Ο λοιμός (ΘΟΥΚ 2.47.1–2.54.5)

Προέλευση, συμπτώματα και σοβαρότητα της ασθένειας

Λίγο μετά την έναρξη των επιχειρήσεων του δεύτερου χρόνου του πολέμου ενέσκηψε στην Αθήνα μια θανατηφόρα επιδημία, ο λοιμός .

Απόσπασμα Αρχαίου Κειμένου

[2.47.1] Τοιόσδε μὲν ὁ τάφος ἐγένετο ἐν τῷ χειμῶνι τούτῳ• καὶ διελθόντος αὐτοῦ πρῶτον ἔτος τοῦ πολέμου τοῦδε ἐτελεύτα.

[2.47.2] τοῦ δὲ θέρους εὐθὺς ἀρχομένου Πελοποννήσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι τὰ δύο μέρη ὥσπερ καὶ τὸ πρῶτον ἐσέβαλον ἐς τὴν Ἀττικήν (ἡγεῖτο δὲ Ἀρχίδαμος ὁ Ζευξιδάμου Λακεδαιμονίων βασιλεύς), καὶ καθεζόμενοι ἐδῄουν τὴν γῆν.

Απόδοση στα Νέα Ελληνικά

Τέτοια λοιπόν ἐστάθηκε ἡ δημόσια κηδεία τό χειμώνα ἐκεῖνο• κι ὅταν πέρασε ὁ χειμώνας αὐτός, ἔκλεισε ὁ πρῶτος χρόνος τοῦ πολέμου. Κ’ εὐθύς μόλις ἄρχισε τό καλοκαίρι, εἰσέβαλαν οἱ Πελοποννήσιοι κ’ οἱ σύμμαχοί τους ὅπως καί προτήτερα στήν Ἀττική μέ τά δύο τρίτα τῆς στρατιωτικῆς του δύναμης ὁ καθένας (μέ ἀρχηγό πάλι τόν Ἀρχιδάμο, γιό τοῦ Ζευξιδάμου, βασιλιᾶ τῶν Λακεδαιμονίων), κι ἀφοῦ ἔκαμαν στρατόπεδο ἄρχισαν νά ρημάζουν τόν τόπο συστηματικά. Ἀλλά πρίν περάσουν πολλές ἡμέρες ἀπό τήν ὥρα πού μπῆκαν στήν Ἀττική, πρωτοφανερώθηκε ἡ ἀρρώστεια στήν Ἀθήνα, ἀρρώστεια πού λένε βέβαια πώς ἔπεσε κι ἄλλοτε σέ πολλούς τόπους, γύρω στή Λῆμνο καί ἀλλοῦ, ἀλλά πουθενά δέν θυμοῦνται νά παρουσιάστηκε τόσο φοβερή, οὔτε νά χάλασε τόσους ἀνθρώπους. Γιατί δέν μποροῦσαν νά κάνουν τίποτα οὔτε οἱ γιατροί πού κοίταζαν τούς ἀρρώστους στήν ἀρχή, γιατί δέν ἤξεραν τή φύση τοῦ κακοῦ, κι αὐτοί οἱ ἴδιοι πέθαιναν σέ μεγαλύτερην ἀναλογία ὅσο περισσότερο τοὺς πλησίαζαν, οὔτε καμιά ἄλλη ἀνθρώπινη τέχνη• κι ὅλες οἱ παρακλήσεις πού ἔκαναν στούς ναούς κι ὅσα προσκυνήματα στά μαντεῖα κι ἄλλα τέτοια, ἦταν ὅλα τοῦ κάκου• καί στό τέλος τά παράτησαν κι αὐτά, γιατί τούς χαντάκωσε τό κακό.

Κ’ ἔπιασε ἡ ἀρρώστεια, καθώς λένε, πρῶτα–πρῶτα ἀπό τήν Αἰθιοπία πέρα ἀπό τήν Αἴγυπτο, κατέβηκε ὕστερα στήν Αἴγυπτο κι ἀπό κεῖ στή Λιβύη, καί σέ πολλά μέρη τῆς μεγάλης ἐπικράτειας τοῦ Πέρση βασιλιᾶ. Στήν πολιτεία τῆς Ἀθήνας φανερώθηκε ξαφνικά, ἀφοῦ πείραξε μερικούς πρῶτα στόν Πειραιᾶ, ὥστε οἱ Πειραιῶτες εἶπαν πώς οἱ Πελοποννήσιοι εἴχανε ρίξει φαρμάκι στά πηγάδια καί τίς στέρνες• γιατί δέν εἶχαν ἀκόμα βρύσες ἐκεῖ. Ἀργότερα ὅμως ἦρθε καί στήν ἀπάνω πολιτεία, καί πέθαιναν τότε πιά πολύ περισσότεροι. Ἄς λέει λοιπόν ὁ καθένας γι’ αὐτό ὅσα ξέρει, εἴτε γιατρός εἶναι εἴτε καί ἄμαθος, ἀπό τί δηλαδή ἦταν πιθανό νά γεννήθηκε, κι ἄς ἀναφέρει τίς αἰτίες πού νομίζει πώς ἦταν ἀρκετά ἰσχυρές γιά νά φέρουν τέτοια μεγάλη ἀλλαγή στήν κατάσταση ἀπό τήν ὑγεία στό θανατικό. Ἐγώ θά φανερώσω μόνο τί λογῆς ἦταν, κι ἀπό τί συμπτώματα, ἄν τύχει καί ξανάρθει ποτέ, θά μποροῦσε κανείς καλύτερα νά ἐξετάσει τό πράμα καί νά τό γνωρίσει ἀπό τά πρίν, ὥστε νά μήν τά ‘χει ἐντελῶς χαμένα• γιατί τήν πέρασα κ’ ἐγώ, καί εἶδα πολλούς ἄλλους πού ὑπόφεραν ἀπ’ αὐτήν.

Ὁ χρόνος ἐκεῖνος, ὅπως τό παραδέχονταν ὅλοι, ἦταν ἐξαιρετικά ἐλεύτερος ἀπό ἄλλες ἀρρώστειες• κι ἄν κανείς πρίν ἀπ’ αὐτήν, ἦταν κάπως ἀνήμπορος, ὅλα ξεκαθάριζαν πώς ἦταν αὐτή. Τούς ἄλλους ὅμως, πού δέν εἶχαν καμιά φανερή αἰτία κακοδιαθεσίας, ἔξαφνα, ἐνῶ ἦταν προτήτερα ἐντελῶς γεροί, τούς ἔπιαναν πρῶτα δυνατές θέρμες στό κεφάλι, καί κοκκίνιζαν τά μάτια τους κ’ ἐρεθίζονταν πολύ, κι ἀπ’ τήν ἀρχή ἄναβαν καί μάτωναν τά μέσα τους, ὁ φάρυγγας καί ἡ γλώσσα, κι ἡ ἀναπνοή τους ἔβγαινε παράξενη καί βρωμοῦσε• ἔπειτ’ ἀπ’ αὐτά ἄρχιζε δυνατό φτάρνισμα καί βραχνάδα, καί σέ λίγο κατέβαινε στό στῆθος τό πάθημα, μέ δυνατό βήχα• κι ὅταν πιανόταν ἀπό τήν καρδιά, τῆς ἔδινε μιὰ καί τή γύριζε ἀνάποδα, κ’ ἔβγαινε χολή ἀπό τό στόμα κι ἀπό κάτω, ὅσων λογιῶν ἔχουν κι ὄλας ὀνοματίσει οἱ γιατροί, καί μάλιστα μέ δυνατούς πόνους, καί τούς περισσότερους τοὺς ἔπιανε ξερό ρέψιμο πού τούς ἔφερνε δυνατούς σπασμούς, πού σέ ἄλλους σταματοῦσαν ὕστερ’ ἀπό λίγο, σέ ἄλλους ὅμως κρατοῦσαν μέρες ὁλόκληρες. Καί σ’ ὅποιον τ’ ἄγγιζε ἀπ’ ἔξω, τό κορμί τοῦ ἀρρώστου δέν ἦταν οὔτε ὑπερβολικά ζεστό, οὔτε ὑγρό, ἀλλά κοκκινωπό, μελανιασμένο, γεμάτο ἐξανθήματα, μικρά σπειριά ἤ καί πληγές• ἀπό μέσα τους ὅμως ἔνιωθαν τέτοια πυρά, πού δέν μποροῦσαν νά ὑποφέρουν νά τούς ἀγγίζουν οὔτε τά πιό ψιλά καί μαλακά ροῦχα ἤ σεντόνια ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο καί τήν πιό μεγάλη ἀνακούφιση θά ἔνιωθαν ἄν μποροῦσαν νά ριχτοῦνε μέσα σέ κρύο νερό. Καί πολλοί ἀπ’ ὅσους δέν εἶχαν κανένα νά τούς κοιτάξει ἔκαναν αὐτό ἀκριβῶς, πέφτοντας μέσα σέ πηγάδια βασανισμένοι ἀπό ἀδιάκοπη καί ἀνυπόφορη δίψα• καί τό ἴδιο ἔκανε εἴτε ἔπιναν πολύ εἴτε λίγο.

Καί πάνω ἀπ’ ὅλα καί χωρίς ἀναπαμό ἦταν ἡ στενοχώρια πού δέν μποροῦσαν νά βροῦν ἀνακούφιση σέ τίποτα, καί οὔτε μποροῦσαν νά κοιμηθοῦν. Τό σῶμα ὅμως, ὅσον καιρό ἦταν ἡ ἀρρώστεια στό κρίσιμο στάδιό της, δέ μαραινόταν, ἀλλά ἄντεχε στό βάσανο περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι θά μποροῦσε κανείς νά περιμένει, ἔτσι πού πέθαιναν ―οἱ περισσότεροι― ὕστερ’ ἀπό ἐννιά ἤ ἑφτά μεριές ἀπό τή μέσα τους κάψα, χωρίς νά ‘χει ἐντελῶς ἐξαντληθεῖ ἡ δύναμή τους• ἤ ἄν ξέφευγαν αὐτό τό στάδιο, κατέβαινε ὕστερα τό κακό στήν κοιλιά, πού γέμιζε πληγές κι ἀφοῦ τούς ἔπιανε δυνατή καί ἀσταμάτητη διάρροια, πέθαιναν οἱ περισσότεροι στό δεύτερο αὐτό στάδιο ἀπό τήν ἐξάντληση. Καί τό κακό περνοῦσε ἀπ’ ὅλο τό κορμί, μιὰ καί εἶχε στερεωθεῖ στήν ἀρχή στό κεφάλι καί προχωροῦσε ἀπό πάνω πρός τά κάτω, κι ἄν κανείς σωζόταν ἀπό τά χειρότερα, φανερωνόταν τοῦτο ἐπειδή ἔπιανε πιά τίς ἄκρες• γιατί ἔπεφτε καί στά γεννητικά ὄργανα, καί στίς ἄκριες τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν, καί πολλοί πού συνῆλθαν ἔμειναν χωρίς αὐτά• μερικοί ἄλλοι πάλι ἔχασαν τό φῶς τους ἤ τό θυμητικό τους ἐνῶ ἄντεξαν στήν καθαυτό ἀρρώστεια στήν ἀρχή, καί ξέχασαν μόλις σηκώθηκαν ποιοί ἦταν οἱ ἴδιοι καί δέ γνώριζαν οὔτε τούς πιό στενούς συγγενεῖς καί φίλους τους.

Γιατί ἡ μορφή τῆς ἀρρώστειας ἦταν κάτι πού ξεπερνοῦσε τίς λογικές εἰκασίες τῶν ἀνθρώπων, καί πρόσβαλλε τόν καθένα πιό βαρειά ἀπ’ ὅσο μπορεῖ νά βαστάξει ἡ ἀνθρώπινη φύση, καί φανερώθηκε κι ἀπό τό ἑξῆς πώς δέν ἦταν καμιά ἀπό τίς συνειθισμένες ἀρρώστειες: τά ὄρνια δηλαδή καί τά τετράποδα ζῶα, ὅσα τρῶν ἀνθρώπινη σάρκα, μ’ ὅλο πού εἴχανε μείνει πολλά ἄταφα κορμιά, ἤ δέν τά πλησίαζαν, ἤ ἄν τά δοκίμαζαν, πέθαιναν κι αὐτά. Κι ἀπόδειξη, πώς παρουσιάστηκε καθαρά ἐλάττωση τῶν πουλιῶν αὐτῶν, καί δέν τά ‘βλεπε κανείς οὔτε ἀλλοῦ, οὔτε γύρω σέ νεκρούς ἀπό τήν ἀρρώστεια• ἐνῶ τά σκυλιά ἔδιναν ἀκόμα καλύτερη ἀφορμή νά τό παρατηρήσει κανείς, ἐπειδή ζοῦνε μαζί μέ τόν ἄνθρωπο.

Τέτοια λοιπόν ἦταν στίς μεγάλες γραμμές ἡ μορφή τῆς ἀρρώστειας, μ’ ὅλο πού παρέλειψα πολλά γνωρίσματα ἀσυνείθιστα καί παράξενα, πού τύχαιναν νά παρουσιαστοῦν διαφορετικά στόν ἕνα ἀπό τόν ἄλλον. Καί καμιά ἄλλη ἀπό τίς συνειθισμένες στενοχώριες δέ βασάνιζε τόν κόσμο ἐκεῖνο τόν καιρό• γιατί κι ἄν τύχαινε νά παρουσιαστεῖ καμιά, κατέληγε σέ τούτην–ἐδῶ. Καί πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι, ἄλλοι χωρίς περιποίηση, κι ἄλλοι πού εἶχαν κάθε δυνατή φροντίδα. Καί δέ βρέθηκε κανένα γιατρικό, πού νά μπορεῖ κανείς νά πεῖ πώς εἶναι τό γιατρικό τῆς ἀρρώστειας αὐτῆς, πού ἔμελλε χωρίς ἄλλο νά βοηθήσει τόν ἄρρωστο ἄν τοῦ τό ‘δινε (γιατί ὅ,τι ὠφελοῦσε τόν ἕνα, τό ἴδιο αὐτό πράμα χειροτέρευε τόν ἄλλον), καί καμιά ἀνθρώπινη κράση δέ φάνηκε ἀπό μόνη της ἄξια ν’ ἀντισταθεῖ στήν ἀρρώστεια, εἴτε ἦταν πολύ δυνατή, εἴτε τόσο ἀδύνατη ὥστε νά μήν τήν πιάσει τό κακό ἀλλά τούς ἐσάρωσε ὅλους, κ’ ἐκείνους ἀκόμη πού εἶχαν τήν πιό περιποιημένη δίαιτα καί τρόπο ζωῆς.

Χειρότερο ἀπ’ ὅλα ἦταν ἡ κατάθλιψη πού ἔπιανε τόν καθένα μόλις ἔνιωθε πώς ἀδιαθετοῦσε (γιατί ἡ ψυχική τους κατάσταση γύριζε τότε στήν ἀπελπισία, κι ἀφήνονταν πολύ περισσότερο ἀπό μιᾶς ἀρχῆς καί δέν ἀντιδροῦσαν) καθώς κι ὅτι ὁ ἕνας γέμιζε μόλεμα ἀπό τόν ἄλλον πού περιποιόταν καί πέθαιναν ἀράδα σάν τά προβατα• καί τή μεγαλύτερη φθορά τήν προξενοῦσε τοῦτο: ἄν δηλαδή δέν ἤθελαν νά πλησιάσουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον ἀπό φόβο μήν κολλήσουν, πέθαιναν οἱ ἄρρωστοι μόνοι κ’ ἔρημοι• κι ἄδειασαν ἔτσι πολλά σπίτια γιατί δέν ἦταν κανείς νά τούς κοιτάξει• κι ἄν πάλι ἐπικοινωνοῦσαν, τούς χαλοῦσε ἡ ἀρρώστεια, καί περισσότερο ἐκείνους πού ἤθελαν νά φερθοῦνε καθώς πρέπει• γιατί ντρέπονταν νά δείξουν πώς λογαριάζουν τόν ἑαυτό τους καί πήγαιναν κοντά στούς ἀγαπημένους τους. Ἀφοῦ ἀκόμα καί τά μοιρολόγια τῶν πεθαμένων τά παράτησαν στό τέλος καί οἱ ἴδιοι oἱ συγγενεῖς τους, ἀποκαμωμένοι ἀπό τή μεγάλη συμφορά. Ὅμως ἐκεῖνοι πού εἶχαν περάσει τήν ἀρρώστεια κ’ εἴχανε σωθεῖ, αὐτοί σπλαχνίζονταν περισσότερο καί τούς ἑτοιμοθάνατους κι ὅσους ψήνονταν ἀπό τό κακό, καί οἱ ἴδιοι δέ φοβοῦνταν πιά• γιατί δέν ἔπιανε ἡ ἀρρώστεια δύο φορές τόν ἴδιον ἄνθρωπο, ὥστε νά τόν θανατώσει. Καί τούς μακάριζαν οἱ ἄλλοι, κι αὐτοί οἱ ἴδιοι ἀπ’ τή μεγάλη τους χαρά γιά τή σωτηρία τούς σ’ αὐτή τήν περίσταση εἶχαν τήν μάταιην ἐλπίδα πώς γιά πάντα δέ θενά πέθαιναν οὔτε κι ἀπό καμιάν ἄλλην ἀρώστεια.

Κοντά στά βάσανα τῆς στιγμῆς τούς τυραννοῦσε καί ἡ συγκέντρωση τῶν κατοίκων ἀπό τήν ἐξοχή στήν πολιτεία κ’ ὑπόφεραν περισσότερο οἱ πρόσφυγες. Γιατί ἐπειδή δέν ὑπῆρχαν ἀρκετά σπίτια, παρά ἔμεναν σέ πνιγηρές παράγκες καί ἦταν κι ὅλας καλοκαίρι, πέθαιναν χωρίς νά μποροῦν νά τηρηθοῦν οἱ εὐπρέπειες, ἀλλά καί πεθαίνοντας ἔπεφταν οἱ νεκροί ἀπάνω στά πτώματα, κι ἄλλοι ψυχομαχοῦσαν τριγυρίζοντας μέσα στούς δρόμους, κι ἀπό τήν ἀκράτητη δίψα τους μαζεύονταν μισοπεθαμένοι γύρω σ’ ὅλες τίς βρύσες. Καί οἱ ναοί ὅπου εἶχαν κατασκηνώσει ἦταν γεμάτοι νεκρούς πού εἶχαν ξεψυχήσει ἐκεῖ μέσα γιατί ὅταν παράγινε τό κακό, μήν ξέροντας πιά τί θ’ ἀπογίνουν, οἱ ἄνθρωποι τό γύρισαν στήν ἀψηφισιά γιά τά θεῖα καί τίς θρησκευτικές ἀπαγορεύσεις• κι ὅλες οἱ κανονικές τελετές, πού συνειθίζονταν ἄλλοτε στίς κηδεῖες, ἔγιναν ἄνω–κάτω, καί τούς ἔθαβαν ὅπως μποροῦσε ὁ καθένας. Καί πολλοί κατάντησαν νά κηδεύουν τούς δικούς τους χωρίς καμιά ντροπή, γιατί τούς ἔλειπαν τά χρειαζούμενα, ἀφοῦ τούς εἶχαν κι ὅλας πεθάνει τόσοι συγγενείς• ἄλλοι προλάβαιναν ξένους πού σώριαζαν ξύλα γιά νά κάψουν τό νεκρό τους, κ’ ἔβαζαν ἀπάνω τό δικό τους, κι ἄναβαν τή φωτιά ἀπό κάτω, ἄλλοι, ἐνῶ καιγόταν κι ὅλας ξένος νεκρός ἔριχναν ἀπό πάνω τό δικό τους καί τό ‘βαζαν στά πόδια.

Καί σέ ἄλλα πράματα ἔδωσε ἡ ἀρρώστεια τήν κυριότερη πρώτη ἀφορμή γιά παρανομίες• γιατί τολμοῦσε κανείς πιό εὔκολα ἐκεῖνα πού προτήτερα κρυβόταν νά κάνει φανερά γιά τό κέφι του, ἤ δέν τά ‘κανε διόλου, βλέποντας πώς γύριζε ἡ τύχη γρήγορα• ἀφοῦ οἱ πρίν εὐτυχισμένοι πέθαιναν ξαφνικά, κι ὅσοι ἄλλοτε δέν εἶχαν τίποτα, κληρονομοῦσαν εὐθύς τίς περιουσίες τους. Κ’ ἔτσι ζητοῦσαν νά βροῦν καί νά χαροῦνε γρήγορα ὅ,τι τούς εὐχαριστοῦσε, καί πίστευαν πώς τόσο ἡ ζωή ὅσο κ’ οἱ περιουσίες εἶναι περαστικά πράματα. Καί κανένας πιά δέν εἶχε ὄρεξη νά κοπιάσει ἀπό τά πρίν γιά κάτι πού τοῦ εἶχε φανεῖ ὡραῖο, νομίζοντας πώς ἦταν πολύ ἀβέβαιο ἄν δέ θά πέθαινε πρίν τό φτάσει• ἀλλά ἡ εὐχαρίστηση τῆς στιγμῆς καί τό κέρδος μέ ὁποιοδήποτε μέσον γιά νά τήν ἀπολάψουν ἀμέσως, αὐτό κατάντησε νά θεωρεῖται καί ὠφέλιμο καί σωστό. Καί κανένας φόβος τῶν θεῶν ἤ νόμος τῶν ἀνθρώπων δέν τούς συγκρατοῦσε πιά, γιατί ἔκριναν πώς τό ἴδιο κάνει εἴτε σέβονται τά θεῖα εἴτε ὄχι, βλέποντας πώς χάνονταν ὅλοι τό ἴδιο• κι ὅσο γιά τά ἐγκλήματα, δέν περίμεναν πώς θά ζήσουν ὥσπου νά γίνει ἡ δίκη καί νά τά πληρώσουν μέ τήν τιμωρία πού θά τούς ἔβαζαν, πιστεύοντας πώς πολύ μεγαλύτερη ἦταν ἡ καταδίκη πού εἶχε ψηφιστεῖ ἐνάντιά τους καί κρεμόταν τώρα πάνωθέ τους, πού πρίν πέσει ἐπάνω τους, τούς φαινότανε φυσικό νά χαροῦν καί κάτι ἀπ’ τή ζωή.

Ἔχοντας λοιπόν καταντήσει σέ τέτοια παθήματα, τυραγνιοῦνταν οἱ Ἀθηναῖοι, γιατί πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι μέσα στήν πολιτεία καί ρημαζόταν ἡ γῆς τους ἀπ’ ἔξω. Καί μέσα στά βάσανά τους, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, θυμήθηκαν καί τοῦτο τό στιχάκι, πού ἔλεγαν οἱ γεροντότεροι πώς τό τραγουδοῦσαν ἄλλοτε: «Πόλεμος θά ‘ρθει Δωρικός, καί μαζί μ’ αὐτόν λιμός». Καί πολλές συζητήσεις ἀνάβαν κι ἄλλοι ὑποστήριζαν πώς δέν ἔλεγε ὁ στίχος λοιμό, ἐπιδημία, ἀλλά λιμό, πείνα, ὑπερίσχυσε ὅμως ἡ γνώμη, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀπ’ ὅ,τι δοκίμαζαν τότε, πώς ἡ λέξη ἦταν λοιμός• γιατί οἱ ἄνθρωποι θυμοῦνταν ἀνάλογα μ’ αὐτά πού τούς τύχαιναν. Μοῦ φαίνεται δηλαδή πώς ἄν καμιά φορὰ ἔρθει ἄλλος Δωρικός πόλεμος ὕστερ’ ἀπό τοῦτον καί τύχει νά πέσει πείνα, θά τόν τραγουδήσουνε μέ τό «λιμός», ὅπως θά τούς φαίνεται πώς ταιριάζει.

Θυμήθηκαν τότε ὅσοι τόν ἤξεραν καί τό χρησμό πού δόθηκε στούς Λακεδαιμονίους, ὅταν ρώτησαν τό θεό ἄν πρέπει νά πολεμήσουν, καί τούς προφήτεψε πώς ἄν πολεμήσουνε μ’ ὅλη τους τή δύναμη, θά βάλει, εἶπε, κι αὐτός τό χέρι του. Συμπέραιναν λοιπόν πώς ὅσα γίνονταν ἔμοιαζαν μέ τά λόγια του χρησμοῦ• ἡ ἀρρώστεια ἔπεσε μόλις εἶχαν εἰσβάλει οἱ Πελοποννήσιοι. Στήν Πελοπόννησο ὅμως δέν ἔπεσε, ἐξόν ἀπό ἐλάχιστες περιπτώσεις, πού δέν ἀξίζει τόν κόπο νά τίς ἀναφέρει κανείς, ἀλλά ἦταν βαρειά στήν Ἀθήνα, τό περισσότερο κ’ ὕστερα καί σ’ ἄλλα μέρη μέ σχετικά πυκνότερο πληθυσμό. Αὐτά λοιπόν ἦταν ὅσα ἔγιναν μέ τήν ἀρρώστεια.

Θουκυδίδης

Δημήτρης Συμεωνίδης JP

 

0 0 vote
Article Rating

Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Ο λοιμός (ΘΟΥΚ 2.47.1–2.54.5)
    Τέτοια λοιπόν ἐστάθηκε ἡ δημόσια κηδεία τό χειμώνα ἐκεῖνο• κι ὅταν πέρασε ὁ χειμώνας αὐτός, ἔκλεισε ὁ πρῶτος χρόνος τοῦ πολέμου. Κ' εὐθύς μόλις ἄρχισε τό καλοκαίρι, εἰσέβαλαν οἱ Πελοποννήσιοι κ' οἱ σύμμαχοί τους ὅπως καί προτήτερα στήν Ἀττική μέ τά δύο τρίτα τῆς στρατιωτικῆς του δύναμης ὁ καθένας (μέ ἀρχηγό πάλι τόν Ἀρχιδάμο...
  2. Οι «δεσμώτες του Φαλήρου»
    Μια συγκλονιστική αρχαιολογική ανακάλυψη «ανταγωνίζεται» το μεγαλοπρεπές Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος». Ενώ η Εθνική Βιβλιοθήκη και η Όπερα ετοιμάζονται για τα εγκαίνιά τους, δεκάδες σιδηροδέσμιοι σκελετοί, με το μυστήριο και το μαρτύριό τους, έρχονται ξαφνικά στο προσκήνιο ύστερα από σχεδόν τρεις χιλιετίες αναμονής!
  3. ΚΥΡ
    Γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από την Αττάλεια της Μικράς Ασίας. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ρώμης. Πρωτοδημοσίευσε σκίτσα του σε ιταλικά περιοδικά και εφημερίδες.
  4. Η Πλάκα
    Η Πλάκα είναι όχι μόνο η παλαιότερη γειτονιά της Αθήνας αλλά και η μοναδική στην οποία μπορεί κανείς να δει τα δρομάκια και την πόλη όπως ήταν εκατό χρόνια πριν. Κι αυτό γιατί μεταπολεμικά, τα κτίσματα της Πλάκας κρίθηκαν διατηρητέα στο σύνολό τους, με αποτέλεσμα το αρχιτεκτονικό μεγαλείο της περιοχής να μείνει ως έχει για να το απολαμβάνουμε «ατόφιο».
  5. Ζαππειο
    Ήταν το πρώτο κτίριο που ανεγέρθη παγκοσμίως για την εξυπηρέτηση Ολυμπιακών αναγκών. Τα εγκαίνια έγιναν με κάθε επισημότητα στις 20 Οκτωβρίου 1888…Η αρχιτεκτονική του ακολουθεί τον νεοκλασικό ρυθμό, με πρόπυλο κορινθιακού ρυθμού. Το σύνολο των χρημάτων για την ανέγερσή του διετέθη από τον Ε. Ζάππα τα δε σχέδια- επίβλεψη εργασιών ανατέθηκαν διαδοχικά στους αρχιτέκτονας Φ. Μπουανζέ αρχικά και στον Θεόφιλο Χάνσεν στη συνέχεια.
  6. Αέρηδες
    Στα ανατολικά της Ρωμαϊκής Αγοράς βρίσκεται ο Πύργος των Aνέμων ή το Ωρολόγιον του Κυρρήστου ή αέρηδες. Οφείλει το όνομα του στον κατασκευαστή του αστρονόμο Ανδρόνικο οπό την Κύρρο της Μακεδονίας. Η μεταγενέστερη ονομασία του, Ναός του Αιόλου ή Αέρηδες, προήλθε οπό τις αναπαραστάσεις με επιγραφές των ονομάτων οκτώ ανέμων στο επιστήλιό του.
  7. Περίπατος στην παλιά Αθήνα
    Οι παλιές φωτογραφίες και ειδικότερα της Αθήνας πάντα με συγκινούσαν από μικρό παιδί. Με έκαναν να αναλογιστώ την διαδρομή της στο πέρασμα της ιστορίας και να κατανοήσω πόσο τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ακόμα και σήμερα στον τακτικό μου Σαββατιάτικο περίπατο στο Μοναστηράκι κάθομαι στα παλιατζίδικα και χαζεύω ότι το πιο παλιό από φωτογραφίες, εφημερίδες της εποχής, παλιά καρτ ποστάλ και αντικείμενα. Νοερά ζω στην παλιά Αθήνα…

Author: Μνήμες

Subscribe
Notify of
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments