Μακεδονικό Πρόβλημα – μέρος α’


Εισήγηση του Αλέκου Αγγελίδη σε Συνέδριο
Απόδημων Πιεριέων στην Κατερίνη το 1991

 

Μια Θέση και μια Άρνηση δημιούργησαν βάση και αρχή
μεγάλου προβλήματος στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στην Ελλάδα.

 

Το Μακεδονικό ζήτημα, όπως είναι γνωστό στις μέρες μας, είναι ένα παρακλάδι ή παράγωγο, κατάλοιπο του μεγάλου Ανατολικού Ζητήματος, του οποίου η αρχή ή καλύτερα η διπλωματική του διατύπωση πάει 140 χρόνια πίσω.

Οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Ρωσία και Αυστρία εποφθαλμιούν τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία αρχίζει να καταρρέει και κάθε μια απ’ αυτές ετοιμάζεται και προσπαθεί, με την  πτώση του σουλτάνου, να ιδιοποιηθεί, όχι μόνο το πιο μεγάλο αλλά και το πιο ζωτικό τμήμα της καταρρέουσας αυτοκρατορίας. Το ζωτικότερο φυσικά τμήμα της και το άμεσα εποφθαλμιούμενο απ’ όλους είναι το Βαλκανικό και ιδιαίτερα το κομμάτι που βρέχεται απ’ το Αιγαίο Πέλαγος και τον Ελλήσποντο, ως τη Μαύρη Θάλασσα, γιατί και στρατηγικό είναι και εύφορο.

Όλους και ειδικότερα τους Αυστριακούς και τους Ρώσους τους ενδιαφέρει η έξοδος προς το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Το διαμελισμό και το μοίρασμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας το πρωτοαναφέρουν σε επίσημο επίπεδο αλλά σε ανεπίσημη συζήτηση ο τσάρος της Ρωσίας Νικόλας με τον πρεσβευτή της Αγγλίας στην Πετρούπολη Χάμιλτον Σέυμουρ, σ’ ένα δείπνο στο παλάτι της μεγάλης δούκισσας Ελένης Παυλόβνας, το βράδυ της 28ης Δεκεμβρίου 1852.

Εκεί, ο Νικόλαος, απευθυνόμενος στο Σέυμουρ, χαρακτήρισε την οθωμανική αυτοκρατορία σαν ‘’μεγάλο ασθενή’’. Αργότερα, ο Αυστριακός καγκελάριος Μέττερνιχ ισχυρίστηκε, ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είχε γίνει νωρίτερα απ’ τον τσάρο σ’ αυτόν στη Βιέννη. Ο Μέττερνιχ λέει, ότι ο τσάρος Νικόλαος τον ρώτησε τότε: ‘’Πρίγκιψ, τι φρονείς περί Τουρκίας, δεν είναι ασθενής’’; Και ο Μέττερνιχ απάντησε: ‘’Ως ιατρόν με ερωτά η υμετέρα μεγαλειότης ή ως κληρονόμον’’;

Κι απ’ τις τρεις, λοιπόν, Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης η Τουρκία θεωρούνταν και επίσημα πια σαν ο μεγάλος ασθενής και αποβλέπανε και οι τρεις στο πώς να σφετεριστούν το μεγαλύτερο μέρος της άνομης περιουσίας του ετοιμοθάνατου αρρώστου. Για το σκοπό αυτό, η κάθε μια μεταχειρίστηκε δικές της μεθόδους και τακτικές, που βασικά δεν διέφεραν πολύ μεταξύ τους. Προσπάθησαν και οι τρεις να οικειοποιηθούν τους κατοικούντες στους χώρους αυτούς πληθυσμούς, να τους εξευμενίσουν, να τους πάρουν με το μέρος τους και να τους στρέψουν κατά της Τουρκίας. Για το σκοπό αυτό, κινήθηκαν εντονότερα η Ρωσία και η Αγγλία, χωρίς φυσικά να μείνει πίσω και η Αυστρία. Η Ρωσία προσπάθησε να πραγματοποιήσει το παλιό της σχέδιο δημιουργίας νέας Ορθόδοξης αυτοκρατορίας στο χώρο των Βαλκανίων, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη και κύριο στοιχείο το ελληνικό και πρόσφερε ανάλογες ευκαιρίες στο μικρό ελληνικό βασίλειο. Η Αγγλία αντέδρασε φυσικά, όπως και η Αυστρία και η αγγλική διπλωματία και επιρροή στην Ελλάδα κατάφερε να αδρανοποιήσει κάθε ελληνική πρόθεση και προσπάθεια συνεργασίας με τη Ρωσία και να αποδυναμώσει κάθε επίσημη κίνηση των Αθηνών.

Ύστερα απ’ την αποτυχία της αποστολής Μεντζικώφ στην Κωνσταντινούπολη και Κορνίλωφ στην Αθήνα, η Ρωσία κι αφού συνήλθε απ’ τον Κριμαϊκό πόλεμο, επιμένοντας στην έξοδό της στη Μεσόγειο και επιδιώκοντας να θέσει υπό τον έλεγχό της τα Στενά του Ελλησπόντου, κήρυξε το 1877 τον πόλεμο κατά της Τουρκίας και προσπάθησε να πάρει με το μέρος της τους Σλαβικούς λαούς των Βαλκανίων και ιδιαίτερα τους Βουλγάρους, που βρίσκονταν και πιο κοντά στα Στενά. Με τη συνθήκη δε του Αγίου Στεφάνου το 1878 (3 Μαρτίου) δημιουργεί μεγάλη Βουλγαρία, παραχωρώντας σ’ αυτήν ολόκληρη τη Θράκη, ώστε μέσω αυτής να βγει και η ίδια στο Αιγαίο.

Κατά των όρων της Συνθήκης αυτής αντιδρά η Αγγλία και συγκεντρώνει αποικιακό στρατό στην Αίγυπτο, με την απειλή του οποίου αναγκάζει τη Ρωσία να προσέλθει στο Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου 1878), το οποίο και ανατρέπει τους όρους της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και περιορίζει τη Βουλγαρία στα παλιά της σύνορα. Για να ανατρέψει τους όρους της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου η Αγγλία, μεταξύ των άλλων λόγων, προβάλλει και τον ισχυρισμό, ότι, κατά την παραχώρηση των τουρκικών εδαφών στη Βουλγαρία, δεν λήφθηκαν υπόψη τα ελληνικά δίκαια, γιατί ο παραχωρηθείς χώρος κατοικούνταν, όπως η ίδια έλεγε, κυρίως από Έλληνες. Στο συνέδριο, όμως, του Βερολίνου, οι Άγγλοι ξέχασαν τελείως την Ελλάδα και ενώ της είχαν υποσχεθεί πως, αν δεν πάρει μέρος στο ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1877, η Αγγλία θα υποστήριζε τα ελληνικά δίκαια στην τράπεζα της ειρήνης, τώρα στο συνέδριο του Βερολίνου, που ελέγχονταν κατά κυριολεξία απ’ τους Άγγλους, αγνόησε τελείως τους Έλληνες και ούτε καν δέχτηκε να πάρουν μέρος στις εργασίες του οι δυο Έλληνες αντιπρόσωποι Θ. Δεληγιάννης και Α. Ραγκαβής. Μάλιστα, ο πρόεδρος του συνεδρίου Βίσμαρκ υποχρέωσε τους δυο Έλληνες αντιπροσώπους να υπογράψουν επίσημη αναγνώριση της Ελλάδας χρέους 2,6 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων προς τον πατέρα του Όθωνα, Λουδοβίκο της Βαβαρίας, αν ήθελαν να περάσουν την πόρτα του Συνεδρίου.

Οι Δεληγιάννης και Ραγκαβής υπέγραψαν αναγκαστικά και μπήκαν στην αίθουσα, για να παρακολουθήσουν για μια μόνο μέρα, την 17η Ιουνίου, τη συνεδρίαση του σώματος, σαν απλοί ακροατές. Έτσι η Ελλάδα πλήρωσε το ακριβότερο εισιτήριο που κατέβαλε ποτέ θεατής, για να παρακολουθήσει ένα συνέδριο, που φαινομενικά έγινε κατά κύριο λόγο για να εξετάσει τα δικά της δίκαια. Στην ουσία όμως, ούτε καν ασχολήθηκε μ’ αυτά και μόνο περιθωριακά στις μετασυνεδριακές συζητήσεις και με το 14ο πρωτόκολλο και, ύστερα από επιμονή του Γάλλου πρωθυπουργού, καταδέχτηκε να ασχοληθεί με τη ρύθμιση των ελληνοτουρκικών συνόρων, τη γραμμή των οποίων καθόρισε πάνω στον άξονα Θεσσαλικής πεδιάδας Πηνειού με Ηπειρωτική κοιλάδα Καλαμά. Η τελική συνοριακή γραμμή καθορίστηκε σε μια συνάντηση που έγινε και πάλι στο Βερολίνο, το Μάρτιο του 1881.

Των τουρκικών θέσεων υπεραμύνθηκε σθεναρά στο Συνέδριο ο αντιπρόσωπος του σουλτάνου Φαναριώτης Αλέξανδρος Καραθοδωρής πασάς, ενώ οι Άγγλοι «καταπολέμησαν έντονα τις ελληνικές διεκδικήσεις», όπως λέει ο Παπαρρηγόπουλος, πήραν για τον εαυτό τους την Κύπρο και δημιούργησαν το υποτελές στο σουλτάνο κρατίδιο της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Η διοργάνωση του βουλγαρικού κράτους ανατέθηκε στη Ρωσία και ηγεμόνας του εκλέχτηκε ο Αλέξανδρος Βάτεμπεργκ, ανεψιός του τσάρου. Την άνοιξη, όμως, του 1885 ο Βάτεμπεργκ επισκέφτηκε την Αγγλία και δεν δυσκολεύτηκε να πείσει τον τότε Άγγλο πρωθυπουργό Σάλτζμπουρυ, πως η Αγγλία έχει συμφέρον να βοηθήσει τη δημιουργία  μεγάλης Βουλγαρίας, αν η επέκταση γίνονταν με υποστήριξη της Αγγλίας και όχι της Ρωσίας. Έτσι, ο Βάτεμπεργκ, εξασφαλίζοντας την υποστήριξη της Αγγλίας, διοργάνωσε με τον πρωθυπουργό του Καραβέλωφ το πραξικόπημα της Φιλιππούπολης, το οποίο πραγματοποιήθηκε το βράδυ της 6ης Σεπτεμβρίου 1885. Οι Βούλγαροι πραξικοπηματίες έδιωξαν τον Τούρκο διοικητή Γαβριήλ πασά κι έγιναν κύριοι του κρατιδίου. Οι πρώτοι που αναγνώρισαν το πραξικόπημα του Βάτεμπεργκ ήταν οι Άγγλοι. Ο Σάλτζμπουρυ, που, μετά τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και στο συνέδριο του Βερολίνου, είχε δώσει σκληρή μάχη για να κρατήσει τη Βουλγαρία μικρή και χωρισμένη απ’ την Ανατολική Ρωμυλία, με βασικό επιχείρημα, πως το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της περιοχής αυτής ήταν μη βουλγαρικό –το πλείστο ελληνικό- και πως η ένωσή του με τη Βουλγαρία θα ήταν γι’ αυτό το λόγο ακατανόητη, τώρα, αμέσως μετά το πραξικόπημα και χωρίς καμιά ενόχληση, δήλωνε δημόσια πως η ένωση της Ανατολικής Ρωμυλίας με τη Βουλγαρία ήταν ένα φυσιολογικό και αναπόφευκτο γεγονός, γιατί το κίνημα της Φιλιππούπολης εξέφραζε την πραγματική θέληση του λαού της περιοχής.

Η στάση αυτή της Αγγλίας και οι δηλώσεις των ηγητόρων της υποδαύλισαν τον εθνισμό της μειονότητας των κατοίκων της Ανατολικής Ρωμυλίας, που, σε συνεργασία με την παλιά Βουλγαρία, πάσχισαν και κατάφεραν σύντομα να εκβουλγαρίσουν ως ένα αξιόλογο βαθμό την περιοχή.

Από τότε και εντεύθεν άρχισε η αναζωπύρωση της εθνικής συνείδησης των μειονοτήτων στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στις κατοικημένες από μεικτούς πληθυσμούς περιοχές, άρχισαν οι αντεγκλήσεις, οι προστριβές και οι έντονες διαμάχες των μέχρι χθες ειρηνικά διαβιούντων ραγιάδων, οι οποίες δημιούργησαν προβλήματα έντονα και σοβαρά, που, με τις ίδιες περίπου μορφές, είτε με κάποιες παραλλαγές, έφτασαν και ως τις μέρες μας.

Η θέση λοιπόν εκείνη της Αγγλίας ήταν η απαρχή της έντασης στα Βαλκάνια και η δημιουργία προβλημάτων, ένα απ’ τα οποία εξελίχτηκε, με την πάροδο του χρόνου, στο γνωστό σήμερα σε μας Μακεδονικό Πρόβλημα, το οποίο κατ’ αρχή φάνηκε σαν κατευθυνόμενο απ’ τη Βουλγαρία, τουλάχιστο σε ότι αφορά την εξέλιξή του στο εξωτερικό.

Είπαμε, όμως, ότι το θέμα αυτό δημιουργήθηκε αρχικά από μια θέση και μια άρνηση. Τη θέση, που ήταν κάτι που έγινε, ενώ δεν έπρεπε να είχε γίνει, την είδαμε. Ας δούμε τώρα και την άρνηση.

H αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου ανατέθηκε στο διεθνές Συνέδριο του Βερολίνου, το οποίο κατέληξε να μηδενίσει σχεδόν τα κέρδη της Ρωσίας επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (φωτο tovima.gr)

Η άρνηση ήταν κάτι που δεν έγινε, ενώ έπρεπε να είχε γίνει.

Έπρεπε να είχε εξελληνιστεί ολόκληρος ο ελληνικός χώρος της Βαλκανικής στη μακραίωνη περίοδο της σκλαβιάς, τότε που οι συνθήκες ήταν ευνοϊκότατες και το κλίμα κατάλληλο. Τότε που ο πληθυσμός το αποζητούσε και που υπήρχαν όλες οι απαραίτητες γι’ αυτό δυνατότητες. Η μακραίωνη περίοδος της τουρκικής κατάκτησης πρόσφερε το πρόσφορο έδαφος και τις απαιτούμενες προϋποθέσεις στην Εκκλησία, για να εξελληνίσει πληθυσμούς των όμορων τουλάχιστο με την Ελλάδα περιοχών αλλά εκείνη δεν τις επωφελήθηκε και δεν έκανε τίποτα. Τους πατριάρχες τότε τους απασχολούσαν κατά κανόνα αλλαξοπατριαρχίες και η κατάληψη και διατήρηση του οικουμενικού θρόνου, οι σιμωνίες και η εξυπηρέτηση των τουρκικών συμφερόντων.

Ο Παπαρρρηγόπουλος, στην Επίτομη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σελίδα 410, λέει:

‘’Δεν είχε κανένα ανυπέρβλητο εμπόδιο να συναντήσει το Πατριαρχείο στον εξελληνισμό των βορειότερων επαρχιών του Οθωμανικού κράτους δια της εκκλησίας και της παιδείας. Το πράγμα ήτο όχι μόνον απαραίτητον αλλά και εύκολον, η δε ευκολία αυτή διήρκησε 400 περίπου χρόνια’’. (Εμείς θα λέγαμε 500 χρόνια . . .). ‘’Τούτο ακριβώς είναι ο μεγαλύτερος έλεγχος, τον οποίο δικαιούμεθα να απευθύνομεν κατά του Πατριαρχείου, από της αλώσεως μέχρι των τελευταίων χρόνων’’.

Είναι γνωστό πως ο πατριάρχης ήταν ο εκκλησιαστικός και εν μέρει ο πολιτικός άρχοντας όλων εν γένει των Ορθοδόξων Χριστιανών του Οθωμανικού κράτους, Ελλήνων, Βουλγάρων, Σέρβων και Αλβανών, των οποίων την ένταση των άλλοτε ανθουσών ιδιαίτερων φυλετικών διαφορών είχε τώρα, όχι μόνο αμβλύνει αλλά και κατά πολύ ισοπεδώσει η κοινή πολιτική δουλεία και τους συνένωνε πια όλους η κοινή μοίρα του ραγιά και η κοινή πίστη στην Ορθοδοξία. Είχε, λοιπόν, έτοιμο και πρόσφορο έδαφος, για να σπείρει εύκολα και να θερίσει άφθονα το πατριαρχείο αλλά δεν το έκανε. Έσπειρε τότε αδιαφορία και θερίζουμε εμείς σήμερα αγκάθια.

‘’Ως προς ημάς’’, συνεχίζει ο Παπαρρηγόπουλος, ‘’ηθέλομεν ανεχθεί όλα τα άλλα σφάλματα αυτού, την θυσίαν των προνομίων, τον εξευτελισμόν της Εκκλησίας, την φιλοχρηματίαν των ιεραρχών και του κλήρου, εάν εφρόντιζεν να υπηρετήσει το μέγιστον εκ των συμφερόντων εκείνων του Ελληνισμού, αφού είχε και δύναμιν και καιρόν δια τον σκοπόν τούτον’’.

Έτσι λοιπόν, η άρνηση πρώτα της Εκκλησίας προετοίμασε το έδαφος και οι ενέργειες των Μεγάλων Δυνάμεων και ιδιαίτερα της Αγγλίας έσπειραν και αναζωογόνησαν τα φυλετικά πάθη και τους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς, οι οποίοι καλλιεργήθηκαν έντονα, ύστερα απ’ την ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870, τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, το συνέδριο του Βερολίνου και το κίνημα της Φιλιππούπολης, για να κορυφωθούν στη συνέχεια με τα κομιτάτα και τους κομιτατζήδες στην αρχή του εικοστού αιώνα και με τον ακράτητο ανταγωνισμό κατάληψης και κατοχής τουρκοκρατούμενων εδαφών με τους βαλκανικούς πολέμους. Κυριότερος διεκδικητής και εντονότερος αντίπαλος στους αγώνες εκείνους δρόμου για την κατάκτηση εδαφών με ελληνικό πληθυσμό στα Βαλκάνια ήταν η Βουλγαρία, γι’ αυτό και παράλληλα με την ένοπλη δραστηριότητα η πολιτική προπαγάνδα δεν είχε σλαβικό γενικότερα αλλά βουλγαρικό ειδικότερα χαρακτήρα.

Παρ’ όλο που, με την ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε αργότερα, η ένταση των διεκδικήσεων αυτού του είδους αμβλύνθηκε, οι σκέψεις κατά των ελληνικών εδαφών δεν έλειψαν τελείως, αλλά, χαμηλώνοντας τον τόνο, παρέμειναν άλλοτε αφανείς και υποβόσκουσες κι άλλοτε αναθερμαινόμενες και αναζωπυρούμενες μέχρι το Βο παγκόσμιο πόλεμο, οπότε, με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και την κατάληψη της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας απ’ τους συμμάχους τους Βουλγάρους, πήραν αλματώδεις και πάλι διαστάσεις.

Το προπολεμικό αυτό επεκτατικό πνεύμα μεταλαμπαδεύτηκε από τότε ακόμα και στις βουλγαρόφωνες παροικίες του εξωτερικού και ιδιαίτερα της Αμερικής, οι οποίες, καλυμμένες κάτω από ποικιλώνυμες αδελφότητες ή αθλητικές οραγνώσεις, δρούσαν και εργάζονταν υπέρ επεκτατικών βουλγαρικών βλέψεων της εποχής εκείνης. Στην Αυστραλία, η πρώτη οργάνωση του είδους αυτού ιδρύθηκε στο Περθ το 1926, από άτομα γεννημένα στη Βουλγαρία ή στα χωριά της Φλώρινας κυρίως και της Καστοριάς. Την περίοδο εκείνη, οι ισχνές ελληνικές παροικίες του εξωτερικού προσπαθούσαν να διαχωρίσουν τα λιγοστά ελληνικά κάφες σε βενιζελικά και κωνσταντινικά.

Με την πάροδο του χρόνου και ιδίως την περίοδο 1941 – 1947 εμφανίζονται παρόμοιες οργανώσεις και σε άλλες μεγαλουπόλεις της μακρινής Ηπείρου, οι οποίες εύκολα αγκαλιάζουν ένα υπολογίσιμο αριθμό νεοαφικνούμενων σλαβόφωνων Ελλήνων, που προέρχονται κυρίως απ’ τις προαναφερθείσες περιοχές και οι οποίες οργανώσεις με κάθε τρόπο και μέσο προπαγανδίζουν υπέρ της βουλγαροποίησης ολόκληρου του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας. Ο προπαγανδισμός αυτός γίνεται εντονότερος στα κατοπινά χρόνια με την αύξηση των κυμάτων μετανάστευσης στους Αντίποδες, οπότε τα μέλη των οργανώσεων πληθαίνουν και οι δραστηριότητές τους εντείνονται.

Αργότερα, με την αλλαγή των διακρατικών σχέσεων στα Βαλκάνια και την ίδρυση του αυτόνομου μακεδονικού κρατιδίου των Σκοπίων (2 Αυγούστου 1944) μέσα στη γιουγκοσλαβική κοινοπολιτεία, η όλη σλαβική προπαγάνδα μεταπηδά απ’ τη Σόφια στα Σκόπια, απ’ τα οποία στο εξής χρηματοδοτείται, ελέγχεται και κατευθύνεται. Οι παλιές βουλγαρικές εκκλησίες στην Αυστραλία γίνονται ‘’μακεδονικές’’ και το 1960 ιδρύεται στη Μελβούρνη η ‘’μακεδονική’’ εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Από ελληνικής πλευράς, το ζήτημα θεωρείται, στη μεν προπολεμική περίοδο σαν ανύπαρκτο ή ανάξιο κάθε προσοχής, στη δε μεταπολεμική σαν κομουνιστική προπαγάνδα κι αντιμετωπίζεται υπεροπτικά, επιφανειακά και γραφειοκρατικά, με φακελώματα στις αστυνομίες και στα προξενεία, χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα και χωρίς να γίνεται καμιά ουσιαστική προσπάθεια, αφού, έτσι κι αλλιώς, κατά την ελληνική άποψη, τα χρησιμοποιούμενα απ’ τους Σλάβους επιχειρήματα περί Μακεδονίας δεν στέκουν ιστορικά.

Οι σλαβόφωνοι, όμως, εκμεταλλεύονται την αδιαφορία μας αυτή, όπως εκμεταλλεύονται και μάλιστα με κάθε υπερβολή τη μεροληπτική μεταχείριση της Βόρειας Ελλάδας απ’ τη Νότια σε μεταγενέστερες εποχές, τις ακρότητες που εφάρμοσε η δικτατορία του Μεταξά στους ακριτικούς ιδιαίτερα πληθυσμούς της Βόρειας Ελλάδας, καθώς και τους μεταπολεμικούς διωγμούς των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, αυτών ιδιαίτερα των περιοχών, μετά το 1944, τις ομαδικές εξορίες στα ξερονήσια, τα στρατοδικεία και τα εκτελεστικά αποσπάσματα, τα δεινά και τα επακόλουθα του ξενοκίνητου εμφυλίου πολέμου, καθώς και τους διωγμούς της επταετούς δικτατορίας, που κατά ένα μεγάλο ποσοστό εκδηλώθηκαν κατά των ακριτικών βορειοελλαδίτικων πληθυσμών, όπως, κατασχέσεις περιουσιών, αφαιρέσεις ελληνικής ιθαγένειας, απαγορεύσεις εισόδου βορειοελλαδιτών μεταναστών στο ελληνικό έδαφος κλπ..

Όλες αυτές οι αψυχολόγητες συμφορές που εξαπέλυσαν κατά καιρούς οι Έλληνες κατά των Ελλήνων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο εξακολουθούν, δυστυχώς, να φέρονται οι Νότιοι προς τους Βόρειους και τα επίθετα που συνεχίζουν πολλές φορές να χρησιμοποιούν οι πρώτοι για να χαρακτηρίζουν τους δεύτερους, ιδιαίτερα σε δημόσιες συναντήσεις ποδοσφαίρου για παράδειγμα, τις εκμεταλλεύονται στο έπακρο οι Μακεδονοσλάβοι και γύρω απ’ αυτές στοιχειοθετούν και υφαίνουν μια προπαγάνδα με διαστρεβλωμένα ή εξογκωμένα αληθινά ή ημιαληθινά ή και τελείως ψεύτικα στοιχεία, η οποία γίνεται εύκολα παραδεκτή απ’ τους αφελείς ομοϊδεάτες τους και απ’ τους δυσαρεστημένους με την ως τώρα τηρηθείσα τακτική της Ελλάδας και φυσικά απ’ τους ανίδεους και τους μη γνώστες της ιστορίας και της αλήθειας.

Έτσι, οι μεμονωμένες περιπτώσεις γενικεύονται και, συνδεόμενες κατάλληλα, προβάλλουν τις ταλαιπωρίες και τα βάσανα των Μακεδόνων στον έξω μη ελληνόφωνο κόσμο και ταυτόχρονα εγείρεται σαν λύτρωση και η αξίωση δημιουργίας κράτους ανεξάρτητου απ’ τους ‘’βασανιστές’’, δημιουργώντας έτσι μια νόθα μεν, πιστευτή όμως απ’ τον έξω κόσμο απαίτηση ταλαιπωρημένων ανθρώπων, οι οποίοι ζητούν τη διεθνή συμπαράσταση για την απαλλαγή τους απ’ το άδικο και το παράνομο.

συνεχίζεται…

Αλέκος Αγγελίδης
Καλοκαίρι 1991


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Από τι πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος
    Θεωρείται, και δικαίως, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της ιστορίας: Πέρα από ικανότατος στρατιωτικός διοικητής, ο Μέγας Αλέξανδρος (356 πΧ- 323 πΧ) σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής και την έναρξη μιας νέας, φέρνοντας την Ανατολή και τη Δύση πιο κοντά από ό,τι είχαν έρθει ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.
  2. Δεν το πιστεύω
    ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΥΡΜΕΛΗΣ Εἶναι φυσικό, σέ τραγικές καί ἐξευτελιστικές γιά την πατρίδα στιγμές πού ἔφεραν στόν τόπο οἱ κακῆ τῆ μοίρα κυβερνῆτες του, νά ψάχνει ἡ μνήμη μας ἀνθρώπους πού ἔδωσαν τή ζωή τους γιά τόν τόπο αὐτό. Πού στέγνωσαν καί ἑκούσια ἀποξήραναν τόν ἐσωτερικό τους κόσμο, τίς ἁπλές καί ἀνθρώπινες χαρές τῆς ἐπίγειας ζωῆς, κι ἀφοσιώθηκαν  κι ἀφιερώθηκαν σέ ἀγῶνες δύσκολους και σκληρούς μόνο καί μόνο νά δοῦν αύτόν τόν πάντα προδομένο τόπο ν΄ἀλλάζει δρόμο καί τρόπο καί βίο. Στή διαιώνια ἱστορία μας ὑπῆρξαν πάντα τέτοιοι ἡγέτες-ἄνθρωποι. Προς τούς ὁποίους προσέτρεχε ὁ λαός σέ στιγμές ἀπελπισίας, τρόμου καί πανικοῦ καί μάλιστα κι ὃταν εἶχαν ἤδη πεθάνει.
  3. Προσωπικότητες της Μακεδονίας
    Μετά αυτή τη σύντομη περιήγηση στο χώρο της Μακεδονίας, περνάμε σε έναν άλλο χώρο, των προσωπικοτήτων της, που προέρχονται από διάφορες πόλεις της και διακρίνονται για τα ποικίλα προσόντα τους. Σε αυτή την αναφορά τηρείται μία χρονολογική πορεία που ξεκινάει τον 5ο αι. με το Στωβαίο Ιωάννη, γραμματικό και συγγραφέα Ανθολογίας της Ελληνικής Γραμματείας. Ακολουθούν δύο άντρες, με το όνομα: Ποσείδιππος, που έζησαν τον 4ο και 3ο αι.
  4. Οι Μακεδόνες - Ε
    ©Πιπίνα Δ. Έλλη (Dr Pipina D. Elles) Sydney, Australia Οι διάδοχοι του Μ. Αλεξάνδρου Τον Περδίκκα (τον αρχαιότερο των στρατηγών του Μ. Αλεξάνδρου που εργάστηκε ολόψυχα για την ενότητα του κράτους το οποίο κληροδότησε στους στρατηγούς του και στους συνεργάτες του, ο Αλέξανδρος, με τον θάνατο του) αντικατέστησε ο Αντίπατρος που πέθανε αποσυρόμε­νος στην Μακεδονία. Ετούτος όρισε ως διάδοχό του τον Πολυσπέρχοντα, αντί του γιου του Κασσάνδρου. Ο Κάσσανδρος όμως αποφάσισε να εκτοπίσει τον Πολυσπέρχοντα. Ήρθε λοιπόν κατά της Μακεδονίας, νίκησε τον Πολυσπέρχοντα στην Πύδνα το 316 π. Χ., συνέλαβε μά­λιστα και καταδίκασε σε θάνατο την Ολυμπιάδα και παν­τρεύτηκε την κόρη της Θεσσαλονίκη[1], την αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου. Ο έκπτωτος Πολυσπέρχων, κατέφυγε στους Αιτωλούς.
  5. Το Μακεδονικό Ζήτημα
    Από το 1870 παρουσιάζονται σερβικές και βουλγαρικές διεκ­δικήσεις επί της Μακεδονίας. Η δημιουργία του IMRO (Internal Macedonian Revolutionary Organisation) από τον Goce Delkev και άλλους πέντε Βουλγάρους, στοχεύει στην εξουδετέρωση εξωτερικών επιδράσεων και στην διάσωση της Βουλγαρικής εθνικότητας (όπως καταθέτει ο Ivan Hadzhinicolov[2]), με την ίδρυση της «Μακεδονίας για τους Μακεδόνες». Στην πραγματικότητα όμως οι Βούλγαροι απέβλεπαν στην μέλλουσα προσάρτηση της Μακεδονίας[3] στη χώρα τους τη Βουλγαρία, παρόμοια όπως είχε συμβεί και με την Ανατολική Ρωμυλία (σύμφωνα με τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου, το 1878).
  6. Οι Μακεδόνες - Δ
    Ο Αλέξανδρος[1], διαδέχτηκε τον πατέρα του Φίλιππο στον θρόνο σε ηλικία είκοσι (20) ετών, ανακηρυχθείς βασιλιάς α­πό τους στρατευμένους Μακεδόνας. Ο Διόδωρος[2] καταθέτει ότι ο Αλέξανδρος από τη μεριά του Φιλίππου ήταν απόγονος του Ηρακλή και από τη μεριά της μητέρας του απόγονος των Αιακιδών. Κληρονόμησε λοιπόν –σύμφωνα με την ελληνική παράδοση και πεποίθηση- σπουδαία φυσική δύναμη και ποιότητες ήθους.
  7. Οι Μακεδόνες - Γ
    ©Πιπίνα Δ. Έλλη (Dr Pipina D. Elles) Sydney, Australia Ο Φίλιππος Αγνώστου - Jastrow (2006), Κοινό Κτήμα, https://commons. wikimedia.org/ w/index.php?curid=640435 Σε ετούτη τη δύσκολη περίοδο για τη Μακεδονία, ανεβαίνει στην εξουσία ο γιος του Αμύντα Γ’, ο Φίλιππος, μόλις 23 ετών. Στην αρχή ορίζεται ως επίτροπος του ανήλικου ανιψιού του, γιου του Περδίκκα.  Σύντομα όμως στέφεται Βασιλιάς ο ίδιος. Υπό τη βασιλεία του  η Μακεδονία γνωρίζει, όσο ποτέ άλλοτε, μεγάλη στρατιωτική και πολιτική ακμή. Ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Παμμένης, διδάσκαλος του Φιλίππου στις Θήβες, την περίοδο που νεαρός (στα δεκαπέντε του) ο Φίλιππος είχε κρατηθεί ως όμηρος και μάλιστα για περισσότερο από δύο χρόνια[1], λέει ότι ο μαθητής του αγά­πησε τον πολιτισμό που γνώρισε στη Θήβα και μελέ­τησε τα στρατιωτικά πράγματα των Θηβαίων. Μετά από τον φόνο του Πτολεμαίου, ο Περδίκκας, αδερφός του Πτολεμαίου, διόρισε τον Φίλιππο διοικητή επαρχίας στην Μακεδονία, όπου εκείνος συγκρότησε και οργάνωσε στρατό, σύμφωνα με τις δικές του γνώσεις και αντιλήψεις. Με αυτόν τον στρατό επιβλή­θηκε εν γένει, στους Μακεδόνες.
  8. Οι Μακεδόνες - Β
    Η μάχη της Χαιρώνειας[1] δεν ήταν το τέλος της Ελληνικής Ιστορίας, όπως μερικοί ιστορι­κοί του 19ου αι. υποστήριξαν, αλλά η αρχή ενός και­νούργιου κεφαλαίου στην Ελληνική Ιστορία. Οι Ελληνιστικοί χρόνοι υπήρξαν για την Ελλάδα η χρονική περίοδος κατά την οποία η Ελληνική γλώσσα υπερβαίνει τα τότε Ελληνικά σύνορα και αποβαίνει «παγκόσμια». Ετούτη την περίοδο έχουμε τη δημιουργία σπουδαίων έργων. Από τον όρο της Αγίας Γραφής[2] «Ελληνισταί», ο Joh Gust. Droysen υιοθετεί και χρησιμοποιεί τους όρους «Ελληνιστικοί χρόνοι» και Hellenismus (Ελληνισμός). Άλλοι τοποθετούν την έναρξη των Ελληνιστικών χρόνων στα μέσα του 4ου αι.[3] Ετούτη η εκδοχή ενισχύεται από τον τάφο του «Petosiris» στην Ερ­μούπολη της Αιγύπτου[4], από τον πάπυρο των «Περσών» του Τιμόθεου στο Abousir-el-Meleq[5] και από το Μαυσω­λείο του Δυνάστη της Καρίας, Μαύσωλο[6].
  9. Οι Μακεδόνες - Α
    Οι Αρχαίοι Μακεδόνες, ανήκουν στα Ελληνικά φύ­λα τα οποία με την κάθοδο των Δωριέων[4], στο τέλος της 2ης π. Χ. χιλιετηρίδας, εγκαταστάθηκαν στο ΒΑ τμήμα της Ελληνικής Χερσονήσου. Οι Μακεδόνες δεν προχώρησαν προς νότο, όπως έκαναν τα υπόλοιπα Ελληνικά φύλα, αλλά παρέμειναν στο τμήμα αυτό της Ελληνικής γης η οποία απέβη η πατρίδα τους και ονομάστηκε από αυ­τούς "Μακεδονία"
  10. Μακεδονία σημαίνει...
    Ο Stephen G. Miller, Επίτιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Berkley, Καλιφόρνια, ΗΠΑ, εξηγεί σε επιστολή του ότι γιατί τα Σκόπια σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ονομάζονται Μακεδονία. Συγκεκριμένα, γράφει ο διάσημος Αμερικανός Καθηγητής προς τον Εκδότη του Archaeology...
  11. Μακεδονικος Αγωνας 1904 -1908
    Διάλεξη στη Μελβούρνη, Αυστραλία, στις 03 Νοεμβρίου 2013. Η διάλεξη διοργανώθηκε από την Ένωση Θεσσαλονικέων "Ο Λευκός Πύργος", την Κοινότητα Ώκλη και Περιχώρων το Ημερήσιο Ελληνικό Κολλέγιο Oakleigh Grammar και την Ελληνική Σχολή Ζήνων Μελβούρνης στο πλαίσιο 29ων γενεθλίων της αδελφοποίησης μεταξύ των πόλεων Θεσσαλονίκης και Μελβούρνης.
  12. Κρουσοβο - Γευγελη
    Θεωρείται ότι το όνομά της έχει κοινή ρίζα με τα «Κρούσια» και προέρχεται από το μακεδονικό όνομα «Κρούσσος». Η ελληνική κοινότητα του Κρουσόβου, βλαχόφωνη στην πλειονότητά της, ήταν μια από τις ανθούσες του βορειομακεδονικού χώρου. Πληθυσμιακά γνωρίζουμε ότι το 1856 το Κρούσοβο είχε 18.000 κατοίκους, κυρίως βλαχόφωνους Έλληνες και λίγους Αλβανούς και Βούλγαρους.
  13. Οχριδα
    Ιδρύθηκε την εποχή του Χαλκού από τον Κάδμο με το όνομα Λυχνίδα ή Λυχνιδός. Πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις και αποτέλεσε, κατά τους ιστορικούς τηΒόρειο Ακρόπολη του Ελληνισμού. Η σύγχρονη πόλη της Αχρίδας βρίσκεται πάνω στα ερείπια της αρχαίας ελληνικής πόλης Λυχνιδού, που η ίδρυσή της τοποθετείται τον 6ο αιώνα π.χ. Στα βυζαντινά χρόνια τη συνατάμε ως Ιουστινιανή.
  14. Στρώμνιτσα
    Η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή έχει αποκαλύψει πλήθος αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων, αγγείων, νομισμάτων, ελληνικών (και λίγων ρωμαϊκών) επιγραφών. Εδώ στην αρχαιότητα υπήρχε η ελληνική πόλη Αστραίον. Στη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο θα συναντήσουμε την πόλη ως Τιβεριούπολη. Στην πόλη αυτή μαρτύρησαν το 362, επί Ιουλιανού, οι «δεκαπέντε μάρτυρες».
  15. Οι Ελληνες στη FYROM
    Η ένταση μεταξύ των δύο χωρών και το ανεπίλυτο πρόβλημα με την οριστική ονομασία της νέας αυτής χώρας, δημιούργησαν εντάσεις και αύξησαν τις προκαταλήψεις και στις δύο πλευρές των συνόρων. Η υποχώρηση του σλαβομακεδονικού εθνικισμού, που εκτιμώ ότι είναι η κύρια πηγή έντασης, και ο έντιμος συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο χώρες...
  16. Οι Αλυκες του Κιτρους
    Στην παραλία του Κίτρους και στην αρχαία θέση Αθεράδα, όπου και το ακροτήριο Αθερίς, εκεί που πιστεύονταν και πιστεύεται ότι υπήρχε το αρχαίο λιμάνι της Πύδνας, υπάρχουν σήμερα εγκαταστάσεις παραγωγής άλατος. Οι Αλυκές.
  17. Το Κονακι του Κιτρους
    Την τελευταία περίπου εκατονταετία της τουρκοκρατίας, το Κίτρος ήταν τσιφλίκι της οικογένειας Μπίτζιου και μεταβιβάζονταν κανονικά απ’ τον πατέρα στο γιο. Σπουδαιότερος και πιο γνωστός απ’ αυτούς ήταν ο Νικόλαος Μπίτζιος ή Νικολάκης, όπως τον έλεγαν, που έζησε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.
  18. Η ιστορια του Ρουπελ
    Η Ιστορία ενός λαού δεν είναι μόνον οι λαμπρές του νίκες και τα φανταχτερά κι ένδοξα κατορθώματά του, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της και τα σφάλματα και οι αποτυχίες του, γι’ αυτό και είναι επιβεβλημένο, τα μελανά αυτά σημεία της ζωής του, όσο σκοτεινά κι αν είναι, να γίνονται γνωστά και να κοινολογούνται ανεπηρέαστα, σαν καθαρώς ιστορικά γεγονότα και να ερευνούνται με το ίδιο ενδιαφέρον, όσο κι εκείνα που τον προβάλλουν σα λαό και λαμπρύνουν το παρελθόν του.
  19. Μακεδονια - Πυδνα και Χριστιανισμος
    Ο Απόστολος Παύλος, στη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας του (52 ή 53 μ.Χ.), προερχόμενος απ’ τη Βέροια και πηγαίνοντας για τη Νότια Ελλάδα, πέρασε, σύμφωνα με την παράδοση, απ’ τη διπλανή Μεθώνη, όπου και επιβιβάστηκε σε πλοίο για την Αθήνα. Από κει «εξαπέστειλαν (αυτόν) οι αδελφοί, πορεύεσθαι ως επί την θάλασσαν»1.
  20. Μακεδονια - Αρχαιο Κιτρος
    Με την κατάκτηση της Μακεδονίας απ’ τον Αιμίλιο Παύλο και τα μέτρα που πήρε το Συνέδριο της Αμφίπολης κι ύστερα απ’ την κατάπνιξη των επαναστάσεων, που επακολούθησαν με τον Ανδρίσκο και τον Αλέξανδρο, η Πύδνα, σαν που υπέστη και τις μεγαλύτερες καταστροφές απ’ τους πολέμους και που αντιμετώπισε πρώτη το οξύ μένος των Ρωμαίων, πέφτει σε οικονομική και κοινωνική στασιμότητα και παρακμή.
  21. Μακεδονια - Επανασταση στην Πυδνα
    ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΟΓΔΟΟ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΥΔΝΑ ΤΟ 148 π.Χ. Τρία χρόνια μετά τη μάχη της Πύδνας, η ρωμαϊκή Σύγκλητος έστειλε αντιπροσώπους της στη Μακεδονία,
  22. Μακεδονια - Αιμιλιος Παυλος και ο θριαμβος
    Ο Αιμίλιος Παύλος γεννήθηκε το 230 ή 229 π. Χ.. Προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια του οίκου των Αιμιλίων. Λέγεται πως ήταν ελληνικής καταγωγής και πως ο πρόγονός του Μάμερκος ήταν γιος του σοφού Πυθαγόρα και ονομάστηκε Αιμίλιος «δια την αιμυλία λόγου και χάριν». Ο Παύλος είχε τύχει καλής μόρφωσης, σύμφωνα με τη ρωμαϊκή και την ελληνική παιδεία κι αγαπούσε τον ελληνικό πολιτισμό. Από μικρός είχε εκπαιδευτεί και στα όπλα κι είχε διακριθεί και στον τομέα αυτό.
  23. Μακεδονια - Πριν τη μαχη της Πυδνας
    Αφού είδαμε περιληπτικά και με μεγάλη συντομία πώς πάτησαν πόδι οι Ρωμαίοι στην Ελλάδα και πώς κατάφεραν να ενισχύσουν και να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους στο έδαφός της, ας δούμε πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα στη Μακεδονία, ύστερα απ’ το θάνατο του Φιλίππου του Ε’ και την άνοδο του Περσέα στο θρόνο.
  24. Μακεδονια - Η Πυδνα 500 - 323 π.Χ.
    Απ’ την ενδοχώρα των Βαλκανίων, την Ιλλυρία και τη Μακεδονία, κατέβηκαν κατά καιρούς οι διάφορες ελληνικές φυλές (Ίωνες, Δωριείς, Πελασγοί κ.λ.π.), οι οποίοι και κατοίκησαν τη Μακεδονία και τη Νότια Ελλάδα. Κι απ’ τις πόλεις πάλι της νότιας Ελλάδας ξεκίνησαν αργότερα κύματα Ελλήνων αποίκων, για να κατοικήσουν τα παράλια του Αιγαίου, της Μεσογείου, του Πόντου κ.λ.π.. Κι άλλοτε μεν έδιωχναν παλιούς κατοίκους ή αφομοίωναν υπάρχοντες βαρβαρικούς οικισμούς, άλλοτε δε ίδρυαν κανούριες πόλεις και δημιουργούσαν νέα κέντρα ζωτικά και αξιόλογα, τα οποία επέζησαν χιλιάδες χρόνια κι έγραψαν μακραίωνη κι ενδιαφέρουσα ιστορία, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ιστορική γενικά εξέλιξη των περιοχών που δέσποζαν.
  25. Μακεδονια - Ο Πρωτος Οικισμος
    Η Πύδνα πιστεύεται πως χτίστηκε κατά τον 8ο ή 7ο π.Χ. αιώνα απ’ τους Ερετριείς της Εύβοιας, όπως και η παρακείμενη Μεθώνη[1]. Υπάρχει πιθανότητα στη θέση της Πύδνας να βρήκαν τότε οι Ερετριείς κάποιον άλλο οικισμό, με το ίδιο ή άλλο όνομα, γύρω απ’ τον οποίο να έχτισαν την καινούρια πόλη τους. Την πιθανότητα αυτή ενισχύουν οι πρόσφατες διαπιστώσεις των αρχαιολόγων, που μελέτησαν το μικρό τύμβο, τον οποίο και εντόπισαν το 1981 στην περιοχή του Παλιόκιτρους. Η κατασκευή του τύμβου αυτού ανάγεται στο τέλος της εποχής του χαλκού και στις αρχές της εποχής του σιδήρου.
  26. Το λιμάνι της Πύδνας
    Η Πύδνα είχε αποκτήσει κατά καιρούς ξεχωριστή δύναμη και ιδιαίτερα την εποχή του Φιλίππου του Β’ είχε τονιστεί πολλές φορές απ’ το Δημοσθένη, το μεγάλο ρήτορα των αιώνων, η ζωτικότητά της και η μεγάλη σημασία της, σ’ ότι αφορούσε την ισορροπία των δυνάμεων στον τότε Ελλαδικό και στο Μεσογειακό γενικότερα χώρο. Κι όλη αυτή η διάκριση και η σπουδαιότητα της Πύδνας οφείλονταν στον πλούτο της, στη γεωγραφική της θέση και περισσότερο στο ζωτικής σημασίας λιμάνι της.
  27. Μακεδονία - Μετά τη Μάχη της Πύδνας
    Αμέσως μετά την εκπόρθηση της Πύδνας, ο Αιμίλιος Παύλος έστειλε πρέσβεις του στη Ρώμη, για να αναγγείλουν την περήφανη νίκη του στη Σύγκλητο. Η αντιπροσωπεία αυτή αποτελούνταν από τρεις αξιωματικούς του με επικεφαλής το Μέτελλο. Λίγες μέρες πριν απ’ την τελική νίκη του Αιμιλίου, κυκλοφόρησε φήμη στον ιππόδρομο της Ρώμης, ότι οι Ρωμαίοι νίκησαν τον Περσέα στη Μακεδονία. Το πράγμα, όμως, πέρασε σαν ένας φευγαλέος ψίθυρος και ξεχάστηκε, γιατί δεν υπήρχε συγκεκριμένη πληροφορία. Παρ’ όλα αυτά, ο λαός έτρεξε στους ναούς και πρόσφερε θυσίες και θυμιάματα στους βωμούς, παρακαλώντας τους θεούς να βγάλουν αληθινές αυτές τις φήμες.
  28. Μακεδονικό Πρόβλημα - μέρος β'
    Κι εδώ, ο ρόλος των σλαβόφωνων Ελλήνων, που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και ήρθαν στην Αυστραλία με ελληνικά διαβατήρια κι αρνούνται τώρα την πατρίδα τους, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Όλα αυτά είναι εκείνα που, προβαλλόμενα κατάλληλα, συγκινούν ως ένα βαθμό τη διεθνή κοινή γνώμη, η οποία και θα πρέπει να μας ενδιαφέρει περισσότερο. Το όνομα δε Μακεδονία, Μακεδόνες κλπ., φέρνει ακόμα στη μνήμη του πολύ κόσμου του εξωτερικού, που δεν γνωρίζει ιστορικές λεπτομέρειες και αρχαιολογικές, εθνολογικές και γλωσσολογικές ιδιαιτερότητες
  29. Μακεδονικό Πρόβλημα - μέρος α'
    Το Μακεδονικό ζήτημα, όπως είναι γνωστό στις μέρες μας, είναι ένα παρακλάδι ή παράγωγο, κατάλοιπο του μεγάλου Ανατολικού Ζητήματος, του οποίου η αρχή ή καλύτερα η διπλωματική του διατύπωση πάει 140 χρόνια πίσω. Οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Ρωσία και Αυστρία εποφθαλμιούν τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία αρχίζει να καταρρέει και κάθε μια απ’ αυτές ετοιμάζεται και προσπαθεί, με την πτώση του σουλτάνου, να ιδιοποιηθεί, όχι μόνο το πιο μεγάλο αλλά και το πιο ζωτικό τμήμα της καταρρέουσας αυτοκρατορίας.
  30. Η Μαχη της Πυδνας
    Η μάχη της Πύδνας είναι ένα σημαντικότατο ιστορικό γεγονός, γιατί η έκβασή της σημάδεψε βαθιά την πορεία της ανθρωπότητας. Επέδρασε ουσιαστικά στην εξέλιξη του κατοπινού κόσμου κι επηρέασε ανεπανόρθωτα τα βήματα και το μέλλον της φυλής μας. Εδώ, στα χώματα τα δικά μας, στις ρεματιές και στους λόφους της Πιερίας, που ανεβοκατεβαίνουμε κάθε μέρα εμείς αδιάφοροι και από άγνοια, πριν από 2152 χρόνια συγκρούστηκαν δυο κόσμοι...

Author: Μνήμες