Ο Χαμηντιές (Μουραδιές)

Ο Χαμηντιές (Μουραδιές) της Μικράς Ασίας

Οι γονείς μου και οι παππούδες μου κατάγονται από το Χαμηντιέ της Μ. Ασίας. Το χωριό απέχει περίπου 37 χιλιόμετρα βόρεια της Σμύρνης και πέντε χιλιόμετρα από την αρχαία Μαγνησία που τώρα την ονομάζουν Μανισά.

Το χωριό είναι πεδινό, κτισμένο κοντά στις όχθες του ποταμού Έρμου (Γκεντίζ) που το κάνει να είναι πολύ εύφορο. Ο Έρμος ποταμός, όποως μας έλεγαν οι κάτοικοι του Χαμηντιέ, ήταν βαθύς και πλατύς που είχε άφθονα ψάρια. Για να πηγαίνουν στην απέναντι όχθη που είχαν αρκετοί κτήματα μεταχειριζόντουσαν το σάλι, ή το (γκεμί) που ήταν φαρδιά πλατφόρμα επάνω στην οποία τοποθετούσαν τα κάρα τους, τα ζώα τους και την παραγωγή τους μεταφέροντάς τα από τη μιά όχθη στην άλλη. Ο χειριστής δε του πλωτού αυτού μέσου λεγόταν “γκεμιτζής” (ο πατέρας του θείου μου Παναγιώτης Γκεμιτζή που εγκαταστάθηκε στη Βέροια ήταν ιδιοκτήτης του σάλι που πήρε και το όνομα από το επάγγελμα αυτό).

Χαμηντιέ 1994. Τα αδέρφια Ηλίας και Παναγιώτης Καγιαλής δείχνουν το σπίτι όπου γεννήθηκαν και έφυγαν ως πρόσφυγες το 1922. Αριστερά είναι η Μαρία Καγιαλή και η Στέμμα Χατζημάρκου μεταξύ των Τούρκων κατοίκων που τα κατοίκησαν μετά την προσφυγιά αλλά δεν έκαναν καμία αλλαγή. (φωτο Νίκου Χατζημάρκου)

Οι κάτοικοι του Χαμηντιέ στην πλειοψηφία τους ήταν Έλληνες Ορθόδοξοι, και ζούσαν πολύ αρμονικά με τους λίγους Τούρκους που οι περισσότεροι δουλεύανε σαν υπάλληλοι στα κτήματά τους.

Το όνομα του χωριού παλαιότερα ήταν Μουραντιέ που δόθηκε από τον σουλτάνο Μουράτ αλλά αργότερα ο σουλτάνος Χαμίτ ο Β’ έδωσε στο χωριό το όνομά του και μέχρι σήμερα το επίσημο όνομα του χωριού είναι Χαμηντιέ και οι κάτοικοι ήταν οι Χαμιντιελήδες και καμιά φορά λέγανε ότι ήσαν και Μουραντιελήδες ή Μανισαλίδες που αναφέρονται στην πόλη Μανισά (Μαγνησία).

Οι εκδρομείς πριν πάνε στο χωριό τους το Χαμηντιέ που είναι κοντά στην αρχαία Μαγνησία, επισκέφτηκαν την Αγία Σοφία της Πόλης. Μεταξύ αυτών ήταν και άτομα που γεννήθηκαν εκεί κι έφυγαν σαν πρόσφυγες

Δεν είναι γνωστό πότε εγκατεστάθηκαν εκεί αλλά από παράδοση λένε ότι μερικές οικογένειες ζούσαν εκεί από τη Βυζαντινή ακόμη περίοδο. Μετά την Άλωση όμως οι Τούρκοι αφήσανε τους Έλληνες να καλλιεργούν τα κτήματά τους γιατί ήξεραν καλά να καλλιεργούν τη γη και τους επέβαλαν φόρους σύμφωνα με την παραγωγή. Οι πασάδες όμως για να εισπράττουν περισσότερους φόρους έφεραν αρκετούς από τα πλησιέστερα νησιά που έζησαν να καλλιεργούν αμπέλια και ελιές και τους έδωσαν κτήματα και επέτρεψαν να έχουν δικά τους σπίτια.

Όταν όμως η κατοχική κατάσταση στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν αφόρητη από τους Τούρκους και τους Έλληνες κοτσαπάσιδες αναγκάσθηκαν πολλοί και μάλιστα από τα μέρη της Πελοποννήσου να φύγουν, άλλοι κρυφά και άλλοι με μέσα για να γλυτώσουν από σφαγή και την τυρανία.

Υπολογίζεται ότι πριν από την προσφυγιά το 1922 ο Χαμηντιές είχε περίπου τρεις χιλιάδες Έλληνες και τετρακόσιους Τούρκους.

Θυμάμαι από διηγήσεις των παππούδων μου. Μεταξύ αυτών που έφυγαν από την Πελοπόννησο ήταν και οι δικοί μου πρόγονοι.

Όπως είναι γνωστό οι Τούρκοι είχαν βάλει σκοπό και εξολοθρεύανε τις οικογένειες των Κολοκοτρωναίων και άλλων αρχηγών που τους θεωρούσαν επικίνδυνους και είχαν σκοτώσει πάνω από εβδομήντα άτομα που είχαν κάποια συγγένεια με τον Θεόδωρο. Έτσι πολλοί εξ αυτών αναγκάστηκαν να φύγουν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας αλλά και σε άλλα μέρη για να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο.

Χαμηντιές 1994. Εδώ όπως εξηγεί ο Νίκος Χατζημάρκος ήταν η αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου αλλά οι Τούρκοι το μετέτρεψαν σε Δημαρχιακό χώρο. Δίπλα από το σχολείο ήταν η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου την οποία κατεδάφισαν για να γίνει ο χώρος τώρα πάρκινγκ. Ο Δήμαρχος, που ήταν ντόπιος, θυμόταν πολλούς Έλληνες έτσι είχε την ευγενή καλοσύνη να τους καλέσει στην αίθουσα του παλιού σχολείου τους για να κουβεντιάσουν και μάλιστα στα τουρκικά κάτι για τα παλιά. Μάλιστα δεν βρήκαν ότι ο Δήμαρχος με τον Παναγιώτη Καγιαλή πήγαιναν μαζί στο ίδιο σχολείο (το τουρκικό). Εδώ είναι σχεδόν όλο το γκρουπ του λεωφορείου. Διακρίνονται ο Ηλίας Καγιαλής, η Μαρία Καγιαλή και ο Δήμαρχος στο βάθος με τον Παναγιώτη Καγιαλή (φωτο Ν. Χατζημάρκου)

Σύμφωνα βέβαια και με τα λεγόμενα των παππούδων μου ένας στενός συγγενής της οικογένειας αφού άλλαξε το επίθετό του σε Καραμπέτσογλου έφυγε κρυφά με την οικογένειά του στη Σμύρνη και μετά εγκαταστάθηκε στον Χαμηντιέ όπου κατοικούσαν και άλλοι Έλληνες εκεί από τα μέρη της Πελοποννήσου. Εκεί ασχολήθηκε με τη γεωργία, την αμπελουργία και την καπνοπαραγωγή και γενικά όλοι οι κάτοικοι Έλληνες και Τούρκοι ζούσαν αρμονικά μέχρι το 1922.

Οι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στο Χαμηντιέ αλλά και στα γύρω χωριά έγιναν δεκτοί από τους Τούρκους. Τους έδωσαν κτήματα και ήταν ελεύθεροι να τα καλλιεργούν αφού πλήρωναν τους φόρους που επιβάλλονταν.

Είχαν δυο εκκλησίες, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Ιωάννου. Επίσης είχαν και δημοτικό σχολείο μέχρι την τετάρτη τάξη. Τα παιδιά που ήθελαν να πάνε σε άλλες τάξεις έπρεπε να πάνε στην Μανισά (Μαγνησία) ή στη Σμύρνη για ανώτερες σπουδές.

Επίσης οι Τούρκοι είχαν το δικό τους σχολείο και τζαμί αλλά σύμφωνα με τις αφηγήσεις των γονιών μας, οι Τούρκοι σεβόντουσαν τις θρησκευτικές τους γιορτές του Πάσχα, των Χριστουγέννων και των εκκλησιών και όταν γιόρταζαν έπαιρναν μέρος μαζί τους στις διασκεδάσεις και στα πανηγύρια τους. Σπάνια όμως έκαναν μικτούς γάμους μεταξύ των.

Γλωσσολογικά, ως επίσημη γλώσσα και σαν μητρική είχαν την τουρκική και η ελληνική ήταν σαν δεύτερη γλώσσα. Την μιλούσαν αλλά όχι πολύ καλά και οι περισσότεροι δε μιλούσαν καθόλου τα ελληνικά διότι η ελληνική μάθηση δεν ήταν υποχρεωτική και πήγαιναν μόνο τέσσερα χρόνια στο δημοτικό, όσα από τα παιδιά ήθελαν να μάθουν ελληνικά.

Μερικά παιδιά, και ήταν λίγα αυτά, πήγαιναν στην Μανισά (Μαγνησία) αλλά μερικά προτιμούσαν τη Σμύρνη όπου υπήρχαν ανώτερα εκπαιδευτήρια όπως ήταν τα σχολαρχεία για να μορφωθούν περισσότερο.

Εκτός βέβαια από το επάγγελμα της γεωργίας ασχολούνταν με το εμπόριο και με άλλα διάφορα επαγγέλματα που θα τα αναφέρω όπως τ’ άκουσα και τα έμαθα από τους πρόσφυγες σε άλλες σελίδες που θ’ ακολουθήσουν.

Την καγκελόπορτα αυτή την έφτιαξαν στο σιδεράδικο οι δυο Χατζημαρκαίοι Μάρκος και Αθανάσιος. Τη φέραμε στην Ελλάδα κρυφά…Ο Παναγιώτης και ο Ηλίας Καγιαλής αφηγούνται με συγκίνηση ότι τα σπίτια τους τα βρήκανε και τα αναγνώρισαν με μεγάλη ευκολία διότι παρ’ όλα αυτά τα χρόνια οι Τούρκοι δεν έκαναν καμία μετατροπή ή και βελτίωση στα σπίτια και στα μαγαζιά που πήρανε από τους Έλληνες όταν φύγανε.Οι Τούρκοι τους υποδέχτηκαν με ευγένεια και καλοσύνη και τους επέτρεψαν να μπούνε μέσα στα σπίτια τους και να τα δούνε, τους πρόσφεραν δε καφέ, τσάι και γλυκά ενώ αρκετοί ζήτησαν και συγνώμη που μένουν στα σπίτια τους. Έλεγαν δε ότι το κράτος τους τοποθέτησε εκεί και δεν μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά.Την εκδρομή την οργάνωσαν από το χωριό με τον λεωφορειούχο Θωμά Ναζλίδη που κι αυτός είχε γεννηθεί εκεί στο Χαμηντιέ και ήξερε το χωριό καλά.

Εκτός από μερικούς που γεννήθηκαν εκεί πήγαν και αρκετοί νέοι για να γνωρίσουν τα μέρη των γονιών τους. Ένας βέβαια από αυτούς ήταν και ο Νίκος Χατζημάρκος με την Ελληνοαμερικανίδα γυναίκα του τη Στέμμα που φωτογράφισε και βιντεοσκόπησε αρκετά μέρη του χωριού. Χάρη σ’ αυτόν βλέπουμε και αυτές τις φωτογραφίες του Χαμηντιέ.

Να σημειωθεί εδώ ότι τα παλιά χρόνια η τουρκική κυβέρνηση δεν επέτρεπε στους Έλληνες που καταγόντουσαν από τη Μικρά Ασία να επισκέπτονται τα πάτρια εδάφη. Κατά τη δεκαετία του ογδόντα οι νόμοι τους έγιναν κάπως πιο ελαστικοί και αφού οι περισσότεροι πρόσφυγες πια δεν ζούσαν, και αυτοί που ζούσαν ήταν γέροι, αρχίσανε να επιτρέπουν στους Έλληνες να επισκέπτονται τα μέρη τους και για οικονομικά οφέλη από τον τουρισμό.

Ήταν πολλά τα λεωφορεία που πήγαιναν στην Πόλη και σε άλλα μέρη της Τουρκίας. Πρώτον διότι το κόστος της ζωής εκεί ήταν φθηνό αλλά και δεύτερον να δουν τα μέρη που για χιλιάδες χρόνια ήταν ελληνικά.

Ο ίδιος έκανα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη και στην Προύσα που μου άρεσε πολύ αλλά η Πόλη ήταν κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να πάω να δω τα μέρη των γονιών μου που τόσο επιθυμούσα να δω.

Το σπίτι αυτό ήταν του Θανάση και του Μάρκου Χατζημάρκου. Μπροστά εικονίζεται η Στέμμα Χατζημάρκου με τον Τούρκο ιδιοκτήτη του σπιτιού τώρα, που κρατάνε μία καγκελόπορτα την οποία κατασκεύασαν τα δυο αδέρφια στο σιδεράδικό τους και ακόμη ήταν εκεί. Ο Νίκος (γιος του Θανάση) ζήτησε από τον Τούρκο αν ήθελε να τους τη δώσει την πόρτα να την πάρουν για ενθύμιο μια που ήταν φτιαγμένη από τα χέρια του πατέρα του. Ο Τούρκος με ευχαρίστηση την έβγαλε και τους την έδωσε. Την έφεραν στην Ελλάδα και την ανάρτησαν στο σπίτι τους για να θυμούνται κάτι από το χωριό και το σπίτι του πατέρα τους. Υπήρχε δε και μια τουλούμπα νερού που ήταν ακόμα στην αυλή κι ακόμη λειτουργούσε βγάζοντας κρυστάλλινο νερό όπως τότε. Ο Τούρκος τους φιλοξένησε να δουν το σπίτι του πατέρα τους το οποίο ήταν ακόμα όπως το είχαν αφήσει φεύγοντας.

 

Στο λεωφορείο του Θωμά Ναζλίδη με επιβάτες από τη Νέα Μαγνησία με προορισμό τη Σμύρνη και Χαμηντιέ (φωτο Ν. Χατζημάρκου)

Στην εκδρομή αυτή πήραν μέρος και ορισμένα παιδιά των προσφύγων και από την Έδεσσα όπως ο Ξενοφών Καραμαλάκης που μιλάει καλά την τουρκική γλώσσα αλλά και τραγουδάει τα τοπικά τουρκικά τραγούδια του Χαμηντιέ και ωραίους αμανέδες. Εντύπωση δε έκανε σε όλους που ο Ξενοφών φορούσε στην εκδρομή την παραδοσιακή φορεσιά του πατέρα του που την είχε φέρει από το Χαμηντιέ.

Ο Ναζλίδης με το τουριστικό του λεωφορείο οργάνωσε αρκετές εκδρομές στη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα στο Χαμηντιέ κι έδωσε την ευκαιρία σε αρκετούς που έφυγαν τότε σαν πρόσφυγες να επισκεφτούν τα μέρη τους. Δυστυχώς πολλοί δεν έζησαν να μπορέσουν να εκπληρώσουν την επιθυμία αυτή και πέθαναν με τον καημό μια μέρα να πάνε πίσω στα νοικοκυριά τους.

 

Πολλούς όμως άκουγα που λέγανε ότι έκαναν καλά που φύγανε διότι πάντα είχαν το φόβο για τη ζωή τους εκεί στην Τουρκία. Μπορεί τα πρώτα χρόνια να ήταν δύσκολα στην Ελλάδα αλλά μεγαλούργησαν αυτοί, τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

Αναστάσιος Κολοκοτρώνης
Μελβούρνη
Από το βιβλίο του “Η ιστορία της Νέας Μαγνησίας

 

Author: Μνήμες