Πρώτη μαζική μετανάστευση στην Αμερική

Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ:
ΤΟ ΚΟΝΤΑΡΟΧΤΥΠΗΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Η βολοδαρμένη ιστορία της νεοελληνικής μετανάστευσης, είναι τόσο παλιά, όσο και η ιστορία μας. Πέρα από τους εξωτικούς μύθους, το φεγγαρόλουστο όνειρο για μια καταπράσινη καρπερή όαση σε χώρες παραμυθένιες, πλέκεται σαν κισσός η πολυτάραχη πορεία της Ελληνικής Οδύσσειας. Οι απάνθρωπες συνθήκες της ζωής, οι ματωμένοι πόλεμοι, οι ανελέητες ληστείες, η σαρκοβόρα πείνα και ιδιαίτερα της στείρας αγροτιάς, ξερίζωσε βίαια το μεγαλύτερο ποσοστό στο ορμητικό κύμα των μεταναστών.

Ερήμωσαν τα κακορίζικα χωριά, ξεράθηκαν τα αμπέλια, μαράζωσαν οι ελιές, πικραμένες μάνες, αδελφές και κοπελιές απόμειναν μόνες να κοιτάζουν με μαράζι το πέλαγος. Ο βαριόμοιρος Έλληνας αγρότης ζούσε σε μια θλιβερή αθλιότητα- μια άβυσσο δίχως ουρανό. Ξυπόλυτος, γυμνός, κουρελής, ατροφικός. Τον πολυπόθητο καρπό που έφτυνε αίμα για να τον μαζέψει, του τον λήστευαν οι αετομάτηδες τοκογλύφοι, οι έμποροι και οι φεουδαρχικοί ιδιοκτήτες. Σχολεία δεν υπήρχαν, γράμματα δεν μάθαινε, ζούσε σε άθλιες τρώγλες, και έκλαιγε μοιρολογώντας την άσπλαχνη μοίρα του. Όλα του ήταν μαύρα και σκοτεινά γύρω του. Καμιά χαραμάδα ελπίδας δεν γέννησε η βαλαντωμένη καρδιά του. Για αυτό άμα άνοιξε η στράτα της Αμερικής πήρε φουριόζικα το πενιχρό δισάκι του στον ώμο και σαλαμπαρησε με δονκιχωτικό ενθουσιασμό και μεθυσμενα όνειρα. Η μετανάστευση ήταν η μόνη σανίδα σωτηρίας. Άλλη δεν υπήρχε.

Ο μεταναστευτικός πυρετός κορυφώθηκε στην εικοσαετία 1900-1920 και η Ελλάδα έχασε το 8% του συνολικού της πληθυσμού. Περίπου 25.000 άνθρωποι εγκατέλειπαν κάθε χρόνο την οικονομικά λαβωμένη πατρίδα μας και αγκυροβόλησαν με πυρωμένη λαχτάρα για την «Γη της Επαγγελίας», την σαγηνευτική σειρήνα που τους υποσχόταν με γενναιοδωρία αμύθητο πλούτο, ευημερία και χρυσές ευκαιρίες.

Ο αμμουδερός μύθος της Αμερικάνικης “Γης της επαγγελίας”, το ελπιδοφόρο καταφύγιο των αποδήμων όλου του κόσμου, αναμφισβήτητα ξελόγιασε και αντάριασε όλη την σαρωμένη μας ύπαιθρο. Οι Έλληνες που με κομμένη την ανάσα σαλπάρισαν στις υπερπόντιες χώρες, με τα βυζανιάρικα φτερά της ελπίδας, εκτός από τη σωματική ικανότητα, δεν διέθεταν κανένα άλλο προσόν. Έφταναν στον Πειραιά και αντίκριζαν θαμπωμένοι για πρώτη φορά, θάλασσα και βαπόρια. Ήταν αγράμματοι, λίγοι είχαν τελειώσει το Δημοτικό, “άβγαλτοι” και αθώοι, άνθρωποι στερημένοι, πεινασμένοι, πού δεν είχαν συνείδηση της δύναμής τους, ούτε φυσικά των δικαιωμάτων τους. Δηλαδή ήταν το πιο κατάλληλο υλικό για μια ύπουλη, πανούργα εκμετάλλευση- μια αγέλη προβάτων παγιδευμένη στα αιματηρά νύχια του αόρατου λύκου..

Στο λιμάνι της Πάτρας έτοιμοι για επιβίβαση... 1907
Στο λιμάνι της Πάτρας έτοιμοι για επιβίβαση… 1907

Η εγκληματική τοκογλυφία οργίαζε. Ο τόκος, ήταν 20-30% σε χρήμα, αλλά οι δανειστές έπαιρναν από τους οφειλέτες τους, γάλα, βούτυρο, και άλλα προϊόντα, ανεβάζοντας τον τόκο σε 70 ή και 80%. Το ταξίδι απαιτούσε αρκετά χρήματα και οι παμπονηροι πράκτορες ή οι τοκογλύφοι που θα δάνειζαν το απαραίτητο για τα ναύλα ποσό, ζητούσαν σίγουρη εξασφάλιση. Έτσι οι μικροκτηματίες με υποθηκευμένα κτήματα βυθιζοταν σε ανυπερβλητα χρεη.

Για τους πάμπτωχους και άκληρους υπήρχε και ο μπαμπέσικος τρόπος. Τους δέσμευαν με τον αποπνηκτικό ζυγό συμβόλαιων εργασίας, για να αναγκαστούν να ξεχρεώνουν τα πανάκριβα ναύλα τους για μια ολόκληρη ζωή- αλυσοδεμένοι σκλάβοι, καταδικασμένοι να λιώσει η σάρκα τους στους σιδηροδρόμους ή στα θανατηφόρα ορυχεία του Κολοράδο.

Οι δολοπλόκοι τοκογλύφοι και πράκτορες, στρατολογούσαν ακόμα μικρά παιδιά και εφήβους 8-12 χρονών για τα διάσημα στιλβωτήρια που διατηρούσαν άπληστοι Έλληνες αφέντες, στις μεγάλες πόλεις των Η.Π.Α. Μεγάλο ρόλο έπαιξαν και οι πράκτορες των μεταναστευτικών γραφείων που διαφήμιζαν με φανφάρες και κουδουνοκρουσιες, τον πλούτο που τους καρτερούσε το αστέρευτο χρυσό βυζί της Αμερικής, που θα θήλαζε με ξέχειλο γάλα τα λιμασμένα σωθικά τους.

Διαφημιστικό των πρακτόρων Αυστροαμερικάνα...
Διαφημιστικό των πρακτόρων Αυστροαμερικάνα…

Οι περισσότεροι φουκαριάρηδες Έλληνες πήγαιναν με πρόθεση να μείνουν προσωρινά στην Αμερική. Και σε σύγκριση με άλλες μειονότητες, έφευγαν μόνο άντρες. Έτσι ερήμωσε ο τόπος από το πιο ζωντανό και παραγωγικό κομμάτι του Ελληνικού πληθυσμού- ανίατο πλήγμα για την μικρούτσικη Ελλάδα μας.

Έφευγαν οι Έλληνες, με την απατηλή ελπίδα να γυρίσουν σύντομα με παραπανίσια χρήματα, για να ξεχρεώσουν το κτήμα τους, να κάνουν μια δουλειά στον τόπο τους η να προικίσουν τις αδελφές τους. Δεν ήξεραν όμως τι τους περίμενε στον φανταχτερο παράδεισο. Η πείρα είναι ο πιο σκληροτράχηλος δάσκαλος.

Μέχρι το 1907 το ελληνικό μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αμερική το διακινούσαν ξένες ατμοπλοϊκές εταιρίες. Οι συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, στα μεταναστευτικά υπερωκεάνια ήταν φριχτές, ιδιαίτερα εκείνα της πρώτης περιόδου του 1907-1937). Οι μετανάστες θεωρούνταν «φορτίο». Πλοία μόλις 5-6 χιλιάδων τόνων, μετέφεραν έως 1.300 επιβάτες, σε ταξίδια που συχνά διαρκουσαν 22 μέρες. Οι δοκιμασίες των φτωχών μεταναστών, οι οποίοι δεν οιάζοντανε σταλια για ανέσεις, γιατι ποτέ δεν τις είχαν γευτεί, άρχιζε, πολύ πριν το ταξίδι. Οι περισσότεροι αγνοούσαν τις μεγάλες δυσκολίες που τους περίμεναν στο Νέο Κόσμο, τον οποίο εκατοντάδες παραδόπιστοι μεσίτες μετανάστευσης, ζωγράφιζαν με χίλια ελκυστικά χρώματα.

Με την φλογερή ελπίδα ότι στην ξένη χώρα θα αποκτήσουν ότι χρειάζονται για να επιστρέψουν εφοδιασμένοι για μια καλύτερη ζωή, αγωνίζονταν να πάρουν την πολυπόθητη άδεια μετανάστευσης για την Αμερική.

Όσοι τα κατάφερναν, πριν την επιβίβαση στο πλοίο, υποβάλλονταν σε ξεψείριασμα και εμβολιασμό.

Η αναχώρηση γινόταν σε ατμόσφαιρα πανηγυρική, με την μουσική του δήμου να παίζει θριαμβευτικά στο λιμάνι του Πειραιά, ενώ εκατοντάδες μαντήλια ανέμιζαν βουτηγμένα στον αγκαθωτό πόνο του αποχωρισμού- η δακτυλια της μοίρας τους .Μόνο τσουβάλια δεν κρατούσαν να τα γιομίσουν τα κολλαριστά δολάρια που ονειρευόταν στον ξύπνιο τους.

Οι άδολοι μετανάστες «πακετάρονταν» κυριολεκτικά στους χώρους κάτω από το κατάστρωμα, σε απελπιστικά στενούς χώρους και αμπάρια. Καλοθρεμμένες ψείρες κλωθογύριζαν στα λιγοσαρκα, βρωμικα κορμιά τους. Από την πρώτη κιόλας ημέρα, η πολυκοσμία, οι αναθυμιάσεις των εμετών, η απόπνοια των σωμάτων των επιβατών, και η έλλειψη στοιχειώδους καθαριότητας έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική και ανυπόφορη.

Στην είσοδο του ποταμού Hudson ήταν στημένη η φοβερή «Καραντίνα», ο δημόσιος υγειονομικός σταθμός ελέγχου. Αδιάφοροι άνδρες της υπηρεσίας Αλλοδαπών, και της Δημόσιας Υγείας, ανέβαιναν στο πλοίο και επιθεωρούσαν προσεχτικά τους επιβάτες 3 θέσεως και καταστρώματος. Μετά, το ο πλοίο κατευθύνονταν σιγά – σιγά προς το λιμάνι της Νέας Υόρκης. Περνώντας κοντά από το άγαλμα της Ελευθερίας κατέληγε σε ένα από τους «τόκους» στο Μανχάταν ή απέναντι στο Χομπόκεν. Εκεί αποβιβάζονταν οι επιβάτες της πρώτης και δεύτερης θέσεως, περνουσαν βιαστικα από τον τελωνειακό έλεγχο και χανοταν στο πολύβουο Μανχάταν.

Μα το κονταροχτύπημα των φτωχων μεταναστών με την σκληρη πραγματικοτητα, την αγωνία, την αβεβαιότητα, και το πήδημα στην άκρα του γκρεμού, μόλις άρχιζε.

Μετά από μια πολυχρονη βασανιστική αναμονή στο πλοίο άρχιζαν να κατεβαίνουν επιτέλους τη σκάλα του πλοίου οι τριτης κατηγοριας επιβατες, φορτωμένοι σαν χαμάληδες.

Αγκομαχώντας, αποβιβαζοταν στις βάρκες της Υπηρεσίας Αλλοδαπών που τους μετεφερε στο περίφημο Ellis Island, γνωστό στους Έλληνες μετανάστες ως «Καστιγγάρι». Εκεί μέσα στις πολύβουες στοές του γραφείου απογραφής, οι μετανάστες υποβάλλονταν στην τελική δοκιμασία.

Ιατρική εξέταση στο Έλλις Άϊλαντ, μετά την αποβίβαση.
Ιατρική εξέταση στο Έλλις Άϊλαντ, μετά την αποβίβαση.

Κάθε άρρωστος υποχρεωνόταν να γυρίσει στο πλοίο και παραδινόταν στην ατμοπλοϊκή εταιρία, για επαναπατρισμό. Άγρυπνοι επιθεωρητές της Υπηρεσίας Αλλοδαπών με τον αλαζονικό αέρα της εξουσίας, μόλις παρατηρούσαν κάποιον ύποπτο, σημείωναν πάνω στην κάρτα τους κάποιο κωδικό σήμα, προκειμένου να τον προσέξουν ιδιαίτερα οι γιατροί. Αυτοί οι αμοιροι, έπρεπε να επιστρέψουν στο λιμάνι της επιβίβασής τους..

Οι λαθρομετανάστες ηταν το πιο μελαγχολικη μπαλαντα του ξεριζωμενου. Οσοι τολμησαν να ακροβατησουν στο σχοινι του θανατου και περασαν τον ελεγχο με τρικλοποδιες, εξαφανιζοταν σαν κυνηγημενα ελαφια στα παραδρομια της μεγαλουπολεως. Μα ο φοβος της ανακαλυψης η της προδοσιας καρδιωτρωγαν καθημερινα τα σωθικα τους.

Ο Γιάννης Κάλυκας ο οποίος ήρθε στην Αμερική 17 χρονών το 1926 λέει:

«Οι δύο εβδομάδες που πέρασα στο Έλις Άιλαντ ήταν οι πιο άθλιες της ζωής μου. ΄Ήταν Γενάρης, τουρτούριζα από το τσουχτερο κρύο και ο ξάδερφός μου στην Αμερική δεν ήξερε ότι ερχόμουν μ΄ εκείνο το πλοίο. Δεν είχα ούτε ένα σέντ στην τσέπη μου, και ήμουν πολύ φοβισμένος. Υπήρχε πολύ συνωστισμός. Ακούγονταν σπαρακτικοί λυγμοί και ξεφωνητά από τους ανθρώπους που στέλνονταν πίσω. Η αβεβαιότητα για το τι θα φέρει η επόμενη μέρα ήταν η χειρότερη αίσθηση που δεν την ξαναείδα ούτε πριν ούτε μετά απ΄ αυτό. Όσοι δεν φαινότανε αρκετά γεροί για να δουλέψουν στις σιδηροδρομικές γραμμές, στα μεταλλεία και τόσες άλλες βαριές δουλειές τους γύριζαν πίσω.»

Φοβερό μαρτύριο, η «ιερά εξέταση» στο Ellis Island .Έλλις Άιλαντ, νησί ελπίδων και αγωνίας! Νησί ολοκληρώσεως πόθων και ματαιώσεως ονείρων! Δράματα ζωής και θανάτου παίχθηκαν μέσα στις αίθουσες όπου γινόταν η εξέτασης των μεταναστών ή πίσω από τα κάγκελα των κρατητηρίων.

Οι περισσότεροι νεοαφιχθέντες έμεναν για λίγο στη Νέα Υόρκη. Εκεί υπήρχαν μικρά ξενοδοχεία και μικρομάγαζα Ελλήνων ιδιοκτητών, οι οποίοι τους υποδέχονταν όταν ξεμπαρκάριζαν από τα σκάφη που τους έφερναν στο νότιο τμήμα του Μανχάταν. Η πολη ηταν πολύ ακριβή, και οι περισσότεροι είχαν λιγότερα από τριάντα δολάρια στην τσέπη τους. Βιάζονταν λοιπόν να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, περίπου ένας στους επτά μετανάστες παρέμενε στη Νέα Υόρκη. Τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχαν 50.000 Έλληνες εργάτες στα σκοτεινά ορυχεία, και στις σιδηροδρομικές γραμμές, ενώ οι εργάτες σιδηροδρόμων είχαν συγκεντρωθεί κυρίως στην Καλιφόρνια, όπου το 1910 το ποσοστό Ελλήνων στο συνολικό πληθυσμό ήταν μεγαλύτερο από οποιασδήποτε άλλη Πολιτεία.

Με τον καιρό, αρκετοί Έλληνες εγκατέλειψαν τα ορυχεία και τους σιδηροδρόμους για να γίνουν μικροεπαγγελματίες, αλλά πολλοί άλλοι παρέμειναν εργάτες για όλη τους την ζωή. Ο αδυσώπητος χρόνος έκανε τον αιωνιο κύκλο του και ρυτιδιασε αναποφευτα την πληγιασμένη σάρκα τους, καμπούριασε την ράχη τους από τις κακουχίες και οι απομειναρηδες μετανάστες, άφησαν την τελευταία πνοή τους στη ξένη γη. Το πιο πικρό δάκρυ, είναι το δάκρυ που δεν έσταξε ποτέ. Η αμάραντη νοσταλγία τους για την πατρίδα πέθανε και αυτή μαζί τους, σκορπισμένη σε χίλια μύρια κύματα του Ατλαντικού Ωκεανού.

Ένας άλλος σημαντικός τόπος προορισμού για τους Έλληνες μετανάστες ήταν οι βιομηχανικές πόλεις της Νέας Αγγλίας, όπου πήγαιναν για να εργαστούν στα εργοστασια υφασμάτων, και παπουτσιών. Η επιβίωση τους ήταν αξιολύπητα, άθλια. Μια και ο σκοπός τους ήταν να εξοικονομήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για να τα στείλουν πίσω στην Ελλάδα, ζούσαν αδιαμαρτύρητα βουτηγμενοι στην άβυσσο της μιζέριας και στέρησης. 6 άτομα νοικιάζαν ένα ανηλεο στενοχωρο διαμέρισμα, για να μοιράζονται τα έξοδα, χωρίς σωστή διατροφή ή στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής. Για αυτό και η φυματίωση ήταν πολύ συνηθισμένη. Τα πράγματα γίνηκαν ακόμα χειρότερα, λόγω της δεδομένης εχθρικής υποδοχής που επιφύλασσαν στους Έλληνες μετανάστες, οι μετανάστες άλλων εθνικοτήτων ή και οι ίδιοι ακόμα Αμερικανοί εργάτες.

Στο κατάστρωμα Έλληνες μετανάστες, πλους προς Αμερική
Στο κατάστρωμα Έλληνες μετανάστες, πλους προς Αμερική

Οι μετανάστες που είχαν σκοπό να μείνουν στην θρυλική χώρα του πλούτου προσωρινά, αρνήθηκαν να μάθουν την Αγγλική γλώσσα. Πολλοί ήσαν ανειδίκευτοι και δεν τους απέμεινε παρά να δουλέψουν στα μεταλλεία ή στους σιδηροδρόμους. Άλλοι εκδηλώνοντας το “επιχειρηματικό δαιμόνιο του έλληνα”, έστηναν καροτσάκια πουλώντας λαχανικά και φρούτα στους δρόμους. Σύμφωνα με μια έκθεση το 1901 υπήρχαν 1500 πλανόδιοι πωλητές στη Νέα Υόρκη.

Η φυματίωση τους θέριζε αλύπητα. Αντεξαν όμως όλα τα μαρτυρια με λιονταρισιο θαρρος και επιμονή, προκειμένου να εξασφαλίσουν το γυρισμό τους στην πατρίδα, με κάποια άνεση, αν και είναι γνωστό ότι πολλοί δεν γύρισαν πολύ πλουσιότεροι απ΄ ό,τι έφυγαν.

Η λιτη διατροφή τους ήταν αξιολυπητη. Οι περισσότεροι υποσιτιζόταν και κατέληγαν στα δημοσια σανατόρια.

Οι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στις μεγάλες πόλεις απασχολούνταν σαν εργάτες σε εργοστάσια τυποποίησης τροφίμων, σε χαλυβουργεία και σε εργοστάσια, αν και πολλοί ξεκίνησαν ως πλανόδιοι πωλητές φρούτων, γλυκών και λουλουδιών. Σημαντικός επίσης οικονομικός παράγοντας της εποχής για τους Έλληνες ήταν τα στιλβωτήρια παπουτσιών. Σ΄ όλο τον αμερικανικό Βορρά υπήρχαν εκατοντάδες τέτοιων επιχειρήσεων που ανήκαν σε Έλληνες. Η άνθηση των επιχειρήσεων αυτών οδήγησε στο να θεωρούνται συνώνυμες οι λέξεις «λούστρος» και «Έλληνας» στα μεγάλα αστικά κέντρα του Βορρά της εποχής εκείνης.

Τα άμοιρα παιδιά που δούλευαν σαν πλανόδιοι πωλητές για λογαριασμό των «πατρόνων» τους φωλιαζαν σε βρωμερά και ανθυγιεινά δωμάτια. Συχνά συγκατοικούσαν στα ίδια κτίρια που ήταν οι στάβλοι των αλόγων που έσερναν τα καροτσάκια τους..

Σπανιότατα, άνοιγαν τη νύχτα τα παράθυρα, και ακόμα πιο σπάνια έπλεναν τις λιγδιασμενες κουβέρτες των κρεβατιών τους . Μυριζε η ατμόσφαιρα, ιδρωτιλα, πανουκλα και αηδιαστικη δυσοσμία.. Τις περισσότερες φορές έμεναν νηστικά όλη την ημέρα, και έτρωγαν μόνο το βράδυ όταν επέστρεφαν στα δωμάτια τους, όπου στοίβαζαν και τα απούλητα φρούτα και λαχανικά της ημέρας.

Η κατασταση ήταν ακόμη χειρότερη για τα κακορίζικα παιδιά που δούλευαν στα στιλβωτήρια. Σε μερικά δωμάτια ήταν αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο, δύο ή τρία κρεβάτια στα οποία έπεφταν μισολυποθυμα από την κουραση . Όταν δεν υπήρχαν κρεβάτια, τα παιδοπουλα ξάπλωναν στο πάτωμα. Συνηθως η καμερα τους απειχε πολλα μιλια από το κεντρο.. Τα πιτσιρικια επρεπε να ξυπνησουν στις 4.30 το πρωί να περπατησουν μεχρι τα στιλβωτηρια και να δουλεψουν ασταμάτητα μέχρι τις 10 την νύχτα. Μετά καθαρίζαν τα μάρμαρα, σφουγγαρίζαν τα πατώματα και ξεσκονίσαν τις καρέκλες.

Τις περισσότερες φορές οι σατανικοί Έλληνες εργοδότες αντί για μεροκάματο έδιναν στα φουκαριάρικα παιδιά μόνο τυρί, ελιές και ξερό ψωμί. Τη νύχτα ήταν τόσο εξαντλημένα, ώστε έπεφταν συχνά στο κρεβάτι χωρίς να ξεντυθούν. Τα στιλβωτήρια έμεναν ανοιχτά κάθε μέρα και τις Κυριακές και τις γιορτές.

Σε πολλά μέρη οι Έλληνες εργάτες των εργοστασίων λιμονοκτουσαν με δυο δολάρια την εβδομάδα. Στις σιδηροδρομικές γραμμές οι εργάτες κατοικούσαν σε ξεχαρβαλωμένα παλαιά βαγόνια, και ξύλινες καλύβες.

Τα 80 τουλάχιστον εκατοστά των Ελλήνων της Αμερικής ήταν εργάτες, που δούλευαν μερόνυχτα και τελικά δημιούργησαν πλούτο μεταγγίζοντας τον πικρό ιδρώτα τους στις φλέβες του οικονομικού συστήματος της Αμερικής. Μοιραία έγιναν τμήματα της τεραστίας μηχανής, η οποία παράγει τα περίφημα ανά την υφήλιο Αμερικανικά δολάρια.

Στην ιστορία του ελληνισμού υπάρχουν πολλές σκοτεινές σελίδες εκμετάλλευσης, από δεσποτικους Έλληνες, που καπηλεύτηκαν ξεδιάντροπα τους συντρόφους τους.

Αρκετοί Έλληνες μετανάστες, έχοντας υπερνικήσει τα πρώτα εμπόδια, αντί να προσπαθήσουν να εξυπηρετήσουν τους συμπατριώτες τους, εκμεταλλεύτηκαν την απειρία και την αμάθειά τους σε τέτοιο αποκρουστικό βαθμό, που ήταν απαραίτητη η επέμβαση των αμερικανικών αρχών.

Το μαφιόζικο σύστημα των Ελληνων Πατρόνων παρέμεινε ανεξίτηλο στην Αμερικανική ιστορία – ήταν το μίασμα του παντοδύναμου κοιλαρά αφέντη απέναντι στον μικρό και στον αδύνατο.

Το σύστημα εκμετάλλευσης από τους «Πατρόνους» είχε πρωτοεμφανιστεί από Ιταλούς στη σιδηροδρομική βιομηχανία. Στην ουσία, οι Πατρόνοι ήταν εργολάβοι στους οποίους οι νεοφερμένοι, που ήξεραν πολύ λίγο τη γλώσσα και τις συνθήκες εργασίας, στηρίζονταν για να βρουν δουλεια. εργασία. Μερικές φορές οι Πατρόνοι τους εξασφάλιζαν δωμάτιο, και ένα συμφωνημένο ποσό ως μισθό, που σήμαινε ότι τροφή και οτιδήποτε έπαιρνε ο εργάτης επιπλέον απ΄ αυτό το ποσό ανήκε στον διπλοσάγονο Πατρόνο.

Από το 1900 οι αδιάντροποι Έλληνες «αφεντικά», υιοθέτησαν το σύστημα των κουρσάρων πατρόνων και το τελειοποίησαν. Τα πρώτα θύματα ήταν οι μικροπωλητές λουλουδιών και οι πωλητές φρούτων, και γλυκών. Ήταν εφοδιασμένοι με χειράμαξες και με το εμπόρευμα της ημέρας. Το βράδυ επέστρεφαν τα καροτσάκια τους και τις εισπράξεις στο «αφεντικό».

Μετα το 1900 το συστημα επεκτάθηκε και συμπεριέλαβε στα διχτυα του αποπαιδια ηλικίας 14-20. Αυτά τα αθώα αγόρια έκλειναν συνήθως συμβόλαιο στην Ελλάδα. Το συμβόλαιο το υπέγραφαν τα αγόρια και οι γονείς τους χωρις να καταλαβαινουν το αληθινό νόημα της συμφωνίας. Ο Πατρόνος πλήρωνε τη μετάβαση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και έτσι, ήταν υποχρεωμένα να δουλεύουν για τα ρημάδια ναύλα, χρονια αμετρητα. Ήταν μια μορφή μασκαρεμένης δουλείας με συμβόλαιο . Η κομπίνα των Πατρόνων ξεκληρωσε ζωες και μαυρισε το όνομα των Ελλήνων στην Αμερική.

Μα το ρεύμα δεν γυρίζει ποτέ πίσω στην πηγή. Οι κακουχίες και πληγές των πρωτοπόρων μεταναστών σιγά σιγά έκαναν την αγουρίδα μέλι και έφεραν το αυριανό, πλούσιο θερισμό. Πάλεψαν με την φριχτη αντιξιοτητα με αχαλίνωτη λαχτάρα, με ηρωισμό και ανήκουστη υπομονή. Λαβώθηκαν θανασιμα με φαρμακερά βέλη ρατσισμού, εκμετάλλευσης, και στέρησης, αμέτρητες φορές. Μα με μια δύναμη ανώτερη από την ανθρώπινη ψυχή, αγκάλιασαν την θανατηφόρα φωτιά αντρίκεια, και ο σπόρος που φύτεψαν με αίμα στην ξένη γη, άνθισε και έγινε ένας αδιάσπαστος, σημαντικός πυρήνας στην οικονομική φλέβα της Αμερικής.

Τα παιδία των δούλων έγιναν αφεντικά, άνοιξαν τεράστιες επιχειρήσεις, μαγαζιά, μορφώθηκαν, έγιναν επιστήμονες καθηγητές, βουλευτές και σφυρηλάτησαν την πιο προοδευτική και εθνικιστική ομογένεια της Αμερικής.

Οι Έλληνες μετανάστες των Η.Π.Α. είναι σήμερα μια παντοδύναμη οικονομική μειονότητα, μέσα σ΄ ένα πολυεθνικό σύνολο. . Η νέα γενιά της ομογένειας χρωστά και έχει καθήκον να τιμήσει τους πρωτοπόρους προγόνους τους, που θυσιάστηκαν για νάνε σήμερα λεύτεροι και να προκόψουν. Η μνήμη είναι ο συνδετικός κρίκος που εξασφαλίζει σ’ ένα έθνος την ιστορική ενότητα, τη συνέχεια και την προοπτική. Το ιερό πάντρεμα του σήμερα και του χθες- έναι ένα κάστρο φίλιας χτισμένο στην όχθη της ευαισθητης ψυχής μας. Εμείς οι μετανάστες φιλάμε τις Θερμοπύλες του μοναδικού Ελληνικού πολισμού και της ιστορίας μας, στην ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΓΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ.

Μα εγώ, η ατόφια κόρη στη Κρήτης, που γεννήθηκε στο νεραϊδίσιο νησί και γαλουχήθηκε με τα ριζίτικα και αντάρτικα τραγούδια, και με τση μαντινάδες του αγνού παραδοσιακού χωριού, ψυχανεμίζομαι με τρόμο τα βαλτόνερα του μελλούμενου καιρού .Αφουγκράζομαι τον θάνατο της ράτσας και της κουλτούρας μου, στο θρόισμα των φθινοπωρινών φύλλων. Τα λυχνάρια του ουρανού δεν φέγγουν πια το μονοπάτι μας. Λοξοδρομήσαμε στην πορεία μας για την αθανατη Ιθάκη.

Ακοίμητη η πεθυμιά μου, να μην απαλλοτριωθώ στα γραναδια της αφομοίωσης, της καλοπέρασης, και της παγκοσποιησης. Έχω το δικαίωμα να κρατήσω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ψυχοσύνθεσης, και της ιδιοσυγκρασίας το τόπου μου, ψηλομετωπα. Θέλω να διατηρήσω την ταυτότητα της μικρούλας ύπαρξης μου..Τα δάκρυα μου φλουριά που κυλούν στην κάψα της εσωτερικής ερημιάς μου, σε μια χώρα ξένη, αλλοπρόσαλλη κοκέτα.

Αντιστέκομαι με Κρητικό γινάτι, και λιονταρίσια περηφάνια να μπω στον ζυγό μιας οργανωμένης μηχανικής κοινωνίας. Ζούμε σε μια κρίσιμη εποχή όπου επιχειρεί να αλλοτριώσει και να απαξίωση όλες τις δυνάμεις που διαμορφώνουν μια κοινωνία πολιτών, και όχι μια κοινωνία υποταγμένων αντικειμένων. Μια κοινωνία ρηχή, χωρίς ανθρώπινες αξίες. Η μόνη αξία είναι η άπληστη για υλικά αγαθά ψυχή, που μοιάζει με το αλατισμένο νερό. Όσο πίνεις τόσο διψάς περισσότερο.

Περιφρονώ κάθε ματαιοδοξία, και ζητώ τώρα στην Δύση της ζωής μου να περπατήσω ξανά ξυπόλητη στα καλντερίμια του χωριού μου, και να φορέσω το χιλιοξεσχισμενο φουστάνι της μνήμης, και να γύρω τρυφερά σε μια κακοτράχαλη πέτρα, και εκεί να ακουμπήσω το κουρασμένο από τα ταξίδια κορμί μου.

Να ανασάνω θυμάρι και φασκομηλιά, και να ακούσω για στερνή φορά το μουρμουρητό του αργοκίνητου ποταμού, που κάποτε μου κρατούσε συντροφιά. Και μόλις λαλήσει ο πρώτος πετεινός, να αφήσω την τελευταία πνοή μου στο χώμα που κοιλοπόνεσε να με γεννήσει, μέσα στην λάσπη, και στο φως Από κάθε τρύπα της κελεμπίας μου θα φυτρώσει και ένα μυρωδατο μανουσάκι από το γελαστό βουνό.

Ελένη Κατσουλάκη

φωτογραφικό υλικό από  ithaque.gr

_________________________

Βιβλιογραφία-Πηγές:
  • http://ithaque.gr
  • http://www.ellisisland.org/
  • http://el.wikipedia.org/
  • http://www.koutouzis.gr/metanastes.htm
  • http://virtualschool.web.auth.gr/1.3/Praxis/BoravouEmigration.html
  • http://pontosforum.4.forumer.com/index.php?showtopic=5824

 

Author: Μνήμες