

Ο Όθωνας, παρά την απειλητική επιστολή που έλαβε από το Ναπολέοντα, επέμενε στις συγκαλυμμένες προετοιμασίες για ενδεχόμενη εξέγερση και στρατός και πολεμοφόδια μεταφέρθηκαν απ’ την Πελοπόννησο στα σύνορα, με την απόφαση να γίνει εξέγερση και με την ελπίδα, ότι και η Ευρώπη στο τέλος θα συγκατετίθετο υπέρ της Ελλάδας. Παραβλεπόταν, βέβαια, εδώ η φιλοτουρκική πολιτική του μισορώσου και μισέλληνα Πάλμερστον και της Αγγλίας και η μισορθόδοξη τακτική της Γαλλίας και των καθολικών.

Τώρα, μετά τη διακοπή των ελληνοτουρκικών σχέσεων και την κήρυξη του πολέμου απ’ τους συμμάχους κατά της Ρωσίας, η φιλοτουρκική στάση των Αγγλογάλλων αποκορυφώθηκε και η εχθρική τους συμπεριφορά απέναντι στην Ελλάδα έγινε επιδεικτικά δυσμενής. Η δυσμένεια αυτή εκδηλώθηκε στην αρχή με διάφορα επεισόδια.

Τις μέρες αυτές, γαλλικός στόλος εισπλέοντας στον Πειραιά δε χαιρέτησε την ελληνική σημαία κατά τα συνηθισμένα. Οι πρεσβευτές Αγγλίας και Γαλλίας δεν πήραν μέρος στις εκδηλώσεις της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου (1854), ενώ προσήλθαν οι πρεσβευτές Ρωσίας, Αυστρίας, Πρωσίας και Βαυαρίας. Και μάλιστα, η ρωσική πρεσβεία φωταγωγήθηκε λαμπρά εκείνο το βράδυ.

Η αγγλική κυβέρνηση, αμέσως μετά τη ρήξη της με τη Ρωσία και στην προσπάθειά της να την διαβάλει με κάθε τρόπο στους διεθνείς κύκλους και περισσότερο στα μάτια της Ευρώπης, με σκοπό να αποκόψει κάθε ελπίδα των Ελλήνων από τον τσάρο και να τραβήξει τον ελληνικό λαό μακριά απ’ τη Ρωσία, δημοσίευσε διαστρεβλωμένες παλιές δηλώσεις του τσάρου Νικολάου, που έκανε στις 29 Δεκεμβρίου 1851/9 Ιανουαρίου 1852 στον Άγγλο πρεσβευτή στην Πετρούπολη, Σύμουρ. Οι αγγλικές εφημερίδες δημοσίευσαν, ότι ο τσάρος είπε δήθεν τότε μεταξύ των άλλων και ότι ‘’ουδέποτε θα δεχθεί να καταληφθεί η Κωνσταντινούπολη από Μεγάλη Δύναμη’’. Και αυτό θέλησαν, κατάλληλα διαστρευλώνοντάς το, να το μεταχειριστούν οι Άγγλοι ως επιχείρημα για να παρουσιάσουν τη Ρωσία σα χώρα ουσιαστικά εχθρική προς την Ελλάδα, αφού ο τσάρος δε θα επέτρεπε την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Έλληνες.

Στην πραγματικότητα, τέτοια περικοπή δεν υπήρχε στις δηλώσεις του τσάρου, όπως μας βεβαιώνει ο Βάτεμπεργκ, ο οποίος με τόση λεπτομέρεια διαπραγματεύτηκε, ερεύνησε και μελέτησε τις δηλώσεις εκείνες του τσάρου. Αλλά και αν ακόμη υπήρχε τέτοια περικοπή στις δηλώσεις του τσάρου, τι είναι εκείνο που οπωσδήποτε βεβαιώνει ότι, λέγοντας ‘’Μεγάλη Δύναμη’’, ο τσάρος εννούσε τη μικρότερη Ελλάδα κι όχι μια από τις πραγματικά μεγάλες δυνάμεις, που πάντοτε εποφθαλμιούσαν την Κωνσταντινούπολη και καραδοκούσαν την ευκαιρία για να την καταλάβουν; Ξεκάθαρα, λοιπόν, φαίνεται η χοντροειδέστατη αγγλική διαστρεύλωση και παραποίηση της αλήθειας. Άλλωστε, σύμφωνα με τη γνωστή πολιτική του τσάρου Νικολάου, που ήταν και πολιτική του Μεγάλου Πέτρου και της Μεγάλης Αικατερίνης, η Ρωσία, όχι μόνο ευνοούσε αλλά και ήθελε και προσπαθούσε να δημιουργηθεί μια δεύτερη μεγάλη ορθόδοξη αυτοκρατορία υπό την αιγίδα των Ελλήνων, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Έτσι, η σύνδεση των δύο ορθόδοξων αυτοκρατοριών θα τον έφερνε ανενόχλητα στη Μεσόγειο, πράγμα που τρόμαζε τους Δυτικούς. Γι’ αυτό κι έκαναν το παν να πνίψουν τους πόθους και τα όνειρα των Ελλήνων και να ματαιώσουν τα σχέδια και τις επιδιώξεις του τσάρου.

Στη συνεδρίαση της αγγλικής Βουλής στις 4/16 Αυγούστου, ο γνωστός μισέλληνας και διαβόητος φιλότουρκος λόρδος Λαϋάρδος εξέφρασε το μίσος του κατά της Ελλάδας με τα εξής λόγια: ‘’Μερικοί πολιτικοί πιστεύουν ότι συμφέρει στην Ευρώπη η δημιουργία ανεξάρτητης ελληνικής κυβέρνησης στην Κωνσταντινούπολη . . . αυτό, όμως, είναι πλάνη . . . και σε αντίθεση με το υποτιθέμενο φιλελεύθερο και ευνοϊκό προς τους χριστιανούς πνεύμα των Ελλήνων, οι Τούρκοι επέδειξαν (!) ότι έχουν φιλελευθερότατον πνεύμα (!!) . . . Η ιδέα της παράδοσης του οθωμανικού κράτους στους Έλληνες θα είναι αυτοχειρία για την Αγγλία . . .’’ (εύγε, εύγε φώναζαν οι λόρδοι). Στη συνέχεια, πήρε το λόγο ο Άγγλος υπουργός των Εξωτερικών Πάλμερστον, γνωστός στους Έλληνες κι από τον προηγούμενο αποκλεισμό του 1850, ο οποίος αποκάλεσε τους Έλληνες ‘’ημιβάρβαρους, μάλλον προσηλωμένους στον τσάρο και στην Εκκλησία παρά στη χώρα τους’’. Μόνο ο φιλάνθρωπος και φιλέλληνας λόρδος Κόβδεν μίλησε υπέρ των ορθοδόξων χριστιανών αλλά η φωνή του ήταν μόνη και καταπνίγηκε απ’ τις πικρές ειρωνείες και τους χλευασμούς των άλλων λόρδων.

Οι εχθρικές εκδηλώσεις των Άγγλων κατά της Ελλάδας δεν περιορίστηκαν μόνο σε πικρούς λόγους, αλλά μετατράπηκαν σε πράξεις βίας. Αγγλικά πλοία συνέλαβαν στη Μελίτη ελληνικό μεταφορικό πλοίο, το οποίο μετέφερε στην Ελλάδα 9 χιλιάδες όπλα που είχαν αγοραστεί στη Γαλλία αντί 200 χιλιάδων φράγκων, όπως είδαμε παραπάνω και τα κατέσχεσαν.

Επακολούθησαν χωριστές διακοινώσεις των πρεσβευτών Αγγλίας και Γαλλίας προς την ελληνική κυβέρνηση, με τις οποίες απαιτούσαν απ’ την Ελλάδα, να μη φέρει προσκόμματα στο έργο των συμμάχων, που προσπαθούσαν να παράσχουν κάθε βοήθεια στην Τουρκία και ως λύση οι σύμμαχοι υπαινίσσονταν την παραίτηση της κυβέρνησης και τοποθέτηση άλλης πιο φιλικής προς αυτούς. Ακολούθησε αγγλική εντολή προς τους διοικητές του αγγλικού στόλου, που τους διέταξε ‘’να παρέχουν στην Τουρκία όλες τις υπηρεσίες τις οποίες το κράτος αυτό προσδοκά από την αγγλική σημαία’’.

Ύστερα από τις διακοινώσεις αυτές, συνήλθε το υπουργικό Συμβούλιο για να συσκεφθεί για την παραίτηση του Υπουργείου, αλλά κανένας από τους υπουργούς δεν ήθελε να παραιτηθεί εκτός απ’ τον Πήλικα και τον Προβελέγγιο. Ο βασιλιάς δεν δέχτηκε τις παραιτήσεις των δύο αυτών υπουργών κι έτσι η κυβέρνηση διατηρήθηκε η ίδια. Δικαιολογώντας δε ο Όθωνας την άρνησή του αυτή να δεχτεί τις παραιτήσεις είπε: ‘’παραιτούμενο Υπουργείο δε θα πικράνει και θα απογοητεύσει τους έξω, οι οποίοι μάχονται για την απόκτηση της ελευθερίας τους;’’ Στους δε Πήλικα και Προβελέγγιο είπε: ‘’Παραιτούμενοι θα φονεύσετε το κίνημα, γιατί ο κόσμος σας υπολήπτεται και θα νομίσει ότι κάτι γνωρίζεται και παραιτείσθε, γεγονός το οποίο θα ελαττώσει το ζήλο των επαναστατών και του λαού και θα διαιρέσει τις γνώμες τους για μας’’. Την ώρα εκείνη η βασίλισσα φώναξε: ‘’Μην εγκαταλείπετε τον βασιλέα σας. Να οι Ρώσοι, πέρασαν το Δούναβη’’.

Η επιμονή του παλατιού να ενισχύσει τους επαναστάτες και ο ενθουσιασμός και η απόφαση του Όθωνα να ‘’εξέλθει’’ των συνόρων και να ηγηθεί της επανάστασης και επιπλέον η γνώση της Αμαλίας πριν από κάθε άλλο για τη διάβαση του Δούναβη απ’ τους Ρώσους, καθώς και η έγκαιρη και επίκαιρη ανακοίνωση του γεγονότος από αυτή στους υπουργούς, αφήνει να υποψιαστούμε με βεβαιότητα, ότι ο Όθωνας κάτι γνώριζε προκαταβολικώς από τα ρωσικά σχέδια. Ίσως, μάλιστα, στις διαθέσεις του αυτές πραγματικά να προτρεπόταν και να ενισχυόταν και από την επίσημη Ρωσία.

Το γεγονός, ότι όλοι σχεδόν οι υπουργοί ήταν εναντίον της άμεσου δράσης και η εμμονή τους σε σκέψεις αμφιβολίας και αναβολών, εμπόδισε τον Όθωνα να πάρει πρωτοβουλία και να κινηθεί έγκαιρα. Αυτό συντέλεσε, όπως μας λέει ο ιστορικός Καρολίδης, στο μαρασμό του αρχικού ενθουσιασμού του και, συν τω χρόνω, εγκατάλειψη των σχεδίων της εξόδου του από τα σύνορα. Πιθανόν, αν η κυβέρνηση ενεργούσε εντονότερα και έγκαιρα και η στάση των πρεσβευτών να ήταν διαφορετική. Το ισχνό αυτό ‘’πιθανόν’’ εκφράζεται με μεγάλη επιφύλαξη και στηρίζεται μόνο στα κατόπι λεγόμενα απ’ το Θ. Αφεντούλη, όταν, κατά το 1886, για να ενθαρρύνει την τότε κυβέρνηση Θ. Δεληγιάννη, η οποία αντιμετώπιζε τον τρίτο αγγλογαλλικό αποκλεισμό και να την κάνει να κινηθεί αμέσως, έλεγε ότι ο Ρουάν, ο οποίος ήταν και αντιπρόσωπος της Γαλλίας επί Καποδίστρια, δεν ήταν μισέλληνας, γιατί και το 1854 ως Γάλλος πρεσβευτής, παρά τις επίσημες κατά της ελληνικής κυβέρνησης διακοινώσεις του, κατ’ ιδίαν έλεγε σε κύκλους εμπιστευτικούς: ‘’Πότε επιτέλους θα κινηθούν αυτοί οι άνθρωποι;’’ εννοώντας την κυβέρνηση και τους επαναστάτες.

Αγγλογαλλικά πολεμικά πλοία στάθμευσαν τις μέρες αυτές στα λιμάνια Σπέτσες, Χαλκίδα, Ναύπλιο και Πάτρα και τα πληρώματά τους εξερχόμενα στη στεριά προκαλούσαν, ύβριζαν και ερέθιζαν το λαό. Όλα δε τα ελληνικά πλοία συλλαμβάνονταν κι ερευνούνταν και ό,τι πολεμικά, φαρμακευτικά και άλλα εφόδια βρίσκονταν σ’ αυτά κατάσχονταν και ρίχνονταν στη θάλασσα. ‘’Η θάλασσα είχε καλυφθεί εκ κυβωτίων και βαρελίων’’ μας λέει ο ιστορικός.

Ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών διαμαρτυρήθηκε στο Γάλλο πρεσβευτή για όλες αυτές τις πρωτάκουστες παρανομίες και βαρβαρότητες, αλλά ο Ρουάν προσποιήθηκε ότι τίποτα δεν γνώριζε. Αντί δε να πάρει οποιαδήποτε μέτρα, για να σταματήσει και να μειωθεί το κακό, κατηγόρησε επιπλέον την κυβέρνηση, ότι υποθάλπει την ίδρυση εταιρείας ‘’της κοινής ασφαλείας’’ κατά το πρότυπο της γαλλικής επιτροπής που είχε ιδρυθεί από τη Γαλλική Επαναστατική Συνέλευση του 1793, για τη θανάτωση όλων των Γάλλων εχθρών της επανάστασης και κατέστησε υπεύθυνη την κυβέρνηση για τη ζωή του, η οποία έλεγε πως κινδύνευε.

Τα αγγλικά πολεμικά περιπολούσαν στο Ιόνιο και απέκοπταν κάθε θαλάσσια επαφή των επαναστατών με την Ελλάδα. Αποβίβαζαν αγήματα και ιδίως Αγγλογάλλους πυροβολητές με κανόνια, οι οποίοι και έπαιρναν μέρος μαζί με τον τουρκικό στρατό σε μάχες κατά των επαναστατών. Έτσι, διαλύθηκε στις 12 Απριλίου 1854 το στρατόπεδο του Πέτα κι όλα σχεδόν τα έγγραφα του Κ. Τζαβέλα έπεσαν στα χέρια των Τούρκων και φάνηκε απ’ αυτά η ανάμιξη του βασιλιά στην επανάσταση. Σε λίγο, διαλύθηκε και η πολιορκία του Δομοκού. Παρά τις ατυχίες όμως αυτές, η επανάσταση προχώρησε ακμάζουσα στη Θεσσαλία, επεκτάθηκε και μέχρι τη Χαλκιδική και στη Νότια Μακεδονία, όπου ο οπλαρχηγός Καρατάσος είχε σπουδαίες επιτυχίες εναντίον του οθωμανικού στρατού. Επίσης, ο Μαμούρης κυκλοφόρησε προκήρυξη για τη συνέχιση και υποστήριξη της επανάστασης και ο Όθωνας έστειλε στο Σπύρο Μίλιο, το Γαρδικιώτη και το Βλαχόπουλο για να εμψυχώσουν τους επαναστάτες.

Στις 29 Απριλίου, οι πρεσβευτές Αγγλίας και Γαλλίας έδωσαν διακοίνωση στον Όθωνα και στην κυβέρνηση και ζητούσαν, εντός τακτής προθεσμίας, να κατασταλεί η επανάσταση και βασιλιάς και κυβέρνηση να δηλώσουν εγγράφως, ότι την αποκηρύσσουν και την καταδικάζουν. Ταυτόχρονα, ανακοίνωσαν στην ελληνική κυβέρνηση την υπογραφή απ’ τις μεγάλες Δυνάμεις του Πρωτοκόλλου της 1ης Απριλίου, με το οποίο προνοούσαν για τη βελτίωση της τύχης των χριστιανών της Τουρκίας. Με το πρωτόκολλο αυτό, το οποίο ήταν αγγλικό παρασκεύασμα, οι σύμμαχοι προσπάθησαν να διαβρώσουν τη συνοχή των κατεχόμενων απ’ τους Τούρκους λαών και να αμβλύνουν την έντονη επιθυμία τους για λευτεριά και αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Κατά τους συμμάχους, οι Έλληνες και όλοι οι χριστιανοί και μη μουσουλμάνοι υπήκοοι του σουλτάνου θα έπρεπε να επαναπαυθούν στο πρωτόκολλο αυτό και να παραιτηθούν από κάθε περαιτέρω προσπάθεια για απελευθέρωσή τους απ’ την οθωμανική τυραννία.

Ο παλιός Γάλλος πρεσβευτής στην Ελλάδα Θουβενέλ, σε επιστολή του  προς τον Όθωνα, έγραφε: ‘’Να εγκαταλείψουν οι Έλληνες κάθε ιδέα διεκδίκησης εδαφών εις βάρος της Τουρκίας και οι χριστιανοί να περιμένουν την καλυτέρευση της τύχης του απ’ τη μεγαλοψυχία του κυρίαρχού τους σουλτάνου’’. Έτσι σκέφτονταν τότε, όπως σκέφτονται και σήμερα και πάντοτε οι δυτικοί μας ‘’σύμμαχοι’’.

Στη διακοίνωσή του προς την ελληνική κυβέρνηση, στις 29 Απριλίου, ο Γάλλος πρεσβευτής Ρουάν φαινόταν διαλλακτικότερος και ζητούσε αλλαγή του Υπουργείου, ενώ ο Άγγλος Ουάις ήταν αυστηρός και στρεφόταν κατά του Όθωνα και τον απειλούσε με καθαίρεση, αν δεν αποκήρυσσε την επανάσταση, μιλώντας καθαρά και για ‘’κυβέρνηση άλλου είδους’’.

Η κάπως διχασμένη στο σημείο αυτό τακτική των Αγγλογάλλων γίνεται περισσότερο αντιληπτή, αν ληφθεί υπόψη, ότι η μεν απώτερη επιθυμία των Άγγλων ήταν να διώξουν τον Όθωνα και να τον αντικαταστήσουν με πρίγκιπα άλλης δυναστείας πιο φιλικής προς αυτούς, η δε επιδίωξη των Γάλλων ήταν να ανεβάσουν στην κυβέρνηση το γαλλικό κόμμα της λεγόμενης Μοσχομάγκας.

Η ελληνική κυβέρνηση και ο Όθωνας δεν δέχονταν να αποκηρύξουν την επανάσταση, ενώ οι Άγγλοι ήταν αδιάλλακτοι στην αξίωσή τους αυτή. Οι πρεσβευτές Πρωσίας, Βαυαρίας και Αυστρίας προσπάθησαν να βοηθήσουν την ελληνική κυβέρνηση, μεσολαβώντας για την εξεύρεση λύσης, αλλά ο Άγγλος πρεσβευτής ήταν ανένδοτος και επέμενε στην αξίωσή του, ο βασιλιάς της Ελλάδας να δηλώσει εγγράφως ότι αποκηρύσσει την επανάσταση, προσπαθώντας έτσι να αναγκάσει τον Όθωνα να παραιτηθεί ή να τον παρουσιάσει στο λαό ως υπεύθυνο της όλης ανωμαλίας, γιατί, με την άρνησή του να υπακούσει στις αξιώσεις των συμμάχων, θα φαίνονταν ότι γινόταν αιτία της κακοδαιμονίας των Ελλήνων. Έτσι, έλπιζε ο Ουάις, ότι ο λαός θα τον εκθρόνιζε, οπότε οι Άγγλοι θα ανέβαζαν στο θρόνο της Ελλάδας δικό τους ή ευνοούμενό τους πρίγκιπα.

Οι επιδράσεις, όμως, της τακτικής αυτής των συμμάχων είχαν τελείως αντίθετα αποτελέσματα στον ελληνικό λαό απ’ ότι αυτοί περίμεναν, γιατί οι αυθαιρεσίες και οι βιαιότητές τους συσπείρωσαν τους Έλληνες γύρω στο βασιλιά και τους ερέθιζαν και τους εξόργιζαν περισσότερο κατά των Αγγλογάλλων. Βέβαια, σε τελική ανάλυση, η όλη εξέλιξη πάλι ευνοούσε τα σχέδια της αγγλικής διπλωματίας, γιατί η συσπείρωση του λαού γύρω απ’ το βασιλιά ενίσχυε και παρέτεινε το θεσμό της μοναρχίας στην Ελλάδα, πράγμα που με κάθε τρόπο προσπαθούσε να συνδράμει και να διατηρήσει η Αγγλία. Η αγγλική εχθρότητα ήταν προσωπική και στρεφόταν εναντίον του προσώπου του Όθωνα και όχι εναντίον του θεσμού της μοναρχίας.

Ιδιαίτερα για την αγγλική διπλωματία της Ελλάδας υπήρχε και προσωπική έχθρα ανάμεσα στο βασιλιά Όθωνα και στον πρεσβευτή Ουάις και της στιγμής εκείνης, αλλά και παλιότερη από τον παρκερικό αποκλεισμό του 1850. Τότε, ανάμεσα στα συλληφθέντα από τους Άγγλους ελληνικά πλοία, υπήρχε και ένα που έφερε διάφορα φυτά και άλλα δενδρύλλια από την Αίγυπτο για το βασιλικό κήπο. Στο πλοίο αυτό οι Άγγλοι απαγόρεψαν να συνεχίσει την περαιτέρω πορεία του, όπως έκαναν και σ’ όλα τα άλλα ελληνικά πλοία, πράγμα το οποίο συντέλεσε, ώστε όλα τα φυτά να καταστραφούν, όπως μας πληροφορεί ο Α. Ραγκαβής. Το γεγονός έθιξε και εξόργισε τη βασίλισσα και την Αυλή και η πίκρα διατηρήθηκε για πολύ καιρό, ώστε, όταν αργότερα, μετά τον αποκλεισμό, προσκλήθηκε η μεγάλη κυρία της Αυλής από τον Άγγλο πρεσβευτή σε επίσημο δείπνο, πήγε μεν με διασταγμούς στο δείπνο, αλλά δεν πήγε σε ευχαριστήρια εν συνεχεία επίσκεψη, όπως συνηθιζόταν να γίνεται κατόπιν, με την πρόφαση ότι ο πρεσβευτής δεν είχε σύζυγο οικοδέσποινα, αλλά ρόλο οικοδέσποινας εκτελούσε η παρεπιδημούσα εκείνες τις μέρες στην Αθήνα γυναίκα του αδερφού του. Απ’ αυτό θίχτηκε ο Ουάις κι όταν κλίθηκε κι αυτός στο παλάτι αργότερα σε δείπνο δεν πήγε και η δυσαρέσκεια διαιωνίστηκε για αρκετό καιρό. Βέβαια, όλες αυτές οι μικροδυσαρέσκειες που εκδηλώνονταν κατά καιρούς στηρίζονταν πάνω στο μεγάλος μίσος που υπήρχε μεταξύ Αγγλίας (Πάλμερστον) και Όθωνα, του οποίου μια από τις σπουδαιότερες αιτίες ήταν και η εκδίωξη απ’ τον Όθωνα του ευνοούμενου του Πάλμερστον Άρμασμπεργκ απ’ την Ελλάδα το 1836.

Πολλά υπουργικά και άλλα υψηλού επιπέδου συμβούλια συγκροτούνταν από ελληνικής πλευράς για την εξέταση της κατάστασης και την εξεύρεση λύσης και απάντησης στις συμμαχικές διακοινώσεις. Αλλά παραδόδως, όλα συγκροτούσαν τη γνώμη του Όθωνα και κανένα δεν αποφάσιζε την παραίτηση των υπουργών. Στο μεταξύ, επειδή η προθεσμία που είχαν δώσει οι Αγγλογάλλοι για την αλλαγή της κυβέρνησης παρήλθε χωρίς αποτέλεσμα, ο Άγγλος στόλαρχος την ειδοποίησε, ότι στο εξής δε θα επιτρεπόταν στα ελληνικά πολεμικά να κινηθούν και να εγκαταλείψουν τους όρμους τους. Όλα μαρτυρούσαν επικείμενο αποκλεισμό και οι σύμμαχοι απειλούσαν με κατάλυψη του Πειραιά.

Ο Χρηστίδης, ιθύνων του γαλλικού κόμματος, πρότεινε στους συμμάχους να μην καταλάβουν τον Πειραιά και τα άλλα λιμάνια, γιατί θα έκαναν κακή εντύπωση στο λαό, αλλά να καταλάβουν τα σύνορα, ένδειξη ότι ο Χρηστίδης συμφωνούσε κατ’ ουσία με το σκοπό και τις διαθέσεις των Αγγλογάλλων, διαφωνούσε, όμως δήθεν, ως προς τα μέσα και τον τρόπο για την πραγμάτωση των σκοπών τους αυτών. Η στάση αυτή του Χρηστίδη απέβλεπε στην προσπάθειά του να υπουργοποιηθεί από τους συμμάχους. Εδώ, όμως, έπεσε έξω, γιατί υπερσκελίστηκε σε λίγο απ’ τον Καλλέργη.

Μπροστά στις αβάσταχτες αυτές πιέσεις των συμμάχων, ο βασιλιάς και η κυβέρνηση, προτρεπόμενοι κι από τους πρεσβευτές Πρωσίας, Βαυαρίας και Αυστρίας κι από αυτόν ακόμα τον πρεσβευτή της Ρωσίας Περσιάνυ, όπως μας λέει ο Καρολίδης, άρχισαν σιγά-σιγά να κάμπτονται.

Τις μέρες αυτές, γύρισε απ’ την Κωνσταντινούπολη και ο από εκεί ανακληθείς πρεσβευτής Α. Μεταξάς και ίσως κι αυτός συνέβαλε, ώστε να χαμηλώσει τους τόνους κάπως ο βασιλιάς και ν΄ αρχίσει να συζητά πιο σοβαρά για την αλλαγή της κυβέρνησης. Δεν ήθελε, όμως, με κανένα τρόπο να πάρει υπουργούς του απ’ τους 16 γερουσιαστές που καταψήφισαν την κυβερνητική απάντηση προς το Νεσσέτ. Στις 4 Μαΐου συγκλήθηκε και πάλι συμβούλιο, το οποίο αποφάσισε τελικά την παραίτηση της κυβέρνησης. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο Όθωνας, ταπεινωμένος και μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, αποκήρυξε προφορικά την επανάσταση μπροστά στους δύο πρεσβευτές Αγγλίας και Γαλλίας και συγκατατέθηκε στην αλλαγή της κυβέρνησης. Την ίδια ώρα, οι πρεσβευτές έδωσαν στο βασιλιά και τον κατάλογο με τα ονόματα των νέων υπουργών.

Με την αποκήρυξη της επανάστασης από τον Όθωνα και την προετοιμαζόμενη αλλαγή της κυβέρνησης, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις που είχαν ψυχραθεί θεωρήθηκαν κι απ’ τους ξένους πρεσβευτές και από την Ελλάδα αλλά και από την Πύλη ότι αποκαταστάθηκαν και στη συνέχεια θα έπρεπε να επιστρέψουν στις παλιές τους εστίες όλοι οι Έλληνες κάτοικοι της Τουρκίας που διώχτηκαν με τη διακοπή των σχέσεων. Ο Άγγλος πρεσβευτής, όμως, στην Κωνσταντινούπολη Κάνιγκ είχε αντιρρήσεις και με επιμονή δήλωσε, ότι θα δεχθεί αποκατάσταση των σχέσεων των δύο κρατών μόνο με την ολοσχερή κατάπαυση και διάλυση της Ηπειροθεσσαλικής επανάστασης. Γι’ αυτό και μήνες μετά την άνοδο στην κυβέρνηση του ‘’ξενοκρατικού Υπουργείου’’ η ελληνοτουρκική διαφορά έμεινε εκκρεμής και μόνο το Σεπτέμβριο του 1854 εστάλη στην Κωνσταντινούπολη ο Έλληνας διπλωματικός υπάλληλος Βαρότσης με επιστολή του πρωθυπουργού Μαυροκορδάτου προς το Ρεσίτ πασά, στην οποία δηλωνόταν η από ελληνικής πλευράς επιθυμία για επανάληψη των διπλωματικών σχέσεων. Με την επέμβαση των ξένων πρεσβευτών άρχισε η προσέγγιση των δύο κρατών, με πρώτο αποτέλεσμα την έκδοση φιρμανιού από μέρους της Πύλης, με το οποίο αφήνονταν ελεύθερα όλα τα ελληνικά πλοία που είχαν αποκλειστεί στα τουρκικά λιμάνια με τη διακοπή των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων. Αργότερα, τον Απρίλιο του 1855, στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη ο Ανδρέας Κουντουριώτης, ο οποίος, ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις και συσκέψεις με τον Τούρκο υπουργό των Εξωτερικών Φουάτ πασά υπέγραψε στις 9 Ιουλίου 1855 τη συνθήκη του Κακλιτζά, η οποία αποτελούνταν από 50 άρθρα και η οποία αποτελούσε μέχρι το 1897 το χάρτη του Δημοσίου δικαίου και των διεθνών σχέσεων των δύο κρατών.

Έτσι, αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις των δύο χωρών, οι οποίες και έγιναν θερμότερες επί κυβερνήσεως Δ. Βούλγαρη και υπουργού των Εξωτερικών Α. Ραγκαβή.

Παρά την επίσημη πλέον αποκήρυξη της επανάστασης απ’ τον Όθωνα, ο Ουάις δεν δεχόταν απλή παραίτηση της κυβέρνησης και συνέχιζε τις πιέσεις του. Επέμενε, το απερχόμενο υπουργείο, πριν από την πτώση του, να καταδικάσει κι αυτό το κίνημα εγγράφως.

Και ενώ μέχρι τώρα όλα έδειχναν ότι οδηγούσαν πλέον σε ύφεση και γρήγορη λύση της κρίσης, ξαφνικά οι Αγγλογάλλοι ειδοποίησαν απαιτητικά την ελληνική κυβέρνηση, να ετοιμάσει καταλύματα και αποθήκες για τον προσερχόμενο αγγλογαλλικό στρατό. Πράγματι, στις 13 Μαΐου 1854, στις 5 μ.μ., με μουσικές μπήκαν στον Πειραιά 12 αγγλικά και γαλλικά πλοία. Τώρα, οι Αγγλογάλλοι γίνονταν πιο επίμονοι και βάναυσοι κι εντονότερα αξίωναν την άμεση ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Μπαίνοντας ο γαλλικός στόλος στον Πειραιά συνέλαβε τα ελληνικά πολεμικά, από τα οποία έδιωξε τα ελληνικά πληρώματα και τα επάνδρωσε με αγγλογαλλικά και ύψωσε στα ελληνικά πλοία αγγλικές και γαλλικές σημαίες.

Η σιωπηρή άρνηση της κυβέρνησης στην άμεση παραδοχή και εκτέλεση στο ακέραιο των αγγλογαλλικών αξιώσεων, που εκδηλώνονταν με αργοπορίες, αναβολές και καθυστερήσεις, εξόργιζε τους Άγγλους και τους έκανε πιο βίαιους.

Ακόμα και μετά τη σύλληψη των ελληνικών πολεμικών πλοίων, ο Ουάις επέμενε στην αρχική του απαίτηση, να αποκηρύξει εγγράφως το απερχόμενο Υπουργείο την επανάσταση πριν παραδώσει την αρχή. Με την επιμονή αυτή του Ουάις καινούριες διαμάχες προέκυψαν. Έτσι, ταυτόχρονα δόθηκε δικαιολογία και χρόνος για την απόβαση αγγλογαλλικού στόλου και την κατάληψη της Αθήνας και του Πειραιά, πράγμα το οποίο ήταν και ο απώτερος σκοπός των συμμάχων. Ύστερα από την ολοκλήρωση των αγγλικών επιδιώξεων, μεσολάβησαν ο Άγγλος ιστορικός και κάτοικος των Αθηνών Φίνλεϋ, ο Άγγλος φιλέλληνας στρατηγός Ροχάρδος Τσωρτς και ο Πρώσος πρεσβευτής Θιέλ, ενώ υποχώρησε δήθεν ο Ουάις και το Υπουργείο αποχώρησε χωρίς άλλη διατύπωση, δίνοντας τη θέση του στους χειροτονημένους από τους Αγγλογάλλους υπουργούς. Οι φίλοι της ξενοκρατίας Μαυροκορδάτος-Καλλέργης σχημάτισαν υπουργείο, γνωστό στην ιστορία ως ‘’Υπουργείο της Ξενοκρατίας’’. Το νέο υπουργείο σχηματίστηκε στις 16 Μαΐου 1854 και ανέλαβε να διαμαρτυρηθεί στους πρεσβευτές για την προσέλευση του αγγλογαλικού στρατού, που είχε στο μεταξύ αποβιβαστεί στον Πειραιά. Αλλ’ αντί διαμαρτυρίας, εξέδωσε προκήρυξη στις 16 Μαΐου, δηλαδή την ίδια μέρα που έλαβε την εξουσία, στην οποία και έλεγε ότι, η Ελλάδα (οι φρεσκοβγαλμένοι απ’ τους Αγγλογάλλους  ‘’υπουργοί’’ έγιναν αμέσως Ελλάδα) συνομολόγησε προς τις ναυτικές δυνάμεις Αγγλίας και Γαλλίας παντελή ουδετερότητα και ότι το μέλλον του ελληνικού Έθνους εναπόκειται εξ ολοκλήρου πλέον στα χέρια της Θείας Πρόνοιας. Αλλά και αν ποτέ έγινε καμιά διαμαρτυρία, έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, γιατί η κατοχή συνεχίστηκε και διήρκεσε για αρκετό καιρό, μέχρι ένα χρόνο μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου.

Τις μέρες της πτώσης του ενός Υπουργείου και της συγκρότησης του άλλου, συνέβησαν και διάφορα γεγονότα, τα οποία δείχνουν τρανότατα τη μικρότητα των ηρώων τους, όπως μας πληροφορεί ο τότε υπουργός Πήλικας. Ο απερχόμενος υπουργός των Εξωτερικών Πάικος παρακαλούσε τον Όθωνα να τον συμπεριλάβει κι αυτόν στη νέα κυβέρνηση, δίνοντάς του οποιοδήποτε υπουργείο, έστω και το πιο ασήμαντο κι ακίνδυνο για τους συμμάχους και κατ’ ανάγκη μόνο για τέσσερις μήνες, όσο του υπολείπονταν για να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος υπουργίας, για να μπορεί, κατά το Σύνταγμα, να διοριστεί γερουσιαστής. ‘’Εάν’’, έλεγε, ‘’Δεν με θέλουν οι σύμμαχοι, μετά το διορισμό μου, αμέσως δώστε μου τετράμηνη άδεια, να πάω όπου θέλουν αυτοί. Έτσι, μένει αντικαταστάτης μου και διοικεί το υπουργείο άνθρωπος αμέσως μετά τη λήξη του τετραμήνου’’.

Ο πρωθυπουργός Κριεζής δεν ήθελε να παραιτηθεί της πρωθυπουργίας, ισχυριζόμενος ότι, αφού ο Σπ. Μήλιος και ο Γαρδικιώτης δεν παραδίνουν τα χρήματα που πήραν για την επανάσταση, μια και δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν πλέον για το σκοπό αυτό και τα κρατούν στις τσέπες τους, δεν παραιτούμαι κι εγώ απ’ την κυβέρνηση. Τα ίδια περίπου συνέβαιναν και στο αντίθετο στρατόπεδο, το οποίο συγκροτούσε τη νέα κυβέρνηση. Φιλόδοξοι πολιτικοί πηγαινοέρχονταν στους διαδρόμους των πρεσβειών και ο καθένας προσπαθούσε να ξεπεράσει τον άλλο σε δουλικότητα και κολακείες προς τους πρεσβευτές. Όπως μας πληροφορεί ο Φίνλεϋ, οι πρεσβευτές, βλέποντας τα συμβαίνοντα, ρωτούσαν με απορία, αν εξέλειπε κάθε φιλοπατρία από τους Έλληνες υπουργούς. Γιατί, οι μεν μέσα στην κυβέρνηση, την ώρα της παραίτησής τους και σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, εμφορούνταν από ευτελείς ιδιοτέλειες και σκέφτονταν για την απώλεια προσωπικών τους συμφερόντων, οι δε έξω απ’ την κυβέρνηση ήταν έτοιμοι να κάνουν το κάθε τι για να γίνουν υπουργοί, άσχετα αν αυτό ήταν σε βάρος της πατρίδας τους. Εξαίρεση στην όλη τραγωδία αποτελούσε ο Κανάρης, ο οποίος, ως αγράμματος και άπειρος σε βρόμικα πολιτικά παιχνίδια, είχε έντεχνα εμπλακεί στην ομάδα του ξενοκρατικού υπουργείου από πεπειραμένους σε τέτοια καιροσκόπους πολιτικάντηδες, απλώς και μόνο για να δώσουν με την παρουσία του και το ένδοξο όνομά του κύρος και κάποια βαρύτητα στην καθ’ όλα αστήριχτη και χωρίς κανένα υπόβαθρο κατοχική κυβέρνηση.

Ύστερα από την έναρξη της ξένης κατοχής, η Ρωσία θεώρησε την Ελλάδα κράτος ανελεύθερο και όχι αυτοτελές και διέκοψε τις επίσημες πολιτικές και διπλωματικές σχέσεις μαζί της. Τις αποκατέστησε μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου και ύστερα από την υπογραφή της συνθήκης του Παρισιού στις 18/30 Μαρτίου 1856. Και μετά τη διακοπή, όμως, των επίσημων ελληνορωσικών σχέσεων, η Ρωσία δεν εγκατέλειψε την Ελλάδα και οι σχέσεις της με τον ελληνικό λαό, όχι μόνο παρέμειναν αδιάβλητες και ακμαίες αλλά και προήχθησαν ακόμα περισσότερο καθ’ όλη τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου και της ξένης κατοχής.

Στις 2/14 Μαΐου 1854 ο υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας κόμης Νεσελρώδε εξέδωσε ευμενέστατη εγκύκλιο διακοίνωση υπέρ των αγωνιζόμενων Ελλήνων, η οποία έδωσε νέο θάρρος κι επέφερε νέα αναπτέρωση του ηθικού των επαναστατών.

Σε απάντηση της ρωσικής διακοίνωσης, ο πρεσβευτής της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη Κάνιγκ κυκλοφόρησε εγκύκλιο προς τους Άγγλους προξένους στην Τουρκία (συμπεριλαμβανόμενης και της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας) με δριμύτατο περιεχόμενο και ύφος κατά των Ελλήνων, διακηρύττοντας, ότι το παρόν κίνημα των Ελλήνων δεν είναι εθνικό και αυθόρμητο και ότι δε θα φέρει στους προσχωρήσαντες σ’ αυτό τίποτε άλλο παρά μόνο την καταστροφή τους. Νωρίτερα δε κι ο κόμης Ράσσελ της αγγλικής Βουλής, στις 27 Μαρτίου/6 Απριλίου, ψευδόμενος έλεγε μ’ ευχαρίστηση ότι, ‘’ουδεμία υπεγράφη συνθήκη μεταξύ Τουρκίας και Αγγλίας, παραχωρούσασα δικαιώματα, προνόμια και ισοπολιτεία στους χριστιανούς της Τουρκίας’’, εννοώντας το πρωτόκολλο της 1ης Απριλίου. Η επιθυμία του Ράσσελ ήταν, απ’ τα λεγόμενά του, να μην ισχύει ούτε και το πρωτόκολλο αυτό για τους Έλληνες. Η δήλωσή του αυτή δείχνει καθαρά το μισελληνισμό του.

Και ο Γάλλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη κυκλοφόρησε διακοίνωση στις 18/30 Μαρτίου καταδικάζοντας την επανάσταση και διακήρυττε ότι, ‘’η ζωή και η περιουσία των επαναστατών εγκαταλείπονται πλέον στα επακόλουθα του πολέμου, που αυτοί (οι επαναστάτες) προκαλούν, για τον οποίο πόλεμο τα μέγιστα ευθύνεται η ελληνική κυβέρνηση’’.

Τελικά, το ξενοκίνητο Υπουργείο Μαυροκορδάτου-Καλλέργη έπραξε το παν για την κατάπνιξη της επανάστασης και την τέλεια διάλυση των επαναστατών. Εκπρόσωποι των Άγγλων, ακολουθούμενοι κι από Έλληνες αξιωματικούς του Καλλέργη, περιφέρονταν στις επαρχίες δυσφημίζοντας την επανάσταση και καλούσαν το λαό να καταθέσει τα όπλα και να υποταχτεί στους Τούρκους. Έτσι, με τη βίαιη επέμβαση των Άγγλων και των Γάλλων, όλα τα απελευθερωμένα τμήματα της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας επιστράφηκαν και πάλι στους Τούρκους.

Επίσης, λόγω ξενοκρατίας, ‘’ενήλθαν εις την κοινωνικήν επιφάνειαν εκ του βορβορώδους υποκόσμου φαύλα στοιχεία’’, μας λέει ο ιστορικός κι απ’ τις κολακευτικές, δουλικές και φαύλες υπηρεσίες τους προς τους ξένους δυνάστες και τους ντόπιους ισχυρούς της ημέρας, απέκτησαν δύναμη, με την οποία κατόρθωσαν να επιβάλουν στη ζωή των Αθηνών και της Ελλάδας τη φαυλοκρατία και την πολιτική διαφθορά. Παρέλυσε ο νόμος και εξαρθρώθηκε η διοίκηση, αυξήθηκε η ληστεία και η παρανομία οργίασε.

Σα να μην έφταναν όλα τα άλλα κακά της κατοχής, οι Αγγλογάλλοι έφεραν και μετέδωσαν στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στον Πειραιά και στην Αθήνα και φοβερή επιδημία χολέρας. Πολύ παραστατικά ο Δραγούμης μας δίνει τη φρικιαστική εικόνα αυτής της ‘’καλοσύνης’’ που μας έφερε η αγγλική κατοχή. Στα απομνημονεύματά του γράφει: ‘’Ενέσκηψε δε κατ’ αρχάς εις Πειραιά νόσος, απαραλλάκτως όπως ο επί Περικλέους λοιμός, αψαμένη πρώτων των ξένων στρατιωτών και τινών άλλων, ύστερον δε αναβάσα και εις το άστυ. Βεβαίως αν οι ξένοι επέτρεπον την υγειονομικήν κάθαρσιν, θ’ αποκρούετο το νόσημα, διότι πρότερον δις ή τρις μετακομισθέν εις τινας λιμένας της Ελλάδος απεσοβήθη δια του τρόπου τούτου. Σήμερον, όμως, ενέπεσεν ακολύτως μέγα και φοβερόν και ανεπτύχθη εν Αθήναις, . . . εμάστησε δε την πρωτεύουσαν επί πέντε μήνας, ων ολεθριότερος υπήρξεν ο Νοέμβριος, ως αποθανόντων εντός αυτού οκτακοσίων τουλάχιστον και απέστειλεν εις Άδου τρεις χιλιάδας. . .’’ Και παρακάτω γράφει: ‘’επανήλθε δε και πάλιν ραγδαία (νόσος) εις το τέταρτον διαμέρισμα (των Αθηνών) εις ο περιέφερεν ανηλεώς το δρέπανον, θερίσασα προ πάντων το πλήθος των εκεί συσσωρευμένων ενδεών προσφύγων, των νεωστί διωχθέντων από της Τουρκίας δια την διακοπήν των σχέσεων. Οικτρόν δε θέαμα παρίστα τας ημέρας εκείνας η πόλις των Αθηνών . . . η οποία απ’ άκρου εις άκρον εσίγησεν. . . Πάντα φρικαλέα και η σιωπή και ο κρότος των ποδών σου ηνώρθουν τας τρίχας σου’’. Και συνεχίζει ο Δραγούμης: ‘’Την πρωίαν μόνον ενίοτε δε και την εσπέραν προσέβαλλεν εις τα ακοάς ως γόος βαθύς ο πένθιμος τριγμός των φορείων, άτινα βαρέως και βραδέως ελαυνόμενα μετεκόμιζον σωρούς ασαβάνωτων, πολλάκις δε και ολόγυμνων νεκρών προς λάκκους, εις ους ρίπτοντες τα σώματα οι νεκροθάπται ως λίθους αργούς κατεκάλυπτον δι’ ασβέστου ως δια σινδόνης νεκρικής. Ενίοτε δε έβλεπες και ρακένδυτον γέροντα ιερέα, όστις κρατών σταυρόν και μόλις κινών τα χείλη επορεύετο μακράν προ του φορείου. Τους νόμους, την αστυνομίαν, τα νοσοκομεία, τους ιατρούς, τα πάντα και τους πάντες είχε παραλύσει ο φόβος και ο θάνατος. Υπουργοί και ο Νομάρχης και πολλοί των δημοσίων λειτουργών καταλείποντες αυτογνωμόνως τας θέσεις των κατέφυγον εις τα όρη και νήσους, αμειφθέντες μάλιστα επί τη παραβάσει του καθήκοντος δια παρασήμου υπό προσωληπτούσης εξουσίας. . .’’

Έγινε πρόταση στους συμμάχους να εφαρμοστεί υγειονομικός έλεγχος και να οριστεί υγειονομική γραμμή μεταξύ Αθήνας και Πειραιά, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους του Καποδίστρια, οι οποίοι είχαν αποδειχτεί αποτελεσματικοί σε παλιότερες μεμονομένες εμφανίσεις της επιδημίας σε διάφορα λιμάνια από επισκέψεις ξένων ναυτικών, αλλά οι Γάλλοι δεν δέχτηκαν τη λήψη υγειονομικών μέτρων κι έτσι η επάρατος ασθένεια ελεύθερα θέριζε κι αποδεκάτιζε την Αθήνα, ερημώνοντας τις φτωχογειτονιές.

‘’Ενίοτε δε έβλεπες και ρακένδυτον γέροντα ιερέα. . .’’ μας λέει ο Δραγούμης. Πολύ δικαιολογημένα θα αναρωτηθεί ίσως κάθε Έλληνας: Γιατί στις δυστυχίες και στις δύσκολες στιγμές διαφόρων αγώνων και δοκιμασιών βλέπουμε μόνο ‘’ρακένδυτον ιερέα’’, να συμπαραστέκεται τους δυστυχείς, να αναμιγνύεται με τους πάσχοντες και τους αδυνάτους, να προσπαθεί παρ’ όλη την αγραμματοσύνη του να γίνει, έστω και με μόνη την παρουσία του, αρωγός και παρηγορητής των δυστυχούντων και των κατατρεγμένων; Γιατί δεν βλέπουμε δεσπότη ή άλλον ανώτερο κληρικό; Μήπως τα μεταξωτά ράσα δεν αρμόζει να εμφανίζονται σε καταστάσεις δυστυχίας, κόπων και ταλαιπωριών και θεωρείται απρεπές το να αναμιγνύεται με το ‘’ποίμνιόν’’ τους ως συμπάσχοντες προστάτες του και πρωτοπόροι στα μαρτύριά του. Ή μήπως, για να εμφανιστούν οι άρχοντες του ιερατείου απαιτούνται και προϋποτίθενται περιστάσεις φαιδρότητας και επιδείξεων;

Επιπλέον, την εποχή της ξένης κατοχής, όπως μας πληροφορεί ο καθηγητής Πανεπιστημίου, ακαδημαϊκός και τότε υπουργός των Εξωτερικών Α. Ραγκαβής, οι Γάλλοι στρατιώτες στον Πειραιά έκαναν με δική τους πρωτοβουλία και χωρίς την άδεια καμιάς ελληνικής αρχής ανασκαφές ιδιωτικής φύσεως και τα πλούσια αρχαία ευρήματά τους τα έστειλαν στις οικογένειές τους στη Γαλλία. Ο τότε υπουργός της Παιδείας, παρ’ ότι ειδοποιήθηκε σχετικά και υποκινήθηκε απ’ το Ραγκαβή, να διαμαρτυρηθεί για να σταματήσει το ιδιωτικό αυτό συστηματικό ξεπούλημα των ελληνικών αρχαιοτήτων, απέφυγε να επέμβει για να μην ερεθίσει τους τότε παντοδύναμους Γάλλους. Με τις ανασκαφές αυτές, εκτός των άλλων πολύτιμων ευρημάτων που φυγαδεύτηκαν στη Γαλλία, αφαιρέθηκαν και οι Καρυάτιδες του ανακαλυφθέντος τάφου της Πυθονίκης, φίλης του Δημητρίου του Πολιορκητού. Επίσης, ανακαλύφτηκε και λεηλατήθηκε αρχαιότατος ναός της Βενδιδίας Αρτέμιδος.

Κατά το έτος 1856, με εισήγηση των ξένων πρεσβευτών, ίσως και με επιδίωξη και της ίδιας της ελληνικής κυβέρνησης, όπως μας λέει ο Α. Ραγκαβής, έγινε απόπειρα διακανονισμού των χρεών της Ελλάδας προς τις τρεις ‘’Προστάτιδες Δυνάμεις’’, που αφορούσαν τα μέχρι τότε συναφθέντα δάνεια. Οι πρεσβευτές αποφάσισαν, ο διακανονισμός αυτός να γίνει ύστερα από εξέταση των οικονομικών της Ελλάδας από ξένη επιτροπή, διορισμένη απ’ τις τρεις Δυνάμεις για το σκοπό αυτό. Οι ίδιοι πρεσβευτές συγκρότησαν επιτροπή με πρόεδρο τον Άγγλο πρεσβευτή Ουάις και με τη βοήθεια και της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία ευχαρίστως έθεσε στη διάθεσή τους κάθε στοιχείο και πληροφορία, άρχισαν τη συστηματική εξέταση των οικονομικών της χώρας.

Έτσι, μπήκε επίσημα ο ξένος έλεγχος και ιδιαίτερα ο αγγλικός στην Ελλάδα, με τη μορφή του γνωστού Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (Δ.Ο.Ε.), απομυζώντας τις πλουσιότερες προσόδους του κράτους, στραγγάλισε την Ελλάδα και δένοντάς την χειροπόδαρα την παρέδωσε στις απόλυτες διαθέσεις του αγγλικού κεφαλαίου. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο απώτερος σκοπός των Άγγλων, γιατί μόνο ύστερα από την επίσημη και μόνιμη οικονομική τους επιβολή και τακτοποίηση των Άγγλων μετόχων δέχτηκαν να λύσουν τον αποκλεισμό. Η γαλλική ‘’Εφημερίδα των συζητήσεων’’ έγραφε τότε, ότι ‘’η επιβολή του οικονομικού ελέγχου (στην Ελλάδα) συνέβαλε στην προλείανση του εδάφους για τη λύση του αποκλεισμού’’.

Έτσι, με την κατοχή και την πολιτική και οικονομική καταρράκωση της Ελλάδας, η Αγγλία πέτυχε να κρατήσει τον ελληνικό λαό, με κάθε αθέμιτο μέσο, μακριά από κάθε απελευθερωτική κίνηση, να διασφαλίσει την καταδυνάστευση της Τουρκίας επί των Ελλήνων και των άλλων χριστιανικών λαών και ταυτόχρονα να επιβάλει τον οικονομικό έλεγχο και να εξασφαλίσει κατά τον καλύτερο τρόπο τις βδελλορουφήχτρες, τους τοκογλύφους και αχόρταγους Άγγλους μετόχους.

Μια σύντομη αναδρομή και σε αδρές γραμμές ανάλυση του δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων που δόθηκε στην Ελλάδα το 1833 μας δίνει μια γενική εικόνα του μεγέθους της ‘’ωφέλειας’’ που είχε η Ελλάδα από τέτοιου είδους ‘’εξωτερικές βοήθειες’’. Ταυτόχρονα σκιαγραφεί τη λήστευση των δημοσίων πόρων από τους ξένους ‘’προστάτες’’ και την άνευ προηγουμένου διασπάθιση και ιδιοποίηση των εσόδων του κράτους απ’ τους ντόπιους αετονύχηδες.

Το 1833, με την άφιξη του Όθωνα και της αντιβασιλείας στην Ελλάδα, οι μεγάλοι ξένοι τραπεζίτες, κυρίως του Λονδίνου, με την εγγύηση των τριών Δυνάμεων, έδωσαν στην Ελλάδα δάνειο 60 εκατομμυρίων φράγκων. Το ποσό αυτό ήταν κολοσιαίο για κείνη την εποχή που η Ελλάδα είχε συνολικά 800 χιλιάδες κατοίκους και αν χρησιμοποιούνταν σωστά και μόνο για τον ελληνικό λαό, θα άλλαζε από τότε ακόμα η όψη της χώρας. Η βαυαρέζικη, όμως, αντιβασιλεία, μαζί με τους κάθε είδους ντόπιους ‘’προστατευόμενους των Δυνάμεων’’, καταλήστεψαν και κατασπατάλησαν τα χρήματα αυτά, αγνοώντας τελείως την Πατρίδα, τους φτωχούς αγωνιστές και το λαό γενικότερα.

Το ονομαστικό ποσό του δανείου ήταν 60 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Το πραγματικό, όμως, που έπρεπε να παραδοθεί, καλώς εχόντων των πραγμάτων, κατέβαινε στα 57 εκατομμύρια. Οι δανειστές χρέωναν 60 εκατομμύρια και παρέδιναν 57 εκατομμύρια, γιατί κρατούσαν 3 εκατομμύρια φράγκα για έξοδα του δανείου κλπ.. Δηλαδή, αμέσως-αμέσως οι δανειστές ωφελούνταν 3 εκατομμύρια. Από τα 57 εκατομμύρια πήραν πάλι οι δανειστές μέχρι το 1843, οπότε και εξαντλήθηκε το δάνειο, για τόκους και χρεολύσια 33 εκατομμύρια φράγκων. Κράτησαν πάλι οι δανειστές 2,5 εκατομμύρια για δόσεις και προκαταβολές που είχαν δώσει στον Καποδίστρια.

Πλήρωσαν στους Τούρκους 12,5 εκατομμύρια φράγκα για να αδειάσουν την Αττική και την Εύβοια, γιατί, παρ’ ότι τα μέρη αυτά είχαν παραχωρηθεί στην Ελλάδα με παλαιότερες συνθήκες, η Τουρκία δεν τα περέδινε και η Αγγλία εμπόδιζε την κατάληψή τους από τους Έλληνες, για να δείξει έτσι τη στοργική φροντίδα και τη φιλία της προς το σουλτάνο. Τα υπόλοιπα 9 εκατομμύρια τα έφαγαν οι Βαυαροί και ιδίως η κλίκα του Άρμασμπεργκ, τα χαϊδεμένα παιδιά του Πάλμερστον και της Αγγλίας, που πήραν και φυγάδεψαν πολλά περισσότερα (συνολικά 19 εκατομμύρια φράγκα περίπου) κατά το διάστημα που κυβέρνησαν την Ελλάδα.

Στο μεταξύ, ο ελληνικός λαός πλήρωνε και ουδέποτε έπαψε να πληρώνει γι’ αυτά και τα άλλα σαν κι αυτά ξένα δάνεια, τα οποία πήρε μάλλον μόνο στα χαρτιά. Το 1878 το κεφάλαιο του περιβόητου αυτού δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων είχε γίνει 100 εκατομμύρια φράγκα και η Ελλάδα πλήρωνε 900 χιλιάδες φράγκα το χρόνο για έξοδα ενός δανείου που ποτέ δεν έλαβε.

Η γαλλική ‘’Εφημερίδα των συζητήσεων’’ έγραφε τότε, σύμφωνα με ό,τι είχε γίνει γνωστό από τις πρώτες έρευνες της επιτροπής του Δ.Ο.Ε. ότι, από το περίφημο δάνειο των 60 εκατομμυρίων φράγκων η Ελλάδα ωφελήθηκε μόνο 12.277.671 φράγκα, έμεινε δε οφειλέτης προς τις δυνάμεις, από το 1833 μέχρι το 1857, 36.124.672 φράγκων.

Ακόμα κι αυτά τα στοιχεία που μας δίνει η γαλλική εφημερίδα, αν τα παραδεχτούμε και αν τα θεωρήσουμε ακριβή και πραγματικά και προσπαθήσουμε να παραβλέψουμε την καθ’ όλα λογικότατη και επιβεβλημένη προσπάθεια της γαλλικής εφημερίδας να παρουσιάσει την εποχή εκείνη στις στήλες της ό,τι συμφερότερο θα μπορούσε για τους συμμάχους, προσπαθώντας έτσι να προστατέψει κατά το δυνατόν τα αγγλογαλλικά συμφέροντα και ταυτόχρονα να μετριάσει ή να καλύψει τον αντίκτυπο της επιβολής του Δ.Ο.Ε. στην Ελλάδα, προβάλλοντας όσο μπορούσε περισσότερο το δήθεν μεγαλόψυχο κι ανυστερόβουλο αγγλογαλλικό ενδιαφέρον προς τους Έλληνες, πάλι βλέπουμε ξεκάθαρα το μέγεθος της στυγνής οικονομικής εκμετάλλευσης της Ελλάδας από τις μεγαλόθυμες τάχα ‘’Προστάτιδες Δυνάμεις’’.

Η ξένη κατοχή συνεχίστηκε ανενόχλητα, ώσπου τελείωσε ο Κριμαϊκός πόλεμος και υπογράφτηκε και η συνθήκη του Παρισιού. Η συνθήκη αυτή υπογράφτηκε στις 18/30 Μαρτίου 1856, την Κυριακή του Θωμά. Οι Άγγλοι, σκόπιμα και με πολλή υποκρισία, διάλεξαν τη μέρα αυτή για την υπογραφή της ειρήνης, επειδή στο Ευαγγέλιο και των δύο Εκκλησιών, Ορθόδοξης και  Καθολικής, τη μέρα αυτή αναγράφεται το ‘’Ειρήνη υμίν’’. Οι Άγγλοι υπολόγιζαν, εκμεταλλευόμενοι τη ρήση αυτή του Ευαγγελίου, να προβληθούν στα μάτια των λαών σαν φιλειρηνικοί, δίκαιοι και προστάτες της αγαθής συμφιλίωσης των κρατών. Προσεχτικοί στους τύπους οι Άγγλοι αλλά αδιάφοροι στην ουσία, ξεχνούσαν την αδικία που έδειξαν και έδειχναν προς τους μικρούς λαούς και ιδιαίτερα στους σκλαβωμένους στην Τουρκία και ξεχνούσαν τη βαρβαρότητα που ακόμα εξασκούσαν στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Τη συνθήκη αυτή υπέγραψαν η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία, η Σαρδηνία και η Τουρκία. Επίσης, υπογράφτηκε και χωριστή ρωσοτουρκική συνθήκη στο Παρίσι, με την οποία ρυθμιζόταν το καθεστώς του Εύξεινου Πόντου και οι σχέσεις των δύο χωρών στην περιοχή αυτή.

Υπογράφτηκε και τρίτη συνθήκη στο Παρίσι, ύστερα από λίγες μέρες (15 Απριλίου 1856) μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Αυστρίας, με την οποία οι τρεις Δυνάμεις, όχι μόνο εγγυούνταν την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας, αλλά δήλωναν, ότι θα θεωρούσαν άμεσο και κατευθείαν πολέμιό τους όποιον επιτεθεί κατά της Τουρκίας ή θελήσει να αφαιρέσει εδάφη της ή απλώς απειλήσει την εδαφική της ακεραιότητα. Η συνθήκη αυτή ξαναζωντάνευε την περιβόητη ‘Ιερή Συμμαχία’’ και δολοφονούσε τα ελληνικά όνειρα και τις ελπίδες για την απελευθέρωση και των υπόλοιπων τουρκοκρατούμενων ελληνικών περιοχών. Έτσι, από τη μια μεριά οι Άγγλοι φαρισαϊκά και υποκριτικότατα διαλέγουν την Κυριακή του Θωμά για την υπογραφή της ειρήνης και δημοκοπικά επικαλούνται το ‘’Ειρήνη υμίν’’ του Ευαγγελίου κι απ’ την άλλη μεριά αγνοούν, δολοφονούν, τορπιλίζουν και σβήνουν κάθε ελπίδα απελευθέρωσης των σκλαβωμένων λαών.

Ύστερα από τη συνθήκη αυτή, η μόνη ελπίδα που απομένει στους σκλαβωμένους λαούς για την καλυτέρεψη της μαύρης ζωής τους είναι η ‘’μεγαλοψυχία’’ του σουλτάνου. Με αγγλική υπόδειξη και προτροπή, η Πύλη εξέδωσε σουλτανικό διάταγμα (1856), το περίφημο Χάτι-Χουμαγιούν. Μ’ αυτό καθιερώνονταν, θεωρητικά και στα χαρτιά μόνο, ισότητα πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων σ’ όλους τους υπηκόους του σουλτάνου. Στην πραγματικότητα, το Χάτι-Χουμαγιούν έγινε αιτία, ώστε να προκύψουν στον πολιτικό ορίζοντα της Ανατολής, όπως διορατικότατα προέβλεψαν και μαεστρικά προσχεδίασαν οι Άγγλοι, διάφορες φυλετικές διαρέσεις και ιδιαίτερα ανάμεσα στους κατεχόμενους απ’ την Τουρκία λαούς, οι οποίες εξελίχτηκαν με τον καιρό σε φυλετικές διεκδικήσεις και αξιώσεις πολέμιες προς τον ελληνισμό και οι οποίες έβλαψαν τη συνοχή και εμπόδισαν την πρόοδο των Βαλκανίων και καθυστέρησαν την απελευθέρωση των χριστιανικών λαών του Αίμου. Σιγά-σιγά, το μέχρι τώρα επιδεικνυόμενο ζωηρό και μονολιθικό ενδιαφέρον της Ρωσίας για τους ορθοδόξους γενικά χριστιανούς κι ιδιαίτερα για τους  υπόδουλους, μοιραζόταν και κομματιαζόταν, επηρεαζόμενο από φυλετικές διακρίσεις, μια που ο διαβρωτικός σπόρος των αγγλικών θεωριών του ‘’διαίρει και βασίλευε’’, ο οποίος ξεπετάχτηκε έντεχνα απ’ τα σουλτανικά διατάγματα, βρήκε έδαφος και βλάστησε και διαίρεσε τους σκλάβους και τους ελεύθερους Βαλκάνιους. Έτσι, με το πέρασμα των χρόνων, η Ρωσία, ο μέγιχτος αυτός υπερασπιστής των ελληνικών δικαίων, αδιαφόρησε ή έγινε υπέρμαχος ανθελληνικών ενεργειών και τάχτηκε υπέρ των νέων ορθόδοξων γειτονικών εθνοτήτων.

Αλλά η υπουλότητα και η δολοπλοκία των Άγγλων δεν σταμάτησε εδώ. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι (Πάλμερστον και Ναπολέων ο Γ’), αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης στο Παρίσι, ζήτησαν από το Συνέδριο να πάρει αποφάσεις αόριστες για τη διασφάλιση των μελλοντικών συμφερόντων των συμμάχων στα Βαλκάνια. Προτείνοντας αυτό οι Αγγλογάλλοι στο Συνέδριο είχαν υπόψη τους, οι μεν Γάλλοι τη συνέχιση της ανάμιξής τους στα εσωτερικά της Ιταλίας, οι δε Άγγλοι την ανάμιξή τους στα εσωτερικά της Ελλάδας. Επιδίωκαν με αοριστίες, να ληφθεί κάποια απόφαση από το Συνέδριο ή να εκφραστεί κάποια ευχή απ’ τους συνέδρους, ώστε να δημιουργηθεί ένα ευρύ κι ελαστικό προηγούμενο, βάσει του οποίου με κάποια νομιμοφάνεια και κάπως επίσημα να μπορούν να επεμβαίνουν οι Αγγλογάλλοι στα εσωτερικά και των άλλων χωρών.

Καταστρώνεται, λοιπόν, από τους Άγγλους ένα σατανικό και καλά  μελετημένο σχέδιο απάτης των άλλων συνέδρων. Ο Καβούρ της Σαρδηνίας προσπαθούσε να διώξει τον πρίγκιπα Καρινιάν απ’ το θρόνο της Σαβοΐας και να φέρει τον πρίγκιπα Βίκτωρα Εμμανουήλ. Πλησίασαν, λοιπόν, οι Αγγλογάλλοι τον Καβούρ και του πρότειναν, ότι θα υποστήριζαν τις επιδιώξεις του, αν αυτός εισηγούνταν κάπως στο Συνέδριο, για να ληφθεί απόφαση ή να εκδηλωθεί η επιθυμία των Δυνάμεων, ώστε οι Μεγάλες Δυνάμεις να ενδιαφέρονται και να προσπαθούν για τη λύση διαφόρων ζητημάτων των μικρών κρατών και να επιτραπεί σ’ αυτές να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους αυτό και εμπράκτως όταν αυτές το θεωρούν σκόπιμο. Ο Καβούρ θα προέβαινε σε μια τέτοια εισήγηση, ορμώμενος δήθεν απ’ την κακή κατάσταση των εσωτερικών του κράτους της Νεάπολης και των ιταλικών κρατηδίων γενικότερα. Πίσω απ’ αυτό, βέβαια, θα κρυβόταν και η επιθυμία των Ιταλών για την εκκένωση των παπικών εδαφών απ’ τους Αυστριακούς. Μια τέτοια εισήγηση, αόριστη φαινομενικά, θα ανάγκαζε τα άλλα κράτη να πάρουν, χωρίς να το θέλουν, κάποια θέση και να εκδηλώσουν απονήρευτα κάποιο ενδιαφέρον για εσωτερικό θέμα μικρού κράτους, πράγμα το οποίο θα άνοιγε το δρόμο στην παραδοχή του αξιώματος, ότι οι Μεγάλες δυνάμεις θα πρέπει να μην παραβλέπουν τα μικρά κράτη και να παίρνουν κάποια θέση για την τάχα καλύτερη λύση των εσωτερικών τους προβλημάτων. Όταν το θέμα αυτό θα ετίθετο στο Συνέδριο για συζήτηση, οι Άγγλοι έντεχνα θα εισηγούνταν το γάμο της χήρας του δούκα Καρόλου του Γ’ της Πάρμας, Μαρίας Θηρεσίας, με τον πρίγκιπα της Σαβοΐας Καρινιάν και θα πρότειναν τον Καρινιάν για βασιλιά της Ελλάδας, διώχνοντας έτσι τον Όθωνα. Τότε, η Μαρία Θηρεσία, ως γυναίκα του Καρινιάν, θα γινόταν βασίλισσα της Ελλάδας και θα παραιτούνταν κι αυτή και ο γιος της Ροβέρτος ο Α’, ο οποίος θα γινόταν διάδοχος της Ελλάδας, απ’ όλα τους τα δικαιώματα επί του θρόνου της Σαβοΐας. Με τον τρόπο αυτό, θα έμενε κενός ο θρόνος της Σαβοΐας και οι Αγγλογάλοι θα έφερναν στη Σαβοΐα βασιλιά το Βίκτωρα Εμμανουήλ, όπως ήθελε ο Καβούρ. ‘Ετσι, θα διώχνονταν ο Όθωνας από την Ελλάδα, η Μαρία Θηρεσία απ΄ την Πάρμα, ο Καρινιάν και ο Ροβέρτος απ’ τη Σαβοΐα και θα γινόταν βασιλιάς της, κατά την επιθυμία του Καβούρ, ο Βίκτωρ Εμμανουήλ.

Επιπλέον, οι Άγγλοι πρότειναν στον Καβούρ ότι, αν θιγόταν στο Συνέδριο το θέμα της συνεχιζόμενης ακόμα κατοχής της Ελλάδας από τους Άγγλους, να θίξει αυτός αμέσως το θέμα της  κατοχής των εδαφών του παπικού κράτους απ’ τους Αυστριακούς. Τότε, οι Άγγλοι θα εξαρτούσαν τον τερματισμό της κατοχής της Ελλάδας από τον τερματισμό της κατοχής των ιταλικών εδαφών από τους Αυστριακούς. Υποσχέθηκαν δε στον Καβούρ ότι, αν η όλη υπόθεση εξελισσόταν αισίως και οι σκοποί τους πετύχαιναν, τότε δε θα είχαν αντίρρηση (οι Άγγλοι) όλα τα παπικά εδάφη που θα εκκενώνονταν από τους Αυστριακούς να δοθούν στη Σαρδηνία.

Πραγματικά, αφού όλη η πλεκτάνη καταστρώθηκε καλά, ο πρόεδρος του Συνεδρίου και ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Βελένσκυ (νόθος γιος του Ναοπολέοντα με κάποια Πολωνέζα) κάλεσε έκτακτα στις 27 Μαρτίου/8 Απριλίου 1856, δέκα μέρες μετά την υπογραφή της ειρήνης και τη λήξη των εργασιών του Συνεδρίου, τους αντιπροσώπους των Δυνάμεων σε συνεδρίαση και πονηρά προσπάθησε να αποσπάσει κάποια αόριστη απόφαση ή γενικότερη ευχή του Συνεδρίου, η οποία να επιτρέπει έντεχνα και κεκαλυμμένα μελλοντικές επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων στα εσωτερικά των μικρών κρατών, όταν αυτές, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, θα το έκριναν επιβεβλημένο και σκόπιμο.

Οι Άγγλοι, επιπλέον, χωρίς να αναφέρονται καθόλου στη συνεχιζόμενη κατοχή της Αθήνας και του Πειραιά, παρουσίαζαν την εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας ως οικτρή και άθλια και ζητούσαν από το Συνέδριο εξουσιοδότηση, για να επιφέρουν ‘’την ενδεδειγμένη ριζική θεραπεία’’, όπως τόνιζαν οι αντιπρόσωποί τους στο Συνέδριο. Οι προθέσεις τους, όμως, αυτές ματαιώθηκαν, γιατί, εκτός από τους Ρώσους και οι Βαυαροί, Πρώσοι και Αυστριακοί αντιπρόσωποι αντιλήφθηκαν την αγγλική πλεκτάνη και αρνήθηκαν να πάρουν θέση στη συζήτηση του θέματος. Αυτό ματαίωσε τα αγγλικά σχέδια και η συνεδρίαση λύθηκε χωρίς αποτέλεσμα.

Στο μεταξύ, τα αγγλογαλλικά στρατεύματα συνέχιζαν να κατέχουν την Ελλάδα και μόνο ύστερα από έντονη διαμαρτυρία του Ρώσου υπουργού των Εξωτερικών Γκορτσάκωφ, ο οποίος διαδέχτηκε το γέροντα πια Νεσελρώδε, οι Αγγλογάλλοι έφυγαν απ’ την Ελλάδα το Φεβρουάριο του 1857 κι έληξε η ξένη κατοχή, η οποία κράτησε περίπου τρία χρόνια και επισώρευσε τόσα δεινά στη χώρα μας.

πίσω στο ΜΕΡΟΣ Α’ εδώ


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Αγγλογαλλική Κατοχή
    Ο Όθωνας, παρά την απειλητική επιστολή που έλαβε από το Ναπολέοντα, επέμενε στις συγκαλυμμένες προετοιμασίες για ενδεχόμενη εξέγερση και στρατός και πολεμοφόδια μεταφέρθηκαν απ’ την Πελοπόννησο στα σύνορα, με την απόφαση να γίνει εξέγερση και με την ελπίδα, ότι και η Ευρώπη στο τέλος θα συγκατετίθετο υπέρ της Ελλάδας. Παραβλεπόταν, βέβαια, εδώ η φιλοτουρκική πολιτική του μισορώσου και μισέλληνα Πάλμερστον και της Αγγλίας και η μισορθόδοξη τακτική της Γαλλίας και των καθολικών.
  2. Δεύτερος Αγγλικός Αποκλεισμός
    Δογματικές και άλλες διαφορές πάντοτε υπήρχαν ανάμεσα στην Καθολική και στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολύ πριν από το οριστικό σχίσμα του 1054. Αλλά οι διαφορές αυτές, με το πέρασμα των χρόνων, έχασαν την έντασή τους και σιγά-σιγά οι οξύτητες αμβλύνθηκαν κι επικράτησε σχετική ηρεμία στο σύνολο των λαών των δύο δογμάτων. Βέβαια, δεν έλειψε κατά καιρούς η αναζωπύρωση του μίσους των δύο Εκκλησιών. Οι διενέξεις, όμως, αυτές είχαν μάλλον τοπικό χαρακτήρα, χωρίς να παίρνουν γενικές διαστάσεις.
  3. Αγγλικοί Αποκλεισμοί της Ελλάδας
    Από την ανακήρυξη της Ελλάδας σε ανεξάρτητο κράτος, ύστερα από τους απελευθερωτικούς αγώνες του 1821, καλλιεργήθηκε συστηματικά ανάμεσα στον ελληνικό λαό η εντύπωση ότι η Αγγλία ήταν ο μόνος φίλος και προστάτης της χώρας. Αυτό φυσικά έγινε στην αρχή από πολιτικές μικροομάδες, οι οποίες έγιναν υποχείρια και όργανα της Αγγλίας και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να υπηρετήσουν τα αγγλικά συμφέροντα και να συντελέσουν έτσι στην επιβολή της αγγλικής θέλησης στη χώρα μας.
  4. Αγγλικές απαιτήσεις
    Στις 10 Ιανουαρίου, η ελληνική κυβέρνηση εξέδωσε πλήρη έκθεση της ιστορίας των αγγλικών απαιτήσεων, βασισμένη στο πνεύμα της απόφασης της πριν από μέρες διορισμένης επιτροπής των νομομαθών. Με την έκθεσή της αυτή, η κυβέρνηση κατέρριπτε μία-μία όλες τις αγγλικές αξιώσεις ως αβάσιμες και παράνομες. (Α) Ως προς το πρώτο σημείο των αγγλικών απαιτήσεων, ότι δηλαδή το 1847 κακοποιήθηκαν στην Πάτρα κάτοικοι των υπό αγγλική κυριαρχία Ιονίων νήσων και ότι κατά τους αγγλικούς ισχυρισμούς προσβλήθηκε η αγγλική σημαία κλπ., ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών απάντησε τότε ακόμα, στις 22/6/1847 ότι οι ανακρίσεις που έγιναν απέδειξαν
  5. Πρώτος Αγγλικός Αποκλεισμός
    ΠΑΡΚΕΡΙΚΑ - Στις 30 Δεκεμβρίου 1849, αγγλικός στόλος από δεκατρία δίκροτα πολεμικά πλοία φάνηκε στον κόλπο της Αίγινας προερχόμενος απ’ τον Ελλήσποντο. Έντεκα πλοία μπήκαν στον όρμο των Αμπελακίων και δύο πέρασαν στο λιμάνι του Πειραιά με τον ναύαρχο Πάρκερ. Βέβαια, δεν υπήρχε για τον αγγλικό στόλο θέμα άδειας εισόδου στα ελληνικά ύδατα και λιμάνια, γιατί η Ελλάδα εκείνη την εποχή ήταν, όπως και πάντοτε είναι, ξέφραγο αμπέλι για τους Άγγλους και τους συμμάχους τους. Ο άγγλος ναύαρχος ζήτησε να παρουσιάσει τους αξιωματικούς του στον Όθωνα.

Author: Μνήμες