Κύπρος – Χρονολόγιο (1951-1954)

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

του Αλέκου Αγγελίδη 
από το βιβλίο “Κύπρος-Ημερολόγιο λεηλασιών και αγώνων…”

Το 1946, μια τετραμελής επιτροπή, αποτελούμενη από το μητροπολίτη Λεόντιο, τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου της Κύπρου, το δήμαρχο Λευκωσίας Δ. Δημητρίου και τους πολιτευτές Λευκωσίας Ι. Κληρίδη και Λεμεσού Ζήνωνα Ρωσσίδη, πήγε στο Λονδίνο και υπέβαλε εκ νέου στην αγγλική κυβέρνηση το πάνδημο αίτημα του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα. Ο τότε υπουργός των Αποικιών Κρις Τζόουνς, ξεχνώντας όσα υποσχόταν η Αγγλία στον κυπριακό λαό κατά τη διάρκεια του πολέμου, δήλωσε πως

« . . . Η Κύπρος θεωρείται αναπόσπαστο τμήμα της βρετανικής αυτοκρατορίας και γι’ αυτό δεν πρόκειται με κανέναν τρόπο να αποδοθεί στην Ελλάδα . . .».

Με την επιστροφή της επιτροπής στην Κύπρο, άρχισαν στο νησί έντονες διαμαρτυρίες, πολυάνθρωπα συλλαλητήρια και ορμητικές  συγκεντρώσεις και εκδόθηκαν πάνδημα ψηφίσματα κατά της απαράδεκτης αυτής στάσης των Άγγλων. Στη Λευκωσία, στην έδρα της αρχιεπισκοπής, συγκροτήθηκε αμέσως Εθναρχικό Συμβούλιο με πρόεδρο τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου. Ένα κλιμάκιο του Εθνικού Συμβουλίου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, με σκοπό το συντονισμό της ενωτικής δραστηριότητας στην Ελλάδα. Ο αγώνας του Εθνικού Συμβουλίου γίνεται τώρα πολύπλευρος και στρέφεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Προσπαθεί να διαφωτίσει την κοινή γνώμη στο Εσωτερικό και στο Εξωτερικό, σχετικά με τα αιτήματα των Κυπρίων και με τις συνθήκες που επικρατούν στο νησί

1951

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1951

O αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’, με έγγραφό του προς το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, καταγγέλλει τα καταπιεστικά μέτρα των βρετανικών αρχών στην Κύπρο και ζητά τη συμπαράσταση των ελεύθερων λαών. Στις αρχές του Φεβρουαρίου 1951, ο Άγγλος βουλευτές Τόμας Ρέηντ ζητά από την αγγλική Βουλή να τον πληροφορήσει, αν η Ελλάδα έχει θέσει θέμα Κύπρου στην αγγλική κυβέρνηση.

14 Φεβρουαρίου

Σε λίγες μέρες, ο Άγγλος υφυπουργός Εξωτερικών του δίνει την απάντηση «ΟΧΙ. Ποτέ δεν τέθηκε επίσημα από την ελληνική κυβέρνηση ζήτημα Κύπρου». Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης είναι, γενικά, «άψογη σ’ αυτό»[1].

15 Φεβρουαρίου

Η ξεκάθαρη και τρανταχτή απάντηση του Άγγλου υφυπουργού εξέθεσε πλέον πέρα για πέρα την ελληνική κυβέρνηση στα μάτια του Έθνους και ο τότε πρωθυπουργός Σοφοκλής Βενιζέλος αναγκάστηκε να δηλώσει στις 15/2/51 μέσα στην ελληνική Βουλή, ότι «πάντα υπάρχει ελληνική αξίωση για την Κύπρο.

19 Φεβρουαρίου

Για να προλάβει, όμως, ο Βενιζέλος την έξαψη των πνευμάτων στους κύκλους της αγγλικής κυβέρνησης, που οπωσδήποτε θα είχαν προκαλέσει οι δηλώσεις του αυτές στην Αγγλία, έδωσε εντολή στον Έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο, να ζητήσει συγγνώμη αρμοδίως για τα όσα είπε στην Αθήνα, τα οποία, φυσικά, σκοπό είχαν να ρίξουν στάχτη στα μάτια των Ελλήνων της Ελλάδας και της Κύπρου.

«Η δήλωση», είπε δικαιολογούμενος ο πρεσβευτής, «ήταν αναγκαία, γιατί η κοινή γνώμη στην Ελλάδα δεν ήταν δυνατό να ησυχάσει από τη στιγμή που το θέμα της Κύπρου περιήλθε στα χέρια των κομμουνιστών, γιατί αυτοί προτίθενται να το φέρουν στα Ηνωμένα Έθνη, πράγμα το οποίο θα φέρει την ελληνική κυβέρνηση σε πολύ δύσκολη θέση. Έπρεπε να γίνει από μέρους της κυβέρνησης κάποια δήλωση, για να μην φανεί αργότερα πως το θέμα προωθείται με πρωτοβουλία των κομμουνιστών».

Ο Έλληνας πρεσβευτής, μαζί με τη μεγάλη λύπη του για τις αναγκαίες δηλώσεις του πρωθυπουργού, εξέφρασε και τη μεγάλη του στενοχώρια για το ενδεχόμενο των σχετικά με το θέμα επερωτήσεων στη βρετανική Βουλή.

ΜΑΡΤΙΟΣ 1951

Ο Μακάριος βρίσκεται αυτές τις μέρες στην Αθήνα και πιέζει την ελληνική κυβέρνηση να προωθήσει με κάθε τρόπο την εγγραφή του κυπριακού στην προσεχή σύνοδο του ΟΗΕ. Η ελληνική κυβέρνηση, όχι μόνο είναι διστακτική, αλλά παίζει και διπλό παιχνίδι. Άλλα υπόσχεται στο λαό, άλλα λέει στο Μακάριο και άλλα συζητά και συμφωνεί κρυφά με τους Άγγλους.

13 Μαρτίου

Στις 13 Μαρτίου, ο Άγγλος πρεσβευτής τηλεγραφεί στο Λονδίνο από την Αθήνα: «Πριν από την επίσκεψη του Μακαρίου είδα τον πρωθυπουργό, στον οποίο τόνισα, ότι το κυπριακό μπορούσε να διαταράξει τις σχέσεις των δύο χωρών μας. Του δήλωσα ότι, όποιος θα έθετε αυτήν τη στιγμή τέτοιο θέμα, θα έπαιζε το παιχνίδι της Ρωσίας . . . Ο πρωθυπουργός είπε, ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καμία επιθυμία να προωθήσει το θέμα. Πιστεύει, πως η βρετανική κυβέρνηση θα βρει κάποια καταπραϋντική φόρμουλα. Του είπα, πως για τη βρετανική κυβέρνηση δεν υπάρχει θέμα προς συζήτηση και του θύμισα την ύπαρξη των 80 χιλιάδων τουρκοκυπρίων στο νησί. Μου υποσχέθηκε «πως θα ηρεμήσει και θα συγκρατήσει το Μακάριο. Και ο ελληνικός και ιδιαίτερα ο κυπριακός λαός περίμεναν συμπαράσταση και μαχητικότητα από την κυβέρνηση των Αθηνών!!

17 Μαρτίου

Στις προσπάθειες του Άγγλου πρεσβευτή στην Αθήνα τρέχει πρόθυμος να συνδράμει και ο Αμερικανός συνάδελφός του. Στις 17 Μαρτίου, δηλώνει στον Έλληνα πρωθυπουργό, πως η φασαρία και ο θόρυβος για την Κύπρο έχει υπερβεί τα όρια και θα πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια από ελληνικής πλευράς για την, όσο το δυνατόν, πιο γρήγορη εκτόνωση των πνευμάτων και παραμερισμό του ζητήματος.

Ο Σοφοκλής Βενιζέλος δεν είναι ούτε για μπροστά ούτε για πίσω. Ο Ελληνισμός από τη μια αγωνίζεται, φωνάζει, διαμαρτύρεται για την αδράνεια και την αδιαφορία των κυβερνήσεών του και τα μεγάλα αφεντικά από την άλλη δίνουν εντολές και αξιούν δράση καταστολής των πάντων. Διατάσσουν και απαιτούν. Ο ξενοκίνητος πρωθυπουργός ζητά από τους πρεσβευτές, αν γίνεται, να μπει για ένα χρόνο στο ψυγείο το κυπριακό, με κάποια υπόσχεση από μέρους τους, πως αργότερα, όταν οι διεθνείς συγκυρίες τον επιτρέψουν, να ξανασυζητηθεί.

Ζητά από τους Άγγλους να κάνουν μια κάποια δήλωση, ώστε να μπορέσεει να συγκρατήσει την αντίδραση του λαού στην Ελλάδα. Οι Άγγλοι, όμως, όχι μόνο δεν θέλουν να δεσμευτούν στο θέμα αυτό, αλλά ούτε καν αναγνωρίζουν επίσημα την ύπαρξή του. Γι’ αυτό και αρνούνται να προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση. Ο Βενιζέλος τελικά παρακαλεί τουλάχιστο να μη γίνει καμία κοινολόγηση πάνω στο θέμα αυτό και οι απόψεις των Άγγλων να κρατηθούν μυστικές.

21 Μαρτίου

Ο Μακάριος ζητά και πάλι από την ελληνική κυβέρνηση (21/3/51) να πάρει πρωτοβουλία και να προβεί σε έντονα διαβήματα για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Την ίδια μέρα, συνέρχεται στην Αθήνα το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών της Ελλάδας υπό την προεδρεία του πρωθυπουργού Σοφοκλή Βενιζέλου κι αποφασίζει να θέσει το θέμα στη βρετανική κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, όμως, η ελληνική κυβέρνηση περιορίζεται σε φιλικές μόνο επαφές με το Λονδίνο, χωρίς να ξεφύγει από τα όρια της «παραδοσιακής αγγλοελληνικής φιλίας».

Ο Έλληνας πρεσβευτής στο Λονδίνο Λ. Μελάς προβαίνει σε ορισμένα διαβήματα στο Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Μόρρισον, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Ο Μακάριος, όμως, δεν αρκείται σε χαλαρές δηλώσεις και σπασμωδικές ενέργειες. Θέλει αγωνιστική διάθεση και έντονη δράση. Επιμένει στις απόψεις του και παίρνει αυτός την πρωτοβουλία. Προσπαθεί να δώσει δυναμικότερο χαρακτήρα στον αγώνα των Κυπρίων και, προς την κατεύθυνση αυτή κινούμενος, συγκαλεί το Μάρτιο του 1951 διάφορες συσκέψεις στην Αθήνα με πολλούς και διάφορους κυπριακούς και ελληνικούς παράγοντες.

Τις μέρες αυτές, με την παρουσία του Μακαρίου στην Ελλάδα, συστήνεται στην Αθήνα επιτροπή αγώνα για την Κύπρο. Σ’ αυτή μετέχει και ο αντισυνταγματάρχης του ελληνικού στρατού Γεώργιος Γρίβας.

25 Μαρτίου

Ο Μακάριος, ευρισκόμενος στην Αθήνα, συναντιέται με τον Αμερικανό πρεσβευτή Πιούριφοϊ,  ο οποίος προσπαθεί  να αποτρέψει τις προσπάθειες του εθνάρχη για την προσφυγή στον ΟΗΕ. Ο Μακάριος γνωρίζει ήδη την αρνητική στάση που πρόκειται να κρατήσουν οι ΗΠΑ στον ΟΗΕ για το κυπριακό, ελπίζει, όμως, στη συμπαράσταση του αμερικανικού λαού. Γι’ αυτό και επιμένει στις απόψεις του. Με την ίδια επιμονή, συζητά και με την ελληνική κυβέρνηση. Η παρουσία του Μακαρίου στην Αθήνα βάζει σε δύσκολη θέση τους Έλληνες κυβερνήτες. Γι’ αυτό κι ο Βενιζέλος καταφεύγει στη βοήθεια των Άγγλων. Ζητά από αυτούς, να απαγορέψουν την έξοδο από το νησί του Μακαρίου και των διάφορων κυπριακών αντιπροσωπειών προς την Ελλάδα. Οι Άγγλοι, φυσικά, αρνούνται να πράξουν κάτι τέτοιο που θα τους εξέθετε διεθνώς. Κι αυτό φαίνεται από σχετικό έγγραφό τους, το οποίο έχει ημερομηνία 4 Μαΐου 1951.

2 Μαΐου

Στις 2 Μαΐου, οι Άγγλοι απορρίπτουν και εγγράφως την έκκληση του Βενιζέλου, που τους παρακαλεί να κάνουν δηλώσεις, ότι θα επανεξετάσουν το κυπριακό, μόλις το επιτρέψουν οι διεθνείς συνθήκες.

16 Μαρίου

Στο Λονδίνο φτάνει στις 16 Μαΐου τηλεγράφημα από τη βρετανική πρεσβεία των Αθηνών, με το οποίο γίνεται γνωστή η ατολμία και η απροθυμία του Βενιζέλου σ’ ό,τι αφορά το κυπριακό. «Ο Μακ Νηλ με ρώτησε κάποτε, όταν ήταν υφυπουργός Εξωτερικών», λέγει ο Άγγλος προσβευτής, «γιατί ο Βενιζέλος, ενώ παίζει καλό μπριτζ, δεν παίζει και καλό παιχνίδι στην πολιτική του». Του απάντησα ότι «το πολιτικό παιχνίδι γίνεται πάνω σε αρχές, που δηλώνονται δημόσια και είναι υπερασπίσιμες δημόσια». Ο Βενιζέλος θέλει να λέει στα γράμματά του, ότι είναι ήρωας της Κύπρου, όπως ο πατέρας του ήταν ήρωας της Κρήτης. Δεν μπορεί, όμως, να ελέγξει την κατάσταση, γιατί δεν τολμά και δεν θέλει να κάνει κάτι για να την ελέγξει. Για να σταματήσει η εκστρατεία για την ένωση, ο Βενιζέλος πρέπει να ισχυροποιηθεί ή να στριμωχτεί.  Κι αυτό θα γίνει με μια κοινή αγγλοαμερικανική δήλωση. Το θέμα των κοινών συμφερόντων Ελλάδας, Τουρκίας και δυτικών κρατών να αναπτυχθεί από σοβαρούς στρατιωτικούς συντάκτες και να γραφούν άρθρα γύρω από το ΝΑΤΟ και την ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας σ’ αυτό, καθώς και γύρω από τη στρατηγική σημασία της περιοχής, χωρίς να αναφέρεται καθαρά το Κυπριακό. Έτσι, μέσα στα γενικότερα σχέδια θα παρέχονται και ορισμένες εγγυήσεις προς την Ελλάδα και την Τουρκία, ζητώντας, όμως, σε αντάλλαγμα από τις δυο κυβερνήσεις να μην εγείρουν αμφισβητούμενα θέματα, όπως το «κυπριακό».

Έτσι, συνδιαζόταν το κυπριακό με το θέμα του ΝΑΤΟ κι έμπαινε και η Τουρκία στη μέση σα διεκδικητής και ρυθμιστής. Το Λονδίνο συμφώνησε με την πρόταση του πρεσβευτή. Εξέφραζε, όμως, ενδοιασμούς σ’ ό,τι αφορούσε τη στάση των Αμερικανών. Μάλιστα, στο Λονδίνο γινόταν η σκέψη πως, αν οι Αμερικανοί δεν θελήσουν να συμπράξουν με τους Άγγλους, τότε να δηλωθεί εμπιστευτικά στην ελληνική κυβέρνηση, εν όψει της εισόδου της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, ότι η είσοδός της στη δυτική συμμαχία και η συνεχιζόμενη ενωτική εκστρατεία είναι πράγματα ασυμβίβαστα.

Οι Αμερικανοί, όμως, δέχονται τη σύμπραξη και ο Αμερικανός επιτετραμμένος στην Ελλάδα συναντά τον πρωθυπουργό και του δηλώνει, ότι η Ουάσιγκτον είναι αντίθετη με την κατάργηση του αποικιακού καθεστώτος στην Κύπρο.

30 Μαΐου

Οι Άγγλοι στην Αθήνα, ενθουσιασμένοι από τη στάση των Αμερικανών, τηλεγραφούν στο Λονδίνο στις 30 Μαΐου. «Οι Αμερικανοί είπαν στους Έλληνες, πως δεν πρέπει να εγείρουν το αμφισβητούμενο θέμα της Κύπρου και ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ πιστεύει, ότι οι Τούρκοι είναι ειλικρινείς στις δηλώσεις τους για την Κύπρο και ότι η ένωση δεν είναι ένα θέμα που θα μπορούσε να προκαλέσει συμπάθεια στις ΗΠΑ, η δε κοινή γνώμη και το Κογκρέσο θα αντιμετώπιζαν με εχθρότητα την ανάπτυξη μιας νέας εστίας εντάσεως». Και ο Άγγλος πρεσβευτής συνέχιζε: «Θα πρέπει να εκφράσουμε στην εδώ αμερικανική πρεσβεία την ευγνωμοσύνη μας, γιατί δεν είναι δυνατό να περιμέναμε πιο ξεκάθαρη διατύπωση των αμερικανικών απόψεων για την Ελλάδα. Οι δυσκολίες μας θα μειωθούν σημαντικά, αν οι Αμερικανοί συνεχίσουν να είναι σκληροί με την Ελλάδα».

Στο μεταξύ, οι κυβερνήτες της Ελλάδας συνεχίζουν να παίζουν το δικό τους παιχνίδι και πάντοτε είναι ταγμένοι υπέρ της εξυπηρέτησης στο ακέραιο των ξένων συμφερόντων.

5 Ιουλίου

Παρ’ όλα αυτά, λίγο αργότερα, στις 5 Ιουλίου, έρχεται στην Κύπρο ο Γρίβας, για να δει από κοντά τα πράγματα και να εξετάσει επί τόπου την κατάσταση.

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1951

Ο ΟΗΕ είχε ακόμη την έδρα του στο Παρίσι. Ο Σέλγουιν Λόυντ και ο Άντονυ Ήντεν ζητούν από τον άρρωστο πρωθυπουργό Πλαστήρα, να διατάξει την ελληνική αντιπροσωπεία, που βρισκόταν στον ΟΗΕ με αρχηγό το Γ. Μαύρο, να μη θίξει καθόλου το κυπριακό. Ο Πλαστήρας έδωσε ανάλογες εντολές στον υφηπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ κι εκείνος επενέβη. Ο αρχηγός, όμως, της αντιπροσωπείας Μαύρος δεν τον υπάκουσε.

6 Νοεμβρίου

Στις 6 Νοεμβρίου, μπαίνει για πρώτη φορά το θέμα της αυτοδιάθεσης της Κύπρου στην τρίτη επιτροπή της συνέλευσης της 6ης  Συνόδου του ΟΗΕ στο Παρίσι. Ο Μακάριος στέλνει την ημέρα αυτή στον πρόεδρο της επιτροπής σχετικό τηλεγράφημα από τη Λευκωσία.

7 Νοεμβρίου

Την άλλη μέρα, ο Αβέρωφ πήγε στην αγγλική πρεσβεία στην Αθήνα και ζήτησε συγγνώμη «για τα έκτροπα της αντιπροσωπείας», όπως είπε, «η οποία ενήργησε κατά παράβαση ρητών εντολών της κυβέρνησης».

Ύστερα από τριάντα χρόνια, μάθαινε ο Μαύρος τη στάση αυτή του Αβέρωφ και δήλωνε στην ελληνική Βουλή στις 7 Νοεμβρίου 1983: «Μένω κατάπληκτος. Τώρα το πληροφορούμαι».

30 Νοεμβρίου

Στις 30 Νοεμβρίου, ο Άγγλος υπουργός των Εξωτερικών Ήντεν έγραφε στην κυβέρνησή του σ’ ένα απόρρητο τηλεγράφημά του από το Παρίσι: «Είδα σήμερα το πρωί τον Αβέρωφ, ο οποίος θέλησε να μου μιλήσει ειλικρινά για κάποιο ιδιαίτερο θέμα, προφανώς το κυπριακό και να μου δηλώσει τις φιλοβρετανικές του απόψεις. Του είπα, πως θα ήταν καλύτερα να έβαζε στην άκρη αυτό το θέμα. Ο Αβέρωφ είπε: Πως δεν πίστευε ότι ήταν δυνατή η ένωση».

Και εμείς οι Έλληνες τον είχαμε χειριστή του ύψιστου αυτού εθνικού μας θέματος (!!).

4 Δεκεμβρίου

Αλλά ούτε και οι άλλοι εθνικοί μας αντιπρόσωποι, που κατείχαν καίριες θέσεις, ήταν καλύτεροι. Στις 4 Δεκεμβρίου, ο Άγγλος περβευτής στη Ρώμη τηλεγραφούσε στο Λονδίνο: «Ο Αμερικανός υπουργός των  Εξωτερικών Άτσεσον και ο Έλληνας πρεσβευτής στη Ρώμη Εξηντάρης δείπνησαν μαζί μας. Ο Εξηντάρης, μετά το δείπνο, μίλησε με τον Άτσεσον για το κυπριακό, με σκοπό να αποδοκιμάσει την έγερση του θέματος από την κυβέρνησή του».

Κατά το τηλεγράφημα, ο Εξηντάρης έδειχνε πολύ στενοχωρημένος, όχι γιατί δεν είχε καλή έκβαση η ελληνική προσφυγή στα Ηνωμένα Έθνη, αλλά γιατί  η ελληνική αντιπροσωπεία στενοχώρησε με τη στάση της την Αγγλία. «Αναγκάστηκα να τον παρηγορήσω», λέγει ο Άγγλος πρεσβευτής.

1952

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1952

Τον Ιανουάριο του 1952, στην επέτειο του παγκύπριου δημοψηφίσματος, γίνονται μεγαλειώδεις εκδηλώσεις σ’ ολόκληρο το νησί υπέρ της ανεξαρτησίας του και της ένωσής του με την Ελλάδα.

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1952

Το Φεβρουάριο του 1952, ο Μακάριος διαμαρτύρεται εντονότατα για την αγγλική αδιαλλαξία στον υφυπουργό των Αποικιών σερ Τόμας Λόυντ ο οποίος επισκέπτεται το νησί.

25 Απριλίου

Στις 25 Απριλίου του ίδιου χρόνου, συγκαλείται στη Λευκωσία η πρώτη παγκύπρια Εθνική Συνέλευση. Η Συνέλευση αυτή, στην οποία συμμετέχουν εξακόσιοι αντιπρόσωποι του λαού όλων των τάξεων, ζητά από την ελληνική κυβέρνηση σθεναρότερο χειρισμό του κυπριακού ζητήματος και επιμένει σε επαναπροσφυγή στα Ηνωμένα Έθνη. Επίσης, αποφασίζει την περαιτέρω κλιμάκωση του έντονου αγώνα, ο οποίος και συνεχίζεται αμείωτος σε ένταση και μεστός σε πίστη και πεποίθηση για τη δικαίωσή του.

8 Μαΐου

Στις 8 Μαΐου, γίνεται πάνδημο συλλαλητήριο στην Αθήνα για την Κύπρο, με την ευκαιρία της επίσκεψης του λόρδου Χάλιφαξ, στον οποίο η ελληνική κυβέρνηση δίνει υπόμνημα για την επίλυση του κυπριακού.

4 Ιουνίου

Μεγάλη πανελλήνια εκδήλωση διαμαρτυρίας για την κατακράτηση της Κύπρου από τους Άγγλους γίνεται στις 4 Ιουνίου. Ανάλογες εκδηλώσεις γίνονται και στην  Κύπρο. Γενικό αίτημα του λαού είναι η σθεναρότερη στάση της Ελλάδας σ’ ό,τι αφορά το χειρισμό και την προώθηση του ζητήματος. Ο αγώνας και από κυπριακής πλευράς εντείνεται περισσότερο.

Η ελληνική κυβέρνηση, πιεζόμενη από παντού, κάνει με τον πρεσβευτή της στο Λονδίνο νέα διαβήματα προς τον υφυπουργό των Εξωτερικών Ουίλιαμ Στραγκ, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα.

1953

19 Φεβρουαρίου 1953

Ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Ήντεν γράφει σ’ ένα εμπιστευτικό του σημείωμα: «Ο βασιλιάς της Ελλάδας (Παύλος), που βρισκόταν στο Λονδίνο, ζήτησε να με δει και πέρασα κάμποση ώρα μαζί του στο ξενοδοχείο Κλάριντζις. Δεν αναφέρθηκε στο κυπριακό, παρά μόνο για να πει ότι: «Ο Μακάριος βρισκόταν στο Λονδίνο και θα τον απέφευγε σαν το δηλητήριο».

7 Μαρτίου

Τηλεγράφημα από την Αθήνα πληροφορούσε το Φόρεϊν Όφφις (φάκελλος FO 371/107501). «Δεν μπόρεσα να εμποδίσω συνάντηση Μακαρίου με πρωθυπουργόν. Όταν, όμως, πληροφορήθηκα ότι ο Μακάριος πρόκειται να δει τη Φρειδερίκη, πήγα στα ανάκτορα και ειδοποίησα (τους βασιλείς), ότι δεν είχαν το δικαίωμα να δέχονται Άγγλους υπηκόους, χωρίς προηγούμενα να ζητούν την έγκριση της αγγλικής πρεσβείας. Τόνισα δε, πως σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να συμβουλεύσω τη μεγαλειότητά της να δεχθεί την επίσκεψη του Μακαρίου και ζήτησα η άποψή μου να γραφεί στα πρακτικά, γιατί μια τέτοια ακρόαση θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στις αγγλοελληνικές σχέσεις. Ανάλογο μήνυμα έστειλα και στον πρωθυπουργό, ο οποίος μου είπε, πως δεν μπορεί να εμποδίσει την ακρόαση, αλλά διαβεβαίωσε, ότι δεν πρόκειται να επιτραπεί στον αρχιεπίσκοπο να θίξει το θέμα . . . Έχω καταβάλει μεγάλες προσπάθειες, ώστε να γνωρίζουν και ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί των Εξωτερικών και Άμυνας με πόση έμφαση στιγματίζω την τρέλα και την ανοησία να επιτρέψει η κυβέρνηση στο Μακάριο να έρθει στην Αθήνα. Είπα, μάλιστα, πως μια τέτοια ενέργεια της Ελλάδας θα επηρεάσει την απόφαση της αγγλικής κυβέρνησης στην έκκληση της Ελλάδας να γίνει δεκτή στην αμυντική οργάνωση της Μέσης Ανατολής».

9 Μαρτίου

Ο Μακάριος βρισκόταν στην Αθήνα και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην ελληνική πρωτεύουσα όρκισε μυστικά, στις 9 Μαρτίου, τα μέλη της Επιτροπής Αγώνα για την ένωση και για τον ένοπλο αγώνα που προετοιμάζονταν και πρώτος αυτός υπέγραψε τον όρκο.

Οι Άγγλοι ενοχλούνται και εξανίστανται με τις τόσο ανεπιθύμητες γι’ αυτούς επισκέψεις του αρχιεπισκόπου στην Αθήνα και ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση, να απαγορέψει την είσοδο του Μακαρίου και των άλλων αντιπροσώπων στην Ελλάδα.

12 Μαρτίου

Στις 12 Μαρτίου, ο Άγγλος πρεσβευτής των Αθηνών στέλνει τηλεγράφημα στο Λονδίνο, του οποίου το νόημα είναι περίπου το εξής: «Συναντήθηκα με τον υπουργό των Εξωτερικών και υπογράμμισα τη δυσαρέσκειά μου για την επίσκεψη του Μακαρίου στην Αθήνα. Ο υπουργός (Στεφανόπουλος) προσπάθησε να δικαιολογηθεί με χίλια-δυο επιχειρήματα. Ζήτησα να ενημερώνομαι πάντοτε, όταν πρόκειται νά ‘ρθει ο αρχιεπίσκοπος στην Αθήνα, ώστε να προσυνεννοούμεθα για την ακολουθητέα πολιτική. Ο υπουργός συμφώνησε με την πρότασή μου». Δηλαδή, κάναμε αγώνα εναντίον των Άγγλων και προσυνεννοούμαστε με τους Άγγλους για το τι θα κάνουμε για να κερδίσουμε τη μάχη εναντίον τους !!

21 Μαρτίου

Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη, πάρε μαύρο γιαταγάνι. Ο Μακάριος επιστρέφει στην Κύπρο στις 21 Μαρτίου και η επάνοδός του χαιρετίζεται με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις.

24 Απριλίου

Με επιστολή του ο Μακάριος προς τον κυβερνήτη της Κύπρου ζητά και πάλι, στις 24 Απριλίου, την αναγνώριση των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος του Ιανουαρίου 1950 και, βάσει αυτού, τη διευκόλυνση της ανάκτησης των δικαιωμάτων αυτοδιάθεσης των Κυπρίων ή τη διοργάνωση νέου δημοψηφίσματος, σύμφωνα με την από 16 Δεκεμβρίου 1952 απόφαση του ΟΗΕ. Ο κυβερνήτης Ράιτ απαντά, πως η βρετανική κυβέρνηση δεν αποβλέπει σε καμιά αλλαγή του καθεστώτος της Κύπρου και θεωρεί το ζήτημα κλειστό.

ΜΑΪΟΣ 1953.

Ο Μακάριος επισκέπτεται μέσα στο Μάιο την Αίγυπτο, το Λίβανο και τη Συρία σε μια προσπάθεια ανταλλαγής απόψεων με τους εκεί ηγέτες, την ενημέρωση των αραβικών κρατών και την προώθηση του κυπριακού ζητήματος.

28 Ιουνίου

Ύστερα από την επίμονη άρνηση του κυβερνήτη Ράιτ να παραδεχτεί τα δίκαια της Κύπρου, δεκαπέντε χιλιάδες λαού κατέρχονται στις 28 Ιουνίου σε συλλαλητήριο στο ναό της Φανερωμένης στη Λαυκωσία, αφού οι Άγγλοι δεν τους επέτρεψαν να συγκεντρωθούν σε ανοιχτό χώρο.

10 Αυγούστου

Στις 10 Αυγούστου 1953, ο Μακάριος υποβάλλει αίτηση στη Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ και ζητά να αναγραφεί στην ημερήσια διάταξη της 8ης  Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης το θέμα: «Πραγματοποίηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού». Ταυτόχρονα, ζητά από την Ελλάδα να υποστηρίξει το διάβημά του αυτό.

Παρ’ ότι, όμως, από το 1951, ύστερα από τις δηλώσεις του Σοφοκλή Βενιζέλου στη Βουλή, οι εκδηλώσεις για την ένωση της Κύπρου άρχισαν να πολλαπλασιάζονται   στην Ελλάδα και  να ισχυροποιούνται -καθώς και τα αντίμετρα των Άγγλων στην Κύπρο- η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε ή απέφυγε να υποστηρίξει με σθένος και επιμονή τις απόψεις του Μακαρίου και τις επιθυμίες των Κυπρίων, με τη δικαιολογία, πως ήταν προτιμότερο να μην επισπευθούν τα πράγματα, αλλά να ακολουθηθεί ήπια πολιτική γραμμή, ώστε να δοθεί χρόνος για φιλικές διαπραγματεύσεις.

Την ίδια εποχή (Αύγουστος 1953), ο Μακάριος στέλνει επιστολή στον πρωθυπουργό της Ελλάδας, τον Παπάγο και του ζητά να σταθεί στο πλευρό του αγωνιζόμενου κυπριακού λαού. Ο Παπάγος, όμως, δεν συγκινείται και παραμένει αδρανής.

Η χαλαρή και απρόθυμη αυτή τακτική της Ελλάδας ήταν επόμενο, «αναπόφευκτο», όπως λέγει και ο Woodhouse[2], γιατί όλες σχεδόν οι ελληνικές κυβερνήσεις και τότε και αργότερα είχαν βρεθεί σε δύσκολη θέση, λόγω του κυπριακού κινήματος για την ένωση και τούτο, γιατί η σταθερότητά τους δεν στηριζόταν στον ελληνικό λαό, αλλά η ύπαρξή τους εξαρτιόταν από τη βρετανική συμπαράσταση και υποστήριξη.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να μας πει κανένας περισσότερα, ούτε και είναι αναγκαίο να μας φέρει άλλα επιχειρήματα, για να αντιληφθούμε στην ολότητά της την απροθυμία των ελληνικών κυβερνήσεων πάνω στο ζωτικής σημασίας εθνικό αυτό ζήτημα.

Η Κύπρος, παρά την ελληνική μαλθακότητα και αδράνεια, δεν αποθαρρύνεται και δεν σταματά. Προχωρεί με τα προς κάθε κατεύθυνση διαβήματά της και στέλνει το Σ. Λοϊζίδη στην Αμερική, για να βολιδοσκοπήσει και να ενημερώσει τα μέλη των διαφόρων αντιπροσωπειών των κρατών-μελών του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να ζωογονήσει και να ενεργοποιήσει και την επιφυλακτική ελληνική ηγεσία.

21 Σεπτεμβρίου

Παρά τις έντονες προσπάθειες των Κυπρίων, η ελληνική κυβέρνηση και πάλι επιμένει στην πολιτική της αδράνειας και προσπαθεί να μείνει στο περιθώριο, μη θέλοντας να αντιπαραταχθεί στις επιθυμίες των Άγγλων. Έτσι, στις 21 Σεπτεμβρίου 1953, ο αρχηγός της ελληνικής αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ Α. Κύρου δηλώνει μπροστά στη Γενική Συνέλευση, ότι η ελληνική κυβέρνηση ενδιαφέρεται για το κυπριακό ζήτημα, αλλά προτιμά διμερείς διαπραγματεύσεις με την αγγλική κυβέρνηση και, μόνο σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων αυτών, θα προσφύγει στα Ηνωμένα Έθνη.

22 Σεπτεμβρίου

Την άλλη μέρα, 22 Σεπτεμβρίου 1953, επισκέπτεται την Ελλάδα ο Άγγλος υπουργός των Εξωτερικών Α. Ήντεν. Ο Έλληνας πρωθυπουργός Α. Παπάγος τον υποδέχεται με εγκαρδιότητα και, κάποια στιγμή στη διάρκεια των συναντήσεών τους, κάνει νύξη περί φιλικής ρύθμισης του κυπριακού ζητήματος. Ο Ήντεν τότε του γύρισε την πλάτη και κοίταξε επίμονα έξω από το παράθυρο. Φυσικά, έδωσε και πάλι αρνητική απάντηση και δήλωσε πως θεωρεί το θέμα «κλειστό».

Σχετικά με τη συνάντηση αυτή, ο Άγγλος πρεσβευτής Τσαρλς Πηκ τηλεγραφούσε από την Αθήνα στο Φόρεϊν Όφφις, λέγοντας πως ο Παπάγος διστακτικά και από υποχρέωση αναφέρθηκε στο θέμα της Κύπρου και υποσχέθηκε πως ό,τι κι αν ειπώθηκε μεταξύ τους για το ζήτημα αυτό, θα παρέμενε απόρρητο. Ο Ήντεν απάντησε πως «η συζήτηση αυτή, είτε μυστική γίνει, είτε όχι, δε θα αποδώσει τίποτα. Το status της Κύπρου δεν πρόκειται να αλλάξει». Μάλιστα, ο Ήντεν είπε, πως η Κύπρος βρίσκεται κοντά στην Τουρκία και ποτέ δεν ανήκε στην Ελλάδα. Με την Ελλάδα την ενώνει μόνο η θρησκεία και η γλώσσα. Επίσης τόνισε πως, αν οι Έλληνες, επικαλούμενοι τη δημοκρατία, θέλουν την ένωση, οι Άγγλοι δεν την θέλουν και είναι περισσότεροι. . . Ο Παπάγος, κάτω από τα «ατράνταχτα» αυτά επιχειρήματα (!!!) του Ήντεν, λύγισε και παρέδωσε τα όπλα λέγοντας: «Αφού έτσι έχουν τα πράγματα κι αφού αυτή είναι η στάση σας, δεν βλέπω το λόγο γιατί να συνεχιστεί η συζήτηση. Και ο Ήντεν συμφώνησε αμέσως.

Και σε άλλο του τηλεγράφημα, ο Άγγλος πρεσβευτής έλεγε: «Ο Παπάγος ξαφνιάστηκε με τη δήλωση του Άγγλου υπουργού των Εξωτερικών, πως η αγγλική κυβέρνηση δεν θεωρεί ότι υπάρχει κυπριακό πρόβλημα[3]. Αμέσως ανέθεσε στο Στεφανόπουλο να ετοιμάσει μια σχετική διακοίνωση, για να έχει στα χέρια του «κάποιο  πειστήριο», να το δείξει στους ενωτικούς και να αποδείξει, ότι αυτός πραγματικά ενδιαφέρεται για το κυπριακό. Στην ουσιά, όμως, δεν πιστεύει ούτε για μια στιγμή πως τα τείχη της Ιεριχώς θα πέσουν ή πως έστω θα σειστούν από τη σάλπιγγά του. Ότι κάνει το κάνει μόνο για λόγους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης.

25 Νοεμβρίου

Ο Βρετανός πρεσβευτής συνεχίζει να ενημερώνει το Λονδίνο για τις απόψεις του Παπάγου. Στις 5 Νοεμβρίου, τηλεγραφεί από την Αθήνα: «Στενός πολιτικός συνεργάτης του Παπάγου μου είπε, ότι ο Παπάγος επιμένει στην άποψη, ότι το κυπριακό θα πρέπει σε κάποιο στάδιο να συζητηθεί φιλικά μεταξύ Αγγλίας και Ελλάδας, αλλά προς το παρόν, θα πρέπει να κρατηθεί «κάτω από την επιφάνεια».

1954

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1954

Έχει περάσει έτσι αρκετός καιρός, χωρίς οι «φιλικές διμερείς διαπραγματεύσεις» να αποδώσουν τίποτα. Ο καιρός φεύγει άδικα. Έτσι, ο Μακάριος αναγκάζεται να επισκεφτεί και πάλι το Φεβρουάριου του 1954 την Αθήνα. Ασκεί πίεση στον Παπάγο και στους άλλους πολιτικούς και προσπαθεί να τους δραστηριοποιήσει. Προσπαθεί να πείσει την ελληνική κυβέρνηση να παραδεχτεί και να υιοθετήσει τις απόψεις του. Ο Παπάγος, όμως, εξακολουθεί να επιμένει στην τακτική του.

31 Μαρτίου

Ύστερα από τις δηλώσεις του Ήντεν και τις πιέσεις του Μακαρίου, δηλώνει στις 31 Μαρτίου 1954 πως, αφού η Αγγλία επιμένει στην αδιαλλαξία της, η Ελλάδα θα ακολουθήσει την οδό της προσφυγής στα Ηνωμένα Έθνη.

Ο Άγγλος υπουργός των Αποικιών δηλώνει ότι η Κύπρος είναι απαραίτητη για την ασφάλεια της Μεγάλης Βρετανίας και της Μέσης Ανατολής και γι’ αυτό το λόγο ποτέ δεν πρόκειται να εφαρμοστεί η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών σ’ αυτήν. Επιπλέον, οι Άγγλοι επιμένουν στη δικαιολογία πως, αν φύγουν αυτοί από το νησί, θα ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ή και πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Με τις δηλώσεις τους αυτές αφυπνίζουν και διεγείρουν εν γνώσει τους τις αρπακτικές διαθέσεις των Τούρκων και καλλιεργούν έντονα και συστηματικά τις φυλετικές διαμάχες ανάμεσα στον πληθυσμό της νήσου.

23 Ιουλίου

Στις 23 Ιουλίου 1954, συνέρχεται στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη στη Λευκωσία η Παγκύπρια Εθνοσυνέλευση. Κάθε χίλιοι κάτοικοι στέλνουν στη Συνέλευση και έναν αντιπρόσωπό τους. Σ’ αυτήν παρευρίσκονται: Ο εθνάρχης Μακάριος Γ’, το Συμβούλιο της Εθναρχίας, πεντακόσιοι πενήντα πέντε αντιπρόσωποι, δήμαρχοι και πολλά άλλα διακεκριμένα πρόσωπα.

Ο Μακάριος αντικρούει τα επιχειρήματα της Αγγλίας, ότι η Κύπρος είναι απαραίτητη στους Άγγλους για να προασπίζουν την ασφάλεια της Μ. Ανατολής. Μεταξύ άλλων λέει: «Γίνονται από τους Βρετανούς βάσεις στην Κύπρο  για την άμυνα της ελευθερίας. Οποίον αληθώς της υποκρισίας το μέγεθος! Επί τόπου υποδούλου να γίνονται βάσης αμύνης δια την ελευθερίαν! Ειλικρινείς θα ήσαν οι Άγγλοι, εάν έλεγαν ότι κάμνουν βάσεις αμύνης των ιδίων συμφερόντων. Και επί του βωμού των αγγλικών συμφερόντων θυσιάζεται η κυπριακή ελευθερία. . . ». Η Εθνοσυνέλευση, με ψήφισμά της διακηρύσσει τη σταθερή της θέση για ένωση με την Ελλάδα και καταγγέλλει σαν ανεπιθύμητη την αγγλική παρουσία στο νησί. Δηλώνει την ακλόνητη απόφασή της για τη συνέχιση του αγώνα για την ανεξαρτησία της Κύπρου και απευθύνει έκκληση σ’ όλα τα ελεύθερα έθνη και στον ΟΗΕ και καλεί όλους τους λαούς, να υποστηρίξουν το περί αυτοδιάθεσης αίτημα του κυπριακού λαού.

28 Ιουλίου

Στις 28 Ιουλίου, η Βουλή των Κοινοτήτων στο Λονδίνιο συζητά το κυπριακό. Ο υπουργός των Αποικιών διακηρύσσει και πάλι, πως η Κύπρος αποτελεί στρατηγική περιοχή και επομένως ουδέποτε θα εφαρμοστεί η αρχή της αυτοδιάθεσης σ’ αυτή. Η ωμή αυτή δήλωσή του κατακρίνεται και σ’ αυτή ακόμη τη Μ. Βρετανία, όπως και σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Την ίδια μέρα, ο κυβερνήτης της Κύπρου, σε ραδιοφωνική του ομιλία προς τον κυπριακό λαό, κάνει λόγο για εισαγωγή αποικιακής μορφής συντάγματος στην Κύπρο, ενώ το Λονδίνο εκδηλώνει την πρόθεση εγκατάστασης του βρετανικού στρατηγείου Μ. Ανατολής στη Λευκωσία.

29 Ιουλίου

Την επαύριο, ο Μακάριος σε διάγγελμά του καταγγέλλει τις βρετανικές προθέσεις. Διαμαρτύρεται εντονότατα στο γενικό γραμματέα του ΟΗΕ για τη μελετώμενη εγκατάσταση του βρετανικού στρατηγείου στην Κύπρο, ενώ ο λαός με διαδηλώσεις του σ’ ολόκληρο το νησί διαμαρτύρεται κατά της εγκατάστασης.

2 Αυγούστου

Οι διαμαρτυρίες παίρνουν διαστάσεις και οι Άγγλοι ανησυχούν. Στις 2 Αυγούστου, ο γενικός εισαγγελέας της Κύπρου κηρύσσει την ισχύν των αντιστασιακών νόμων. Απαγορεύεται η έκφραση των εθνικών αισθημάτων, περιορίζονται η ελευθερία του λόγου, του τύπου κλπ..

Ο Μαράριος διαμαρτύρεται για τις απαγορεύσεις αυτές του γενικού εισαγγελέα. Παρόμοιες διαμαρτυρίες γίνονται στην Κύπρο και στην Ελλάδα τις επόμενες μέρες.

12 και 18 Αυγούστου

Ο κυπριακός λαός αγανακτεί από τα καταπιεστικά αυτά μέτρα των Άγγλων (12 Αυγούστου ’54) και στις 18 Αυγούστου κηρύσσεται γενική απεργία στην Κύπρο, ενώ στις 15 Αυγούστου, ο Μακάριος, περιφρονώντας πρώτος τις αγγλικές απαγορεύσεις, είχε μιλήσει στη μονή της Τροοδίτισσας μπροστά σε πλήθος λαού κατά των Άγγλων και της τακτικής τους.

Ταυτόχρονα, η άρνηση της αγγλικής κυβέρνησης να δεχτεί οποιασδήποτε μορφής διαπραγματεύσεις και οι έντονες πιέσεις του Μακαρίου, καθώς και οι αυξανόμενες αναταραχές και διαδηλώσεις στην Αθήνα, πιέζουν τον Παπάγο και τον κάνουν να μην μπορεί πια να αντισταθεί στην αξίωση του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα.

Επίσης, η τραγική κατάληξη των αγώνων των  Ελλήνων πατριωτών κατά τη διάρκεια της Κατοχής, δεν ανταποκρίνονται καθόλου στις προσδοκίες του ελληνικού λαού και η άρνηση των Αμερικανών, που τώρα έχουν πάρει τη σκυτάλη από τους Βρετανούς στην Ελλάδα, να υποστηρίξουν τα ελληνικά δίκαια για την ένωση της Κύπρου, εκτραχύνουν τα πράγματα και κάνουν το θέμα πιο οξύ. Επιπλέον, οι καταστροφικοί σεισμοί των Ιονίων νήσων του 1953 και οι σεισμοί του Βόλου το 1954, έχουν ενισχύσει τη συμπάθεια του έξω κόσμου προς την Ελλάδα και έχουν δημιουργήσει πιο ευνοϊκό κλίμα για το ζήτημα της Κύπρου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Αλ. Παπάγος αναγκάζεται να συμπαρασταθεί κι αυτός και να υποστηρίξει ότι υποστήριζαν και οι ξένοι λαοί. Έτσι, υποχρεώνεται να προωθήσει το κυπριακό.

15 Αυγούστου

Στις 15 Αυγούστου 1954, η Ελλάδα αποφασίζει, επιτέλους, να προσφύγει στον ΟΗΕ και την άλλη μέρα, 16 Αυγούστου, η ελληνική κυβέρνηση, με αίτησή της στο γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, ζητά την αναγραφή του κυπριακού στην ημερήσια διάταξη. Την ημέρα αυτή γίνονται μεγάλα συλλαλητήρια στη Λευκωσία. Το γενικό αίτημα του λαού είναι: «Ο κυπριακός λαός αξιώνει την ελευθερία του».

23 Σεπτεμβρίου

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1954, ο ΟΗΕ, με ψήφους 9 υπέρ, 3 κατά και 4 αποχές, δέχεται και εγγράψει την ελληνική προσφυγή σαν θέμα στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης.

24 Σεπτεμβρίου

Στις 24 Σεπτεμβρίου, η γενική επιτροπή του ΟΗΕ, με ψήφους 30 υπέρ, 19 κατά και 11 αποχές, δέχεται κι αυτή την εγγραφή του κυπριακού στην ημερήσια διάταξη.

29 Σεπτεμβρίου

Στις 29 Σεπτεμβρίου, ο Μακάριος αναχωρεί για τη Νέα Υόρκη. Κατά τη μετάβασή του επισκέπτεται την Αθήνα και το Λονδίνο.

14 Δεκεμβρίου

Ενώ στις 6 Νοεμβρίου έρχεται ο Γρίβας στην Κύπρο, στις 4 Δεκεμβρίου, κατά τη συζήτηση στην Πολιτική Επιτροπή του Συμβουλίου, γίνεται δεκτή η πρόταση της χουντικής Κολομβίας[1], να μη συζητηθεί περαιτέρω το θέμα. Τις απόψεις αυτές καλλιεργούν παρασκηνιακά και υποστηρίζουν όλα τα δυτικά κράτη.

17 Δεκεμβρίου

Έτσι, στις 17 Δεκεμβρίου, η Ολομέλεια της Γενικής Συνέλευσης, με 50 ψήφους υπέρ και 8 αποχές, επικυρώνει την κολομβιανή πρόταση και οι Κύπριοι χάνουν κάθε ελπίδα ειρηνικής λύσης του δίκαιου αιτήματός τους σ’ αυτήν την περίοδο.

Αμέσως, γίνονται μεγάλες διαδηλώσεις στην Κύπρο σε ένδειξη διαμαρτυρίας, οι οποίες διαλύονται βίαια από τους Άγγλους. Οι Κύπριοι, όμως, επιμένουν.

18 Δεκεμβρίου

Την 18η Δεκεμβρίου 1954, κηρύσσεται γενική απεργία και γίνονται μεγάλες διαδηλώσεις για την απόφαση του ΟΗΕ, που συγκλονίζουν το νησί. Στη Λεμεσό, οι Άγγλοι αντιμετωπίζουν τους διαδηλωτές με τα όπλα. Στη Λευκωσία οι διαδηλωτές επιτίθενται σε στρατιωτικά αυτοκίνητα. Οι Άγγλοι χρησιμοποιούν δακρυγόνες βόμβες. Στους δρόμους της Λεμεσού και της Λευκωσίας χύνεται αίμα. Τριανταπέντε Κύπριοι τραυματίζονται από αγγλικές σφαίρες και συλλαμβάνονται τριάντα δύο στη Λευκωσία και πέντε στη Λεμεσό. Οι αντιδράσεις κι από τις δυο μεριές οξύνονται περισσότερο. Το χάσμα μεταξύ Άγγλων και Κυπρίων διευρύνεται ταχύτατα και πολύ επικίνδυνα.

19 Δεκεμβρίου

Στις 19 Δεκεμβρίου, ο Άγγλος διοικητής της Κύπρου απαγορεύει τις συγκεντρώσεις. Ταραχές ξεσπούν και στην Αθήνα, καθώς και στη Θεσσαλονίκη και στρέφονται κατά των Αμερικανών, που βρίσκονται σα ρυθμιστές των ελληνικών πραγμάτων στην Ελλάδα.

Ο Παπάγος, πιστός υπηρέτης των Αμερικανών, φαίνεται αμείλικτος προς τους διαδηλωτές. Δεν μπορεί, όμως, να καταφέρει και πολλά πράγματα. Η συμπάθεια προς τους αγωνιζόμενους Κυπρίους στην Ελλάδα είναι πανεθνική.

Πιεζόμενος, λοιπόν, από τα πράγματα ο Παπάγος και μη μπορώντας να κάνει κι αλλιώς, αναγκάζεται να προσφύγει στον ΟΗΕ και να «εκτραπεί» κάπως αισθητά η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας από την καθιερωμένη τροχιά της πλήρους υποτέλειας και της αδιαφορίας που ακολουθούσε ως τώρα. Βέβαια, τα Ηνωμένα Έθνη, όπως είπαμε, με την άρνησή τους να εγγράψουν έστω και ως θέμα στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης την ελληνική προσφυγή, ταπείνωσαν αφάνταστα την ελληνική κυβέρνηση και προσωπικά τον ίδιο τον Παπάγο.

Ύστερα από την επίσημη αυτή περιφρόνηση της Ελλάδας από τους συμμάχους της, οι Κύπριοι αρχίζουν να σκέφτονται πλέον στα σοβαρά την ανάληψη ένοπλου αγώνα.

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1954

Ο Μακάριος, περνώντας από την Αθήνα για τον ΟΗΕ, όπου πήγαινε να πάρει μέρος στη σύνοδο του Συμβουλίου όπου θα δίνονταν η μάχη για το κυπριακό, ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία είχε όλα τα αναγκαία μέσα (ασυρμάτους μεγάλης εμβέλειας, κώδικες ασφάλειας κλπ.) να ειδοποιήσει με κάθε μυστικότητα αλλά και σιγουριά το Γρίβα, που βρίσκονταν στην Κύπρο, ώστε, με την έναρξη της συζήτησης του κυπριακού στον ΟΗΕ να αρχίσει και ο ένοπλος αγώνας στο νησί. Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, αντί εντολής της έναρξης ένοπλου αγώνα που περίμενε ο Μακάριος, έστειλε σήμα που έλεγε: «Τίποτε, καμία ενέργεια».

 


[1]Χουντικό καθεστώς του δικτάτορα Rojas Rinilla από το 1953 ως το 1957.

 


[1]  Την εποχή αυτή, στην εξουσία βρίσκεται η κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου, η οποία εκλέχτηκε στις 5 Μαρτίου 1950 και αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση Ν. Πλαστήρα, η οποία προέκυψε από τις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951.
[2].  C. M. Woodhouse:  «Modern Greece – A Short History», σελ. 271.
[3]Με τις απόψεις του οποίου, όμως, συμφώνησε.

Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Κύπρος και Χριστιανισμός
    Η Κύπρος είναι μια από τις πρώτες χώρες που δέχτηκε το Χριστιανισμό. Η πρώτη περίοδος της ιστορίας της χριστιανικής Εκκλησίας της Κύπρου αρχίζει το 45 μ.Χ. και λήγει το 1191. Δηλαδή, αρχίζει με την άφηξη των αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα στο νησί και τελειώνει με την κατάλυση της βυζαντινής κυριαρχίας σ’ αυτό. Ο Απόστολος Παύλος διάλεξε την Κύπρο σαν πρώτη χώρα της αποστολικής του περιοδείας...
  2. Κύπρος - Χρονολόγιο (1971 - 1974)
    Στην Τουρκία, η πολιτική κρίση της χώρας οξύνεται. Το αντιαμερικανικό κλίμα είναι έντονο. Το Μάρτιο, ύστερα από την απαγωγή τεσσάρων Αμερικανών αεροπόρων από άγνωστους Τούρκους, επεμβαίνει ο στρατός και αξιώνει από το Ντεμιρέλ την παραίτησή του. Ο Ντεμιρέλ παραιτείται και την πρωθυπουργία αναλαμβάνει (13/3/71) ο καθηγητής του Δικαίου Νιχάτ Ερίμ, σχηματίζοντας «εθνική υπερκομματική κυβέρνηση» και κηρύσσοντας ταυτόχρονα το στρατιωτικό νόμο.
  3. Κύπρος - Χρονολόγιο (1968 -1970)
    Τον Ιούνιο του 1968 κι ύστερα από πίεση των Ηνωμένων Εθνών, αρχίζουν συνομιλίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στη Βηρυτό, οι οποίες, λόγω του ότι γίνονται μεταξύ των δύο κοινοτήτων, ονομάζονται «διακοινωτικές». Τους Έλληνες εκπροσωπεί ο πρόεδρος της κυπριακής Βουλής, ο Γλαύκος Κληρίδης και τους Τούρκους ο Ραούφ Ντενκτάς.
  4. Κύπρος - Χρονολόγιο (1959-1967)
    Στις συμφωνίες περιλαμβανόταν "Συνθήκη Εγγυήσεων" μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας και Κύπρου με την οποία, σε περίπτωση διασάλευσης της συνταγματικής τάξης, μια από τις τρεις πρώτες «εγγυήτριες δυνάμεις» θα μπορούσε να προβεί σε μονομερή δράση, αφού προηγουμένως είχαν εξαντληθεί τα περιθώρια διαπραγματεύσεων με τις άλλες δυο.
  5. Κύπρος - Χρονολόγιο (1955 - 1958)
    Ο στρατηγός Γρίβας, με το ψευδώνυμο «Διγενής», αποβιβάζεται τη νύχτα της 6ης Νοεμβρίου 1954 στο Χλωρακά της Πάφου με ένα μικρό πλοιάριο, το οποίο απέπλευσε από τη Ρόδο. Ο Γρίβας, φτάνοντας στην Κύπρο, κoινοποιεί, όσο πιο γρήγορα επιτρέπουν οι συνθήκες κι όσο πιο έντονα γίνεται, την οργάνωση της ΕΟΚΑ[1], της οποίας και γίνεται αρχηγός.
  6. Κύπρος - Χρονολόγιο (1951-1954)
    O αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’, με έγγραφό του προς το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, καταγγέλλει τα καταπιεστικά μέτρα των βρετανικών αρχών στην Κύπρο και ζητά τη συμπαράσταση των ελεύθερων λαών. Στις αρχές του Φεβρουαρίου 1951, ο Άγγλος βουλευτές Τόμας Ρέηντ ζητά από την αγγλική Βουλή να τον πληροφορήσει, αν η Ελλάδα έχει θέσει θέμα Κύπρου στην αγγλική κυβέρνηση.
  7. Κύπρος - Χρονολόγιο (1946-1950)
    Το 1946, μια τετραμελής επιτροπή, αποτελούμενη από το μητροπολίτη Λεόντιο, τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου της Κύπρου, το δήμαρχο Λευκωσίας Δ. Δημητρίου και τους πολιτευτές Λευκωσίας Ι. Κληρίδη και Λεμεσού Ζήνωνα Ρωσσίδη, πήγε στο Λονδίνο και υπέβαλε εκ νέου στην αγγλική κυβέρνηση το πάνδημο αίτημα του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα. Ο τότε υπουργός των Αποικιών Κρις Τζόουνς, ξεχνώντας όσα υποσχόταν η Αγγλία στον κυπριακό λαό κατά τη διάρκεια του πολέμου, δήλωσε πως...

Author: Μνήμες