Φροντιστηριο Τραπεζουντας (1900-1914)

Φωτογραφικό υλικόfrontistirio-egeneia-komena-antigrafo 1900 – 1950

frontistirioapo-thalassa-souvenir

Γενικα στοιχεια

Οι Γιουρούκοι, των οποίων η ονομασία προέρχεται από το ρήμα y ό r ό mek ( = βαδίζω, κινούμαι ), είναι οι πλάνητες, οι νομάδες. Βρίσκονται, κυρίως, στα Βιλαέτια Σεβάστειας και Κασταμονής και συνεπώς στα αντίστοιχα ποντιακά σαντζάκια. Είναι είτε ποιμένες είτε πλανόδιοι τεχνίτες ασχολούμενοι με τη σιδηρουργία και την πεταλουργεία, όπως και οι αρχαίοι Χάλυβες, όντας Έλληνες στην καταγωγή, προερχόμενοι τόσο από εκείνους, όσο και από τους Παφλαγόνες 198. Οι μετακινήσεις τους δεν είναι μεγάλες και πάντως δεν κινούνται μακράν της περιοχής του Πόντου. Διαμένουν στα υψηλότερα μέρη των οροπεδίων και έχουν θρήσκευμα φαινομενικά μουσουλμανικό, στην πραγματικότητα όμως χριστιανικό. Η οργάνωση των οικισμών τους και η διάταξη των καλύβων ή των σκηνών τους έχουν αναλογίες με τους αρχαίους ελληνικούς οικισμούς, όπου στο μέσον υπάρχει κενός χώρος, η αγορά. Αναφέρονται περιπτώσεις Γιουρούκων που αρνήθηκαν να ορκιστούν στο κοράνιο 199.

Οι Κιρκάσιοι ή Τσερκέζοι ( Ηerkez), που συναντώνται σε όλες τις περιοχές του Πόντου, είναι οι αρχαίοι Κερκίται και στην περιοχή του Πόντου εμφανίζονται κυρίως μετά τους ρωσοτουρκικούς πολέμους. Ανήκουν στη Φρυγοπελασγική ομοφυλία, είναι δηλαδή φυλή συγγενική με τους Έλληνες και μάλιστα με τους Αχαιούς, και έχουν συνείδηση αυτού του δεδομένου, για το οποίο είναι ιδιαίτερα υπερήφανοι 200. Κατά τον Henri Mathieu μάλιστα συνδέονται φυλετικά με τους Κρήτες και μάλιστα με τους Σφακιανούς, με τους οποίους έχουν τα ίδια ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά 201. Η πολιτιστική τους ιδιαιτερότητα ευθύνεται για το γεγονός ότι μετά τη μετοίκησή τους δεν αφομοιώνονται από τους ομοθρήσκους τους Τούρκους, αλλά, αντίθετα, διατηρούν σημαντικό μέρος της ταυτότητάς τους, όπως το μαρτυρούν αυτά τα ίδια τα ονόματά τους, των οποίων προτάσσεται το εθνικό τους « Τσερκέζ »( π. χ. « Τσερκέζ Χασάν », « Τσερκέζ Αλή » κ. ο. κ.) 202. Κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων εναντίον των Περσών, των Τούρκων κ. ά. Εξισλαμίστηκαν κατά το 15 ο αιώνα, διατηρούν όμως πολλά στοιχεία της πρότερης χριστιανικής τους ταυτότητας σεβόμενοι το σταυρό, λατρεύοντας την Παναγία, επικαλούμενοι τους αποστόλους και κάνοντας διάφορες τελετές που θυμίζουν έντονα τη χριστιανική θρησκεία 203. Ταυτόχρονα, στον κοινωνικό τους βίο διατηρούν πολλές συνήθειες του απώτερου πολιτιστικού τους παρελθόντος, ενώ ενδιαφέρον έχει η μεγάλη γιορτή που πραγματοποιούν κατά την επέτειο του θανάτου του Αγίου Γεωργίου, τον οποίο εξόχως λατρεύουν 204. Σε κάθε περίπτωση διάκεινται ευμενώς προς τους Έλληνες, ενώ, αντίθετα, μισούν και αποστρέφονται τους Τούρκους, γεγονός που αποδείχτηκε κατά τον τελευταίο πόλεμο, οπότε στο εσωτερικό της Αμισού βοήθησαν τα ελληνικά ανταρτικά σώματα εναντίον των Τούρκων 205. Η γλώσσα των Κιρκασίων, όπως και των συγγενών τους Αβασγών ή Απαζάδων, έχει φρυγοπελασγική προέλευση και είναι η επικρατούσα γλώσσα μεταξύ των ορεινών φύλων του Καυκάσου, η οποία παρέμεινε πρωτόγονη και αδιάπλαστη και σ ’ αυτό συνετέλεσε προφανώς το γεγονός ότι στερείται γραπτής έκφρασης και για το λόγο αυτό γράφεται με αραβικούς χαρακτήρες 206. Οι Κούρδοι είναι απόγονοι των Καρδούχων που αναφέρει ο Ξενοφώντας στην « Κάθοδο των Μυρίων » και κατοικούν νότια της χώρας των Χαλύβων, στην ίδια περιοχή που βρίσκονται και σήμερα. Έχουν μια φεουδαρχική πατριαρχική οργάνωση διαιρούμενοι σε πολλές φυλές, από τις οποίες οι κυριότερες είναι εννέα και καθεμία φέρει το όνομα του φυλάρχου και τον τόπο προέλευσής του. Έχουν δική τους γλώσσα, που είναι μίγμα περσικής και αραβικής και είναι τελείως διαφορετική από την τουρκική 207. Το μίσος που αισθάνονται εναντίον των Τούρκων ίσως είναι μεγαλύτερο από κάθε άλλη περίπτωση εθνικής ομάδας στο μικρασιατικό χώρο. Η θέση των γυναικών στην κουρδική κοινωνία δεν είναι άθλια όπως στην περίπτωση των Τούρκων, όπου ουσιαστικά η γυναίκα θεωρείται δούλα – αντιθέτως, απολαμβάνουν μεγάλες ελευθερίες. Είναι λαός πολεμοχαρής και κάνει πολλούς και σκληρούς αγώνες εναντίον του οθωμανικού κράτους για την εθνική του απελευθέρωση, με μεγάλο κόστος, που αντικατοπτρίζεται στη σημαντική του αριθμητική συρρίκνωση 208. Οι Κούρδοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι μουσουλμάνοι Σιίτες, υπάρχουν όμως μεταξύ τους 100.000 χριστιανοί Νεστοριανοί, υπαγόμενοι σε δύο κληρονομικούς πατριάρχες 209. Από τα πιο ενδιαφέροντα κουρδικά φύλα είναι οι Γεζίτες (Yezidi), που δεν είναι ούτε χριστιανοί, ούτε μουσουλμάνοι, μισούν όμως το ίδιο τους Τούρκους, ενώ αντίθετα αγαπούν τους Έλληνες, τους οποίους δέχονται στα σπίτια τους χωρίς να κρύπτονται οι γυναίκες τους, όπως συνηθίζουν απέναντι στους Τούρκους. Προσεύχονται πρόθυμα στις χριστιανικές εκκλησίες και τηρούν ένα είδος βαπτίσματος στα παιδιά τους, βάζοντάς τα σε ένα δοχείο με αγιασμένο νερό.

Σε μερικές τελετές τους δίνουν στον οίνο το όνομα του αίματος του Χριστού, ενώ έχουν διατηρήσει ένα είδος δημόσιας ιεροτελεστίας αντίστοιχης με των χριστιανικών κοινοτήτων των αποστολικών χρόνων. Υπάρχει δε και μία μουσουλμανική παράδοση η οποία κατηγορεί τους Γεζίτες ή Γεζιντήδες ως δολοφόνους των εγγονών του προφήτη Μωάμεθ 210. Οι μωαμεθανοί Κούρδοι έχουν ενσωματώσει στην πίστη τους και περσικά θρησκευτικά σύμβολα. Έτσι, παραμορφώνοντας την πίστη στους τρεις μάγους, λατρεύουν πλην των άλλων και τον Αριμάν, γεγονός που ωθεί τους Τούρκους, που τους μισούν, να θεωρούν ότι λατρεύουν το διάβολο 211. Στην περιοχή του Πόντου τους συναντάμε κυρίως στην Τραπεζούντα και στα Σαντζάκια Αμάσειας και Τοκάτης. Σε πολλές περιπτώσεις οι Τσιαπνήδες συγχέονται με τους Ερυθίνους (K ι z ι l Ba ş ), με τους οποίους έχουν παρόμοιες συνήθειες, και διαμένουν σε 45 χωριά του εσωτερικού Πόντου, στην περιοχή μεταξύ Πλατάνων και Τρίπολης.

Δεν έχουν, επίσης, καμιά σχέση με τους Τούρκους, φέρονται δε ως απόγονοι των αρχαίων Μοσυνοίκων 212. Αν και μουσουλμάνοι, διατηρούν απόρρητο οικογενειακό βίο τελώντας μυστικές ιεροτελεστίες, όπως και οι Ερυθίνοι, ενώ κατά μία άποψη 213 είναι απόγονοι των Τζάννων που διαμένουν στην περιοχή του Πόντου από την αρχαιότητα, προσήλθαν στο χριστιανισμό κατά τους βυζαντινούς χρόνους και αγωνίστηκαν εναντίον των Τούρκων στο πλευρό του Βυζαντίου αλλά και στο πλευρό των Αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας. Οι Αρμένιοι μέσα στα όρια του Πόντου, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, διαμένουν κυρίως στα Βιλαέτια Τραπεζούντας και Σεβάστειας, αλλά βρίσκονται διασκορπισμένοι και σε άλλες περιοχές της Μ. Ασίας, για λόγους που ήδη προαναφέραμε. Πρόκειται για αρχαίο λαό που έχει την κοιτίδα του στην περιοχή του όρους Αραράτ. Σύμφωνα με τον καθηγητή Π. Καρολίδη, υπάρχει στενή συγγένεια μεταξύ Φρυγών και Αρμενίων, ενώ η Αρμενία ως εκ της θέσεώς της ήταν σημείο ενώσεως της μεγάλης οικογένειας των αρίων λαών, που ορίζεται ανατολικά από τις παρυφές του ιρανικού οροπεδίου, δυτικά από τον ποταμό Άλυ και βόρεια από τη μεγάλη οροσειρά του Καυκάσου 214. Εδώ θα πρέπει να αναζητηθεί η κοιτίδα των αρίων λαών της Μικράς Ασίας, πολλοί από τους οποίους μέσω του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου πέρασαν στον ελλαδικό χώρο και συνεπώς παρατηρείται συνάφεια φρυγοαρμενικών φύλων μέχρι τη Θεσσαλία 215. Η συνάφεια αυτή ενισχύεται από αρχαίες παραδόσεις.

Σύμφωνα με μία από αυτές, η Αρμενία έλαβε την ονομασία της από το Θεσσαλό Αρμένιο, που ξεκίνησε από το Αρμένιο, μικρή θεσσαλική πόλη δίπλα στη Βοιβηίδα λίμνη και έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία 216. Η μεγάλη εισβολή δε των Αρμενίων στη Μικρά Ασία πραγματοποιείται κυρίως από το 1608 μ. Χ., δηλαδή πολύ μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, και είναι αποτέλεσμα συνδυασμού διαφόρων γεγονότων, όπως των διωγμών τους στον περσικό χώρο από το Σάχη της Περσίας Αμπάς, και των εξεγέρσεων των Κούρδων της περιοχής, οι οποίοι βρίσκονται σε συνεχή αντιπαράθεση με τους Αρμένιους 217. Ήταν κυρίως Μονοφυσίτες και εκχριστιανίστηκαν τον 4 ο αιώνα. Οι Αρμένιοι, από θρησκευτική άποψη, διακρίνονται σε Αρμενοκαθολικούς και Γρηγοριανούς (το όνομα προκύπτει από το Γρηγόριο το Φωτιστή, 255-326 μ. Χ., από τον οποίο εκχριστιανίστηκαν) 218. Αυτός ο διαχωρισμός έχει, κυρίως, ιστορικο – πολιτικά κίνητρα. Μετά την Άλωση, οι Αρμένιοι βρίσκονται σε όλα τα εδάφη της Μ. Ασίας, είναι όμως ευάριθμοι κυρίως στα ανατολικά της καθώς και δυτικά της Βιθυνίας, στην περιοχή της Προύσας. Η στάση του Πορθητή, ενταγμένη στη λογική του συστήματος των εθνικών κοινοτήτων, είναι να μεταφέρει την έδρα του Γιοβακήμ, ενός από τους επισκόπους των Αρμενίων, στην Κωνσταντινούπολη και να οριστεί αυτός ως « Πατριάρχης » των Αρμενίων. Όμως, οι Γρηγοριανοί Αρμένιοι διέθεταν ανώτατο πευματικό ηγέτη, το λεγόμενο Πατριάρχη / Καθολικό του Ετζμιατζήν, που η έδρα του βρίσκεται έξω από τα όρια του οσμανικού κράτους, στο έδαφος της ιστορικής Αρμενίας, και βρίσκεται υπό τον έλεγχο των αντιμαχόμενων μεταξύ τους κρατών των Ακκογιουνιδών του Ουζούν Χασάν και Καρακογιουνιδών του Τζιχανσάκ, που κατανοούν τη μέγιστη σημασία των Αρμενίων για δύο λόγους. 1 ον : Για την εξασφάλιση, μέσω αυτών, της συμπαράστασης των Βενετών για τη συγκρότηση κοινού μετώπου εναντίον των Οσμανών, και 2ον: Για την εξασφάλιση των Αρμενίων που τελούν υπό οσμανική κατοχή.

Ο φόβος των Οσμανών μπροστά σε μια τέτοια προοπτική είναι που τους οδηγεί στην απόφαση ίδρυσης ενός αντικανονικού αρμενικού πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη 219. Στην περιοχή του Πόντου, κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, τους συναντάμε κυρίως στην περιοχή Τραπεζούντας και στα Σαντζάκια Αμάσειας, Τοκάτης και Νικόπολης.

Στις πόλεις, και κυρίως στην Τραπεζούντα και Αμισό, είναι οι μόνοι που μπορούν να ανταγωνιστούν τους Έλληνες στο εμπόριο. Στην ύπαιθρο ασχολούνται και αυτοί με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, όπως όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της περιοχής του Πόντου. Έχουν πολύ καλές σχέσεις με τους Έλληνες, γεγονός που φαίνεται αργότερα, κατά την περίοδο της γενοκτονίας τους από το νεοτουρκικό καθεστώς του 1914-15, οπότε σε πολλές περιπτώσεις Έλληνες προσπαθούν να τους βοηθήσουν με κάθε τρόπο, πράγμα ιδιαίτερα επικίνδυνο, που σημαίνει θάνατο και για τους ίδιους, σε περίπτωση που αυτό γίνει γνωστό στις Αρχές. Βρίσκονται σε ιστορική αντιπαράθεση τόσο με τους Κούρδους όσο και με τους Τούρκους. Όπως έχουμε προαναφέρει, υπάρχουν και άλλες εθνότητες στην περιοχή του Πόντου, μικρές πληθυσμιακά, όπως οι Εβραίοι, οι Αθίγγανοι, οι Πέρσες, οι Βόσνιοι, οι Πομάκοι και μερικοί Φραγκολεβαντίνοι, που είναι κατάλοιπα Ευρωπαίων και, κυρίως, των Γενουατών και των Ενετών που είχαν παρεισφρήσει στις πόλεις κατά βάσιν του Πόντου, κυρίως στην Τραπεζούντα και την Αμισό, ασχολούμενοι με το εμπόριο.

Φροντιστήριο Τραπεζούντας

Εκπαιδευτικοί

Γενικά

Το Συμβούλιο των Σχολείων της κοινότητας, που είναι το αρμόδιο όργανο για την πρόσληψη των εκπαιδευτικών, φροντίζει για το διορισμό των κατά το δυνατόν καλύτερων εκπαιδευτικών. Έτσι, ελέγχει προσεκτικά τους τίτλους σπουδών τους – ειδικά αν αυτοί προέρχονται από απομακρυσμένες περιοχές εκτός Πόντου -, ενώ τελικός αποδέκτης είναι ο Μητροπολίτης, ο οποίος επικυρώνει και υπογράφει το σχετικό πιστοποιητικό καταλληλότητας, με το οποίο χορηγείται η άδεια του διδάσκειν στο Φροντιστήριο. Η έκδοση δε του πιστοποιητικού αυτού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόσληψή τους από την Εφορία των Σχολείων. Έχει ετήσια ισχύ, ενώ ταυτόχρονα ορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλει να κινείται ο εκπαιδευτικός κατά την άσκηση των καθηκόντων του ( να συμμορφώνεται στο πλαίσιο της διδασκαλίας της Ορθόδοξης εκκλησίας και να απέχει «παντός απάδοντος θρησκευτικώς, ηθικώς και πολιτικώς»), θέσεις που βρίσκονται μέσα στο ιδεολογικό πλαίσιο που σε πολλές ευκαιρίες έχει περιγραφεί 455. Οι εκπαιδευτικοί είναι οι κατεξοχήν φορείς της ιδεολογίας που πρέπει να προωθήσει το Φροντιστήριο, και για το λόγο αυτό η επιλογή τους γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.

Οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι προορίζονται για το Φροντιστήριο πρέπει να είναι, πλην των άλλων, « ικανοί και χρηστοήθεις » 456. Να έχουν τα περισσότερα δυνατά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Οι δάσκαλοι να είναι κατά το δυνατόν απόφοιτοι του Διδασκαλείου Αθηνών. Αυτοί, άλλωστε, όπως έχουμε προαναφέρει, λόγω έλλειψης σχολής παραγωγής δασκάλων στην περιοχή ( το στοιχειώδες διδασκαλείο που ιδρύεται κατά το 1907 από το διευθυντή του Φροντιστηρίου Ν. Λιθοξόο, πολύ απέχει από το να χαρακτηριστεί διδασκαλείο και στόχος του είναι η παραγωγή στελεχών για την ικανοποίηση των πιεστικών αναγκών της περιοχής ), έρχονται από την Αθήνα μέσω του Συλλόγου Μικρασιατών « Η Ανατολή ». Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την ερευνώμενη περίοδο στο Δημοτικό τμήμα του Φροντιστηρίου υπηρετούν μόνο «Διδασκαλισταί», δηλαδή απόφοιτοι του Διδασκαλείου Αθηνών, οι οποίοι έχουν έλθει με παρεμβάσεις του προαναφερθέντος Συλλόγου Μικρασιατών «Η Ανατολή», ενώ μόνο τρεις από αυτούς κατάγονται από την περιοχή και προέρχονται από τους αριστούχους αποφοίτους του Φροντιστηρίου 457.

Οι εκπαιδευτικοί δε του Γυμνασιακού τμήματος του Φροντιστηρίου, ως γνωστόν, είναι όλοι σχεδόν απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αυτά τα δύο δεδομένα έχουν καθοριστική σημασία για το πραγματικά υψηλό επίπεδο παρεχόμενης εκπαίδευσης στους μαθητές του Φροντιστηρίου.

frontistirio-trapeza-stin-pontiaki-estia-1950

Διευθυντές του Φροντιστηρίου

Όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, στο Φροντιστήριο υπάγονται όχι μόνο το Γυμνάσιο και το κεντρικό Δημοτικό Σχολείο, τα οποία στεγάζονται στο μεγάλο τετραώροφο παραθαλάσσιο κτίριο, αλλά και τα συνοικιακά Δημοτικά σχολεία και Παρθεναγωγεία, με το κεντρικό Παρθεναγωγείο. Άλλωστε, όργανο της κοινότητας Τραπεζούντας που έχει σχέση με τα εκπαιδευτικά πράγματα της πόλης είναι το ( μοναδικό ) Συμβούλιο Σχολείων της ελληνικής κοινότητας Τραπεζούντας, από το οποίο προέρχεται η Εφορία των σχολείων της πόλης. Έτσι, αυτομάτως η θέση του Διευθυντή του Φροντιστηρίου αποκτά μεγάλη σημασία για την οργάνωση όλων των σχολείων της πόλης και όχι μόνο γι ’ αυτό καθεαυτό το Φροντιστήριο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η επιλογή του Διευθυντή, ειδικά κατά την περίοδο αυτή, γίνεται με μεγάλη προσοχή. Η ελληνική κοινότητα της Τραπεζούντας θεωρεί ότι η φήμη του Διευθυντή πρέπει να είναι « ανταξία του γοήτρου του Φροντιστηρίου » 458.

Το Φροντιστήριο κατά την εξεταζόμενη περίοδο έχει δύο σημαντικές προσωπικότητες ως Διευθυντές, « ανταξίους του γοήτρου » και των λαμπρών προοπτικών του. Προηγείται χρονικά η θητεία του σοφού ιστορικού και φιλολόγου Ματθαίου Παρανίκα (1832-1914), ενός από τους κορυφαίους διδασκάλους του Γένους, ο οποίος διευθύνει το Φροντιστήριο μεταξύ των ετών 1895-96 και 1903-04 459. Κατάγεται από τη Βίτσα της Ηπείρου. Έχει σπουδάσει στη Ζωσιμαία Σχολή της Ηπείρου, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Μόναχο, ενώ πριν από την έλευσή του στην Τραπεζούντα είχε διδάξει σε πολλά σχολεία του οσμανοκρατούμενου ελληνισμού ( στη σχολή της Μαδύτου, στο Ζάππειο Κωνσταντινουπόλεως, στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης κ. λπ.), ενώ είχε ήδη διευθύνει τα σχολεία της Χαλκηδόνας και της Αδριανούπολης. Μετά δε την αναχώρησή του από την Τραπεζούντα το 1904, διευθύνει για λίγο την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου και αποβιώνει το 1914. Μέλος του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολης ( ΕΦΣΚ ), πολυγραφότατος, με άπειρες ιστορικές και 457 ΚΤΕΝΙΔΗΣ Φίλων, ΠΕ, τχ. 98-99, Θεσσαλονίκη 1958, σελ. 4.745. 458. ΚΤΕΝΙΔΗΣ Φίλων, ό. π.

Εδώ ο συγγραφέας συγκεκριμένα αναφέρεται στην αντικατάσταση του εξαίρετου κατά τα άλλα Διευθυντή του Φροντιστηρίου φιλολόγου Ι. Παρχαρίδη, από το γνωστό ανά το Πανελλήνιο ιστορικό και φιλόλογο Ματθαίο Παρανίκα, ο οποίος τότε διηύθυνε την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης. Και τονίζει χαρακτηριστικά : « Ιδιαιτέρα κατεβάλλετο φροντίς και προσοχή διά το προσωπον του Γυμνασιάρχου, του οποίου η φήμη έπρεπε να είναι ανταξία με το γόητρον του Φροντιστηρίου ». 459 ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ Διαμαντής : « Στατιστικοί πίνακες της εκπαιδεύσεως των Ελλήνων στον Πόντο », Αθήνα 1988, σελ. 192. Ο συγγραφέας καταλήγει στις χρονολογίες αυτές μετά από σύγκριση των πληροφοριών που δίδει ο Δ. Οκονομίδης με την εργασία του που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΠΦ ( τχ. 3-8 του 1936, και 11-12 του 1937) με τίτλο :« Συνοπτική ιστορία του περιωνύμου ελληνικού Φροντιστηρίου της Τραπεζούντος », όπου επιφύλαξη υπάρχει μόνο ως προς το χρόνο που αρχίζει να διευθύνει το σχολείο ο Μ. Παρανίκας και καταλήγει στην εκτίμηση την οποία και εμείς θεωρούμε ορθή.

Φιλολογικές μελέτες, πολλές από τις οποίες είχαν δημοσιευθεί τόσο στο περιοδικό του ΕΦΣΚ, όσο και στο φιλολογικό περιοδικό « Παρνασσός » των Αθηνών, καθώς και στην Εκκλησιαστική Αλήθεια ( ΕΑ ) του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από τα πολλά βιβλία που συνέγραψε σημαντικότερο θεωρείται το « Σχεδίασμα περί της εν τω ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από αλώσεως της Κων / πόλεως μέχρις των αρχών της ΙΘ΄ εκατονταετηρίδος», το οποίο και είχε βραβευτεί σε φιλολογικό διαγωνισμό των Αθηνών κατά το 1867 460. Αυτά τα δεδομένα τον κατατάσσουν μεταξύ των κορυφαίων εκπαιδευτικών του ελληνικού γένους και δικαιώνουν απολύτως τόσο τη φήμη του όσο και την απόφαση της ελληνικής κοινότητας Τραπεζούντας να τον καλέσει να διευθύνει το Φροντιστήριο στην πιο κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του, δηλαδή δύο χρόνια μετά την έλευση του νέου ικανότατου Μητροπολίτη Κωνστάντιου, την υπέρβαση της εσωτερικής κρίσης με τις ολοφάνερες επιπτώσεις της στη λειτουργία του Φροντιστηρίου και την οικοδόμηση του νέου κτιρίου του Φροντιστηρίου, που σημαίνει ουσιαστικά την επανίδρυσή του και τη λειτουργία του μέσα σε ένα νέο, ιδιαίτερα ενδιαφέρον κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον. Δεύτερος διευθυντής είναι ο Νικόλαος Λιθοξόος (1869 -1938), Φιλόλογος, από τις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης, ο οποίος διευθύνει το Φροντιστήριο για δεκατρία σχολικά έτη, μεταξύ των ετών 1904-05 και 1917-18. Πρόκειται για ένα σεμνό, σοβαρό, πολυμαθή, με υψηλό κύρος, οξυδέρκεια και οργανωτικές ικανότητες εκπαιδευτικό, ο οποίος περνάει τα δημιουργικότερα χρόνια της ζωής του στην Τραπεζούντα 461.

Αριστούχος απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών (1895), μετά από ολιγοήμερη παραμονή σε γυμνάσιο της Ναυπακτίας αποδέχεται πρόσκληση της Εφορίας Τραπεζούντας και διδάσκει στο Φροντιστήριο υπό το σοφό Ματθαίο Παρανίκα (1895-1901). Στη συνέχεια, με τη μεσολάβηση στελεχών της κοινότητας Τραπεζούντας, αποστέλλεται στη Γενεύη για να σπουδάσει παιδαγωγικά στο Πανεπιστήμιο της πόλης, με την οικονομική στήριξη του εκεί διαμένοντος Μεγάλου Ευεργέτη της κοινότητας Τραπεζούντας και εξέχοντος επιχειρηματία Κωνσταντίνου Θεοφυλάκτου, ενώ κατά τη διάρκεια των καλοκαιριών παρακολουθεί παιδαγωγικά μαθήματα στα Πανεπιστήμια Ζυρίχης και Ιένας της Γερμανίας.

Είναι φανερό ότι η κοινότητα Τραπεζούντας επενδύει σ ’ αυτόν για να τον αξιοποιήσει αργότερα, όπως και γίνεται το 1904, οπότε επιστρέφει στην πόλη και αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Φροντιστηρίου, αφού εν τω μεταξύ ο υπέργηρος Ματθαίος Παρανίκας έχει αποχωρήσει. Αναδιοργανώνει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα σχολεία της Τραπεζούντας, τα οποία ως Διευθυντής του Φροντιστηρίου επισκέπτεται συχνά και επιθεωρεί, συντονίζοντας παράλληλα τη λειτουργία τους, ενώ καμία σημαντική πρωτοβουλία της κοινότητας δεν προωθείται χωρίς τη δική του έγκριση 462. Εφαρμόζει εκπαιδευτικές καινοτομίες, όπως νέες μεθόδους προσέγγισης της διδακτέας ύλης και ειδικά των αρχαίων ελληνικών 463. Από τις πολλές και 460 ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ ΔΗΜ.: « Συνοπτική….», ό. π., ΠΦ, τχ. 4-6, 1937, σελ 4. 461 ΛΙΘΟΞΟΥ – ΣΑΛΑΤΑ Ζηνοβία : «Μνήμη Νικολάου Λιθοξόου», ΠΣ, Αθήναι 1984, σελ.113-122. 462 Ό. π. 463 Ό. π. Εδώ η συγγραφέας τονίζει ότι στη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών παραμερίζει τους τύπους και επιδιώκει κυρίως την ουσία, που είναι όχι η επιμονή « στους σκοτεινούς πέπλους των υπερσυντέλικων και των ανωμαλιών », αλλά στην ανάδειξη « όλης της γνήσιας ρώμης και τη διαύγεια της αρχαίας ελληνικής σκέψης ». Ότι διώχνει «τη συνωφρυόμενη και όμως, της περιόδου που ερευνούμε και ιδιαίτερα κατά τα έτη 1912 και 1913, αναφέρεται ένα γεγονός ιδιαίτερα ενδιαφέρον, που έχει σχέση με την ευθεία αμφισβήτηση, εκ μέρους μιας ομάδας μαθητών, αυτής της τάξης πραγμάτων, που κυριαρχεί από πολλά έτη στη ζωή και την εν γένει λειτουργία του Φροντιστηρίου 511.

Ο νεαρός Κασσάνης, ανιψιός των εκδοτών αδελφών Σεράση, μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών έρχεται να μείνει αυτά τα χρόνια στην Τραπεζούντα, όπου και μεταφέρει την ιδεολογία της αθηναϊκής κοινωνίας και κυρίως την έντονη αμφισβήτηση που συνεπάγονται οι ιδεολογικές συγκρούσεις για το γλωσσικό ζήτημα. Εδώ δημιουργεί μια νέα, εντελώς πρωτόγνωρη για τα ήθη της πόλης, κατάσταση. Αναπτύσσει φιλίες με μαθητές των δύο τελευταίων τάξεων του Φροντιστηρίου, τους οποίους επηρεάζει βαθιά και δημιουργεί έναν κύκλο νέων, όπου γίνονται συζητήσεις, ανταλλάσσονται απόψεις και γενικά αρχίζει να διαμορφώνεται ένα νέο κλίμα.

Οι μαθητές αρχίζουν να δείχνουν σημεία ανταρσίας απέναντι στο καθεστώς που έχει διαμορφωθεί στη ζωή του Φροντιστηρίου, απευθύνουν στους Καθηγητές τους ερωτήσεις πάνω σε θέματα « ταμπού » και τους φέρνουν συχνά σε δύσκολη θέση, ενώ οι Καθηγητές αρνούνται να απαντήσουν, χαρακτηρίζοντας τη στάση των μαθητών αυθάδη. Κάποιος μαθητής της ομάδας αυτής τολμά να θίξει τα απαραβίαστα, γράφοντας την έκθεσή του στη δημοτική γλώσσα, με αποτέλεσμα να αποβληθεί από το Γυμνασιάρχη Λιθοξόο για τρεις ημέρες από το σχολείο. Οι επαναστατημένοι μαθητές καταργούν τη στολή του σχολείου, δημιουργώντας δική τους μόδα με πανωφόρια που τα ράβουν σε δικό τους ράπτη τον – προφανώς Γάλλο – Κλος, γι ’ αυτό και αποκαλούνται « Κλοσοφόρος παρέα ». Τα μαλλιά τους είναι πολύ μακρύτερα των υπολοίπων μαθητών. Τα ονόματα των κύριων στελεχών της ομάδας αυτής είναι : Μακρίδης Παναγιώτης, Καραγκιοζίδης Γεώργιος, Καραγκιοζίδης Ιωάννης, Καρπόζηλος Γρηγόριος, Μεταξάς Ιωάννης, Κακουλίδης Νικόλαος και Βελισσαρίδης Βελισσάριος. Στη συντηρητική κοινωνία της Τραπεζούντας των αρχών του 20 ού αιώνα, όπου οι κοινωνικοί θεσμοί θεωρούνται απαρασάλευτοι, η συμπεριφορά των μαθητών αυτών προκαλεί πρωτοφανή σάλο. Όλοι οι παράγοντες της εκπαίδευσης, ο Γυμνασιάρχης, οι καθηγητές, η Σχολική Εφορία, προσπαθούν να αποκαταστήσουν τις ανατραπείσες ισορροπίες, καλώντας συχνά τους γονείς και κηδεμόνες των ανταρτών μαθητών, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Όλη η ελληνική κοινότητα Τραπεζούντας στα σπίτια, στους δρόμους, στις κοινωνικές εκδηλώσεις, έχει ως κεντρικό θέμα συζήτησης το πρόβλημα αυτό. Το κλίμα αυτό έντονης αμφισβήτησης των κατεστημένων αντιλήψεων καταρρέει και πνίγεται κάτω από τις ραγδαίες εξελίξεις που επέρχονται με την έκρηξη του Α ‘ Παγκοσμίου Πολέμου, που οδηγούν σε λίγα χρόνια στην έξοδο των Ελλήνων του Πόντου από τις εστίες τους.

Αντώνης Υ. Παυλίδης
Απόσπασμα Περιοδικού «Αρχείου Πόντου» – Παράρτημα 24
Επιτροπή Ποντιακών Μελετών

Διασύνδεση στη σελίδα της πηγής και ολόκληρου του περιοδικού