Οι Πρόσφυγες του Κίτρους

Οι Πρόσφυγες του Κίτρους

“Αναδρομή στην Ιστορία της Μακεδονίας – Τόμος Β’ “

Το Κίτρος σήμερα αποτελείται από τρεις συνοικισμούς. Το συνοικισμό των Γηγενών, που είναι στη μέση του χωριού, κατέχει τη θέση του παλιού οικισμού και αποτελείται απ’ τους παλιούς, τους ντόπιους κάτοικους κι από τους δυο νέους συνοικισμούς, του Καβακλί και της Μπάνης ή Μπάνας.

Οι οικισμοί αυτοί δημιουργήθηκαν το 1926, με τον ερχομό των προσφύγων, που έφτασαν εδώ απ’ την Ανατολική Ρωμυλία, ύστερα απ’ την υπογραφή και εφαρμογή της συνθήκης του Νεϊγύ.

Με βάση τη συνθήκη αυτή, που υπογράφτηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919 και ιδιαίτερα το εδάφιο 2 του άρθρου 56, το οποίο περιέχει διατάξεις περί αμοιβαίας μετανάστευσης των φυλετικών μειονοτήτων των συμβαλλόμενων χωρών, υπογράφτηκε άλλη, ιδιαίτερη συνθήκη, μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, η οποία ρύθμιζε ειδικότερα το θέμα αυτό ανάμεσα στις δυο χώρες. Στη συνέχεια και σε εκτέλεση της ελληνοβουλγαρικής σύμβασης, ψηφίστηκε ο νόμος 2780/2 Ιουνίου 1922, καθώς και ο από 6 Μαρτίου 1922 σχετικός κανονισμός, ο οποίος κυρώθηκε με το από 18 Ιουνίου 1922 βασιλικό Διάταγμα. Και οι δυο αυτές πράξεις, που ρύθμιζαν παράλληλα και τις υποχρεώσεις του βουλγαρικού κράτους, ψηφίστηκαν και δημοσιεύτηκαν ταυτόχρονα και στη Βουλγαρία1.

Έτσι, ύστερα απ’ τη ρύθμιση αυτή ήρθαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Κίτρος οι Μπανιώτες και οι Καβακλιώτες. Νοτιοανατολικά του παλιού συνοικισμού εγκαταστάθηκαν οι Καβακλιώτες και δυτικά στο άλλο άκρο του χωριού οι Μπανιώτες. Οι πρώτοι ήρθαν απ’ το Καβακλί και οι δεύτεροι απ’ τη Μπάνα της Βουλγαρίας και ίδρυσαν εδώ τους ομώνυμους συνοικισμούς τους.

O κυρ-Αντώνης από το Κίτρος Πιερίας βοσκάει τα πρόβατά του και στέλνει τα χαιρετίσματά του σ’ όλο τον κόσμο

Πριν απ’ τον ερχομό των προσφύγων και σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 1920, το Κίτρος είχε 569 κατοίκους. Με την εγκατάσταση των νέων κατοίκων του, ο πληθυσμός του αυξήθηκε σε 2181, όπως δείχνει η απογραφή του 19282.

Κάτω σχεδόν απ’ τις ίδιες συνθήκες έφυγαν απ’ τις πατρίδες τους, ταξίδεψαν, έφτασαν και εγκαταστάθηκαν εδώ και οι Μπανιώτες και οι Καβακλιώτες.

Πρώτοι ήρθαν οι Μπανιώτες

Η Μπάνα ήταν κωμόπολη στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Το κλίμα της ήταν καλό, τα χωράφια της εύφορα και τα δάση της πλούσια. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και ζούσαν βίο ήρεμο και απλό, πλαισιωμένο απ’ τα ελληνικά τους ήθη και έθιμα. Διατηρούσαν την ελληνική γλώσσα, τα ελληνικά τραγούδια και τους χορούς και ήταν όλοι τους χριστιανοί ορθόδοξοι. Οι διεθνείς, όμως, εξελίξεις της εποχής εκείνης και η ελληνική τους συνείδηση τους ανάγκασαν να μετοικήσουν στην Ελλάδα. Και ήταν πραγματικά όλοι τους Έλληνες, απ’ τα παλιά ακόμα χρόνια και στην ψυχή και στη συνείδηση. Και γι’ αυτό τους το ακμαίο φρόνημα πλήρωναν πολλά και στους Τούρκους τον καιρό της τουρκοκρατίας και στους Βούλγαρους αργότερα. Απόδειξη δε του ζωντανού πατριωτισμού και της ελληνικότητάς τους, η εγκατάλειψη των πάντων και η φυγή τους προς την Ελλάδα.

Ο Γάλλος περιηγητής Sieur de Poullet, που επισκέφτηκε τη Ρωμυλία το 1657, έγραφε στο χρονικό του, που δημοσιεύτηκε στο Παρίσι το 1668:

«Όλοι οι κάτοικοι της Ρωμυλίας είναι Έλληνες και στην καταγωγή και στο δόγμα. Διατηρούν πάντοτε τους χορούς, τα τραγούδια και τις διασκεδάσεις τους. Απ’ αυτούς τους πληθυσμούς στρατολογούσε ο σουλτάνος τα Ελληνόπουλα και τα έκανε γενίτσαρους»3.

Ξεριζώθηκαν απ’ τη μια πατρίδα κι εγκαταστάθηκαν στην άλλη, αντιμετωπίζοντας χίλιες δυσκολίες και υπερπηδώντας αμέτρητα εμπόδια. Μ’ όσα πράγματα μπορούσαν να σηκώσουν στα κάρα και στα ζώα τους, με τις οικογένειές τους και με δάκρυα στα μάτια, εγκατέλειψαν κάποιο πρωί τα σπίτια και τα νοικοκυριά τους και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς.

Αλλά, ας αφήσουμε να μας διηγηθεί τα βάσανα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς ο Στέργιος Μπάμπος, όπως τα έζησε τότε ο ίδιος.

Πρώτη Φυγή

«Σαν αποφασίσαμε να φύγουμε για την Ελλάδα, οι αρχηγοί του χωριού έδωσαν μια βδομάδα προθεσμία στους χωριανούς να ετοιμαστούν. Μαζέψαμε τα πράγματά μας, τα δέσαμε σε μπόγους και δέματα και μαζί με τα σιτάρια, τα αλεύρια και τα στρωσίδια μας, τα φορτώσαμε στα κάρα κι ετοιμαστήκαμε για το ξεκίνημα. Πήραμε απ’ τα σπίτια μας, μαζί με τα μεγάλα ζώα και τα κοπάδια μας κι ό,τι άλλο μεταφέρονταν και νομίζαμε πως θα μας χρειαστεί εκεί που πηγαίναμε.

Τις μέρες εκείνες, βοηθούσα κι εγώ όσο μπορούσα τον πατέρα μου και τη μητέρα μου, που προσπαθούσαν να νοιαστούν για το κάθε τι και να φροντίσουν για όλα. Ήμουν τότε έντεκα χρονών.

Ένα πρωί σχηματίστηκε στο χωριό μια μεγάλη φάλαγγα από βουβαλάμαξα, βοϊδάμαξα κι αλογόκαρα. Ανάμεσά τους και δεμένα πίσω απ’ αυτά, άλογα και γαϊδούρια, φορτωμένα κι εκείνα με κάθε είδους πράγματα στα σαμάρια τους. Και εμείς, άλλοι σκαρφαλωμένοι στα φορτωμένα κάρα, άλλοι καβάλα στα ζώα κι άλλοι πεζοί, ξεκινήσαμε για τη μεγάλη πορεία. Όλοι κλαίγαμε. Μικροί και μεγάλοι. Αγκαλιαζόμασταν και φιλιόμασταν εμείς που φεύγαμε για πάντα μ’ εκείνους που αφήναμε πίσω και δε θα τους ξαναβλέπαμε πια. Χωρίζαμε παντοτεινά. Αφήναμε τα σπίτια μας, τα χωράφια μας, τον τόπο μας. Ξεριζωνόμασταν οριστικά και τραβούσαμε για το άγνωστο, με μόνο οδηγό την ελληνική μας συνείδηση και τη μεγάλη μας ελπίδα. Το χωριό θρηνούσε. Ακόμα και τα σκυλιά είχαν αναστατωθεί κι έτρεχαν ανήσυχα ή γρύλιζαν κλαψιάρικα. Σα να διαισθάνονταν κι εκείνα τις τραγικές στιγμές του μισεμού μας και τον παντοτεινό μας χωρισμό, γαύγιζαν και αλυχτούσαν όλα μαζί. Εκείνες τις στιγμές μας φαίνονταν πως έκλαιγαν κι εκείνα μαζί μας.

Οι μεγάλοι σταμάτησαν κάποτε να πηγαινοέρχονται κατά μήκος της φάλαγγας. Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Τα χαλινάρια και οι βουκέντρες πλατάγισαν. Τα ζώα τέντωσαν τους λαιμούς και τα πόδια τους. Τα νεύρα έσφιξαν και τα κάρα έτριξαν στα δεσίματά τους. Οι καρδιές μας σπάραξαν και η φάλαγγα ξεκίνησε. Οι ρίζες μας κόβονταν εκείνη τη στιγμή απ’ τη γη των πατέρων μας και ο πόνος του ξεριζωμού ξέσχιζε τα σωθικά μας.

Με σφιγμένες τις καρδιές και τα μάτια γεμάτα δάκρυα, πήραμε το δρόμο του πεπρωμένου μας. Μπροστά και πίσω μας πήγαιναν τα κοπάδια. χιλιάδες κεφάλια γιδοπρόβατα. Θάλασσα ολόκληρη4. Τα βελάσματά τους, ανακατωμένα με το κλάμα το δικό μας, το τρίξιμο των κάρων, τα γαυγίσματα των σκυλιών και το γδούπο των βημάτων των μεγάλων ζώων, έκαμναν την ατμόσφαιρα βαριά κι ασήκωτη. Διασχίσαμε το χωριό με το κεφάλι βαρύ και τις σκέψεις θολωμένες και, καθώς ήταν τα μάτια μας βουρκωμένα, δεν είδαμε πότε τ’ αφήσαμε πίσω. Δεν αντέχαμε να το βλέπουμε καθώς απομακρυνόμασταν απ’ αυτό, γι’ αυτό γυρίζαμε τα μάτια μας μπροστά. Αλλά και όταν κοιτάζαμε μπροστά, η σκέψη ότι το αφήναμε για πάντα μας ανάγκαζε να στρίψουμε το κεφάλι μας πίσω για να το δούμε για άλλη μια φορά. Σιγά-σιγά, αδυνάτιζαν και οι φωνές των σκυλιών, ώσπου έπαψαν τελείως να ακούγονται. Το χωριό χάνονταν πίσω μας στον ορίζοντα και μπροστά μας όλο και νέα και πιο άγνωστα μέρη ξανοίγονταν. Το άγνωστο είχε αρχίσει να απλώνεται μπροστά μας και ψυχρό και αδιάφορο να μας περιβάλει από παντού. Κι εμείς βαδίζαμε κι όλο βαδίζαμε στη βουβή απλωσιά του κι όσο πιο πολύ προχωρούσαμε στα βάθη του, τόσο πιο αδύναμους βλέπαμε τους εαυτούς μας και τόσο πιο μικρή κι ανίσχυρη νιώθαμε τη φάλαγγά μας.

Ο ήλιος μας παρακολουθούσε από ψηλά μισοκρυμμένος στα ανάρια μουντά σύννεφα, που με τα παράξενα σχήματά τους θόλωναν το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού, ρίχνοντας τις καταθλιπτικές τους σκιές πότε εδώ και πότε εκεί, γύρω μας. Γύρω απ’ τη σκυθρωπή φάλαγγά μας, που όλο και προχωρούσε στο δρόμο χωρίς επιστροφή.

Ο πρώτος σταθμός μας ήταν ο Πύργος. Είχα ακούσει για τη μεγάλη πόλη, τη χτισμένη στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας κι ανυπομονούσα να τη δω και να τη θαυμάσω από κοντά. Η επιθυμία μου και η ανυπομονησία μου αυτή άλλαξαν τις εικόνες στη σκέψη μου και μ’ έκαναν να ξεφεύγω κάπου-κάπου απ’ τον πόνο και τη θλίψη, που τύλιγαν χωρίς κανέναν οίκτο όλους μας.

Ήδη το πρώτο γεγονός που σημάδευε την αναχώρησή μας είχε συμβεί. Έξω απ’ το χωριό, στη Μακρούτσα της Παλιόμπανας, μια γυναίκα της ομάδας μας, η Συρματένια Μοσχογιάννη γέννησε κοριτσάκι πάνω στο βοϊδόκαρο, καθώς τα βόδια το έσερναν ρυθμικά και ασταμάτητα. Το κοριτσάκι εκείνο σήμερα είναι η γυναίκα του Παναγιώτη Γεωργίου, Στεργιαννή, που έχει το περίπτερο κοντά στην εκκλησία του συνοικισμού μας.

Σαν φτάσαμε στον Πύργο, τραβήξαμε για το λιμάνι και μπήκαμε στο καράβι, που μας περίμενε εκεί. Το βράδυ, ξανοιχτήκαμε στη Μαύρη Θάλασσα.

Η πόλη δε μου φάνηκε τέτοια που τη φανταζόμουνα. Αν και στην πραγματικότητα δεν μπόρεσα να δω και πολλά πράγματα απ’ αυτή. Ότι, είδα, το είδα μέσα απ’ το καράβι, καθισμένος στο κατάστρωμα, πάνω στο σωρό με τα πράγματά μας.

Το πρωί ξημερώσαμε στην Κωνσταντινούπολη. Μέσα στο πλοίο μπήκαμε όλοι, όπως ήρθαμε. Άνθρωποι, κάρα, ζώα, κοπάδια, πράγματα. Γέμισαν όλοι οι χώροι του. Αμπάρια, καταστρώματα, διάδρομοι …

Τα βόδια, τα άλογα και τα μεγάλα ζώα τα έπαιρναν με το βίντσι απ’ την προκυμαία και τα έφερναν στο κατάστρωμα. Ήταν θεαματικό να βλέπεις ένα βουβάλι να τινάζει τα πόδια του και το λαιμό του στον αέρα, καθώς αιωρούνταν στο κενό.

Ο πατέρας της γυναίκας μου –τότε ούτε καν γνωριζόμασταν με τη Δάφνη- είχε ένα κουτί, σαν αυτά με τις κονσερβοποιημένες μπάμιες, γεμάτο χρυσές λίρες. Κάποιος τον συμβούλεψε να λιώσει έναν τενεκέ λίγδα (χοιρινό λίπος) και να τις βάλει μέσα για ασφάλεια. Έτσι και έκανε. Έβαλε όλο το κουτί με τις λίρες καλά σφραγισμένο μέσα σ’ έναν τενεκέ από χαλβά και τον γέμισε με λίγδα. Το λίπος πάγωσε και οι λίρες θάφτηκαν βαθιά στον πάτο. Κανένας δεν υποψιάστηκε τίποτα. Είχε επίσης και 35 χιλιάδες ελληνικές δραχμές μαζί του. Σεβαστό ποσό για κείνη την εποχή. Ήταν καλός νοικοκύρης στο χωριό. Κι όλα αυτά του παραστάθηκαν τόσο πολύ τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς.

Η Κωνσταντινούπολη, με τα μεγάλα τζαμιά και τους ψηλούς μιναρέδες, μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Βλέπαμε τα κτίρια πάνω απ’ τα καταστρώματα και θαυμάζαμε τον όγκο και τα σχήματά τους. Μας έδειξαν και τις κορφές της Αφιασοφιάς. Οι τρούλοι της ξεχώριζαν θεόρατοι. Οι γεροντότεροι μας έλεγαν πως όλα εκείνα τα μέρη και τα κτίρια, πάνω στα οποία τώρα ανέμιζε η τούρκικη ημισέληνος ήταν κάποτε ελληνικά. Τους ακούγαμε και λυπόμασταν περισσότερο για το χαμό τους. Πόσο θα θέλαμε να βγούμε να περπατήσουμε στους δρόμους της ξακουστής Πόλης! Να τη δούμε από πιο κοντά και να πατήσουμε τα χώματά της!… Δε βγήκαμε, όμως, απ’ το καράβι. Όπως μπήκαμε στο μεγάλο λιμάνι, έτσι και φύγαμε απ’ αυτό, τραβώντας για τη Θεσσαλονίκη.

Περάσαμε τη θάλασσα του Μαρμαρά, την Καλλίπολη, τα Δαρδανέλλια. Τι ξέραμε, όμως, εμείς τότε για τα μέρη αυτά και την ιστορία τους, για να τα προσέξουμε καλύτερα!… Περνούσαν απ’ τα μάτια μας φευγαλέα, όπως περνούσαν και τα κύματα απ’ τα πλευρά του καραβιού.

Σαν βγήκαμε στη Θεσσαλονίκη, οι αρχές του λιμανιού πήραν τις γυναίκες και τις πήγαν στη Μηχανιώνα για μπάνιο και απολύμανση. Εμείς οι άντρες με τα πράγματά μας τραβήξαμε για το Χαρμάνκιοϊ (σημερινό Κορδελιό) κι εκεί στήσαμε τις σκηνές που μας έδωσε το ελληνικό κράτος.

Εδώ, στο Χαρμάνκιοϊ έγινε και ο πρώτος γάμος. Παντρεύτηκε ο Στέργιος Κόγκολας. Τα είχε φτιάξει με τη γυναίκα του στο δρόμο κι είχε γίνει σούσουρο. Βέβαια, ήταν διαφορετικά τότε τα ήθη και έθιμα κι άλλη ήταν η νοοτροπία της εποχής. Ο γάμος έγινε στα αντίσκηνα. Οι μεγάλοι ήπιαν στην υγειά του ζευγαριού, χόρεψαν με γκάιντες και πίπιζες όλη τη νύχτα κι όλοι γλέντησαν, όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες, ως το πρωί. Η ζωή συνεχίζονταν.

Εκείνες τις μέρες έπεσαν δυνατές βροχές κι έγινε μεγάλη πλημμύρα. Ο καταυλισμός μας είχε μετατραπεί σε βρόμικη θάλασσα. Όλα τα υπάρχοντά μας είχαν γίνει μούσκεμα. Τα μπαούλα μας, οι σκάφες μας, τα μπογαλάκια μας … Ακόμα και οι κατσαρόλες και τα τηγάνια μας ή ήταν βουλιαγμένα στη λάσπη ή επέπλεαν στο νερό, γύρω απ’ τα αντίσκηνα. Άντρες και γυναίκες, με μαζεμένες τις βράκες και τα φουστάνια ως τα γόνατα, γυρόφερναν ξυπόλυτοι μέσα στα νερά και μάζευαν γύρω απ’ τα αντίσκηνα, ό,τι ήταν δυνατό να περισωθεί.

Για καλή μας τύχη, ήρθε εκείνες τις μέρες στη Θεσσαλονίκη ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος, δικτάτορας τότε της Ελλάδας5 κι είδε την κατάντια μας απ’ το παράθυρο του βαγονιού του, καθώς το τρένο έμπαινε στο σταθμό. Ρώτησε να μάθει ποιοι είμαστε και πώς βρεθήκαμε σ’ αυτά τα χάλια. Δυο-τρεις δικοί μας, που έτυχε να είναι στο σταθμό, βρήκαν την ευκαιρία και του είπαν μέσες-άκρες τι συνέβαινε. Ο στρατηγός ζήτησε να πάνε μερικοί στο γραφείο του και να του εκθέσουν την κατάσταση. Στείλαμε μια επιτροπή και θυμάμαι επικεφαλής της ήταν ο παππούς ο Ζέκος Αράμπογλου. Οι απεσταλμένοι μας μπήκαν στο διοικητήριο με τα καλπάκια, τα πουτούρια και τα τσαρούχια με τα ψηλά άσπρα ποδοπάνια, που έφταναν ως τα γόνατα –όπως ακριβώς ντύνονταν οι δικοί μας τότε- κι ανέβηκαν όλοι μαζί τις σκάλες. Βρεγμένοι δε και καταλασπωμένοι καθώς ήταν, ξάφνιασαν τους πάντες με την περιβολή και τα χάλια τους. Μπήκαν έτσι στο γραφείο του δικτάτορα. Εκείνος τους δέχτηκε και τους ρώτησε, γιατί παραμένουν στον καταυλισμό αυτό και δεν ταχτοποιούνται κάπου. Οι δικοί μας του απάντησαν πως ψάχνουν για κατάλληλο μέρος να εγκατασταθούν και πως σ’ εκείνο που βρήκαν, δεν τους επιτρέπουν να πάνε, γιατί είναι τσιφλίκι, κτήμα ενός Άγγλου υπηκόου.

Εμείς είχαμε στείλει νωρίτερα μια επιτροπή στο Κίτρος, που αποτελούνταν απ’ το Ζέκο Αράμπογλου, το Δήμο Καψάλη, το Νικόλα Γκογκολάκη, τον Παρασκευά Μπινέλη κι ένα-δυο άλλους6, για να δουν το μέρος και τα χωράφια του και ξέραμε ότι ο τόπος ήταν καλός για γεωργία και κτηνοτροφία, γι’ αυτό και πασχίζαμε να πάμε εκεί.

– Πέστε μου πού θέλετε να πάτε; ρώτησε κοφτά την επιτροπή ο Πάγκαλος, και μη σας νοιάζει για τίποτα.

– Στο Κίτρος, είπαν μ’ ένα στόμα οι δικοί μας.

Αμέσως ο στρατηγός έγραψε ένα σημείωμα και το έδωσε στο Ζέκο.

– Αν θέλετε, ξεκινήστε αμέσως για το Κίτρος, τους είπε και μη στενοχωριέστε για τίποτα. Πέστε στα κάρα σας να φύγουν αμέσως για το Κίτρος, επανέλαβε, καθώς οι δικοί μας έφευγαν απ’ το γραφείο του.

Με το γυρισμό της επιτροπής, αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για τη μετακόμιση. Φορτώσαμε τα πράγματά μας στα κάρα και τα στείλαμε να φύγουν πρώτα εκείνα. Εγώ έφυγα με το κάρο. Οι υπόλοιποι ήρθαν με το τρένο. Αυτοί βγήκαν νωρίτερα από μας στο σταθμό της Αλυκής. Εμείς με τα κάρα, το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, γραμμή ατέλειωτη, φτάσαμε στη θέση ‘’Σκάλα’’ του Κίτρους. Εκεί συναντήσαμε τους πρώτους Κιτριώτες. Ήταν οι αδερφοί Βαγγέλης και Βασίλης Πανταζή, οι οποίοι προσπάθησαν να μας σταματήσουν και να μας διώξουν. Δεν τα κατάφεραν, όμως. Τελικά, πήγαμε κι εμείς στο σταθμό, όπου μας περίμεναν οι δικοί μας. Γύρω στο σταθμό στήσαμε τα αντίσκηνα και μείναμε για λίγες μέρες. Από κει, όλοι μαζί ανεβήκαμε ψηλότερα, στο πρώτο ύψωμα, που είναι πάνω απ’ το σταθμό, στα δυτικά, προς το μέρος του χωριού κι εκεί κατασκηνώσαμε. Ήταν η μέρα του Προφήτη Ηλία…»

Τόλμη Εγκατάστασης

Οι νεόφερτοι πρόσφυγες δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά με τους ντόπιους κατοίκους του χωριού. Οι γηγενείς και προπαντός ορισμένες οικογένειες απ’ αυτούς, δεν τους ήθελαν στον τόπο τους. Τους έβλεπαν σαν εχθρούς. Σαν άρπαγες των κτημάτων τους. Ιδίως οι μεγαλοκτηματίες και ο Μπίτζιος, του οποίου το τσιφλίκι θα απαλλοτριώνονταν για τη γεωργική αποκατάσταση των προσφύγων. Αλλά και οι άλλοι κάτοικοι, σαν κολίγοι του τσιφλικιού, ενεργούσαν σύμφωνα με τις υποδείξεις και τα συμφέροντα του ‘’αφεντικού’’. Αγράμματοι δε και τελείως απληροφόρητοι καθώς ήταν, δεν μπορούσαν να δουν πού βρίσκονταν και τα δικά τους συμφέροντα. Η απόλυτη εξάρτησή τους απ’ το Μπίτζιο και τους ανθρώπους του ρύθμιζε τη ζωή, τη σκέψη και τις ενέργειές τους.

Ο τσιφλικάς φαίνεται πως απ’ την αρχή ακόμα κυνήγησε τους πρόσφυγες μ’ όλα τα μέσα. Από ένα ιδιόχειρο γράμμα του ‘’Γιαννάκη’’, που έχουμε στα χέρια μας, γραμμένο στο Λουτράκι στις 23.9.1928 και του οποίου φωτοτυπία παραθέτουμε στο παράρτημα, φαίνεται καθαρά το μίσος του εναντίον τους. Τους αποκαλεί μάλιστα ξεδιάντροπα ‘’Βούλγαρους’’. Με το γράμμα του αυτό το ‘’αφεντικό’’ δίνει εντολή στο συνδιαχειριστή του τσιφλικιού του Βασίλη Πανταζή ‘’να εκτελέσει τις μηνύσεις κατά των Βουλγάρων και να τις συνεχίσει και στο μέλλον…’’.

Ο Μπίτζιος είχε καταφέρει να διώξει απ’ το χωριό και μια ομάδα Ποντίων, που είχαν φτάσει με τις οικογένειές τους νωρίτερα στο Κίτρος, ύστερα απ’ τη μικρασιατική καταστροφή. Με τούτους τους πρόσφυγες, όμως, το πράγμα ήταν διαφορετικό. Αυτοί ήρθαν εδώ για να μείνουν και θα μείνουν.

Είχαν ακούσει για την Πιερία και το Κίτρος από άλλους Βούλγαρους, που είχαν ζήσει εδώ ή είχαν γνωρίσει τα μέρη αυτά νωρίτερα και που τώρα, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, είχαν επιστρέψει στη Βουλγαρία κι εκείνοι τους περιέγραψαν τις καλοσύνες του τόπου και την ευφορία των χωραφιών του Κίτρους. Γι’ αυτό, παρ’ όλες τις αντιδράσεις των Κιτριωτών και του Μπίτζιου, επέμεναν και κατάφεραν να εγκατασταθούν σ’ αυτό. Στην επιτυχία τους αυτή τους βοήθησε πολύ κι ο Πάγκαλος.

Πολλοί απ’ αυτούς κατασκήνωσαν αρχικά και για λίγο στον ανοιχτό χέρσο χώρο δίπλα στο σταθμό, προς το μέρος της θάλασσας. Μετά, συγκεντρώθηκαν όλοι στην πλαγιά του υψώματος απέναντι απ’ το σταθμό, προς το μέρος του χωριού. Εκεί έμειναν σαράντα μέρες. Στο διάστημα αυτό, οι Κιτριώτες δεν σταμάτησαν τις προκλήσεις και τις απειλές, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να τους εξαναγκάσουν να φύγουν απ’ τα μέρη τους. Μια μέρα μάλιστα, πήγαν κρυφά και έβαλαν φωτιά στις γύρω απ’ τον καταυλισμό τους καλαμιές.

«Κόντεψε να καούμε. Ο καπνός και οι φλόγες μας έζωσαν από παντού. Αλαφιασμένοι πεταχτήκαμε απ’ τα αντίσκηνα και με φτυάρια, τσαπιά, τσουβάλια, σκούπες και ό,τι άλλο έβρισκε ο καθένας μας μπροστά του, παλεύαμε να σβήσουμε τις φωτιές, που μας κύκλωναν επικίνδυνα από κάθε κατεύθυνση. Ευτυχώς, τα καταφέραμε και δεν είχαμε ζημιές και θύματα …»

Παρ’ όλα αυτά, όταν μεταφέρθηκαν απ’ τη θέση του σταθμού και κατασκήνωσαν στις βόρειες παρυφές του χωριού, πολλές οικογένειες φιλοξενήθηκαν για αρκετό καιρό σε σπίτια ντόπιων. Οι ντόπιοι αυτοί τους περιέβαλαν με καλοσύνη και αγάπη, πράγμα που ακόμα θυμούνται και ομολογούν οι επιζώντες σήμερα Μπανιώτες.

Οι Μπανιώτες ήθελαν να χτίσουν το χωριό τους στο πρώτο ύψωμα του σταθμού. Εκεί που είχαν την κατασκήνωσή τους. Αντιδρούσαν, όμως, οι ντόπιοι, γιατί στη θέση αυτή ήταν τα χωράφια τους. Γι’ αυτό και, σαν είδαν ότι δεν μπορούσαν να τους διώξουν τελείως απ’ το Κίτρος, τους πρότειναν να μεταφερθούν στη δυτική χέρσα πλευρά του χωριού κι εκεί να χτίσουν τα σπίτια τους. Στην αρχή, οι πρόσφυγες δεν δέχονταν κι έμεναν ακλόνητοι στην απόφασή τους. Κλονίστηκε, όμως, η επιτροπή τους και λύγισε. Και πρώτος λύγισε ο πρόεδρός της Ζέκος. Μετά, τον ακολούθησαν και οι άλλοι. Ένα απ’ τα ισχυρότερα επιχειρήματα των ντόπιων, που συνηγορούσε υπέρ της άποψής τους, ήταν και η έλλειψη νερού στο ύψωμα του σταθμού. Αυτό λύγισε και την επιμονή του όγκου των προσφύγων. Έτσι, ο οικισμός της Μπάνης χτίστηκε τελικά εκεί που υπέδειχναν οι ντόπιοι. Στη θέση που είναι σήμερα.

Στο μεγαλύτερο μέρος της Μπάνης, πίσω απ’ τα σημερινά σπίτια των Βουλγαραίων, του Πούλιου, του Αβρ. Αβραάμ και του Δασκαλόπουλου Ταξιάρχη, απλώνονταν δυο μεγάλα χωράφια. Παλιόχωρες τις έλεγαν τότε. Η κείμενη προς τα βόρεια του σπιτιού του Αβραάμ ήταν του Βούλγαρη και η προς τα νότια του Πούλιου. Επίσης, βορινότερα, στη θέση ΄΄Τζιράπι΄΄, ήταν η παλιόχωρα του Θεολόγη.

Τις εκτάσεις αυτές τις έλεγαν παλιόχωρες, γιατί ήταν γεμάτες από πέτρες και κομμάτια κεραμίδια, που έδειχναν ότι εκεί παλιότερα υπήρχε κάποιος οικισμός.

Οι Καβακλιώτες ήρθαν στο Κίτρος λίγους μήνες μετά τους Μπανιώτες. Δοκίμασαν κι αυτοί τις ίδιες περίπου ταλαιπωρίες και πέρασαν τα ίδια βάσανα, όπως και οι Μπανιώτες.

Δεύτερη Φυγή

«Φύγαμε απ’ το χωριό ομάδες-ομάδες», μας λέγει ο Χρήστος Νατσίδης του Μανόλη, που γεννήθηκε στο Καβακλί της Βουλγαρίας το 1913 και ζει σήμερα στο Κίτρος.

«Δε μας ανάγκαζε τίποτα το ιδιαίτερο εκείνες τις μέρες για να φύγουμε άρον-άρον. Γι’ αυτό και ετοιμαστήκαμε με την ησυχία μας, όσο γίνονταν φυσικά και μαζέψαμε όλα σχεδόν τα πράγματά μας. Τα καλά τα φορτώσαμε στα κάρα και στα ζώα. Αφήναμε τα τιποτένια και τα πιο άχρηστα. Την τελευταία βραδιά ήμασταν πιο αναστατωμένοι. Οι μεγάλοι γυρόφερναν στα φορτωμένα κάρα, τα συμμάζευαν, τα ξαναταχτοποιούσαν και τα έδεναν καλύτερα. Βλέπεις, είχαμε μακρινό δρόμο μπροστά μας. Εμείς οι μικροί περιμέναμε την ώρα του ξεκινήματος. Και δεν άργησε νά ‘ρθει. Το πρωί, ξημερώματα, σε φάλαγγα μεγάλη, κάρα, άνθρωποι και ζώα ξεκινήσαμε απ’ το Καβακλί για το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη).

Οι στιγμές ήταν συγκινητικές. Ακόμα και οι άντρες έκλαιγαν. Αφήναμε το χωριό μας και τον τόπο των πατεράδων μας και το μέρος όπου είχαμε γεννηθεί και που τόσο αγαπούσαμε και φεύγαμε μακριά, γνωρίζοντας πως μάλλον δε θα τον ξαναδούμε ποτέ πια. Φεύγαμε απ’ το Καβακλί για πάντα. Ξεριζωνόμασταν. Από νοικοκυραίοι γινόμασταν πρόσφυγες.

Παίρναμε, όμως, το δρόμο της προσφυγιάς, πιστεύοντας στην Ελλάδα κι ελπίζοντας στην αγάπη και την προστασία της. Η δική μας πίστη αποδείχνονταν τώρα περίτρανα με την πράξη μας. Θα αποδειχτεί άραγε στο μέλλον και η αγάπη της πατρίδας, που τόσο λαχταρούσαμε;

Η φάλαγγά μας διέσχισε το χωριό και βγήκε στα χωράφια. Στα μέρη που είχαμε ποτίσει με τον ιδρώτα μας για τόσα και τόσα χρόνια. Με δακρυσμένα μάτια τα αποχαιρετούσαμε κι εκείνα, σιωπηλοί, ατενίζοντάς τα με το υγρό βλέμμα μας.

Πίσω μας ακολουθούσαν κοπάδια με πρόβατα και γελάδια, που παίρναμε μαζί μας. Πολλά κοπάδια είχαν φύγει πιο μπροστά από μας. Η μέρα κυλούσε βαριά και καταθλιπτική και με το δικό της ρυθμό κυλούσαν και οι ρόδες των δικών μας βοϊδάμαξων. Η απόσταση απ’ το Καβακλί όλο και γεγάλωνε. Λιγόστευε όμως κι εκείνη που μας χώριζε απ’ το Δεδέαγατς κι απ’ την πραγματικότητα της προσφυγιάς. Τα γνωστά μας μέρη περνούσαν κι αραίωναν. Πύκνωναν, όμως, τ’ άγνωστα και με γρηγοράδα το ένα διαδέχονταν το άλλο.

Σαν φτάσαμε στη μεγάλη πόλη, τραβήξαμε για το σταθμό και μπήκαμε στο τρένο, που ήταν εκεί και μας περίμενε. Τα κάρα συνέχισαν το δρόμο τους. Μαζί μας μπήκαν στα βαγόνια και τα πρόβατα και τα γελάδια. Κάποτε, σφύριξε δυνατά η μηχανή. Τρόμαξαν τα ζώα. Τρομάξαμε και μεις. Το τρένο τραντάχτηκε και ξεκίνησε. Έτρεχε πολύ και με γρηγοράδα μας περνούσε από κάμπους και κοιλάδες, πάνω από γέφυρες ή στα ριζά από βουνοπλαγιές, κατά πως το οδηγούσαν οι σιδερογραμμές του, που ήταν απλωμένες μακριές κι ατέλειωτες στο χώμα.

Δεν είχαμε ξαναδεί τρένο κι όλοι το θαυμάζαμε και μιλούσαμε γι’ αυτό.

Κάποτε βγήκαμε στα Κουφάλια. Εκεί βρήκαμε άδεια σπίτια οικογενειών, που, έχοντας βουλγαρική συνείδηση, είχαν φύγει νωρίτερα για τη Βουλγαρία7. Πολλοί από μας βολεύτηκαν σ’ αυτά. Οι άλλοι έστησαν αντίσκηνα, που μας είχε δώσει το ελληνικό κράτος.

Τον καιρό εκείνο, όμως, τα Κουφάλια ήταν τόπος κουνουπιών. Παντού έλη και στεκούμενα, βρόμικα νερά. Ασυνήθιστοι καθώς ήμασταν εμείς από τέτοιο περιβάλλον, μας περίλαβε αμέσως η ελονοσία. Αρρωστήσαμε όλοι. Ιδίως τα μικρά παιδιά και οι γέροι. Αυτούς τους προτιμούσε ιδιαίτερα ο χάρος. Η καμπάνα χτυπούσε πένθιμα χωρίς σταματημό. Κάθε μέρα και όλη την ημέρα. Ο θλιβερός ήχος της είχε μαυρίσει τις καρδιές μας. Δεν υπήρχε οικογένεια που να μην είχε θρηνήσει έστω και ένα θύμα της φοβερής ελονοσίας. Αποφασίσαμε να φύγουμε από κει, γιατί μας θέριζε ο πυρετός. Εμείς, τα παιδιά, δεν αντέχαμε να ακούμε άλλο τον ασταμάτητο ήχο της καμπάνας και τα πικρά μοιρολόγια των μανάδων μας.

Οι μεγάλοι αποφάσισαν να στείλουν μια επιτροπή στις γύρω περιοχές, για να βρει κάποιο καταλληλότερο μέρος για την εγκατάστασή μας. Δεν θέλαμε να γίνουμε όλοι σταυροί στα μνήματα των Κουφαλιών».

Οργάνωση

«Η επιτροπή αποτελέστηκε απ’ τους γεροντότερους, τους πιο έμπειρους και τους πιο σεβάσμιους οικογενειάρχες», μας λέγει ο επίσης γεννημένος στο Καβακλί της Βουλγαρίας Θεόδωρος Ν. Καπουνιαρίδης. «Σ’ αυτή πήραν μέρος ο Νικόλαος Δρογούδης, ο Γεώργιος Θεοτοκίδης και δυο-τρεις άλλοι. Νομίζω πως ήταν και ο Μωρίδης με το Σιανίδη8. Σε λίγες μέρες επέστρεψαν. Φαίνεται πως έφεραν καλά νέα, γιατί σύντομα φύγαμε απ’ τα Κουφάλια. Με το τρένο ήρθαμε στο σταθμό της Αλυκής. Εδώ, κατασκηνώσαμε αρχικά στο χώρο κάτω απ’ τη σιδηροδρομική γραμμή, προς τη θάλασσα, κοντά στο μηχανοστάσιο της Αλυκής. Εκεί ξεχειμωνιάσαμε στα αντίσκηνα. Ο χειμώνας, όμως, ήταν κρύος και ο μουσαμάς λεπτός. Νερό πίναμε από ένα παλιό τούρκικο πηγάδι, που υπήρχε εκεί κοντά.

Την άνοιξη, ανεβήκαμε στο χωριό και στήσαμε τα αντίσκηνα στην πλαγιά, εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του Βασίλη Αλεξίου. Την τοποθεσία την έλεγαν τότε ΄΄Χοντρή Γκορτσιά’’. Δεν υπήρχε νερό κι αναγκαζόμασταν να πίνουμε απ’ την πηγή του Ζμαηλιού ή να φέρνουμε στα χέρια απ’ του παπά τη βρύση, που ήταν πολύ μακριά. Το νερό του Ζμαηλιού ήταν βαρύ και ακατάλληλο. Δεν υπήρχε, όμως και καλύτερο και το πίναμε αναγκαστικά. Το νερό το κουβαλούσαν οι γυναίκες στα ‘’μπακούρια’’9 με τις ‘’γκουμπλίτσες’’10 στους ώμους… Κοντά στον καταυλισμό μας ήταν το σπίτι του Θωμά Μανωλόπουλου. Καλός άνθρωπος. Άλλοι έλεγαν πως ήταν κυνηγός κι άλλοι αγροφύλακας του Μπίτζιου. Όπως τον θυμάμαι εγώ, νομίζω ότι τον περισσότερο καιρό έλειπε απ’ το σπίτι του και γύριζε στα χωράφια και στα δάση. Ξαναγύριζε στο χωριό, όταν τελείωνε το ψωμί του. Ήταν ζωηρός, γεροδεμένος και ανοιχτόκαρδος. Κατακόκκινος, με τα μεγάλα του καστανά μουστάκια και το όπλο στον ώμο, φαίνονταν ελεύθερος, ανέμελος και ατίθασος χαρακτήρας. Είχε, όμως, καλή καρδιά, πολύ φιλότιμο και μεγάλη ανθρωπιά. Σ’ αυτόν βρήκαμε κάποια παρηγοριά όλοι εμείς οι πρόσφυγες. Στο φούρνο του σπιτιού του ψήναμε ψωμί και μάλιστα και με δικά του ξύλα. Κι είχε πάντοτε μπόλικα στην αυλή του. Στίβες ολόκληρες. Οι άλλοι ντόπιοι δε μας φέρονταν καλά. Μας αποκαλούσαν Βούλγαρους, μας έβριζαν και μας περιφρονούσαν. Κι αυτό μας πλήγωνε πολύ και μας εξαγρίωνε περισσότερο. Μας έβλεπαν σαν εχθρούς τους και σαν ανθρώπους που ήρθαμε να πάρουμε τα κτήματά τους…»

«Μαλώναμε και για τις βοσκές», προσθέτει ο Χρ. Νατσίδης. «Δε μας άφηναν να βοσκήσουμε τα ζώα μας στα χέρσα μέρη του χωριού. Κι ήταν πολλά τότε τα βοσκοτόπια. Τα μέρη γύρω απ’ τον καταυλισμό μας, εκεί που είναι σήμερα τα σπίτια του Κώτσιου και του Βαγγέλη Μάνδαλου, ήταν δασωμένα. Αλλού μεγάλα δέντρα κι αλλού χαμόκλαδα και θάμνοι. Ο τόπος ήταν γεμάτος τσακάλια. Τη νύχτα ούρλιαζαν κι έφταναν ως τον καταυλισμό μας. Μας έπαιρναν τα τσαρούχια μπροστά απ’ τα αντίσκηνα. Φύγαμε απ’ το σταθμό κι ανεβήκαμε εδώ πάνω για καλύτερα. Αλλά και δω η κατάσταση δεν ήταν καθόλου καλή. Κι εδώ είχαμε ελονοσία. Κι εδώ πέθαιναν απ’ τον πυρετό. Οι βαλτότοποι και τα έλη της Αλυκής ήταν γεμάτοι κουνούπια. Η καμπάνα κι εδώ χτυπούσε πένθιμα. Επιπλέον, εδώ άρχισαν να ψοφούν και τα ζώα μας. Δεν είχαμε άχυρο να τα ταΐσουμε το χειμώνα. Οι ντόπιοι μας το πουλούσαν πολύ ακριβά. Ενώ είχε μερικές δεκάρες, το πληρώναμε δυο δραχμές την οκά. Και δε μας έδιναν καλό άχυρο. Μάζευαν όλα τα υγρά και σάπια κατακάθια απ’ τις αχυρώνες τους και μας τα ακριβοπουλούσαν. Τα ζώα μας, μπροστά στην πείνα που τα θέριζε, τα έτρωγαν και ψοφούσαν.

Επίσης, οι καυγάδες, τα μαλώματα και οι ξυλοδαρμοί δεν σταματούσαν. Ο κόσμος τότε ήταν βάρβαρος. Οι ντόπιοι άγριοι. Αλλά και μεις δεν ήμασταν λίρα εκατό…»

Τελικός εποικισμός

Και οι Καβακλιώτες, όπως και οι Μπανιώτες νωρίτερα, επέμεναν να εγκατασταθούν στα πρώτα υψώματα, πάνω απ’ το σταθμό της Αλυκής. Κι αυτοί, όμως, δεν τα κατάφεραν, γιατί τα κτήματα εκείνα ήταν ιδιοκτησίες των ντόπιων, που τα είχαν αγορασμένα απ΄ το Μπίτζιο.

Τελικά, ο Εποικισμός, η Υπηρεσία Αποκατάστασης Προσφύγων, τους έδωσε οικόπεδα στη νοτιοανατολική πλευρά του παλιού χωριού κι εκεί έχτισαν τα σπίτια τους κι έκαναν το νέο τους συνοικισμό. Το συνοικισμό του Καβακλί, που αριθμούσε γύρω στους 1000 κατοίκους.

Ο Εποικισμός έδωσε τούβλα, ξυλεία, κεραμίδια και άλλα οικοδομικά υλικά στους πρόσφυγες για το χτίσιμο των πρώτων, μικρών και τυποποιημένων σπιτιών. Όποιος μπορούσε έκαμνε προσθήκες και επεκτάσεις στο σπίτι του με δικά του έξοδα. Οι περισσότεροι, όμως, περιορίζονταν στο μικρό κι απλό σπιτάκι του Εποικισμού.

Σήμερα, σπάνια να βρεθεί κάποιο από κείνα τα πρώτα σπίτια των προσφύγων στο χωριό. Όλοι, με τον καιρό και με την εργασία τους, κατάφεραν να ορθοποδήσουν και γρήγορα να χτίσουν καινούρια, μεγάλα και ευρύχωρα σπίτια.

«Όταν άρχισε το χτίσιμο των σπιτιών», λέγει ο Χρ. Νατσίδης, «εκτός απ’ τα τούβλα που μας έδωσε ο Εποικισμός, χρειάστηκε και πέτρα. Πολλοί πήγαιναν στην Αγία Παρασκευή κι έσπαζαν με τις βαριές τις μεγάλες, τετράγωνες, αρχαίες πέτρες, που βρίσκονταν τότε μπόλικες εκεί και τις κουβαλούσαν στα οικόπεδά τους. Ορισμένες ήταν σκαλισμένες εδώ κι εκεί κι άλλες είχαν και γράμματα».

Την αρπαγή αυτή και την καταστροφή των αρχαιοτήτων επιβεβαιώνουν κι όλοι σχεδόν οι γέροι του χωριού. Ντόπιοι και πρόσφυγες.

«Ενδιαφέρουσες σκαλιστές πέτρες και τμήματα αγαλμάτων», λέγει ο Νίκος Πανταζής, «βρίσκονταν στο χώρο της Αγίας Παρασκευής και του Αγίου Νικολάου. Τις περισσότερες απ’ αυτές τις αρχαιότητες τις πήραν οι πρόσφυγες, για να χτίσουν τα σπίτια τους, ύστερα απ’ το 1926…»

Για να φέρουν νερό στο Καβακλί, δούλεψαν όλοι μαζί οι κάτοικοι. Έχτισαν στην πλατεία του οικισμού μια βρύση και τη σύνδεσαν με σιδεροσωλήνες, που τους έδωσε ο Εποικισμός, με την πηγή που βρίσκονταν ψηλότερα προς τον Άγιο Γεώργιο, τη γνωστή με το όνομα ‘’Λούκι’’. Χώρισαν όλο το μήκος απ’ τη βρύση ως το ‘’Λούκι’’ σε τμήματα και ο καθένας ανέλαβε να σκάψει χαντάκι 40 περίπου μέτρων. Το νερό, όμως, ήταν λιγοστό και το πρόβλημα της ύδρευσης δεν λύθηκε, αλλά παρέμεινε οξύ ως την εποχή που το Κίτρος συνδέθηκε με το δίκτυο ύδρευσης του Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Πιερίας, χωρίς φυσικά να λυθεί και πάλι οριστικά.

Και σήμερα ακόμα, οι ανάγκες των κατοίκων δεν ικανοποιούνται απόλυτα, παρ’ ότι κάθε σπίτι έχει και τη δική του βρύση. Και τούτο, γιατί η σωλήνωση που κατεβάζει το νερό στο χωριό είναι μικρού διαμετρήματος, δυσανάλογου με τις ανάγκες των κατοίκων και κοινή με τα πιο πάνω χωριά, τα οποία χρησιμοποιούν το δίκτυο της ύδρευσης κατά βούληση και για την άρδευση των χωραφιών τους.

Έτσι, το Κίτρος, σαν ευρισκόμενο τελευταίο στη σειρά, δέχεται μόνο ό,τι περισσεύει απ’ τους προηγούμενους.

Οι Μπανιώτες

Το ίδιο πρόβλημα είχαν και οι Μπανιώτες στην αρχή. Κι αυτοί το προχειροέλυσαν ή καλύτερα το ανακούφισαν με τον ίδιο τρόπο. Έχτισαν μια βρύση στην πλατεία του συνοικισμού κι έφεραν νερό απ’ το ‘’Λούκι’’.

Επίσης, έχτισαν μέσα στην πλατεία, με λίγα υλικά του Εποικισμού και με δική τους προσωπική εργασία ένα μικρό οίκημα για ιατρείο. Η ελονοσία τους θέριζε κι αυτούς κι είχαν ανάγκη ιατρικής περίθαλψης. Έφεραν μάλιστα και γιατρό, τον Προδρομίδη και τον εγκατάστησαν στο οίκημα αυτό. Αργότερα, γύρω στο 1930, το μιρκό ιατρείο μετατράπηκε σε σχολείο, ώσπου το 1946, χτίστηκε άλλο καλύτερο και μεγαλύτερο σχολείο.

Απ’ όλους τους πρόσφυγες που ήρθαν στο Κίτρος απ’ την Ανατολική Ρωμυλία, μόνο δύο επέστρεψαν πίσω. Ο Μπανιώτης Γιάννης Περδικάκης και ο Καβακλιώτης Γκουρίδης. Και οι δυο δυσαρεστήθηκαν, γιατί δεν έγινε ο συνοικισμός τους στην πλαγιά προς το σταθμό. Ο πρώτος, ούτε καν ανέβηκε πάνω στο Κίτρος με τους άλλους. Απ’ την αρχική ακόμα κατασκήνωση, μόλις αποφασίστηκε η μεταφορά τους ψηλότερα, φόρτωσε τα πράγματά του στο κάρο του και, με την οικογένειά του, ξαναπήρε το δρόμο της επιστροφής. Γύρισε στο Ζέντελικ (Σταυρούπολη) της Θεσσαλονίκης, όπου έμεινε περίπου τρεις μήνες. Μετά, πούλησε τα ζώα του, το κάρο του και ό,τι άλλο είχε και ξαναγύρισε στη Βουλγαρία. Ξαναπήγε στο χωριό και στο σπίτι του, που είχε αφήσει. Ο δεύτερος, ανέβηκε στο χωριό και έμεινε αρκετό καιρό στην κατασκήνωση με τους άλλους. Πήρε μάλιστα και οικόπεδο απ’ το κράτος.  Αυτό που έχει σήμερα ο Κ. Κουντσίδης. Το εγκατέλειψε, όμως, τελικά και έφυγε κι αυτός για τη Βουλγαρία.

Όταν έγινε η γεωργική αποκατάσταση των προσφύγων, δικαιώθηκαν οικόπεδα και πολλοί ακτήμονες απ’ τους γηγενείς. Επειδή η τελική παραχώρηση γίνονταν με κλήρο, πολλοί ντόπιοι έτυχε να πάρουν οικόπεδα μέσα στο νεοχαραγμένο συνοικισμό της Μπάνας και ορισμένοι Μπανιώτες μέσα στο συνοικισμό των γηγενών. Αυτό δυσαρέστησε και τους μεν και τους δε, γι’ αυτό έγινε ανταλλαγή των οικοπέδων μεταξύ των δικαιούχων κι εύκολα και οι δυο ράτσες έμειναν χωρισμένες, σε χωριστές περιοχές η κάθε μια. Αν προβλέπονταν τα κακά επακόλουθα του τοπικιστικού πνεύματος από τότε κι αν λαμβάνονταν κάποια πρόνοια ανάμιξης των κατοίκων απ’ την αρχή, ίσως ως τώρα να είχε εκλείψει ο έντονος τοπικισμός και το Κίτρος να ήταν σήμερα πιο συγκροτημένο και πιο προοδευμένο.

Το ίδιο έντονο ρατσιστικό πνεύμα και η ίδια τοπικιστική τακτική επικράτησε και με την έλευση κι αποκατάσταση και της άλλης ομάδας των προσφύγων απ’ την Ανατολική Ρωμυλία, των Καβακλιωτών11.

Στη μόνιμη εγκατάστασή τους προσπάθησαν κι αυτοί να μείνουν μακριά απ’ τους ντόπιους κι απ’ τους Μπανιώτες. Έτσι, το χωριό παρουσιάστηκε τελικά με τρεις ανόμοιους συνοικισμούς, με άλλους ιδιωματισμούς στην ομιλία του ο καθένας, με άλλα ήθη και έθιμα, με διαφορετική νοοτροπία και με κάποιο αδικαιολόγητο κι απροσδιόριστο μίσος φωλιασμένο στην καρδιά του καθενός.

Στην αρχή, οι διαφορές και οι εχθρότητες ήταν οξείες και ο διαχωρισμός έντονος και κάθετος. Εκδηλώνονταν δε με καθημερινούς ξυλοδαρμούς, έντονους καυγάδες και συνεχή μαλώματα. Αλλά και σήμερα ακόμα, παρ’ ότι έχουν περάσει από τότε πολλά χρόνια, οι τρεις συνοικισμοί παραμένουν ακόμα διαχωρισμένοι και ως ένα βαθμό απομονωμένοι μεταξύ τους και το τοπικιστικό πνεύμα δεν ξεχνάει να επενεργεί συχνά σαν τροχοπέδη στην προαγωγή και στην πρόοδο του τόπου.

Αλέκος Αγγελίδης
“Αναδρομή στην Ιστορία της Μακεδονίας – Τόμος Β’ ”
Εκδόσεις Μάτι
Επιμέλεια κειμένου και ηλεκτρονικής έκδοσης – Ιάκωβος Γαριβάλδης


1 . Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη: Τόμος 9 σελ. 731.
2 . Εδώ δεν συμπεριλαμβάνονται οι κάτοικοι του οικισμού του Κορινού, που τότε ανέρχονταν σε 1031 και υπάγονταν στην Κοινότητα Πύδνας, ούτε και οι κάτοικοι της Αλυκής, που ανέρχονταν σε 32. Ο Κορινός αποτέλεσε ξεχωριστή Κοινότητα το 1928 με το Δ. 30.6.28 ΦΕΚ Α166/1928.
3
. Poullet: «Nuvelles Relations du Levant» Paris 1668.
4
. Έφεραν περίπου 10.000 πρόβατα στο Κίτρος. (Σύμφωνα με μαρτυρία Ν. Πανταζή).
5 . Ο Θ. Πάγκαλος έγινε δικτάτορας της Ελλάδας στις 3 Ιανουαρίου 1926.
6 . Ο Ν. Πανταζής, που έτυχε να συναντηθεί με την επιτροπή, μόλις κατέβηκε απ’ το τρένο της Αλυκής, λέγει ότι ήταν και ο Γ. Καραμανάκης.
7 . Σύμφωνα με στοιχεία που συγκεντρώθηκαν ως το τέλος του 1928, μετανάστευσαν απ’ την Ελλάδα στη Βουλγαρία 90.000. Απ’ τη Βουλγαρία στην Ελλάδα 50.000. Παρέμειναν Έλληνες στη Βουλγαρία 10.000 και στην Ελλάδα σλαβόφωνοι γενικά Έλληνες υπήκοοι 85.000 (Ελευθερουδάκη «Σύγχρονη Εγκυκλ. τόμ 9 σελ. 731).
8 . Ο Κιτριώτης Χρήστος Τριανταφύλλου, που συνάντησε τότε την επιτροπή, λέγει πως ήταν και ο Φωκάς. Η επιτροπή ήρθε στο χωριό και πήγε στο Χάνι, που ήταν και το μοναδικό τότε μαγαζί (μπακάλικο και καφενείο) στο Κίτρος.
9
. Ήταν μεγάλα χάλκινα δοχεία, που χωρούσαν γύρω στα 10 κιλά νερό.
10 . Ξύλα, ειδικά λυγισμένα και πελεκημένα, δυο περίπου μέτρα στο μάκρος, στα άκρα των οποίων κρεμούσαν τα μπακούρια και το κέντρο τους το στήριζε η γυναίκα στον ώμο της.
11
. Ξεφυλλίζοντας τα παλιά αρχεία γάμων της μητρόπολης Κίτρους, διαπιστώνεται ότι το οξύ τοπικιστικό πνεύμα διατηρήθηκε και μεταξύ των δύο ιερέων, του ντόπιου παπα-Θανάση και του πρόσφυγα παπα-Παναγιώτη, που συνυπηρέτησαν για κάποιο διάστημα στην εκκλησία των Αγίων Κων/νου και Ελένης στο Κίτρος. Ο μεν ντόπιος παπά-Θανάσης κάνει χωρίς καμιά παρέκλιση όλους τους γάμους των ντόπιων κατοίκων, ο δε πρόσφυγας παπα-Παναγιώτης των προσφύγων.

Author: Μνήμες