Κύπρος και Χριστιανισμός

Χρονολόγιο του Αλέκου Αγγελίδη
από το βιβλίο “Κύπρος-Ημερολόγιο λεηλασιών και αγώνων…“.

Η Κύπρος είναι μια από τις πρώτες χώρες που δέχτηκε το Χριστιανισμό. Η πρώτη περίοδος της ιστορίας της χριστιανικής Εκκλησίας της Κύπρου αρχίζει το 45 μ.Χ. και λήγει το 1191. Δηλαδή, αρχίζει με την άφηξη των αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα στο νησί και τελειώνει με την κατάλυση της βυζαντινής κυριαρχίας σ’ αυτό.

Ο Απόστολος Παύλος διάλεξε την Κύπρο σαν πρώτη χώρα της αποστολικής του περιοδείας και σαν ορμητήριο για την περαιτέρω αποστολή του, γιατί από αυτήν καταγόταν ο φίλος και στενός του συνεργάτης ο Βαρνάβας και επιπλέον, γιατί στο νησί υπήρχαν τότε αρκετοί Ιουδαίοι και σχετικά λιγότεροι Ρωμαίοι, πράγμα το οποίο θεωρήθηκε πως θα ευνοούσε περισσότερο το έργο τους. Οι δυο απόστολοι αποβιβάστηκαν στη Σαλαμίνα το 46 μ.Χ. και, διασχίζοντας το νησί, έφτασαν στην Πάφο, όπου ήταν τότε η πρωτεύουσά του και η έδρα του Ρωμαίου ανθυπάτου. Ο ασπασμός της χριστιανικής θρησκείας από το Ρωμαίο ανθύπατο Σέργιο Παύλο[1] συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση και στεραίωση της Χριστιανικής Εκκλησίας στην Κύπρο.

Οι δυο συνεργάτες απόστολοι, ύστερα από την επιτυχία αυτή, έφυγαν από την Κύπρο και συνέχισαν την αποστολική τους περιοδεία σ’ άλλες χώρες, ενώ άλλοι χριστιανοί ανέλαβαν την εδραίωση της Εκκλησίας και καθαγίασαν με το αίμα τους τα πρώτα βήματα της ζωής της στη Μεσόγειο. Ο Παύλος, όμως, ήρθε σε ρήξη με το Βαρνάβα, γιατί δεν ήθελε να πάρουν μαζί τους σε νέα τους αποστολή και το συγγενή του Βαρνάβα, το Μάρκο, γι’ αυτό και αποχωρίστηκε από αυτόν και δεν ξαναγύρισε στην Κύπρο. Ο Βαρνάβας επέστρεψε λίγο αργότερα, το 51 μ.Χ., με τον ανεψιό του Μάρκο στη Σαλαμίνα, όπου οι φανατισμένοι Εβραίοι τον σκότωσαν με λιθοβολισμό. Ο τάφος του βρέθηκε στη Σαλαμίνα το 488 μ.Χ. και βρίσκεται κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Βαρνάβα. Η Εκκλησία της Κύπρου, από τα πρώτα βήματα της ζωής της ανέδειξε μεγάλους κληρικούς. Στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο πήραν μέρος και αντιπρόσωποι της κυπριακής Εκκλησίας και ο Άγιος Σπυρίδων ελάμπρυνε την κυπριακή Εκκλησία.

Το 333 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος χώρισε το κράτος του σε τέσσερις διοικήσεις. Στην πρώτη που είχε έδρα την Αντιόχεια ανήκε και η Κύπρος, η οποία διαιρέθηκε κι αυτή σε 14 επαρχίες. Το 327 μ.Χ. επισκέφτηκε το νησί η μητέρα του Μ. Κωνσταντίνου. Την επίσκεψη αυτή αμφισβητεί ο καθηγητής Σ. Μενάρδος[2]. Η μητέρα του Μ. Κωνσταντίνου, επιστρέφοντας από τα Ιεροσόλυμα, προσέγγισε την Κύπρο. Λέγεται, πως η επίσκεψη της Αγίας Ελένης συντέλεσε, ώστε να λήξει μια μεγάλη ανομβρία που συνεχιζόταν και μάστιζε το νησί για δέκα επτά χρόνια (κατ’ άλλους τριάντα έξι) και η οποία το είχε ερημώσει τελείως. Με παράκληση της μητέρας του, ο Μ. Κωνσταντίνος έστειλε διοικητή στο νησί το γιο του Καλόκαιρο, με την εντολή να προσπαθήσει για την αναδιοργάνωσή του. Αργότερα, όμως, ο Καλόκαιρος κήρυξε ανεξαρτησία κι αποσπάστηκε από τον Κωνσταντίνο. Αυτός έστειλε εναντίον του τον ανεψιό του Δαλμάτιο, ο οποίος επανέφερε τα πράγματα στην τάξη.

Το 343 μ.Χ., ένας φοβερός σεισμός ξεθεμελίωσε ολοκληρωτικά την ωραία πόλη της Σαλαμίνας κι ένα μεγάλο μέρος της καταποντίστηκε στη θάλασσα. Ο αυτοκράτορας Φάβιος Κωνστάντιος την ξανάχτισε το 345 και την ονόμασε Κωνσταντία. Αργότερα, καταστράφηκε η Αντιόχεια από σεισμούς και η Κύπρος χωρίστηκε διοικητικά από αυτήν και αποτέλεσε ξεχωριστή περιφέρεια. Κατά το χωρισμό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε ανατολική και δυτική από το Μεθόδιο το Μέγα, το 395 μ.Χ., η Κύπρος περιλήφτηκε στο ανατολικό τμήμα και κατά τον 5ο  αιώνα ανήκε στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Αντιοχείας.

Η τελική, όμως, εδραίωση της Κυπριακής Εκκλησίας γίνεται κατά τον 4ο αιώνα και οφείλεται, όπως πιστεύουν ορισμένοι, στις ικανότητες του αρχιεπισκόπου Κωνσταντίας Επιφανίου και στις καλές προθέσεις του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Α’. Επειδή οι μη χριστιανοί κάτοικοι του νησιού εμπόδιζαν την εδραίωση και εξάπλωση του χριστιανισμού, ο Θεοδόσιος, ύστερα από έκκληση του Επιφανίου, διέταξε να απομακρύνεται από την Κύπρο αμέσως -δηλαδή να εξορίζεται- όποιος αντιτασσόταν στον αρχιεπίσκοπο και δεν υπάκουε στις εντολές του.

Το περίφημο αυτό αυτοκρατορικό διάταγμα έλεγε:

«. . . Ει τις τω πατρί Επιφανίω ουχ υπακούει… εξέρχεται της νήσου».

Ο Επιφάνιος, ηγούμενος μοναστηριού ο ίδιος, αφιέρωσε τον εαυτό του στη διάδοση του μοναχισμού και στην καταδίωξη των κατά τη γνώμη του αιρετικών. Σαν πρώτο αιρετικό θεωρούσε τον Ωριγένη και τους οπαδούς του. Μάλιστα, ο Επιφάνιος συγκρούστηκε και με τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, επίσκοπο τότε της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος κατηγοριόταν από τον επίσκοπο της Αλεξανδρείας Θεόφιλο, ότι περιέθαλπε τέσσερις ωριγενικούς μοναχούς διωγμένους από την Αλεξάνδρεια. Επισκεφθείς την Κωνσταντινούπολη ο Επιφάνιος και όσο διάστημα έμεινε εκεί, αρνήθηκε να έρθει σε εκκλησιαστική επικοινωνία με το Χρυσόστομο, πριν ο επίσκοπος τη Κωνσταντινούπολης καταδικάσει επίσημα και από τον άμβωνα τον Ωριγένη. Επίσης, ο ισχυρογνώμονας Επιφάνιος λειτούργησε παράνομα σε κάποια εκκλησία, όπου χειροτόνησε κι ένα διάκονο. Πέθανε στο ταξίδι επιστρέφοντας στην Κύπρο το 403. Είχε γίνει επίσκοπος Κύπρου το 367. Είναι φανερό, πως η Εκκλησία τότε θα απέκτησε δικτατορικές, ας πούμε, εξουσίες πάνω στο λαό και οι αποπομπές και οι εξορίες των αντιφρονούντων θα εξαρτιόταν αποκλειστικά από τις προθέσεις και τις διαθέσεις των κατά τόπους κληρικών. Δεν είναι ξεκαθαρισμένο, αν οι αποπομπές εκείνες είχαν το χαρακτήρα της αναγκαστικής μετανάστευσης ή της ομαδικής μετοίκησησς σ’ άλλη χώρα ή είχαν τη μορφή της βίαιης εξορίας σε κάποιο ξερονήσι της Μεγαλονήσου. Μάλλον θα επρόκειτο περί κάποιου μικτού τρόπου ενεργειών.

Κατά τα τέλη του 4ου  αιώνα και τις αρχές του 5ου, την Κυπριακή Εκκλησία απασχόλησε πάρα πολύ η αποκοπή και η ανεξαρτησία της από την Εκκλησία της Αντιοχείας στην οποία υπαγόταν. Το 431, όμως, η 3η Σύνοδος της Εφέσου με τον Η’ κανόνα θέσπισε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου[3]. Η Εκκλησία, όμως, της Αντιοχείας έφερε πάντοτε αντιρρήσεις και επανέφερε κάθε τόσο το θέμα στην επιφάνεια. Αλλά ο αυτοκράτορας Ζήνων (476-491) τάχθηκε υπέρ της απόφασης της Συνόδου της Εφέσου, δικαίωσε τους Κυπρίους και έδωσε το προνόμιο στον αρχιεπίσκοπο της Κύπρου να φορεί κόκκινο μανδύα, να υπογράφει με κόκκινη μελάνη και να φέρει ποιμαντορική ράβδο διακοσμημένη σαν το βασιλικό σκήπτρο. Το 16ο αιώνα, καθιερώθηκε το έθιμο, να παίρνει η Εκκλησία της Κύπρου το Άγιο Μύρο από το πατριαρχείο Αντιοχείας. Από το 1864, όμως, το παίρνει από το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Έτσι, η Εκκλησία της Κύπρου, αφού ησύχασε εσωτερικά, γνώρισε μεγάλη ακμή. Αργότερα, στην περίοδο της Εικονομαχίας, τάχθηκε υπέρ της υπεράσπισης των εικόνων.

Το έτος 609, με την εμφάνιση του Μωάμεθ στη Μέκκα, άρχισε εποχή μεγάλων περιπετειών και συμφορών για την Κύπρο. Ο πεθερός του προφήτη Μωάμεθ, ο Αβού-Μπερκ, αρχηγός αραβικών στιφών, επέδραμε το 632 μ.Χ. εναντίον του νησιού. Λέγεται, πως κυρίεψε και λεηλάτησε την πόλη του Κιτίου. Αυτό το γεγονός, όμως, δεν θεωρείται ακριβές από ορισμένους ιστορικούς. Επίσης λέγεται, πως, μαζί με τον Αβού-Μπερκ ήταν και η κόρη του Ουμ-Χαράμ, η οποία έπεσε από το μουλάρι της και σκοτώθηκε.[4]. Ο τάφος της αποτελούσε, στις αλυκές της Λάρνακας, τόπο προσκυνήματος για τους Μουσουλμάνους. Οι επιδρομές των Αράβων δεν σταμάτησαν. Για 300 περίπου χρόνια, η Κύπρος ήταν το θέατρο των αντίπαλων στρατών και το προγεφύρωμα των επιθέσεων μεταξύ Βυζαντινών και Μουσουλμάνων. Κατά την περίοδο αυτή, τα αραβικά στίφη κατέστρεψαν εικοσιπέντε και πλέον φορές το νησί. Ισοπέδωσαν πόλεις, έκαψαν εκκλησίες και μοναστήρια, αφάνισαν τους κατοίκους και έσυραν μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην  αιχμαλωσία.

Το 647, ο Μωαβίας πολιορκεί την Κύπρο με 1700 πλοία. Το 649 κυριεύει και καταστρέφει την Κωνσταντία. Σφάζεται ο πληθυσμός και λεηλατείται ολόκληρο το νησί. Έξι χρόνια αργότερα, επί Κώνστα του Β’, ξαναεπιτίθενται οι Άραβες. Τούτη τη φορά, με αρχηγό τον τρομερό εξωμότη, το ναύαρχο Αμπούλ-Αμπάρ και με 500 πλοία. Κυριεύουν την Κύπρο, ύστερα από τη «ναυμαχία των ιστών» και συμπηρώνουν το καταστροφικό έργο του Μωαβία σ’ ολόκληρο το νησί. Λίγο αργότερα, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός Β’, ο αποκαλούμενος «Ρινότμητος» (685-711), επειδή έβλεπε ότι ο αραβικός κίνδυνος γινόταν όλο και πιο τρομακτικός, συνέστησε στον αρχιεπίσκοπο της Κύπρου να μεταφέρει το χριστιανικό πληθυσμό του νησιού στον Ελλήσποντο, κοντά στην Κύζικο, όπου για το σκοπό αυτό έχτισε καινούρια πόλη, τη Νέα Ιουστινιανή[5]. ΄Εστειλε, λοιπόν, πλοία και παρέλαβα όσους κατόρθωσαν να γλυτώσουν από την αραβική λαίλαπα και τους μετέφερε στη νέα πόλη. Στη διάρκεια, όμως, του ταξιδιού, πολλοί πνίγηκαν και άλλοι πέθαναν από διάφορες ασθένειες. Πολλοί απ’ όσους παρέμειναν στο νησί, για να αποφύγουν τις αραβικές θηριωδίες, αναγκάστηκαν να φύγουν στη Μ. Ασία.

Οι Κύπριοι της Νέας Ιουστινιανής άρχισαν να ξαναγυρίζουν στον τόπο τους το 698, επί Τιβερίου Β’, ύστερα από τη νίκη του Ηρακλείου κατά των Αράβων. Άλλοι επέστρεψαν το 744, όταν βυζαντινά στρατεύματα του Κωνσταντίου Ζ’, του «Κοπρώνυμου» απελευθέρωσαν το νησί.

 

Οι Άραβες στην Κύπρο

Το 745 μ.Χ., οι Άραβες επέδραμαν και πάλι κατά της Μεγαλονήσου κι άρπαξαν πολλούς σκλάβους, τους οποίους απήγαγαν στη Συρία. Επιδρομές επιχείρησαν και κατά το 747 και το 790, χωρίς, όμως, αποτελέσματα. Το 805, ο χαλίφης Χαρούμ-αλ-Ρασίντ κυρίεψε και κατέστρεψε την Κύπρο, χωρίς να παραμείνει σ’ αυτήν. Τότε, οι Άραβες επιτέθηκαν και κατά της Ρόδου και φόρτωσαν σε 900 καμήλες τα κομμάτια του πεσμένου από χρόνια Κολοσσού της Ρόδου, τα οποία πούλησαν σε έναν Εβραίο μεταπράτη για ορείχαλκο, όπως μας λέγει ο Θεοφάνης. Ο Βασίλειος Α’, Μακεδών, έβαλε κάποιο φραγμό στις επιδρομές των Αράβων και το νησί ανάσανε κάπως, αλλά για λίγο μόνο διάστημα. Το 904, αυτοί το κατέλαβαν και πάλι. Τις αραβικές επιδρομές τερμάτισε ο Νικηφόρος Φωκάς το 964 και η Κύπρος έγινε «θέμα» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Κατά τη διάρκεια των αραβικών επιδρομών, σημαντικό ρόλο έπαιξαν στην άμυνα του νησιού οι ξακουστοί «Ακρίτες». Τα ένοπλα αυτά σώματα αποτελούνταν το πλείστο από μισθοφόρους της περιοχής του Ταύρου. Για τη συντήρηση αυτών των σωμάτων, οι Κύπριοι πλήρωναν ειδικό φόρο, τη «στρατιά». Οι πρώτοι ακρίτες φαίνεται πως στάλθηκαν επίσημα στην Κύπρο από τον αυτοκράτορα Τιβέριο το Β’ (695-705). Τα σώματα των ακριτών φύλαξαν την Κύπρο επί δυόμισι, περίπου, αιώνες (600-850) και ανάμεσά τους ξεχωριστά διακρίθηκε και τραγουδήθηκε ο θρυλικός αρχηγός τους Διγενής.

Την αναταραχή των Αράβων επακολούθησαν διάφορες αποστασίες διοικητών και άλλες εσωτερικές επαναστάσεις, οι οποίες είχαν τον αντίχτυπό τους στη ζωή και στην πρόοδο του νησιού. Το 1040, επαναστάτησε ο Θεόφιλος, ο Ερωτόκριτος και ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά της Κύπρου. Την αποστασία κατέστειλε ο Κωνσταντίνος Μονομάχος το 1043, στέλνοντας στην Κύπρο το ναύαρχο Κωνσταντίνο Χαγέ, ο οποίος και συνέλαβε το Θεόφιλο αιχμάλωτο. Η τιμωρία του Θεοφίλου ήταν, να τον ντύσουν, κατά διαταγή του αυτοκράτορα, με γυναικεία ρούχα και να τον επιδείξουν στον ιππόδρομο. Ύστερα από την ταπείνωση αυτή, τον άφησαν ελεύθερο. Αργότερα, επαναστάτησε ο Ραψομάτης, την επανάσταση του οποίου κατέστειλε ο Αλέξιος ο Κομνηνός, στέλνοντας εναντίον του το ναύαρχο Ιωάννη Δούκα, αδερφό της αυτοκράτειρας και το στρατηγό Μανουήλ Βουτομύτη.

Το 1118, επί Ιωάννη Κομνηνού, αρχίζουν να εγκαθίστανται στην Κύπρο οι Μαρωνίτες από τη Συρία και οι Αρμένιοι από την  Κιλικία. Το 1166, παραχωρήθηκε το νησί στον Ανδρόνικο Κομνηνό. Το 1184, ο Ισαάκιος Κομνηνός, στρατηγός τότε στην Ταρσό, αιχμαλωτίζεται από τους Αρμενίους της Κιλικίας. Με χρήματα των Ναϊτών ιπποτών της Ιερουσαλήμ ελευθερώνεται και, μέσω της θείας του Θεοδώρας της Κομνηνής, η οποία ήταν φίλη του νεοανακηρυχθέντα αυτοκράτορα Ανδρόνικου, ζητά βοήθεια και χρήματα από το παλάτι και προσπαθεί να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ανδρόνικος, με τη μεσολάβηση της Θεοδώρας, του στέλνει αρκετά χρήματα, με τα οποία ο Ισαάκιος εξοπλίζει στρατό και εκστρατεύει κατά της Κύπρου. Εκεί, με πλαστά αυτοκρατορικά γράμματα, εξαπατά το νόμιμο διοικητή του νησιού τον Ανδρόνικο Κομνηνό, του παίρνει τη διοίκηση και στη συνέχεια αναγορεύεται «Δεσπότης της Κύπρου». Παντρεύεται την αδερφή του βασιλιά της Σικελίας Γουλιέλμου του Β’ και κυβερνά το νησί τυραννικά για επτά χρόνια, αφού πρώτα νίκησε τον αποσταλέντα εναντίον του αυτοκρατορικό στρατό και συνέλαβε τους στρατηγούς του αυτοκράτορα αιχμάλωτους.

Ο αυτοκράτορας, μαθαίνοντας τα γεγονότα και μη μπορώντας να τιμωρήσει τον ίδιο, σκοτώνει στην Κωνσταντινούπολη τους συγγενείς του, το Μαυροδούκα και τον Ανδρόνικο Δούκα, που είχαν εγγυηθεί γι’ αυτόν.

Επιστρέφοντας τότε ο Κύπριος ιεράρχης της Κύπρου έφερε και τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου», τον οποίο διατηρεί και μέχρι σήμερα. Βρήκε, όμως, την έδρα του στη Σαλαμίνα ή Κωνσταντία τελείως καταστραμμένη. Γι’ αυτό και την μετέφερε στην Αμμόχωστο, η οποία και παρέμεινε σα θρησκευτικό κέντρο των Κυπρίων ως το 1215, οπότε οι Λατίνοι το μετέφεραν στη Λευκωσία.



[1]Επί Καλιγούλα.
[2].  Καθηγητής πανεπιστημίου. Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1878 και πέθανε στην Αθήνα το 1933. Από το 1898 ως το 1904 δικηγόρησε στην Κύπρο, της οποίας μελέτησε τη γλώσσα, τη λαογραφία και την ιστορία.
[3]Τον κανόνα αυτό επικύρωσε αργότερα το 691 και η «εν Τρούλλω Σύνοδος», που έγινε την εποχή του Ιουστιανού Β’, του Ρινοτμήτου. Η σύνοδος αυτή, που λέγεται και «Πενθέκτη», ονομάστηκε έτσι, γιατί οι αποφάσεις της πάρθηκαν κάτω από τον τρούλλο της Αγια-Σοφιάς. Σ’ αυτήν πήραν μέρος και οι πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.
[4]Λέγεται πως και στην αρχαιότητα έπεσε από το άλογό του και σκοτώθηκε στο ακρωτήριο του Αγίου Επιφανείου (τότε Ακάμαντα) και ο αττικός ήρωας Ακάμας, ο οποίος είχε μεταβεί εκεί για να ιδρύσει στο νησί αποικία των Αθηναίων.
[5]Το 688.

Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Κύπρος και Χριστιανισμός
    Η Κύπρος είναι μια από τις πρώτες χώρες που δέχτηκε το Χριστιανισμό. Η πρώτη περίοδος της ιστορίας της χριστιανικής Εκκλησίας της Κύπρου αρχίζει το 45 μ.Χ. και λήγει το 1191. Δηλαδή, αρχίζει με την άφηξη των αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα στο νησί και τελειώνει με την κατάλυση της βυζαντινής κυριαρχίας σ’ αυτό. Ο Απόστολος Παύλος διάλεξε την Κύπρο σαν πρώτη χώρα της αποστολικής του περιοδείας...
  2. Κύπρος - Χρονολόγιο (1971 - 1974)
    Στην Τουρκία, η πολιτική κρίση της χώρας οξύνεται. Το αντιαμερικανικό κλίμα είναι έντονο. Το Μάρτιο, ύστερα από την απαγωγή τεσσάρων Αμερικανών αεροπόρων από άγνωστους Τούρκους, επεμβαίνει ο στρατός και αξιώνει από το Ντεμιρέλ την παραίτησή του. Ο Ντεμιρέλ παραιτείται και την πρωθυπουργία αναλαμβάνει (13/3/71) ο καθηγητής του Δικαίου Νιχάτ Ερίμ, σχηματίζοντας «εθνική υπερκομματική κυβέρνηση» και κηρύσσοντας ταυτόχρονα το στρατιωτικό νόμο.
  3. Κύπρος - Χρονολόγιο (1968 -1970)
    Τον Ιούνιο του 1968 κι ύστερα από πίεση των Ηνωμένων Εθνών, αρχίζουν συνομιλίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στη Βηρυτό, οι οποίες, λόγω του ότι γίνονται μεταξύ των δύο κοινοτήτων, ονομάζονται «διακοινωτικές». Τους Έλληνες εκπροσωπεί ο πρόεδρος της κυπριακής Βουλής, ο Γλαύκος Κληρίδης και τους Τούρκους ο Ραούφ Ντενκτάς.
  4. Κύπρος - Χρονολόγιο (1959-1967)
    Στις συμφωνίες περιλαμβανόταν "Συνθήκη Εγγυήσεων" μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας και Κύπρου με την οποία, σε περίπτωση διασάλευσης της συνταγματικής τάξης, μια από τις τρεις πρώτες «εγγυήτριες δυνάμεις» θα μπορούσε να προβεί σε μονομερή δράση, αφού προηγουμένως είχαν εξαντληθεί τα περιθώρια διαπραγματεύσεων με τις άλλες δυο.
  5. Κύπρος - Χρονολόγιο (1955 - 1958)
    Ο στρατηγός Γρίβας, με το ψευδώνυμο «Διγενής», αποβιβάζεται τη νύχτα της 6ης Νοεμβρίου 1954 στο Χλωρακά της Πάφου με ένα μικρό πλοιάριο, το οποίο απέπλευσε από τη Ρόδο. Ο Γρίβας, φτάνοντας στην Κύπρο, κoινοποιεί, όσο πιο γρήγορα επιτρέπουν οι συνθήκες κι όσο πιο έντονα γίνεται, την οργάνωση της ΕΟΚΑ[1], της οποίας και γίνεται αρχηγός.
  6. Κύπρος - Χρονολόγιο (1951-1954)
    O αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’, με έγγραφό του προς το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, καταγγέλλει τα καταπιεστικά μέτρα των βρετανικών αρχών στην Κύπρο και ζητά τη συμπαράσταση των ελεύθερων λαών. Στις αρχές του Φεβρουαρίου 1951, ο Άγγλος βουλευτές Τόμας Ρέηντ ζητά από την αγγλική Βουλή να τον πληροφορήσει, αν η Ελλάδα έχει θέσει θέμα Κύπρου στην αγγλική κυβέρνηση.
  7. Κύπρος - Χρονολόγιο (1946-1950)
    Το 1946, μια τετραμελής επιτροπή, αποτελούμενη από το μητροπολίτη Λεόντιο, τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου της Κύπρου, το δήμαρχο Λευκωσίας Δ. Δημητρίου και τους πολιτευτές Λευκωσίας Ι. Κληρίδη και Λεμεσού Ζήνωνα Ρωσσίδη, πήγε στο Λονδίνο και υπέβαλε εκ νέου στην αγγλική κυβέρνηση το πάνδημο αίτημα του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα. Ο τότε υπουργός των Αποικιών Κρις Τζόουνς, ξεχνώντας όσα υποσχόταν η Αγγλία στον κυπριακό λαό κατά τη διάρκεια του πολέμου, δήλωσε πως...

Author: Μνήμες