Κλήδονας Δ’

Παραλλαγές του εθίμου – ιδιαίτερα

Υπήρχαν πολλές και θα λέγαμε σημαντικές, με βασικότερη, ίσως, αυτής της ημερομηνίας. Ο διαφορετικός πάλι «εμπλουτισμός» του, κατά την άποψή μας, εντάσσεται στην όποια επιθυμία των συμμετεχόντων να παρουσιάσουν κάτι το διαφορετικό στα πλαίσια του «εμείς»…

Κάνομε μια περιγραφή για το έθιμο εκείνης της παλιάς εποχής στο Άνοιγμα του Κλήδονα, αφ’ ενός για να βοηθήσομε να διατηρηθεί αυτό το όμορφο έθιμο στον τόπο μας και αφ’ ετέρου για να νιώσομε κι’ εμείς λίγη από εκείνη την ανείπωτη χαρά που ένοιωθαν οι προγενέστεροί μας σε τέτοιες ώρες.
Κάνομε μια περιγραφή για το έθιμο εκείνης της παλιάς εποχής στο Άνοιγμα του Κλήδονα, αφ’ ενός για να βοηθήσομε να διατηρηθεί αυτό το όμορφο έθιμο στον τόπο μας και αφ’ ετέρου για να νιώσομε κι’ εμείς λίγη από εκείνη την ανείπωτη χαρά που ένοιωθαν οι προγενέστεροί μας σε τέτοιες ώρες (Γιάννης Τσικαλάκης Blog).

Παραθέτουμε λοιπόν μερικές από τις γνωστές παραλλαγές του εθίμου με πρώτη την πλέον παράξενη και ίσως μοναδική, θα λέγαμε, για το συγκεκριμένο δρώμενο, που συναντάμε στην κοινότητα των Φλαβιανών κατά την οποία για τις σχετικές προβλέψεις γίνεται η χρήση της Σταχυομαντείας…  

  • Στα Φλαβιανά, λοιπόν, σύμφωνα με τη σχετική περιγραφή του ιστοριοδίφη Εμμ. Τσαλίκογλου «αι νεάνιδες αι οποίαι ήθελον να λάβουν μέρος εις τον κλήδονα, το βράδυ της ιδίας ημέρας, μόλις επέστρεφον  από το Πέλεμε εσχημάτιζον ομάδας και επήγαινον εις τους αγρούς, αφού προηγουμένως η κάθε μια εμερίμνα να έχη μαζί της  εν ψαλλίδιον και επτά κομμάτια μονόχρωμες κλωστές μεταξωτές ή μονόχρωμα υφάσματα μεταξωτά επτά διαφορετικών χρωμάτων.Συμφώνως προς το έθιμον αδιαφορούσαν δια το είδος του χρώματος. Έπρεπε όμως να διαφέρουν.Κάθε κοπέλλα με κάθε τεμάχιον της κλωστής της έδενε 3-4 στάχυα ομού από την μέσην, αφού προηγουμένως ελαφρά εψαλλίδιζε το άκρον ή το κεφάλι των σταχυών της. Προτού επιστρέψουν εις τα σπίτια των καθώριζον τόπο συναντήσεως δια την χαραυγήν της επομένης Παρασκευής. Τας πρωϊνάς ώρας της ημέρας εκείνης προ της ανατολής του ηλίου, από τον τόπο  της συναντήσεως  των ομού κατευθύνοντο αμίλητοι εις τον αγρόν όπου είχον δέσει τα στάχυα των το βράδυ της προτεραίας. Μέχρι του ξερριζώματος των σταχυών των δεν επετρέπετο να ομιλήσουν. Εις τον αγρό κάθε μια, αφού εύρισκε όλα α στάχυα των έλυον  και την σιωπήν των. Μερικαί, εάν επιθυμούσαν, εξήρτων την εκπλήρωσιν κάποιου πόθου των από την νυκτερινή ανάπτυξιν των με το ψαλλίδιον των κομμένων σταχυών. Λόγου χάριν, εάν κατά την αντίληψιν των τα κομμένα μέρη των σταχυών των είχον μεγαλώσει ή αναπτυχθή εκ νέου επαρκώς κατά την νύκτα, ηρμήνευον τούτο ως σημείον ότι οι πόθοι των θα εκπληρωθούν. Τα ξερριζωμένα στάχυα μετέφερον εις το σπίτι όπου επρόκειτο να λάβη χώραν το βαρτουβάρ και τα ετοποθέτουν όρθια εντός μιας λεκάνης πλήρους ύδατος.Το ξερρίζωμα των σταχυών επραγματοποιείτο όπως αναφέρω άνωθι την Παρασκευήν προ της ανατολής του ηλίου. Την ημέραν εκείνην και το Σάββατον τα στάχυα παρέμεναν εντός του νερού ακάλυπτα. Ούτω, μέχρι της Κυριακής, τα κομμένα μέρη των σταχυών ανεπτύσσοντο εκ νέου. Την δε Κυριακήν εκείνην, ήτοι την πρώτην Κυριακήν αμέσως μετά την Κυριακήν της Αναλήψεως,  εκάλουν Κυριακή του Βερτουβάρ- βερτουβάρ παζαρί.Την Κυριακήν μετά το μεσημβρινόν γεύμα των εξάπλωναν τα στάχυα εντός της λεκάνης, της πλήρους ύδατος και ήρχιζε η τελετή του κλήδονος.Μια πρωτότοκος –ανανίν ιλκ κιζί εγένετο νύμφη του βερτουβάρ- βερτουβάρ γκελινή, της έκλειον τα μάτια της με το μανδήλι ή με κάποιο ύφασμα. Μετά εμερίμνων να καθήση αύτη εμπρός από την λεκάνην, την πλήρη ύδατος, και σταχυών με τας ρίζας των. Με κατάλληλον ύφασμα εσκέπαζον την νύμφην ως και την λεκάνην. Αφού προηγουμένως αι λαμβάνουσαι μέρος εις τον κλήδονα έρριπτον διάφορα αντικείμενα εντός της λεκάνης, δυο έκ  των συμμετεχουσών εκάθηντο κάπου και κτυπούσαι τα ντέφια των ετραγούδουν τους γνωστούς στίχους του κλήδονος. Στο τέλος κάθε στίχου η νύμφη έβγαζε από την λεκάνη μιαν χούφτα αντικείμενα ή εάν ήθελε εν μόνον αντικείμενον. Και ούτω αι λαβούσαι μέρος εις τον κλήδονα εμάντευον την τύχην των».[1]
  • Στην Αξό, όπως μας το περιγράφει παρακάτω ο Γ. Μαυροχαλυβίδης, «την Πεντηκοστή, που τη λέγανε τ’ Άγιο Γονάτ’, ήταν ημέρα δοκιμής της τύχης των κοριτσιών. Όσα απ’ αυτά θέλανε να πάρουνε μέρος στα βαχτουβάρια, 2-3 μέρες πρωτύτερα ρίχνανε σ’ ένα τσικί, τσουκί, το καθένα το δικό του σημαδάκι, δακτυλίδι, δακτυλήθρα, χάνδρα, βελονοθήκη, κουμπί, νόμισμα…  Κατά το κιντί παίρνανε μαζί τους ένα κοριτσάκι πρωτότοκο και τις ειδικές τραγουδίστριες και συγκεντρωνότανε εκεί που’χαν το τσουκί με τα σημάδια. Παλαιότερα η συγκέντρωση γινότανε  στη στέγη του Αϊ Γιώργη, όπου πάνω σ’ έναν οριζόντιο στύλο που εξείχε από τον τρούλο καθήμενα παλληκάρια τραγουδούσαν τυχερά στιχάδια του καθενός κοριτσιού».[2]
  • Στη Σινασό, σύμφωνα με τον Αρχέλαο, «αι νεάνιδες εξέρχονται εις τους αγρούς και σημειώνουσιν επτά στάχεις δια νημάτων επτά διαφορετικών χρωμάτων, αποκόπτοντες μικρόν μέρος εκ της κορυφής, το δε Σάββατον αύθις πορευόμεναι εις τους αγρούς αποσπώσι τους σεσημασμένους στάχυς, εάν δεν απέβαλον το χρώμα των και κομίζουσαι οίκαδε ενθέτουσιν εν κάδω εντός ύδατος, ον καλύψαντες φυλάττουσι μέχρι της μεσημβρίας της επομένης… Τότε συναθροιζόμεναι άπασαι επί το αυτό εκλέγουσι νεάνιδά τινα πρωτότοκον ής δένουσι τους οφθαλμούς και ήτις παραλαμβάνει εξ εκάστης νεάνιδος ανά εν αντικείμενον, άπερ ενθέτει εν τω κάδω και είτα εξάγει ανά εν ενώ αι νεάνιδες άδουσι στίχους αναφερόμενους εις διαφόρους ανθρωπίνους τύχας».[3]
  • Στο Σεμέντερε θα έπρεπε οπωσδήποτε το τσικί- δοχείο με τα σημάδια των κοριτσιών να εκτεθεί στο φως του φεγγαριού και το άνοιγμα γινότανε πάντοτε δημόσια.
  • Στα Φάρασα πάλι η σχετική εορτή λάβαινε χώρα με την ιδιαίτερη χρήση του σφογγάτου στο τέλος της βραδιάς… δηλαδή του φαγητού εκείνου που είχε μεταξύ των άλλων και αυγά ομελέτα.
    Φυσικά κι εδώ υπάρχει το κορίτσι που μεταφέρει το κανάτι με το αμίλητο νερό, τα κοσμήματα,  το σκέπασμά του έως τις 29, δηλαδή των Αγίων Αποστόλων αλλά…  την τύχη εύρισκε «αγόρι που είχε στη ζωή και τους δυο γονείς».[4]
  • Στο Σιβριχισάρ οι ανύπανδρες κοπελιές, κυρίως όμως αυτές που επιθυμούσαν την πρόβλεψη, μάζευαν λουλούδια για το δρώμενο. Λουλούδια που τα λέγανε ζουμπούλ, διαφορετικών  χρωμάτων, με τα οποία στόλιζαν το τσομλέκι μέσα στο οποίο τοποθετούσαν τα αντικείμενα. Αυτό λοιπόν το δοχείο το τοποθετούσαν σε ένα χωστό ράφι στον τοίχο του δωματίου.[5]Στην ίδια κοινότητα επίσης εκτός των παραπάνω υπήρχε κα μια ξεχωριστή ένδειξη για το μέλλον αυτών που συμμετείχαν σε τούτο το παιχνίδι της μαντικής. Αν κατ’ ευχή κάποιο από τα σημάδια είχε αποκτήσει σκουριά κατά τη διάρκεια που βρισκότανε στο νερό σήμαινε πως η ιδιοκτήτριά του θα είχε μέλλον ευοίωνο, πως θα είχε καλή υγεία, καλό γάμο με κάποιο νέο, όμορφο και ζαγκίνι- πλούσιο.
  • Στην κοινότητα της Τελμησού σε περίπτωση που δεν μπορούσαν να βρουν υδροφόρο κοπελιά που πληρούσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη επίτευξη το δρώμενου, «παίρνανε ένα μικρό παιδάκι (αγόρι- κορίτσι) το οποίο βεβαίως θα έπρεπε να έχει ζωντανούς τους γονείς του… του έδιναν ένα αμεταχείριστο δοχείο… με την υποχρέωση να το γεμίσει από τρία διαφορετικά σπίτια,  που κατοικούσαν μονοστέφανες. Αφού το γέμιζε το έδινε στην παρέα των κοριτσιών τα οποία γυρνούσαν τραγουδώντας στις γειτονιές, προκαλώντας μάλιστα τις ανύπανδρες να παίξουν- συμμετάσχουν με τον Κλήδονα, ρίχνοντας ότι αντικείμενα ήθελε κάθε μια…».[6]
  • Στα Κενάταλα, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τις υπάρχουσες μαρτυρίες, το έθιμο λάβαινε χώρα μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Σε ανοιχτό χώρο (περίβολος εκκλησιάς-πλατεία) στρώνανε κάποιο κιλίμι πάνω στο οποίο τοποθετούσαν το δοχείο που έφερε το αμίλητο νερό και τα αντικείμενα των κοριτσιών στολισμένο με λουλούδια εποχής.  Υπό τη συνοδεία χαμηλής μουσικής υπόκρουσης η πρώτη της παρέας, προφανώς αυτή που γνώριζε, ξεσκέπαζε τελετουργικά το δοχείο και με αυτό σκέπαζε  τη νέα που θα είχε την τιμή να εξάγει τα αντικείμενα. Αυτή πάλι με τη σειρά έβγαζε ένα-ένα τα αντικείμενα, τα επεδείκνυε στο παρευρισκόμενο κοινό και τα τοποθετούσε πάνω σε κάποιο τραπεζάκι… Συγχρόνως ακουγότανε, με τα σχετικά στιχάκια, το ριζικό της ιδιοκτήτριας του αντικειμένου.

Παρατήρηση

Σύμφωνα κάποιες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες τούτη η διαδικασία υπήρχε και σε άλλες κοινότητες του χώρου με διάφορες παραλλαγές. Κάποιοι  λοιπόν ισχυρίζονται «πως, ναι μεν έτσι γινότανε τα πράγματα αλλά όχι μια αλλά τρεις φορές. Δηλαδή μετά την πρώτη πρόβλεψη ξαναρίχνανε τα αντικείμενα και πάλι μέσα στο δοχείο με το αμίλητο νερό και η διαδικασία επαναλαμβανότανε  το βράδυ νωρίς και… το βράδυ αργά, χωρίς την παρουσία, ιδιαίτερα στη τελευταία φάση, των παιδιών, μιας και χρησιμοποιούσαν κατά την εξαγωγή των κλήρων- αντικειμένων σατυρικά έως και τολμηρά τραγούδια που προκαλούσαν τους γεροντότερους όπως:

α

Να ήμουνα στο φουστάνι σου κουμπί μαλαματένιο
για να θωρώ το στήθος σου το μαργαριταρένιο,

β

Ζουμπούλι μου σαχσή μαβί (γαλάζιο ανοιχτό) και μενεξεδένιο μου φυντάνι,
κρυφή ήταν η αγάπη μας,  μα βγήκε στο μεϊντάνι

γ

Μωρέ σαρδέλα βρωμερή, σουπιά τηγανισμένη
Μωρέ καρακάξα του γιαλού ποιος διάβολος σε θέλει

δ

Καλέ, έχεις τα μάτια του λαγού τα φρύδια της καμήλας,
έχεις και το κατωσάγονο όπως της προβατίνας». [7]

  • Στα Δήλα την υδροφόρο κοπέλα τη λέγανε νύφη και την στόλιζαν μάλιστα με ένα διάφανο λευκό τούλι. Το κάθε αντικείμενο το εξήγαγε από το δοχείο τελετουργικά, το επεδείκνυε στους παρευρισκόμενους, το ταυτοποιούσε με την ιδιοκτήτρια, έλεγε την παρακάτω ευχή και στη συνέχεια τη σχετική πρόβλεψη.

Αλτσετσίκ ερέν νταλ, αλτινντά γεσίλ χαλί
για Παναγιάμ’ για Χριστοζούμ σεν γκιοστέρ ντογρού γιολού

Δηλαδή

κάτω από το χαμηλό κλαδί ακρανιάς είναι ένα πράσινο χαλί
Παναγιά μου και Χριστέ μου, σεις δείξτε τον ίσιο δρόμο.

  • Σε ορισμένες κοινότητες υπήρχε η συνήθεια το κλείσιμο της βραδιάς να γίνεται με το σπάσιμο του δοχείου τελετουργικά και δημόσια. Από ένα ψηλό σημείο, βράχο ή δώμα ενός σπιτιού, υπό τα όμματα των πάντων αλλά και με τη συνοδεία ιδιαίτερων στίχων, πετούσαν το δοχείο με το νερό, ευχόμενες υγεία και μακροημέρευση.
  • Στο Προκόπι το δρώμενο του κλήδονα λάβαινε χώρα με σαφώς διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στις περισσότερες κοινότητες του χώρου και μάλιστα με πλήρη ανυπαρξία του αμίλητου νερού. Εκεί λοιπόν την παραμονή τα κορίτσια μάζευαν λουλούδια  από τα περιβόλια και με τα στάχια των χωραφιών κάνανε πλεξούδες,  μέσα στις οποίες κάθε κοπέλα άφηνε κάποιο σημείωμα με τις επιθυμίες της και το κρεμούσε στην εξώπορτα του σπιτιού της για να το βρει ο βαρτουβάρης και να φέρει την επιθυμητή τύχη. Σε αρκετές περιπτώσεις πάλι πίσω από το εικόνισμα των 12 Αποστόλων τοποθετούσαν για τον ίδιο σκοπό δακτυλίδια και σκουλαρίκια με τη συνοδεία αντίστοιχων τραγουδιών. Πάντως και στις δυο περιπτώσεις το βράδυ άναβαν τις προαναφερόμενες φωτιές με τις δυο θρησκευτικές κοινότητες να συμμετέχουν ενεργά.
  • Στην Μαλακοπή εκτός των γνωστών πτυχών του δρώμενου ακολουθούσε χορός στις πλατείες  μπροστά στις εκκλησίες των Αγίων Θεοδώρων και των Αγίων Αναργύρων… με την κάθε σημαδεμένη- αρραβωνιασμένη να κρατά μπουκέτο από βασιλικό και κατιφέδες και «τα παλικάρια, οι νέοι να περιδιαβαίνουν εκεί και να κάνουν γούστο θαυμάζοντας και πειράζοντας τις ομορφάδες… Στο τέλος των χορών οι μητέρες  ή αδελφές των αρραβωνιασμένων κοριτσιών πρόσφεραν με εντολή τους το μπουκέτο στους αρραβωνιαστικούς τους».[8]Το βράδυ ακολουθούσε ο λούλες, δηλαδή εκείνο το έθιμο που περιελάμβανε το άναμμα της φωτιάς μπροστά σε κάθε σπίτι… με το διασκελισμό της από τα μέλη της οικογένειας…[9]
  • Στην Αραβησσό, κατά τους πληροφορητές, το νερό δεν χρειαζότανε να το φέρουνε σύμφωνα με τους γνωστούς κανόνες οι οποίοι ίσχυαν αλλού.  Απλά για την εκτέλεση του εθίμου έβαζαν μέσα στο δοχείο του νερού το “μαρτουβάρ”.[10] Του Αγίου Ιωάννη ανήμερα, στις 11-12 η ώρα περίπου, αφού τελείωναν τις δουλειές του σπιτιού, συγκεντρώνονταν οι γυναίκες και τα κορίτσια για τα βαρτουβάρια.[11]

Επισημαίνουμε την συμμετοχή όλων των γυναικών και όχι μόνο των ανύπανδρων.

  • Σε ορισμένες κοινότητες υπήρχε μια ξεχωριστή συνήθεια. Με το τέλος του δρώμενου τα κορίτσια  έβαζαν νερό στο στόμα τους, από αυτό του κλήδονα, και έτρεχαν σε τρίστρατο περιμένοντας να ακούσουν ένα όνομα. Τέτοιο θα είχε και ο καλός τους.[12]
  • Στη Μουταλάσκη το άνοιγμα του δοχείου με το αμίλητο νερό γινόταν από μια κοπέλα ντυμένης ως νύφη με τη συνοδεία οργάνων αλλά και των λοιπών συμμετεχόντων που έλεγαν τα παρακάτω:

Φαρτιφαρίμ φαρ ολσούν, ιτσί τολού γκιουλ ολσούν.
Φαρτιφαρά γκελενίν ζιαρετί καμπούλ ολσούν

Δηλαδή

Χαρούμενος ο κλήδονας μέσα γεμάτος τριαντάφυλλα.
Όποιος έλθει στον κλήδονα η παρουσία του δεκτή είναι.

  • Στα Μάταλα, πάλι, το έθιμο «παιζότανε» εντελώς διαφορετικά και μάλιστα με την παντελή έλλειψη του αμίλητου νερού. Απλά η πρόβλεψη γινόταν με τις… πέτρες. Σύμφωνα λοιπόν με τις μαρτυρίες ανήμερα της Αναλήψεως οι κοπελιές που επιθυμούσαν την πρόβλεψη της ημέρας πήγαιναν στην κορυφή του όρους Ανάληψη ταγ «για να γιορτάσουν τα βαρτουβάρια… Συνοδευόμενες πολλές φορές από το σύνολο του νεανικού πληθυσμού της κοινότητας που επιθυμούσε να το δει αλλά ταυτόχρονα και να διασκεδάσει.  Εκεί κάθονταν για αρκετό χρονικό διάστημα με τραγούδια και παιχνίδια και σε κάποια στιγμή κατρακυλούσαν  σε προεπιλεγμένο κατήφορο μια στρογγυλή πέτρα που από τη κατεύθυνσή της πρόλεγαν το ριζικό τους. Φυσικά πάντοτε υπό τους ήχους του ντεφιού κα των σχετικών ευτράπελων στίχων. Έτσι:

-Αν πήγαινε ίσια η πέτρα, έλεγαν πως θα παντρευτούν γρήγορα…

-Αν έκανε ελιγμούς, έλεγαν πως θα συναντούσαν δυσκολίες στο γάμο τους…

-Αν η πορεία ήταν δεξιόστροφη, τότε παρά τα όποια εμπόδια όλα θα τελείωναν δεξιά- καλά…

-Αν η πέτρα ακολουθούσε αριστερή πορεία τότε τα πράγματα ήταν δύσκολα αλλά… αλλά πάντοτε υπήρχε η λύση με αντίστοιχα τάματα στον Άγιο.

Το απόγεμα κατέβαιναν στο χωριό με χαρές και τραγούδια στην τούρκικη γλώσσα, από αυτά που συνηθίζονταν εκείνη την εποχή.

Το έθιμο να δοκιμάσουν τα κορίτσια την τύχη τους, δηλαδή τα βαρτουβάρια,  γινότανε την Ανάληψη και όχι του Αγίου Γιαννιού, στις 24 Ιούνη». [13]

  • Στο Τένεϊ, πάλι, τα πράγματα ήταν αρκούντως θα λέγαμε παράξενα. Σύμφωνα με τους πληροφορητές το δρώμενο ήταν γνωστόν, αλλά απασχολούσε τις γυναίκες οι οποίες το παίζανε μάλλον εν κρυπτώ.  Κατά την Οσία Κετσετσίογλου, λοιπόν, «Πέντε μέρες πριν την εορτή του Αγίου Πέτρου και Παύλου των Αποστόλων, στην εορτή του Αγίου Ιωάννου (Γενέσιον Ιωάννη Προδρόμου) στήναμε το βαχτουβάρ. Μαζευόμασταν 10-15 κορίτσια σε ένα σπίτι, κατά γειτονιές και μέσα σε ένα τσομλέκι (πήλινο στενόμακρο αγγείο) βάζαμε το βαχτουβάρ τσιτσεγί- λουλούδι του βαχτουβάρ χρώματος ροζ που φύτρωνε στους ποτιστικούς κήπους. Στο τσομλέκι χύναμε νερό  και ρίχναμε μέσα διάφορα μπιχλιμπίδια, δακτυλίδια, χάντρες, κουμπιά, σκουλαρίκια, κλειδιά η κάθε κοπέλα το δικό της. Το σκεπάζαμε με ένα κόκκινο πανί, το δέναμε γύρω- τριγύρω και το βάζαμε σε μια γωνιά δωματίου.Του Πέτρου και Παύλου των Αποστόλων, μαζευόμασταν πάλι στο ίδιο σπίτι. Λέγαμε τούρκικα:βαχτουβάρ ατσαλί, δηλαδή να ανοίξουμε το βαχτουβάρ και φερφενέ γιαπαλίμ…. Να κάνουμε ρερφενέ- ρεφενέ.Φέρναμε μαζί μας τρόφιμα για να μαγειρέψουμε εκεί: πλιγούρι, βούτυρο, γιαούρτι, αυγά, τυρί. Κρέας όχι, εκεί δεν είχε χασάπικα και μια φορά στους με τρεις μήνες τρώγαμε κρέας.Καθόμασταν γύρω- τριγύρω  στο τσομλέκ δίδοντας το σε ένα κοριτσάκι να το ανοίξει. Στο μεταξύ εμείς παίζαμε ντέφι και λέγαμε στιχάκια του βαχτουβάρ που ήσαν δυο λογιών. Με καλή σημασία και με κακή.Όταν τραβούσε το κοριτσάκι το αντικείμενο μιας από μας εκείνη τη στιγμή  λέγαμε το στιχάκι με τη καλή σημασία… χαιρόμασταν. Το αντίθετο αν ήταν στη σειρά μας το άλλο, με την κακή σημασία.

    Σαν τελειώναμε του δίναμε μια του τσομλέκ και το σπάζαμε. Ύστερα το στρώναμε στο γλέντι. Τρώγαμε, παίζαμε ντέφι και χορεύαμε ως το βράδυ. Ήμασταν μόνο κοπέλες και διαλέγαμε τα βαθειά(;)  σπίτια απ’ όπου δεν ακουγότανε οι φωνές μας για να μην μας πάρουν χαμπάρι».

  • Σε κάποιες κοινότητες του χώρου λαμβάνονταν σχετική πρόνοια για την τύχη του «ιερού νερού» πάνω στο οποίο στηρίχτηκαν οι μαντείες περί των μελλούμενων. Στα Σύλλατα, για παράδειγμα, αλλά και αλλαχού, η κοπελιά που έφερε το αμίλητο νερό, με παράξενη ιεροτελεστία- κάτω υπό τους ήχους μόνο του ντεφιού, έχυνε το νερό της υδροφόρου μέσα σε ένα πηγάδι σταυρωτά… και στη συνέχεια σκέπαζε το στόμιό του με ένα κόκκινο πανί.Σύμφωνα, λοιπόν, με την κυρίαρχη πίστη, το μεσημέρι ή τα μεσάνυκτα ακριβώς «σήκωναν προσεκτικά το πανί ώστε να μην δει φως το νερό το πηγαδιού και χαθεί η υπάρχουσα μαγεία… βάζανε το κεφάλι τους μέσα για να καθρεπτιστούν… Ανάλογα με το πρόσωπο που βλέπανε κατά την έξοδο- σήκωμα της κεφαλής, μπορούσαν και πάλι να προβλέψουν πολλά και διάφορα. Έτσι αν βλέπανε πρώτα κάποιο αγόρι πίστευαν πως θα κάνουν αγόρι, το αντίθετο αν έβλεπαν κορίτσι… αν βλέπανε γριά- γέρο πως θα ζήσουν χρόνια πολλά κλπ».[14]

Επισημαίνουμε πως το ανωτέρω επιπλέον έθιμο- δρώμενο μπορούσε να έχει και συνέχεια  με τη χρησιμοποίηση της πηγαδομαντείας… Οι κοπελιές που ζητούσαν την πρόβλεψη στεκόταν γύρω από το στόμιο του πηγαδιού με την ίδια κοπέλα που έφερε το αμίλητο νερό, και τη βοήθεια κάποιας που ήταν μυημένη, να ρίχνει  κάποιο αντικείμενο της αιτουμένης την πρόβλεψη… Από τα σχήματα λοιπόν το νερού με την πτώση του αντικειμένου και με φυσικά με απεριόριστη φαντασία διαισθάνονταν  τις πιθανές μελλοντικές εκβάσεις, έλεγε – πρόβλεπε το μέλλον.

Παρατήρηση

Είναι τόσες και μάλιστα αρκούντως παράξενες οι παραλλαγές του εθίμου στο ελληνικό χώρο, που πραγματικά  καθίσταται αδύνατη  η καταγραφή όλων. Απλά και εις ένδειξη αναφέρουμε αυτήν που βρίσκεται σε αγαστή συνάρτηση με τη Μολυβδομαντεία και παρατηρείται στην Σμύρνη και σε κάποια νησιά του Αιγαίου.

Το δρώμενο παίζεται με την ίδια περίπου σειρά, τα ίδια πρόσωπα, εκτός των αντικειμένων που ρίπτονται εντός του δοχείου. Εκεί απλά ρίχνουν καυτό λιωμένο… μολύβι.[15] Από το σχήμα λοιπόν που θα πάρει κατά την επαφή του με το νερό και το πάγωμά του, μπορούν κατά τους μυημένους να εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα περί του μελλοντικού γάμου της αιτουμένης την πρόβλεψη κι όχι μόνο. «Αν σχηματίσει στύλο ή στύλους, θα παντρευτεί η ενδιαφερόμενη… αν ο στύλος είναι ένας, μοναχός του θα είναι ο γαμπρός, χωρίς πατέρα και μητέρα, αν δυο, θα είναι με τον πατέρα του ή την μητέρα του, αν πολλοί θα προέρχεται από μεγάλη φαμίλια… στύλος καλοκαμωμένος  δείχνει βασταγμένο άνδρα, αν πάρει το μολύβι σχήμα μακρουλό, σημαίνει πέννα και συνεπώς σύζυγο μορφωμένο…».  [16]

Κώστας Νίγδελης
συνεχίζεται

____________________________________________

[1] Εμμ. Τσαλίκογλου, ό.π. σ. 333
[2]Γ. Μαυροχαλυβίδης, ό.π. σ. 303
[3] Ι.Σ. Αρχέλαος, ό.π. σ. 87
[4] Δ. Λουκόπουλος- Δ. Πετρόπουλος ό.π. σ. 125
[5] Μαρτυρία Ηλία Αντωνιάδη
[6] Μαρτυρία Οσίας Λαγοματίδου (Τελμησός)
[7] Δημοτικά
[8]Μαρτυρία Θεόδωρου Αποστολίδη ( Μαλακοπή)
[9] Μαρτυρία Δέσποινα Φειδοπούλου Κ. (Μαλακοπή) «Ν΄ανάψωμε τα (τις) λούλες λέϊσκαμ. Ανάβαμε στα θύρα μας μπροστά αποβραδίς… καλαμούδια. Τα παιδιά έπαιρναν από ένα σακί και πήγαιναν στα χωράφια και τα γέμιζαν καλαμιές από τα σιτάρια ή τη σίκαλη. Ανάβαμε φωτιά και τα παιδιά πηδούσαν  στη φωτιά πάνω…».
[10] Λουλούδι κίτρινο με ωραία μυρωδιά.
[11] Μαρτυρία Σοφίας Δεβλέτογλου (Αραβησσός)
[12] Το τρίστρατο φαίνεται πως είναι συνηθισμένο στα δρώμενα της Καππαδοκίας. Βλ. σχετικά με τα δρώμενα της Αγίας Βαρβάρας.
[13] Μαρτυρία Χατζόπουλου Χαράλαμπου (Μάταλα)
[14] Μαρτυρία Γιάννη Σταματιάδη (Σύλλατα)
[15] Παραπλήσια είναι η κηρομαντεία… με το λιωμένο κερί.
[16] Γεώργιος Μέγας, Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας, ό.π.  σ. 131

Author: Μνήμες