Προέλευση των κατοίκων του Κίτρους

ΦΡΟΝΗΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΚΙΤΡΟΥΣ

Το Κίτρος, με το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821 κι ύστερα απ’ την εκτέλεση του επισκόπου Μελέτιου στη Θεσσαλονίκη (18 Μαΐου 1821), του οποίου η θανάτωση θεωρήθηκε απ’ τους Οθωμανούς σαν ισχυρή απόδειξη ενοχής του χωριού και συμμετοχής του στην εξέγερση της απελευθέρωσης, εκτέθηκε στην οργή των Τούρκων και θεωρήθηκε σα φωλιά των επαναστατών και εστία ταραχών και πονοκέφαλων για το Γιουσούφ πασά της Θεσσαλονίκης. Γι’ αυτό και τα πρώτα τουρκικά στρατεύματα που αποβιβάστηκαν σ’ αυτό, με προορισμό τη Μηλιά και τα άλλα ορεινά χωριά των Πιερίων, το χτύπησαν με ιδιαίτερη μανία και το ερήμωσαν τελείως. Απόδειξη και περιγραφή του μεγέθους της καταστροφής αυτής του Κίτρους είναι το έγγραφο του ίδιου του καταστροφέα Μπαϊράμ πασά προς τους ιεροδίκες της Πιερίας, στο οποίο με κομπασμό αναφέρει ότι ‘’τα σπίτια τα έκαμα στάχτη, έτσι που να μη ακούγεται ούτε ένας κόκορας’’1. Ο πληθυσμός τότε, όσος δεν πρόλαβε να φύγει στα βουνά και τα δάση, σφάχτηκε ή σκλαβώθηκε και το χωριό αποδεκατίστηκε και έσβησε.

Πριν απ’ την επανάσταση του 1821 και πριν απ’ την κάθοδο των Αλβανών και του Αλή πασά  προς νότο, το Κίτρος βρίσκονταν σε ακμή και ο πληθυσμός του έφτανε τους 3 χιλιάδες κατοίκους2. Απ’ αυτούς, η μεγάλη πλειονότητα ήταν Έλληνες χριστιανοί και λιγοστοί μόνο Τούρκοι. Αυτό συμπεραίνεται κι απ’ τους πολλούς χριστιανικούς ναούς που υπήρχαν τότε στο χωριό. Ο Leake, όταν πέρασε από δω, βρήκε έξι εκκλησίες και μερικούς τούρκικους πύργους, πράγμα το οποίο προϋποθέτει παλιότερη ακμή του χωριού. Οι πύργοι ίσως να ήταν κονάκια μπέηδων3 ή δημόσια κτίρια ή πιθανό να ήταν φρούρια για την προστασία του χωριού απ’ τους κάθε είδους οπλοφόρους των βουνών, τους πειρατές της θάλασσας και τους εχθρούς του σουλτάνου.

Το γεγονός ότι οι περισσότεροι απ’ τους ναούς που είδε ο Leake ήταν ερειπωμένοι, μεταθέτει πραγματικά την ακμή του Κίτρους σε άλλες δεκάδες χρόνια πίσω. Επίσης, η παρουσία ενός μόνο μιναρέ και η απουσία παρεμφερών ερειπίων και υπολειμμάτων ή άλλων ενδείξεων, που να μαρτυρούν την παλιότερη ύπαρξη και άλλων μουσουλμανικών τεμενών στην περιοχή, βεβαιώνει την άποψη ότι, ποτέ το Κίτρος δεν κατοικήθηκε από πολυάριθμες τουρκικές οικογένειες και δεν κατακλείστηκε από τουρκικό πληθυσμό, όπως τα γύρω χωριά, Τόχοβα (Τρίλοφος), Βρωμερή (Καλλιθέα), Πάλιανη (Σφενδάμη), Κορινός κ.λ.π..

Ακόμα και αν κατά καιρούς ο τουρκικός πληθυσμός αυξήθηκε, ουδέποτε υπερίσχυσε του ελληνικού. Ιδιαίτερα, μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, πολλές απ’ τις τουρκικές οικογένειες του χωριού, για περισσότερη ασφάλεια, μετοίκησαν στην Κατερίνη και το οθωμανικό στοιχείο αραίωσε περισσότερο.

Παρακμή

Τι ήταν, όμως, εκείνο που συντέλεσε στην παρακμή του Κίτρους, στον αφανισμό του πολυάριθμου πληθυσμού του και στον περιορισμό του σε ελάχιστους μόνο κατοίκους;

Κάποιος ή κάποιοι διωγμοί, κάποιες μεγάλες καταστροφές και αλλεπάλληλες συστηματικές ερημώσεις θα συνέβαλαν ασφαλώς στον αφανισμό του. Ο μακροχρόνιος βενετοτουρκικός πόλεμος (1645-1669) και οι ασταμάτητες κατά τη διάρκειά του διακινήσεις τουρκικών στρατευμάτων και άλλων ασκεριών απ’ τον τόπο του, οι κάθε είδους επιδρομές των Λατίνων, πειρατικές και άλλες εναντίον του, η κάθοδος των Αλβανών και του Αλή πασά της Πιερίας, ο ασταμάτητος ένοπλος αγώνας των κλεφταρματολών του Ολύμπου και των Πιερίων, οι βαριές φορολογίες και οι κάθε είδους καταπιέσεις και βασανισμοί των κατοίκων του απ’ τους δυνάστες οθωμανούς και οι διαρκείς ξεσηκωμοί των ραγιάδων κατά του τυράννου, καθώς και τα κύματα της πληθυσμοκτόνας πανούκλας, που ενέσκυπταν κατά καιρούς, ήταν τα κυριότερα αίτια της παρακμής και της μέχρι εξαφανισμού σμίκρυνσης της άλλοτε θαλερής και πολύκοσμης κωμόπολης.

Κι έχουμε αρκετά τέτοια περιστατικά την εποχή εκείνη. Κι αυτά είναι, η ασταμάτητη διακίνηση τουρκικών ασκεριών προς τη νότια Ελλάδα, ιδιαίτερα ύστερα απ’ την εγκατάσταση του σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ στη Λάρισα (1645-1669). Η διακίνηση του στρατού του Αλή Κουμουρτζή προς τη Θεσσαλία και νοτιότερα το 1714. Η επιδρομή ενετικών πλοίων στις ακτές της Πιερίας το 1686, 1689 και η λεηλασία του Κίτρους από Λατίνους πειρατές το 1766 και 1770. Οι εξεγέρσεις στην Πιερία από το 1600 ως τις μέρες της μεγάλης Εθνεγερσίας. Οι αβάσταχτες καταπιέσεις του πληθυσμού της περιοχής του Κίτρους απ’ τους Τούρκους, όπως επιβεβαιώνει ο Klarke και άλλοι περιηγητές. Οι αλλεπάλληλες φοβερές επιδημίες χολέρας, που ενέσκυψαν στη Μακεδονία από το 1713 ως το 1813 κ.λ.π.

Έτσι, όταν ο Leake επισκέφτηκε το χωριό πριν απ’ τον εθνικό ξεσηκωμό, το βρήκε να αποτελείται από λιγοστά μόνο σπίτια ελλήνων  γεωργοεργατών και ενός κονακιού, το οποίο ανήκε στον τούρκο σούμπαση, που ήταν τοποθετημένος εδώ απ’ το μπέη της Κατερίνης, στον οποίο ανήκε και το μέγιστο μέρος της περιοχής4.

Αντίθετα, ο Holland, που πέρασε από δω το 1812-13, λέγει ότι ‘’το Κίτρος κατοικείται το πλείστον από Τούρκους’’5. Τους ‘’κατοίκους’’ όμως που συνάντησε στο Κίτρος ο Holland ήταν ή έξι ή οχτώ Αρβανίτες, που κάθονταν γύρω-γύρω στη φωτιά, μέσα στο χάνι, όπου κατέφυγε κι ο ίδιος την κρύα εκείνη μέρα του Νοέμβρη, για να ζεσταθεί. Στο χωριό έμεινε όλο κι όλο μισή ώρα ο Άγγλος περιηγητής και δεν ξεύρει ακόμα αν οι έξι ή οχτώ παρακαθήμενοι στη φωτιά μέσα στο στάβλο του χανιού, που τον αγριοκοίταζαν, ήταν όλοι Τούρκοι ή Αλβανοί ή ήταν διάφοροι ταξιδιώτες, περαστικοί, που, καθώς ζεσταίνονταν, μιλούσαν μεταξύ τους τούρκικα. Επιπλέον, αν το 1812-13 οι κάτοικοι του Κίτρους ήταν Τούρκοι, δε θα υπήρχε λόγος να καταστρέψει τελείως το χωριό ο Μπαϊράμ πασάς το 1821, ταλαιπωρώντας και διασκορπίζοντας ομοεθνή και ομόθρησκό του πληθυσμό.

Όπως είδαμε, το Κίτρος καταστράφηκε, ερημώθηκε και ξαναχτίστηκε πολλές φορές. Έτσι, μέσα στη δίνη των συμφορών του, παλιοί κάτοικοί του διώχτηκαν, σκλαβώθηκαν ή αναγκάζονταν να το εγκαταλείψουν και να φύγουν προσωρινά ή και οριστικά σε άλλους τόπους και νέοι έρχονταν με την πάροδο των χρόνων, για να συμπληρώσουν τα κενά. Γι’ αυτό και η συνέχιση των παλιών γενεών διακόπτονταν κατά καιρούς και νέες έπαιρναν τη σκυτάλη της ζωής του πολυτάραχου χωριού. Οι παλιές οικογένειες απ’ τα ποικίλα δεινά αφανίζονταν και σε πολλές περιπτώσεις εξαφανίζονταν και νέα ονόματα ξεπρόβαλαν στο προσκήνιο. Είναι, λοιπόν, πολύ δύσκολο να ανατρέξει κανείς στο παλιό παρελθόν και να αναζητήσει αρχαίες γενεαλογικές διαδοχές και λεπτομέρειες.

Την εποχή του Αλή πασά και με την κάθοδο τη δική του και των ανθρώπων του προς νότο, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ και διάφορες οικογένειες ελληνικής ή και ελληνοαλβανικής προέλευσης απ’ τις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές. Με την ήττα, όμως και τον αφανισμό του Αλή το 1822, το μεγαλύτερος μέρος των Αρβανιτών, σαν άνθρωποι που ήταν του Αλή, διώχτηκε απ’ τους Τούρκους ή έφυγε απ’ την περιοχή του Κίτρους. Αλλά και με το φούντωμα της επανάστασης του 1821, στα Πιέρια και στον Όλυμπο και την τότε καταστροφή του χωριού, οι τουρκικές οικογένειες, όσες υπήρχαν στο χωριό, αποσύρθηκαν σε άλλα ασφαλέστερα μέρη. Επιπλέον, όσες ελληνικές οικογένειες πρόλαβαν, έφυγαν σε ορεινότερα χωριά και άλλους γύρω οικισμούς κι έτσι το Κίτρους ερημώθηκε σχεδόν τελείως.

Επανεγκατάσταση

Ύστερα απ’ την εδραίωση του ελληνικού κράτους των Αθηνών και το πρωτόκολλο του Λονδίνου 1829, τον καθορισμό των ελληνοτουρκικών συνόρων μέχρι τον Αχελώο (πρωτόκολλο Λονδίνου 1830)6 και τον κατευνασμό της αρχικής έξαψης της επανάστασης στη Μακεδονία, ορισμένοι κάτοικοι, που, διασκορπισμένοι στα γύρω ορεινότερα χωριά, επέζησαν των μεγάλων καταστροφών, επέστρεψαν στο ερημωμένο σχεδόν Κίτρος και προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν το χωριό και να το ξαναφέρουν στο ρυθμό και στο δρόμο της ζωής.

Στο μεταξύ κι ύστερα απ’ τα κάποια ευεργετήματα, που, έστω και φαινομενικά, έδωσαν στους χριστιανούς και στους μουσουλμάνους ραγιάδες τα σουλτανικά φιρμάνια, Χάττι-Σερίφ (1853) και Χάττι-Χουμαγιούν (1856)7, τα οποία η αγγλική πονηριά, για άμβλυνση της ρωσικής επιρροής στον οθωμανικό χώρο, επινόησε και η αγγλική διπλωματία, για συμπαράσταση τάχα και εκδούλευση του σουλτάνου, συνέταξε, αλλά για δικό της ουσιαστικά όφελος πρότεινε και επέβαλε8, νέοι έποικοι ήρθαν στο Κίτρος και το χωριό άρχισε να ξαναβρίσκει τον εαυτό του.

Γεαναλογικό δέντρο

Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί και η έρευνα του γενεαλογικού δέντρου των σημερινών κατοίκων του χωριού.

Οι παλιότερες  οικογένειες του Κίτρους σήμερα είναι: οι Παπαθανασαίοι (Τριανταφύλλου), οι Καλυβαίοι, οι Πανταζαίοι, οι Μανωλοπουλαίοι, οι Νικοπουλαίοι, οι Αβρααμαίοι, οι Πετροπουλαίοι, οι Νικολακαίοι, οι Δημολαίοι κ.λ.π.. Οι Παπαθανασαίοι ήρθαν στο Κίτρος απ’ το διπλανό Λευτεροχώρι. Οι Καλυβαίοι απ’ την Αλεξάνδρεια (Γιδά). Οι Πανταζαίοι απ’ την Κουλούρα του Κάμπου, οι Μανωλοπουλαίοι απ’ τη Σφενδάμη, οι Νικοπουλαίοι απ’ το Σταυρό της Βέροιας, οι Αβρααμαίοι και οι Πετροπουλαίοι απ’ τη Γεύγελη κ.λ.π.. Οι Νικολακαίοι, που η γενιά τους πάει 120-130 χρόνια πίσω, κατέβηκαν απ’ την Ελαφίνα των Πιερίων στο Ελευθεροχώρι τη δεκαετία 1850-1860 και μετά εγκαταστάθηκαν στο Κίτρος. Σαν πιο παλιότερη, όμως, απ’ όλες τις πατριές του χωριού θεωρείται η οικογένεια των Δημολαίων. Αυτό το επιβεβαίωνε και ο γερο-Γιάνκος Βούλγαρης, που πέθανε το 1945, σε ηλικία 105 χρόνων. Και η οικογένεια των Βουλγαραίων θεωρείται μια απ’ τις παλιότερες και ήρθε στο Κίτρος απ’ τα μέρη της Βουλγαρίας, γι’ αυτό και της έμεινε και το επίθετο Βούλγαρη.

Οι πρόγονοι όλων αυτών των οικογενειών ήρθαν στο Κίτρος λίγο πριν ή λίγο μετά το 1850. Μάλλον μετοίκησαν εδώ στη δεκαετία του 1850-1860, ύστερα απ’ τον Κριμαϊκό πόλεμο και τη συνθήκη του Παρισιού (30 Μαρτίου 1856) και μετά την κατάπνιξη της ηπειροιθεσσαλικής επανάστασης.

Την τάση για επανεποικισμό του Κίτρους, που επακολούθησε τις προαναφερθείσες καταστροφές και τα κατά τόπους ευεργετήματα που παρείχαν τα παραπάνω σουλτανικά διατάγματα, θα επωφελήθηκε μάλλον και ο κατόπι μεγαλοτσιφλικάς της περιοχής Ιωάννης Μπίτζιος και μετακινήθηκε απ’ το Γιδά εδώ. Το πότε η οικογένειά του μετοίκησε απ’ το Τσεπέλοβο της Ηπείρου στο Γιδά και γιατί, μας είναι άγνωστο. Πάντως, οι προπάτορές της δεν πρέπει να ήρθαν στη Μακεδονία σαν άνθρωποι του Αλή πασά, γιατί, αν έρχονταν σαν ευνοούμενοί του, θα έπρεπε να εγκατασταθούν μέσα στην επικράτειά του και όχι έξω απ’ αυτή. Και τα όρια της δυναστείας του Αλή έφταναν ως τη Μεθώνη9.

Στις αρχές της δεκαετίας του δεύτερου μισού του  19ου αιώνα, ο Ιωάννης Μπίτζιος κατάφερε να πατήσει πόδι στο Κίτρος, αποκτώντας μεγάλες εκτάσεις γης στο χωριό και στήνοντας το κονάκι της επικράτειάς του σ’ αυτό. Το τσιφλίκι του αποτελούνταν από 60 χιλιάδες στρέμματα.

Με την εγκατάσταση του Μπίτζιου στην περιοχή, θα πρέπει να ήρθαν πολλοί νέοι κάτοικοι στο χωριό, είτε σαν κολίγοι-ευνοούμενοί του ή ίσως γιατί έλπιζαν πως κάτω απ’ την αγγλική υπηκοότητα του αφεντικού, θα έβρισκαν κάποια προστασία απ’ τις τουρκικές αυθαιρεσίες και βιαιότητες.

Έτσι, σιγά-σιγά, ύστερα απ’ τις καταστροφές της περιόδου 1821-1854, το χωριό ξαναχτίστηκε, ζωντάνεψε και αναδείχτηκε σε κεφαλοχώρι της περιοχής. Οι καταπιέσεις και οι λεηλασίες των Τούρκων, βέβαια, δεν σταμάτησαν εδώ αλλά καμιά μεγάλη καταστροφή και διάλυση ή ερήμωση του χωριού δεν έγινε από τότε. Γι’ αυτό κι ένα μεγάλο μέρος των σημερινών κατοίκων είναι απόγονοι των οικογενειών που κατοικούσαν σ’ αυτό στα τέλη του 19ου αιώνα και που έζησαν τις δυναμικές προσπάθειες που κατέβαλαν οι κάτοικοι της Πιερίας και της Μακεδονίας γενικότερα στις αρχές του αιώνα μας, για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και της οθωμανικής τυραννίας, που τόσα και τόσα κακά επισώρευσαν στον τόπο.

Παρά τις τόσες καταπιέσεις, τους διωγμούς και τις συμφορές που υπέστη το Κίτρος στη μακραίωνη δουλεία του, η συνείδηση των χριστιανών κατοίκων έμεινε πάντοτε ελληνική και άσπιλη διατηρήθηκε ως το τέλος της σκλαβιάς του10.

Από ένα φιλολογικό κατάστιχο του 1527-28, που βρέθηκε στα αρχεία του Τεφτέρ-Χανέ της Πόλης (υπουργείο Οικονομικών), διαπιστώνουμε ότι την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, το κύριο πληθυσμιακό στοιχείο της περιοχής του Κίτρους ήταν το ελληνικό.

Στο κατάστιχο αυτό, αναγράφονται τα ονόματα των αρχηγών των φορολογούμενων οικογενειών, τα προϊόντα που καλλιεργούσαν και το ποσόν που ο καθένας πλήρωνε στους εισπράκτορες του σουλτάνου.

Από τα στοιχεία αυτά βλέπουμε, ότι από τους 1245 κατοίκους που είχε τότε το χωριό, το 83% ήταν Έλληνες, το 8,6% Βουλγαρικής ή Σλαβική προέλευσης και το 8,4% διάφοροι. Έτσι, διαπιστώνεται πως το μέγιστο ποσοστό του πληθυσμού της περιοχής εκείνη την εποχή ήταν ελληνικό και επικρατέστερη γλώσσα –αν όχι αποκλειστική- ήταν και τότε η ελληνική. Απ’ τον κατάλογο αυτό προκύπτει επίσης, ότι επικρατέστερα επίθετα των κατοίκων ήταν τα επαγγελματικά, με αρκετά ενισχυμένα και τα επίθετα που προέρχονταν από παρατσούκλια. (Ανακοίνωση Β. Δημητριάδη, Τουρκολόγου Πανεπιστ. Κρήτης).

Στις συλλογές των τουρκικών  εγγράφων που έχουμε σήμερα στα χέρια μας, δεν συναντούμε ομαδικές ή έστω και μεμονωμένες εντυπωσιακές σε αρθμό εξισλαμίσεις, ακόμα και στα πιο σκοτεινά χρόνια της δουλείας11. Αντίθετα, κάτι συναντούμε στις αποφάσεις ιεροδικείων για τα άλλα  χωριά της Πιερίας. Αυτό αποδεικνύει πως παράλληλα με το εθνικό ήταν ακμαίο και το θρησκευτικό φρόνημα των Κιτριωτών. Ίσως σ’ αυτό να συνέβαλε και η ύπαρξη της παλιάς και ιστορικής επισκοπικής έδρας στο χωριό.

Θρησκεία

Η ελληνική, μονολιθική σχεδόν σύνθεση του χωριού, η ενισχυμένη θρησκευτική συνείδηση των κατοίκων και η σχετική οικονομική ευμάρεια και φιλοτιμία τους, ‘’εκτιμήθηκαν’’ ανάλογα απ’ τους κάθε είδους ρασοφόρους όλων των εποχών και συνέβαλαν στην αδιάκοπη και σ’ όλες τις περιόδους παρουσία ιερωμένων-ζητητών στους δρόμους του Κίτρους και στην τακτική και διαιωνιζόμενη περιφορά αγίων ‘’λειψάνων’’ στα σκυθρωπά χαμόσπιτά τους. Καλόγεροι και ρασοφόροι κάθε ηλικίας, ποιότητας και προέλευσης κατέφταναν στο χωριό και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες του καλοκαιριού, όταν τα αλώνια είχαν τελειώσει και η σοδειά είχε συγκεντρωθεί. Και δεν έρχονταν τέτοιοι ζητητές μόνο απ’ τα μοναστήρια της Πιερίας και τα γύρω απ’ αυτήν. Έφταναν ως εδώ παράξενες κι άγνωστες καλογερίστικες μορφές με ορμαθό από μουλάρια, φορτωμένα σακιά και δισάκια, για να εισπράξουν τα ‘’δικαιώματα’’ των Αγίων, απ’ τα Μετέωρα, την Αττική, το Άγιο Όρος κι ακόμα απ’ τα μοναστήρια του Σινά και της Κωνσταντινούπολης.

Όπως διηγούνται οι γέροι, από λεγόμενα και ιστορίες των παππούδων τους, η επαιτεία των καλόγηρων είχε καταντήσει γάγγραινα για το χωριό κι ήταν εξίσου οδυνηρή όπως και τα διάφορα χαράτσια των Τούρκων. Τα δεύτερα τα πλήρωναν οι ραγιάδες, γιατί φοβούνταν τον Τούρκο. Τα πρώτα τα έδιναν οι χριστιανοί, γιατί φοβούνταν τον Άγιο. «Απ’ τον Τούρκο κρύβαμε και κάτι καμιά φορά, όταν μπορούσαμε να αποφύγουμε το μάτι του», είπε χαρακτηριστικά ένας γέροντας. «Απ’ τον Άγιο, όμως, δεν μπορούσαμε, γιατί, όπως μας έλεγαν οι καλόγεροι, μας έβλεπε πάντοτε από ψηλά. Μας έλεγαν, όμως, ψέματα. Γιατί ποτέ κανένας δεν είδε από ψηλά τη φτώχεια, τη γύμνια και την εξαθλίωση που έδερνε τα σπίτια μας, παρ’ ότι οι σκεπές μας ήταν τρύπιες κι ανοιχτές από παντού όλο το χρόνο και η βροχή και το κρύο μας θέριζαν, χωρίς κανένα οίκτο».

Στις αυλές ορισμένων σπιτιών συγκέντρωναν τα τσουβάλια με το γέννημα οι καλόγεροι, έχοντας κάθε μοναστήρι το δικό του στέκι και, σαν τελείωνε ‘’η γύρα’’ του χωριού, τα σήκωναν με φάλαγγα μουλαριών και τα έπαιρναν για το μοναστήρι ή τα κατέβαζαν στις κιτριώτικες ακτές κι εκεί τα φόρτωναν σε βάρκες και καΐκια, που έρχονταν ειδικά γι’ αυτό το σκοπό. Πολλές φορές, τα τσουβάλια ήταν πολλά, που στο αντίκρισμά τους νόμιζες πως έσπερναν οι γεωργοί και θέριζαν οι καλόγεροι.

Γλώσσα

Η γλώσσα των κατοίκων ήταν πάντοτε ελληνική, αν και με την πάροδο των αιώνων είχαν παρεισφρήσει διάφορες τουρκικές ή αλβανικές λέξεις στο λεξιλόγιό τους. Η διάλεκτος δε που μεταχειρίζονταν οι Κιτριώτες ήταν σχεδόν αυτή που ομιλούνταν σ’ ολόκληρη την Πιερία και που λίγο ή πολύ συνεχίστηκε να ομιλείται και στις μέρες μας και κυρίως μέχρι τα χρόνια του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Μετά τον πόλεμο κι ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, η εξάπλωση της παιδείας και η ελαχιστοποίηση του αναλφαβητισμού εξομάλυναν περισσότερο το παλιό ιδίωμα της γλώσσας, πλούτισαν το λεξιλόγιο των κατοίκων και σχεδόν έσβησαν τις παλιές παρείσακτες λέξεις και την αρχαιότερη φρασεολογία και προφορά τους.

Οι βασικότερες γλωσσικές ιδιομορφίες που συναντούσε κανείς στα παλιότερα χρόνια και εν μέρει τις συναντάει ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα μεταξύ των γεροντότερων, ήταν η ανυπαρξία του αρσενικού άρθρου ‘’ο’’, η μεταβολή των καταλήξεων ‘’ος’’ και ‘ες’’ του πληθυντικού των αρσενικών σε ‘’ους’’ και ‘’ις’’ αντίστοιχα, η μετατροπή σε πολλές περιπτώσεις του ‘’ες’’ και ‘’αι’’ σε ‘’ι’’, του άρθρου ‘’το’’ στο ‘’του’’ κ.λ.π.. Επίσης, η συντόμευση ή η τέλεια συχνά εξάλειψη των καταλήξεων και η προφορά του μελλοντικού ‘’θα’’ σε ‘’δα’’.

Δεν έλεγαν, για παράδειγμα, ο παπάς και ο δάσκαλος αλλά “η παπάς κι η δάσκαλους”. Ούτε ‘’εκείνο το παιδί θα πάρει τα λεφτά’’, αλλά ‘’ικείνου του πιδί δα πάρ(ι)12 τα λιφτά’’.

Άλλη μια αξιόλογη ιδιομορφία στη γλώσσα τους ήταν και η αντιστροφή σε πολλές περιπτώσεις των γραμμάτων των καταλήξεων ορισμένων λέξεων, η αλλοίωση των καταλήξεων ή και η εξαφάνισή τους. Αντί π.χ. να πουν ο Θανάσης, έλεγαν η Θανάης.

Αντί ο Γιώργης, η Γιώρς, η Βαγγέλτς κ.λ.π.. Επίσης, συντόμευαν τα απλά και τα εμπρόθετα άρθρα και σχεδόν τα συγχώνευαν με το ουσιαστικό ή το επίθετο που αφορούσαν και με ορισμένες άλλες γραμματικές αλλαγές, τα πρόφεραν σα μια λέξη. Αντί να πουν ‘’πήγα στην Κατερίνη’’ έλεγαν ‘’πήγα στ Γκατερίν(ι)’’. Αντί ‘’έχασα την προβατίνα’’, έλεγαν ‘’έχασα ντ μπρουβατίνα’’. Αντί δούλεψα στους Αλεξαίους’’, έλεγαν ‘’δούλιψα στσ’ Αλιξαί’’ κ.λ.π.. Όσον αφορά τα ρήματα, πρέπει να σημειωθεί ότι στον πληθυντικό αριθμό μετέφεραν τον τόνο των προπαροξύτονων απ’ την προπαραλήγουσα στην παραλήγουσα. Δεν έλεγαν πήγαμε αλλά πηγάμι. Αντί εφάγαμε, εφαγάμι, εγραψάμι, ειδάμι, ειπάμι κ.λ.π..

Το παρακάτω αυτοσχέδιο κείμενο θα δώσει ένα μικρό δείγμα της κιτριώτικης φρασεολογίας και προφοράς.

‘’Πηγάμι με τουν Γιώρ(η)13 στου δάσκαλου. Ήταν κι ι παπαΘανάης ικεί. Τσ’ ειπάμι κι τσ’ δυο πως δεν τα πήρι τα λιφτά του πιδί μ’. Του τάλιρου του είχαν αλλνοί φαγουμένου. Παρακάλτσι κι η Γιώρς να μη μι του κακουπάρουν του πιδί κι μι φύγ(ει) απ’ του σκουλειό. Στου κάτου-κάτου τα λιφτά δα τσ’ τα πληρώσου ιγώ στουν κιρό π’ δα μάσουμι τ’ αρβίθια, μια που διρπάν(ι) δεν έβανι του σπίτι μας φέτου.

Η δάσκαλους κνούσι του κιφάλι τ’. Η παπάς μούλουνι κι αυτός κι ούλου τηρούσι τουν δάσκαλου. Φαίνιτι πως ήθιλαν του τάλιρου ικείν(η) ν’ ώρα.

Δα τσ’ του έδουνα κι ας ήταν άδικου π’ τουν Θιο. Μα δεν του είχα όμους. Φτουχοί ανθρώπ(οι) είμαστι γλεπς. Πού να του βρούμι τέτοιουν κιρό ένα μαζουμένου τάλιρου;

Αν ήθιλι η παπάς κάτ(ι) δα γένουνταν κι για του πιδί κι για τ’ ιμένα. Μα δεν του θέλτσι. Τσιμουδιά δεν έβγαλι. Ντιπ μόκουτους14. Εσκιψάμι κι ιμείς τα κιφάλια μι του Γιώρ(η) κι δεν ειπάμι άλλ(η) κουβέντα. Εκαμάμι ότ(ι) μπουρούσαμι, μα η δλεια δεν θέλτσι να γέν(ει). Η φουτιά δεν έφσει. Μας τν’ είχαν καλά οι αλλνοί αναμέν(η). Καψαλνιούμασταν. Καιγουμάσταν κια οι δυο. Κι ας ιχάμι του δίκιου θκο μας Αλλά πού να σι καταλάβ(ει) η δάσκαλους, αφού δεν σι καταλαβαίν(ει) η παπάς!!».

Ήθη και Έθιμα

Παράλληλα με τη γλώσσα, διαφοροποιήθηκαν μέχρις ενός βαθμού, με την πάροδο του χρόνου και τα ήθη και έθιμα των κατοίκων. Το ουσιαστικότερο στοιχείο της διαφοροποίησης αυτής είναι η απαλλαγή κατά το πλείστο απ’ τις παλιές και τις παλιότερες δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις που διατηρούσαν στο χωριό και πάνω στις οποίες στήριζαν τις συνήθειές τους και τον τρόπο της ζωής τους. Βέβαια, η διείσδυση αυτών των συνηθειών στην καθημερινή τους ζωή, αν δεν προωθούσε την εξέλιξη των κατοίκων, δεν έβλαπτε ουσιαστικά την κοινωνική τους συνοχή και αντί να απωθεί έδενε περισσότερο τους χωριανούς μεταξύ τους. Τη συνένωση φυσικά αυτή δεν την ενίσχυε μόνο η διατήρηση από όλους γενικά των ίδιων καλών ή κακών συνηθειών στον τρόπο ζωής τους αλλά τη δυνάμωνε περισσότερο η κοινή μοίρα του ραγιά και του κολίγου και τη συγκρατούσε ως ένα βαθμό σταθερή το πολύ χαμηλό και κοινό σε όλους μορφωτικό επίπεδο. Η μόνη παιδεία στο χωριό ήταν το δημοτικό σχολείο κι εκείνος που το τελείωνε ‘’ήξερε γράμματα’’. Ύστερα, σε πολλές περιπτώσεις, η φτώχεια, η ανέχεια και η δυσατυχία ήταν και οι βασικοί ρυθμιστές της ταλαίπωρης ζωής των κατοίκων κι αυτές, μαζί με τις επιδράσεις των δεισιδαιμονιών, των προλήψεων και των μοιρολατρικών και πεσιμιστικών επιρροών των καθημερινά σχεδόν περιφερόμενων καλόγηρων-ζητητών στο χωριό, ήταν ως ένα βαθμό, οι κύριοι συντελεστές της διαμόρφωσης των ηθών και των εθίμων των κατοίκων.

Ανεξάρτητα, όμως, απ’ τις προλήψεις και τις διάφορες δεισιδαιμονίες, που διατηρούνταν έντονες κι αναζωπυρώνονταν σε κάθε θεομηνία, αρρώστια ή καταστροφή και παρ’ όλα τα δεινά της σκλαβιάς, η αλληλοεκτίμηση μέσα στη μικρή κοινωνία του χωριού, η σταθερότητα των λόγων των μελών της, η αλληλοπροστασία, ο σεβασμός προς τους μεγαλύτερους και η βοήθεια των φτωχότερων, ήταν κατά κανόνα αρετές αρκετά αναπτυγμένες στο Κίτρος.

Ο Παρθένιος Βαρδάκας αποκαλεί τους Κιτριώτες φίλεργους, φιλόπονους και νομοταγείς και υπογραμμίζει το ‘’αρρενοπρεπές’’ του χαρακτήρα τους, την φιλοπατρίαν και την οικογενειακήν φιλοστοργίαν τους15.

Η μοίρα αντρών και γυναικών ήταν η ίδια, αν και επικρατούσε η πατριαρχική οικογένεια και εξίσου άντρας και γυναίκα μοιράζονταν τα βάρη της στερημένης τους ζωής. Μαζί δούλευαν στα χωράφια, μαζί στα αλώνια, μαζί στα αμπέλια και μαζί γενικά σ’ όλες τις γεωργικές εργασίες, που ήθελαν εργατικά χέρια και σκληρή δουλειά. Ακόμα-ακόμα, μαζί πήγαιναν να πλύνουν στα ρέματα και στα ρυάκια τα βαριά ρούχα, τα σκεπάσματα και τα στρωσίδια του σπιτιού μια η δυο φορές το χρόνο.

Ο άντρας ετοίμαζε το κάρο με τα ζώα, φόρτωνε το καζάνι, την κουπάνα (σκάφη), τον κόπανο και τα ρούχα και, με τη γυναίκα δίπλα του πάνω στο βοϊδόκαρο, ξεκινούσαν πρωί-πρωί και κατέβαιναν στο ρέμα της προτίμησής τους. Τέτοια σημεία ήταν του παπά η βρύση, του Αγίου Δημητρίου το ρέμα ή η ρεματιά της ‘’Σκάλας’’ (ανατολικά του σημερινού λιμανιού). Εκεί, ο άντρας ενδιαφέρονταν για τη φωτιά, κουβαλούσε νερό και ξύλα κι ενώ η γυναίκα στρώνονταν στην πλύση, αυτός έβοσκε τα ζώα στα γύρω χέρσα ξανοίγματα της ρεματιάς. Ο καπνός του καζανιού, που σιγανέβαινε ήσυχος τις πρωινές ώρες προς τον ουρανό μέσα απ’ το βάθος της δασωμένης ρεματιάς, πρόδινε την παρουσία τους εκεί, πράγμα το οποίο διαλαλούσε λίγο αργότερα με τον υπόκωφο κρότο του κι ο κόπανος, καθώς πάσχιζε κι αυτός με τα ρυθμικά χτυπήματά του, που αντιβούιζαν στις πυκνοδασωμένες χαραδρώσεις και πνίγονταν στα φουντωτά τσαλιά και στα πυκνά βάτα, να συντομέψει το πλύσιμο και να απαλλάξει τη νοικοκυρά απ’ το ασταμάτητο τρίψιμο και ξανατρίψιμο των υφαντών και των χοντροπλεγμένων ρούχων.

Με το σπάσιμο του μεσημεριού, γέμιζαν τα γύρω χαμόκλαδα και τα καταπράσινα μικροξανοίγματα με φρεσκοπλυμένα κι απλωμένα διάπλατα στον ήλιο υφαντά κιλίμια, φλοκιαστές βελέντσες και λουρωτές ή ψηφιδωτές κουβέρτες, μαύρες υφαντές βράκες ή κάτασπρα από κάποτο φαρδιά και μακριά σώβρακα, με τα κορδόνια τους στις άκρες των μπατζακιών για να δένουν στον αστράγαλο. Ανάμεά τους, ξεχώριζαν άσπρες φανέλλες ή πολύχρωμες πλεχτές μπλούζες, μπλε σκουφούνια, σκούρες πουκαμίσες και καλοδουλεμένοι στον αργαλειό τζιουμπέδες κι αντιριά.

Τα έντονα χρώματα των τόσων ρούχων, που έλαμπαν φρεσκοπλυμένα και υγρά στην αντηλιά, μαζί με τον απαλό γκριζομπλέ καπνό, που, απ’ τη μισοσβησμένη τώρα πια φωτιά του καζανιού, σιγανέβαινε νωχελικός κι αέρινος προς τον καταγάλανο ουρανό, σύνθεταν μια όμορφη και φαντασμαγορική εικόνα. Το σπάνιο αυτό σύμπλεγμα τόνιζε η φρεσκολουσμένη νοικοκυρά, που, ανασκουμπωμένη και νεταρισμένη τώρα απ’ το μεγαλύτερο μέρος της κοπιαστικής δουλειάς της, απολάμβανε με ικανοποίηση κοντά στον άντρα της το λιτό γεύμα, που ή ίδια με φροντίδα είχε ετοιμάσει από βραδύς και με προσοχή το είχε τυλίξει νωρίς το πρωί στην άσπρη υφαντή πετσέτα με τα χρωματιστά κεφαλάρια, ξεχωριστό κομμάτι της προίκας της, που τώρα λαμπύριζε κι αυτή απλωμένη στην καταπράσινη χλόη.

Πιο κάτω, τα βόδια, καθισμένα ξέγνοιαστα στην άκρη της ρεματιάς, αργομασούσαν βαριεστημένα και κοίταζαν αδιάφορα το παιχνιδιάρικο νερό, καθώς αργοκυλούσε αμέριμνο κι αθόρυβο κι εκείνο δίπλα τους.

Κι όλο αυτό το σύμπλεγμα έδινε ένα σπάνιο τόνο στο περίτεχνα κι ανέμελα ζωσμένο απ’ τη φύση καταπράσινο τοπίο, που χάθηκε σήμερα για πάντα από μας.

Στην εκκλησία είχαν όλοι τους μεγάλη αδυναμία –γι’ αυτό και, όπως είδαμε, διατηρούσαν πολλές στο χωριό- κι ο παπάς θεωρούνταν απ’ όλους σεβάσμιο και ιερό πρόσωπο. Ο λόγος του ήταν νόμος. Εκκλησιάζονταν συχνά και έκαναν τάματα και μικροδωρεές στις εκκλησίες και στους Αγίους. Κάθε τόσο και ιδίως τις μέρες νηστειών και τις παραμονές μεγάλων γιορτών θυμίαζαν στα σπίτια, για να διώξουν απ’ αυτά τους διαβόλους και τα κατά πνεύματα και άνοιγαν με δέος τις πόρτες κάθε πρωτομηνιά, για να μπει και να τα ‘’διαβάσει’’ ο παπάς και να τα ραντίσει με αγιασμό απ’ το μπακράτσι που κουβαλούσε μαζί του. Άλλοτε πάλι, τα ράντιζαν οι ίδιοι κάπου-κάπου με αγιασμό των Θεοφανείων, που κρατούσαν με ευλάβεια σ’ ένα μπουκαλάκι, μέσα στο εικονοστάσι του σπιτιού. Το εικονοστάσι είχε πάντοτε την καλύτερη θέση, στην πιο καλή γωνιά της καλύτερης κάμαρης. Απ’ τον αγιασμό των Θεοφανείων έριχναν στα χωράφια, για να ευλογηθούν τα σπαρτά και να αυξηθούν οι σοδειές τους ή σταύρωναν ανθρώπους και ζώα όταν αρρώσταιναν βαριά, για να γιατρευτούν.

Έκαναν το σταυρό τους σε ένδειξη έκπληξης ή φόβου. Πίστευαν στο μάτιασμα, στην κακιά ώρα, στα μάγια, στις κατάρες, στις νεράιδες και στα ξωτικά. Ήταν θεοφοβούμενοι, γι’ αυτό και οι κάθε είδους αργυρολόγοι-καλόγεροι, που συστηματικά περιέφεραν ‘’κάρες αγίων’’, ‘’τίμια ξύλα’’, ‘’θαυματουργές εικόνες’’ κι ό,τι άλλο σοφίζονταν να προσφέρουν για ‘’προσκύνημα’’ ή για πούλημα στους πιστούς, έβρισκαν καταφύγιο και καλή σοδειά στο Κίτρος.

Οι προ 50/ετίας και παλιότεροι κάτοικοι ήταν ποτισμένοι με περίσσιο φόβο Θεού, με πολλή απλοϊκότητα και με παραπανίσια ευπιστία. Και οι καλοσύνες τους αυτές γέμιζαν με γρηγοράδα τα δισάκια των πραματευτάδων ρασοφόρων, που με καραβάνι μουλαριών πηγαινοέρχονταν στους δρόμους του χωριού, αναστατώνοντάς το με τα ηχηρά και καλογυαλισμένα διπλά και τριπλά μπρούντζινα καμπανωτά κουδούνια των βαρυφορτωμένων υποζυγίων τους.

Τα χρόνια εκείνα, οι γάμοι γίνονταν με προξενιό κι ο αρραβωνιαστικός δεν μπορούσε κατά κανόνα να δει την αρραβωνιαστικιά του από κοντά πριν απ’ τα στέφανα. Όπως διηγούνται οι σημερινοί γέροι για τους πατεράδες και τους παππούδες τους, έβλεπαν τότε τις αρραβωνιαστικές του μόνο απ’ τις αυλές. Και χαρά σε κείνους τους αρραβωνιασμένους που τα σπίτια τους ήταν κάπως κοντά και μπορούσαν να διακρίνουν ο ένας τον άλλο από κάποια απόσταση. Ούτε και την ώρα του γάμου επιτρέπονταν παλιότερα να δει ο γαμπρός τη νύφη. Έτσι, πολλές φορές, άλλη προξένευαν του γαμπρού στην αρχή και με μια άλλη απ’ τις αδερφές της τον στεφάνωναν στο τέλος, χωρίς να μπορεί πια ο δύστυχος να αντιδράσει γι’ αυτό, γιατί η στέψη θεωρούνταν τετελεσμένο γεγονός.

Η απόκτηση γιου γέμιζε με περηφάνια τους γονείς και σκορπούσε χαρά στο σπίτι, ενώ η απόκτηση κόρης τους μείωνε και τους δυσαρεστούσε. Γι’ αυτό και η γέννηση αγοριού γιορτάζονταν απ’ όλο το σόι με χαρές και ξεφαντώματα, ενώ ο ερχομός κοριτσιού σκορπούσε σ’ όλους κατήφεια και ανάγκαζε ιδιαίτερα τις γριές να καταβάλουν προσπάθειες, ώστε να κάνουν τον ερχομό του όσο γίνονταν πιο ανεκτό. Φυσικά, ο βραχνάς της προίκας ανάγκαζε τους γονείς να μεροληπτούν τόσο έντονα απέναντι στα παιδιά τους.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια τη νύχτα και τραγουδούσαν τα κάλαντα. Θεωρούνταν δε ευτυχία, ιδιαίτερα απ’ τους μικρούς, το να χιονίζει εκείνη τη βραδιά. Οι νοικοκυρές έδιναν στις παρέες των παιδιών ξερά σύκα, σταφίδες, χαρούπια και κάπου-κάπου και καμιά δεκάρα. Η δεκάρα προξενούσε ξεχωριστή ικανοποίηση και χαρά στους μικρούς, που σπάνια την έβλεπαν στα χέρια τους.

Επίσης, το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς, τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια και τραγουδούσαν τον Άγιο Βασίλη. Τη μέρα της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανείων, κοντά στο σχόλασμα της εκκλησίας, μεγάλα παιδιά –και άντρες ακόμα- ντύνονταν ‘’καπεταναραίοι’’ με φορεσιές κλεφταρματωλών, με ξύλινες μαχαίρες στα χέρια και βαριά κουδούνια στη μέση και τραγουδούσαν και χόρευαν στους δρόμους και στις αυλές. Απ’ τα κουδούνια που φορούσαν όλοι τους, τους έλεγαν Κουδουνάρους ή κατά το κιτριώτικο ‘’Γκδουνάρους’’. Οι ‘’γκδουναροί’’, όπως ήταν μεταμφιεσμένοι με μακριά ψεύτικα μουστάκια και γένια, με φαρδιά ζωνάρια και χοντρές κάπες, με χοντροκομμένες μάσκες και χτυπητά βαψίματα, γίνονταν πολλές φορές φόβητρο των μικρών και των κοριτσιών.

Οι ενέργειές τους, τα πηδήματα και οι φιγούρες τους στους δρόμους και τα καμώματά τους στις αυλές των σπιτιών, εξαρτιόνταν απ’ τη διάθεση και το χαρακτήρα του καθένα απ’ αυτούς. Παρ’ ότι φαινομενικά φοβέριζαν ή κυνηγούσαν κάποιο μικρότερο ή κάποια κοπέλα στα σοκάκια ή ανάγκαζαν και κανένα μεγάλο καμιά φορά να περάσει σκυφτός κάτω απ’ τη μαχαίρα τους σε ένδειξη προσκύνησης και υποταγής στην εξουσία τους, στην ουσία δεν γίνονταν έκτροπα ή φασαρίες. Όλα, παρά την αγριάδα τους, είχαν κάποια χάρη και έδιναν ένα έντονο χρώμα στη ζωή εκείνων των γιορταστικών ημερών, που θεωρούνταν και οι ‘’μεγάλες μέρες’’.

Τη μέρα του Λαζάρου, οι κοπέλες γύριζαν στα σπίτια δυο-δυο, μ’ ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια και τραγουδούσαν το ‘’Λάζαρο’’. Υποτίθεται πως ήταν οι αδερφές του φίλου του Χριστού, Μάρθα και Μαρία. Οι νοικοκυρές τις έδιναν συνήθως αυγά, τα οποία στο τέλος τα μοιράζονταν μεταξύ τους και τα έβαφαν κόκκινα το Πάσχα.

Τη μέρα του Πάσχα, το πρωί, μετά την Ανάσταση, τα παιδιά πήγαιναν στους παππούδες τους και στο νουνό ή στη νουνά τους κόκκινα αυγά με εφτάζυμες καλοζυμωμένες κουλούρες, τυλιγμένες σε άσπρες καλές πετσέτες.

Ήταν ένα έθιμο εκδήλωσης σεβασμού απ’ τους μικρούς προς τους μεγάλους, που διατηρείται ακόμα και σήμερα αλλά σε μικρότερη κλίμακα.

Επίσης, εκδήλωση ιδιαίτερου σεβασμού των νεότερων προς τους γεροντότερους εξωτερίκευαν και τα έθιμα της Αποκριάς. Το βράδυ εκείνο, οι μικρότεροι κάθε οικογένειας, πριν καθίσουν στο αποκριάτικο τραπέζι, έκαναν τρεις μετάνοιες στους μεγαλύτερούς τους, ζητούσαν συγχώρεση και τους φιλούσαν το χέρι λέγοντα ‘’σχωρεμένα. ‘’Σχουρημένα’’ απαντούσε κι ο παππούς ή η γιαγιά, που δέχονταν το χεροφίλημα και πρόσθεταν και καμιά επιπλέον ευχή, ανάλογα με την ηλικία του ‘’συγχωρούμενου’’.

Το έθιμο αυτό εκείνη τη μέρα επεκτείνονταν κι ανάμεσα στους άλλους συγγενείς, στους φίλους και στους γείτονες. Έτσι, με εξαγνισμένες ψυχές, έμπαιναν στην περίοδο των νηστειών και μ’ ελαφρότερη τη συνείδηση περίπεμαν τις μεγάλες μέρες του Πάσχα.

Συγχώρεση ζητούσαν μεταξύ τους κι όταν επρόκειτο να κοινωνήσουν στην εκκλησία.

Πολλές φορές, σε περιπτώσεις διαφορών και καυγάδων, κάποιος θυμούνταν τις γονυκλισίες και τα συγχώρια της αποκριάς και το υπενθύμιζε στον ερίζοντα αντίπαλό του. Αυτό άμβλυνε συνήθως το μένος του και εξανέμιζε το θυμό του. Έτσι, τα επίσημα ‘’συγχώρια’’ ασκούσαν ευεργετικές επιδράσεις, ακόμα και πάνω στις σχέσεις των γειτόνων και των συγχωριανών.

Ξένες οικογένειες

Πριν κλείσουμε, όμως, το μέρος αυτό του παρόντος κεφαλαίου, θα πρέπει να πούμε ότι στα χρόνια της κατοχής (1941-1944) και στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου (1945-1950), πολλές ξένες οικογένειες ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο χωριό.

Οι πρώτες απ’ αυτές ήρθαν από διάφορα μέρη της Ελλάδας με δική τους πρωτοβουλία και θέληση και πέρασαν τα δύσκολα εκείνα χρόνια της πείνας στο Κίτρος. Οι άλλες, όμως, που ήρθαν την εποχή του εμφυλίου, μεταφέρθηκαν κι εγκαταστάθηκαν εδώ απ’ τις τότε κρατικές αρχές. Για την εγκατάστασή τους επιτάχτηκαν διάφορα σπίτια Κιτριωτών. Οι προσωρινοί εκείνοι πρόσφυγες της δεύτερης περιόδου προέρχονταν ως επί το πλείστον απ’ τα γύρω ορεινότερα χωριά και ιδίως απ’ την Παλιόστανη, τη Μηλιά και τα Καταλώνια, τα οποία είχε εκκενώσει τότε ο στρατός για λόγους εξασθένισης κι αποδυνάμωσης του αντιπάλου ‘’Δημοκρατικού Στρατού’’, που βρίσκονταν και δρούσε στα βουνά.

Ορισμένοι απ’ τους προσωρινούς εκείνους κατοίκους και της πρώτης και της δεύτερης περιόδου δεν επέστρεψαν στον τόπο τους αλλά εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Κίτρος και εντάχτηκαν στους μόνιμους κατοίκους του χωριού.

Τέτοιες οικογένειες είναι:

Α’ Του καιρού της κατοχής (1941-1944

1) Του Κώστα και Νίκου Λιάκου
2) Του    …      Γαλαξίδη
3) Του Βελισσάριου Ντάμτσιου απ’ τη Βαλανίδα της Ελασσόνας.
4) Της χήρας Θωμά Παπαδόπουλου απ’ τη Λεπτοκαρυά.
5) Του Σπύρου Κόκκινου
6) Του   …     Κουρκουβέλη
7) Του Γιώργου Κατσαμάκα απ’ τη Ραψάνη.

Β’ Της περιόδου του εμφυλίου (1945-1950)

1) Του Παναγιώτη Τοχοβίτη απ’ τη Μηλιά
2) Του Γιάννη Ρούντου απ’ τη Μηλιά
3) Του Γιάννη Μπαμπέτα απ’ την Παλιόστανη.

Αλέκος Αγγελίδης
“Αναδρομή στην Ιστορία της Μακεδονίας – Τόμος Β’ ”
Εκδόσεις Μάτι,1992
Επιμέλεια κειμένου και ηλεκτρονικής έκδοσης – Ιάκωβος Γαριβάλδης

 


1 . Βασδραβέλη Κ.: «Ιστορικά αρχεία Βέροιας» σελ. 73.
2 . Αναγνωστόπουλου Π.: «Αρχαία Ολυμπική Πιερία» σελ. 145.
3 . Είναι γνωστό ότι κονάκια τούρκικα υπήρχαν, ένα μέσα στο σημερινό οικόπεδο του Γκόνα κι ένα στου Παλιούρα.
4 .  Leake W.M.:«Travels in Northern Greece» vol. 3 p. 437.
5 .  Holland H.: «Travels in the Ionian Isles … Macedonia etc.» London 1815 p. 36-37.
6 . Ελευθερουδάκη: «Παγκόσμιος Ιστορία» τόμ. Γ’ σελ. 796.
7 . Δες περισσότερα για τα φιρμάνια αυτά και τις επιδράσεις τους στου Καρολίδη Π.: «Σύγχρονος Ιστορία των Ελλήνων» τόμ. Ε’ σελ. 28-38.
8 . Καρολίδη Π.: «Σύγχρονος Ιστορτία των Ελλήνων».
9 .  Clarke E.D.: «Travels in Various Countries … » p. 311.- Holland H.: «Travels in the …» vol. 2 p. 38.
10 . Το 1910 έχει συνολικά 440 κατοίκους και όλοι είναι Έλληνες. Δες επόμενο κεφάλαιο.
11 . Η αδερφή του Κιτριώτη Βαγγελή είχε παντρευτεί Τούρκο κι είχε τουρκέψει. Έφυγε δε μαζί του το 1912 για την Τουρκία. Στη μικρασιατική εκστρατεία ο Βαγγελής τη βρήκε στη Μ. Ασία
12 . Η κατάληξη μέσα στην παρένθεση μισοπροφέρεται.
13 . Το η εδώ, για παράδειγμα, δεν ακούγεται καθαρό αλλά μόνο κάποιο μέρος του φθόγγου του, όσο που να μην ακούγεται το ρ τελείως ξερό.
14 . Έκανε ‘’μόκο’’. Δεν μιλούσε. Σιωπούσε.
15 . Παρθενίου Βαρδάκα: «Περιγραφή της Περιφέρειας … » σελ. 59.

 

Author: Μνήμες