Καππαδοκία, η χώρα του ονείρου…

Το Υπαίθριο Μουσείο της Φύσης

Ειλικρινά είναι άξιον απορίας το πάντρεμα ή η συνύπαρξη, αν θέλετε, τόσων μνημείων απείρου μάλιστα κάλλους, που λάξευσαν παράλληλα και σε πλήρη αρμονία η φύση και ο άνθρωπος. Μνημεία που προκαλούν ίσαμε τώρα τον θαυμασμό όλων… ειδικών και μη.
Τότε, κάποτε, η μητέρα φύση έδωσε πλουσιοπάροχα το απαραίτητο υλικό. «Ξέρασε» την ηφαιστειογενή λάβα που στο διάβα του χρόνου σχηματίσθηκε, μετασχηματίσθηκε και πέτρωσε.

Από τότε, ίσαμε τώρα, η ίδια η φύση, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο και με βασικά εργαλεία τη βροχή και τον άνεμο, σμίλεψε με μεράκι τα δικά της σπλάχνα. Μετέβαλε το άξυλο τοπίο της Καππαδοκικής γης σ’ ένα τεράστιο υπαίθριο μουσείο γλυπτών. Σχημάτισε με περισσό μεράκι όλα αυτά θαυμάσια εκθέματα που προκαλούν δέος, θαυμασμό, μα και ζήλια.

Δέος για τον τεράστιο όγκο τους.

Θαυμασμό για τις αριστοτεχνικές κατασκευές, τις ραφινάτες λεπτομέρειες, τον πλούτο παραστάσεων και εκθεμάτων.

Ζήλια, γιατί ο άνθρωπος είναι αδύνατο να συλλάβει τέτοιες ιδέες και να τις εφαρμόσει άμεσα, παρόλα τα μέσα που διαθέτει.

Όμως είναι αλήθεια πως το προσπάθησε…από τότε…με περισσή υπομονή και επιμονή, μάλιστα. Έσκαψε και μπήκε βαθειά μέσα της, κούρνιασε σιμά της για ασφάλεια εύκολη και αποτελεσματική, τότε. Αλλά σμίλεψε και τους παράξενους βράχους που υπήρχαν σε αφθονία. Έπαιξε με αυτούς το παιχνίδι της χαράς και της δημιουργίας και ως κυρίαρχο ον έφτιαξε ό,τι επιθυμούσε και όπως το είδε.

Σπίτια ποικιλόμορφα, χώρους αναψυχής, αποθηκευτικούς, απομόνωσης, γαλήνης και προσευχής… επαφής με το θείο, τον υπέρτατο προστάτη, το λιμάνι της δικής του καταφυγής.
Δούλεψε καλά τούτο το πολύτιμο προϊόν της γης, το επεξεργάσθηκε μεθοδευμένα, και  με πολλή προσπάθεια. Ειδικά για τον τελευταίο σκοπό κάτι τον ωθούσε προς αυτήν την κατεύθυνση, μια ενεργός κρυφή δύναμη τον έσπρωχνε προς τα εκεί.

Να φτιάξει… να φτιάξει… να φτιάξει !

Εδώ, εκεί, παρεκεί, παραμέσα, παραδίπλα…όλη μέρα, χρόνους ολάκερους, πολλούς.
Έτσι, σήμερα τουλάχιστον, είναι άξιες προσοχής και μελέτης μυριάδες τέτοιες δημιουργίες… όλα τούτα. Η επιβλητική παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων μνημείων εκκλησιαστικής και όχι μόνο, μορφής, υψηλής τεχνικής και αρχιτεκτονικής. Μνημεία επίγεια, υπόγεια, λαξευτά. Σε κάθε μορφή και σχήμα, σε μια ειρηνική συνύπαρξη όλων των γνωστών τύπων που πάντοτε έδιδαν την αίσθηση του όμορφου … σπάνιας τεχνικής δομής με αψιδωτά παράθυρα, γλυπτά γείσα, μεγάλα πλαίσια, υπέροχα κιονόκρανα, αλλά… αλλά και δείγματα ενός καταπληκτικού θρησκευτικού γίγνεσθαι, που συγκινούν ίσαμε τώρα, προκαλούν το δέος και τον θαυμασμό στο επισκέπτη…

Το πότε φτιαχτήκαν είναι σχεδόν αδύνατον να ειπωθεί μετά βεβαιότητας. Κάπου στο χρόνο μεταφέρονται τα ιερά και τα όσια μιας απίθανης φυλής που κατοικούσε εκεί, από την αυγή του χρόνου. Και τούτο γιατί δεν υπάρχουν στοιχεία της ταυτότητας των μνημείων, η ύπαρξη για παράδειγμα κτητορικής πλάκας ή άλλων μαρτυριών ικανών για να μας οδηγήσουν με ασφάλεια σε κάποιο συμπέρασμα. Όπως επίσης υπάρχει και τεράστια έλλειψη βιβλιογραφίας η οποία θα μπορούσε να βοηθήσει κάπου…τις οποιεσδήποτε ενδεχόμενες έρευνες.

Εκείνο που απλά γνωρίζουμε είναι πως, τουλάχιστον, μέχρι και το πρόσφατο παρελθόν, υπήρξε πλήρης άγνοια ακόμα και για την ύπαρξή τους. Βεβαίως υπάρχουν οι σχετικές βιβλιογραφικές αναφορές κάποιων ρομαντικών μελετητών, κυρίως του 18ου αιώνα οι οποίες όμως αφ’ ενός δεν ήταν εμπεριστατωμένες- λεπτομερειακές και αφ’ ετέρου δεν «μετέφεραν» προς τα έξω την «εικόνα».

Δηλαδή υπήρχε πλήρης αδυναμία κατανόησης από την πλειονότητα του αναγνωστικού κοινού των όρων «υπόγεια πολιτεία», «λαξευτή εκκλησιά» κλπ. Και παρόλα τα σχέδια και τα σκαριφήματα, από ικανότατους περιηγητές, η ύπαρξή τους και η εικόνα τους δεν μεταφερόταν σωστά. Απλά υπήρχε η αίσθηση πως πέρα εκεί στην Καππαδοκία, που φάνταζε απόμακρη και αυτή, υπήρχαν κάποιες περίεργες κατασκευές. Έτσι, όταν δημοσιεύθηκαν οι πρώτες φωτογραφίες το 1906 από τους αυστριακούς αρχιτέκτονες Hans Rott και Karl Michel  και λίγο αργότερα από τον Βέλγο  Pere de Ierphania, προκάλεσαν αρχικά κατάπληξη και απορία και μετά ένα τεράστιο κύμα έρευνας. Η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, συνεχίζεται ανελλιπώς ίσαμε τα τώρα.

Και ειλικρινά ακόμα και σήμερα υπάρχει σχετική αδυναμία, έστω και με τόσα σύγχρονα τεχνικά μέσα και νέες μεθόδους της μεταφοράς της εικόνας, αλλά και των συναισθημάτων που προκαλούν τέτοιες «ιδιόρρυθμες» κατασκευές…

Κώστας Νίγδελης

Author: Μνήμες