Κύπρος – Χρονολόγιο (1971 – 1974)

Εισβολή…

Το 1570 μ.Χ., ο σουλτάνος Σελίμ ο Β’, αφού πρώτα πήρε τις Κυκλάδες και τις έδωσε στον ευνοούμενό του Ιωσήφ Μασσύ (ή κατ’ άλλους Νασσή), αξίωσε από τους Ενετούς να του πληρώνουν φόρους υποτέλειας. Εκείνοι αρνήθηκαν. Τότε, την 1η Ιουλίου 1570, εκατό χιλιάδες τουρκικός στρατός με το Λαλά Μουσταφά έφτασε με 360 πλοία στην Κύπρο και αποβιβάστηκε στη Λεμεσό. Χωρίς καμιά αξιόλογη αντίσταση, στις 9 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, οι Τούρκοι κυρίεψαν τη Λευκωσία. Ο Μουσταφά πασάς συνέλαβε τον ανώτατο Ενετό άρχοντα του νησιού, το Δάνδολο και τον αποκεφάλισε. Το κεφάλι του το έστειλε στον αρχηγό της ενετικής φρουράς της Κυρηνείας, ο οποίος τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ, που του παρέδωσε αμέσως όσα φρούρια κατείχε.

Τίς τρομερές τελευταίες στιγμές που έζησαν οι Ελληνες και οι Ιταλοί κάτοικοι της Λευκωσίας, τις διηγείται στο χρονικό του (1788) ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός:

“… ο εχθρός δέν άφηνε ζωντανόν μήτε άνδρας μήτε γυναίκας μήτε βρέφος, τέλος πάντων ότι ηπάντει ηφάνιζε μέ τήν μάχαιραν, εις τούς δρόμους έτρεχε τό αίμα, καί κοκκίνιζε τό έδαφος, καί εις ολίγον διάστημα βουνά από θανατωμένους. Ποίων αι κεφαλαί, ποίων τά χέρια, ποίων ποδάρια διαχωρισμένα, ποίωνο εμυαλός έξω….. Επιάσθη ο τοποτηρητής Δάνδολος, καί ο πασάς επρόσταξε καί του έκοψαν τήν κεφαλήν, καί τήν έστειλεν εις τόν καπετάνον της Κυρήνιας, όστις ιδών αυτήν επαρεδόθη….έμπροσθεν της καθεδρικής εκκλησίας των Ρωμαίων εθανατώθησαν πολλοί μοναχοί καί ιερείς αυτού του γένους καί δύο επίσκοποι Ρωμαίων….Αυτή η φοβερά σφαγή καί αρπαγή εβάσταξε σχεδόν τρείς ημέρας. Εγδυσαν τάς εκκλησίας, τάς ιεράς τράπεζας εκατατσάκισαν, έκαμαν ένα πλούσιον λεηλατισμόν, όπου οι ίδιοι έλεγον, πως υπερέβαινεν εκείνον της Κωνσταντινουπόλεως…. Παρελθούσης της ημέρας, όπου επάρθη η χώρα, έγινε παζάρι, καί πρώτον επωλούντο τά ωραία παιδία καί αι ωραίαι παιδίσκαι. Τούς σκλαβωμένους επώλουν εις αχρείαν τιμήν, τούς δέ δυνατούς διά τήν γαλέραν μέ περισσότεραν… Εφονεύθησαν δέ εις αυτήν τήν αποφράδα ημέραν περισσότερον από είκοσι χιλιάδες ψυχών.”

Αυτά όμως το 1570-71 στη μαρτυρική Κύπρο, εδώ ας εξετάσουμε τις χρονολογίες μόλις πριν την εισβολή του ’74 σύμφωνα με το Χρονολόγιο του Αλέκου Αγγελίδη από το βιβλίο “Κύπρος-Ημερολόγιο λεηλασιών και αγώνων…“.

1971

13 Μαρτίου 1971

Στην Τουρκία, η πολιτική κρίση της χώρας οξύνεται. Το αντιαμερικανικό κλίμα είναι έντονο. Το Μάρτιο, ύστερα από την απαγωγή τεσσάρων Αμερικανών αεροπόρων από άγνωστους Τούρκους, επεμβαίνει ο στρατός και αξιώνει από το Ντεμιρέλ την παραίτησή του. Ο Ντεμιρέλ παραιτείται και την πρωθυπουργία αναλαμβάνει (13/3/71) ο καθηγητής του Δικαίου Νιχάτ Ερίμ, σχηματίζοντας «εθνική υπερκομματική κυβέρνηση» και κηρύσσοντας ταυτόχρονα το στρατιωτικό νόμο.

Στην περίοδο του 1971, η Τουρκία πέφτει σε μεγάλη ανυποληψία στο εξωτερικό, γιατί διαπιστώνεται πως το 80% της παγκόσμιας παραγωγής οπίου παράγεται στο έδαφός της. Το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος αυτού διοχετεύεται στην Αμερική. Εναντίον της ξεσηκώνεται και ο αμερικανικός λαός.

18 Ιουνίου

Ο Μακάριος γνωρίζει από πολύ νωρίτερα τις προθέσεις και τις επιδιώξεις της χούντας και του οργάνου τους στο νησί Γρίβα και προσπαθεί να ενδυναμώσει την ισχύ του κυπριακού κράτους και να ενισχύσει ταυτόχρονα και τη δική του θέση.

Από άκρως απόρρητο έγγραφο που του είχε στείλει ο γενικός διευθυντής του υπουργείου Εσωτερικών της Κύπρου στις 14 Μαΐου 1971, πληροφορήθηκε ο εθνάρχης τις νέες θέσεις του πρωθυπουργού της Τουρκίας Νιχάτ Ερίμ, ο οποίος διαδέχτηκε τον ανατραπέντα από τη χούντα των Τούρκων στρατιωτών Ντεμιρέλ.

Το σπουδαίο αυτό έγγραφο έγραφε: «Εξ ασφαλούς πηγής πληροφορούμαι ότι ο πρωθυπουργός της Τουρκίας κ. Νιχάτ Ερίμ απέστειλεν επιστολήν προς τον πρωθυπουργόν της Ελλάδας κ. Γ. Παπαδόπουλον, δια της οποίας καλείται ούτος, όπως ασκήσει πίεσιν επί της κυπριακής κυβερνήσεως, ούτως ώστε αύτη να παραχωρήσει προς του Τουρκοκυπρίους δικαιώματα κατά τι περισσότερα των μειονοτικών . . . Ο κ. Ερίμ προσθέτει ότι αι δύο κοινότητες εν Κύπρω δέον να έχουν δικαιώματα να διευθύνουν εαυτάς ως δύο ξεχωρισταί κοινότητες . . .».

Στην περίοδο αυτή των εκβιασμών και των πιέσεων, ο Μακάριος επισκέπτεται τη Μόσχα. Η σοβιετική κυβέρνηση του υπόσχεται ότι θα υποστηρίξει μια ενωμένη και ελεύθερη Κύπρο. Η δήλωση αυτή των σοβιετικών ενισχύει το κύρος και τη θέση του Μακαρίου. Το ταξίδι, όμως, του Μακαρίου στη Μόσχα δυσαρεστεί και εξαγριώνει τους αντιμακαριακούς και τους ανθρώπους της χούντας στη Μεγαλόνησο.

Τις μέρες αυτές, η Κύπρος περιμένει εναγωνίως της απόφαση του Παπαδόπουλου στην επιστολή του Τούρκου πρωθυπουργού Νιχάτ Ερίμ. Ο δικτάτορας, όχι μόνο δέχεται τις απόψεις του Ερίμ, αλλά προχωρεί και ένα βήμα παραπάνω. Ασκεί πίεση στην κυπριακή κυβέρνηση και ζητά να προταθεί από την ελληνική πλευρά στις διακοινοτικές σύστημα κεντρικού οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με Τούρκο προϊστάμενο. Ζητά, δηλαδή, τη σύσταση τουρκικού υπουργείου Αυτοδιοίκησης και μάλιστα απειλεί το Μακάριο πως, αν δεν αποδεχτεί τις υποδείξεις του και δεν τις εφαρμόσει, η Ελλάδα θα εγκαταλείψει την Κύπρο και δε θα της προσφέρει καμία βοήθεια.

Στις 18 Ιουνίου, λοιπόν, ο Μακάριος απορρίπτει τις προτάσεις αυτές του Παπαδόπουλου και επακολουθεί μια αποκαλυπτική αλληλογραφία μεταξύ Λευκωσίας και Αθηνών. Στη διακίνηση αυτής της αλληλογραφίας, παίρνει μέρος ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κύπρο Ιωάννης Χωραφάς. Μάλιστα, ο δικτάτορας στέλνει, μέσω του Κύπριου πρεσβευτή στην Αθήνα Ν. Κρανιδιώτη, απειλητικό σημείωμα στο Μακάριο, με το οποίο επιμένει στις απόψεις του και αξιώνει από τον εθνάρχη να υπακούει και να υποτάσσεται στο εθνικό κέντρο των Αθηνών.

Ο Παπαδόπουλος επιμένει στις απόψεις του, γιατί έχει παραδεχτεί και υιοθετήσει τις αξιώσεις των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ, που τον έχουν φέρει στην εξουσία και τον στηρίζουν σ’ αυτή. Εδώ, βέβαια, τον δεσμεύει και η συμφωνία της Λισαβόνας. Η συμφωνία Παλαμά – Ολτζάυ.

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1971

Το Σεπτέμβριο του 1971, ο στρατηγός Γρίβας εξαφανίζεται από την Αθήνα. Στην αρχή, η απουσία του από την ελληνική πρωτεύουσα συγκαλύπτεται όσο είναι δυνατό. Η χούντα κάνει πως δεν γνωρίζει τίποτα. Ο Γρίβας, όμως, έχει φύγει εν γνώσει της για την Κύπρο.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1971, ένα μικρό πλοιάριο με κυβερνήτη τον Τουρκοκύπριο Αλή-Ντανά πλησιάζει νύχτα στην παραλία της Λεμεσού. Με προφύλαξη πηδά στη στεριά ένα γεροντάκι και χάνεται στο σκοτάδι. Είναι ο στρατηγός Γρίβας. Προορισμός του η παρανομία. Σκοπός του η συγκρότηση ένοπλων φιλοχουντικών – αντιμακαριακών ομάδων.

Όταν αργότερα έγινε γνωστή η παρουσία του Γρίβα στην Κύπρο, η Ελλάδα έλεγε, ότι ο Γρίβας απέδρασε, ενώ η Τουρκία δήλωνε: «Ουδεμία ανησυχία». Και δεν είχαν άδικο οι Τούρκοι. Όλα είχαν ήδη τακτοποιηθεί με τη συμφωνία της Λισαβόλας μεταξύ Παλαμά και Ολτζάυ. Δεν έπρεπε, λοιπόν, να ανησυχούν.

Η συμφωνία Λισαβόνας, η οποία υπογράφτηκε κατά τη διάρκεια της συνόδου του ΝΑΤΟ στην πορτογαλική πρωτεύουσα προέβλεπε τον ουσιαστικό διαμελισμό της Κύπρου. Η Ελλάδα θα έθετε υπό τον έλεγχό της τις περιοχές Λάρνακας, Λεμεσού και Πάφου, καθώς και μέρος των επαρχιών της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου. Η Τουρκία θα έπαιρνε την επαρχία Κυρηνείας, το τμήμα Καρπασίας και μέρος της Λευκωσίας και όλο αυτό το τμήμα θα ανακηρυσσόταν ο 68ος νομός της Τουρκίας, δηλαδή, ότι ακριβώς επιδίωκαν για τόσον καιρό οι Τούρκοι. Και όλα αυτά συμφωνήθηκαν εν αγνοία της κυπριακής κυβέρνησης, όπως δήλωσε αργότερα ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών  Κυπριανού και αργότερα πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου.

Μόλις πληροφορείται η κυπριακή κυβέρνηση τα συμφωνηθέντα, προσπαθεί μέσω των Ηνωμένων Εθνών να ανατρέψει τη συμφωνία. Για το σκοπό αυτό έρχεται ο Μακάριος στην Αθήνα, αλλά δεν βρίσκει καμιά απολύτως κατανόηση από μέρους των δικτατόρων. Βιαστικός και άπρακτος επιστρέφει στην Κύπρο, ενώ ο υπουργός των Εξωτερικών Κυπριανού μεταβαίνει στη Ν. Υόρκη. Εκεί συναντιέται με το γενικό γραμματέα Ου-Θαντ και κατορθώνει να τον πείσει να αναλάβει πρωτοβουλία για την ακύρωση των αποφασισθέντων στη Λισαβόνα. Ο Ου-Θαντ δέχεται την πρόταση και μάλιστα με χαρά, ελπίζοντας πως θα λύσει το κυπριακό, πριν αποχωρήσει από τη θέση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ στο τέλος του χρόνου.

Το σχέδιο του Ου-Θαντ είναι να συγκαλέσει το Συμβούλιο Ασφαλείας και με δική του πρωτοβουλία να συγκροτηθεί επιτροπή μεσολάβησης και όχι να οριστεί ένας μεσολαβητής, όπως είχε γίνει στο παρελθόν, μια και η αποστολή του ως τώρα μεσολαβητή Πλάζα, ύστερα από τις αντιδράσεις της Τουρκίας, του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών, είχε αποτύχει.

Ο Πλάζα, ύστερα από την τουρκική άρνηση αποδοχής των προτεινόμενων απόψεών του, παραιτείται.

Ο Ου-Θαντ και ο Κυπριανού, συνεχίζοντας τις προσπάθειές τους, βολιδοσκόπησαν τους υπουργούς Εξωτερικών των «Μεγάλων Δυνάμεων» και πρότειναν στη Γαλλία, που δεν είχε ως τώρα αναμειχθεί στο κυπριακό, να αναλάβει την προεδρεία της υπό σύσταση επιτροπής, η οποία θα επιδίωκε τη λύση του ζητήματος μέσα στα πλαίσια των προτάσεων Πλάζα και των βασικών αρχών των ως τώρα σχετικών αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών. Και ενώ ο Ου-Θαντ προσπαθούσε να οργανώσει τις διαδικασίες και να προωθήσει το ζήτημα, η χούντα των Αθηνών τορπίλιζε τα πάντα.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Παλαμάς συναντιέται με τον υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Ολτζάυ και συμφωνούν την περαιτέρω διεξαγωγή ενδοκυπριακών διαπραγματεύσεων, με συμμετοχή αντιπροσώπων Ελλάδας και Τουρκίας. Η συμφωνία υπογράφεται εν αγνοία του Θαντ και του Κυπριανού και εν γνώσει του Παλαμά και της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία γνωρίζει τις καταβαλλόμενες προσπάθειες Κυπριανού – Θαντ για συγκρότηση μεσολαβητικής επιτροπής.

Αμέσως ο Κυπριανού συναντά τον Παλαμά στη Ν. Υόρκη και ζητά εξηγήσεις γι’ αυτές του τις ενέργειες, επιμένοντας να μάθει γιατί δεν τον ενημέρωσε καθόλου για τα τεκτενόμενα. Και ο υφυπουργός Εξωτερικών Παλαμάς δικαιολογείται, λέγοντας πως δεν του το «επέτρεψε» ο πρεσβευτής της Ελλάδας στην Κύπρο Παναγιωτάκος, ο οποίος τότε ήταν και μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Ν. Υόρκη.

Έτσι, οι προσπάθειες του Ου-Θαντ ναυάγησαν και ο Κυπριανού, για να εξουδετερωθούν οι αντιδράσεις του προς την Αθήνα, κατηγορείται από τους χουντικούς πως έχει μυστικές επαφές με αντιχουντικά στοιχεία στην Αμερική. Η χούντα μένεα πνέουσα εναντίον του, ζητά επίμονα την απομάκρυνσή του από το υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου. Το κατορθώνει τον επόμενο χρόνο.

Στο μεταξύ, ο Γρίβας εντείνει τη διοργάνωση και συγκρότηση των ενόπλων του αντικυβερνητικών ομάδων, ανσωματώνοντάς τες σε κοινή οργάνωση με την επωνυμία ΕΟΚΑ Β’. Την ΕΟΚΑ Β’ εξοπλίζει η εθνοφρουρά της Κύπρου, χωρίς, φυσικά, τη γνώμη της κυπριακής κυβέρνησης.

Έτσι, ενώ από τη μια μεριά η χούντα υποκύπτει στις αξιώσεις της Τουρκίας και συμφωνεί να μη διεκδικήσει η Ελλάδα την ένωση της Κύπρου[1] και δέχεται το διαχωρισμό και το μοίρασμα της Μεγαλονήσου[2], στέλνει από την άλλη το Γρίβα να αρχίσει ένοπλο αγώνα για την . . . «Ένωση».

Ενώ οι νέργειες του Γρίβα είναι αντίθετες με την κυπριακή κυβέρνηση και επομένως παράνομες, οι σχέσεις του με τους εκπροσώπους της χούντας στην Κύπρο και τους διοικητές της ΕΛΔΗΚ, όπως τους: Ανδρέα Κονδύλη, Παύλο Παπαδάκη, Χαραλαμπόπουλο και άλλους, είναι άριστες και υπάρχει αρμονική μαζί τους και αδιασάλευτη συνεργασία. Όλα τα αντιμακαριακά σχέδια των πραξικοπηματιών, που εξυπηρετούν άριστα τους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ, καταρτίζονται από τα επιτελεία των χουντικών της ΕΛΔΗΚ, όπως τα σχέδια: «Σφενδόνη», «Αράχνη», «Απόλλων», «Γρόνθος» και άλλα.

Η χούντα των Αθηνών επιθυμεί και επιδιώκει την εφαρμογή των συμφωνιών της Λισαβόλας. Γι’ αυτό και προσπαθεί με κάθε τρόπο την αποδυνάμωση της Κύπρου και το ξεκαθάρισμα του Μακαρίου από τη μέση.

Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς είχε εκφράσει τις απόψεις των Τούρκων, τις οποίες μάλιστα διατύπωσε αργότερα και σε επιστολή του γραμμένη τον Ιούλιο του 1971 κατά τη διάρκεια των διακοινοτικών συζητήσεων. Ο Ντενκτάς είχε ζητήσει τη δημιουργία δύο χωριστών για κάθε κοινότητα κεντρικών οργανισμών στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η κυβέρνηση της Κύπρου τις απέρριψε και οι διακοινοτικές συζητήσεις ναυάγησαν.

Ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος, όμως, για να μη δυσαρεστήσει τους Αμερικανούς και χάσει την εξουσία, τις αποδέχεται όπως έχουν και πιέζει και το Μακάριο να τις δεχτεί κι αυτός.

Ύστερα από το αδιέξοδο στο οποίο έφτασε και ο τέταρτος γύρος των διακοινοτικών συνομιλιών με την απόρριψη από μέρους των Κυπρίων των προτάσεων του Παπαδόπουλου, περί ίδρυσης τουρκικού υπουργείου Αυτοδιοίκησης, ο Μακάριος επισκέπτεται την Αθήνα για συνομιλίες με την ελληνική κυβέρνηση. Πληροφορίες εκείνης της εποχής έλεγαν πως ο Μακάριος, μπροστά στην αδιάλλακτη στάση των Τούρκων και στη νέα τεταμένη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο με την τελμάτωση των διακοινοτικών, δεχόταν να έλθει σε συνεννόηση με το Γρίβα κι ακόμη δεχόταν να του προσφέρει και κάποιο υπουργείο, αν αυτός τασσόταν υπέρ μιας ελεύθεσης και ενωμένης Κύπρου και εγκατέλειπε, τουλάχιστο προς το παρόν, την ιδέα της άμεσης ένωσης.

Οι στόχοι, όμως, του Γρίβα είναι προκαθορισμένοι και διαφορετικοί από τους στόχους της κυπριακής κυβέρνησης. Γι’ αυτό και, παρά τις υποχωρήσεις του Μακαρίου, δεν κατορθώνεται τίποτα. Αντίθετα, ο εθνάρχης εξακολουθεί να βάλεται δριμύτερα από τους αντιπάλους του. Πραγματικά, οι δραστηριότητες των αντιμακαριακών έχουν αυξηθεί κατά το τελευταίο τέταρτο του 1971 τόσο πολύ, που δημιουργούν φόβους ξεσπάσματος πραξικοπήματος.

1972

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972

Ο Μακάριος, για να ενδυναμώσει την Κύπρο, προβαίνει στην αγορά όπλων από την Τσεχοσλοβακία. Για την προμήθεια αυτή των όπλων, η χούντα των Αθηνών αντιδρά έντονα. Θεωρεί την αγορά όπλων σαν παραβίαση των συνθηκών της Ζυρίχης και εξανίσταται.

Κατά τη γνώμη των χουντικών, η Κύπρος πρέπει να παραμείνει άοπλη, για να είναι ευάλωτη. Οι Τουρκοκύπριοι αντιδρούν κι αυτοί με τη σειρά τους για τα όπλα και ξεσπούν σε βίαιες εκδηλώσεις και οχλοκρατικά συλλαλητήρια. Στη Λευκωσία σκοτώνεται Ελληνοκύπριος από Τουρκοκύπριους οπλοφόρους.

Η Τουρκία επιμένει στη δέσμευση των όπλων και μαζί της συμφωνεί και η Ελλάδα. Μάλιστα, ο Έλληνας δικτάτορας απειλεί και πάλι πως η Ελλάδα θα εγκαταλείψει την Κύπρο, αν αυτή δεν συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις των Αθηνών και βάλει τα όπλα στο οπλοστάσιό της.

 

3 Φεβρουαρίου

Παράλληλα, ο Γρίβας, το εκτελεστικό όργανο της χούντας στο νησί, πρωτοστατεί στις αντιμακαριακές ενέργειες, παρ’ ότι επίμονα διατυμπανίζει τις μέρες αυτές, πως δεν έχει καμία σχέση με την Αθήνα. Μάλιστα, δηλώνει σε επιστολή του, που δημοσιεύεται αργότερα στις κυπριακές εφημερίδες[3], πως «ήλθον εις Κύπρον διασπάσας στενότατον πέριξ μου κλοιόν εις Αθήνας». Παρά τα λεγόμενά του, όμως, στις 3 Φεβρουαρίου 1972, συναντά το διοικητή της 2ης  Ανωτέρας Αμμοχώστου, συνταγματάρχη Ιωάννη Ζαχαρία και συζητούν για το μελετώμενο πραξικόπημα. Από κει πάει στο στρατόπεδο της ΕΛΔΗΚ, όπου συναντά για το ίδιο θέμα και τον επιτελάρχη της Παύλο Παπαδάκη, συνεργάτη του Ιωαννίδη.

Την ίδια μέρα φεύγει από την Αθήνα για τη Λευκωσία ο πρεσβευτής της χούντας Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος. Για να θολώσει τα νερά ο Γρίβας, γράφει εκείνη την εποχή στον εφοπλιστή Ανδρέα Ποταμιάνο, πως «δέχεται το ανελέητο κυνηγητό» της χούντας των Αθηνών, ενώ στην πραγματικότητα, όχι μόνο δεν διώκεται από τους χουντικούς, αλλλά φιλοξενείται από αυτούς και μάλιστα κοιμάται στην ελληνική πρεσβεία της Λευκωσίας.

Γράφει συγκεκριμένα ο Γρίβας στην παραπάνω επιστολή του, που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» των Αθηνών στις 11 Ιουλίου 1975: «Όσον αφορά τη χούντα, αυτή μας πολεμά άγρια εδώ . . . Τα όργανά της ψάχνουν να ανακαλύψουν πού μένω . . . προσπάθησαν να εισχωρήσουν εις την οργάνωσιν, αλλά συνέτριψα πάσαν απόπειράν των . . . ».

Αυτές τις μέρες, καλείται στην Αθήνα για οδηγίες ο αρχηγός της εθνοφρουράς Χαραλαμπόπουλος. Πριν φύγει για την Ελλάδα συναντιέται με το Γρίβα. Επίσης, συναντιέται με το Γρίβα στα γραφεία της ελληνικής ΚΥΠ στην Κύπρο κι ο πρεσβευτής Παναγιωτάκος, ο οποίος και του ανακοινώνει τη διακοίνωση του δικτάτορα προς το Μακάριο, με την οποία, χρησιμοποιώντας σκληρή φρασεολογία, ζητά ο δικτάτορας από το Μακάριο ή να ανασχηματίσει την κυβέρνησή του ή να παραιτηθεί.

 

9 Φεβρουαρίου

Στις 9 Φεβρουαρίου, στην Αθήνα συνεχίζεται ευρεία σύσκεψη στο  Μέγαρο Ηρώδη του Αττικού, για να εξετάσει «τη δημιουργηθείσα κατάσταση εν Κύπρω εκ της διαπιστωθείσης εισαγωγής σοβαράς ποσότητος όπλων εκ Τσεχοσλοβακίας». Μάλιστα, ο Έλληνας δικράτορας απειλεί και πάλι, πως η Ελλάδα θα εγκαταλείψει την Κύπρο, αν αυτή δεν συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις των Αθηνών και βάλει τα όπλα στο οπλοστάσιό της. Επίσης τονίζει, πως η Ελλάδα θα επέμβει σε «περίπτωση εσωτερικής εν Κύπρω εμπλοκής». Την ίδια στάση τηρεί και η Τουρκία. Άλλωστε, η στάση της ελληνικής κυβέρνησης ενισχύει τις προθέσεις και τις θέσεις των Τούρκων. Ο Τούρκος πρωθυπουργός δηλώνει πως, σε περίπτωση εσωτερικής ρήξης, η Τουρκία θα επέμβει βάσει των συνθηκών που υπάρχουν, για να προστατευτεί ο τουρκικός πληθυσμός του νησιού. Ταυτόχρονα, θέτει το στρατό της σε κατάσταση ετοιμότητας και συγκεντρώνει μονάδες του στόλου της στα λιμάνια της Μερσίνας και της Αλεξανδρέττας. Τη στάση αυτή των Αθηνών χαρακτιρίζει με τα μελανότερα χρώματα ο ξένος τύπος[4]

 

11 Φεβρουαρίου

Ύστερα από τη σύσκεψη της 9ης Φεβρουαρίου συντάχτηκε στις 11 του μηνός διακοίνωση και ο Παπαδόπουλος ανέθεσε στον άλλοτε πρεσβευτή στη Λευκωσία και τώρα υφυπουργό των Εξωτερικών Παναγιωτάκο, να την μεταφέρει στην Κύπρο και να την παραδώσει προσωπικά στο Μακάριο. Στη «διακοίνωση» αυτή τονιζόταν:

  1. Η ελληνική κυβέρνησις επιβεβαιώσασα την πραγματοποιηθείσα εισαγωγή εις Κύπρον σημαντικής ποσότητος οπλισμού εκ Τσεχοσλοβακίας, έσπευσεν ευθύς εξ αρχής να διαμαρτυρηθεί εις την κυπριακήν κυβέρνησιν . . .
  2. Η ελληνική κυβέρνησις . . . υπέβαλεν εις τον Πρόεδρον της Κυπριακής Δημοκρατίας, επίμονον σύστασιν, όπως ο εισαχθείς οπλισμός . . . τεθεί άνευ αναβολής υπό τον έλεγχον και την φύλαξιν της Ειρηνευτικής Δυνάμεως των Ηνωμένων Εθνών.

Η χούντα διαμαρτυρόταν τώρα για την αγορά των όπλων, ενώ η παραγγελία είχε δοθεί ύστερα από κοινή συνεννόηση και η εκφόρτωση είχε γίνει παρουσία αξιωματικών της Εθνοφρουράς, οι οποίοι και τα κατέγραψαν. Αυτό, φυσικά, το έκαναν με την ελπίδα πως θα τα έπαιρναν οι ίδιοι και θα τα διοχέτευαν στους αντιμακαριακούς και στα όργανα της χούντας. Για να εμποδίσουν οι χουντικοί πιο σίγουρα την ισχυροποίηση του Μακαρίου, που θα επερχόταν με την προώθηση των νέων όπλων στις κυπριακές στρατιωτικές μονάδες που ελέγχονταν από την κυβέρνηση, ειδοποίησαν την ΕΟΚΑ Β’, η οποία και επέδραμε στον τόπο της εκφόρτωσης, με σκοπό να τα αρπάξει για λογαριασμό της. Συγκρατήθηκε, όμως και αποκρούστηκε έγκαιρα από την κυπριακή αστυνομία.

Ύστερα από αυτό, ο Μακάριος δεν δέχεται να δοθούν τα όπλα στην Εθνοφρουρά, γιατί είναι σίγουρος πως από κει θα διοχετευτούν στην ΕΟΚΑ Β’. Η χούντα, όπως είναι επόμενο, οργίζεται και αποφασίζει οριστικά την ανατροπή του Μακαρίου, οργανώνοντας για το σκοπό αυτό πραξικόπημα. Αμέσως ζητά εκ του εμφανούς πια και τη συμπαράσταση της κυπριακής Εκκλησίας, για να μπορέσει να βάλει «εξ αμφοτέρων των πλευρών» κατά του νόμιμου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

14 Φεβρουαρίου

Κατά της στάσης αυτής των δικτατόρων και της πολιτικής της χούντας για το κυπριακό, προβαίνει στις 14 Φεβρουαρίου σε δηλώσεις ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Επίσης, με κοινή δήλωσή τους, κατακρίνουν την πολιτική της χούντας και οι πολιτικοί Γεώργιος Μαύρος και Ιωάννης Ζίγδης, την οποία οι δικτάτορες στηρίζουν στη συμφωνία Ζυρίχης – Λονδίνου.

 

25 Φεβρουαρίου

Στις ανατρεπτικές της κατά του Μακαρίου ενέργειες, η δικτατορική κυβέρνηση των Αθηνών είχε συμπαραστάτες και συνεργάτες της και τους τρεις αντιμακαριακούς μητροπολίτες της Κύπρου. Η συνεργασία τους αυτή επιβεβαιώνεται και από σχετικό «μνημόνιο συνάντησης του υφυπουργού Παναγιωτάκου και του Τούρκου πρεσβευτή Τουρκμέν», το οποίο έστειλε στο Μακάριο ξένος διπλωμάτης από τη Ρώμη στις 25 Φεβρουαρίου. Το «μνημόνιο» αυτό αναφερόταν σε τέσσερα κυρίως σημεία: α) στο Μακάριο, β) στα τσεχοσλοβακικά όπλα, γ) στις ελληνοτουτκικές σχέσεις και δ) στις «προσεχείς ενέργειες». Στο τέταρτο σημείο αναφερόταν και το θέμα της στενής συνεργασίας μητροπολιτών – χούντας.

Ο κυπριακός λαός σ’ όλο αυτό το διάστημα με πολυπληθή συλλαλητήρια εκδήλωνε ποικιλότροπα και έντονα την αμμέριστη συμπαράστασή του προς τον εθνάρχη του.

 

10 Μαρτίου

Στις 10 Μαρτίου, ο ραδιοφωνικός σταθμός του Λονδίνου ανακοίνωσε ότι η Τουρκία προειδοποίησε πως, αν ξεσπούσαν συγκρούσεις μεταξύ των αντιμαχόμενων μερίδων των Ελληνοκυπρίων στο νησί, θα επενέβαινε δυναμικά, για να προστατέψει την τουρκική μεινότητα. Επίσης, το πρακτορείο «Ασσσοσιέιτεντ Πρεςς» ανακοίνωσε πως το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών ειδοποίησε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη πως θα επενέβαινε, αν η Κύπρος εξακολουθούσε την κακτική της και πως, για να αποφευχθεί οτιδήποτε ανεπιθύμητο, η μόνη λύση για την Τουρκία θα ήταν να ευθυγραμμιστεί ο Μακάριος με τις υποδείξεις των Αθηνών. Μάλιστα, ο Τούσκος πρωθυπουργός, επιστρέφοντας από ταξίδι του στην Ουάσιγκτον, εκδήλωνε την επιθυμία του να αλλάξει η κυπριακή κυβέρνηση, δηλώνοντας στις 22 Μαρτίου, πως, αν απομακρυνόταν ο Μακάριος από την εξουσία και ίσχυαν οι απόψεις Ελλάδας – Τουρκίας, τότε θα γινόταν επιτυχής η συνεργασία και θα βρισκόταν λύση στο κυπριακό. Ίδιες ήταν και οι απόψεις του Ντενκτάς, τις οποίες εξέφρασε κι αυτός με παρόμοιες δηλώσεις του.

 

14 Μαρτίου

Στις 14 Μαρτίου, ο Μακάριος απαντά με μακροσκελή επιστολή του στη διακοίνωση της 11ης Φεβρουαρίου του Παπαδόπουλου, αντικρούοντας τις αξιώσεις του.

Στη συνέχεια και ύστερα από ειδική σύσκεψη στο υπουργείο των Εξωτερικών, ο Παπαδόπουλος απαντά στο Μακάριο, επιμένοντας στον ανασχηματισμό της κυπριακής κυβέρνησης, στην παράδοση των τσεχοσλοβακικών όπλων και στο προβάδισμα των Αθηνών, σαν εθνικού κέντρου «επί παντός θέματος». Η Αθήνα επιμένει στην απομάκρυνση των Κυπρίων υπουργών Κυπριανού, Πετρίδη και Κωμοδόρου, καθώς και των διευθυντών Χριστοδούλου και Τομπάζου και εκπονεί το σχέδιο «Σφενδόνη».

Το σχέδιο αυτό αποβλέπει στην ανατροπή του Μακαρίου και την ανακήρυξη ως προέδρου της Κύπρου του Γρίβα. Για τα μελετούμενα αυτά από μέρους των δικτατόρων, ο Μακάριος ειδοποιεί αμέσως τον εκπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο και τα μέλη του διπλωματικού σώματος. Μέσω δε του Αμερικανού πρεσβευτή στην Κύπρο, ειδοποιείται σχετικά και ο Αμερικανός πρόεδρος Νίξον, ο οποίος, φοβούμενος επέμβαση της Ρωσίας, συνιστά με τον Τάσκα στη χούντα να απέχει από κάθε ανατρεπτική ενέργεια. Λόγω δε αυτής της έντονης ανατρεπτικής κίνησης των Αθηνών, την οποία γνώριζε και η Άγκυρα, έχει θέσει και η Τουρκία τις ένοπλες δυνάμεις της σε συναγερμό.

Την ίδια εποχή, οι τρεις μητροπολίτες της Κύπρου, ο Άνθιμος Κιτίου, ο Κυπριανός Κυρηνείας και ο Γεννάδιος Πάφου[5], ενισχυμένοι από τη χούντα των Αθηνών, καλούν το Μακάριο να παραιτηθεί από την προεδρία. Οι τρεις δεσποτάδες ισχυρίζονται πως, σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες, δεν είναι ορθό και επιτρεπτό να κατέχει ο Μακάριος το αξίωμα του προέδρου και του αρχιεπισκόπου.

Για να συντονιστούν καλύτερα οι ενέργειες αυτές των τριών μητροπολιτών και να ευθυγραμμιστούν περισσότερο οι προσπάθειές τους με τις επιδιώξεις της χούντας, επισκέπτεται την Αθήνα ο Άνθιμος Κιτίου και γίνεται δεκτός από τον Παπαδόπουλο.

 

26 Μαρτίου

Στις 26 Μαρτίου, γίνεται συνάντηση Μακαρίου – Γρίβα. Ο δεύτερος επιμένει στην  παραίτηση του Μακαρίου από την προεδρία, την απομάκρυνση από την κυβέρνηση των παραπάνω υπουργών, την εγκατάλειψη της ανεξάρτητης πολιτικής και τη συνεργασία με τους τρεις μητροπολίτες.

 

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1972

Τον Απρίλιο του 1972, επισκέφτηκε την Άγκυρα ο πρόεδρος του Ανώτατου Σοβιέτ Ποτγκόρνυ και σε κοινό ανακοινωθέν με τον Τούρκο πρόεδρο Σουνάι, τάχθηκαν υπέρ της ανεξαρτησίας της Κύπρου και της συνέχισης των διακοινοτικών συνομιλιών.

 

4 Μαΐου

Στις 4 Μαΐου, ο Μακάριος απάντησε με επιστολή του στο Γρίβα αντικρούοντας τις αξιώσεις του. Στην επιστολή αυτή του Μακαρίου απάντησε με πολύ σκληρή γλώσσα ο Γρίβας στις 16 Μαΐου, αποκλείοντας έτσι κάθε ελπίδα περαιτέρω συνεργασίας όλων των δυνάμεων της Κύπρου.

 

5 Μαΐου

Στις 5 Μαΐου, ο από το 1968 υπουργός των Εξωτερικών της Κύπρου και τώρα ανεπιθύμητος από τη χούντα των Αθηνών, ο Σπύρος Κυπριανού, μην αντέχοντας άλλο στις πιέσεις των Αθηνών, παραιτείται.

 

8 Ιουνίου

Μετά την αποδοχή της παραίτησης του Κυπριανού κι ύστερα από την έμπρακτη απόδειξη της κάμψης του Μακαρίου, αρχίζουν και πάλι στις 8 Ιουνίου οι διακοινοτικές συνομιλίες.

 

16 Ιουνίου

Στις 16 Ιουνίου, γίνεται ο αναμενόμενος ανασχηματισμός της κυπριακής κυβέρνησης. Οι Τούρκοι, όμως, δεν αρκούνται σε ημίμετρα.

 

17 Ιουνίου

Επιμένουν με ισχυρογνωμοσύνη στις απόψεις τους και αξιώνουν τη δημιουργία ομοσπονδιακού κράτους, πράγμα το οποίο αναγκάζει το Μακάριο να δηλώσει στις 17 Ιουλίου πως «λύση βασισμένη σε ομοσπονδία αποκλείεται».

Με τον ανασχηματισμό της κυπριακής κυβέρνησης, οι σχέσεις Αθηνών – Λευκωσίας φαίνεται πως αρχίζουν να βελτιώνονται και η από εξαμήνου κενή θέση του Έλληνα πρεσβευτή στη Λευκωσία πληρώνεται.

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1972

Πρεσβευτής των Αθηνών στην Κύπρο διορίζεται τον Αύγουστο του 1972 ο Ευστάθιος Λαγάκος. Ο Λαγάκος έρχεται στη Λευκωσία με εντολή της χούντας να «αποκοιμίσει» το Μακάριο. Ο Μακάριος βάλλεται από παντού. Ακόμα και από επισημότητες του Εξωτερικού, προστάτες της χούντας. Μεταξύ των πρώτων αυτών είναι ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, ο Λουντς, ο οποίος σε μια συνέντευξή του στο BBC, τον Ιούλιο του 1972, έλεγε πως «ο Μακάριος ερωτοτροπεί με τη Μόσχα και πως δεν είναι πολύ ισχυρό στοιχείο σταθερότητας . . . υπάρχουν, όμως, ισχυρές δυνάμεις στο νησί, όπως οι μητροπολίτες, που τον κάλεσαν να ασχοληθεί μόνο με τα εκκλησιαστικά . . .».

Και ενώ οι τρεις μητροπολίτες, ενισχυμένοι και από τη στάση του Λουντς και της χούντας, δραστηριοποιούνταν και καλούσαν το Μακάριο σε παραίτηση, ο Γρίβας με την ΕΟΚΑ Β’ αγωνιζόταν τώρα για την «ένωση», ο Τούρκος υπουργός των Εξωτερικών Μπαγιουλκέν δήλωνε: «πως η Αθήνα δεν επιθυμεί την ένωση, αλλά την ενίσχυση της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, ώστε να μην εμφανιστεί η Κύπρος σαν άλλη μεσογειακή Κούβα».

 

1973

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1973

Τον Ιανουάριο του 1973, με συνοδεία εβδομήντα ένοπλων που φορούν στολές καταδρομών, κάνει την πρώτη του δημόσια εμφάνιση ο Γρίβας στην  Αγία Νάπα, όπου κάνει τα αποκαλυπτήρια ανδριάντα μαθητή. Είναι βιαστικός, γιατί τα αποκαλυπτήρια πρόκεικτα να κάνει ο Μακάριος και προσπαθεί να τον προλάβει. Την ίδια εποχή, η Εθνοφρουρά στρατολογεί εφέδρους της δικής της επιλογής. Ο Μακάριος ζητά από το στρατηγό Χαραλαμπόπουλο, να έχει και η κυπριακή κυβέρνηση γνώμη στο θέμα αυτό. Ο διοικητής της φρουράς απαντά πως θα συνεννοηθεί με την Αθήνα. Ο Παπαδόπουλος, όμως, στην Αθήνα έχει αποφασίσει να ανατρέψει το Μακάριο. Γι’ αυτό κι ο Γρίβας, σε συνεργασία με το 2ο Γραφείο της Εθνοφρουράς, το οποίο διευθύνει ο Νικόλαος Δοντάς, καταρτίζει το σχέδιο «Απόλλων».

 

5 Φεβρουαρίου

Σε συνεννόηση με το 2ο Γραφείο, άντρες της ΕΟΚΑ Β’ χτυπούν στις 5 Φεβρουαρίου 1973 το χωριό Οροφίτσα και με αυτοκίνητα της Εθνοφρουράς αρπάζουν μεγάλες ποσότητες όπλων και πυρομαχικών, τα οποία και μεταφέρουν στα λημέρια τους. Ο Δοντάς προσπαθεί να παρουσιάσει την όλη ενέργεια σα μια συνηθισμένη κλοπή.

 

8 Φεβρουαρίου

Στις 8 Φεβρουαρίου 1973, γίνεται μεγάλο συλλαλητήριο στην Κύπρο. Ο Μακάριος, σε λόγο του, μπροστά σε διακόσιες χιλιάδες λαού στην πλατεία Αρχιεπισκοπής, λέει προφητικά, ότι οι ένοπλες απόπειρες και η δια της βίας επιβολή των θελήσεων της χούντας θα καταστρέψουν και θα διχοτομήσουν την Κύπρο. «Νεκροθάφται της Ενώσεως είναι οι  ένοπλοι βομβισταί και οι υποκινούντες την εκτροπήν και την ανωμαλίαν . . . Αντί ενώσεως προωθούν τη διχοτόμηση της Κύπρου. Εγκληματούν κατά του Έθνους . . .Οι Τούρκοι κωλυσιεργούν εις τας συνομιλίας και λόγος της κωλυσιεργίας τους είναι η αναμονή σοβαρών επεισοδίων και χαώδους καταστάσεως μεταξύ των Ελλήνων της νήσου . . .».

Ο αριθμός των συμμετεχόντων στο συλλαλητήριο ανησυχεί την Αθήνα. Ο Δοντάς λέει πως μετείχαν μόνο οκτώ χιλιάδες. Το αθηναϊκό πρακτορείο, όμως, δημοσιεύει τον πραγματικό αριθμό, που ανεβαίνει κατά πολύ τις οκτώ χιλιάδες. Οι δικτάτορες εξοργίζονται από την κοινολόγηση μιας τέτοιας αλήθειας. Ο ανταποκριτής του πρακτορείου ανακαλείται αμέσως στην Αθήνα.

Στη διάρκεια του συλλαλητηρίου, ο πατέρας του ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου προτείνει την επανεκλογή του Μακαρίου ως προέδρου της Κύπρου. Η πρότασε αμέσως υποστηρίζεται από πολλούς αγωνιστές, ώσπου γενικεύεται και ο Μακάριος επανεκλέγεται δια βοής. Την επανεκλογή αυτή δεν την ανέχεται με κανένα τρόπο η χούντα. Γι’ αυτό και δραστηριοποιεί τις ανατρεπτικές της ενέργειες. Θέτει σε εφαρμογή το συνωμοτικό της σχέδιο «Απόλλων».

Το σχέδιο «Απόλλων», που επρόκειτο να εφαρμοστεί στις 20 Ιουλίου το αργότερο, βρέθηκε αργότερα μισοκαμένο στο κρησφύγετο του ταγματάρχη Σταύρου Σίμου, υπαρχηγού της ΕΟΚΑ Β’, χωρίς να χρησιμοποιειθεί. Και τούτο, γιατί η χούντα στην Αθήνα  είχε να αντιμετωπίσει τα δικά της προβλήματα και δεν μπορούσε να ασχοληθεί τότε μ’ αυτό.

Το καλοκαίρι του 1973, ξεσπά έντονη κρίση μέσα στις τάξεις της χούντας. Από τη μια μεριά ο Λαδάς, ο Ασλανίδης κλπ. προσπαθούν να συσπειρωθούν γύρω από το Μακαρέζο και να τον προβάλουν σαν πρωθυπουργό και από την άλλη, επειδή θα γίνουν κρίσεις για προαγωγές αξιωματικών, ο καθένας από τους ισχυρούς προσπαθεί να προωθήσει τους δικούς του, για να ισχυροποιηθεί καλύτερα ο ίδιος. Τις κρίσεις αυτές προετοίμαζε ο αρχηγός της ΕΣΑ[6], ο πανίσχυρος τώρα Ιωαννίδης, προσπαθώντας να ενισχύσει περισσότερο τον εαυτό του. Το ίδιο ακριβώς κάνει σ’ άλλο παρασκήνιο και ο Ζαγοριανάκος για λογαριασμό του Παπαδόπουλου. Παράλληλα, ξεσπά την εποχή αυτή και το κίνημα του Ναυτικού. Ο δικτάτορας παραγγέλλει στους ανθρώπους του «να σταματήσει η στρατιωτική δράση» στην Κύπρο και να μην εφαρμοστούν τα καταρτισμένα σχέδια. Το ότι το σχέδιο «Απόλλων» προετοιμάστηκε από αξιωματικούς της χούντας βγαίνει από τις πρώτες κιόλας γραμμές του κειμένου του, γιατί εκεί αναφέρεται πλην των άλλων, ότι η κατάληψη της Λευκωσίας θα γίνει με θωρακισμένα άρματα. Πού θα έβρισκε η ΕΟΚΑ Β’ τέτοια βαριά άρματα και μηχανοκίνητα;

Τα σπουδαιότερα σημεία του σχεδίου ήταν:

  1. Να μην αναληφθεί οιαδήποτε δραστηριότητα κατά των Τουρκοκυπρίων.
  2. Δι’ επιθετικών ενεργειών να κυριευθεί υλικόν και να εξουδετερωθούν (με συλλήψεις ή και με εκτελέσεις στην ανάγκη) βασικά στελέχη του αντιπάλου.
  3. Εκτιμάται ότι οι Βρετανοί θα παραμείνουν ουδέτεροι. Αν επέμβουν, να αποκαλυφθεί σ’ αυτούς η ταυτότητα της ηγεσίας της επαναστάσεως, οπότε και θα αποτραβηχτούν.
  4. (Θα ενεργείτε) εν συνεργασία με το 2ο επιτελικό γραφείο (της Εθνοφρουράς), το οποίο θα ενεργεί ως όργανον πληροφοριών δια παρακολουθήσεως τηλεφώνων . . .

Σ’ όλα τα παραπάνω συνηγορούσε και η επίσημη σιωπή του στρατηγού Χαραλαμπόπουλου, που, όταν αντικαταστάθηκε από το στρατηγό Ντενίση και επέστρεψε στην Αθήνα, διαμαρτυρήθηκε, βέβαια, για τα δημοσιεύματα του κυπριακού τύπου σχετικά με τη συνεργασία της ΕΟΚΑ Β’ με την Εθνοφρουρά, έμεινε σιωπηλός, όμως και δεν έδωσε απάντηση, όταν τον ρώτησε ο τότε αρχηγός της ΚΥΠ Τομπάζος αν η ΕΟΚΑ Β’ διέθετε άρματα μάχης και άλλα μηχανήματα.

Αποκαλυπτικότατο αυτής της συνεργασίας και των αντιμακαριακών προθέσεων του Γρίβα και της ΕΟΚΑ Β’ είναι και το σχέδιο «Γρόνθος». Αυτό απέβλεπε σε ανατινάξεις αστυνομικών σταθμών, σε ξυλοδαρμούς και δολοφονίες πολιτών, σε κλοπές όπλων κλπ.. Όλες αυτές τις ενέργειες οι άνθρωποι της χούντας στην Κύπρο τις χαρακτήριζαν στα έγγραφά τους σαν «στρατιωτική δράση».

 

ΑΝΟΙΞΗ 1973

Την άνοιξη του 1973, ο Άγγλος συνταγματάρχης Στόρυ παραδίνει τα σχέδια απόβασης των Τούρκων σε Έλληνα συνταγματάρχη που υπηρετεί στην Κύπρο. Ο  Έλληνας αξιωματικός ξαφνιάζεται και ρωτά το συνάδελφό του γιατί προβαίνει σ’ αυτή την ενέργεια. Και ο Άγγλος απαντά: «Επειδή αγαπώ τους Έλληνες. Και τούτο, γιατί ο προπάππος μου ήταν συγγενής του Λόρδου Βύρωνα».

Τα σχέδια αυτά στάλθηκαν αμέσως στην Αθήνα και παραδόθηκαν στο Πεντάγωνο, χωρίς να μάθει τίποτα, ούτε ο αρχηγός της ΕΛΔΗΚ στρατηγός Χαραλαμπόπουλος, ούτε, φυσικά, ο Μακάριος.

Στο ΓΕΣ[7] των Αθηνών έγινε αμέσως σύσκεψη στην οποία πήραν μέρος ο Γ. Παπαδόπουλος, ο Αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων Αγγελής, ο Αρχηγός Στρατού Ζαγοριανός, ο Ιωαννίδης, διευθυντές κλάδων και αξιωματικοί του κλάδου των επιχειρήσεων. Ο δικτάτορας και ο Αγγελής διαβεβαιώνουν τους άλλους πως δεν έπρεπε να ανησυχούν, γιατί τα σχέδια αυτά ήταν παραπλανητικά. Μαζί τους συμφωνούσε και ο Ιωαννίδης. Ο Ζαγοριανάκος, όμως, ανησυχούσε και ζήτησε να ληφθούν μέτρα. Ο Αγγελής επέμενε πως δεν υπήρχε κίνδυνος. Και πραγματικά, αποδεικνύεται εκ των υστέρων πως τουλάχιστο για κείνη την περίπτωση δεν υπήρχε κίνδυνος, γιατί οι Τούρκοι, χωρίς κάποιο πρόσχημα δε θα μπορούσαν να στηρίξουν διεθνώς μια κάποια επέμβασή τους. Και τέτοιο πρόσχημα δεν επρόκειτο να τους δοθεί προς το παρόν, αφού η εφαρμογή του σχεδίου «Απόλλων» είχε αναβληθεί.

Ορισμένοι υποστηρίζουν πως τα σχέδια αυτά υπάρχουν σήμερα στο Γ’ Επιτελικό Γραφείο του Αρχηγείου Στρατού. Δεν αποκλείεται, όμως, οι ένοχοι της κυπριακής τραγωδλιας να τα κατέστρεψαν.

 

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1973

Την εποχή αυτή, στο Παρίσι, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κάνει δηλώσεις, με τις οποίες καλεί το δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, αντιβασιλιά τότε, να επαναφέρει στην Ελλάδα τον Κωνσταντίνο.

Επίσης, τον Απρίλιο του 1973, ο πρεσβευτής στη Λευκωσία Λαγάκος προσφέρει στον Ηρακλή Χατζηηρακλέους, βουλευτή Αμμοχώστου και εκδότη της εφημερίδας «Ελεύθερος Λαός», εκατό χιλιάδες κυπριακές λίρες (οκτώ εκατομμύρια δραχμές), για να σταματήσει να αναμειγνύεται στα πολιτικά θέματα γράφοντας κατά της χούντας.

Τον ίδιο μήνα, οι τρεις αντιμακαριακοί μητροπολίτες, οι οποίοι ποτέ δεν παύουν να καταφέρονται κατά του Μακαρίου, συγκροτούν «Σύνοδο» στη Λεμεσό και κηρύσσουν το Μακάριο έκπτωτο από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ο Μακάριος, όμως, αγνοεί την απόφασή τους και συνεχίζει το έργο του.

 

ΜΑΪΟΣ 1973

Το Μάιο, οι δικτάτορες των Αθηνών ανακοινώνουν, ότι αποκάλυψαν και ματαίωσαν εξέγερση στο πολεμικό ναυτικό, οργανωμένη από φιλοβασιλικούς ναυάρχους. Η σχεδιαζόμενη αυτή ανταρσία δίνει την ευκαιρία στον Παπαδόπουλο να καταγγείλει την ανάμειξη του Κωνσταντίνου στην εξέγερση και να στραφεί εναντίον του.

 

1 Ιουνίου

Ο Παπαδόπουλος, αντί να επαναφέρει τον Κωνσταντίνο στην Ελλάδα, όπως εισηγιόταν ο Καραμανλής, τον κηρύσσει έκπτωτο την 1η Ιουνίου και ανακοινώνει τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την κατάργηση της Βασιλείας.

 

ΙΟΥΛΙΟΣ 1973

Μέσα στον Ιούλιο, συνέρχεται στη Λευκωσία σύνοδος της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό την προεδρεία του πατριάρχη Αλεξανδρείας Νικολάου, στην οποία συμμετέχουν και αντιπρόσωποι των πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και εκθρονίζουν τους τρεις αναρχικούς μητροπολίτες, αφαιρώντας τους κάθε εκκλησιαστική εξουσία.

 

27 Ιουλίου

Στην Κύπρο, η ΕΟΚΑ Β’ εντείνει την αντιμακαριακή της δραστηριότητα. Στις 27 Ιουλίου, απάγει τον υπουργό Δικαιοσύνης Χρήστο Βάκη, προσπαθώντας να εκβιάσει το Μακάριο, ώστε να ευθυγραμμίσει τη στάση του, σύμφωνα με τις επιδιώξεις της ΕΟΚΑ Β’ και της χούντας των Αθηνών. Ο Μακάριος αρνείται να υποκύψει στις αξιώσεις του Γρίβα και ο Βάκης κρατείται όμηρος.

 

29 Ιουλίου

Στις 29 Ιουλίου, διεξάγεται στην Ελλάδα το προαγγελθέν από τον Παπαδόπουλο δημοψήφισμα, το οποίο καταργεί τη Βασιλεία και θεσπίζει τη Δημοκρατία. Την ημέρα αυτή, αναλαμβάνει επίσημα ο Παπαδόπουλος το αξίωμα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας.

 

1 Αυγούστου

Την 1η Αυγούστου, ο Γρίβας στέλνει ανοιχτή επιστολή στο Μακάριο με την οποία επιμένει σε πέντε σημεία:

1ο. Να χορηγηθούν πολιτικές ελευθερίες στον κυπριακό ελληνικό λαό.

2ο. Να διενεργηθούν γνήσιες εκλογές για την ανάδειξη Προέδρου Δημοκρατίας.

3ο. Ο νυν Πρόεδρος να διαλέξει μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτικής.

4ο. Να χορηγηθεί γενική αμνηστεία στους πολιτικούς κατάδικους και κρατούμενους.

5ο. Να επανέλθουν στις θέσεις τους οι παυθέντες αστυνομικοί και λοιποί δημόσιοι υπάλληλοι.

Οι όροι αυτοί απορρίπτονται αμέσως, όπως ήταν επόμενο, από το Μακάριο.

 

7 Αυγούστου

Σε λίγες μέρες, οι αντίπαλοί του οργανώνουν και άλλη απόπειρα δολοφονίας εναντίον του. Τούτη τη φορά, ναρκοθετούν το αυτοκίνητό του. Ο Μακάριος, όμως, κατορθώνει και πάλι να σωθεί. Η κυβέρνηση της Κύπρου, στις 7 Αυγούστου διαμαρτύρεται στον Παπαδόπουλο για τη νέα αυτή δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου από όργανα της δικτατορίας και ζητά την τιμωρία των ενόχων. Ο δικτάτορας περιορίζεται στη μετάθεση ορισμένων αξιωματικών. Μετατίθεται ο Ανδρέας Κονδύλης από την Ανωτέρα Αμμοχώστου και προάγεται σε διοικητή της ΕΛΔΗΚ και ο τότε διοικητής Παύλος Παπαδάκης τοποθετείται επιτελάρχης της Εθνοφρουράς.

Έτσι τιμώρησε ο δικτάτορας τους υπεύθυνους στην Κύπρο, ενώ στην Αθήνα ανέθεσε την πρωθυπουργία της ελληνικής κυβέρνησης στο Σπύρο Μαρκεζίνη[8].

Τον Αύγουστο φτάνει από την Αθήνα στις ελληνικές δυνάμεις στην Κύπρο ένα σήμα, που λέει καθαρά. «Χτυπάτε τον Παπαδόπουλο με όλα τα μέσα. Χτυπάτε τον προσωπικά. Όχι, όμως, την επανάσταση» Το σήμα αυτό προέρχεται από το περιβάλλον του Ιωαννίδη. Ο Παπαδόπουλος το πληροφορείται και δίνει εντολή στους ανθρώπους του στη Μεγαλόνησο να χτυπήσουν την ΕΟΚΑ Β’ και να εξουδετερώσουν το Γρίβα. «Καρφώνετε τα κρησφύγετα των στελεχών της ΕΟΚΑ Β’ στην αστυνομία και στους Μακαριακούς» λέγει το σήμα του Παπαδόπουλου. Η φαγωμάρα των δικτατόρων των Αθηνών μεταφέρεται τώρα και στην Κύπρο. Ο Γρίβας, όμως, δεν πτοείται. Η ΕΟΚΑ Β’ συνεχίζει να κατακρατεί τον υπουργό Δικαιοσύνης του Μακαρίου και να επιδεινώνει τις σχέσεις Λευκωσίας – Αθηνών.

 

24 Αυγούστου

Το πράγμα παίρνει ευρύτερες διαστάσεις μέσα στους διεθνείς διπλωματικούς κύκλους και ο Παπαδόπουλος αναγκάζεται στις 24 Αυγούστου να καλέσει δημόσια το Γρίβα, να σταματήσει τις ένοπλες δραστηριότητές του στην Κύπρο. Αυτό, φυσικά, το κάνει τυπικά και για το θεωθήναι. Στην ουσία, θέλει ακριβώς το αντίθετο. Ο Γρίβας, γνωρίζοντας ότι οι «εντολές» αυτές δεν είναι αντικειμενικές, συνεχίζει την αντιμακαριακή δράση του.

 

26 Αυγούστου

Μη μπορώντας να εκβιάσει το Μακάριο και, για να δείξει τις καλές του, δήθεν, προθέσεις και τη συμμόρφωσή του προς την ευρύτερη πολιτική των Αθηνών, αναγκάζεται να ελευθερώσει στις 26 Αυγούστου το Βάκη. Τις μέρες αυτές, η κυπριακή αστυνομία δραστηριοποιείται και επιτίθεται κατά των παρανόμων. Συλλαμβάνεται ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ Β’, ο Σύρος και πέφτει στα χέρια της κυβέρνησης ολόκληρο σχεδόν το αρχείο του.

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1973

Ο Γρίβας δυσανασχετεί με τη στάση των Αθηνών και στις αρχές Σεπτεμβρίου 1973 στέλνει μακροσκελή επιστολή στον Παπαδόπουλο. Φαίνεται πως ο Παπαδόπουλος δυσαρεστείται από το περιεχόμενο της επιστολής. Γι’ αυτό και διέταξε να σταματήσει αμέσως η χρηματοδότηση της ΕΟΚΑ Β’.

 

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1973

Αρχές Οκτωβρίου, ο Γρίβας πληροφορείται από όργανο της ΚΥΠ, τον Κοσμά Μαστροκόλια, ότι στην Κύπρο έχουν έρθει τρεις αξιωματικοί σταλμένοι από τη χούντα, για να οργανώσουν δολοφονίες. Οι χουντικοί αξιωματικοί είναι οι Ραφτόπουλος, Δαμασκηνός και Λιάπης. Ο Γρίβας φοβάται μήπως ήρθαν γι’ αυτόν και παραμένει στο κρησφύγετό του. Από κει κάνει δηλώσεις, καταγγέλλοντας τη χούντα ότι θέλει να τον δολοφονήσει. Οι απεσταλμένοι, όμως, ήρθαν για το Μακάριο και η χούντα, για λόγους παραπλάνησης, δεν απάντησε στις δηλώσεις του Γρίβα, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι πράγματι η αποστολή των τριών αξιωματικών αφορούσε το Γρίβα.

 

7 Οκτωβρίου

Πράγματι, το σχέδιο καταστρώνεται και ναρκοθετείται ο δρόμος που θα περάσει στις 7 Οκτωβρίου ο Μακάριος, για να πάει να λειτουργήσει στον Άγιο Σέργιο, στην περιοχή της Αμμοχώστου. Από λάθος, όμως, του εντεταλμένου για την πυροδότηση του εκρηκτικού μηχανισμού, Τσεκούρα, συγγενή του Γεωρκάτζη, η απόπειρα αποτυγχάνει. Οι ένοχοι συλλαμβάνονται και αρχίζουν ανακρίσεις. Ανάμεσά τους είναι και ο Τσεκούρας. Ο Γρίβας «τηρεί σιγήν ιχθύος». Μόνο συνιστά στο δικηγόρο Σαβεριάδη[9] να αναλάβει την υπεράσπιση του Τσεκούρα. Από το Σαβεριάδη κρατιέται ενήμερος ο Γρίβας για τα διαδραματιζόμενα.

Τον Οκτώβριο του 1973, γίνεται στη Ρώμη σεμινάριο υπό την αιγίδα του πανεπιστημίου του Χάρβαντ και της CIA, με θέμα: «Η επιβίωση των μικρών κρατών». Στο σεμινάριο αυτό παίρνουν μέρος ο Σάυρους Βανς, το δεξί χέρι του Κίσσιγκερ, ο αρχιτέκτονας της συνθήκης Ζυρίχης – Λονδίνου Ευάγγελος Αβέρωφ, ο αργότερα υποδειχθείς από το δικτάτορα Ιωαννίδη ως πρόεδρος της Κύπρου, ο τώρα πρόεδρος της κυπριακής Βουλής Γλαύκος Κληρίδης, ο σκληρός και αδιάλλακτος Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς και άλλοι.

Στο σεμινάριο αυτό, ο Σάυρους Βανς δηλώνει ξεκάθαρα τις προθέσεις της Αμερικής. Είπε επί λέξει: «Το κυπριακό είναι εστία ανάφλεξης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Μπορεί, μάλιστα, να προκληθεί και επέμβαση της Τουρκίας (στην Κύπρο), αλλά αυτή τη φορά μην ελπίζετε ότι θα επέμβει η Αμερική να σταματήσει την Τουρκία». Υπάρχει και σχετική μαγνητοφωνημένη ταινία των δηλώσεων αυτών.

Ας σημειωθεί, ότι ο Αβέρωφ είχε συλληφθεί από τη χούντα και είχε δικαστεί σαν οργανωτής του κινήματος του Ναυτικού[10].

Τώρα, πώς δόθηκε άδεια σ’ έναν τόσο «επικίνδυνο» για τη χούντα «κινηματία» να ταξιδέψει έξω από την Ελλάδα και να πάρει μέρος σε ένα τέτοιο σεμινάριο, αυτό είναι άλλο πράγμα!

Τον ίδιο μήνα, διενεργούνται γενικές εκλογές στην Τουρκία. Ο αρχηγός του ρεπουμπλικανικού λαϊκού κόμματος Ετσεβίτ δηλώνει στο πρόγραμμά του πως, αν έρθει στην εξουσία, θα επιτρέψει και πάλι την καλλιέργεια του οπίου. Ο Ετσεβίτ είναι ο πρωθυπουργός, που θα κάνει την εισβολή στην Κύπρο σε λίγους μήνες.

 

4 Νοεμβρίου

Στις 4 Νοεμβρίου, γίνεται το μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου στην Αθήνα και η τεράστια λαϊκή συγκέντρωση μετατρέπεται σε γενική διαμαρτυρία κατά της χούντας. Η αστυνομία και τα όργανα της χούντας έρχονται σε σύγκρουση με το λαό και τραυματίζονται πάρα πολλοί.

Τον ίδιο μήνα, ξεσπούν τα γεγονότα των φοιτητών, οι οποίοι καταλαμβάνουν τη Νομική Σχολή. Ο δημοκρατικός τύπος της Κύπρου πανηγυρίζει για το ηρωικό ξεσήκωμα των φοιτητών της Αθήνας. Ο Λαγάκος, με εντολή του Παπαδόπουλου, συναντά το Μακάριο και τον υπουργό των Εξωτερικών της Κύπρου και διαμαρτύρεται για τα δημοσιεύματα των εφημερίδων. Οι Κύπριοι ηγέτες του δηλώνουν ξεκάθαρα πως δεν προτίθενται να εφαρμόσουν καμιά απολύτως λογοκρισία.

 

15 Νοεμβρίου

Στις 15 Νοεμβρίου, οι φοιτητές ξεσηκώνονται στο Πολυτεχνείο κατά της χούντας και στις 17 τα τανκς των δικτατόρων επιτίθενται κατά του κτιρίου και συντρίβουν την αντίσταση των φοιτητών και του λαού. Πολλοί είναι οι νεκροί και οι τραυματίες του άμαχου ηρωικού πληθυσμού. Διεθνής είναι ο αντίκτυπος των γεγονότων που προξένησαν σάλο στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Η χούντα λυσσομανά και τρέμει. Διαισθάνεται το τέλος της.

 

23 Νοεμβρίου

Στις 23 Νοεμβρίου, ο Γρίβας που κρύβεται σ’ ένα μικρό σπίτι της Λεμεσού παίρνει ένα σήμα από το ελληνικό Πεντάγωνο. Το στέλνει ο μέλλων δικτάτορας Ιωαννίδης. «Στρατηγέ», λέει το λιγόλογο σήμα, «όλα θα πάνε κατ’ ευχήν. Να είσθε βέβαιος ότι θα μείνω πιστός συμπαραστάτης . . . μέχρι τελικής νίκης».

Το σήμα αυτό στάλθηκε στον επιτελάρχη της Εθνοφρουράς, τον Παύλο Παπαδάκη κι αυτός, με τον προσωπικό σύνδεσμο του Γρίβα Σωκράτη Ηλιάδη, το έστειλε στη Λεμεσό, στο μικρό σπίτι όπου κρύβεται ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Β’. Η κυπριακή αστυνομία παίρνει το σύνδεσμο από πίσω. Γνωρίζει, αλλά δεν επεμβαίνει.

 

25 Νοεμβρίου

Στις 3 τη νύχτα του Σαββάτου της 25ης  Νοεμβρίου 1973, ο αντισυνταγματάρχης Ντουζέπης, διοικητής του 521 τάγματος πεζοναυτών, ξεκινά από την Αγία Παρασκευή με τρία φορτηγά, που έχουν νοικιάσει από νωρίτερα οι εσατζήδες από ιδιώτες «για τις ανάγκες του στρατού», για το Λαγονήσι. Στο τάγμα πιστεύεται πως τα τρία αυτοκίνητα έχουν νοικιαστεί, για να χρησιμοποιηθούν και να αποσταλούν κρυφά όπλα στην Κύπρο από κάποια ακτή του Λαυρίου. Ο Ντουζέπης με τους άντρες του φεύγει από το τάγμα νωρίς, γιατί, κατά το σχέδιο, πρέπει να είναι στο Λαγονήσι στις τέσσερις ακριβώς.

Στο δρόμο, ο Ντουζέπης εξουδετερώνει τα φυλάκια και τις φρουρές, καθώς και ολόκληρη τη δύναμη που φρουρεί τη βίλα του Παπαδόπουλου.

Προς το Λαγονήσι κατευθύνονται και δύο τμήματα αρμάτων. Ένα με επικεφαλής τον ίλαρχο Κώτσαρη και ένα με τον υπίλαρχο Μιχάλη Γουνελά. Ο Γουνελάς μια βδομάδα νωρίτερα είχε γκρεμίσει με το άρμα του την πύλη του Πολυτεχνείου.

Σ’ όλη τη διαδρομή, καθώς  και στο Λαγονήσι, κανένας δεν αντιδρά. Έτσι, οι συνωμότες συλλαμβάνουν και καθαιρούν τον Παπαδόπουλο. Δικτάτορας γίνεται ο Ιωαννίδης. Τώρα, ο νέος δικτάτορας, αφού ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και τον έθεσε υπό κράτηση με τον αντισυνταγματάρχη Ντουζέπη, προσπαθεί να ανατρέψει και το Μακάριο.

Από το επιτελείο του, στον τρίτο όροφο του Πενταγώνου, ο Ιωαννίδης στέλνει και ένα άλλο μήνυμα στην Κύπρο. Αυτή τη φορά στο διαλεχτό του δημοσιογράφο Νικόλαο Σαμψών. Το μήνυμα λέει: «Θέλω την κεφαλή του Μούσκου».

 

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1973

Το Δεκέμβριο του 1973, ο Ιωαννίδης δέχεται στο γραφείο του έναν πράκτορα της CIA στην Ελλάδα. Παρουσιάζεται σαν ειδικός στα θέματα των καταδρομών. Ο πράκτορας ονομάζεται Αβράκωτος.

 

1974

 

7 Ιανουαρίου 1974

Στη μία το μεσημέρι, στις 7 Ιανουαρίου[11], καλείται επειγόντος ένας γιατρός στο σπίτι του Χριστοδουλίδη στη Λεμεσό. Ο γιατρός πιστοποιεί το θάνατο του Γρίβα. Τίποτα το συγκεκριμένο και αποκαλυπτικό για το θάνατό του. Πολλοί οπαδοί του υποστηρίζουν πως «τον έφαγε η χούντα, γιατί ήταν αντίθετος με τα διχοτομικά τους σχέδια».

Μετα το θάνατό του, ο Μακάριος ζητά να γίνει η ταφή του στην Ελλάδα, ενώ η ΕΟΚΑ Β’ θέλει να τον θάψουν στην Κύπρο. Μάλιστα, ορισμένοι επιμένουν, η ταφή του να γίνει από τους καθαιρεθέντες μητροπολίτες, για να πάρει νέα έκταση το πράγμα και ο τάφος του να αποβεί σύμβολο.

Η οικογένεια του Γρίβα ζητά το νεκρό στην Αθήνα, γιατί αυτή, λέει, ήταν και η επιθυμία του. Ο Ιωαννίδης ρίχνει τότε το βάρος του. Στέλνει σήμα στον αρχηγό της ΕΛΔΗΚ, τον Ανδρέα Κονδύλη και του λέει: «Ο Γρίβας πρέπει να ταφεί στην Κύπρο, για να συνεχίσει να είναι σύμβολο αναταραχής . . . ».

Ο Λαγάκος, κατ’ εντολή του Παύλου Παπαδάκη, προσπαθεί να πείσει το Μακάριο να δεχτεί τις εντολές του Ιωαννίδη. Ο Μακάριος, όμως, αντιδρά. Γίνονται διάφορες συναντήσεις, ασκούνται πιέσεις και τελικά ο Γρίβας θάβεται στην Κύπρο. Ο Μακάριος κηρύσσει τριήμερο πένθος και χορηγεί αμνηστία. Στην κηδεία, εκτός από τα στελέχη της ΕΟΚΑ Β’, παρευρίσκονται και οι τρεις μητροπολίτες, ο υπαρχηγός του ΓΕΣ στρατηγός Όθων Κυριακόπουλος, ο αρχηγός της ΕΛΔΗΚ συνταγματάρχης Κονδύλης, ο διοικητής της Εθνοφρουράς στρατηγός Ντενίσης, ο επιτελάρχης υποστράτηγος Παπαδάκης, ο πρεσβευτής Λαγάκος και άλλοι. Τον επικήδειο, μεταξύ των άλλων, εκφωνεί και ο Σαμψών, ο οποίος ρίχνει στον τάφο κι ένα φύλλο της εφημερίδας του η «Μάχη». Οι αξιωματικοί εντυπωσιάζονται από τις φωνές και τα δάκρυα του Σαμψών.

Την ημέρα της κηδείας του Γρίβα, φυγαδεύονται όπλα από το ΚΕΝ[12] Αμμοχώστου προς την ΕΟΚΑ Β’. Ο διοικητής της 2ης Ανωτέρας Αμμοχώστου, στην οποία ανήκαν τα όπλα, ζητά από την ΕΟΚΑ Β’ να τα επιστρέψει. Εκείνη, όμως, αρνείται. Η αστυνομία συνεχίζει τις ανακρίσεις.

 

15 Φεβρουαρίου

Στις 15 Φεβρουαρίου, συνεδριάζει στην Αθήνα η Ιερά Σύνοδος. Στη συνεδρίαση αυτή, ο μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος προτείνει τη σύσταση επιτροπής από αρχιερείς, για να ερευνήσει το θέμα των πολιτικών κρατουμένων, να επισκεφτεί φυλακές και στρατόπεδα, για να διαπιστώσει τις άθλιες συνθήκες των εξορίστων στην Ελλάδα Ελλήνων και να αξιώσει από τη χούντα την άμεση απόλυσή τους. Ο προκαθήμενος Σεραφείμ, οργισμένος, απορρίπτει αμέσως την πρόταση.

Ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ Β’  Καρούσος είχε ζητήσει από πολύ ενωρίς να πολιτικοποιηθεί ο αγώνας της ΕΟΚΑ Β’ και να πάψει πια η ένοπλη παρανομία. Η χούντα, όμως, των Αθηνών αντιδρά. Θέλει οπωσδήποτε να συνεχιστεί η αναταραχή.

Μετά το θάνατο του Γρίβα κι ύστερα από διαμάχες για τη διαδοχή, ουσιαστικός αρχηγός παραμένει ο Καρούσος. Ο Ιωαννίδης ζητά την καθαίρεσή του και την απομάκρυνσή του από το νησί.

 

29 Φεβρουαρίου

Επέρχονται προστριβές και τελικά στις 29 Φεβρουαρίου, με το κότερο «Ιάσων», που ανήκει στον εφοπλιστή Ποταμιάνο, ο Καρούσος φεύγει από την Αγία-Νάπα Αμμοχώστου για την Ελλάδα. Μέχρι τη Ρόδο τον συνοδεύουν ο τομεάρχης Αμμοχώστου Κεκές Κωνσταντίνου, ο Απόστολος Ελευθεριάδης και ο Γιάννης Χαραλάμπους.

 

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1974

Τον Απρίλιο του 1974, οι Αμερικανοί ζητούν την άδεια από την κυπριακή κυβέρνηση να τους επιτρέψει να αποβιβάσουν Αμερικανούς πεζοναύτες στις αγγλικές βάσεις του νησιού, για να επιβλέψουν την εκκαθάριση της διώρυγας του Σουέζ. Η κυπριακή κυβέρνηση ρωτά σχετικά τον πρόεδρο της Αιγύπτου Σαντάτ, αν έχει καμιά αντίρρηση. Ο Σαντάτ δέχεται και οι πεζοναύτες καταφθάνουν στη Δεκέλεια. Πολλοί Κύπριοι εκφράζουν δυσαρέσκεια και φόβους για την παρουσία αμερικανικού στρατού στο νησί. Φοβούνται πως η παραμονή τους θα είναι μακροχρόνια και ο σκοπός τους άλλος. Ύστερα από δυο μέρες, ο ραδιοφωνικός σταθμός του BBC μεταδίδει, ότι η αγγλική κυβέρνηση μελετά την αποχώρηση των δυνάμεών της από την Κύπρο και τη Μάλτα, για λόγους οικονομικούς. Αρχίζει ήδη η παράδοση της σκυτάλης.

Τον ίδιο μήνα, ένας Αμερικανός πλωτάρχης, που υπηρετεί σε αμερικανική υπηρεσία στην Κρήτη, καλείται στα γραφεία της CIA στην Αθήνα και παίρνει εντολή, να φύγει αμέσως για τη βάση της Δεκελείας. Η αποστολή του είναι μυστική. Κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ο πλωτάρχης. Ούτε και η οικογένειά του. Αργότερα θα πει ο ίδιος: «Αφού οι Άγγλοι επρόκειτο να αφήσουν τις βάσεις για λόγους οικονομνικούς και ο Μακάριος θα έπεφτε, ποιος θα πήγαινε στην Κύπρο; Οι Ρώσοι;»

 

25 Απριλίου

Στις 25 Απριλίου, η κυβέρνηση αποφασίζει να κηρύξει παράνομη την ΕΟΚΑ Β’. Ο Ιωαννίδης, όμως, στέλνει σήμα στην Εθνοφρουρά και τονίζει «να συνεχίσουν απτόητοι τον αγώνα».

Την ίδια μέρα, ο αρχηγός των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων Γρηγόριος Μπονάνος καλεί στην Αθήνα τους: Ντενίση, Παπαδάκη και Κονδύλη και τους δίνει εντολή να καταρτίσουν σχέδια για ενδεχόμενη εξουδετέρωση όλων των θυλάκων που έχουν δημιουργήσει οι Τούρκοι ως τώρα στο νησί. Αυτό γίνεται, είπαν ο Ιωαννίδης και ο Μπονάνος στο Ντενίση, για να είμαστε έτοιμοι ώστε, σε περίπτωση που οι Τούρκοι επιτεθούν εναντίον της Ελλάδας, να μπορούν οι ελληνικές δυνάμεις στην Κύπρο να εξουδετερώσουν τις τουρκικές και να κηρύξουν την ένωση.

Επιστρέφοντας στην Κύπρο οι τρεις παραπάνω αξιωματικοί, κατάρτισαν το σχέδιο μέσα σε δώδεκα ημέρες και ανέφεραν σχετικά στο Μπονάνο. Το σχέδιο πήρε το όνομα «Αφροδίτη 3». Ο Μακάριος δεν γνώριζε τίποτα ειδικότερα για το σχέδιο αυτό. Γνώριζε, όμως, ότι κάτι μαγειρευόταν ασταμάτητα γύρω του. Το γνώριζαν καθαρά και οι Τούρκοι, γιατί το σχέδιο αυτό, το «Αφροδίτη 3», το είχε κοινοποιήσει η Εθνοφρουρά στην αμερικανική πρεσβεία της Λευκωσίας. Μια σχετική φωτογραφία του σχεδίου, που δημοσίευσαν τα «Νέα» το 1976, επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Τη φωτογραφία αυτή την έδωσε Τούρκος αξιωματικός στο δημοσιογράφο Γεώργιο Λιάνη, που είχε πάει σε δημοσιογραφική αποστολή στην Τουρκία.

Στην Κύπρο γίνεται συνάτηση των υπουργών Εξωτερικών Αμερικής και Σοβιετικής Ένωσης, Κίσσιγκερ και Γκρομύκο, για να συζητήσουν, όπως είπαν, την κατάσταση της Μέσης Ανατολής. Η ενέργεια, όμως, αυτή είναι παραπλανητική και από τις δυο πλευρές.

Η χούντα των Αθηνών ελέγχει από καιρό τη σχολή εφέδρων αξιωματικών στην Κύπρο και την έχει κάνει φυτώριο αντιμακαριακών στελεχών. Ο Μακάριος προσπαθεί να ξεκαθαρίσει το πράγμα και να θέσει τη σχολή κάτω από κυβερνητικό έλεγχο. Το ζήτημα αυτό, μαζί με το ζήτημα των κλεμμένων όπλων αυξάνουν τις προστριβές μεταξύ Λευκωσίας και Αθήνας.

Την περίοδο αυτή, η ΕΟΚΑ Β’ κάνει επιδρομή στο ΚΕΝ Γεροσκήπου της Πάφου και αρπάζει μια ποσότητα όπλων. Η Εθνοφρουρά ειδοποιείται σχετικά από το διοικητή του ΚΕΝ, τον Κατερινάκη, αλλά οι δράστες στο μεταξύ έχουν διαφύγει. Η Εθνοφρουρά κάνει δήθεν ανακρίσεις και η ΚΥΠ αναφέρει σε έκθεσή της, ότι εκλάπησαν 120 βαρέα όπλα και ότι ο ταγματάρχης διαχειριστής της αποθήκης είναι οπαδός της ΕΟΚΑ Β’. Ο υπεύθυνος ταγματάρχης δίνει όσο το δυνατό λιγότερα στοιχεία, προσπαθώντας να συγκαλύψει το γεγονός, ενώ η κυπριακή αστυνομία γνωρίζει τα πάντα.

 

11 Μαΐου

Στις 11 Μαΐου, το γραφείο Κύπρου στο Πεντάγωνο αναλαμβάνει ο άλλοτε υπασπιστής του Γρίβα Αθανάσιος Σκλαβενίτης, ενώ η ΕΟΚΑ Β’ κυκλοφορεί διαταγή με κατάλογο τριάντα οκτώ λοχαγών της Εθνοφρουράς, οι οποίοι, σε περίπτωση πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου, θα πρέπει να συλλάβουν ή να εξοντώσουν τους διοικητές των μονάδων στις οποίες υπηρετούν. Από αυτό συμπεραίνεται εύκολα ότι η ΕΟΚΑ Β’ γνώριζε καλά τα σχέδια της χούντας των Αθηνών και δούλευε για την ευόδωσή τους.

Ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κύπρο, ο Λαγάκος, πιέζει τον Κληρίδη, αντικαταστάτη του Μακαρίου ο οποίος λείπει στην Κίνα, να μην συζητηθεί στη Βουλή το θέμα της κλοπής των όπλων, «για να μην επηρεαστεί η ανάκριση». Ο Κληρίδης δέχεται.

Η χούντα γεμίζει την Αθήνα με αντιμακαριακά συνθήματα. «Μακάριος-Παποκαίσαρ», «Μακάριος-Νέρων», «Μακάριος-άθεος κομμουνιστής», «Μακάριος-αιμοσταγής κυβερνήτης της Κύπρου». Ο κυπριακός τύπος διαμαρτύρεται και επιμένει στην ξεκαθάριση του θέματος των εφέδρων αξιωματικών. Ο Ιωαννίδης και ο Μπονάνος συνιστούν στο Ντενίση να κρατά παραπλανητική στάση. Το ίδιο συνιστά και ο υπουργός Εξωτερικών του Ιωαννίδη, ο Τετενές στο Λαγάκο. Η κυπριακή κυβέρνηση, όμως, ανησυχεί. Ο Τετενές στέλνει καθησυχαστικό μήνυμα στο Μακάριο, διαβεβαιώνοντάς τον, πως, όπως διαβεβαιώνει και ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων Μπονάνος, η Ελλάδα δεν πρόκειται να επέμβει στα εσωτερικά της Κύπρου. Την ίδια μέρα, η ελληνική εφημερίδα «Νέα» δημοσιεύει φωτογραφίες που δείχνουν τον Παπασταύρου να βγαίνει από την ελληνική πρεσβεία της Λευκωσίας και να μπαίνει σε διπλωματικό αυτοκίνητο. Ο Παπασταύρου είναι σκληρό στέλεχος της ΕΟΚΑ Β’ και ένας γιος του, με το ψευδώνυμο «Βυζάντιος», είναι σύνδεσμος του Ιωαννίδη. Έτσι αποδεικνύεται για άλλη μια φορά η στενή συνεργασία ΕΟΚΑ Β’ και ελληνικής πρεσβείας. Παράλληλα, ο Λαγάκος ζητά από τον υπουργό Εξωτερικών της Κύπρου Χριστοφίδη, να επέμβει και να ελέγξει τα δημοσιεύματα των μακαριακών εφημερίδων που καταφέρονται κατά της χούντας.

 

ΙΟΥΝΙΟΣ 1974

Στο Πεντάγωνο φτάνουν πληροφορίες στις αρχές Ιουνίου 1974, ότι οι Τούρκοι μετακινούν στρατεύματα προς τα κέντρα της Μερσίνας, Αταλείας και Αλεξανδρέττας, καθώς και προς τα σύνορα της Θράκης. Οι πληροφορίες λένε, πως ο στρατός αυτός ανέρχεται σε τριάντα με σαράντα χιλιάδες. Ο Μπονάνος, όμως, συνιστά να μην ανησυχεί κανείς, γιατί πρόκειται για άσκηση των Τούρκων σε συνεργασία με τον 6ο αμερικανικό στόλο.

Στα μέσα Ιουνίου, οι πληροφορίες που έρχονται στο ΓΕΣ είναι πιο συγκεκριμένες. Ομιλούν με περισσότερες λεπτομέρειες για τη συγκέντρωση των τριάντα ως σαράντα χιλιάδων τουρκικού στρατού στην περιοχή Μερσίνας – Αλεξανδρέττας. Η χούντα, όμως και πάλι δεν ανησυχεί.

Παράλληλα, καταφθάνουν και άλλες πληροφορίες από την Κύπρο, από το διοικητή των εκεί καταδρομών Κωνσταντίνο Κομπότη, που μιλούν για δραστηριοποίηση του Μακαρίου και για στροφή του προς τη Ρωσία. Οι πληροφορίες αυτές είναι που ανησυχούν το ελληνικό Πεντάγωνο, το οποίο, για να δημιουργήσει αντιμακαριακό κλίμα στις ένοπλες δυνάμεις, κοινοποιεί τις αναφορές αυτές σε όλα τα γραφεία των μεγάλων μονάδων. Ταυτόχρονα, επιλέγει 20 αξιωματικούς των καταδρομών, ανάμεσα από κείνους που είχαν δείξει ξεχωριστό ζήλο στο πραξικόπημα της 25ης Νοεμβρίου και με εκπαιδευτή το Μπόλαρη εκπαιδεύονται κατάλληλα και ετοιμάζονται για την Κύπρο.

Τις μέρες αυτές, ο Μακάριος αποφασίζει να μειώσει τη θητεία της Εθνικής Φρουράς. Γι’ αυτό και το Αρχηγείο Στρατού, με διαταγή του προς τις ένοπλες δυνάμεις, τον χαρακτηρίζει ανοιχτά πλέον «προδότη και εγκληματία».

 

18 Ιουνίου

Στις 18 Ιουνίου, έρχεται στην Κύπρο ο Χρήστος Παπασταύρου, σύνδεσμος του Ιωαννίδη, με το Λευτέρη Παπαδόπουλο, συναρχηγό της ΕΟΚΑ Β’. Η κυπριακή αστυνομία τον καταζητεί. Παρακολουθώντας τον ασταμάτητα, τον ανακαλύπτει να εισβάλει στο κρησφύγετο του Λ. Παπαδόπουλου. Σ’ αυτό βρίσκει πολλά και αποκαλυπτικά έγγραφα. Ανάμεσά τους και μια ενδιαφέρουσα επιστολή, γραμμένη στις 14 Μαΐου 1974 από τον αρχηγό της ΕΟΚΑ Β’ και τομεάρχη της Λευκωσίας Λ. Παπαδόπουλο, την οποία είχε στείλει στον Ιωαννίδη. Στην επιστολή αυτή, ο συντάκτης της ομιλεί για την αρπαγή των όπλων από το ΚΕΝ Πάφου, για οικονομική συμπαράσταση του Ιωαννίδη προς την ΕΟΚΑ Β’ κλπ..

 

22 Ιουνίου

Στις 22 Ιουνίου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Μιλτιάδης Χριστοδούλου δηλώνει πως, από τα έγγραφα που βρέθηκαν, έρχεται σε φως εγκληματικό σχέδιο κεραυνοβόλου εξόντωσης κυβερνητικών προσωπικοτήτων, στελεχών του στρατού, της αστυνομίας κλπ.. Μια διαταγή της ΕΟΚΑ Β’ έλεγε: «Σκοτώστε μακαριακούς, όπου τους συναντάτε».

 

24 Ιουνίου

Ύστερα από περαιτέρω έρευνα των εγγράφων, ο Χριστοδούλου θα δηλώσει στις 24 Ιουνίου και πάλι πως αποδεικνύεται πλέον καθαρά η στενή συνεργασία ΕΟΚΑ Β’ και Αθήνας, όπου και εδρεύουν οι καθοδηγητές της. Επίσης, θα πει πως οι κλοπές των όπλων από το ΚΕΝ Γεροσκήπου ήταν έργο της ΕΟΚΑ Β’.

Την ίδια μέρα, ο αρχηγός της Εθνοφρουράς στρατηγός Ντενίσης επισκέπτεται το Μακάριο και του ζητά να μην επιμένει τόσο πολύ στο θέμα των εφέδρων. Ο Μακάριος, όμως, είναι ανένδοτος. Ο Ντενίσης τηλεγραφεί στο Πεντάγωνο. Αμέσως, καλείται στην Αθήνα ο διευθυντής του 2ου Γραφείου συνταγματάρχης Μπούρλος. Κατατοπίζεται σχετικά και επιστρέφει στην Κύπρο, αφού πρώτα ειδοποιεί το Ντενίση να τηλεφωνήσει στη γυναίκα του στην Αθήνα, να μην κατεβεί στην Κύπρο, όπως σκόπευε.

Στα τέλη Ιουνίου, απανωτά κρυπτογραφημένα σήματα φεύγουν από το Πεντάγωνο για την Κύπρο.

 

1 Ιουλίου

Την 1η Ιουλίου, επιστρέφει ο Μπούρλος στην Κύπρο κι έρχεται ο ταξίαρχος Γεωργίτσης στην Αθήνβα, για να πάρει τις τελικές οδηγίες.

Στις αρχές Ιουλίου, ο Μακάριος, με επιστολή του προς τον πρόεδρο τη Ελλάδας στρατηγό Γκιζίκη, ζητά από την ελληνική κυβέρνηση την ανάκληση από την Κύπρο εξακοσίων πενήντα Ελλήνων αξιωματικών, γιατί, λόγω της δράσης τους, τους θεωρεί ότι συνωμοτούν και σχεδιάζουν την ανατροπή του.

 

2 Ιουλίου

Στις 2 Ιουλίου, στο γραφείο του Μπονάνου είναι μαζεμένοι ο πρόεδρος Γκιζίκης, ο πρωθυπουργός Ανδρουτσόπουλος και ο Ιωαννίδης. Συζητούν «κεκλεισμένων των θυρών» και δεν δέχονται κανένα. Ο υπασπιστής του Μπονάνου έχει πάρει ρητή εντολή, να μην αφήσει να περάσει κανένας στο γραφείο του αρχηγού. Οι τέσσερις κεφαλές εξετάζουν το σχέδιο του μελετώμενου πραξικοπήματος για την πτώση του Μακαρίου.

Πρώτος παίρνει το λόγο ο Ανδρουτσόπουλος και συνιστά τη διάλυση της ΕΛΔΗΚ και την απόσυρση της αεροπορίας από την Κύπρο. Έτσι, όταν η Κύπρος βρεθεί ακάλυπτη, η Αθήνα –με τη φωνή του Γκιζίκη- θα την κατηγορήσει ότι με τη μείωση της στρατιωτικής θητείας που εφάρμοσε η κυβέρνησή της, μηδένισε την αμυντική της ικανότητα, πράγμα για το οποίο θα χαρακτηριστεί υπεύθυνος ο Μακάριος, ο οποίος και θα αναγκαστεί να παραιτηθεί, χωρίς να χρειάζεται να γίνει πραξικόπημα.

Ο Ιωαννίδης αντιτίθεται, γιατί, με την αποστρατικοποίηση θα αφαιρεθεί κάθε λόγος από τους Τούρκους να ενοχλούν το Μακάριο, οπότε «ο παπάς θα βγει κερδισμένος». Προτείνει, λοιπόν, επίσημα πλέον την ανατροπή του Μακαρίου. Και όταν λέγει ανατροπή, εννοεί εξόντωση. Έχει προσυμφωνήσει μαζί του ο Μπονάνος και τώρα συμφωνεί και ο Γκιζίκης. Ο Ανδρουτσόπουλος εκφέρει μεν γνώμη, συμφωνεί, όμως, με οποιαδήποτε απόφαση θα πάρουν τελικά τα «αφεντικά». Μετά, για να παραπλανήσουν το Μακάριο, συμφωνούν όλοι τους να ανακληθούν στην Αθήνα ο αρχηγός της Εθνοφρουράς Ντενίσης, ο διοικητής της ΕΛΔΗΚ Κονδύλης, ο αναπληρωτής του συνταγματάρχης Νικολαΐδης, καθώς και ο διευθυντής του 2ου Επιτελικού Γραφείου της Εθνοφρουράς συνταγματάρχης Μπούρλος. Στη συνέχεια, συζητούν για την ημερομηνία του πραξικοπήματος και αποφασίζεται η νύχτα της 14ης προς την 15η Ιουλίου. Και τούτο, γιατί, σύμφωνα με τις προθέσεις του Μακαρίου, στις 20 Ιουλίου απολύονται οι εθνοφρουροί και οι πραξικοπηματίες θέλουν να χρησιμοποιήσουν τη δύναμή τους, όσο βρίσκονται ακόμη στο στρατό, αλλά και να προλάβουν πριν πολλοί από τους απολυόμενους εθνοφρουρούς καταταγούν στον εφεδρικό στρατό του Μακαρίου και τον κάνουν ισχυρότερο.

Το γενικό πρόσταγμα του πραξικοπήματος ανατίθεται στον ταξίαρχο Γεωργίτση. Στον Ανδρουτσόπουλο αναθέτουν να βρει το νέο πρόεδρο της Κύπρου και να του ετοιμάσει το διάγγελμα. Στο τέλος της συνεδρίασης υπόσχονται πως δε θα κοινολογήσουν τίποτα σε κανένα. Συμφωνούν να ενημερώσουν τον αρχηγό Στρατού Γαλατσιάνο αργότερα και ύστερα από την άφιξη του Γεωργίτση στην Αθήνα. Ο αρχηγός του Ναυτικού Αραπάκης και ο αρχηγός της Αεροπορίας Παπανικολάου να ενημερωθούν την ημέρα του πραξικοπήματος.

Ο ταξίαρχος Γεωργίτσης, ύστερα από το σήμα του Μπονάνου, έρχεται στην Αθήνα μαζί με το συνταγματάρχη Κοντώση, προσκομίζοντας χάρτες, μελέτες και σχέδια για την αναδιοργάνωση της Εθνοφρουράς. Είναι, όμως, όλα παραπλανητικά και εγκαταλείπονται στο Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων, σα χαρτιά χωρίς αντικείμενο. Το Γεωργίτση ζητά επειγόντως ο Μπονάνος. Μόλις φτάνει ο ταξίαρχος στο γραφείο των Ενόπλων Δυνάμεων, του λέει ξεκάθαρα ο αρχηγός, πως οι ένοπλες δυνάμεις και η κυβέρνηση αποφάσισαν την ανατροπή του Μακαρίου και τον ορίζουν επικεφαλής των επιχειρήσεων. Ο Γεωργίτσης ρωτά με απορία γιατί παραμερίζεται ο στρατηγός Ντενίσης, που είναι και ανώτερός του. Ο Μπονάνος του απαντά: «Γιατί από αυτόν, λόγω του χαρακτήρα του, είναι δυνατό να διαρρεύσει το υψίστης εθνικής σημασίας μυστικό, ενώ εσύ είσαι πιο προσεχτικός». Μετά, ο ταξίαρχος ρωτά πότε θα γίνει «η δουλειά» και ο Μπονάνος του εκμυστηρεύεται την ημερομηνία. Το βράδυ της 14ης προς τη 15η Ιουλίου. Ο Γεωργίτσης δεν συμφωνεί με τις απόψεις των αρχηγών του για να γίνει νύχτα το εγχείρημα, γιατί, όπως λέει, τα στρατόπεδα τη νύχτα παρακολουθούνται από δυνάμεις του εφεδρικού στρατού του Μακαρίου και από ένοπλες ομάδες του Βάσου Λυσσαρίδη. Προτιμά η απόπειρα να γίνει την ημέρα.

Την άλλη μέρα, ο Γεωργίτσης πηγαίνει στο γραφείο του Ιωαννίδη. Ο δικτάτορας τον υποδέχεται με αγκαλιές και φιλιά και του λέει κατευθείαν: «Ένα θέλω να προσέξετε ιδιαιτέρως. Τους Τουρκοκύπριους. Να μην τους πειράξει κανένας». Επίσης, συνέστησε να ειδοποιηθεί η ΕΟΚΑ Β’ να αρχίσει τη δράση της, χωρίς, όμως, να πληροφορηθούν λεπτομέρειες τα μικρά στελέχη της, μην τυχόν και πάρει είδηση ο Μακάριος. Ο Γεωργίτσης προτείνει και πάλι να γίνει το πραξικόπημα τη Δευτέρα το πρωί. Ο Ιωαννίδης συμφωνεί με τις απόψεις του.

Ύστερα από τρεις μέρες συνεννοήσεων στην Αθήνα, ο Γεωργίτσης επέστρεψε στην Κύπρο. Ο συνταγματάρχης Κοντώσης έμεινε πιο πίσω, για να φέρει τους καταλόγους με τα πιθανά ονόματα των υποψηφίων «προέδρων» και των «υπουργών».

Την ίδια ώρα που οι πραξικοπηματίες των Αθηνών συζητούσαν στο γραφείο του Μπονπάνου, στο 2ο Γραφείο της Εθνοφρουράς στην Κύπρο γινόταν άλλη σύσκεψη των χουντικών στο νησί. Συσκέπτονταν: ο διοικητής καταδρομών Κομπόκης, ο διοικητής αρμάτων μάχης Λαμπρινός, ο γαμπρός του Μπονάνου Κοκοράκης, που μόλις είχε επιστρέψει από την Αθήνα και άλλοι. Εξέταζαν κι αυτοί τα σχέδια ανατροπής του Μακαρίου.

Ο Κομπόκης, την 21η Απριλίου του 1967 ήταν ταγματάρχης διοικητής Α’ μοίρας αλεξιπτωτιστών. Ήταν από τα παλιά στελέχη του μικρού ΙΔΕΑ και είχε τοποθετηθεί υπασπιστής του Κωνσταντίνου.

Παρά τα μέτρα μυστικότητας και την απόλυτη εχεμύθεια που τηρούν οι πραξικοπηματίες, οι πληροφορίες που διαρρέουν για επικείμενο πραξικόπημα πληθαίνουν και η κυβέρνηση δηλώνει πως δεν έχει μεν συγκεκριμένες πληροφορίες για το ότι επίκειται μια τέτοια ενέργεια, υπογραμμίζει, όμως, πως, αν συμβεί κάτι τέτοιο, σύσσωμος ο κυπριακός λαός θα αντιδράσει οπωσδήποτε. Θα ζητηθεί δε τότε βοήθεια και από άλλους οργανισμούς και κυβερνήσεις.

 

5 Ιουλίου

Στις 5 Ιουλίου 1974, το αρχηγείο στρατού της Ελλάδας καλεί το διοικητή της ΕΛΔΗΚ Κονδύλη στην Αθήνα. Την ίδια μέρα συνέρχεται στην Άγκυρα το τουρκικό συμβούλιο εθνικής ασφάλειας υπό την προεδρεία του προέδρου της Δημοκρατίας Κοροτούρκ.

 

6 Ιουλίου

Στις 6 Ιουλίου, παραδίδεται η ιστορική επιστολή του Μακαρίου στον πρόεδρο Γκιζίκη.

 

7 Ιουλίου

Στις 7, φεύγει ο Γεωργίτσης από την Αθήνα για την Κύπρο. Την ίδια μέρα, στην Άγκυρα το τουρκικό αρχηγείο του ναυτικού ανακοινώνει στους συμμάχους τη διεξαγωγή νέας άσκησης, που θα κρατήσει από τις 8 ως τις 9 Ιουλίου και ότι σ’ αυτή θα πάρουν μέρος συνολικά εξήντα σκάφη και οι περισσότερες και καλύτερες μονάδες του τουρκικού στόλου. Η ονομασία της άσκησης είναι «Ντενίζ Κουρντού 274».

 

8 Ιουλίου

Στις 8, ο Λαγάκος συναντά το Νίκο Σαμψών και συζητούν για το πραξικόπημα.

 

9 Ιουλίου

Στις 9 Ιουλίου, φεύγει από την Αθήνα, επιστρέφοντας στην Κύπρο ο συνταγματάρχης Κοντώσης, ο οποίος «φέρνει» μαζί του (έχει αποστηθίσει) το διάγγελμα του νέου «προέδρου», το οποίο έχει ετοιμάσει ο Ανδρουτσόπουλος και το οποίο θα εκφωνήσει ο Σαμψών από το ραδιόφωνο της Κύπρου στις 8 και 30’ το βράδυ της 15ης Ιουλίου. Ο Κοντώσης γνωρίζει και τα ονόματα των πιθανών προέδρων μετά την ανατροπή του Μακαρίου. Ανάμεσά τους είναι και του καθαιρεθέντα μητροπολίτη Πάφου Γενναδίου. Ο Σαμψών δεν συμπεριλαμβάνεται καθόλου στον κατάλογο.

 

10 Ιουλίου

Στις 10, συνέρχεται η κοινοβουλευτική ομάδα του Κληρίδη και συζητεί για την κατάσταση. Αμέσως μετά τη σύσκεψη, ο τότε βουλευτής και μετέπειτα υπουργός του Σαμψών, ο Δημητρίου, ενημερώνει την ελληνική ΚΥΠ σχετικά με τα συζητηθέντα στη σύσκεψη.

Την ίδια μέρα, το τουρκικό ναυτικό αρχίζει την εκτέλεση της άσκησης «Ντενίζ Κουρντού 274», ενώ τα ελληνικά «δεύτερα γραφεία» πληροφορούνται ότι τουρκικές μονάδες στρατού έχουν επιβιβαστεί σε τρία εμπορικά πλοία στο λιμάνι Μπαντιρμά της θάλασσας του Μαρμαρά. Τα δύο αυτά κατευθύνονται προς τα Στενά, ενώ το άλλο προς την Κωνσταντινούπολη.

Παρ’ όλα αυτά, η χούντα στην Αθήνα προχωρεί ακόμη στο συντονισμό του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου, ενώ το τουρκικό ναυτικό, με το πρόσχημα της άσκησης και κάτω από την τυφλότητα των πραξικοπηματιών, κινείται ανενόχλητο και παίρνει καίριες θέσεις.

Χωρίζεται σε δύο τμήματα, με σκοπό, το ένα να αποκρούσει τυχόν επίθεση της Ελλάδας στο βόρειο Αιγαίο και στη Θράκη ή να εμποδίσει τον ελληνικό στόλο να στραφεί προς την Κύπρο, το δε άλλο να υποστηρίξει την απόβαση στη Μεγαλόνησο. Οι Τούρκοι πίστευαν (τουλάχιστο οι αεροπόροι) πως στα νερά της Κύπρου βρισκόταν τμήμα του ελληνικού στόλου (14 σκάφη) και με την προϋπόθεση αυτή η αεροπορία τους έκανε λάθος και επιτέθηκε την ώρα της απόβασης κατά των τουρκικών πλοίων.

Στην Αθήνα επικρατεί εκνευρισμός. Παραιτήθηκαν: ο υπουργός Εξωτερικών Τετενές, ο γενικός διευθυντής του ίδιου υπουργείου Τζούνης και ο γενικός γραμματέας  Άγγελος Βλάχος. Είχαν μυριστεί το πραξικόπημα.

 

11 Ιουλίου

Στις 11 Ιουλίου 1974, έρχεται ο Λαγάκος στην Αθήνα, για να ενημερώσει το νέο υπουργό των Εξωτερικών, Κυπραίο. Επίσης, καλείται στην Αθήνα και ο στρατηγός Ντενίσης. Κανείς δε θα μπορούσε να υποψιαστεί το πραξικόπημα, όταν απουσίαζαν από το νησί ο αρχηγός της Εθνοφρουράς και ο διοικητής της ΕΛΔΗΚ. Επιπλέον, λείπει στην Αθήνα και ο επιτελάρχης της Εθνοφρουράς Παπαδάκης.

Στις 11 Ιουλίου, η κυπριακή αστυνομία συλλαμβάνει τα στελέχη της ΕΟΚΑ Β’ Λευτέρη Παπαδόπουλο, Κυριάκο Σεφεριάδη, Ανδρέα Παπαπέτρου και Άρη Χατζηγεωργίου. Έχουν μαζί τους όπλα και πυρομαχικά. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει μαζί του και σημαντική αλληλογραφία, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και κατάλογοι στελεχών της ΕΟΚΑ Β’.

 

13 Ιουλίου

Στις 13 Ιουλίου, ο Γεωργίτσης ειδοποιεί με κλειστό σήμα το Μπονάνο, ότι όλα είναι έτοιμα και ότι ο Μακάριος δεν υποψιάζεται τίποτα. Την ίδια μέρα, στο Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων στην Αθήνα γίνεται μια σύσκεψη, η τελευταία πριν από το πραξικόπημα, για να εξεταστεί η κατάσταση, ύστερα από τη λήψη της γνωστής επιστολής του Μακαρίου προς το Γκιζίκη. Στη σύσκεψη αυτή μετέχουν οι: Γκιζίκης, Μπονάνος, Γαλατσιάνος, Αραπάκης, Παπανικολάου, οι υπαρχηγοί ενόπλων δυνάμεων του Αρχηγείου Στρατού, οι διευθυντές των «τρίτων γραφείων», οι Διευθυντές Κλάδων των τριών Όπλων και οι νεοαφιχθέντες από την Κύπρο Ντενίσης, Μπούρλος και Νικολαΐδης.

Ο Μπονάνος ζητά από το Ντενίση να εκθέσει την κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο. Ο Ντενίσης, που είναι ακόμη απληροφόρητος για το σχεδιαζόμενο πραξικόπημα, νομίζει πως πρέπει να αναλύσει στο επιτελείο πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα στο νησί, όταν θα μειωθεί η θητεία του κυπριακού στρατού και ασχολείται λεπτομερειακά με το θέμα αυτό. Ύστερα, αρχίζει ο αρχηγός Στρατού Γαλατσιάνος να αναπτύσει μια θεωρία τακτικής και μελλοντικής ανακατάταξης των μονάδων της Κύπρου κλπ.. Για μια στιγμή, ο Μπονάνος διακόπτει ξαφνικά τη σύσκεψη, προφασιζόμενος επείγουσα απασχόληση. Το ελληνικό ραδιόφωνο και η ελληνική τηλεόραση ανακοινώνουν πως η σύσκεψη του Ανωτάτου Συμβουλίου των Ενόπλων Δυνάμεων θα συνεχιστεί τη Δευτέρα, μετά την ορκωμοσία των ναυτικών δοκίμων στον Πειραιά. Η διακοπή είναι σκόπιμη και παραπλανητική. Ο Μπονάνος φεύγει για τις κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα και ο Ντενίσης συναντά τον Ιωαννίδη, ο οποίος του ανακοινώνει πως η ανατροπή του Μακαρίου θα γίνει τη Δευτέρα. Στο Επιτελείο επικρατεί η συνήθης καθημερινή ατμόσφαιρα. Τίποτα το διαφορετικό.

Η Εκκλησία της Ελλάδας είναι και πάλι απασχολημένη με άλλα θέματα. Σήμερα έχει «εκλογές», για να εκλέξει νέους μητροπολίτες που διώχτηκαν με βάση τις υπ’ αριθμ. 3 και 7 συντακτικές πράξεις του δικτάτορα Ιωαννίδη.

 

15 Ιουλίου

Δευτέρα, 15 Ιουλίου. Ο Ιωαννίδης πηγαίνει στο Επιτελείο στις 7 το πρωί. Στις 7 και 30’ έρχονται: Μπονάνος, Γαλατσιάνος, Αραπάκης και Παπανικολάου. Ο Μπονάνος ρωτά να μάθει, αν έφθασε στο γραφείο του κανένα σήμα από το Γεωργίτση. Δεν υπάρχει τίποτα. Ο Γεωργίτσης, όπως είχαν συμφωνήσει, θα ειδοποιούσε μόνο, αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Μπονάνος ικανοποιημένος συναντά τον Ιωαννίδη και του λέει πως όλα πάνε καλά. Μετά, μαζί με τους τρεις αρχηγούς, φεύγουν για τον Πειραιά.

Πράγματι, το πραξικόπημα, όπως είχε σχεδιαστεί από τους δικτάτορες των Αθηνών, ξέσπασε στη Λευκωσία στις 8 και 30’ το πρωί. Σ’ αυτό πήραν μέρος κατά του Μακαρίου η κυπριακή Εθνοφρουρά, η ΕΛΔΗΚ και η ΕΟΚΑ Β’. Οι πραξικοπηματίες χτύπησαν το προεδρικό μέγαρο με σκοπό να εξοντώσουν το Μακάριο. Η εντολή των Αθηνών ήταν «να τελειώσουν όλα μέσα σε μια ημέρα και να εξοντωθεί ο παπάς».

Στις 8 και 35’, ο υπασπιστής του Μπονάνου, παίρνει συνθηματικό σήμα από την Κύπρο. «Αλέξανδρος εισήχθη εις νοσοκομείον», που σημαίνει πως το πραξικόπημα είχε αρχίσει.

Μόλις πήρε το συνθηματικό σήμα, τηλεφώνησε στο Μπονάνο, που βρισκόταν στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Ειδοποιεί και τον Ιωαννίδη. Ενημερώνονται και οι τρεις αρχηγοί από το Μπονάνο, ο οποίος και διατάσσει από τη Σχολή Δοκίμων να ενεργοποιηθούν στο Πεντάγωνο οι αίθουσες επιχειρήσεων των κλάδων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας και να ειδοποιηθούν οι σωματάρχες και οι μέραρχοι. Μαζί με τους τρεις αρχηγούς, επιστρέφει και ο ίδιος στο Πεντάγωνο Οι αξιωματικοί είναι όλο χαρά και ζητωκραυγάζουν. «Πάει ο παπάς, έχει πεθάνει», φωνάζουν. Ανοίγουν σαμπάνιες και πίνουν «στο θάνατο του Μούρκου». Παντού συγχαρητήρια, χειραψίες, τηλεφωνήματα. Όλοι πανηγυρίζουν. Οι πανηγυρισμοί, όμως, δεν κρατούν πολύ. Ο συνταγματάρχης της ΚΥΠ Κύπρου Γεώργιος Τσούμης, που στέλνει συνέχεια πληροφοριακά τηλεγραφήματα από το νησί στον προϊστάμενό του Λάμπρο Σταθόπουλο, διοικητή της ΚΥΠ Ελλάδας, στέλνει κατά τις 3 το απόγευμα και το θλιβερό για τους πραξικοπηματίες σήμα: «Ο Μακάριος ζει». Την είδηση την έχει πάρει από τους Άγγλους.

Οι χαρές διαλύονται. Θλίψη και στενοχώρια απλώνονται παντού. Ο Μπονάνος στέλνει σήμα στην Κύπρο: «Η ΚΥΠ μας πληροφορεί ότι ο Μακάριος ζει. Κοιτάξετε καλύτερα τι συμβαίνει».

Αργότερα, ο ισχυρός πομπός και δέκτης του Πενταγώνου πιάνει το ραδιόφωνο της Κύπρου, από το οποίο ακούνε ότι σε λίγο θα απευθύνει διάγγελμα ο νέος πρόεδρος. Όλοι ξαφνιάζονται, όταν μαθαίνουν ότι νέος πρόεδρος της Κύπρου έγινε ο Σαμψών κι όχι ένας από κείνους που είχε υποδείξει η Αθήνα. Ο Μπονάνος, ενώ λογοφέρνει στο τηλέφωνο με το Γεωργίτση και τον βρίζει σκαιότατα για την επιλογή του νέου προέδρου, δέχεται την επίσκεψη των  Ιωαννίδη και Ανδρουτσόπουλου. Ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων δεν δέχεται το Σαμψών σαν πρόεδρο και επιμένει στην αντικατάστασή του. Ο Ιωαννίδης και ο Ανδρουτσόπουλος προσπαθούν να τον καθησυχάσουν. «Άσε τον για μερικές μέρες», του λένε «και βλέπουμε». Ο Ιωαννίδης τηλεφωνεί στο Σαμψών και του δίνει συγχαρητήρια. «Πώς σας ξέφυγε ο Μούσκος»; ρωτά. Ο Σαμψών τον πληροφορεί πως ο Μακάριος βρίσκεται στο μοναστήρι του Κύκκου και ότι έχουν σταλεί δυνάμεις εκεί «για να τον καθαρίσουν». Ο Μακάριος, όμως, είναι στην Πάφο. Αυτό το πληροφορούνται οι διευθύνοντες το πραξικόπημα στη Μεγαλόνησο και δίνουν εντολές να ετοιμαστεί ο στρατός και να επιτεθεί στην Πάφο, «γιατί τα σκυλιά του Λυσσαρίδη αντιστέκονται».

Πάνω στη σύγχυση των πραξικοπηματιών και στις εσκεμμένες διαδόσεις, πως «ο παπάς είναι νεκρός», ακούγεται από το ραδιόφωνο της Πάφου η φωνή του Μακαρίου: «Ελληνικές κυπριακέ λαέ, γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος . . . Δεν είμαι νεκρός, όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποί της θα ήθελαν . . .».

Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατόρθωσε να διασωθεί. Έφυγε από το προεδρικό μέγαρο και με τη βοήθεια της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ, που βρισκόταν στη Λευκωσία, έφτασε στην αγγλική βάση της Πάφου κι από κει, μέσω Μάλτας, έφυγε για το Λονδίνο. Στη συνέχεια πήγε στη Ν. Υόρκη και προσέφυγε στα Ηνωμένα Έθνη.

Οι Τούρκοι έχουν ήδη συγκεντρώσει πολλά αποβατικά σκάφη του στόλου τους στα λιμάνια της Μερσίνας και της Αλεξανδρέττας. Η 39η τουρκική μεραρχία πεζικού ετοιμάζεται με βιασύνη και το νεοδημιουργημένο ειδικό αποβατικό σύνταγμα είναι πανέτοιμο για επιβίβαση στα πλοία.

 

16 Ιουλίου

Στις 16 Ιουλίου, ο Τούρκος υπουργός πληροφοριών δηλώνει ότι, ύστερα από όσα συνέβησαν τελευταία στην Κύπρο, η Τουρκία θα ζητήσει από την Αγγλία να κάνουν μαζί χρήση του δικαιώματος επέμβασης στο νησί, βάσει των συμφωνιών Ζυρίχης Λονδίνου[13]

Στην Κύπρο συνεχίζεται ο διωγμός των μακαριακών και ο στρατός του Γεωργίτση ετοιμάζεται να εξορμήσει κατά της Πάφου, την οποία θεωρεί οχυρό του νόμιμου κράτους.

Στο ελληνικό Πεντάγωνο καταφτάνουν σήματα από διάφορες πηγές, ακόμη και μέσα από τον τουρκικό χώρο, για τις προετοιμασίες του τουρκικού στρατού. Η χούντα, όμως, των Αθηνών . . . δεν ανησυχεί.

 

17 Ιουλίου

Στις 17 Ιουλίου, οι Τούρκοι φορτώνουν πυρομαχικά στα πλοία που βρίσκονται στο λιμάνι της Μερσίνας. Στην Αθήνα εξακολουθούν να καταφθάνουν επείγοντα πληροφοριακά σήματα για τις κινήσεις των Τούρκων. Στην Κύπρο, όμως, η Εθνοφρουρά έχει διασκορπιστεί και κυνηγά τους μακαριακούς. Οι Τούρκοι δεν την απασχολούν.

 

 

Η εισβολή 18 – 26 Ιουλίου 1974

Πέμπτη 18 Ιουλίου

Στην Τουρκία: Η 39η μεραρχία διατάσσει τις μονάδες της να φορτώσουν το υλικό τους στα πλοία. Την ίδια μέρα, η τουρκική αεροπορία αποκτά επικοινωνία με τους Τούρκους της Κύπρου, οι οποίοι έχουν εγκαταστήσει ειδικό κέντρο ελέγχου αέρα στο φρούριο του Αγίου Ιλαρίωνα.

Στην Ελλάδα: Ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Μπονάνος παραγγέλλει με τον Αμερικανό υφυπουργό Σίσκο, που περνά από την Αθήνα πηγαίνοντας για την Άγκυρα, στον Τούρκο συνάδελφό του, να σταματήσει «τα φορτώματα και ξεφορτώματα».

Στην Κύπρο: Τουρκικά στρατιωτικά αυτοκίνητα μεταφέρουν στο φρούριο του Αγίου Ιλαρίωνα υλικό και στρατιώτες. Μπουλντόζες επεκτείνουν τους διαδρόμους του πρόχειρου αεροδρομίου στο θύλακα της Αγύρτας. Ο Γεωργίτσης συνεχίζει να κυνηγά τους μακαριακούς. Στις 3 μετά τα μεσάνυχτα, ο ραδιοσταθμός Κυρηνείας πιάνει το τουρκικό σήμα, ότι η εισβολή θα γίνει στις 6 το πρωί της Παρασκευής στην περιοχή «Βόσπορος» της Κυρηνείας.

Στις 18 Ιουλίου το πρωί, γνωρίζουν πότε και πού θα γίνει η εισβολή οι παρακάτω υπηρεσίες:

  1. Το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ο Γεωργίτσης).
  2. Η Ναυτική Βάση Κύπρου.
  3. Το 3ο Τακτικό Συγκρότητα Κυρηνείας.

Στις 7 το βράδυ, ο στρατιωτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο Αθανάσιος Περδίκης στέλνει σήμα στην Αθήνα και πληροφορεί το Πεντάγωνο, ότι η αγγλική τηλεόραση έδειξε σε έκτακτη εκπομπή τις προετοιμασίες των Τούρκων στην Αλεξανδρέττα και στη Μερσίνα. Ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Κύπρο Ντέιβιτς διαβεβαιώνει πως οι Τούρκοι απλώς κάνουν «επίδειξη δυνάμεως».

 

Παρασκευή 19 Ιουλίου

Στην Ελλάδα: Από το πρωί, το ελληνικό Πεντάγωνο βομβαρδίζεται με σήματα, αναφορές, τηλεγραφήματα, που λένε πως οι Τούρκοι είναι έτοιμοι για αποβίβαση. Τέτοια σήματα έρχοντα:

  1. Από τον ταξίαρχο Σωτηριάδη, αξιωματικό-σύνδεσμο στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη.
  2. Από τον ταξίαρχο Χαλικιά, σύνδεσμο στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Νεάπολη.
  3. Από το στρατιωτικό ακόλουθο στο Λονδίνο, τον Περδίκη.

Επίσης, έφθασε σχετικό σήμα στο Πεντάγωνο και από την Αλεξανδρέττα. Σύμφωνα μ’ αυτό, ένας Τούρκος ταγματάρχης, που έχει επιβιβαστεί με το τάγμα του σε αποβατικό σκάφος κι έχει ανοιχτεί στη θάλασσα, ζητά από το μέραρχό του να επιστρέψει στην Αλεξανδρέττα, για να παραλάβουν οι στρατιώτες του τους γυλιούς, γιατί έχουν επιβιβαστεί μόνο με τα όπλα τους. Ο μέραρχος απαντά ανοιχτά: «Τους γυλιούς θα τους παραλάβετε αύριο στην Κύπρο».

Δεύτερο σήμα του Περδίκη από το Λονδίνο επιβεβαιώνει την κατάσταση. Ο Περδίκης λέγει: «Ο Ετσεβίτ ειδοποίησε επίσημα τους Άγγλους ότι θα επέμβει στην Κύπρο».

Οι Μπονάνος, Γαλατσιάνοςε, Αραπάκης, Παπανικολάου το γνωρίζουν.

Ο Σίσκο, που μόλις επέστρεψε από την Άγκυρα (είναι μεσημέρι), ζητά τον Ιωαννίδη στο επιτελείο. Αυτός αποφεύγει τη συνάντηση. Ο Σίσκο επιμένει και τον συναντά στο πολιτικό του γραφείο. Μαζί του είναι και ο Ανδρουτσόπουλος με τον Τάσκα[14]. Ο Σίσκο πλέκει το εγκώμιο της Τουρκίας, λέγοντας πως πρόκειται για μια μεγάλη χώρα . . . αλλά εγώ είμαι φιλέλληνας και θα κάνω ό,τι μπορώ. Ο Ανδρουτσόπουλος μεταφράζει.

Στην Κύπρο: Στις 9 το βράδυ εντοπίζονται έντεκα τουρκικά σκάφη που κατευθύνονται στην Αμμόχωστο. Το γεγονός αναφέρεται στην Αθήνα.

Στην Αθήνα: Οι διευθυντές των κλάδων του επιτελείου συνιστούν τη λήψη προληπτικών τουλάχιστο μέτρων και τη γρήγορη προώθηση δυνάμεων στην Κύπρο και στον Έβρο. Οι αρχηγοί τους, όμως, απαντούν ότι πρόκειται περί άσκησης του τουρκικού στρατού και να μην ανησυχεί κανείς.

Ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Κύπρο Ρότζερ Ντέιβις λέγει, πως οι Τούρκοι κάνουν απλώς επίδειξη δυνάμεων, ύστερα από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.

Οι μη μυημένοι στο πραξικόπημα αξιωματικοί του επιτελείου δεν μπορούν να καταλάβουν την τόση αδιαφορία της ηγεσίας τους και ανησυχούν. Ο Ιωαννίδης και η ηγεσία απαντούν: «Να μην ανησυχεί κανείς. Δεν πρέπει να οξύνουμε τα πράγματα και να δώσουμε αφορμή στους Τούρκους να επέμβουν. Με την ηρεμία όλα θα περάσουν».

Το βράδυ της Παρασκευής προς το Σάββατο, ο Μπονάνος πάει στον Άγιο Ανδρέα. Τον ακολουθούν ο Γαλατσιάνος και ο Παπανικολάου. Ο Αραπάκης πάει και κοιμάται στο σπίτι του στο ναύσταθμο και ο Ιωαννίδης πάει κι αυτός στο σπίτι του, στο Γαλάτσι.

Η ελληνική ηγεσία κοιμάται, γνωρίζοντας ότι το Έθνος κινδυνεύει.

 

Σάββατο 22 Ιουλίου

Στην Κύπρο: Στη 1 τα μεσάνυχτα, το ραντάρ του Αποστόλου Ανδρέα εντοπίζει άλλα δέκα τουρκικά σκάφη που κατευθύνονται προς Κυρήνεια. Το γεγονός αναφέρεται στο ελληνικό Πεντάγωνο.

Στις 4 και 30’ το πρωί, τα τουρκικά αποβατικά πλέουν στα χωρικά ύδατα της Κύπρου. Το γεγονός αναφέρεται στο Πεντάγωνο.

Στην Τουρκία: Στις 4 και 30’ το πρωί, στην Άγκυρα καλείται στο υπουργείο Εξωτερικών ο Έλληνας πρεσβευτής Κοσμαδόπουλος. Οι Τούρκοι του δηλώνουν ότι, επειδή παραβιάστηκε η τάξη στην Κύπρο, η Τουρκία, σαν εγγυήτρια δύναμη, βρίσκεται στην ανάγκη να επέμβει και επεμβαίνει. Του λένε ακόμη ότι έχουν ειδοποιηθεί σχετικά οι Άγγλοι. Γι’ αυτό ειδοποιείται τώρα και η Ελλάδα.

Στην Ελλάδα: Ο Κοσμαδόπουλος, φεύγοντας από το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών πάει κατευθείαν στην πρεσβεία. Από κει τηλεφωνεί στην Αθήνα, στον Ανδρουτσόπουλο. Ο «πρωθυπουργός» πληροφορείται τα γεγονότα, αλλά . . . δεν ανησυχεί. Προσπαθεί να πάρει στο τηλέφωνο τον υπουργό των Εξωτερικών Κυπραίο, αλλά δεν τα καταφέρνει. Πιάνει τον Ιωαννίδη, που κι αυτός . . . δεν ανησυχεί.

 

Στην Κύπρο: Η Λευκωσία βομβαρδίζεται και η Κυρήνεια το ίδιο. Αυτή από αέρα και θάλασσα. Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Κύπρου καταλήφθηκε από αντιμακαριακούς πραξικοπηματίες και ελέγχεται από αυτούς. Στην πρωινή του έναρξη ο σταθμός μεταδίδει την πρωινή προσευχή την ημέρα του Αγίου και μετά προτρέπει, όσοι μπορούν να φέρουν όπλα να οπλιστούν.

Στην Αθήνα: Από το ραδιόφωνο των Αθηνών ανακοινώνεται από τη χούντα στις πρωινές ειδήσεις των 7.00’: «Πλήρης σταθερότης υπάρχει στην Κύπρο. Δεν υπάρχει θέμα ξένης επέμβασης. Λαμπρό μέλλον διαγράφεται στη Μεγαλόνησο υπό το καθεστώς του Σαμψών».

Στην Κύπρο: Οι Τούρκοι βομβαρδίζουν το στρατόπεδο της ΕΛΔΗΚ. Η Εθνική Φρουρά της Κύπρου δεν αντιδρά. Οι δυνάμεις της είναι διασκορπισμένες στο νησί. Κυνηγούν τους μακαριακούς.

 

Στην Αθήνα: Το Πεντάγωνο αναστατώνεται με το βομβαρδισμό του στρατοπέδου της ΕΛΔΗΚ. Ο Μπονάνος και ο Ιωαννίδης ανησυχούν, γιατί οι Τούρκοι παραβαίνουν τις συμφωνίες. Το σχέδιο ήταν να πάρουν μόνο την Κυρήνεια. Ο Ανδρουτσόπουλος ειδοποιεί και έρχονται στο Πεντάγωνο ο Σίσκο με τον Τάσκα. Ο Μπονάνος διαμαρτύρεται, γιατί χτυπιέται η ΕΛΔΗΚ. Ο Τάσκα λέγει πως θα συνεννοηθεί με τον Κίσσιγκερ και τον 6ο στόλο.

Στην Κύπρο: Στις 5 το πρωί, βγαίνουν στ’ ανοιχτά από το ναυτικό σταθμό Κυρηνείας με πρωτοβουλία των πληρωμάτων τους δυο τορπιλάκατες. Είναι, όμως, αργά. Δεν μπορούν να φέρουν κανένα αποτέλεσμα. Τα τουρκικά και αγγλικά αντιτορπιλικά και τα αεροπλάνα τους τις βυθίζουν[15].

Στις 7 και 15’ το πρωί, Τούρκοι στρατιώτες αποβιβάζονται στην ακτή.

Στο χωριό Μια Μηλιά πέφτουν εκατό περίπου Τούρκοι αλεξιπτωτιστές. Οι κάτοικοι τους εξοντώνουν με ξύλα και τσαπιά. Η ώρα κοντεύει 9. Οι τρεις χιλιάδες Τούρκοι έχουν πάρει θέση στην ξηρά. Έχουν περάσει τέσσερις ώρες αφ’ ότου άρχισε η εισβολή και καμία αντίδραση δεν εκδηλώθηκε από μέρους της ηγεσίας του στρατού, παρ’ ότι οι αξιωματικοί πιέζουν το Γεωργίτση να κινηθεί. Στις 9 διατάσσεται επιστράτευση.

Στην Αθήνα: Στις 9 και 15’ το πρωί, ετοιμάζονται στο Επιτελείο οι αίθουσες επιχειρήσεων. Εδώ συγκεντρώνονται στρατιωτικοί και πολιτικοί. Η διεύθυνση του 2ου Γραφείου κάνει ανασκόπηση της κατάστασης. Μετά, οι αρχηγοί των Όπλων αναφέρουν την υπάρχουσα κατάσταση σε κάθε όπλο. Ο Μπονάνος εισηγείται επιστράτευση.

Η ώρα είναι 10. Καμία εντολή δεν δόθηκε ακόμη για να αναχαιτιστεί η Τουρκία. Οι αρχηγοί των Όπλων και οι επιτελείς φεύγουν από το Πεντάγωνο.

Ο Αραπάκης διατάσσει δύο υποβρύχια να φύγουν για την Κύπρο και τα πολεμικά πλοία να καταφύγουν στα προκαθορισμένα μέρη, για να αποφύγουν τυχόν βομβαρδισμούς. Ο Παπανικολάου δίνει εντολή να κινηθεί ο στρατός προς τον Έβρο. Η ώρα είναι 11. Το ραδιόφωνο αναγγέλλει επιστράτευση.

Στις 3 το απόγευμα, ο ελληνικός λαός ακούει το διάγγελμα του Γκιζίκη και του Σεραφείμ. Ύστερα από 10 ολόκληρες ώρες!!

Οι αξιωματικοί στο Επιτελείο, που δεν γνωρίζουν τα τεκτενόμενα, ανησυχούν για την αδιαφορία των ανωτέρων τους και χαρακτηρίζουν τη στάση τους «προδοσία».

Για αντιπερισπασμό, οι αρχηγοί διατάσσουν την κατάσχεση φορτίου βομβών από αμερικανικό πλοίο που βρίσκεται στο Κερατσίνι. Το μισό φορτίο του προορίζεται για την Ελλάδα και το άλλο μισό για την Τουρκία[16].

Το Σάββατο το απόγευμα, δίνεται διαταγή στις δυνάμεις της Κύπρου να εφαρμόσουν το σχέδιο «Αφροδίτη 3», αυτό που προέβλεπε την εξουδετέρωση παλαιότερων μεμονωμένων τουρκικών θυλακίων στο νησί.

Το αγγλικό ραδιόφωνο BBC μεταδίδει στις ειδήσεις του, ότι οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κυρήνεια και ότι ήδη καταλαμβάνεται και το διεθνές αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Πώς το γνώριζαν αυτό οι Άγγλοι και το μετέδιδαν με τόση σιγουριά σαν γεγονός, αφού η κατάληψη του αεροδρομίου έγινε είκοσι τρεις μέρες αργότερα, σε εφαρμογή του «Αττίλα 2»; Μήπως ακόμη ισχυρίζονται οι Άγγλοι ότι δεν ήξεραν τίποτα από τα σχέδια των Τούρκων:

Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονται στο νησί εξακολουθούν ακόμη να είναι διασκορπισμένες και να βάλουν κατά των μακαριακών. Την τελευταία στιγμή, στρέφονται μεμονωμένες κατά των Τούρκων και διασκορπισμένες μάχονται κατά την κρίση των αξιωματικών τους.

Ελληνοκυπριακά τμήματα επιτίθενται κατά του τουρκοκυπριακού χωριού Κιόνελι και προχωρούν, παρ’ ότι βάλλονται από την τουρκική αεροπορία με βόμβες Ναπάλ και από το τουρκικό πυροβολικό. Έχουν μπει μέσα στην τουρκοκυπριακή περιοχή και κοντεύουν να μπουν στο χωριό. Ξαφνικά, όμως, διατάσσεται υποχώρηση και υποχωρούν.

Το βράδυ του Σαββάτου, ο Σαμψών εκφωνεί διάγγελμα προς τον κυπριακό λαό και υπόσχεται ότι θα ρίξει τους άνανδρους εισβολείς στη θάλασσα.

 

Κυριακή 21 Ιουλίου

Ο Ιωαννίδης και οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων αποφασίζουν να στείλουν ενισχύσεις στην Κύπρο. Φορτώνουν δυο πλοία και φεύγουν την Κυριακή το βράδυ. Στο ένα εξήντα άρματα μάχης και το 573 τάγμα πεζοναυτών με ταγματάρχη τον Αρβανιτόπουλο. Στο άλλο χίλιοι Κύπριοι φοιτητές. Στην αποστολή είναι και ο Δ. Παπαποστόλου, γνωστός από την απόπειρα κατά του Μακαρίου το 1970, καθώς και από τη δολοφονία του Γεωρκάτζη και τη δίκη του Αβέρωφ.

Το βράδυ της Κυριακής, ξημέρωμα Δευτέρας, υπογράφεται η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Η κατάπαυση, όμως, δε θα γίνει αμέσως. Η συμφωνία θα ισχύσει ύστερα από δέκα μέρες. Στο μεταξύ, οι Τούρκοι συνεχίζουν την απόβασή τους. Η αποστολή των δύο πλοίων είναι δώρον άδωρον και η χούντα το ξέρει, γιατί, για να φτάσουν τα πλοία στην Κύπρο, χρειάζονται πάνω από τριάντα ώρες.

Την Κυριακή το μεσημέρι, αποφασίζεται να σταλεί στην Κύπρο μια μοίρα Καταδρομών από την Κρήτη με μεταγωγικά αεροπλάνα «Νοράτλας». Τα αεροπλάνα, όμως, αυτά, λόγω ακαταλληλότητας, έχουν ακινητοποιηθεί πριν ένα μήνα. Παρ’ όλα αυτά, αποφασίζεται να σταλεί η μοίρα μ’ αυτά. Δίνεται εντολή να φύγουν τη νύχτα και να πετούν χαμηλά, για να μην γίνουν αντιληπτά από τα αγγλικά και τα τουρκικά ραντάρ και να επιστρέψουν τη νύχτα, μην τυχόν και τα δουν οι Τούρκοι το πρωί και διαμαρτυρηθούν . . . που επεμβαίνει η Ελλάδα.

Τα αεροπλάνα φεύγουν για την Κύπρο, αλλά το Πεντάγωνο δεν ειδοποιεί σχετικά τους υπερασπιστές του αεροδρομίου της Λευκωσίας προς το οποίο κατευθύνονται.

Την ίδια μέρα (21 Ιουλίου), γίνεται σύσκεψη στο πολιτικό γραφείο. Σ’ αυτήν παίρνουν μέρος ο Ιωαννίδης, ο Γκιζίκης, ο Μπονάνος, ο Αραπάκης, ο Παπανικολάου, ο Ανδρουτσόπουλος και ο Κυπραίος. Σ’ αυτή τη σύσκεψη αποκαλύπτεται ότι . . . ο υπουργός των Εξωτερικών Κυπραίος δεν γνωρίζει αγγλικά.

Στις 11 τη νύχτα, συμφωνούν όλοι ότι, αν η Τουρκία κάνει απόβαση στην Κύπρο, η Ελλάδα θα κηρύξει τον πόλεμο. Το γεγονός ότι η Τουρκία και από τις πρωινές ακόμη ώρες του Σαββάτου έχει αποβιβάσει από την αρμάδα των αποβατικών της σκαφών τρεις χιλιάδες στρατιώτες στην Κύπρο, δεν το θεωρούσαν απόβαση(!) Κάποιος διευκρινίζει στη σύσκεψη πως «απόβαση» εννοεί την αποβίβαση τανκς στη στεριά. Μένουν και οι άλλοι σύμφωνοι και στις 12 τα μεσάνυχτα πηγαίνουν όλοι για ύπνο. Αυτή τη φορά οι αξιωματικοί κοιμούνται στα γραφεία τους στο Πεντάγωνο. Το ότι από το πρωί του Σαββάτου βομβαρδίζεται το στρατόπεδο της ΕΛΔΗΚ δεν έχει καμιά σημασία για την ηγεσία.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, τηλεφωνεί ο Σίσκο. Θέλει τον Ιωαννίδη. Ο Ιωαννίδης, όμως, έχει δώσει εντολή να μην τον συνδέσουν με το Σίσκο. Ο Αμερικανός υφυπουργός ζητά το Μπονάνο ή τον Ανδρουτσόπουλο. Και οι δυο έχουν πάρει εντολή από τον Ιωαννίδη, να μην μιλήσουν με το Σίσκο. Τελικά, συνδέεται με τον Αραπάκη, στον οποίο προτείνει να δεχτεί η Ελλάδα κατάπαυση του πυρός. Σαν ώρα κατάπαυσης του πυρός, όμως, προβλέπεται η 4η απογευματική. Ο Αραπάκης δέχεται την πρόταση κι έτσι κλείνει η συμφωνία Αραπάκη – Σίσκο, δίνοντας επίσημα πλέον στους Τούρκους δώδεκα ολόκληρες ώρες καιρό για να κινηθούν όπως θέλουν και να ολοκληρώσουν την απόβασή τους και την κατάληψη του τμήματος του νησιού που επιθυμούν.

Τα δυο καράβια με τις ενισχύσεις που έφυγαν από τον Πειραιά βρίσκονται στο δρόμο. Θα φτάσουν στην Κύπρο την Τρίτη.

 

Δευτέρα 22 Ιουλίου

Ξημερώματα της Δευτέρας, φτάνει πάνω από το αεροδρόμιο της Λευκωσίας το πρώτο ελληνικό αεροπλάνο, που έφυγε από την Κρήτη με κυβερνήτη το Συμεωνίδη. Τα ελληνικά αεροπορικά βάλουν εναντίον του και το καταρρίπτουν. Σκοτώνονται είκοσι επτά καταδρομείς. Γλυτώνει μόνο ένας. Σε λίγο φτάνουν άλλα δύο Βάλλονται κι αυτά και πολλοί στρατιώτες τραυματίζονται. Από τους διασωθέντες πληροφορούνται οι υπερασπιστές του αεροδρομίου περί τίνος πρόκειται και αφήνουν τα υπόλοιπα αεροπλάνα να προσγειωθούν ανενόχλητα. Η επιχείρηση της αποστολής λήγει με την απώλεια τριών αεροπλάνων. Τα γερά αεροπλάνα ξαναεπιστρέφουν στην Κρήτη, ενώ οι λοκατζήδες μεταφέρονται στο μοναστήρι του Κύκκου, χωρίς να πάρουν μέρος στο διεξαγόμενο αγώνα.

Τα αγγλικά ραντάρ πιάνουν το Νοράτλας, καθώς περνούν πάνω από την αγγλική βάση του Ακρωτηρίου, αλλά δεν τα εμποδίζουν. Ο Άγγλος διοικητής της βάσης στέλνει σήμα στην Αθήνα, ειδοποιώντας πως, αν επαναληφτούν πτήσεις προς την Κύπρο, θα αεροπλάνα θα χτυπηθούν.

Οι Τούρκοι συνεχίζουν την απόβασή τους, παρά τις συμφωνίες Αραπάκη – Σίσκο για κατάπαυση του πυρός. Το πρωί της Δευτέρας, αποβιβάζουν άρματα μάχης. Τα τουρκικά αεροπλάνα ρίχνουν αλεξιπτωτιστές και η θάλασσα της Κηρυνείας είναι γεμάτη τουρκικά πλοία. Οι αποβατικές βάρκες πάνε κι έρχονται ανενόχλητες.

Την ίδια ώρα, ογδόντα τουρκικά ελικόπτερα προσγειώνονται στο θύλακα Αγύρτας και αποβιβάζουν με την ησυχία τους Τούρκους στρατιώτες.

Η αποβίβαση αρμάτων μάχης στην Κύπρο αναστατώνει στην Αθήνα το Πεντάγωνο. Γίνεται σύσκεψη Μπονάνου, Αραπάκη, Παπανικολάου και Γαλατσιάνου. Ο Ιωαννίδης δεν παίρνει μέρος. Στη σύσκεψη εξετάζεται η αποστολή στην Κύπρο άμεσης βοήθειας, καθώς και η αναζήτηση πολιτικής λύσης. Στη σύσκεψη αυτή των αρχηγών, οι συζητήσεις είναι μπερδεμένες. Το ναυτικό δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δυο υποβρύχια που βρίσκονται στη Ρόδο ανακαλούνται πίσω.

Στην Κύπρο, ο Γεωργίτσης έλεγε το πρωί της Δευτέρας στο Σαμψών: «Νικώμεν παντού. Ετοιμάσατε το προεδρικόν σας διάγγελμα δια την ένωσιν».

Η ηγεσία του στρατού στην Αθήνα δεν ξέρει αν πρέπει να κινήσει το στρατό προς την Κύπρο ή προς τον Έβρο. Η αεροπορία δεν μπορεί να κινήσει τα Φάντομς αμέσως, γιατί είναι φορτωμένα με πυραύλους. Για να ξεφορτωθούν οι πύραυλοι και να φρτωθούν με βόμβες, χρειάζονται τουλάχιστο τέσσερις ώρες. Η δουλειά θα γίνει με τα χέρια, γιατί οι Αμερικανοί δε μας έστειλαν ακόμη τα συστήματα μηχανικής φορτοεκφόρτωσης.

Διατυπώνεται επίσης η άποψη πως τα F-84 δεν μπορούν να πάνε στην Κύπρο και να γυρίσουν, αν δεν ρίξουν τις βόμβες τους. Επίσης, ο τύπος αυτός αναχαιτίζεται εύκολα και, αν ξεκινήσουν δε θα φτάσει κανένα στον προορισμό του. Παρ’ όλα αυτά, ετοιμάζονται τα F-84 και ένα σμήνος Φάντομς φεύγει για την Κρήτη. Ένα αεροπλάνο από το σμήνος αυτό καίγεται στη Σούδα κατά την προσγείωση. Ένα άλλο σμήνος περιμένει έτοιμο εντολή απογείωσης, για να φύγει για την Κύπρο. Η εντολή, όμως, αυτή δεν δίνεται ποτέ. Οι πιλότοι αγανακτισμένοι κατεβαίνουν από τα αεροπλάνα τους και διαμαρτύρονται. Βρίζουν τους ηγήτορές τους και τους αποκαλούν «προδότες». Οι άλλοι αξιωματικοί στο Επιτελείο νομίζουν ότι τα αεροπλάνα έχουν φύγει και περιμένουν εξελίξεις. Όταν πληροφορούνται όσα συμβαίνουν, αναστατώνονται και διαμαρτύρονται. Στο Πεντάγωνο επικρατεί χάος. Ακούγονται φωνές. «Να σκοτώσουμε τους προδότες». Οι Ιωαννίδης, Μπονάνος και λοιποί είναι κλεισμένοι στο γραφείο του Μπονάνου. Ακόμα και οι λιγοστοί δικοί τους, που τους περιστοιχίζουν, τους ρωτούν αγανακτισμένοι: «Πού το πάτε:»

Η αναστάτωση στο Επιτελείο γίνεται εντονότερη, όταν κυκλοφορεί η είδηση, ότι κατεβαίνει το Τρίτο Σώμα Στρατού του Ντάβου από τη Θεσσαλονίκη. Ο Ιωαννίδης πιέζεται από τους ίδιους τους δικούς του. Εκνευρίζεται. Τους αποπαίρνει και φωνάζει: «Ορίστε, αναλάβετε εσείς».

Οι τουρκικές δυνάμεις οργανώνουν προγεφυρώματα στην Κύπρο. Θα τους χρειαστούν για τη συνέχιση της προέλασής τους, όταν θα βάλουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους «Αττίλας 2».

Οι Άγγλοι, συμπαραστάτες πάντοτε των Τούρκων στις κρίσιμες αυτές στιγμές, θέτουν στη διάθεσή τους το ελικοπτεροφόρο τους «Ερμής», που . . . συμπτωματικά βρίσκεται αυτές τις μέρες στα νερά της Κύπρου.

Από την έκθεση του υποδιοικητή της ναυτικής βάσης Κυρηνείας Βασίλη Χ. Πετρόπουλου αποδεικνύεται ότι, όταν στις 6 η ώρα το πρωί της 23ης Ιουλίου εγκαταλείφτηκε το φρούριο της Κυρηνείας, λόγω έλλειψης πυρομαχικών, οι αποχωρούντες στρατιώτες έγιναν αντιληπτοί από αγγλικό αντιτορπιλικό. Το σκάφος αυτό ειδοποίησε το «Ερμής» από το οποίο απογειώθηκαν αμέσως τουρκικά ελικόπτερα και προσγειώθηκαν μέσα στο κάστρο της Κυρηνείας. Τα ελικόπτερα πετούσαν πάνω από τους αποχωρούντες στρατιώτες, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντιδράσουν, λόγω έλλειψης πυρομαχικών. Ο Πετρόπουλος διαπιστώνει πως στην απόβαση των Τούρκων συνέβαλαν και οι αγγλικές δυνάμεις, ότι οι ελληνικές δυνάμεις δεν αντέδρασαν όσο έπρεπε, ίσως λόγω της παρουσίας αγγλικών πλοίων και ότι ο Ρότζερ Ντέιβις παραπλάνησε τους Έλληνες, όταν είπε στις 19 του μηνός, ότι οι κινήσεις των Τούρκων ήταν απλώς μια επίδειξη δυνάμεων, ύστερα από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.

Στη Λευκωσία, ο Αμερικανός πρεσβευτής Ρότζερ Ντέιβις παύει το Σαμψών και διορίζει πρόεδρο το Γλαύκο Κληρίδη. Το νέο πρόεδρο ορκίζει ο μητροπολίτης Γεννάδιος. Το γεγονός της παύσης του Σαμψών υποδηλώνει την αναγνώρισή του και το γεγονός της ορκωμοσίας του νέου προέδρου από το Γεννάδιο υποδηλώνει μη αναγνώριση του Μακαρίου. Τα γεγονότα αυτά προξενούν σάλο στην Κύπρο.

 

Τρίτη 23 Ιουλίου

Στην Αθήνα, η ημέρα αυτή είναι και η τελευταία της χούντας στην εξουσία. Ο Κίσσιγκερ έχει δώσει την εντολή του. Ετοιμάζεται η διαδοχή.

 

Παρασκευή 26 Ιουλίου

Στις 26 Ιουλίου, ο αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο ταξίαρχος Γεωργίτσης με ημερήσια διαταγή του προτρέπει, δήθεν, τις ελληνικές δυνάμεις να πολεμήσουν κατά των Τούρκων, ενώ την περασμένη Κυριακή (21 Ιουλίου) είχε υπογραφεί η συμφωνία Αραπάκη – Σίσκο για την κατάπαυση του πυρός.

Σε αντικαταστάτη του σκοτωμένου Τούρκου στρατηγού Καρασμάνογλου έρχεται να αναλάβει τη διοίκηση ο στρατηγός Ντεμιρέλ. Ο Ντεμιρέλ είναι συνδεμένος με την αμερικανική πρεσβεία της Λευκωσίας και κατευθύνεται από τον Αμερικανό στρατιωτικό ακόλουθο.

Οι Τούρκοι έχουν αποκλείσει την οδό Λευκωσίας – Λάρνακας και ο Ντεμιρέλ ειδοποιεί το Γκλόσσαπ ότι προτίθεται να κλείσει και την οδό Λευκωσίας – Λεμεσού. Ο Γκλόσσαπ οργίζεται με τα σχέδια του Ντεμιρέλ και τον διατάζει να αφήσει την προσπάθειά του αυτή και να στραφεί προς το διεθνές αεροδρόμιο της Λευκωσίας, το οποίο και να καταλάβει. «Διαφορετικά», λέγει απειλητικά στο Ντεμιρέλ πως, «θα τον περάσει από στρατοδικείο». Του δίνει, μάλιστα, με τον ασύρματο και τις ακριβείς συντεταγμένες που πρέπει να ακολουθήσει.

Ολόκληρη αυτή τη συνομιλία τη συλλαμβάνει ο ασύρματος του καναδέζικου τμήματος της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ, που βρίσκεται μέσα στο αεροδρόμιο. Πριν λίγες μέρες, είχε επισκεφτεί την Κύπρο ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, ο Κουρτ Βαλντχάιμ και είχε ζητήσει από τους Καναδούς, σε περίπτωση δυσμενών εξελίξεων, να υπερασπιστούν το αεροδρόμιο σαν έδαφος των Ηνωμένων Εθνών και να μην το παραδώσουν σε κανένα. Οι Καναδοί, που είχαν δώσει την υπόσχεσή τους στο γενικό γραμματέα πως δε θα εγκαταλείψουν το αεροδρόμιο, έμειναν έκπληκτοι, όταν άκουσαν τον Αμερικανό στρατιωτικό ακόλουθο να κατευθύνει το Ντεμιρέλ κατ’ επάνω τους. Έξαλλος ο διοικητής της καναδικής δύναμης Τ. Ουίλερ πήγε στην αμερικανική πρεσβεία, όπου είχε έντονο διάλογο με το Γκλόσσαπ.

Οι Καναδοί πολέμησαν λυσσαλέα και έπεσαν ηρωικά στο πεδίο του καθήκοντος, υπερασπιζόμενοι του αεροδρομίου, το οποίο και δεν παρέδωσαν στους Τούρκους.

Η εισβολή των Τούρκων άρχισε και ολοκληρώθηκε, χωρίς σχεδόν να τους ενοχλήσει κανείς. Η Κύπρος σφαγιάστηκε και το δράμα της συνεχίζεται και θα συνεχίζεται για χρόνια.

Για το δράμα αυτό θα γράψει ο Γιάννης Ρίτσος:

«Αρχαίο νησί, νέο νησί, νησί των μαρτυρίων
το αιώνιο φως σου μάτωσε στα δόντια των θηρίων.
Δώστε τον όρκο, αδέρφια μου, καταμεσίς στην πλάση
τ’ άδικο πια να δικαστεί, το δίκιο να γιορτάσει».

 

[1]Συμφωνία Πιπινέλη – Βανς.
[2] . Συμφωνία Παλαμά – Ολτζάυ.
[3]4 Μαΐου 1972.
[4]Δες εφημερίδες εκείνων των ημερών. «Λε Μοντ», «Φρανς Σουάρ», «Ντέιλυ Τέλεγκραφ», «Τάιμς του Λονδίνου» κλπ..
[5]Οι τρεις αυτοί αποτελούσαν, μαζί με το Μακάριο, την Ιερά Σύνοδο της Κύπρου.
[6]Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία.
[7]Γενικό Επιτελείο Στρατού.
[8].   Ο Μαρκεζίνης ανέλαβε στις 23/8/73. Δες «Μεγάλη Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια», «Μαρκεζίνης».
[9]Υπουργός του Σαμψών αργότερα.
[10]Ο Αβέρωφ συνελήφθη και δικάστηκε το 1967.
[11]Η «Encyclopaedia Brittanica».  «Year Book»  1975, σελ. 207 αναφέρει την 27η Ιανουαρίου.
[12]Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων.
[13]. Οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου έδιναν πολλά δικαιώματα στην Τουρκία. Δεν είχε, λοιπόν, άδικο ο Π. Κανελόπουλος για όσα δήλωνε σε ελβετική εφημερίδα.
[14].   Ο Τάσκα είναι πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα.
[15].   Επίσημη έκθεση Β. Πετρόπουλου.
[16]Η Τουρκία, μετά την πτώση της χούντας, ζήτησε αποζημίωση για το φορτίο.

Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Κύπρος και Χριστιανισμός
    Η Κύπρος είναι μια από τις πρώτες χώρες που δέχτηκε το Χριστιανισμό. Η πρώτη περίοδος της ιστορίας της χριστιανικής Εκκλησίας της Κύπρου αρχίζει το 45 μ.Χ. και λήγει το 1191. Δηλαδή, αρχίζει με την άφηξη των αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα στο νησί και τελειώνει με την κατάλυση της βυζαντινής κυριαρχίας σ’ αυτό. Ο Απόστολος Παύλος διάλεξε την Κύπρο σαν πρώτη χώρα της αποστολικής του περιοδείας...
  2. Κύπρος - Χρονολόγιο (1971 - 1974)
    Στην Τουρκία, η πολιτική κρίση της χώρας οξύνεται. Το αντιαμερικανικό κλίμα είναι έντονο. Το Μάρτιο, ύστερα από την απαγωγή τεσσάρων Αμερικανών αεροπόρων από άγνωστους Τούρκους, επεμβαίνει ο στρατός και αξιώνει από το Ντεμιρέλ την παραίτησή του. Ο Ντεμιρέλ παραιτείται και την πρωθυπουργία αναλαμβάνει (13/3/71) ο καθηγητής του Δικαίου Νιχάτ Ερίμ, σχηματίζοντας «εθνική υπερκομματική κυβέρνηση» και κηρύσσοντας ταυτόχρονα το στρατιωτικό νόμο.
  3. Κύπρος - Χρονολόγιο (1968 -1970)
    Τον Ιούνιο του 1968 κι ύστερα από πίεση των Ηνωμένων Εθνών, αρχίζουν συνομιλίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στη Βηρυτό, οι οποίες, λόγω του ότι γίνονται μεταξύ των δύο κοινοτήτων, ονομάζονται «διακοινωτικές». Τους Έλληνες εκπροσωπεί ο πρόεδρος της κυπριακής Βουλής, ο Γλαύκος Κληρίδης και τους Τούρκους ο Ραούφ Ντενκτάς.
  4. Κύπρος - Χρονολόγιο (1959-1967)
    Στις συμφωνίες περιλαμβανόταν "Συνθήκη Εγγυήσεων" μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας και Κύπρου με την οποία, σε περίπτωση διασάλευσης της συνταγματικής τάξης, μια από τις τρεις πρώτες «εγγυήτριες δυνάμεις» θα μπορούσε να προβεί σε μονομερή δράση, αφού προηγουμένως είχαν εξαντληθεί τα περιθώρια διαπραγματεύσεων με τις άλλες δυο.
  5. Κύπρος - Χρονολόγιο (1955 - 1958)
    Ο στρατηγός Γρίβας, με το ψευδώνυμο «Διγενής», αποβιβάζεται τη νύχτα της 6ης Νοεμβρίου 1954 στο Χλωρακά της Πάφου με ένα μικρό πλοιάριο, το οποίο απέπλευσε από τη Ρόδο. Ο Γρίβας, φτάνοντας στην Κύπρο, κoινοποιεί, όσο πιο γρήγορα επιτρέπουν οι συνθήκες κι όσο πιο έντονα γίνεται, την οργάνωση της ΕΟΚΑ[1], της οποίας και γίνεται αρχηγός.
  6. Κύπρος - Χρονολόγιο (1951-1954)
    O αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’, με έγγραφό του προς το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, καταγγέλλει τα καταπιεστικά μέτρα των βρετανικών αρχών στην Κύπρο και ζητά τη συμπαράσταση των ελεύθερων λαών. Στις αρχές του Φεβρουαρίου 1951, ο Άγγλος βουλευτές Τόμας Ρέηντ ζητά από την αγγλική Βουλή να τον πληροφορήσει, αν η Ελλάδα έχει θέσει θέμα Κύπρου στην αγγλική κυβέρνηση.
  7. Κύπρος - Χρονολόγιο (1946-1950)
    Το 1946, μια τετραμελής επιτροπή, αποτελούμενη από το μητροπολίτη Λεόντιο, τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου της Κύπρου, το δήμαρχο Λευκωσίας Δ. Δημητρίου και τους πολιτευτές Λευκωσίας Ι. Κληρίδη και Λεμεσού Ζήνωνα Ρωσσίδη, πήγε στο Λονδίνο και υπέβαλε εκ νέου στην αγγλική κυβέρνηση το πάνδημο αίτημα του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα. Ο τότε υπουργός των Αποικιών Κρις Τζόουνς, ξεχνώντας όσα υποσχόταν η Αγγλία στον κυπριακό λαό κατά τη διάρκεια του πολέμου, δήλωσε πως...