Ο Γαρδάς (Kavakli)

Γαρδάς (σημερινή ονομασία Kavakli)

Ο Γαρδάς (στο στρατιωτικό χάρτη του 1919 σημειώνεται Γαρδάν) ήταν το χωριό των σταφυλιών, των πεπονιών και των ορυκτών. Βρίσκεται 7 χλμ. νοτιοδυτικά του Τσεκμετζέ (Άθυρα). Από την Κωνσταντινούπολη απέχει 35 χλμ. και από το πλησιέστερο χωριό, την Αρσού, 3 χλμ. Ο δρόμος από το Γαρδά προς τον Τσεκμετζέ περνούσε μέσα από την Αρσού. Η θάλασσα βρίσκεται κοντά στο Γαρδά, στα 2 χλμ., όμως δε φαίνεται από το χωριό, γιατί μεσολαβεί ένας λόφος κατάφυτος από πεύκα και οπωροφόρα δένδρα.

Το έδαφος του Γαρδά ήταν εύφορο και το κλίμα του υγιεινό εύκρατο. Το χωριό είχε και τρεχούμενα νερά. Γι’ αυτό οι γεωργοί Γαρδιανοί μπορούσαν να καλλιεργούν πολλά γεωργικά προϊόντα. Προτιμούσαν όμως τα πεπόνια (ποικιλίας τοπ ατάν), τα σταφύλια (ποικιλίας γιαπιντζάκια) και τα λαχανικά, γιατί τα πουλούσαν εύκολα και σε καλές τιμές στην Κωνσταντινούπολη. Για τις μεταφορές των σταφυλιών και των άλλων γεωργικών προϊόντων στην Πόλη χρησιμοποιούσαν κυρίως τα καΐκια.

Οι άνθρωποι του Γαρδά, 55 οικογένειες (275 άτομα), ήταν μόνο Έλληνες και χριστιανοί ορθόδοξοι. Το σχολείο τους ήταν μικτό 3/τάξιο με έναν δάσκαλο. Ασχολούνταν με τη γεωργία (την αμπελουργία κυρίως) και την οικόσιτη κτηνοτροφία. Μερικοί απ’ αυτούς είχαν κι άλλες ασχολίες: καφενείο (Μιχαηλίδης Απόστολος και Παυλάκης), κουρείο-παντοπωλείο (Ματζιρίδης Φίλιππος), χασάπικο (κρεοπωλείο: Τρύφωνας Δημ.), μπαχτσέ (λαχανόκηπο: Κάλισβος, Καΐζος ή Μερλέγκος Δημ.), μύλο (αερόμυλο: Μυλωνάς Νικ.), παντοπωλείο (Ζαχαριάδης Αθαν. και Δημητσόγλου Φώτιος), φούρνο (Ζαχαριάδης Βασίλειος και Σωφρόνης).

Ο Γαρδάς ήταν και τόπος – πέρασμα πολλών ορτυκιών από τη Ρωσία. Γι’ αυτό οι Γαρδιανοί ήταν κυνηγοί και είχαν δίκανα. Κατά τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο σκότωναν πολλά τέτοια αποδημητικά ορτύκια και τα μοσχοπουλούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα, την εποχή του κυνηγιού, γέμιζε το χωριό και από ξένους κυνηγούς (από την Κωνσταντινούπολη και άλλα μέρη). Έρχονταν εκεί, μίσθωναν σπίτια, έκαναν τουρισμό, κατανάλωναν άφθονα τοπικά γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, ξόδευαν. Έτσι οι Γαρδιανοί κέρδιζαν.

Διοικητικά ο Γαρδάς υπαγόταν στον καζά Μπουγιούκ Τσεκμετζέ, σαντζάκι Τσατάλτζας, κι εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Μετρών και Αθύρων.

Η εκκλησία του χωριού ήταν αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και πανηγύριζε στις 15 Αυγούστου. Την ασημένια εικόνα της Παναγίας, την «Κοίμηση της Θεοτόκου», του 1837, την έφεραν στη νέα πατρίδα τους και φυλάγεται στον ιερό ναό Αναλήψεως Αθύρων. Τελευταίος ιερέας του Γαρδά ήταν ο παπα-Χαράλαμπος, που καταγόταν από τον Πόντο. Το 1924 μαζί με τους Γαρδιανούς ήρθε στο Μπόζετς. Έμενε στο σπίτι του Στυλιάνη Ζαχαριάδη. Αργότερα το 1924, όταν χειροτονήθηκε ο παπα-Φίλιππας, ο παπα-Χαράλαμπος με τους Πόντιους συγχωριανούς του εκγαταστάθηκε στη Λεπτοκαρυά (Λιτοβόϊ).

Το σχολείο, όπως συνήθως στα ελληνικά χωριά, βρισκόταν δίπλα στην εκκλησία, στην άκρη της κεντρικής πλατείας. Στο κτίριο του σχολείου μπορούσε να μένει και ο παπάς, όταν τύχαινε να μην είναι ντόπιος, όπως ο παπα-Χαράλαμπος.

Στην ίδια περιοχή, στη νοτιοδυτική άκρη του χωριού, μέσα σε ένα μικρό άλσος από μουριές και άλλα δένδρα υπήρχαν δυο βρύσες. Αυτές δρόσιζαν τους ανθρώπους και πότιζαν τα ζώα, και έβοσκαν στο παρακάτω λιβάδι. Παραδίπλα βρισκόταν η «Αγιόπετρα».

Η «Αγιόπετρα» ήταν ένας βράχος. Από μια σχισμή (τρύπα) του βράχου μπορούσες να περάσεις από τη μια στην άλλη πλευρά του. Κάπου στη μέση της διαδρομής αυτής πήγαζε νερό που σχημάτιζε μπουνάρ (πηγαδάκι). Αυτό ήταν το αγίασμα. Το περίσευμα του νερού έτρεχε έξω. Όσοι άνθρωποι ήταν χοντροί (άρα είχαν και πολλές αμαρτίες!) δεν μπορούσαν να περάσουν από την τρύπα και να φτάσουν στο αγίασμα. Όμως όσο χοντρός και να ήσουν, αν δεν είχες αμαρτίες, μπορούσες να περάσεις! Αυτοί που χωρούσαν και περνούσαν έφταναν και στο αγίασμα. Εκεί έπιναν αγιασμένο νερό, κρεμούσαν στο θάμνο δίπλα κάποιο κουρέλι από την ενδυμασία τους και παρακαλούσαν για την ικανοποίηση επιθυμιών τους.

Στην απέναντι, νοτιοανατολική άκρη του χωριού, ήταν το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής και το «αγίασμα με φίδι». Το αγίασμα ονομάστηκε «με φίδι», επειδή εκεί γύρω ζούσε ένα μεγάλο φίδι. Στη δυτική, τέλος, πλευρά του Γαρδά υψωνόταν ο λόφος που έκρυβε τη θάλασσα, ενώ στην ανατολική και βόρεια πλευρά εκτείνονταν τσιφλίκια.

Το 1922 ο Γαρδάς κινδύνευσε να καταστραφεί από τους Τσέτες[1] Τούρκους. Οι Γαρδιανοί πέρασαν τότε μεγάλη λαχτάρα. Σώθηκε το χωριό και γλίτωσαν οι άνθρωποί του χάρη στο Γιω΄ργο Παμπορίδη. Αυτός βρισκόταν στην άκρη της θάλασσας. Μαζί του ήταν ο αδελφός του Σωτηράκης και άλλα παλικαράκια του Γαρδά. Από κοντά τους και ο μικρός τότε Στυλιάνης Ζαχαριάδης. Στην ακροθαλασσιά μάζευαν παγούρια, δηλαδή τσαγανούς. Είδε, ο Παμπορίδης τους Τσέτες να έρχονται με βάρκες κατ’ ευθείαν προς το Γαρδά. Κατάλαβε τον κίνδυνο και χωρίς να χάσει λεπτό έτρεξε στο χωριό και ειδοποίησε. Ο Στυλιάνης Ζαχαριάδης διηγείται:

«Τσέτες ήρθαν πριν την ανταλλαή. Αλλά επειδής είχαμε δίκανα, όλο το χωριό είχε δίκανα, όσοι είχανε και παλικάρια και τα δυο και τα τρία αδέρφια και ο μπαμπάς, όλοι είχαν δίκανα, επειδή στο δικό μας το μέρος έπεφταν τα ορτύκια… Και μόλις ήρτε η Τσέτα ειδοποίησε του Σωτηράκη ο αδερφός, του Παμπόρτσου ο Γιώργος, ο Γιώργος Παμπορίδης, του Χρήστου ο μπαμπάς. Ήταν στη θάλασσα αυτός. Τους είδε (τους Τσέτες) που βγήκαν μέσα από τη θάλασσα με τις βάρκες. Και αμέσως έτρεξε στο χωριό και ειδοποίησε: «Παιδιά Τσέτες έρχονται». Και τότε ο θειός μου που ήταν πρόεδρος, ο Θανάσης Πρασαγγέρας (Ζαχαριάδης), του μπαμπά μου αδερφός, έστειλε αμέσως τον Τσάκατζη το Χρήστο να ειδοποιήσει το Μπέη της περιοχής και την Αστυνομία… Πήραν τα δίκανα οι Γαρδιανοί, ο Μτζίρης, ο Μπουγάς ο Περικλής, όλοι. Αντιστάθηκαν οι δικοί μας. Μαζί και ο Μπέης. Ήρταν και οι Τζαντιρμάδες (χωροφύλακες). Τους έπιασαν τους Τσέτες, τους πήρανε μέσα. Κλέφτες ήταν. Ήρταν για να κλέψουν. Από την απέναντι παραλία (τη μικρασιατική παραλία της Προποντίδας) ήρταν. Πιο μπροστά έτσι πήγαν στο Οικονομιό. Το ‘σφαξαν το ρήμαξαν. Κι έφυγαμε κι ήρταμε στην Τρίτη χρονιά εμείς»[2].

Στις 24 ή 26 Μαΐου του 1924, όλοι μαζί, οι Γαρδιανοί εγκατέλειψαν οριστικά τον τόπο τους και από την Καλλικράτεια με το πλοίο «ΘΗΡΑ» έφτασαν στη Θεσσαλονίκη. «Πριν ξεκινήσουμε όμως, ο παπα-Χαράλαμπος έκαμε λειτουργία και μετά φύγαμε» (Στυλ. Ζαχαριάδης). Αφού έμειναν στην καλαμαριά δυο περίπου μήνες, κάτω από τρομερά δύσκολες συνθήκες, ήρθαν (στα τέλη Ιουλίου) κι εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες στην τωρινή πατρίδα τους, τα Άθυρα.

Πέτρος Δ. Θεοχαρίδης
“Άθυρα και Αθυριώτες”
Θεσσαλονίκη, 2002


[1] Τσέτες (από την τουρκική λέξη τσέτε) ονομάζονταν οι ληστοσυμμορίες. Τούρκοι άτακτοι στρατιώτες, αντάρτες. Αυτοί έδρασαν στη Μικρά Ασία εναντίον του ελληνικού στρατού, ιδιαίτερα εναντίον μεμονωμένων τμημάτων του, με αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Πολλές επίσης ήταν οι ωμότητές τους κατά του ελληνικού στοιχείου. Οι Τσέτες στρατολογούνταν από τον τουρκικό πληθυσμό, αλλά επικεφαλείς των τμημάτων τους ήταν Τούρκοι αξιωματικοί. Μετά την ανασυγκρότηση του τουρκικού στρατού (1922), οι Τσέτες εντάχτηκαν σ’ αυτόν. Πέρα όμως απ’ αυτούς υπήρχαν και οι άλλοι Τούρκοι, από την ίδια περιοχή, που ενεργούσαν ως Τσέτες ληστοσυμμορίτες, εγκληματίες, κλέφτες. Ήταν Τούρκοι εχθροί των Ελλήνων, βρήκαν την ευκαιρία να εκδηλώσουν τα βάρβαρα ένστικτα τους σε βάρος του ελληνικού στοιχείου.
[2] Κατά το Στ. Ζαχαριάδη, η επίθεση των Τσετών στο Γαρδά έγινε το 1922, ενώ πιο μπροστά, μέσα στο 1922, έγινε το μεγάλο φονικό (η σφαγή) και το κάψιμο του Κονομιού. Όμως η σφαγή στο Οικονομιό έγινε στις 27 Γενάρη 1913. Οι Κονομιάτες της Αγ. Τριάδας Θεσ/νίκης κάθε χρόνο κάνουν μνημόσυνο για τους σφαγιασθέντες συμπατριώτες τους (126 άτομα) στις 27 Ιανουαρίου. Και ο Κ. Βακαλόπουλος στο βιβλίο του «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Β. ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΎ-ΘΡΑΚΗ», σελ. 498, αυτό υποστηρίζει. Η συσχέτιση, λοιπόν, Ζαχαριάδη είναι λανθασμένη.

Author: Μνήμες