Καλλέργης – Μακρυγιάννης, μέρος γ’

 Επειδή δε θα αναφερθούμε στην ιδιαίτερη δομή και στις επιμέρους διατάξεις του Συντάγματος εκείνου, γι’ αυτό, ίσως θα έπρεπε να διευρυνθεί κάπως και

 Η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΗ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Και προσθέτω το όνομα Καλλέργης

Αλέκου Ν. Αγγελίδη

ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Μετά την επιτυχία της επανάστασης, οι Αθηναίοι πολίτες συγκέντρωσαν χρήματα, για να κατασκευάσουν δυο σπαθιά. Ένα για το Μακρυγιάννη και ένα για τον Καλλέργη, σα δώρο της πόλης στους πρωτεργάτες της επανάστασης.

Μακρυγιάννης – Μεταξάς – Καλλέργης, σε γραμματόσημο

Επίσης, συγκεντρώθηκαν χρήματα, για να στηθεί τρόπαιο στο χώρο μπροστά στο σπίτι του Μακρυγιάννη, μια και η επανάσταση είχε αρχίσει από κει, παρ’ ότι ο ίδιος πρότεινε, το τρόπαιο να στηθεί στην πλατεία του παλατιού, εκεί όπου ο λαός συγκεντρώθηκε και, απαιτώντας απ’ τον Όθωνα Σύνταγμα, κατάφερε να νικήσει.

Ο Καλλέργης, όμως, κινούμενος από εγωισμό και φιλοδοξία και, κολακευόμενος απ’ τους καιροσκόπους της ημέρας, οι οποίοι, γνωρίζοντας τον κενόδοξο χαρακτήρα του, τον εξυμνούσαν, με σκοπό να αντλήσουν κι εκείνοι δύναμη απ’ την ενδεχόμενη επικράτησή του, κατάφερε εκ τους αφανούς, να γίνει ένα μόνο σπαθί γι’ αυτόν και να παραμεριστεί ο Μακρυγιάννης.

Το Μακρυγιάννη, όμως, δεν τον απασχολούν τέτοιου είδους μικρότητες. Οι στόχοι του είναι άλλοι, ανώτεροι και ευρύτεροι, ευγενέστεροι και γενικότεροι. Επίσης και το τρόπαιο εγκαταλείφθηκε, τα δε χρήματα τα έφαγε ο Λεβίδης, όπως λέει ο Μακρυγιάννης, εκδότης εφημερίδας και υμνητής του Καλλέργη.

Στις 22 Σεπτεμβρίου δόθηκε στον Καλλέργη το αναμνηστικό σπαθί. Το γεγονός, ότι ο Καλλέργης δέχτηκε να απονεμηθεί σπαθί μόνο σ’ αυτόν και ούτε καν διαμαρτυρήθηκε για την παράλειψη του Μακρυγιάννη, μαρτυρεί το ήθος και την κατωτερότητα του ανδρός. Ταυτόχρονα δε, δείχνει τον εγωισμό και τη φιλοδοξία του και επιβεβαιώνει τα λεγόμενα απ’ τον Παπαρρηγόπουλο, ότι ‘’ήτο κενόδοξος, εγωιστής, επιπόλαιος και φιλέκδικος,’’ όπως και αποδείχτηκε αργότερα. Επιπλέον, οι προσποιητές εύνοιες και οι πρόσκαιρες κολακείες, κατά το πνεύμα των ημερών εκείνων, διέφθειραν ακόμη περισσότερο τον ευάλωτο Καλλέργη και πίκραναν τον απλό και τίμιο Μακρυγιάννη, του οποίου ο αγνός πατριωτισμός και η άδολη φιλοτιμία του πληγώθηκαν, όχι τόσο απ’ την υποκλοπή της αδιαφιλονίκητα ανήκουσας σ’ αυτόν δόξας της 3ης Σεπτεμβρίου, ούτε και απ’ τη σκόπιμη και άδικη παράλειψη απονομής και σ’ αυτόν αναμνηστικής σπάθης, όσο, βλέποντας να εκφυλίζονται ακόμα στη γέννησή τους οι επιδιώξεις των αγώνων του και τα όνειρα της ζωής του, για μια πραγματικά ελεύθερη, καλοδιοικούμενη και ευτυχισμένη πατρίδα.

Στο μεταξύ, εκλέχτηκαν και αποστάλθηκαν στη Αθήνα πληρεξούσιοι απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας και από τα μη απελευθερωμένα ακόμα ελληνικά τμήματα της Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Κρήτης και στις 8 Νοεμβρίου 1943 άρχισαν οι εργασίες της Εθνικής Συνέλευσης, για τη σύνταξη του Συντάγματος.

Ταυτόχρονα και με υποδαύλιση και συμμετοχή και των ξένων πρεσβειών, αρχίζουν και οι παρασκηνιακές κινήσεις και δολοπλοκίες, για τη διαίρεση και φθορά των πληρεξουσίων. Κολακευτικές περιποιήσεις και συμπόσια γίνονται προς τον Καλλέργη και άλλους πληρεξούσιους της Συνέλευσης απ’ τις διάφορες κλίκες των πολιτικών και απ’ τους πρεσβευτές των ξένων κρατών και ιδίως της Αγγλίας και της Γαλλίας. Οι σκόπιμες αυτές περιποιήσεις και τα πλούσια και υστερόβουλα συμπόσια κατόρθωσαν να διχάσουν τους πρωτεργάτες της επανάστασης, να ενσπείρουν διχόνοιες και να ξεχαστεί ο σκοπός και το πνεύμα της 3ης Σεπτεμβρίου. Στη Συνέλευση δεν επικρατούσε τάξη και πότε εφαρμόζονταν και πότε όχι οι κανονισμοί, ανάλογα με τα συμφέροντα των ισχυρότερων φατριών.

Με πρόταση του Πετζάλη, πληρεξούσιου της Χαλκίδας και φίλου του Καλλέργη, η Συνέλευση, με ανοιχτή ψηφοφορία, διορίζει τον Καλλέργη φρούραρχό της, παραβιάζοντας έτσι προηγούμενή της, μόλις χθεσινή της απόφαση, η οποία είχε παρθεί πάλι με εισήγηση του Πετζάλη, ότι προσωπικά θέματα θα αποφασίζονται μόνο με μυστική ψηφοφορία. Στις αλλοπρόσαλλες και υστερόβουλες αυτές ενέργειες του Πετζάλη μέσα στη Συνέλευση, παίρνοντας ο Μακρυγιάννης το λόγο, άρχισε με το: ‘’Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις’’.

Το διορισμό αυτό του Καλλέργη ενίσχυσαν και οι Κριεζώτης και Γρίβας, οι οποίοι, με τη σειρά τους, περίμεναν υποστήριξή του, ο καθένας για δικό του λογαριασμό, για να μπορέσουν να καταλάβουν την έδρα του Προέδρου της Συνέλευσης.

Με την ευκαιρία του διορισμού του Τρ. Νοταρά ως φρούραρχου της Συνέλευσης, ο Καλλέργης απέσπασε απ’ την κυβέρνηση περί τις 80 χιλιάδες δραχμές και με τα φαγοπότια και τα τραπέζια, με την ευκαιρία της 3ης Σεπτεμβρίου, ‘’ο βαφτισμένος σε όλα τα κόμματα, πότε στο Ρωσικό, πότε στο Γαλλικό και πότε στο Αγγλικό και, αφού προσκύνησε όλες τις παντιέρες, ανάλογα από πού μπορούσε να τραβήξει χρήματα, έγινε όργανο των ξένων πρεσβειών και ξέχασε την 3η Σεπτεμβρίου,’’ όπως μας λέει ο Μακρυγιάννης. Ασταθής δε όπως ήταν σα χαρακτήρας και κενός αρχών, δεν δίσταζε να παίρνει μονομερείς θέσεις, σ’ ότι αφορούσε στην ασφάλεια και στην τάξη της Συνέλευσης και ή να επιτρέπει στους πολίτες να επιτίθενται εναντίον των αντιφρονούντων πάνω σε συζητούμενα θέματα πληρεξουσίων ή να επιτίθεται και ο ίδιος με τους αξιωματικούς του εναντίον τους. Μάλιστα δε, επιτέθηκε και εναντίον των προ ημερών υποστηρικτών του, Κριεζώτη και Γρίβα, όταν ο συστηματικά καλλιεργούμενος φατριασμός διέβρωσε την τάξη της Συνέλευσης και δημιουργήθηκαν ταραχές σ’ αυτή.

Ύστερα απ’ αυτά, ο Κριεζώτης κι ο Γρίβας αναγκάστηκαν να πλησιάσουν το Μακρυγιάννη, ο οποίος, με τη συμπαράσταση και άλλων πληρεξουσίων, επενέβη και επανέφερε τον Καλλέργη και τους αξιωματικούς του στην τάξη. Ο καταρτισμός του Συντάγματος πλησίαζε προς το τέλος και η Συνέλευση, οδηγούμενη από εισηγήσεις και προτροπές φίλων του Καλλέργη, με το 13ο ψήφισμά της, εκφράζει την ευγνωμοσύνη της προς τη φρουρά και τον αρχηγό της Καλλέργη, ‘’δια την ακριβή και μετ’ αμιμήτου πατριωτισμού εκπλήρωση των καθηκόντων των αποτελεσάντων την φρουράν της Συνελεύσεως,’’ όπως αναγράφεται στα σχετικά πρακτικά της. (Καρολ. τόμ. Γ σελ. 55). Επίσης, η Συνέλευση στην τελευταία της συνεδρίαση, το Μάρτιο του 1844, ψήφισε, τιμής ένεκεν, την πολιτογράφηση του Καλλέργη σ’ όλη την Ελλάδα.

Στις βουλευτικές εκλογές του 1844, ο Καλλέργης έβαλε υποψηφιότητα στην Αττική, σαν εκπρόσωπος του κυβερνητικού κόμματος. Βέβαια, νομικά είχε το δικαίωμα να το κάνει, σαν πολίτης ολόκληρης της χώρας που ήταν, σύμφωνα με το παραπάνω ψήφισμα της Συνέλευσης. Το γεγονός, όμως, ότι ήταν στρατιωτικός διοικητής της περιοχής αυτής μέχρι και την ενδεκάτη ώρα πριν των εκλογών, θα δέσμευε ηθικά ένα δημόσιο άνδρα, ο οποίος μάλιστα αγωνίστηκε, υποτίθεται, για την εφαρμογή των νόμων και της δημοκρατικής ηθικής τάξης στο Κράτος. Αλλά το φιλόδοξο Καλλέργη και το κλονιζόμενο υπουργείο Μαυροκορδάτου δεν τους ενδιέφεραν και ούτε τους απασχολούσαν τέτοιου είδους ηθικότητες. Ο μεν επιδίωκε δόξα, οι δε ζητούσαν σανίδα σωτηρίας για την επικράτησή τους στις εκλογές.

Ο απλός και αγράμματος, όμως, λαός, πολλές φορές, τους αυτοπρόβλητους αρχηγούς του τους αμείβει κατά τα έργα τους. Στην Αθήνα οι εκλογές άρχισαν κατά το τέλος Αυγούστου και τελείωσαν στις 30 του ίδιου μήνα.

Προεκλογικά, στις 11 Ιουνίου, η αντιπολίτευση έκανε διαδήλωση στους δρόμους της Αθήνας και ο λαός συγκεντρώθηκε μπροστά στα ανάκτορα, φωνάζοντας ‘’Ζήτω το Σύνταγμα,’’ ‘’Κάτω το Υπουργείο.’’ Ο Καλλέργης κινητοποίησε τη στρατιωτική φρουρά της Αθήνας ενάντια στους διαδηλωτές. Επήλθε σύγκρουση στρατού και λαού με πολλούς τραυματίες. Όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός κι ο ίδιος ο Καλλέργης κινδύνεψε να λιντσαριστεί απ’ το πλήθος. Σώθηκε και πάλι με την έγκαιρη επέμβαση του Μακρυγιάννη.

Άδικα ο Καλλέργης, με προκηρύξεις του προς το λαό της Αθήνας, προσπάθησε να δικαιολογήσει τη στάση του στρατού και να εκδηλώσει τη βαθιά του θλίψη για τα συμβάντα. Ο λαός πλέον ήταν εναντίον της κυβέρνησης. Μεγάλη δε ήταν η αφροσύνη της κυβέρνησης Μαυροκορδάτου να προβάλει, ύστερα απ’ όλα αυτά, τον  Καλλέργη υποψήφιό της, όπως απέδειξαν τα αποτελέσματα των εκλογών.

Στην Αθήνα εκλέγηκαν 4 βουλευτές. Ο Κωλέττης με 2429 ψήφους, ο Καλλιφορνάς με 2332, ο Μεταξάς με 2133 και ο Βλάχος με 1784 ψήφους. Ο Καλλέργης πήρε 253 ψήφους και ο Μαυροκορδάτος πήρε 3 ψήφους στην Αθήνα και μία στον Πειραιά. Από ασυνεσία, λοιπόν, Μαυροκορδάτου – Καλλέργη η κυβέρνηση έχασε παταγωδώς τις εκλογές, όπως αναφέρει και ο Άγγλος ιστορικός της εποχής G. Finley.

Στις 7 Φεβρουαρίου 1844, Καθαρά Δευτέρα, ο αυτοπαρουσιαζόμενος σαν υπέρ του δέοντος δημοκράτης, αυτός που δήθεν συνωμοτεί, όπως προαναφέρθηκε, με τον Άγγλο πρεσβευτή Λάιονς, όχι απλώς για Σύνταγμα, αλλά και για κατάλυση της μοναρχίας, παραθέτει γεύμα στο χώρο ανάμεσα Αδρηττού, Ολυμπιείου και Εννεακρούνου προς τιμή του βασιλιά και της βασίλισσας, οι οποίοι πάντοτε επισκέπτονται τη μέρα αυτή τους χώρους γύρω απ’ τις στήλες του Ολυμπίου Διός. Η φρουρά, λοιπόν, της Αθήνας με τον αρχηγό της και πρωτεργάτη της 3ης Σεπτεμβρίου, όπως του άρεσε και κολακεύονταν να πιστεύει ο Καλλέργης, έστρωσε τράπεζαν, όπως λέει ο ιστορικός, με πλήθος πολυτελών νηστίσιμων εδεσμάτων. Φιγουράριζαν δε πάνω στο τραπέζι δυο ασημένια ποτήρια με επίχρυσες επιγραφές: ‘’Τω συνταγματικώ βασιλεί της Ελλάδος Όθωνι, η φρουρά της πρωτευούσης’’ και ‘’ τη Συνταγματική βασιλίσση της Ελλάδος Αμαλία, η φρουρά της πρωτευούσης.’’

Οι βασιλείς κατέφθασαν με μεγάλη επισημότητα. Οι όχθες του Ιλισσού και οι γύρω χώροι, καθώς και οι πεδιάδες γύρω απ’ τον Ιλισσό ήταν κατάμεστοι από κόσμο. ‘’Παντού έβλεπέ τις τους ανθρώπους συνευθυμούντας,’’ έγραφε μια εφημερίδα της εποχής, ‘’εις μόνον δε το προς την δύσιν μέρος του ναού του Ολυμπίου Διός εφαίνετο λυπηρόν τω όντι θέαμα, προξενήσαν την μεγαλυτέραν προς τον λαόν κατάνυξιν και έσυρεν όλην σχεδόν την προσοχήν του πολυπληθούς κόσμου. Εκεί αναπετούσαν δύο μαύραι σημαίαι, περικυκλωμέναι από ανθρώπους σιωπηλούς, οι οποίοι ούτε έτρωγον ούτε έπινον, αλλά μόνον εκάπνιζον και ήσαν κατηφείς και συλλογισμένοι. Η μια των σημαιών έφερε επιγραφήν: ‘’Οι ξενηλατούμενοι Μακεδόνες,’’ η δε άλλη: ‘’Οι αδικηθέντες Κρήτες κατά την 3ην Φεβρουαρίου 1844’’. Και τούτο, γιατί ο σύντροφος του Καλλέργη πρωθυπουργός Μαυροκορδάτος καταπολέμησε στη Συνέλευση την αξίωση των εξ Ηπείρου, Θεσσαλίας και Κρήτης εποίκων Ελλήνων να έχουν και αυτοί δική τους αντιπροσώπευση στη Βουλή των Ελλήνων, η δε Συνέλευση καταψήφισε το αίτημά τους αυτό.

Το νέο υπουργείο Κωλέττη, που ανέλαβε στις 6 Αυγούστου 1844, εβάλετο καθημερινά απ’ την αντιπολίτευση και οι κατηγορίες διαδέχονταν η μία την άλλη, φτάνοντας στο σημείο να καταφέρονται ανοιχτά και εναντίον του Όθωνα, ότι ανέχεται τέτοιου είδους παραβάσεις και παρανομίες. Μάλιστα, κατηγορούσαν τον Κωλέττη (όχι και τελείως άδικα), ότι κυβερνά τόσο πολύ αυταρχικά, ώστε θέλει να καταργήσει και αυτό το Σύνταγμα, το οποίο στην πραγματικότητα το είχε κουρελιάσει.

Ο Κωλέττης, ύστερα απ’ τη μεγάλη του επιτυχία στις εκλογές, όπου πραγματικά οργίασε η παρανομία και η ανοιχτή καλπονόθευση, η οποία είχε ξεπεράσει και τις προηγούμενες του Μαυροκορδάτου, κυβερνάει απολυταρχικά και η όλη προσπάθεια στρέφεται, όχι στην ευνομία και στην πρόοδο του Κράτους, αλλά στην καταδίωξη και εξουδετέρωση των αντιπάλων του. Σαν αποτέλεσμα της επιδίωξής του αυτής είναι και η τοποθέτηση του Καλλέργη το 1845 στη θέση του επιθεωρητή του στρατού Ακαδημίας. Ο Καλλέργης, όμως, δεν δέχτηκε την τοποθέτηση αυτή, γιατί τη θεώρησε σαν εκδήλωση δυσμένειας. Ζήτησε άδεια απουσίας και έφυγε στην Ευρώπη.

Ο λαός διαμαρτύρεται για την αυταρχική διοίκηση το Κωλέττη, του δασκαλεμένου και εκπαιδευμένου στη βία απ’ την αυλή του Αλή πασά, που είχε για χρόνια υπηρετήσει και φωνάζει για την κατάφορη παραβίαση του Συντάγματος απ’ την κυβέρνησή του. Ο Κωλέττης, μέσα στην παραζάλη του αυταρχισμού του, στρέφεται και εναντίον των Σεπτεμβριανών και αυτού ακόμα του Συντάγματος, στη σύνταξη του οποίου κι αυτός έλαβε μέρος και μάλιστα σαν ένας απ’ τους 4 αντιπροέδρους της Συνέλευσης.

Με ανοχή, αν όχι και με υπόδειξη του Κωλέττη, συστήνεται μυστική Εταιρία απ’ το συνταγματάρχη Γεώργιο Ζέρβα Σουλιώτη, με σκοπό την εξόντωση των Σεπτεμβριανών και την ανατροπή του Συντάγματος.

Τον Απρίλιο του 1846, διαδίδεται ότι κατά τις γιορτές του Πάσχα, με την ανοχή του Όθωνα, επρόκειτο να αποπειραθεί η Εταιρία να καταλύσει το Σύνταγμα. Τίποτα, όμως, δεν έγινε, γιατί οι Σεπτεμβριανοί ‘’πήραν τα μέτρα τους,’’ όπως λέει ο Μακρυγιάννης.

Πάντως είναι αλήθεια, ότι η κυβέρνηση απομάκρυνε απ’ την Αθήνα και περιόρισε στα νησιά τους αξιωματικούς της 3ης Σεπτεμβρίου, Σκαρβέλη και Ροδίνη. Επίσης, έπαυσε και τον καθηγητή της αρχαίας φιλοσοφίας και της φιλοσοφίας της ιστορίας του Πανεπιστημίου, Φραγκόσκο Πυλαρινό, τον οποίο και αντικετέστησε με το Ν. Κοντζιά. Το κόμμα των Ναπαίων απέδωσε την παύση του Πυλαρινού σε ενθουσιώδεις δηλώσεις που είχε κάνει υπέρ του Συντάγματος.

Κατά τη διάρκεια ακόμα των εργασιών της Συνέλευσης για τη σύνταξη του Συντάγματος, οι αντιδράσεις και οι διχασμοί πήραν τέτοιες διαστάσεις και εξελίξεις, ώστε, όπως βεβαιώνουν οι Ν. Δραγούμης και Σ. Πηλίκας και ο Π. Καρολίδης, πολλοί πλησίασαν τον Όθωνα και του πρότειναν αντεπανάσταση για την κατάργηση του Συντάγματος. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν, δυστυχώς και πρωτεργάτες της 3ης Σεπτεμβρίου. Ο Όθωνας, εμμένοντας στον όρκο του, σεβόμενος τις συμβουλές του πατέρα του Λουδοβίκου της Βαυαρίας και υπακούοντας στις υποδείξεις των Μεγάλων Δυνάμεων, απέκρουσε τις αντεπαναστατικές ιδέες και μάλιστα δεν δίστασε να απομακρύνει απ’ την υπηρεσία του και διάφορους αξιωματικούς, ακόμα και υπασπιστές του, οι οποίοι παρείχαν τέτοιου είδους υπόνοιες.

Ο Καλλέργης, ύστερα από πολλά χρόνια, διέπραξε κι αυτός τέτοιου είδους παλινωδία και εισηγήθηκε κατάργηση του Συντάγματος. Αποδοκιμάστηκε, όμως, απ’ τον Όθωνα, όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο Καλλέργης, το 1845, αντί να πάει στην Αρκαδία, έφυγε στο Λονδίνο, όπου συνδέθηκε με τον εκεί πολιτικό φυγάδα Γάλλο πρίγκιπα Λουδοβίκο Ναπολέοντα, ανεψιό του Μ. Ναπολέοντα και διάδοχο του γαλλικού θρόνου, στον οποίο πρότεινε, να επιστρέψουν μαζί στην Ελλάδα, για να διώξουν ‘’δια μαστιγίου,’’ όπως έλεγε τον Όθωνα και να καταλάβει το θρόνο ο Ναπολέων. Και, ο μεν Ν. Δραγούμης, προσωπικός φίλος του Καλλέργη, λέει στα γραφόμενά του, ότι η όλη συζήτηση έγινε μάλλον υπό τύπον αστειότητας και μάλιστα σε στιγμή ευθυμίας των δύο φίλων, ο δε Καρολίδης γράφει ότι, πολύς λόγος γίνονταν την εποχή εκείνη στην Αθήνα για τις σχέσεις Καλλέργη – Λουδοβίκου και μας βεβαιώνει ότι, κατά προσωπική διήγηση άλλου προσωπικού φίλου του Καλλέργη, η παραπάνω συζήτηση ‘’μεταξύ δύο φίλων’’ είχε όψη συμφωνίας και μάλιστα με χαρακτήρα σοβαρότερο.

Σύμφωνα μ’ αυτήν, ο Καλλέργης πρότεινε στον πρίγκιπα, να επιστρέψει ο ίδιος (ο Καλλέργης) πρώτα στην Ελλάδα, να αγοράσει έπαυλη εκεί, στην οποία θα εγκαθιστούνταν στη συνέχεια ο πρίγκιπας και, αφού θα διώχνονταν ο Όθωνας με επανάσταση του στρατού, θα ανακηρύσσονταν βασιλιάς της Ελλάδας ο Λουδοβίκος Ναπολέων.

Τις διαπραγματεύσεις, όμως, αυτές διέκοψε απότομα η Φεβρουαριανή γαλλική επανάσταση του 1848.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν επιβεβαιώνουν τον Καρολίδη. Πράγματι, τον ίδιο χρόνο 1848, αποβιβάζεται στις ελληνικές ακτές ο Καλλέργης με σκοπό την προετοιμασία επανάστασης. Συλλαμβάνεται, όμως, αλλά σύντομα αφήνεται ελεύθερος, μάλλον με τη μεσολάβηση των Γάλλων και, για αρκετό διάστημα μετά, ζει σε αφάνεια στο Ναύπλιο, στην  Ύδρα ή στο Άργος.

Μετά το 1849, το υπουργείο Κανάρη, φοβούμενο ταραχές κατά την 25η Μαρτίου, διατάζει με τον υπουργό των Στρατιωτικών Κίτσο Τζαβέλλα, το μεν Καλλέργη να φύγει στο Άργος, τους δε συνταγματάρχη Σκαρβέλη και ταγματάρχη Σπηλιοτόπουλο εξορίζει στη Νάξο.

Ερωτάται λοιπόν: Οι προσπάθειες έξωσης ενός βασιλιά και η εγκατάσταση στο θρόνο κάποιου άλλου βασιλιά, είναι ενέργειες ενός πραγματικού δημοκράτη ή ενέργειες ενός καιροσκόπου, ο οποίος αποβλέπει μόνο σε επιτυχίες δικών του επιδιώξεων; Είναι σκέψεις και ενέργειες πατριώτη-δημοκράτη-ιδεολόγου και μάλιστα αρχηγού επανάστασης σαν τη Σεπτεμβριανή, όπως ήθελε να παρουσιάζεται ο Καλλέργης και όπως θέλουν να μας τον παρουσιάζουν οι διάφοροι υποστηριχτές του ιστορικοί ή είναι ενέργειες που αποβλέπουν μόνο στο να ικανοποιήσουν την προσωπική κενοδοξία  του Καλλέργη, επιφέροντας ταυτόχρονα και κομματικά oφέλη σε καταστάσεις που περιβάλλουν και υποστηρίζουν άτομα σαν τον Καλλέργη;

Τα ίδια τα πραγματικά γεγονότα και η αληθινή ιστορία δίνουν ακόμα και στον πιο δύστροπο την πρέπουσα απάντηση στα ερωτήματα αυτά.

Οι σχέσεις Καλλέργη – Λουδοβίκου διατηρήθηκαν ακμαίες ακόμα και μετά την ανάδειξη του Λουδοβίκου ως προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας το 1848 και συνεχίστηκαν στενές και μετά την ανακήρυξή του το 1852 σε αυτοκράτορα των Γάλλων, με το όνομα Ναπολέων ο τρίτος.

Ο Ναπολέων, σαν πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, έστειλε γράμμα στον Καλλέργη το 1951, με το οποίο τον επιβεβαίωνε, ότι η μνήμη των παλιών τους σχέσεων σώζεται ακόμα αμείωτη και του συνιστούσε να στείλει το γιο του στο Παρίσι, για να σπουδάσει στη στρατιωτική σχολή του Αγίου Κύρου, υπό την κηδεμονία του. Ύστερα απ’ αυτό το γράμμα, αποφάσισε, αντί να στείλει το γιο του, να πάει ο ίδιος στο Παρίσι, ίσως για να προωθήσει ακόμα περισσότερο, με τη συνδρομή του Ναπολέοντα, τις αλλοπρόσαλλες επιδιώξεις του. Τον συγκράτησε τότε προς το παρόν ο Ν. Δραγούμης, ο οποίος τον επισκέφτηκε επί τόπου στην Ύδρα. Αργότερα, όμως, κατά το 1853, άλλαξε γνώμη και έφυγε στη Γαλλία, όπου και βρίσκονταν όταν ξέσπασε η επανάσταση της Ηπείρου.

Κατά τα τέλη Φεβρουαρίου 1854 επέστρεψε στην Ελλάδα, φέρνοντας και την είδηση, ότι αγγλογαλλικός στρατός έμελλε σύντομα να καταλάβει την Ελλάδα, για να εξασφαλιστεί η καθήλωση του ελληνικού λαού, όπως απαιτούσαν οι σύμμαχοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Αγγλογάλλοι και να αποτραπεί κάθε ενέργεια των Ελλήνων κατά των Τούρκων, για την απελευθέρωση και των υπόλοιπων ελληνικών περιοχών με την ευκαιρία του Κριμαϊκού πολέμου. Αυτός δε θα ονομάζονταν ανώτατος αρχηγός του κατοχικού στρατού, με απόλυτη εξουσία, να δένει και να λύνει.

Αυτά καυχήθηκε στους Ν. Δραγούμη και Κ. Λεβίδη και μάλιστα ζήτησε και τη γνώμη τους, για τα πρόσωπα με τα οποία εν καιρώ θα συγκροτούσε το υπουργείο του.

Ο καιρός, όμως, περνούσε και η απειλή του Καλλέργη δεν φαίνονταν, ευτυχώς, να πραγματοποιείται.

Η επανάσταση της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας στο μεταξύ φούντωνε, ενισχυόμενη ανεπίσημα, όσο το δυνατόν περισσότερο κι απ’ την Αθήνα. Πολλοί επιφανείς Έλληνες αξιωματικοί εγκατέλειπαν τις θέσεις τους, συγκροτούσαν ένοπλα εθελοντικά σώματα και περνούσαν τα σύνορα. για να πολεμήσουν στην Ήπειρο ή στη Θεσσαλία. Οι πρεσβευτές Αγγλίας και Γαλλίας, καθώς και της Τουρκίας, πίεζαν την κυβέρνηση, όπως βεβαιώνουν οι τότε υπουργοί Πηλίκας και Δραγούμης, να αποκηρύξει την επανάσταση, να ανακαλέσει τους αξιωματικούς που προσεχώρησαν σ’ αυτή και να τιμωρήσει τους επαναστάτες.

Οι πιέσεις αυτές γίνονται πιο έντονες και παίρνουν τελεσιγραφικό χαρακτήρα, ώσπου τελικά, στις 13 Μαΐου 1854, αποβιβάζεται αγγλογαλλικός στρατός στον Πειραιά και οι προφητείες του Καλλέργη, δυστυχώς, επαληθεύονται. Η Ελλάδα ξενοκρατείται και ο Καλλέργης, αφ’ ενός μεν γίνεται ο κυριότερος μοχλός των εναντίον του Όθωνα τεκτενόμενων, αφ’ ετέρου δε αποδεικνύεται ότι ήταν ο μεγαλύτερος συντελεστής της επελθούσας ξενοκρατίας, της οποίας, αφού έγινε ο ισχυρότερος αντιπρόσωπος, έκανε μεγάλη κατάχρηση της δύναμης και της εξουσίας που του παραχωρούσαν οι ξένες λόγχες.

Η Τουρκία ζητούσε απ’ τους συμμάχους της Αγγλογάλλους, να επέμβουν και να καταπνιγεί κάθε επαναστατική κίνηση στην Ελλάδα, έτσι, ώστε να μπορέσει ο τουρκικός στρατός να αντιμετωπίσει απερίσπαστος τους Ρώσους στην Κριμαία. Το υπουργείο Κριεζή έπεσε και στις 16 Μαΐου 1854, με απαίτηση των Αγγλογάλλων, σχηματίστηκε το υπουργείο Μαυροκορδάτου – Καλλέργη.

Στην πρώτη του προκήρυξη το ξενοκινούμενο υπουργείο έλεγε, ότι η Ελλάς συνομολόγησε προς τις ναυτικές δυνάμεις Αγγλίας και Γαλλίας παντελή ουδετερότητα και ότι ‘’το μέλλον του Ελληνικού Έθνους επαφίεται εις τα χείρας της Θείας Προνοίας.’’

Ο Καλλέργης, με τις ξένες λόγχες, γίνεται τώρα παντοδύναμος και υπηρετεί, όπως όλες οι ξενοκίνητες κυβερνήσεις, περισσότερο τη Γαλλία παρά την Ελλάδα, σκεπτόμενος και ενεργώντας μάλλον σα φίλος και προς το συμφέρον του αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα του 3ου, παρά σαν Έλληνας στρατηγός και, αν όχι δημοκράτης, τουλάχιστον πιστός πολίτης της Ελλάδας.

Ο Καλλέργης, σαν ιδιώτης, είχε ίσως λόγους να θεωρήσει την περίσταση κατάλληλη, για να εκδικηθεί τον Όθωνα και άλλους αντιπάλους του, οι οποίοι πιθανόν τον παραμέρισαν κάποτε απ’ την εξουσία. Αλλά, οι καλοί πατριώτες, οι δημόσιοι άνδρες και οι γενναίοι χαρακτήρες δεν επωφελούνται τη δυστυχία της πατρίδας τους, για να εκδικηθούν για ψευδή ή αληθινά πρόσκαιρα ατομικά και προσωπικά αδικήματα, που τυχόν έγιναν σε βάρος τους. Αντίθετα, ανερχόμενοι στην εξουσία, πολιτεύονται με μεγαλοθυμία και αποβλέπουν μόνο στην πρόοδο και στο μεγαλείο της πατρίδας τους και στην ευημερία του λαού της και όχι στην ικανοποίηση μικρών ατομικών εγωισμών τους. Δεν καταφεύγουν σε μικρότητες και αντεκδικήσεις. Δεν φαίνονται μικροί αλλά δείχνονται μεγάλοι. Εδώ φυσικά σκιαγραφούμε τον τύπο του ιδανικού πολιτικού. Πάντως, πολιτικά πρόσωπα με βαρύτητα και χαρακτήρα ουδέποτε θα καταδεχτούν να καταλάβουν την εξουσία με ξένα όπλα και, ενεργώντας σαν ανδρείκελα, να υπηρετήσουν ξένα συμφέροντα. Και αυτό είναι ένα ακόμα δείγμα της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του Καλλέργη.

Δυστυχώς, η ιστορία της Ελλάδας έχει να παρουσιάσει πολλές τέτοιες παλιές ή και πρόσφατες περιπτώσεις προβολής και προώθησης ξενοκίνητων και μικρών πολιτικάντηδων.

Παρ’ όλο που πρωθυπουργός του ξενοκίνητου υπουργείου είναι ο Μαυροκορδάτος, ο αρχηγός του αγγλικού κόμματος και ο Καλλέργης, σα φίλος των Γάλλων, παίρνει το υπουργείο των στρατιωτικών, για να διατηρηθεί η ισορροπία των ξένων προτιμήσεων και επιρροών στην ελληνική κυβέρνηση, εντούτοις ο Καλλέργης ενεργεί αυταρχικά και παρουσιάζεται σαν ο ισχυρότερος άνδρας της εποχής. Σαν υπουργός των στρατιωτικών ανακαλεί, τιμωρεί ή αποκηρύσσει όλους τους Έλληνες αξιωματικούς που παίρνουν μέρος στην Ηπειροθεσσαλική επανάσταση. Στέλνει δε στο Χατζηπέτρο και στους άλλους επαναστάτες οπλαρχηγούς, που μάχονται στην Ηπειροθεσσαλία, τον ταγματάρχη Πάκμορα, να τους προτρέψει να εγκαταλείψουν τον αγώνα και να επιστρέψουν στην Ελλάδα, επωφελούμενοι της αμνηστίας της κυβέρνησης.

Επίσης, σαν υπουργός των Στρατιωτικών, μαζί με τον υπουργό των Εσωτερικών Ρήγα Παλαμίδη, έστειλε εγκυκλίους προς τον ελληνικό λαό και το στρατό και εξυμνούσε τους ευεργετικούς δήθεν σκοπούς της κατοχής, αποκηρύσσοντας και καταδικάζοντας την επανάσταση. Ταυτόχρονα δε, παρέθετε γεύμα σε 200 Γάλλους αξιωματικούς του στρατού κατοχής πάνω  στην Ακρόπολη και μέσα στον ιερό χώρο του ναού του Παρθενώνα.

Έτσι, με τη βοήθεια των Άγγλων, Γάλλων και Τούρκων, διαλύονται οι επαναστάτες και τα ελευθερωθέντα με αίμα ελληνικά εδάφη παραδίδονται και πάλι στους Τούρκους.

Οι Αγγλογάλλοι επέβαλαν στον Όθωνα τον Καλλέργη σαν υπουργό των Στρατιωτικών και ο Καλλέργης με τη σειρά του επιβάλλει σαν όρο, για να αναλάβει το υπουργείο, την απόλυση τεσσάρων υπασπιστών του βασιλιά. Ζητά να απολυθούν οι Ιωάννης Κολοκοτρώνης, Σπ. Μήλιος, Ιωάν. Γκούρας και Γαρδικιώτης Γρίβας. Αυτό το κάνει αφ’ ενός για να εκδικηθεί και να ταπεινώσει τον Όθωνα και αφ’ ετέρου, για να τραυματίσει θανάσιμα την Ηπειροθεσσαλική επανάσταση, δείχνοντας έτσι και έμπρακτα στους προστάτες του Γάλλους την αντίθεσή του προς αυτή, στην οποία όλοι οι παραπάνω αξιωματικοί λίγο ή πολύ είναι ανακατεμένοι. Και, για ένα επιπρόσθετο λόγο, να δείξει ότι είναι πλέον αντίθετος με τους Σεπτεμβριανούς, στους οποίους συγκαταλέγονται και οι Σπ. Μήλιος, Γκούρας κλπ..

Καταδίωξε τους επαναστάτες και φιλοεπαναστάτες, το Σπ. Μήλιο, τον αντιστράτηγο Ανδρέα Μεταξά, το λοχαγό Γεράσιμο Μεταξά, τον καθηγητή Φιλ. Ιωάννου, το δικηγόρο Στεφανίδη, τον Χαιρέτα και άλλους σα μέλη της Ηπειροθεσσαλικής Επιτροπείας. Επίσης, για τον ίδιο λόγο καταδιώχτηκαν οι Γεώργ. Σταύρου, διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, ο Ιω. Φιλήμων και ο Λεβίδης, δημοσιογράφοι και πολλοί άλλοι.

Όργανα του Καλλέργη και υμνωδοί του υπουργείου του και της ξενοκρατίας έγιναν οι δημοσιογράφοι Σοφιανόπουλος και Γρυπάρης, οι οποίοι εξυμνούσαν την ξένη κατοχή μέχρι σε σημείο που ανάγκασαν τη Δικαιοσύνη της ίδιας της κυβέρνησης που εξυμνούσαν, να επέμβει και να τους φυλακίσει. Για την ενέργεια αυτή της Δικαιοσύνης εξεμάνησαν οι πρεσβευτές Ουάις και Ρουάν, οι οποίοι και επενέβηκαν με θρασύτητα στην ελληνική κυβέρνηση. Η επέμβαση αυτή ανάγκασε τον υπουργό της Δικαιοσύνης να παραιτηθεί.

Σαν αναλαμπή μέσα στα σκοτάδια της παντοδυναμίας του Καλλέργη αχνοφέγγει και μια καλή του πράξη. Θυμήθηκε τον παλιό του αρχηγό Μακρυγιάννη, που, με παλιά και ανοιχτά τραύματα απ’ τον αγώνα, το κορμί του σάπιζε στις φυλακές. Ο Μακρυγιάννης, με ψεύτικη κατηγορία, ότι ήθελε να σκοτώσει τάχα τον Όθωνα, καταδικάστηκε σε θάνατο στις 19 Μαρτίου 1853 και αμέσως, με εισήγηση του δικαστηρίου, η ποινή του μετατράπηκε, με χάρη του Όθωνα, σε ισόβια δεσμά. Αργότερα, έγινε 20/ετής και 10/ετής ειρκτή. Τον ήρωα αγωνιστή, το τραγικό αυτό θύμα των σκοτεινών δολοπλοκιών, ο παντοδύναμος τώρα υπουργός των Στρατιωτικών Καλλέργης ελευθέρωσε στις 2 Σεπτεμβρίου 1954.

Ο Καλλέργης έπαιρνε κατά χρονικά διαστήματα επιστολές ιδιωτικής φύσης απ’ τον αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα και, για να ικανοποιήσει τον εγωισμό και τη κενοδοξία του, ανακοίνωνε με αυθάδη τρόπο και αλαζονικό ύφος το περιεχόμενο των επιστολών του Λουδοβίκου στο στράτευμα με ημερήσιες διαταγές του. Με την απροκατάληπτη αυτή στάση του υπέρ των Γάλλων, διαιρούσε το στρατό και δημιουργούσε προβλήματα στις διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας με τις άλλες χώρες. Δεν έπαυε δε, να προβάλει πάντα τον εαυτό του και να αναφέρει σαν προλόγους στα επίσημα κρατικά έγγραφα του υπουργείου του, τα όσα έκανε ή νόμιζε ότι είχε κάνει ο ίδιος κατά την 3η Σεπτεμβρίου, χωρίς να λαμβάνει καν υπόψη του την κυβέρνηση. Και η αυταρχικότητα του Καλλέργη δεν σταματά ούτε εδώ. Ζήτησε απαιτητικά απ’ τη βασίλισσα Αμαλία, να προσλάβει στη χορεία των κυριών της τιμής και μια χωρισμένη απ’ τον άντρα της κυρία των Αθηνών, για της οποίας το διαζύγιο ήταν υπεύθυνος αυτός ο ίδιος.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα αντέστησαν στη νέα αυτή απρέπεια του Καλλέργη και η επιμονή τους αυτή έγινε γνωστή στη βασίλισσα της Αγγλίας Βικτώρια, η οποία εντυπωσιάστηκε, όπως μας λέει ο ιστορικός, απ’ την αξιοπρεπή στάση της Αμαλίας. Κάλεσε δε στο παλάτι τον Έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο και εξέφρασε τη συμπάθειά της προς την Αμαλία. Το γεγονός αυτός ενίσχυσε την Αμαλία και κίνησε το ενδιαφέρον και των άλλων δυναστειών της Ευρώπης. Και, σα να μην έφταναν όλα αυτά, ο Καλλέργης έγραψε απ’ την Αθήνα σε γαλλική εφημερίδα, ότι κάποτε, όταν αυτός ήταν στην Ευρώπη, κάποιος δυσφήμισε την Αμαλία και αυτός την υπερασπίστηκε. Ο υπαινιγμός ήταν αιχμηρός και ο Όθωνας, ενισχυμένος απ’ τη νεοεμφανιζόμενη συμπάθεια των άλλων δυναστειών της Ευρώπης προς το ελληνικό παλάτι, αξίωσε την άμεση αποπομπή του Καλλέργη απ’ την κυβέρνηση. Εναντίον του εξεγέρθηκαν, εκτός απ’ την Αγγλική και η Βαυαρική και η Αυστριακή αυλή και, με διαβήματά τους προς το Ναπολέοντα της Γαλλίας, ζήτησαν να μη δοθεί από μέρους της Γαλλίας υποστήριξη προς τον Καλλέργη.

Το ίδιο ζήτησε και ο ιδιωτεύων Λουδοβίκος ο Β’ της Γαλλίας.

Τώρα, επειδή ο Κριμαϊκός πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και η Γαλλία δεν ήθελε να εκτραχύνει τις σχέσεις της με τα γερμανικά κράτη σε μια τέτοια περίοδο, που τα κράτη αυτά έπαιρναν θέση μεσολαβητή μεταξύ συμμάχων και Ρωσίας, κλίνοντας υπέρ των συμμάχων, έκρινε φρόνιμο να ενδώσει στην απαίτησή τους αυτή εναντίον του Καλλέργη. Έτσι, η γαλλική διπλωματία εγκατέλειψε τον Καλλέργη, ο οποίος και απομακρύνθηκε απ’ την κυβέρνηση στις 22 Σεπτεμβρίου 1855.

Για να μη διαταραχτεί, όμως, η ισορροπία της αγγλογαλλικής επιρροής στην ελληνική κυβέρνηση και ίσως ύστερα από απαίτηση των Γάλλων, απολύθηκε και ο Μαυροκορδάτος και ολόκληρο το υπουργείο. Ο βασιλιάς εκδήλωσε την ευαρέσκειά του προς τον απερχόμενο Μαυροκορδάτο σε λόγο του προς τη Βουλή, αλλά σιώπησε τελείως για τον απερχόμενο Καλλέργη. Η δε βουλή εξέφρασε την ικανοποίησή της για την πτώση του αυταρχικού και κενόδοξου στρατηγού, απαντώντας κατάλληλα στο βασιλικό λόγο.

Έτσι, ο Καλλέργης, με τις εγωιστικές του ενέργειες και με την ιδιοτελή και ξενοκρατική πολιτική του, έπαιξε ανθελληνικό ρόλο, εξυπηρετώντας ξένα συμφέροντα, ενώ μπορούσε να εκμεταλλευτεί την αποστολή του Ρώσου πρίγκιπα Μεντζικώφ στην Κωνσταντινούπολη και την περίπτωση του Κριμαϊκού πολέμου προς όφελος της Ελλάδας, τασσόμενος στο πλευρό της χριστιανικής Ρωσίας και του τσάρου Νικολάου, όπως έκαναν και τα άλλα χριστιανικά ορθόδοξα τμήματα της Ευρώπης κι όπως οι περιστάσεις και τα γενικότερα από κάθε άποψη εθνικά συμφέροντα το επέβαλαν.

Η θέση της Ελλάδας φυσιολογικά, αφού διεκδικούσε απ’ την Τουρκία εδάφη κατεχόμενα απ’ αυτή και αφού επιδίωκε την απελευθέρωσή τους, ήταν με το μέρος των εχθρών της Τουρκίας και όχι των φίλων και συμμάχων της. Άλλωστε, η πρώτη και σπουδαιότερη απαίτηση του Μεντζικώφ απ’ το σουλτάνο ήταν η αναγνώριση των παλιότερα παραχωρηθέντων προνομίων στους ορθόδοξους χριστιανούς υπηκόους της Πύλης και η επίσημη κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους αυτών.

Αλλά ειρωνικότατα, το μόνο κράτος ή η μόνη ορθόδοξη περιοχή που δεν κινήθηκε μαζί με τη Ρωσία αλλά, ούτε καν τάχθηκε υπέρ των ρωσικών αξιώσεων, ήταν το ελληνικό ορθόδοξο βασίλειο, του οποίου οι αρχηγοί εξυμνούσαν δουλοπρεπέστατα τα ‘‘οφέλη’’ και τις ‘’ηθικοπλαστικές’’ επιδράσεις της ξένης κατοχής.

Η γαλλική κατοχή έληξε το Φεβρουάριο του 1857, μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου και την υπογραφή της ειρήνης του Παρισιού στις 18 Μαρτίου 1956. Ύστερα από σφοδρή διακοίνωση του Ρώσου υπουργού των Εξωτερικών Καρτσάκωφ, όπως μας πληροφορεί ο Παπαρρηγόπουλος, τα συμμαχικά στρατεύματα εγκατέλειψαν την Ελλάδα και τα αγγλικά πολεμικά έφυγαν απ’ τον Πειραιά.

Αργότερα, ο Ναπολέων ο Γ’ εκδηλώνει την επιθυμία, όπως αποσταλεί ο Καλλέργης πρεσβευτής στη Γαλλία. Και κατά το 1856, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Αλέξ. Ραγκαβής, εν όψη του συνεδρίου του Παρισιού, το οποίο θα συνέρχονταν για το διακανονισμό της ειρήνης μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο, συμφωνεί με την επιθυμία του αυτοκράτορα και προσπαθεί να τοποθετηθεί ο Καλλέργης στο Παρίσι ως πρεσβευτής, με την ελπίδα ότι, ικανοποιώντας την επιθυμία του αυτοκράτορα, θα εξευμενίζονταν η γαλλική διπλωματία υπέρ της Ελλάδας στις συζητήσεις ειρήνης και πιθανόν ίσως ωφεληθεί και η Ελλάδα και κατορθώσει να πετύχει κάτι στην τράπεζα της ειρήνης, αφού δεν κατόρθωσε τίποτα όταν καταλληλότεροι καιροί το επέτρεπαν και συμφερότερες συνθήκες το απαιτούσαν.

Ο Καλλέργης, όμως, λόγω της ελαφρότητας του χαρακτήρα του και επειδή επέμενε ακόμα στο να υπερυπολογίζει την εύνοια του Ναπολέοντα, εξακολουθούσε να φέρεται προκλητικότατα και επιδεικτικότατα, χωρίς η στάση του αυτή να εξυπηρετεί κανένα απώτερο σκοπό, παρά μόνο ενίσχυε την άρνηση του Όθωνα να συγκατατεθεί στην πρόταση του Ραγκαβή.

Το μόνο που πέτυχε ο Καλλέργης με την προτροπή και επέμβαση του Γάλλου πρεσβευτή και τη μεσολάβηση του Ραγκαβή ήταν, να συγκατατεθεί η βασίλισσα Αμαλία να τον δεχτεί σε ακρόαση.

Έτσι, την καθορισμένη μέρα και ώρα, παρουσία και του Ραγκαβή, ήρθε στα ανάκτορα ο Καλλέργης και, αφού παρουσιάστηκε στη βασίλισσα, γονάτισε μπροστά της και, ζητώντας της συγνώμη γονατιστός, της φίλησε το χέρι, ‘’ενώ η βασίλισσα εμειδία δια την επιδεικτικήν ταπείνωσιν του ανδρός,’’ όπως γράφει ο Ραγκαβής.

Είναι η δεύτερη φορά που ο θρυλούμενος σα μεγάλος δήθεν δημοκράτης, κενόδοξος και ασταθής Καλλέργης, ζητάει ταπεινά άφεση αμαρτιών απ’ το παλάτι.

Και πάλι όμως, παρά τη θεαματική ταπείνωσή του, ο Όθων δεν συγκατατίθεται στην αποστολή του Καλλέργη στο Παρίσι, παρ’ ότι ο Καλλέργης διέδιδε ότι πηγαίνοντας στο Παρίσι, λόγω των φιλικών του δεσμών με το Ναπολέοντα, θα κατόρθωνε να προσαρτήσει την Κρήτη στην Ελλάδα. Στην απεγνωσμένη του δε προσπάθεια, για να εξευμενίσει τον Όθωνα, του πρότεινε να ηγηθεί στρατιωτικού κινήματος για την ολοσχερή κατάργηση ή τη μερική τουλάχιστον περιστολή του Συντάγματος. Και άλλο, λοιπόν, μεγάλο δείγμα της δημοκρατικότητας και της ιδεολογικής σταθερότητας του Καλλέργη.

Το πράγμα θα φαινόταν απίστευτο, ή τουλάχιστον αμφίβολο, αν στηριζόταν μονάχα στα λεγόμενα του Ραγκαβή. Αυτό, όμως, επιβεβαιώνεται και από επιστολή του πατέρα του Όθωνα, βασιλιά της Βαυαρίας, προς τον Όθωνα, γραμμένη στις 8 Αυγούστου 1857, την οποία συμπεριλαμβάνει στο βιβλίο του και στη σελίδα 59 ο βιογράφος και εκδότης των επιστολών του Λουδοβίκου Trost. Στην επιστολή αυτή περιλαμβάνεται και η περικοπή, η οποία αναφέρει επί λέξη. ‘’Έπραξας,’’ λέει ο πατέρας Λουδοβίκος προς τον Όθωνα,  ‘’ως ανήρ ευθύς και χριστιανός, απορρίψας την υπό του Καλλέργη γενομένην σοι πρότασιν, της δια πραξικοπήματος πολιτικού καταστροφής μέρους του Συντάγματος, εις ου την τήρησιν ώμοσας.’’

Δημοσιεύει δε και άλλη επιστολή ο Trost, γραμμένη στις 15 Ιουνίου με το ίδιο περίπου περιεχόμενο και καταλήγει πως, απ’ τις περικοπές αυτές εξάγεται αδίστακτα, ότι ο κακοπράγμων πολιτευτής είχε σχεδιάσει πράγματι τόλμημα εναντίον του Συντάγμνατος, εκείνο το οποίο αυτός διατυμπάνιζε, ότι πριν από 14 χρόνια είχε αποσπάσει εκβιαστικά από τον Όθωνα με επαναστατικό κίνημα δικό του. Τις εναντίον του Συντάγμνατος διαθέσεις του Καλλέργη επιβεβαιώνουν στις ιστορίες τους και ο Καρολίδης και ο Παπαρρηγόπουλος, καθώς και η εγκυκλοπαίδεια Μπρετάνικα.

Αλλά, με τη δουλική υποταγή και την αφοσίωσή του στο θρόνο, ο Καλλέργης δεν κατόρθωσε να επιτύχει και πάλι τον ποθούμενο διοριστμό του στο Παρίσι. Το μόνο που μπόρεσε ήταν, να εισαχθεί νομοσχέδιο στη Βουλή στις 17 Μαΐου 1857, το οποίο προέβλεπε πίστωση 53 χιλιάδων δραχμών, για την ίδρυση χωριστής πρεσβείας στο Παρίσι. Γιατί, από  το 1854, όταν ανακλήθηκε απ’ τη γαλλική πρωτεύουσα ο Μαυροκορδάτος, για να γίνει πρωθυπουργός με την εισβολή των Αγγλογάλλων στην Ελλάδα, έπαψε να υπάρχει ιδιαίτερη πρεσβεία στη Γαλλία και ο πρεσβευτής του Λονδίνου αντιπροσώπευε την Ελλάδα στο Παρίσι.

Το νομοσχέδιο, όμως, αυτό καταπολεμήθηκε στη Βουλή και ιδίως απ’ το Δ. Χριστίδη, ο οποίος, μετά το θάνατο του Κωλέττη, διεκδικούσε την αρχηγία του γαλλικού κόμματος στην Ελλάδα αλλά παραγκωνιζόταν πάντοτε απ’ τον Καλλέργη. Γι’ αυτό και δεν μπόρεσε να κρύψει την αγανάκτησή του ο Χριστίδης, όταν είδε ότι γίνονταν προσπάθειες να ιδρυθεί πρεσβεία χάρη του Καλλέργη, ενός ατόμου που, στην προσπάθειά του να αυτοπροβληθεί και να επικρατήσει, έχασε κάθε πολιτική υπόληψη και ατομική αξιοπρέπεια, ακόμα και μεταξύ αυτών των υποτιθέμενων πολιτικών φίλων του και ομοϊδεατών του.

Χαρακτηριστικά ο Χριστίδης είπε στη Βουλή μεταξύ των άλλων και τα εξής επίκαιρα ίσως για κάθε εποχή:

‘’Αι πρεσβείαι δεν παρέχουν κανένα όφελος εις το Κράτος, όταν οι διορισμένοι πρέσβεις υποδεικνύονται και συνιστώνται από τας κυβερνήσεις εις τας οποίας διαπιστεύονται και διορίζονται για να υπηρετήσουν μάλλον την ξένην κυβέρνησιν παρά την ιδικήν των. Η ζητούμενη πίστωσις πρέπει να απορριφθεί, διότι γίνεται ουχί προς χάριν της πατρίδος, αλλά προς χάριν ανδρός συνιστουμένου υπό ξένων πρακτόρων’’.

Παρά ταύτα, όμως, η δαπάνη μεν ψηφίζεται, ο Όθωνας δε δεν συγκατατίθεται και πάλι στο διορισμό του Καλλέργη, παρ’ ότι η τοποθέτησή του υποστηρίζεται τώρα και απ’ το Ρώσο πρεσβευτή στην Αθήνα Οζέρωφ και από τη Ναπιστική εφημερίδα ‘’Αιών’’.

Αργότερα, κατά τον Ιταλοαυστριακό πόλεμο του 1857, τα πνεύματα έχουν εξαφθεί στην Ελλάδα και ο λαός τάσσεται υπέρ της Ιταλίας κλπ. και δημιουργούνται διχογνωμίες, σημειώνοντας δυσαρέσκειες και ταραχές. Ανάμεσα στους δυσαρεστημένους είναι και ο Καλλέργης και βλέπει τον αγώνα των Ιταλών σαν έναυσμα απαρχής αγώνα και στην Ελλάδα για την απελευθέρωση των τουρκοκρατούμενων ελληνικών περιοχών. Στον αγώνα τους οι Ιταλοί έχουν συμμάχους τους Γάλλους. Οι ιταλογαλλικές νίκες χαιρετίζονται απ’ τους Έλληνες με λαϊκές συγκεντρώσεις, με εράνους υπέρ των μαχόμενων Ιταλών και με πάνδημες δεήσεις στις εκκλησίες υπέρ των ιταλογαλλικών όπλων. Τον ενθουσιασμό αυτό του λαού θέλει να εκμεταλλευτεί κομματικά η αντιπολίτευση και, με υποκίνηση του Καλλέργη, Βούλγαρη, Κανάρη και Χτιστίδη το πλείστο και του Μαυροκορδάτου, Μεταξά και άλλων λιγότερο, εξάπτεται το επαναστατικό πνεύμα του λαού περισσότερο.

Στην Αθήνα παρουσιάζονται κρούσματα διαφόρων εξεγέρσεων τη νύχτα της 6ης προς την 7η Ιουνίου, στέλνονται αποσπάσματα στρατού για να φρουρήσουν τη γαλλική πρεσβεία και το σπίτι του Καλλέργη. Επιπλέον, οι διάφορες δυσαρέσκειες διαφόρων αρχηγών της αντιπολίτευσης προς το κυβερνητικό κόμμα ανησυχούν σοβαρά την κυβέρνηση. Ο Καλλέργης είναι δυσαρεστημένος, γιατί δεν διορίζεται πρεσβευτής. Ο Κανάρης, γιατί η κυβέρνηση Μιαούλη, ενεργώντας πολύ μεροληπτικά, προήγαγε τον ομόβαθμό του Κριεζώτη σε αντιναύαρχο, ενώ μαζί και οι δυο παλιότερα είχαν προαχθεί σε υποναύαρχους. Ο Βούλγαρης είναι δυσαρεστημένος, γιατί παύτηκε το δικό του υπουργείο (1858) και διορίστηκε το υπουργείο του Μιαούλη. Οι Χριστίδης, Μαυροκορδάτος, Μεταξάς κλπ., γιατί είναι έξω απ’ τη βουλή. Ο Όθων Μακρυγιάννης, για την άδικη κατά του πατέρα του, γέρου Μακρυγιάννη, τηρούμενη τακτική. Όλα αυτά έφεραν πραγματικά σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση και, για να αντιδράσει στις επαναστατικές διαθέσεις του λαού, έκανε διάφορες συλλήψεις (ανάμεσα στους συλληφθέντες είναι και ο Θ. Γρίβας) και αποφασίστηκε να διορίσει τον Καλλέργη στη Γαλλία, αφ’ ενός μεν για να απαλλαγεί απ’ αυτόν, αφ’ ετέρου δε για να εξευμενίσει και το Γάλλο αυτοκράτορα.

Έτσι, στις 15 Ιουνίου, διορίζεται επιτέλους πρεσβευτής ο Καλλέργης στο Παρίσι.

Το 1861, διηύθηνε απ’ το Παρίσι τρεις πρεσβείες, του Παρισιού, των Βρυξελλών και του Τουρίνου. Έτσι, αντί να πάρει μέρος στις συζητήσεις της ειρήνης του Παρισιού, που υπογράφτηκε στις 18 Μαρτίου 1856 και να προσαρτήσει την Κρήτη στην Ελλάδα, όπως έλεγε, πήρε μέρος στις συζητήσεις του 1862, για την εγκαθίδρυση νέας δυναστείας στην Ελλάδα, μετά την έξωση του Όθωνα το 1862 και συγκατατέθηκε σαν αντιπρόσωπος της Ελλάδας, στην ενθρόνιση του πρίγκιπα Γεωργίου της Δανίας, ως νέου βασιλιά στον ελληνικό θρόνο, ο οποίος έφτασε στην Ελλάδα στις 17 Νοεμβρίου 1863.

Ένας πραγματικός δημοκράτης, όπως ήθελε να αυτοπαρουσιάζεται ο Καλλέργης, τουλάχιστον την εποχή της 3ης Σεπτεμβρίου, με πραγματικά δημοκρατικά ιδανικά και καθαρές δημοκρατικές  πεποιθήσεις, δε θα έπαιρνε μέρος σε συζητήσεις εγκαθίδρυσης νέας ξένης δυναστείας στην πατρίδα του. Το λιγότερο δε που μπορούσε να κάνει ήταν να παραιτηθεί της θέσης του αντιπροσώπου της χώρας του. Τον αλλοπρόσαλλο, όμως, Καλλέργη, οι ριχές ηθικές του αρχές, η αχόρταγη φιλοδοξία και εγωπάθειά του και η αστάθεια του χαρακτήρα του δεν τον εμπόδισαν να αποδείξει για μια ακόμη φορά τις αμφίβολες πολιτικές του πεποιθήσεις και τις αμφίρροπες και αλλοπρόσαλλες αρχές του. Η καιροσκοπικότητα δε της πολιτείας του και η εγωιστική και χωρίς βάσεις αμφιταλαντευόμενη πολιτική του τοποθέτηση μείωσαν κατά πολύ, αν δεν εξάλειψαν τελείως, κάθε δόξα και μεγαλείο που τυχόν η συμβολή του στους υπέρ ανεξαρτησίας αγώνες είχε προσθέσει στο όνομά του.

Πέθανε το 1867 σε ηλικία 64 ετών.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Author: Μνήμες