Γερμανική κατοχή και αντάρτικο

Γερμανική Κατοχή της Ελλάδας 1941 και Αντάρτικο 

Ύστερα απ’ την κήρυξη πολέμου της Γερμανίας κατά της Ελλάδας, στις 6 Απριλίου 1941, Άγγλοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και ήρθαν στο Κίτρος. Η συγκατάθεση, όμως, της κυβέρνησης Κορυζή1, για την αποβίβαση των Άγγλων στην Ελλάδα, δόθηκε πολύ αργά και τα συμμαχικά στρατεύματα έφτασαν στο ελληνικό έδαφος καθυστερημένα.

Στο χωριό, έφτασαν μονάδες της Νεοζηλανδικής μεραρχίας τις πρώτες μέρες του Απρίλη, λίγο πριν απ’ τη συνθηκολόγηση Μπακόπουλου2 –Μπάκου – Τσολάκογλου και του δεσπότη των Ιωαννίνων Σπυρίδωνα. Με την υπογραφή, όμως, της παράδοσης του ελληνικού στρατού της Β. Ελλάδας στους Γερμανούς, το μέτωπο της Μακεδονίας διαλύθηκε και οι Γερμανοί, παρά τη σθεναρή αντίσταση των υπερασπιστών της γραμμής Μεταξά κι ιδιαίτερα του δεσπόζοντος οχυρού Ρούπελ, μπήκαν στη Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου, σπάζοντας το τριεθνές φυλάκιο. Οι Άγλλοι στο μεταξύ είχαν προλάβει να προωθηθούν μόνο μέχρι τον Αλιάκμονα, για να τον εγκαταλείψουν κι αυτόν σχεδόν αμέσως (14.4.41) και να οπισθοχωρήσουν προς τον Όλυμπο και τα Τέμπη.

Εδώ στο Κίτρος, βρίσκονταν τις μέρες εκείνες αγγλικές μονάδες μέσα στο δασάκι του Αγίου Γεωργίου, στην περιοχή του Αγίου Νικολάου και σε διάφορα άλλα σημεία μέσα στο χωριό. Δεν είχαν οργανώσει καμιά απολύτως άμυνα και φαίνονταν πως δεν είχαν σκοπό να αντισταθούν στους Γερμανούς. Ήταν απλώς περαστικοί. Ιδιαίτερα το τμήμα του Αγίου Νικολάου, που ήρθε τελευταίο στο χωριό, θα προέρχονταν μάλλον από υποχωρούσες μονάδες της περιοχής του Αλιάκμονα ή θα ήταν καθυστερημένο απομεινάρι, που δεν πρόλαβε να φτάσει στη θέση της μονάδας του.

Το μόνο μέτρο που είχαν πάρει ήταν η τελείως πρόχειρη τοποθέτηση δυο μικρού διαμετρήματος πυροβόλων στην αριστερή όχθη του ρέματος της Ζαχαριάς3, χαμηλά στο χωράφι του Κώστα Δασκαλόπουλου, δίπλα στο χωραφόδρομο, που πάει για τη θάλασσα κι απ’ τη θέση αυτή έβαλαν μερικές βολές προς την κατεύθυνση του Αλιάκμονα, εναντίον των προελαυνόντων Γερμανών. Ο κανονιοβολισμός αυτός, σκοπό είχε απλώς και μόνο να ανακουφίσει κάπως τους υποχωρούντες συναδέλφους τους. Γι’ αυτό κι ύστερα από μερικές βολές, πήραν τα πυροβόλα τους και υποχώρησαν κι αυτοί προς τον Όλυμπο. Την ίδια μέρα, το Κίτρος καταλήφθηκε απ’ τους Γερμανούς.

Οι Γερμανοί έφτασαν στο χωριό στις 14 Απριλίου 1941. Θυμούμαι, ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και αρκετοί κάτοικοι κατέβηκαν στο δημόσιο δρόμο (παλιά εθνική οδός), για να τους δουν από κοντά. Απ’ το ύψωμα του κονακιού παρατηρούσαμε το δρόμο προς το Μακρύγιαλο και περιμέναμε να φανεί απέναντι στο λόφο η κεφαλή της γερμανικής φάλαγγας των μηχανοκίνητων, που ακούγονταν βαρύγδουπη να προχωρεί.

Για μια στιγμή, πέρασε από κοντά μας σε χαμηλό ύψος ένα γερμανικό αεροπλάνο, που πετούσε με κατεύθυνση προς τον Όλυμπο και σχεδόν αμέσως μαύρισε η κορυφή του υψώματος του δρόμου στο σημείο όπου τώρα ξεκινάει η διακλάδωση για το λιμάνι4. Τα γερμανικά τανκς και τα αλυσιδοφόρα μηχανοκίνητα του Γ’ Ράιχ ξεχύθηκαν πολυθόρυβα κι αμέτρητα, σα μια ατέλειωτη αλυσίδα στον κατηφορικό δρόμο. Εμείς τα παιδιά τρέξαμε προς τη νότια άκρη του χωριού, προς τα αμπέλια του Καβακλί, εκεί όπου περίμεναν και οι άλλοι, για να δούμε από κοντά τους σιδηρόφρακτους Γερμανούς. Όταν αφήσαμε τα τελευταία σπίτια του συνοικισμού και μπήκαμε στα αμπέλια, οι Γερμανοί έφταναν στο σημείο του δρόμου, όπου τους περίμεναν οι λιγοστοί κάτοικοι με τον παπά. Ανάμεσά τους ήταν και ο Ευάγγελος Δημολιός με το Χρήστο Τριανταφύλλου, όπως είπαν αργότερα οι ίδιοι.

Ήταν όλοι τους μαζεμένοι στη συμβολή του σημερινού ασφαλτόδρομου με το χωραφόδρομο, που κατεβαίνει απ’ το χωριό, διασχίζει τα αμπέλια και προχωρεί προς τα ‘’Τσαΐρια’’ και το ‘’Νησί’’. Δυστυχώς, δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, όταν πρωτοσυναντήθηκαν οι Γερμανοί με τους Κιτριώτες κι ούτε θυμάμαι ποιοι απ’ τους κατοίκους του χωριού τους υποδέχτηκαν, αν τους υποδέχτηκαν και πώς. Οι προαναφερθέντες Ε. Δημολιός και Χ. Τριανταφύλλου, που, όπως είπαν, βρέθηκαν στη συνάντηση, λένε ότι δεν έγινε καμιά υποδοχή και ούτε σταμάτησε έστω και ένας Γερμανός απ’ τη φάλαγγα να τους δει ή να αλλάξει μια κουβέντα μαζί τους. Οι Γερμανοί βιάζονταν να φτάσουν στην Κατερίνη και στα Τέμπη, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, ώστε να μη δώσουν καθόλου καιρό για ανασύνταξη και οργάνωση άμυνας στους υποχωρούντες Άγγλους. Μάλιστα, στη θέση της σημερινής Νέας Χράνης έφτασαν δυο-τρεις ξεκομμένοι Άγγλοι μοτοσυκλετιστές, που έφυγαν απ’ τον Όλυμπο και δεν σταμάτησαν να τους αιχμαλωτίσουν. Τους περιέπλεξαν μέσα στη φάλαγγά τους και συνέχισαν μαζί τους προς Κατερίνη. Ο ατσάλινος γερμανικός στρατός δεν έδινε καμιά προσοχή στους περίεργους χωρικούς που συναντούσε στο δρόμο του και τους προσπερνούσε με αδιαφορία και ψυχρότητα. Άλλωστε, πατούσαν τη χώρα σα στρατός κατοχής και δεν είχαν ανάγκη από αυρότητες και φιλοφρονήσεις.

Με την ίδια αλαζονεία προσπέρασαν και τους περίεργους Κιτριώτες. Γι’ αυτό κι ούδέποτε είχα την εντύπωση, ότι η πρώτη εκείνη συνάντηση των κατοίκων με τους κατακτητές είχε το χαρακτήρα υποδοχής. Ήταν περισσότερο αυθόρμητη εκδήλωση περιέργειας από μέρους τους, παρά συγκέντρωση υποδοχής των κατακτητών, γι’ αυτό και οι περισσότεροι απ’ τους συγκεντρωθέντες συγχωριανούς ήταν κάτοικοι του πλησιέστερου προς το δρόμο συνοικισμού του Καβακλί, που, λόγω της μικρής σχετικά απόστασης των σπιτιών απ’ το πέρασμα των Γερμανών, μπόρεσαν ευκολότερα να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους.

Πρόεδρος της Κοινότητας εκείνη την εποχή ήταν ο Βασίλης Πανταζής κι έμενε με την οικογένειά του στο κονάκι. Εκεί έμενε, σαν ενοικιαστής και ο τότε αστυνόμος του χωριού ενωμοτάρχης Κυριακόπουλος.

Τα γερμανικά μηχανοκίνητα προχωρούσαν σε πυκνή, συνεχή φάλαγγα. Κάθε 10-15 οχήματα, ένα έφερε πάνω στο καπό της μηχανής του απλωμένη μια κόκκινη γερμανική σημαία με κατάμαυρη τη σβάστικα στο κέντρο της. Σε άλλα οχήματα, ο κόκκινος φόντος της σημαίας ήταν άσπρος και σ’ άλλα μια μικρότερη σε μέγεθος κόκκινη ή άσπρη σημαία με μεγάλη σβάστικα ήταν υψωμένη σε χαμηλό κοντάρι και πλατάγιζε στον αέρα, καθώς αυτά προχωρούσαν με ταχύτητα. Ίσως να ήταν οι σημαίες των διάφορων μικρών ή μεγαλύτερων μονάδων, που αποτελούσαν τη φάλαγγα. Ο τόπος έτρεμε και ο κρότος των μηχανών και των ερπυστριών που τράνταζαν τη γη, αντιβούιζε τρομαχτικός σ’ ολόκληρη τη γύρω περιοχή. Το θέαμα ήταν πρωτοφανές και συνταρακτικό. Ήταν κάτι το ονειρώδες και το απόκοσμο. Ο γκριζόμαυρος δράκοντας με τα κόκκινα και τα άσπρα σημάδια στη ράχη του, φοβερός και απαίσιος για μας, προχωρούσε στον καγκελωτό δρόμο συμπαγής και άτρωτος κι ανεβοκατέβαινε ράχες και πλαγιές ακάθεκτος, τραβώντας ολοταχώς για την Κατερίνη.

Αγγλικά αεροπλάνα αποπειράθηκαν να βομβαρδίσουν την κινούμενη φάλαγγα, χωρίς, όμως, ουσιαστικά αποτελέσματα. Το μόνο που πέτυχαν ήταν να σκοτώσουν έξι γερμανούς στρατιώτες κοντά στις τούμπες του Κορινού, τους οποίους οι συνάδελφοί τους έθαψαν δεξιά του δρόμου, στη διασταύρωση με το δρόμο που κατεβαίνει απ’ τη Σεβαστή. Πάνω στους ξύλινους σταυρούς των τάφων πρόβαλαν για πολύ καιρό τα γκριζοπράσινα κράνη των στρατιωτών, για τους οποίους ο πόλεμος και η ζωή είχαν τελειώσει ταυτόχρονα εκεί.

Τα πρώτα τμήματα των Γερμανών έφτασαν στην Κατερίνη την ίδια μέρα. Τι ήταν για το μηχανοκίνητο στρατό 15 χιλιόμετρα! Εκεί, υποδέχτηκε τους κατακτητές στην πλατεία της πόλης ο τότε μητροπολίτης Κίτρους, Κωνσταντίνος Κοϊδάκης. Για την υποδοχή αυτή, έγινε κατά καιρούς πολύς λόγος και μάλιστα ορισμένοι την αμφισβήτησαν. Κι άλλοι πάλι δεν παραχωρούσαν κι ούτε παραχωρούν κανένα ελαφρυντικό στο μητροπολίτη τους. Ίσως να είναι δυνατό να αμφισβητηθούν οι πραγματικές προθέσεις του δεσπότη, οι οποίες κρύβονται πίσω απ’ την πράξη του αυτή. Η παρουσία του, όμως, στην πλατεία δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί. Το περιοδικό «Ταχυδρόμος» έγραψε αμέσως μετά τον πόλεμο για την πολυσυζητημένη υποδοχή και δημοσίευσε και σχετικές φωτογραφίες, που δεν επιδέχονται καμιά αμφισβήτηρη. Μάλιστα, ο δεσπότης, προσφώνησε στα γερμανικά προς τον επικεφαλής της φάλαγγας γερμανό αξιωματικό το ‘’ως ευ παρέστητε’’ και τους καλωσόρισε με χειραψία. Λέγεται επίσης, πως κάποιος από τον παρευρισκόμενο κόσμο, που είχε συγκεντρωθεί για να δει ή να υποδεχτεί τους Γερμανούς, φώναξε δυνατά από ένα μπαλκόνι στο δεσπότη, πώς να πει γερμανικά το ‘’καλώς ήλθατε’’5.

Στη διάρκεια των μαχών, που επακολούθησαν στα Τέμπη6, το Κίτρος είχε πλημμυρίσει από γερμανικό στρατό. Στο κονάκι εγκαταστάθηκαν ο στρατηγός διοικητής της μονάδας, που μάχονταν στην περιοχή, με το στρατηγείο του και στο σπίτι του γράφοντα, που βρίσκονταν δίπλα στο κονάκι κι ήταν παλιότερα, τον καιρό του τσιφλικιού, βοηθητικό του οίκημα, έμεναν δυο-τρεις Γερμανοί αξιωματικοί. Στο σπίτι του Β. Τριανταφύλλου και στα σπίτια γύρω απ’ αυτό, εγκαταστάθηκαν άλλες γερμανικές υπηρεσίες. Γιατροί, εφοδιασμοί, διαβιβάσεις κ.λ.π.. Διάφορες υπηρεσίες κατέλυσαν και στο Καβακλί και στη Μπάνα. Στο σπίτι του Σ. Μπάμπου εγκαταστάθηκε η ταμειακή υπηρεσία του στρατού, με μπαούλα γεμάτα γερμανικά μάρκα κατοχής, η οποία και έφυγε τελευταία απ’ το χωριό.

Με την υποχώρηση, όμως, των Άγγλων πέρα απ’ τα Τέμπη, έφυγε κι ο γερμανικός στρατός απ’ το χωριό και κατευθύνθηκε προς τη Λάρισα. Άλλοι Γερμανοί στρατιώτες ήρθαν σχεδόν αμέσως κι απ’ τις πρώτες κιόλας μέρες της κατοχής εγκαταστάθηκαν στο Κίτρος. Όλοι τους έμειναν στο νότιο άκρο του χωριού. Στο Καβακλί. Όπως αποδείχτηκε αργότερα, μελετούσαν και προετοίμαζαν την εγκατάσταση επάκτιων  πυροβολείων στην περιοχή και, για να βρίσκονται όσο πιο κοντά μπορούσαν στη θέση που σκόπευαν να τα εγκαταστήσουν, προτίμησαν το Καβακλί.

Επίταξαν διάφορα σπίτια στο συνοικισμό κι εγκαταστάθηκαν σ’ αυτά. Σα να βλέπω ακόμα το τεράστιο V, σύμβολο της αναμενόμενης τελικής νίκης τους, γραμμένο με μαύρη ή καφέ σκούρη μπογιά στους εμφανέστερους τοίχους των επιταγμένων οικημάτων. (Π2)

Σχεδόν απ’ την πρώτη μέρα της εισόδου τους στην Πιερία, οι Γερμανοί εγκατέστησαν πρόχειρο αεροδρόμιο στην ανοιχτή έκταση, που βρίσκεται νοτιοανατολικά του χωριού, προς τη θάλασσα, στη θέση ‘’Τσαΐρια’’. Το έδαφος εκεί είναι ανοιχτό και επίπεδο. Ό,τι ακριβώς χρειάζεται για αεροδρόμιο. Για να φτιάξουν διαδρόμους προσγείωσης και απογείωσης, έστρωναν φαρδιές αλυσίδωτές σιδερένιες λουρίδες, τη μια μετά την άλλη, ώσπου να σχηματιστεί το μήκος του διαδρόμου που ήθελαν. Οι λουρίδες αυτές έμοιαζαν με τις ερπύστριες των τανκς, μόνο που ήταν πολύ πιο φαρδύτερες και αρκετά ελαφρότερες από κείνες. Γιατί, πότε έστρωσαν τους διαδρόμους και εγκατέστησαν το αεροδρόμιο δεν καταλάβαμε. Το διαπιστώσαμε μόνο σαν είδαμε τα αεροπλάνα τους να ανεβοκατεβαίνουν διαρκώς. Βογγούσαν και διέσχιζαν τους αιθέρες με μουγκριτά, κάθε φορά που φορτωμένα μεγάλα τετρακινητήρια μεταγωγικά ‘’Γιούγκερς’’ ξεκινούσαν από δω, για να εφοδιάσουν τις μονάδες που μάχονταν στις Θερμοπύλες, στην Κρήτη και στην Αφρική. Ιδίως την περίοδο της μάχης της Κρήτης, το αεροδρόμιο είχε μεγάλη κίνηση μέρα και νύχτα. Τα αεροπλάνα περνούσαν χαμηλά και το χωριό έτρεμε ολόκληρο.

Σαν κυριεύτηκε η Κρήτη, το κινητό αεροδρόμιο μεταφέρθηκε αλλού. Άλλοι είπαν πως στάλθηκε στην Αφρική στο Ρόμμελ κι άλλοι ότι ακολούθησε το Σώμα των αλεξιπτωτιστών του Ριχτχόφεν, που, ύστερα απ’ τη μάχη της Κρήτης, ό,τι απέμεινε απ’ αυτό έφυγε για την Κριμαία.

Ύστερα απ’ την κατάκτηση όλης της Ελλάδας, οι Γερμανοί επέσπευσαν την εγκατάσταση των επακτίων πυροβόλων στο Κίτρος. Τα πυροβόλα αυτά σκοπό είχαν να φρουρήσουν το στόμιο του Θερμαϊκού Κόλπου, που το στρατηγικό του σημείο βρίσκεται στο ύψος Κίτρους – Μηχανιώνας και να προστατέψουν τη Θεσσαλονίκη από εχθρικά πλοία και υποβρύχια.

Έξι μεγάλα πυροβόλα τοποθετήθηκαν στη θέση ‘’Αλπώτρυπες’’, που βρίσκεται στο ύψωμα πάνω απ’ το σιδηροδρομικό σταθμό της Αλυκής και ακριβώς δεξιά του δημόσιου δρόμου και του χωραφόδρομου Κίτρους – Σιδ. Σταθμού – Αλυκής. Εκεί που είχαν κατασκηνώσει τα αγγλικά στρατεύματα, που έφτασαν στο Κίτρος την εποχή του  Αου παγκόσμιου πολέμου. Ακόμα υπάρχουν πάνω στο λόφο απομεινάρια και σημάδια των γερμανικών κατασκευών, παρ’ ότι τα χωράφια αυτά σήμερα, άλλα μεν δεντροφυτεύτηκαν κι άλλα καλλιεργούνται με άλλες διάφορες καλλιέργειες.

Το πώς πρωτοάρχισε η εγκατάσταση των επακτίων κανένας δεν ξέρει απ’ το χωριό ακριβώς. Δεσμεύτηκαν τα χωράφια κι απαγορεύτηκε η χρήση τους απ’ τους ιδιοκτήτες τους. Όταν επιτράπηκε η είσοδος στην περιοχή και μπήκαν οι Κιτριώτες στη γερμανική ζώνη είδαν εγκαταστημένα πυροβόλα στα κτήματά τους.

Στην αρχή, οι Γερμανοί έστησαν μερικά αντίσκηνα για τους στρατιώτες κι ύστερα έχτισαν λίγες πρόχειρες παράγκες. Στη συνέχεια, άρχισαν τα μεγάλα έργα. Η αρχική τοποθέτηση των πυροβόλων ήταν απλή και πρόχειρη. Σύντομα, όμως, έγιναν συστηματικές και μόνιμες εγκαταστάσεις, με στρατώνες, αποθήκες, πολυβολεία, καταφύγια, συρματοπλέγματα κ.λ.π.. Ανοίχτηκαν υπόγειες στοές και σκάφτηκαν αποθήκες πυρομαχικών και αντιαεροπορικά καταφύγια, βαθιά μέσα στη γη. Θωρακίστηκαν με χοντρό μπετόν όλες οι ‘’φωλιές’’ των πυροβόλων και στήθηκαν τσιμεντένια πολυβολεία και αντιαεροπορικά πυροβολεία. Περιφράχτηκε όλη η περιοχή με δυο πυκνές ζώνες από συρματοπλέγματα, που η κάθε μια αποτελούνταν από πολλές και μπερδεμένες σειρές αγκαθωτού σύρματος, άλλες τεντωμένες καλά πάνω σε χοντρούς σιδερένιους πασσάλους κι άλλες ριγμένες χαλαρές και σκόρπιες πάνω στις προηγούμενες κι ανάμεσα σ’ αυτές. Ανάμεσα στις δυο κύριες ζώνες τοποθετήθηκε μια σειρά από ογκώδη ακτινοειδή σιδερένια αντιαρματικά εμπόδια. Όλη η περιοχή άλλαξε τελείως όψη και χαρακτήρα. Από συνηθισμένη, απλή και ήσυχη καλλιεργήσιμη έκταση, μεταβλήθηκε σε ένα μεγάλο και πολύπλοκο στρατιωτικό οχυρό κι έγινε σωστό κι απόρθητο φρούριο.

Για την κατασκευή όλων αυτών των έργων χρειάστηκαν πολλά εργατικά χέρια. Και τα χέρια αυτά, οι κατακτητές τα βρήκαν στο Κίτρος και στα γύρω χωριά. Το μεγαλύτερο, όμως, βάρος το σήκωσε το Κίτρος. Αυτό ήταν πιο κοντά και σ’ αυτό ξεσπούσαν όλες οι μπόρες. Η υποχρεωτική προσωπική εργασία, η γνωστή πια σε όλους μας σαν αγγαρεία, μπήκε αμέσως σε ημερήσια διάταξη. Κάθε ενήλικος κάτοικος του χωριού πάνω από 16 χρονών και ως τα 65 ήταν υποχρεωμένος να δουλεύει μια βδομάδα στις τρεις για τους Γερμανούς.

Συντάχτηκαν καταστάσεις στην Κοινότητα του χωριού, καθώς και στις γύρω Κοινότητες και μ’ αυτές σα βάση ειδοποιούνταν απ’ τους κοινοτάρχες τους οι κάτοικοι, πότε έπρεπε να πάνε για αγγαρεία στα επάκτια. Πολλοί καλούνταν με τα βοϊδάμαξά τους και τ’ αλογόκαρά τους κι άλλοι με φτυάρια και κασμάδες. Η δουλειά ήταν σκληρή και συνεχής, κάτω από αδιάκοπη επίβλεψη και επιστασία των Γερμανών στρατιωτών. Κάθε μέρα σκάβονταν ορύγματα, χύνονταν τσιμέντα, χτίζονταν πολυβολεία και οχυρά, στήνονταν συρματοπλέγματα και τοποθετούνταν αντιαρματικά εμπόδια. Το σκάψιμο των αποθηκών για πυρομαχικά και των καταφυγίων σε βάθος 30 ή και 40 μέτρων μέσα στη γη  ήταν κουραστικό και επικίνδυνο.

Οι εργάτες συγκεντρώνονταν πρωί-πρωί στο χαμηλότερο μέρος της περιοχής των επακτίων, κοντά στο δρόμο, μέσα στο χωράφι του Γιάννη Δασκαλόπουλου. Έμπαιναν στη γραμμή, σα σε λόχους, με τους κασμάδες και τα φτυάρια στα χέρια και με βάση τις καταστάσεις που έστελναν κάθε μέρα οι Κοινότητες, γίνονταν ονομαστικό προσκλητήριο, όπως στο στρατό. Οι Γερμανοί στρατιώτες-επιστάτες περίμεναν γύρω-γύρω απ’ τους συγκεντρωμένους εργάτες, που ξεπερνούσαν κάθε μέρα τους εκατό και μετά το προσκλητήριο, έπαιρνε ο καθένες όσους εργάτες του χρειάζονταν για τη δουλειά της ημέρας.

Ορισμένοι απ’ τους στρατιώτες ήταν σχετικά καλοί και φέρονταν ανθρώπινα και φιλικά στους εργάτες. Υπήρχαν, όμως και βάναυσοι τύποι, που μας φέρονταν αυταρχικά και βάρβαρα. Οι εργάτες έπρεπε να δουλεύουν οχτώ και δέκα ώρες την ημέρα, καμιά φορά και περισσότερο και να δέχονται το κάθε τι. Η κλοτσιά και το βρίσιμο είχαν γίνει συνηθισμένη αυρότητα. Ανάμεσα στους στρατιώτες, που ήταν το πλείστο Γερμανοί και Αυστριακοί, υπήρχαν και οικογενειάρχες, με φροντίδες και σκέψεις, που ο νους τους έτρεχε διαρκώς πέρα μακριά στη Γερμανία ή στην Αυστρία, πράγμα που τους μαλάκωνε την καρδιά, τους γέμιζε ανθρωπιά και τους προσγείωνε στην πραγματικότητα. Υπήρχαν στρατιώτες, που ό,τι έκαναν, το έκαναν γιατί ήταν στο στρατό κι έπρεπε να ακολουθήσουν τις διαταγές των ανωτέρων τους. Κι είχαν πειθαρχία οι Γερμανοί. Έτυχε τότε να γνωρίσουμε γερμανούς στρατιώτες αντιχιτλερικούς. Κι άλλους που ήταν κομμουνιστές. Αυτό το διαπιστώσαμε απ’ τη συμπεριφορά τους απέναντί μας, από συζητήσεις που κάναμε μαζί τους και με τα λίγα γερμανικά που είχαμε μάθει με την καθημερινή επαφή ή από τα σφυροδρέπανα και τις σβάστικες που ζωγράφιζαν με κάθε προφύλαξη στο χώμα, όταν συζητούσαμε και με τα λόγια και νοήματα προσπαθούσαν να μας εκφράσουν τη συμπάθειά τους ή το μίσος τους γι’ αυτά.

Με τον καιρό, πολλοί Γερμανοί είχαν αποκτήσει οικειότητες και μέχρι ένα βαθμό φιλικές σχέσεις με διάφορους εργάτες και τις οικογένειές τους στο χωριό και ιδιαίτερα στο συνοικισμό Καβακλί, με τον οποίο, λόγω της μικρής απ’ τα επάκτια απόστασης, έρχονταν σε ταχτικότερη επαφή. Στο συνοικισμό άλλωστε αυτόν, όπως προαναφέρθηκε, είχαν πρωτοεγκατασταθεί και έμειναν αρκετό καιρό πριν χτίσουν τα οικήματα που τους χρειάζονταν στα επάκτια και μεταφερθούν εκεί.

Στο τελευταίο τότε σπίτι του χωριού, του Γ. Στροσκίδη, είχαν εγκαταστήσει για κάποια περίοδο μαγειρείο για τους εργάτες. Σχολώντας απ’ τη δουλειά κι επιστρέφοντας για τα σπίτια μας, περνούσαμε απ’ αυτό και, όπως οι στρατιώτες στη σειρά, έτσι και μεις παίρναμε μια κουτάλα μαύρα φασόλια ή φάβα ή ρεβύθια. Άλλοτε είχε πατάτες σε ένα είδος σούπας ή σκληρά άβραστα μπιζέλια. Πάντοτε, όμως, είχε και μια φέτα μαύρο, κατάμαυρο ψωμί. Το ότι το ψωμί αυτό είχε μέσα πολλή σίκαλη, σόγια, βρώμη και καθόλου σιτάρι δεν αμφισβητούνταν από κανένα. Πολλοί μάλιστα έλεγαν, όχι φυσικά με βεβαιότητα, ότι περιείχε και ένα ικανό ποσοστό πριονίδι ξύλου, χωρίς να εγείρονται και γι’ αυτό αμφιβολίες από κανένα. Άλλωστε, το ‘’ξυλόψωμο’’ ήταν πολύ-πολύ παλιά Πυδναίικη εφεύρεση, απ’ την εποχή ακόμα της Ολυμπιάδας. Το ψωμί αυτό των Γερμανών ήταν συνήθως άψητο, μαλακό σα λάσπη ή ξερό σαν τούβλο. Οι περισσότεροι, όμως, το αποζητούσαμε και το παίρναμε με ευχαρίστηση. Βιαζόμασταν μάλιστα σ’ όλη τη διαδρομή απ’ τα επάκτια, να φτάσουμε όσο πιο γρήγορα γίνονταν στο μαγειρείο, για να προλάβουμε καλή θέση στη σειρά της διανομής, μην τυχόν και τελειώσει νωρίς το φαγητό που κακολογούσαμε ή το ψωρμί που κατηγορούσαμε. Μερικοί –και δεν ήταν λίγοι- έτρωγαν το φαγητό σκέτο και κρατούσαν τη φέτα το ψωμί για τους άλλους που περίμεναν το γυρισμό τους στο σπίτι.

Όπως ήδη θα έγινε αντιληπτό, στους Γερμανούς δούλεψε αγγαρεία πάρα πολύ και ο γράφων. Μάλιστα, συνέπεσε να πάρει μέρος στην ομάδα των εργατών που πρωτοχάραξαν το σημερινό δρόμο Κίτρους – Στάσης παλιάς εθνικής οδού.

Ήταν μια χειμωνιάτικη, συννεφιασμένη και κρύα μέρα, όταν, με τα φτυάρια και τους κασμάδες στον ώμο, μας έφεραν οι Γερμανοί απ’ τα επάκτια σε κείνο το σημείο και μας διέταξαν, να αρχίσουμε το σκάψιμο μέσα στα χωράφια και το άνοιγμα του δρόμου, ακολουθώντας τοποθετημένα απ’ αυτούς νωρίτερα σημάδια. Όλα τότε γίνονταν με τον κασμά και το φτυάρι. Δεν υπήρχε κανένα απολύτως σκαπτικό μηχάνημα. Ήμασταν καμιά 30/ριά – 40 άτομα. Διασκορπιστήκαμε κατά μήκος των σημαδιών κι αρχίσαμε τη δουλειά. Δυο-τρεις απ’ τους εργάτρες κάτι θέλησαν να πουν και να διαμαρτυρηθούν, γιατί ο δρόμος που ανοίγαμε περνούσε μέσα απ’ τα χωράφια τους. Η γερμανική μπότα, όμως, τους έκανε να ξεχάσουν αμέσως ιδιοκτησίες και τίτλους κυριότητας και να πέσουν με τα μούτρα οι ίδιοι στη μετατροπή του κτήματός τους σε δρόμο γερμανικό. Εδώ ας σημειωθεί, ότι  ο δρόμος αυτός διατηρήθηκε και μετά τη φυγή των Γερμανών απ’ την Ελλάδα, ασφαλτοστρώθηκε και σήμερα είναι η κύρια αρτηρία που ενώνει το χωριό με το κεντρικό οδικό δίκτυο της Πιερίας.

Με τον καιρό και με την ασταμάτητη δική μας δουλειά, τα επάκτια έγιναν ένας ολόκληρος συνοικισμός, με πρόχειρους δρόμους και πράσινο, με δέντρα και πλατειούλες, με φανταρόκοσμο και ζωή. Βέβαια, για λόγους ασφάλειας, δεν άλλαξε χτυπητά στο σύνολό της η έκταση των επακτίων και δεν έχασε σε μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα της γύρω περιοχής. Τα πυροβόλα σκεπάστηκαν με καμουφλαρισμένες δικτυωτές σκεπές. Τα κτίρια βάφηκαν απέξω με χρώματα παραπλανητικά, τα πολυβολεία και τα οχυρά έγιναν δυσδιάκριτα, σχεδόν αόρατα και μόνο οι διάφοροι στρατώνες και η καντίνα ξεχώριζαν κάπως με τον όγκο τους στην  περιοχή. Κι αυτά, όμως, βρίσκονταν κάτω από δέντρα και σε όχι και πολύ εμφανή σημεία.

Στην επόμενη λοφογραμμή προς τη θάλασσα, τοποθέτησαν οι Γερμανοί και άλλα ψευτοπυροβόλα και έστησαν κι εδώ τις ίδιες περίπου εγκαταστάσεις αλλά όλες ψεύτικες και παραπλανητικές. Για να παρασύρουν δε τα εχθρικά αεροπλάνα και να τ’ απομακρύνουν απ’ τα πραγματικά πυροβόλα, έκαναν και δεύτερες εγκαταστάσεις πιο εμφανείς και πιο εκτεθημένες.

Παρ’ όλα αυτά, κανένα συμμαχικό αεροπλάνο δεν παραπλανήθηκε αλλά και κανένα δεν αποπειράθηκε σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής να βομβαρδίσει τα κανόνια.

Με την εγκατάσταση των Γερμανών στο Κίτρος, ορισμένοι κάτοικοι του χωριού έδειξαν περισσότερη γι’ αυτούς συμπάθεια απ’ ότι απαιτεί η απλή ανθρωπιά. Βέβαια, αυτό δεν το έκαναν γιατί εμφορούνταν από φασιστικές αρχές ή γιατί είχαν κάποια ιδιαίτερα οικονομικά, προσωπικά ή άλλα συμφέροντα. Και τούτο, γιατί, αμαθείς καθώς ήταν, σαν άνθρωποι του χωριού και μάλιστα της εποχής του Μεταξά, ούτε τη φασιστική θεωρία ήξεραν –όπως δεν ήξεραν και καμιά άλλη- ούτε τις απώτερες επιδιώξεις του Χίτλερ ή των Δυτικών Συμμάχων γνώριζαν. Αλλ’ ούτε και σε καμιά ξεχωριστή προοπτική ατομικής δημιουργίας απέβλεπαν εκείνη την εποχή, κάτω απ’ τη γερμανική κατοχή. Βέβαια, οι πολεμικές περίοδοι κρύβουν πολλές ευκαιρίες και ανοίγουν πόρτες και παράθυρα σε καιροσκόπους και ασυνείδητους αετονύχηδες. Ο κύκλος, όμως, των δραστηριοτήτων στο χωριό είναι πάντοτε στενός και οι συνθήκες τραχιές και αντίξοες. Επιπλέον, οι ικανότητες ενός αγράμματου και άβγαλτου στα στενοσόκακα της πιάτσας γεωργού, πάρα πολύ περιορισμένες, αν όχι μηδαμινές και τιποτένιες. Ίσως οι μικροεγωισμοί, η ελαττωμένη κρίση και η πλεονάζουσα άγνοια να παρέσυραν ορισμένους αρχικά και να τους ώθησαν πιο κοντά στους Γερμανούς κατακτητές.

Αν θελήσουμε να ονομάσουμε και να εξετάσουμε έναν-έναν τους λιγοστούς αυτούς αποκλίναντες του Κίτρους, δε θα βρούμε ίσως σε κανένα έστω και την ελάχιστη βαρύτητα, που να δικαιολογεί έναν τέτοιο κόπο. Τους ανθρώπους αυτούς τους έσπρωχνε περισσότερο η χωριάτικη αμάθεια, παρά τους οδηγούσε κάποια γνώση και στάθμιση των πραγμάτων. Όλοι τους ήταν απ’ τους «Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Και πραγματικά, όλοι τους, μέχρις ενός σημείου και ως κάποια εποχή, είχαν πλήρες το δικαιολογητικό της άγνοιας και το ελαφρυντικό της σύγχυσης της μπερδεμένης κι απαίδευτης συνείδησής τους. Γι’ αυτό και τον πρώτο καιρό της κατοχής, για ό,τι έκαναν δεν τους καταλογίζεται κανένας δόλος, καμιά κακή προαίρεση και δεν τους βαρύνει κανένα ‘’εκ προμελέτης’’ αδίκημα. Απ’ τη στιγμή, όμως, που τα πράγματα ξεκαθάρισαν κι έφτασαν σε σημείο, που και ο πιο απλός ακόμα Έλληνες να δει τους Γερμανούς απ’ την πραγματική τους όψη, να διακρίνει τους σκοπούς τους και να πάρει σαν πατριώτης πια την ανάλογη θέση απέναντί τους, τα ελαφρυντικά και για τους πιο άμυαλους ακόμα ατονούν και οι δικαιολογίες, όσο και καλοπροαίρετες  κι αν είναι, αποδυναμώνονται. Όσο δε περνάει ο καιρός και τα πιο ισχυρά ακόμα ελαφρυντικά εξανεμίζονται για κείνους που επιμένουν να τηρούν θερμή φιλογερμανική στάση. Η άγνοια δεν συγχωρείται πια σ’ αυτούς και η οργή του έθνους δικαιολογημένα θα στραφεί εναντίον τους.

Βέβαια, δε θα βρούμε στο Κίτρος έναν Τσολάκογλου ή ένα Ράλλη ή ένα Σπυρίδωνα. Θα μάθουμε, όμως, γρήγορα όλοι οι Κιτριώτες, ότι υπάρχουν τέτοιοι τύποι στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα ή στα Γιάννενα και σε παρόμοιο ή και σε μικρότερο βαθμό και σε άλλες πόλεις και μικροπόλεις της Ελλάδας. Θα μάθουμε όλοι και μάλιστα γρήγορα κι εδώ στο Κίτρος, ποιοι είναι αυτοί και τι έκαναν και τι κάνουν και για κάποια στιγμή η ελληνική μας συνείδηση θα ξυπνήσει μέσα μας και θα σπαρταρίσει στο άκουσμα των ανοσιουργημάτων και των εγκλημάτων της οδού Μέρλιν του στρατοπέδου Παύλου Μελά, του σκοπευτηρίου της Καισαριανής. Και τότε, ατενίζοντας κι αυτή τους καπνούς των Καλαβρύτων και του Χωρτιάτη, θα μας κοιτάξει κατάματα και με το δικό της αυστηρό τρόπο θα μας προστάξει να μην ασελγήσουμε και μεις πάνω στο ταλαίπωρο κορμί της δύστυχης πατρίδας.

Λίγοι, πολύ λίγοι απ’ τους κατοίκους του Κίτρους κώφευσαν ή δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στον πειρασμό, που έντεχνα τους σερβίριζε η απάτη των άλλων, να μην κωφεύσουν στη φωνή της συνείδησής τους. Ελάχιστοι αγνόησαν την καθάρια φωνή της πατρίδας και του καθήκοντος και υπέκυψαν στις επίμονες προτροπές και πιεστικές παρωτρύνσεις των ατομικά σκεπτόμενων και συμφεροντολογικά ενεργούντων συνεργατών του κατακτητή. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι στο χωριό, που, ενώ οι άλλοι αγωνίζονταν για τη λευτεριά, αυτοί έπαιρναν το όπλο του κατακτητή, για να το στρέψουν ενάντια στα αδέλφια τους και να κρατήσουν έτσι όσο πιο πολύ καιρό μπορούσαν σκλαβωμένη την πατρίδα τους. Και πολύ λίγοι απ’ αυτούς το όπλισαν και σημάδεψαν, γνωρίζοντας απόλυτα τι έκαναν, όταν πατούσαν τη σκανδάλη.

Θα ήταν καλό για την ιστορία, να παραθέσουμε εδώ έναν κατάλογο των Κιτριωτών, που κράτησαν γερμανικό όπλο. Κι αυτό, αν το κάνουμε, θα το κάνουμε, όχι από κάποιο πάθος ή προκατάληψη, ούτε από κάποιο μίσος η αντεκδίκηση γι’ αυτούς. Θα το κάνουμε καθαρά και μόνο για ιστορικούς λόγους και για την πληρότητα του βιβλίου, αντιπαραθέτοντας ταυτόχρονα, σε άλλο σημείο και κατάλογο των Κιτριωτών εκείνων που βγήκαν στο βουνό και κράτησαν όπλο αντάρτικο στα χέρια τους. Δεν είναι πρόθεσή μας να κρίνουμε εδώ κανένα. Σκοπός μας είναι, να αναφέρουμε τα γεγονότα ψυχρά και κρύα, όπως συνέβησαν, χωρίς κρίσεις και επικρίσεις, χωρίς μύδρους ή αίνους. Να γράψουμε την ιστορία του τόπου, αντικειμενικά και όπως έγινε. Προκατάληψη από μέρους μας και κακή πρόθεσή μας θα είναι, αν αποσιωπήσουμε πραγματικά γεγονότα και αντιπαρέλθουμε αποδειγμένες αλήθειες. Και τέτοιο πράγμα δεν το ανέχεται και δεν το θέλει η ιστορία.

Αυτοί που κράτησαν γερμανικό όπλο, ίσως να μπερδεύτηκαν κι απ’ την πολυμορφία και τα ποικίλα ονόματα των φιλογερμανικών οργανώσεων, που πρώιμα και έντεχνα ξεφύτρωσαν στον τόπο μας τον καιρό της κατοχής, από διαφόρων ειδών και αμφιβόλων ποιοτήτων καιροσκόπους και γερμανόφιλους αξιωματικούς και συμφεροντολόγους πολιτικούς, τσιφλικάδες και μεγαλέμπορους. Αυτοί παραπλάνησαν με κάθε λογής κόλπα και ταξίματα τους ανίδεους και απλοϊκούς χωρικούς και τους έμπλεξαν στα δίχτυα τους.

Βέβαια, ένα τμήμα, όχι και μικρό, απ’ τους ‘’ανίδεους και απλοϊκούς’’ αυτούς Έλληνες, εξελίχτηκε σε επικίνδυνους αρχηγίσκους γερμανοντυμένων ομάδων, που σύντομα έγιναν η μάστιγα της υπαίθρου και το φόβητρο των πόλεων. Αυτοί λήστευαν (για λογαριασμό τους), αυτοί έκαιγαν (για λογαριασμό των Γερμανών) κι αυτοί ταλαιπωρούσαν με τα γερμανικά τους όπλα τον απροστάτευτο ελληνικό πληθυσμό. Απ’ αυτούς μάλιστα βγήκαν και οι κουκουλοφόροι, οι βασανιστές, τα μέλη των εκτελεστικών αποσπασμάτων και τα πιο πιστά και στυγνά όγρανα των ΕΣ.ΕΣ και της Γκεστάπο.

Ευτυχώς για το Κίτρος, δεν ‘’ανέδειξε’’, όπως προαναφέρθηκε, τέτοιου είδους γερμανοσυνεργάτες. Απ’ τα 25 περίπου άτομα που οπλίστηκαν από γερμανοσυντηρούμενες οργανώσεις, μόνο ένας ή δυο είχαν ντυθεί στα γερμανικά. Όλοι τους δε έπαιξαν σε τελευταία ανάλυση, ρόλο ταλαίπωρου κομπάρσου.

Το πλησιέστερο προς το Κίτρος γερμανοπλισμένο χωριό τον καιρό της κατοχής ήταν ο Κούκος, με δορυφόρο του τη Σεβαστή. Με κέντρο τον Κούκο και κάτω απ’ την εποπτεία των φιλογερμανικών στοιχείων της Κατερίνης και της Θεσσαλονίκης, είχαν δημιουργηθεί ένοπλες ομάδες συνεργαζόμενες με τους Γερμανούς σ’ όλα τα γύρω χωριά και στο Κίτρος.

Η διμοιρία που δημιουργήθηκε στο Κίτρος εκτός απ’ τη συμπαράσταση και τις άλλες υπηρεσίες που πρόσφερε στους Κουκιώτες (και κατ’ επέκταση στους Γερμανούς), πήρε μέρος μαζί τους και μαζί με τους Γερμανούς και γερμανοπλισμένους της ΠΑΟ, ΥΒΕ7 και άλλων γερμανοσυντηρούμενων οργανώσεων άλλων περιοχών και σε επιχειρήσεις κατά των ανταρτών του ΕΛΑΣ, που έγιναν σε γερμανικές μονάδες. Επίσης, πήραν μέρος σε εξορμήσεις τρομοκρατίας και λεηλασιών κατά των χωριών Παλιόστανης, Καστανιάς, Βεργίνας, Παλατιτσίων, Ελαφίνας, Κόκοβας, Συκιάς κ.λ.π., όπως βεβαιώνουν σήμερα οι τότε οπλίτες Ανέστης Βασιλειάδης, Κωνσταντίνος Κουριαντσίδης, Οδυσσέας Πανταζής κ.α., οι οποίοι και συμμετείχαν τότε σ’ αυτές.

«Πάρα πολλά κάρα των γύρω χωριών, επιταγμένα απ’ τους Κουκιώτες, φορτώθηκαν με αρπαγμένα πράγματα κάθε είδους και στάλθηκαν στον Κούκο», βεβαιώνει ο Κ. Κουριαντσίδης. Και ο Αν. Βασιλειάδης προσθέτει: «Τότε έγινε η μεγαλύτερη λεηλασία στη Βεργίνα και στα Παλατίτσια. Φόρτωσαν 27 βοϊδάμαξα με πλιάτσικο για τον Κούκο. Εκεί βίασαν γυναίκες, έκαψαν σπίτια, άρπαξαν πράγματα… Στη Βεργίνα έγινε το ‘’σώσε’’. Επικεφαλής δικός μας ήταν ο καπετάν Θεόφιλος απ’ τον Κούκο».

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“Αναδρομή στην Ιστορία της Μακεδονίας” – Τόμος Β’, κεφ. 22



1 . Ο Μεταξάς, που δεν δέχονταν κι αυτός να αποβιβαστούν Άγγλοι στην Ελλάδα, πέθανε στις 29 Ιαν. 1941. Ο αντικαταστάτης του πρωθυπουργός Αλεξ. Κορυζής συγκατατέθηκε στις 23 Φεβρ. 1941. «Ιστορία του Β΄παγκ. πολέμου» σελ. 395 και 409.
2 . Ο στρατηγός Μπακόπουλος, διοικητής στρατιάς Μακεδονίας, υπέγραψε την παράδοση του στρατού του στους Γερμανούς στις 8 Απριλίου 1941.
3 . Δες Κεφ. 35 «Τοπωνύμια».
4 . Τότε ο δρόμος αυτός δεν υπήρχε και ο κεντρικός δρόμος ήταν χαλικόδρομος ή στρωμένος σε ορισμένα σημεία με σκύρα. Η ασφαλτόστρωση έγινε μετά τον πόλεμο.
5 . Αυτός ήταν, ο οποίος τήρησε κατόπιν σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής έντονη φιλογερμανική στάση.
6 . Από 14 ως 18 Απριλίου 1941.
7 . Π.Α.Ο.: Γερμανοπλισμένη οργάνωση του Βήχου, Δάγκουλα, Χρυσοχόου στη Θεσ/νίκη. Ο Βήχος και ο Δάγκουλας υπόγραψαν προκήρυξη και γνωστοποιούσαν στον ελληνικό λαό ότι ‘’κήρυξαν τον πόλεμο κατά των συμμάχων στο πλευρό των Γερμανών’’. Υ.Β.Ε.: Υπερασπιστές Βορείου Ελλάδος, που προσχώρησαν στους Γερμανούς (Θανάση Χατζή: Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε τόμ. 3 σελ. 431).

 

Author: Μνήμες