Κίζεδερβεντ, Τρίγλια – μέρος 6

Ι. Τοποθεσία – Κλίμα – Ασχολίες κατοίκων

Το χωριό αυτό βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της Μ. Ασίας κοντά στη Νικομήδεια και απέχει 100 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη.

Είναι κτισμένο μεταξύ τεσσάρων βουνών. Το βουνό που βρίσκεται ανατολικά του χωριού έχει ύψος 1800μ., αυτό που βρίσκεται δυτικά έχει ύψος 2000μ. και αυτά που βρίσκονται βόρεια και νότια του χωριού έχουν ύψος 600μ. και 700μ. αντίστοιχα.

Στο ανατολικό μέρος επίσης υπήρχε ο ποταμός Δράκος. Μέσα από το χωριό περνούσε κι ένας δημόσιος δρόμος λιθόστρωτος, που έγινε από τους Σταυροφόρους και ονομαζόταν «Βαγδάτ τζατεσσίς», δηλαδή Λεωφόρος της Βαγδάτης. Διά μέσου αυτής της λεωφόρου μεταφέρονταν προς την Κωνσταντινούπολη χρηματικά ποσά από φόρους τα οποία κατέβαλλαν οι επαρχίες στο τουρκικό κράτος.

Το κλίμα ήταν υγιεινό. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία. Πλούσιες ήταν οι σοδειές των σιτηρών, καλαμποκιών, σίκαλης, βρώμης και λιναριού. Eπίσης ασxoλoύνταν με την παραγωγή μεταξιού, με την κτηνοτροφία (πρόβατα, κατσίκες, αγελάδες) και με το εμπόριο. Στα σπίτια ύφαιναν διάφορα υφάσματα με τους αργαλειούς και έπλεκαν κάλτσες. Καλλιεργούσαν λινάρι από το οποίο δημιουργούσαν το λινό ύφασμα. Η διαδικασία παραγωγής του λινού υφάσματος, όπως μας είπε η κ. Ασλάνογλου, ήταν η παρακάτω: «Για να φτιάξουν λινό ύφασμα, σπέρνανε το λινάρι, το θερίζανε και το φουσκώνανε μέσα στο ποτάμι του χωριού. Το χτυπούσαν με τον κόπανο μέσα στο νερό, έβγαινε η φλούδα και έμενε η κλωστή. Ύστερα το βάζανε στη ρόκα και το δούλευαν με το αδράχτι. Το κάνανε κλωστή, το υφαίνανε στον αργαλειό και με το ύφασμα αυτό ράβανε τα ρούχα τους. Τη γυναίκα που αγόραζε έτοιμα ρούχα, τη θεωρούσαν πως δεν ήταν καλή νοικοκυρά».

ΙΙ. Διοίκηση

Ο κ. Βασίλης Ασλανίδης που ήρθε μικρό παιδί από το Κίζδερβεντ

Κατά την απογραφή του Τουρκικού κράτους το 1919, ο πληθυσμός του χωριού ανερχόταν στους 2800 κατοίκους. Τη διοίκηση του Κιζδερβεντ την είχε αναλάβει ο Σταθμάρχης της Χωροφυλακής, ύστερα ο Μουδούρης της Νικομήδειας και τέλος ο Καϊμακάμης της επαρχίας Καραμουσάλ. Προηγουμένως υπάγονταν στην υποδιοίκηση της Γιάλοβας του Σαvτζακίου Νικομήδειας.

Ανώτατος άρχοντας ήταν ο Πρόεδρoς τον οποίο εξέλεγαν κάθε χρόνο «δια βοής» οι πρόκριτοι και οι χωριανοί που είχαν κάποιο κύρος. Τον πρόεδρο βοηθούσε στο έργο του δεκαμελές συμβούλιο. Στα συμβούλια των προκρίτων έπαιρνε μέρος πολλές φορές και ο Μητροπολίτης Νικομήδειας.

Υπήρχε επίσης και Τουρκικός Σταθμός Χωροφυλακής.

Οι κάτοικοι στρατεύονταν στα Τούρκικα ασκέρια για 2 χρόνια σε καιρό ειρήνης και 5 ή περισσότερα σε καιρό πολέμου.

ΙΙΙ. Ιεροί Ναοί – Σχολεία

Στο χωριό υπήρχε ο ναός της Αγίας Παρασκευής που γιόρταζε στις 26 Ιουλίου. Επίσης υπήρχε το εξωκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που λειτουργούσε μόνο την 21η Μαΐου. Την εκκλησιαστική επιτροπή την αποτελούσαν 6-7 άτομα. Όλοι θυμούνται τη συμπαράσταση της εκκλησίας στα δύσκολα χρόνια που δοκιμάστηκαν κατά τους χρόνους 1919-1920.

Κοντά στην εκκλησία υπήρχε δημοτικό σχολείο, που ήταν επταθέσιο και διώροφο. Υπήρχε διευθυντής, δάσκαλοι και ένας παιδονόμος (Νηπιαγωγός). Κατά την τελευταία χρονιά φοιτούσαν 180 μαθητές και μαθήτριες.

Η σχολική εφορεία που αποτελούνταν από 5-6 άτομα φρόντιζε για την εξεύρεση των δασκάλων και πόρων για να πληρώνουν τους δασκάλους. Τα ¾ όλων των δαπανών που προορίζονταν για τα σχολεία, τις πλήρωνε το εκκλησιαστικό ταμείο.

IV. Ενδυμασία

Οι άνδρες φορούσαν στο κεφάλι ένα φέσι με μακριά φούντα. Τα παντελόνια τους ήταν συνήθως μαύρα ή καφέ και έμοιαζαν με τις Τουρκικές βράκες. Από τη μέση και κάτω μέχρι τα γόνατα ήταν πολύ φαρδιές ενώ από τα γόνατα και κάτω στένευαν, κούμπωναν με κουμπιά και λέγονταν ποτούρια. Οι κάλτσες τους ήταν μάλλινες και μακριές, τις έβγαζαν έξω από τα παντελόνια και τις έδεναν με το κορδόνι.

Η γυναικεία ενδυμασία είχε τις ιδιορρυθμίες της αρχαίας Αχριδοηπειρωτικής ενδυμασίας και δεν υπήρχε σε κανένα άλλο γειτονικό χωριό. Φορούσαν ένα κόκκινο βαμβακερό καπέλο κεντημένο. Πάνω στο καπέλο υπήρχε ένα ξυλάκι που δε φαινόταν και το οποίο κρατούσε σηκωμένο το κασκόλ που έβαζαν από πάνω. Αυτό το κασκόλ το έδεναν κάτω από το σαγόνι και μετά το ξαναέδεναν στην κορυφή του καπέλου. Επίσης φορούσαν μακρύ παλτό με μια ζώνη στη μέση. Πάνω από το παλτό φορούσαν και ποδιά. Οι κάλτσες τους ήταν άσπρες μάλλινες και έφταναν μέχρι τα γόνατα.

V. Προέλευση του ονόματος «Κίζδερβεντ»

Οι γέροντες που ήρθαν μικρά παιδιά από το Κίζδερβεντ έχουν την εξής άποψη για την ετυμολογία του παραπάνω ονόματος. Αν το πρώτο συνθετικό Κιζ = κορίτσι και το δερβεντ = σταθμός με στρατιωτικούς σκοπούς, περιπολίες, το παραπάνω όνομα σημαίνει σταθμός με γυναικείες περιπόλους. Αυτή η ερμηνεία σχετίζεται με το γεγονός που αναφέρουμε παρακάτω  τη συμμετοχή δηλαδή των γυναικών στις συμπλοκές που είχαν οι κάτοικοι του χωριού με τους ληστές.

Το κέντρο του χωριού Κίζεδερβεντ

Στο βιβλίο του κ. Ν. Βερβερίδη «Ροκατζήδες» υπάρχει μια έρευνα του κ. Πάνου Φ. Πανά, που δημοσιεύτηκε με τη μέριμνα του κ. Παύλου Μητσόπουλου. Από την εργασία αυτή αναφέρουμε περιληπτικά τις παρακάτω απόψεις σχετικά με την ετυμολογία του ονόματος «Κίζδερβεντ». Αν παραδεχτούμε ότι αποτελείται από τρία συνθετικά, Κίζ = κορίτσι, ντερ= θύρα, μπεντ = φράγμα, αμπέλι τότε η λέξη σημαίνει παρθενόθυρα, παρθενοθυράμπελο. Σύμφωνα με άλλη άποψη η λέξη αποτελείται από το πρώτο συνθετικό Κίζ = κορίτσι και το δεύτερο συνθετικό δερέμπεϊ. Η λέξη μπέι σανσκριτικής προέλευσης σημαίνει κύριος. Κύριος σημαίνει αυτός που κατέχει κάτι, αυτός που εξουσιάζει. Στα χρόνια της Φεουδαρχίας ο Φεουδάρχης λεγόταν ντερέμπεϊ και το φέουδο ντερεμπεϊλίκι. Άρα, σύμφωνα με τα προηγούμενα και αν δεχτούμε ότι το όνομα είναι Κιζδερέμπει καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το όνομα φανερώνει πως το χωριό ήταν κάποτε τιμάριο που δόθηκε σε κάποια κοπέλα εξαιτίας της εύνοιας κάποιου Σουλτάνου ή αυτοκράτορα. Και πιθανότατα με την πάροδο του χρόνου το ντερέμπει μετατράπηκε σε ντερεμπέντ.

Στα «Βιθυνικά» του Μ.Κλεώνυμου και Χρ.Παπαδοπούλου,1867, αναφέρονται τα εξής για το όνομα και για το χωριό Κίζδερβεντ: «Κίζδεβρεντ, εκλήθη ούτως,επειδή οι κάτοικοι αυτού ανέκαθεν είχον την επιστασίαν του επιτηρείν τας δημοσίους οδούς και τα μονοπάτια των βουνών από ληστείας∙ κατοικείται υπό 250 οικογενειών Ελλήνων χριστιανών,των οποίων το έργον είναι η γεωργία και η ποιμενική∙ ομιλούσι διεφθαρμένην τινά γλώσσαν συγγενή τη Αλβανο-βουλγαρική, εξ ης φαίνεται ότι μετηνάστευσαν εξ εκείνων των μερών.

VI. Kαταγωγή – Γλώσσα – Εθνικότητα

Από πληροφορίες συγχωριανών μου και από άλλες πηγές κατέληξα σε τρεις απόψεις σχετικά με τη δημιουργία του χωριού Κίζδερβεντ. Η μια άποψη υποστηρίζει ότι το 1500 μ.Χ. οικογένειες Ελλήνων από την περιοχή Αχρίδα και από το Μοναστήρι μετανάστευσαν στην Κωνσταντινούπολη ψάχνοντας τόπο για να εγκατασταθούν.

Η άλλη άποψη δέχεται πως τα άτομα αυτά δεν μετανάστευσαν αλλά τα εξόρισαν γιατί λήστεψαν τους κατοίκους της περιοχής και τους έστειλαν σ’ αυτήν την περιοχή για να αντιμετωπίσουν τους άλλους ληστές.

Η Τρίτη άποψη δέχεται ότι ο Μωάμεθ ο Πορθητής το 1467, όταν επέστρεψε από την Κρόϊα πέρασε από την Αχρίδα και με ραδιουργία των Βουλγάρων αιχμαλώτισε τον τότε Αρχιεπίσκοπο Δωρόθεο και πολλούς άλλους Αχριδινούς σαν τάχα επικίνδυνους και τους μετέφερε στην Πόλη και από εκεί στο Κής- Χαν.

Όπως και να βρέθηκαν τα άτομα αυτά στη Μ. Ασία, η τουρκική κυβέρνηση τους εγκατέστησε σε περιοχή που υπήρχε ένα τεράστιο χάνι, το Κής-Χαν που εξυπηρετούσε στρατιωτικούς σκοπούς. Από εκεί περνούσαν ταμίες μεταφέροντας τα χρήματα των φόρων από τη Βαγδάτη προς την Κωνσταντινούπολη. Η περιοχή με τα παρθένα δάση ευνοούσε πολύ τις ληστείες. Γι’ αυτό υπήρχε και σταθμός χωροφυλακής. Οι οικογένειες λοιπόν που εγκαταστάθηκαν εκεί βοηθούσαν τους χωροφύλακες στην αντιμετώπιση των ληστειών. Σ’ αυτές τις συμπλοκές συμμετείχαν και γυναίκες γιατί οι άνδρες ασχολούνταν με τη διαμόρφωση της γης για να μπορέσουν να εγκατασταθούν.

Σε μια συμπλοκή λοιπόν με τους ληστές σκοτώθηκε μια γυναίκα αλλά τα χρήματα όμως διασώθηκαν. Ο Σουλτάνος κάλεσε λίγους από αυτούς για να τους ευχαριστήσει και κανόνισε μαζί τους την έκταση μέσα στην οποία θα μπορούσαν να στήσουν το χωριό τους. Στη συνέχεια τους απάλλαξε από την καταβολή του Δημοσίου φόρου.

Μόλις πληροφορήθηκαν τα προνόμια αυτά πολλοί κάτοικοι της γύρω περιοχής, Ελληνόφωνοι, Τουρκόφωνοι, Αρμενόφωνοι και Βουλγαρόφωνοι εγκαταστάθηκαν εκεί για να απολαύσουν τα προνόμια που παραχώρησε ο Σουλτάνος. Έτσι δημιουργήθηκε το Κίζδερβεντ.

Στην διαφορετική εθνικότητα των κατοίκων οφείλεται και η δημιουργία της παράξενης γλώσσας τους που δεν τη μιλούσαν σε κανένα από τα γειτονικά χωριά της Μ. Ασίας ούτε σε άλλη περιοχή. Αυτή περιέχει 40% Αραβοπερσοτουρκικά, 40% Σερβορωσοβουλγαρικά, 15% Ελληνικά και 5% Αρβανίτικα. Η προφορά τους έκλινε περισσότερο προς την Αρβανίτικη και Ελανική. Εξαιτίας της παράξενης αυτής γλώσσας οι Τούρκοι και Έλληνες της περιοχής τους ονόμαζαν «Τρακατρούκηδες», πράγμα που συμβαίνει ακόμα και σήμερα στη Ν. Τρίγλια.

Και άλλοι κάτοικοι, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία όπως θα δούμε παρακάτω, αναγκάστηκαν να μιλούν την τουρκική γλώσσα. Όπως αναφέρει και ο κ. Ν. Βερβερίδης οι Βούλγαροι Σλαβολόγοι Ντοπμροσύτσκι και Κοπιτάρ ομολόγησαν πως οι κάτοικοι των περιοχών Μοναστηρίου και Αχρίδας ήταν Έλληνες.

Τα ήθη και έθιμα, η θρησκεία των ανθρώπων αυτών είναι όμοια με τα ήθη και έθιμα όλων των άλλων Ελλήνων. Η θρησκεία τους είναι η Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία.

Όταν στις αρχές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου Βούλγαροι απεσταλμένοι επεδίωξαν με δόλο και δελεαστικά μέσα να προσελκύσουν τους φτωχούς κατοίκους του Κίζδερβεντ και να τους υποτάξουν στη Βουλγαρική εξαρχία, συνάντησαν σθεναρή αντίσταση. Οι δημογέροντες αρνήθηκαν κατηγορηματικά και αυτοί από φόβο μήπως αντιμετωπίσουν την εξέγερση του χωριού έφυγαν νύχτα.

VII. Ιστορία

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 πολλοί έγιναν κλέφτες και κατέφυγαν στα δύσβατα μέρη του Αργανθοβουνίου, έκαναν τα λημέρια τους και λήστευαν τα χρήματα των Τουρκικών φόρων που τα διέθεταν στην οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας.

Οι κάτοικοι του Κίζδερβεντ βοήθησαν αυτούς τους κλέφτες και οικονομικά και φυγαδεύοντας τους στην Κωνσταντινούπολη,

Το χωριό αυτό επισκέφτηκε και ο Ρήγας Φερραίος ως ζωέμπορος αλλά στην πραγματικότητα προσπαθούσε να μυήσει τους κατοίκους στον απελευθερωτικό αγώνα. Ένας ιερέας με το όνομα Παπάζογλου προσέφερε οικονομική ενίσχυση για το έργο του 60 τουρκικές λίρες.

Σημαντικό γεγονός της ιστορίας του χωριού αποτελεί η πολιορκία που υπέστη την 14η Σεπτεμβρίου 1920 από 3000 περίπου άτακτους Κεμαλικούς. Η κοινοτική φρουρά που αποτελούνταν από 60 οπλοφόρους, ενισχύθηκε από τα γειτονικά χριστιανικά χωριά. Οι ενισχυτικές αυτές ομάδες είχαν για αρχηγούς τον Ηλία Δεληγιάννη από το Φούλατζικ[1], τον Καπετάν Φώτη από το Ελμάλιο που έπεσε στο πεδίο της μάχης και τον Καπετάν – Θωμά από τη Γιάλοβα. Όλοι αυτοί λοιπόν οι Έλληνες αντιμετώπισαν γενναία τους Τούρκους και τους έτρεψαν σε φυγή.

Το απόγευμα όμως της ίδιας ημέρας, οι κάτοικοι από φόβο μήπως δεχτούν ισχυρότερη επιδρομή των εχθρών παίρνοντας τα παιδιά, τις γυναίκες, τους γονείς τους και ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν εγκαταλείπουν το χωριό τους. Διανυκτέρευσαν στο Αρμενοχώρι και στη συνέχεια κατέφυγαν στο τουρκικό χωριό Παζάρτ-Κιόϊ όπου διέμειναν προσωρινά.

Πολλοί από τους κατοίκους αυτούς έφτασαν στην Κίο. Εδώ διέμειναν δυο χρόνια με την ελπίδα να γυρίσουν πίσω την πατρίδα τους που είχε στο μεταξύ καεί από Τούρκους. Με την αποχώρηση όμως του ελληνικού στρατού από τη Μ. Ασία η ελπίδα τους διαψεύσθηκε οικτρά. Έπρεπε να εγκαταλείψουν οριστικά την πατρίδα τους. Στην προσπάθειά τους να σωθούν χάνονται μεταξύ τους.

Η κ. Αναστασία Ραχμανίδη, μητέρα του Δ. Ραχμανίδη

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Δημητρίου Ραχμανίδη (βλ. εικόνα πιο πάνω). Μικρό παιδάκι αυτός χάθηκε και έμεινε στο Κίζδερβεντ. Τον προστάτεψε κάποιος Τούρκος ο οποίος και τον μεγάλωσε. Ο Δημήτριος Ραχμανίδης έμεινε στο Κίζδερβεντ όπου και δημιούργησε την οικογένειά του. Μετά από χρόνια αναζήτησε τους δικούς του στην Ελλάδα τους οποίους βρήκε στη Ν. Τρίγλια Χαλκιδικής. Από τότε αυτός και η οικογένειά του διατηρούν σχέση μαζί τους και ανταλλάσσουν επισκέψεις.

2001, η κ. Μ. Ραχμανίδου με τα ξαδέλφια της ,τους γιους του κ. Δ. Ραχμανίδη στο Κίζδερβεντ. Στην φωτογραφία διακρίνεται ο δρόμος από τον οποίο έφυγαν οι Έλληνες το 1922

Οι κάτοικοι του Κίζδερβεντ φεύγοντας περνούν από την παραλία της Κίου και Μουδανιών στις απέναντι ακτές της Ανατολικής Θράκης Ραιδεστό, Συλλήβρια, κ.ά. Από εκεί εγκαταστάθηκαν σε διάφορα χωριά της Ελλάδας όπως το Νικομηδινό του Νομού Θεσσαλονίκης, Κρύα Βρύση του Νομού Πέλλης, Ν. Τρίγλια Χαλκιδικής, Βαλτοτόπι του Κιλκίς, κ.ά.

Όταν έφτασαν στη Χαλκιδική, δεν είχε συσταθεί ακόμη η κοινότητα της Ν. Τρίγλιας. Έτσι εγκαταστάθηκαν στα Μπόζαλαν μαζί με τους Θρακιώτες πρόσφυγες, που είχαν φθάσει εκεί νωρίτερα. Αργότερα εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Ν. Τρίγλια.

Δέσποινα Παρασκευά-Κράνη
“Ν. Τρίγλια Χαλκιδικής, Ένα ταξίδι μέσα στο Χρόνο και την Ιστορία”
χορηγός – Δήμος Ν. Τρίγλιας

«[1]Φούλατζικ, χωρίον κείμενον προς μεσημβρ. του ανωτέρω μεσογείου(Νικομήδεια) κατοικείται υπό Ελλήνων χριστιανών εχόντων βιοπορισμόν κυρίως την γεωργίαν και ποιμενικήν∙ συνίσταται από 150 οικογενείας ομιλούσι πάντες οι κάτοικοι την οθωμανικήν,είναιδε,ως εκ της ορεινής θέσεώτων ανδρείοι ορεσίβιοι. Εκ τούτου εγεννήθη και ο διαβόητος ληστής ο Λευθέρης.» Βιθυνικά, Μ.Κλεώνυμου και Χρ.Παπαδοπούλου,1864.

 


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Παρεκκλήσια Τρίγλιας
    Στην Τρίγλια υπήρχαν παρεκκλήσια τόσο εντός του οικισμού, όσο και εκτός αυτού. Μαρτυρίες για τα παρεκκλήσια αντλούμε από τις προφορικές μαρτυρίες που περιλαμβάνονται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ).
  2. Η εκκλησία Αγίου Γεωργίου
    Η εκκλησία Αγίου Γεωργίου Κάτω ανεγέρθηκε τον 17ο αιώνα και περιγράφεται στο αρχείο ΜΚΣ ως: “Την εκκλησία αυτή τη λέγαμε ο Κάτω Άϊ Γιώργης για να την ξεχωρίζουμε από τον Απάνω Άϊ Γιώργη στον Επάνω μαχαλά. Ήταν πέτρινη, μεγάλη εκκλησία, μεγαλύτερη από τον Απάνω Άϊ Γιώργη. Δυό φορές το χρόνο γινόταν μονεκκλησιά, εκεί χωρούσε όλο το εκκλησίασμα.
  3. Η Eκκλησία Υπεραγίας Θεοτόκου
    Η εκκλησία της Παναγίας-Μητρόπολης ανεγέρθηκε τον 17ο αιώνα, αλλά σε ένα γωνιόλιθο, που είναι εντοιχισμένος ψηλά στη γωνία Eski Pazar Cad και Demirhane Araligi Sok (φωτογραφία 52), έχει χαραχθεί, στην πλευρά επί του Demirhane Araligi Sok, με ανάγλυφους αριθμούς το έτος 1834
  4. Η εκκλησία της Παντοβασίλισσας
    Η εκκλησία της Παντοβασίλισσας ήταν το καθολικό της Μονής Τρίγλιας, η οποία ιδρύθηκε το 780 μΧ, σύμφωνα με τον Τρ. Ευαγγελλίδη (Βρύλλειον- Τριγλεία, σ. 53) και τη Δέσποινα Παρασκευά (Τριγλεία της Βιθυνίας, σ. 17). Η εκκλησία κτίστηκε 1) κατά “τον όψιμο 13ο αιώνα”, σύμφωνα με σχετική βιβλιογραφία...
  5. Η εκκλησία της Αγίας Επισκέψεως
    Εκτός από την εκκλησία του Αγ. Δημητρίου, υπήρχε και η εκκλησία της Αγίας Επισκέψεως, η οποία ανεγέρθηκε τον 17ο αιώνα και περιγράφεται, από τους πληροφορητές του ΚΜΣ, ως εξής: “Η Αγία Επίσκεψις ήταν στη συνοικία του Επάνω Άϊ Γιώργη. Πριν ήταν εκκλησία και λειτουργούσε και κάηκε το 1895. Έμεινε η εικόνα και κάτι άλλα, και κτίσαν ένα παρεκκλήσι...
  6. Η σχέση της Τρίγλιας...
    Οι ιστορικές αναφορές για τον αρχικό οικισμό "Βρύλλειον" στην ευρύτερη περιοχή της Τρίγλιας, Βιθυνίας, έχουν αφετηρία το 500 π.Χ., αλλά η δημιουργία του πρώτου οικισμού της περιοχής αναφέρεται στον 12ο αιώνα, στη θέση "Παλαιοχώρια", λίγα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του σημερινού...
  7. Σιγίλου ή Σιγήλου
    Το 1321, έγινε μια απογραφή από τους Βυζαντινούς απογραφείς Περγαμηνό και Φαρισέο. Στην απογραφή αυτή ορίζονται τα όρια της γης που κατέχει η μονή Λινοβροχίου στη Σιγίλου. Συγκεκριμένα ως γείτονες αυτής της γης αναφέρονται : τα κτήματα που κατείχε η Λάβρα στο Όξυνο, η ιδιοκτησία της Μονής Δοχιαρείου στο Ρουσσαίου, ο στρατιώτης Νεοκαστρίτης που κατείχε κι αυτός έκταση στο Ρουσαίου την οποία είχε αποσπάσει από τα εδάφη της Μονής Δοχιαρείου και η ιδιοκτησία μιας άλλης μονής, του Χορταίτη στη γη επίσης του χωριού Σιγίλου.
  8. Βελετλέρ, Τρίγλια - μέρος 8
    Το χωριό αυτό βρίσκεται σε απόσταση είκοσι λεπτών περίπου από την Τρίγλια, στο δρόμο που οδηγεί από το Γιαλί-Τσιφλίκ στο Αναφόρι και Ντερίκιοι. Απέχει μια ώρα με τα πόδια από τη θάλασσα, μιάμιση ώρα από τη Ν. Τρίγλια, και δύο ώρες από τα Μουδανιά επίσης με τα πόδια. Το χωριό βρίσκεται πάνω σε ύψωμα. Στα πόδια του υψώματος εκτείνεται εύφορος κάμπος...
  9. Ανατολική Θράκη, Τρίγλια - μέρος 7
    Οι Θρακιώτες που εγκαταστάθηκαν στο Σουφλάρ, σήμερα Ν. Τρίγλια, κατάγονταν από τα χωριά Γάνος, Στέρνα, Κερασιά, Πάνιδο και Πλαγιάρι της Ανατολικής Θράκης. Οι κάτοικοι των χωριών αυτών ήταν Έλληνες χριστιανοί Ορθόδοξοι. Οι Τούρκοι ζούσαν σε δικά τους χωριά. Κάθε χωριό είχε την εκκλησία ή ξεχωριστούς μαχαλάδες ή τις εκκλησίες του και το σχολείο του. Στις κωμοπόλεις υπήρχαν τα σχολαρχεία που αντιστοιχούν στα σημερινά γυμνάσια.
  10. Κίζεδερβεντ, Τρίγλια - μέρος 6
    Το χωριό αυτό βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της Μ. Ασίας κοντά στη Νικομήδεια και απέχει 100 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη. Είναι κτισμένο μεταξύ τεσσάρων βουνών. Το βουνό που βρίσκεται ανατολικά του χωριού έχει ύψος 1800μ., αυτό που βρίσκεται δυτικά έχει ύψος 2000μ. και αυτά που βρίσκονται βόρεια και νότια του χωριού έχουν ύψος 600μ. και 700μ. αντίστοιχα.
  11. Διακεκριμένοι Τριγλιανοί - Τρίγλια, μέρος 5
    Πολλοί Τριγλιανοί µε διαφορετικό τρόπο ο καθένας τους βoήθησαν τους συγχωριανούς τους, άλλοι στην παλιά Τρίγλια και άλλοι στη Νεα Τρίγλια. Εξέχουσες προσωπικότητες ήταν: ο Διόδωρος, μητροπολίτης Σισανίου, Ιωαννίκιος επίσκοπος Δεσκάτης, Μιλτιάδης Παπαλεξανδρής, δάσκαλος, Τρύφων Ευαγγελίδης, φιλόλογος, οι γιατροί Ιωάννης Τσιβάνης, Βασίλειος Βασιλειάδης, Ανέστης Τσίτερ και Ιωάννης Κρυσταλλίδης, ο Ιωάννης Σάπαρης, μεγαλέμπορος, Χρυσόστομος Ευστράτιος, Χρυσόστομος και Νικόλαος Καβουνίδης, οικογένεια εφοπλιστών.
  12. Τρίγλια (Τρίγλεια) - μέρος 4
    Στο έργο του Τρύφωνα Ευαγγελίδη «Τα ελληνικά σχολεία από της αλώσεως (1453) μέχρι του 1837», αναφέρονται τα εξής σχετικά με τα σχολεία που λειτούργησαν στην Τριγλεία της Μ. Ασίας. Σχολεία δεν έλειψαν από την Τριγλεία, αλλά λειτουργούσαν κρυφά στις Μονές Μηδικίου και Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου για το φόβο των Τούρκων. Σ’ αυτά δίδασκαν λόγιοι ηγούμενοι ή μοναχοί.
  13. Τρίγλια (Τρίγλεια) - μέρος 3
    Εκτός από τις Εκκλησίες που υπήρχαν στους αυλόγυρους των µοναστηριών και τα διάφορα εξωκλήσια, υπήρχαν στην Τρίγλια και οι παρακάτω εκκλησίες: Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννη, του Αγίου Δημητρίου και η Αγία Επίσκεψη. Από τις εκκλησίες αυτές, οι τρεις πρώτες λειτουργούσαν κάθε Κυριακή. Σ’αυτές λειτουργούσαν Τριγλιανοί ιερείς και µερικές φορές ιερείς από άλλα χωριά. Τα έξοδα· των ναών καλύπτονταν από τα ταµεία της Δηµογεροντίας.
  14. Τρίγλια (Τρίγλεια) - μέρος 2
    Η Τρίγλια της Μ. Ασίας βρίσκεται βορειοανατολικά και στα δεξιά αυτού που εισέρχεται στον κόλπο της Κίου. Είναι κτισµένη πάνω σε δυο αντικριστούς λόφους. Ο ένας λόφος ονοµαζόταν λόφος Σταυροπηγής και ο άλλος, άγριος και απότοµος, ύψους 500 µ. περίπου, επειδή ήταν γεµάτος φωλιές κοράκων και γλάρων, ονοµαζόταν Κορακοφωλιά. Το 1915 είχε 3000 περίπου κατοίκους.
  15. Τρίγλια (Τρίγλεια) - μέρος 1
    Στις ανασκαφές που έγιναν το 1853 στην Ακρόπολη των Αθηνών βρέθηκε μια πλάκα. Εκεί αναφέρεται και κάποια πόλη με το όνομα Βρύλειο. Από το εύρημα αυτό πληροφορούμαστε ότι το Βρύλειο ήταν ελληνικό, χτίστηκε περίπου το 500 ή το 487 π.Χ. και έγινε σύμμαχος των Αθηναίων για να προφυλαχθεί από τις επιθέσεις των Περσών. Οι περιγραφές των αρχαίων για την τοποθεσία του Βρυλείου –αναφέρονται ως κοντινές πόλεις η Σιγή (Σιγείς), η Κίος (Κιανοί), με τις οποίες γειτονεύει και η Τρίγλια της Μ. Ασίας- οδηγούν τον Τριγλιανό φιλόλογο Τρύφωνα Ευαγγελίδη στο συμπέρασμα ότι η Τρίγλια βρισκόταν στην περιοχή του αρχαίου Βρύλειου.

Author: Μνήμες