Η εκκλησία της Παντοβασίλισσας

Η εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου – Παντοβασίλισσας

Η εκκλησία της Παντοβασίλισσας ήταν το καθολικό της Μονής Τρίγλιας, η οποία ιδρύθηκε το 780 μΧ, σύμφωνα με τον Τρ. Ευαγγελλίδη (Βρύλλειον- Τριγλεία, σ. 53) και τη Δέσποινα Παρασκευά (Τριγλεία της Βιθυνίας, σ. 17). Η εκκλησία κτίστηκε 1) κατά “τον όψιμο 13ο αιώνα”, σύμφωνα με σχετική βιβλιογραφία και “πιο πρόσφατα οι Kuniholm και Striker χρονολόγησαν, με τη μέθοδο της δενδροχρονολογήσεως, το ναό λίγο μετά το 1336”, όπως αναφέρει ο Σταύρος Μαμαλούκος στη μελέτη “Παρατηρήσεις στην Αρχιτεκτονική του Ναού της Παντοβασίλισσας στην Τριγλεία Βιθυνίας” και 2) μετά το 1336, όπως αναφέρει η SUNA ÇAĞAPTAY, Asst. Prof.; Bahçeşehir University, Faculty of Architecture and Design, Department of Architecture,, Istanbul, στη μελέτη “The Church of the Panagia Pantobasilissa in Trigleia (ca. 1336) Revised: Content, Context and Community (2011), βασιζόμενη στην ίδια μελέτη των P. Kuniholm and C. L. Striker, “Dendrochronological Investigations in the Aegean and Neighbouring Regions, 1983–1986”.

Η θέση της στον αστικό ιστό της Τρίγλιας φαίνεται στο χάρτη και στο διάγραμμα (5) και έχει τον αριθμό 308, στο οικοδομικό τετράγωνο (ΟΤ) 2172, οικόπεδο 2. Στις δύο παλιές φωτογραφίες (2) και (3) φαίνεται η στέγη, το καμπαναριό, που κατεδαφίστηκαν μετά το 1922, και ο θόλος. Βρίσκεται σε ύψωμα κοντά στη θάλασσα, η δυτική πλευρά της έχει πρόσοψη στο 1.Kemer Sok, η νότια πλευρά της στο Kemer Sok, η ανατολική στο Kemer Aralıği Sok, ενώ η βόρεια γειτνιάζει με οικόπεδο και σπίτι. Όλα τα σοκάκια γύρω από το κτίριο είναι στρωμένα με κυβόλιθους (καλντερίμι) και το εσωτερικό επίπεδο της εκκλησίας είναι χαμηλότερο, σε σχέση με το νότιο και το δυτικό δρόμο, και επιχωματωμένη η κτισμένη κυρία είσοδός της στη δυτική πλευρά.

Μέχρι το 1922 λειτουργούσε ως ενοριακός ναός και περιγράφεται στο αρχείο ΜΚΣ ως: “Η Παντοβασίλισσα ήταν ιστορική εκκλησία, βυζαντινή, όλο ψηφιδωτά μέσα. Είχε και κουμπέ και καμπαναριό. Διατηρούνταν καλά στην εποχή μας, δεν ήταν πολύ μεγάλη, αλλά όμορφη εκκλησία. Από την εκκλησία στα σπίτια είχε τοξοκαμάρες κι’ από κάτω περνούσε δρόμος. Παλιότερα φαίνεται πως ακουμπούσαν σε κελλιά οι καμάρες τούτες, γιατί ήταν Μοναστήρι κι η Παντοβασίλισσα. Στην εποχή μας δε σώζονταν κελλιά, η εκκλησία μόνο. Συγκοινωνούσε η Παντοβασίλισσα με υπόγεια σήραγγα με τη Μονή του Αγίου Στεφάνου ή Χηνολάκκου, υπήρχε η σήραγγα και στην εποχή μας, αλλά ποιος μπήκε! Υπήρχαν και οι τρύπες απ’ όπου κατέβαιναν, με μαρμάρινο καπάκι. Λέγαν ότι εν καιρώ επιδρομών κατέβαιναν εκεί οι καλόγεροι. Μέσα στην εκκλησία, από κάτω ήταν αγίασμα, ένα πηγάδι. Τη λέγαν Δωδεκαμαρμαρούσα αυτή την εκκλησία, γιατί είχαν βρει 12 μεγάλα μάρμαρα στη βάση του τοίχου, τ’ ανακάλυψαν κάτι περίεργοι, κάτι περιηγητές. Τρίγλια πάντως δεν ακούσαμε να ονομάζεται (απάντηση σε σχετική πληροφορία από τη βιβλιογραφία)”.

Σημειώνεται ότι, στον Κώδικα Πρακτικών, έχει καταχωρηθεί το από 3.1.1920 πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας (σελ. 310), στο οποίο αναφέρεται ότι η Αικατερίνη Ζαρκαλή έστειλε επιστολή “… εν η αναφέρεται ότι προσφέρει εκατόν (αρ. 100) Λ. οθ. χαρτίνας ίνα επισκευασθή ο ιερός ναός της Παντοβασιλίσσης. Τα χρήματα εμετρήθησαν τω αδελφώ αυτής κ. Γ. Στυλιανώ υπό του κ. Πολυδώρου Κρυσταλλίδου. Η επιδιόρθωσις του εσωτερικού του ναού εδόθη δια μειοδοσίας υπό της Επιτροπής του ναού του Αγ. Γεωργίου Άνω τω αρχιτεκτόνι κ. Αλεξ. Μαστραντώνη αντί 119 Λ. οθ.”.

Η πρώτη και λεπτομερής περιγραφή του εξωτερικού και του εσωτερικού της εκκλησίας έγινε από τον Άγγλο γιατρό και περιηγητή Dr. John Covel (1676). Το ημερολόγιό του μελετήθηκε και μεταφράστηκε από τον J.P. Grelois, “Dr. John Covel Voyages en Turquie: 1675-1677”, Paris 1998. Στα τέλη της δεκαετίας 1890 την επισκέφθηκε ο Τρ. Ευαγγελίδης, και ακολούθησαν ο F.W. Hasluck την περίοδο 1906-1907 και ο Aleksander Pančenko το 1910. Την περίοδο 1968, 1971 και 1972 την επισκέφθηκαν οι Cyril Mango και Ihor Ševčenko και έγραψαν τη δική τους ανάλυση, αλλά και τη χρήση της ως αποθήκης κρεμμυδιών το 1972, ακολούθησε, τη δεκαετία του 1980, η Yıldız Ötüken με τους συνεργάτες της και τη δική τους μελέτη για το κτίριο, καθώς και οι διδακτορικές διατριβές των M.S. Pekak (Hacettepe University, Ankara, 1991) και Robert Ousterhout (University of Pennsylvania, 1991). Τέλος, η SUNA ÇAĞAPTAY επισκέφθηκε την εκκλησία το 2005 και 2006 και δημοσίευσε τη δική της μελέτη το 2008.

Στην εργασία των Cyril Mango και Ihor Ševčenko έχει μεταφερθεί η περιγραφή του Dr. John Covel, για την εκκλησία, ως ακολούθως:
There are many Turkes there [at Tirilye] and a pretty large Mosche [the Fatih Camii]; though ye Greekes exceed them in number, and have 5 or 6 churches, miserable places all, except one which they call Παντοβασίλισσα, it being dedicated to ye V.M. It is but very small yet it is very pretty; it is antient yet very intire. The model is something of Sta Sophia, that is if you leave out ye Isle ζ-λ [see fig. 2]. It hath a cupola built upon ye 4 pillars αβγδ, the rest is all arch’t. It is made of stone and (most) brick. Ye floor hath been finely tessellated: in ye nave remaine many pieces, one pane is very intire where I have here placed it, of black and white marble …

There were windores on ye S. side onely, and those at ε & ζ. The πρόθεσις π, άγιον βήμα ς, σκευοφυλάκιον, χαρτοφυλάκιον χ, were all semicupolas and had lights in the skirts of ye cupola’s. It had six pillars placed as in ye draught, gothick work, and round the side were pilasters. On ye outside to the west, are on either side ye door a shallow neech and over these are arches in ye wall from pilaster, as the same is quite round. Wall at ye east end is built upon broken pillars layd flatt-wise, their ends jutting out into street; take it in ye whole and it seem’s to me a very pretty model (British Museum, Add. MS 22912, fol. 266).

Ο Τρ. Ευαγγελίδης (Βρύλλειον- Τριγλεία, σ. 51) περιγράφει λεπτομερώς το ναό, τις ζημιές από το σεισμό της 10ης Νοεμβρίου 1855 και τις προσθήκες του Νάρθηκα και του γυναικωνίτη που έγιναν μετά το 1883, με τις οποίες επεκτάθηκε δυτικά. Ειδικότερα: “Αι διαστάσεις αυτής είνε 20Χ9Χ7 μ., ως επεσκευάσθη μετά τον σεισμόν του 1855 και την προσθήκην του Νάρθηκος και του γυναικωνίτου τω 1883. Ο ναός είναι σταυρόσχημος και φέρει θόλον έξάεδρον περιφερείας 14 μ. και ύψους 3 μ. μετά 6 παραθύρων. Κατά την από Δ. είσοδον δεξιά και αριστερά νύμφαι και προ αυτής φρέαρ (αγίασμα). Εσωτερικώς στηρίζεται ο ναός επί 6 κιόνων, χωριζόντων αυτόν εις τρεις νήας, ύψους 3,37 μετά των κιανοκράνων διαφόρων 96), των μεν Κορινθιακού, των δε Βυζαντινού ιωνικού εκ γρανίτου διαφανούς των τριών 97) και εκ μαρμάρου των άλλων, φέρουσι δε σταυρό υπό το κιανόκρανον και έχουσι περιφέρειαν 1,15 μ. Δεξιά και αριστερά από κίονος εις κίονα αψίδες και επί των τοίχων τοιαύται τυφλαί. Έχει δε και μικρόν μωσαϊκόν δάπεδον εκ μαύρων, λευκών και πρασίνων ψηφίδων, όπερ είδε τω 1676 ο Άγγλος περιηγητής John Covel, ιερεύς του Άγγλου πρέσβεως, ου το χειρόγραφον ταξίδιον σώζεται εν τω Βρεττανικώ Μουσείω Additional 22, 212 φύλ. 266).

Οι τοίχοι φέρουσιν εικόνας παλαιάς σχεδόν εξαλείπτους γενομένας, το δε άγιον βήμα (κόγχη εδράζεται επί οριζοντίως τεθειμένων κιόνων, οίτινες μετά των εσωτερικών ανομοιομόρφων κιονοκράνων, υπεμφαίνουσιν ότι εκομίσθησαν έξωθεν. Εξωτερικώς οι τοίχοι είνε εκτισμένοι εξ οπτών πλίνθων και λίθων εναλλάξ τοποθετημένων και έχουσιν τυφλάς αψίδας. Κατά την Μ. (σ.σ. προφανώς, Μεσημβρινήν) πλευράν φέρει αντιρίδας τοξοειδείς ερειδομένας επί των οικιών της οδού ως φαίνονται εν τη εικόνι. Προς το μέρος δε τούτο ήτο και το βυζαντινόν κωδωνοστάσιον, ως το εν Αθήναις ναού των Αγίων Θεοδώρων προς ον ομοιάζει αρχιτεκτονικώς. Ο αναγνώστης ας παραβάλη τας εν τέλει παρατιθεμένας εικόνας, του σχεδίου και του συνόλου του ναού, ίνα κατατοπισθή ακριβώς. Συνήθως τας Μονάς εκάλουν ή υπό του ονόματος του κτήτορος ή από του ονόματος εφ’ ω ετιμώντο. Ωνομάσθη δε λόγω της εικόνος ην έφερεν, απολεσθείσης ήδη, Παντοβασιλίσσης (Πάντων βασιλίσσης) ή Τριγλείας, όνομα όπερ προσέλαβε και ο περί αυτήν ιδρυθείς συνοικισμός της κωμοπόλεως ήδη κατά τον ΒΒ’ αιώνα, ως απαντώμεν παρά τοις Βυζαντινοίς συγγραφεύσι ….. Εν Παντοβασιλίσση το εικονοστάσιον (τέμπλον) είνε ξύλινον και αι μεν μεγάλαι εικόνες κείνται εν τη πρώτη προς τα κάτω σειρά και περιλαμβάνουσι τον Χριστόν ευλογούντα, την Θεοτόκον, τον Ιωάννην Πρόδρομον και τον αρχάγγελον Μιχαήλ, ύπερθεν δ’ αυτών εν άλλη σειρά το Δωδεκαέορτον (12 εορτάς του ενιαυτού). Καλή εικών του ναού είνε και η του Χρυσοστόμου ευλογούντος και κρατούντος το Ευαγγέλιον και η τοιχογραφία της Θεοτόκου και των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Επί των ιερών εικόνων Μιχαήλ και Γαβριήλ αναγιγνώσκομεν: “χερί Γερασίμου Κρητός αφξθ’ (1569), επί δε της του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου 1767”.

Την περίοδο 1906-1907 επισκέφθηκε την Τρίγλια ο F.W. Hasluck (Bithynica) και, εκτός των άλλων, περιέγραψε λεπτομερώς την Παντοβασίλισσα και σχεδίασε την κάτοψή της.

(13) Κάτοψη της Παντοβασίλισσας (F.W. Hasluck, Bythinica, 1906-1907)

Οι Cyril Mango και Ihor Ševčenko επισκέφθηκαν την περιοχή το 1968, 1971 και 1972 και στη μελέτη τους “Some Churches and Monasteries on the Southern Shore of the Sea of Marmara” περιέγραψαν λεπτομερώς την εκκλησία, συγκρίνοντας την κατάσταση που βρήκαν, σε σχέση με εκείνη του Hasluck, και σχεδίασαν την κάτοψή της.

(14) Κάτοψη της Παντοβασίλισσας (Cyril Mango, 1972)

Συγκρίνοντας τις δύο κατόψεις, φαίνονται μερικές διαφορές, όπως πχ ότι, πριν από το 1968, 1) κατεδαφίστηκαν οι τρεις τοξωτές καμάρες (αντηρίδες) στο δρόμο της νότιας πλευράς, 2) κατεδαφίστηκε το κωδωνοστάσιο που είχε ανεγερθεί το 1883, 3) κατεδαφίστηκαν οι 6 κολώνες του ναού, που στήριζαν το δεύτερο πάτωμα (γυναικωνίτη) και τη στέγη του, 4) λείπει ο νοτιοανατολικός μαρμάρινος κίονας, πριν από τον εξάεδρο θόλο, όπως φαίνεται στην αντίστοιχη φωτογραφία 27 της εργασίας τους. Στην ίδια φωτογραφία φαίνονται οι πρόχειρες κατασκευές (αποθήκες) που είχε κατασκευάσει ο τότε ιδιοκτήτης της εκκλησίας.

(15) Πρόσοψη Παντοβασίλισσας στη νότια πλευρά (φωτογραφία διαδικτύου)

Στη μελέτη του Σταύρου Μαμαλούκου “Παρατηρήσεις στην αρχιτεκτονική του ναού της Παναγίας Παντοβασίλισσας”, από την επίσκεψή του στην Τρίγλεια τον Ιούλιο 2001 (Δελτίο της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, Τόμος ΚΣΤ’, Αθήνα, 2005), αναφέρεται ότι: “Ο ναός δεν μετατράπηκε σε τζαμί μετά την κατάκτηση της Τριγλείας από τους Οθωμανούς, αλλά εξακολούθησε να λειτουργεί ως χριστιανική εκκλησία. Το 1676 επισκέφθηκε το μνημείο ο J. Covel, ο οποίος το περιέγραψε συνοπτικά στις σημειώσεις του (δημοσιεύτηκαν από τους Mango-Sevcenko, Marmara, 238 και εικ. 2). Αρκετά στοιχεία για την ιστορία του ναού κατά το 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα διέσωσαν οι παλαιότεροι μελετητές του, κυρίως οι Τρ. Ευαγγελίδης, B.A. Pančenko και F.W. Hasluck. Είναι έτσι γνωστό ότι από το σεισμό της 10ης Νοεμβρίου 1855 καταστράφηκε ο τρούλος και το κωδωνοστάσιό του. Αμέσως μετά ανακατασκευάστηκε ο τρούλος, ενώ το 1883 οικοδομήθηκε νέο κωδωνοστάσιο και ο ναός επεκτάθηκε προς δυσμάς. Μετά την Έξοδο των Ελλήνων από την Τρίγλεια, το 1922, ο ναός περιήλθε ως ανταλλάξιμος σε ιδιώτες. Αφού για πολλά χρόνια χρησίμευσε ως αποθήκη, εγκαταλείφθηκε και σήμερα σώζεται ερειπωμένος χωρίς χρήση”.

Σε υποσημείωση της μελέτης της SUNA ÇAĞAPTAY αναφέρεται ότι: “Οι μεταβυζαντινές επεμβάσεις έχουν περιγραφεί από τον Τ.Ε. Ευαγγελίδη, ο οποίος σημείωσε ότι ο θόλος και το καμπαναριό κατεδαφίστηκαν από το σεισμό της 10ης Νοεμβρίου 1885. Το καμπαναριό ξαναχτίστηκε το 1883, οπότε προστέθηκε στο δυτικό άκρο της εκκλησίας μια γυναικεία στοά. Η τροποποίηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του μεγέθους του κτιρίου κατά 5,2 μέτρα, σε συνολικά 18,6 μέτρα. Για τη δημοσίευση του Ευαγγελίδη, πριν το 1934, βλέπε “Περί τινών αρχαιοτάτων Bυζαντινών Μονών εν Βιθυνία”, Σωτήρ, 12, 1889, F.W. Hasluck, “Bithynica”, 285-308”.

Στον Κώδικα Πρακτικών, έχει καταχωρηθεί στην Προύσα το από 31.12/13.1.1917 έγγραφο του Ευγ. Καλαφάτη, στην περίοδο του πρώτου διωγμού των Τριγλιανών στην Προύσα, σχετικά με την παραλαβή από τον ίδιο και τον ιερέα Χρύσανθο (Γεράκη) των ιερών σκευών, αμφίων ιερατικών και πάντων των προς ιερουργία αργυρών αντικειμένων, που παραδόθηκαν από τον ιερέα Χρύσανθο στη Μητρόπολη Προύσας για φύλαξη. Τα αντικείμενα αυτά προέρχονταν από τις 5 εκκλησίες της Τρίγλιας (Αγ. Γεώργιος κάτω, Παναγία, Άγ. Ιωάννης, Αγ. Γεώργιος άνω και Παναγία Παντοβασίλισσα) και παραδόθηκαν σε κιβώτιο από τον Ευγ. Καλαφάτη σε Οθωμανική τράπεζα στην Προύσα προς φύλαξη. Όλα αυτά τα αντικείμενα παρελήφθησαν από την Εφοροδημογεροντία με το από 25.1.1919 πρακτικό (σελ. 223), μετά την επιστροφή των Τριγλιανών στο χωριό τους από την Προύσα. Στο από 29.7.1917 πρακτικό (σελ. 223) αναφέρεται ότι η ψηφιδωτή εικόνα της Επισκέψεως και η επάργυρη της εκκλησίας Παντοβασίλισσας βρίσκονται προς φύλαξη στον Λυκ. Τσάκωνα και δύο εξαπτέρυγα αργυρά της Παναγίας στον Γ.Σ. Μποτό, από τα εξαπτέρυγα της Παναγίας 1 σταυρός στον Ν. Καλπάκη και ο Τίμιος Σταυρός του Αγ. Γεωργίου Κάτω στον Αναστ. Προύσαλη στον οποίο παραδόθηκε από τον Γ. Μποτό.

Στις δύο παλιές φωτογραφίες (2) και (3) φαίνεται η στέγη, το κωδωνοστάσιο και ο εξάεδρος θόλος, εκ των οποίων έχουν κατεδαφιστεί το κωδωνοστάσιο και το μεγαλύτερο μέρος της στέγης. Ο θόλος στηρίζεται σε 4 μαρμάρινους κίονες, ο ένας εκ των οποίων υποβοηθείται και από συστοιχία ξύλινων πασσάλων, που υποστηρίζει και τον ελλείποντα 6ο νοτιοανατολικό μαρμάρινο κίονα (φαίνεται στην κάτοψη Cyril Mango), αλλά η φθορά του χρόνου είναι εμφανής και απειλείται η στατικότητα αυτού του τμήματος. Μετά το μεγάλο διωγμό του 1922, ο ναός περιήλθε, ως ανταλλάξιμος, σε ιδιώτες, χρησιμοποιήθηκε για δεκαετίες ως αποθήκη, εγκαταλείφθηκε, με αποτέλεσμα να υποστεί πολλές καταστροφές, τόσο από τη φυσική φθορά όσο και από τις άστοχες ανθρώπινες επεμβάσεις, με την καταστροφή των ξύλινων μερών του δυτικού τμήματος (στέγης, πατωμάτων).

 

Το οικόπεδο και το κτίριο της Παντοβασίλισσας, όπως είναι σήμερα, σχεδόν ερειπωμένο, αγοράστηκε το Δεκέμβριο 2011 από τον Μητροπολίτη Προύσας Ελπιδοφόρο, με χρήματα που συγκεντρώθηκαν από εράνους, και σκοπό να αποκατασταθεί, ώστε να λειτουργήσει ως επισκέψιμο μνημείο και ευκαιριακά ως χριστιανική εκκλησία. Ήταν η δεύτερη εκκλησία που επισκεφθήκαμε την Τρίτη 18/9/2018. Στη μικρή και χαμηλή είσοδο που υπάρχει στη νοτιοδυτική γωνία (φαίνεται στη φωτογραφία) έχει τοποθετηθεί αλυσίδα με κλειδαριά και το κλειδί έχει δοθεί στον Μουχτάρη (Πρόεδρο της Δημοτικής Ενότητας Τρίγλιας), για τις επισκέψεις των χριστιανών προσκυνητών.

Στο βιβλίο Μικρά Ασία του Αλεξ. Μασσαβέτα (2014, σ. 239) περιγράφεται ως: “Ο σωζόμενος ναός είναι της παλαιολόγειας περιόδου, κατά την οποία η Τρίγλια γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή της (από το δεύτερο ήμισυ του 13ου αιώνα ως την άλωσή της). Οικοδομήθηκε στην άκρη του λόφου ώστε να έχει ανεμπόδιστη θέα της πόλης και της Προποντίδας. Ειδήμονες τον χρονολόγησαν στα 1336, με την μέθοδο της δενδροχρονολόγησης (Σταύρος Μαμαλούκος, «Παρατηρήσεις στην αρχιτεκτονική του ναού της Παναγίας Παντοβασίλισσας στην Τρίγλεια της Βιθυνίας», στο Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας ΚΣΤ’, 2005, σ. 51), λίγο δηλαδή πριν την άλωση της πόλης. Η εκκλησία σωζόταν άθικτη και ελειτουργείτο ως την Καταστροφή. Πανηγύριζε τον Δεκαπενταύγουστο και φημιζόταν για την ίαση των αναπήρων, που νήστευαν τρεις μέρες και έρχονταν ζητώντας γιατρειά. Μετά την Έξοδο περιήλθε σε ιδιώτη και αφέθηκε να ρημάξει”.

Στη συνέχεια περιγράφει την προσπάθειά του να δει το εσωτερικό του ναού, αφού βρήκε την είσοδο κλειστή: “Αντίκρισα την ίδια κατάσταση χορταριασμένης ερήμωσης που είχα αφήσει, με μόνη διαφορά ότι η καστανιά και η μουριά που φύτρωναν στον νάρθηκα είχαν κοπεί. Δύο σειρές από τρεις κολόνες χωρίζουν τα κλίτη (σήμερα στέκονται οι πέντε). Όλα τα μαρμάρινα στελέχη προέρχονται από αρχαιότερες οικοδομές. Έτσι εξηγείται η ποικιλομορφία στα κιονόκρανα – κορινθιακά, σύνθετα ιωνικά -, που αμέσως τραβά την προσοχή. Το δεύτερο και τρίτο ζεύγος κιόνων στηρίζουν τον τρούλο, από το πρώτο έχει καταπέσει ο ένας, ενώ οι πέντε υπόλοιποι έχουν γείρει ελαφρώς από τους σεισμούς και την ερήμωση. Σε κάθε κίονα αντιστοιχεί μία παραστάδα στους τοίχους.

Το δάπεδο ήταν κοσμημένο με μαρμαροθετήματα (Ό.π.), ίχνη των οποίων δεν φαίνονται. Σώζονται, πολύ φθαρμένα, τμήματα τοιχογραφιών σε επάλληλα στρώματα. Ο Ευαγγελίδης αναφέρει ξύλινο τέμπλο με μια εικόνα των Μιχαήλ και Γαβριήλ χρονολογημένη το 1569 και μια του Βαπτιστή του 1767 (Ό.π.). Ο Μάνγκο βρήκε το 1972 την εκκλησία να χρησιμοποιείται ως κρεμμυδοαποθήκη, αλλά είδε τις τοιχογραφίες σε κατάσταση καλύτερη από την σημερινή. Ολόκληρος ο τοίχος της κόγχης έχει ραγίσει και ο σοβάς έχει αποκολληθεί. Σώζεται στο μέσον της κυκλική επιγραφή εντός της οποίας εικονιζόταν ο Χριστός (σήμερα κατεστραμμένος). Ο Μάνγκο διάβασε την φρικτά ανορθόγραφη επιγραφή ως:

Γεράκης ιερ[ο]μ[οναχο]ς, ψκγ. Πίετε εξ αυτού πάντες τούτο εστή το έμα μου το της καινής διαθίκις υπέρ ημόν εκ[χυνόμενον] (C. Mango & I. Ševčenko, “Some Churches and Monasteries on the Southern Shore of the Sea of Marmara”, ό.π. σ. 239-240).

Η επιγραφή χρονολογεί τις εδώ τοιχογραφίες στα 1723.

Οι καλύτερα διατηρημένες τοιχογραφίες βρίσκονται στο νότιο τοίχο, ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο ζεύγος κιόνων. Είναι της παλαιολόγειας περιόδου. Η μία, εντυπωσιακού μεγέθους, εικονίζει τον αρχάγγελο Μιχαήλ να κρατά ράβδο στο δεξί του χέρι και διαφανή κρυστάλλινη σφαίρα στο αριστερό. Δίπλα του εικονίζεται ένας στρατιωτικός άγιος, νεαρός άνδρας χωρίς γένια, που κρατά σηκωμένο σπαθί. Στην παραστάδα απέναντι από τον σωζόμενο κίονα του πρώτου ζεύγους διατηρείται ένα αριστοτεχνικά ιστορημένο πρόσωπο αγίου. Παρά την μεγάλη τους φθορά (όλες είναι χτυπημένες), οι τοιχογραφίες διατηρούν κάτι από την ζωντάνια των χρωμάτων και την φρεσκάδα των μορφών της παλαιολόγειας Αναγέννησης.

Από την τοιχοδομία στο εξωτερικό καθίστανται προφανείς οι διαφορετικές περίοδοι οικοδόμησης. Στον κομψό κυρίως ναό, τα εσωτερικά μορφολογικά στοιχεία διαγράφονται στους εξωτερικούς τοίχους, για λόγους τόσο διακόσμου όσο και στατικότητας. Διαγράφονται, ως τυφλές αψίδες, τα τόξα της θολοδομίας, ενώ οι παραστάδες, όπως στην Κοίμηση της Νίκαιας, εμφανίζονται και εξωτερικά.

Τον νότιο τοίχο στήριζαν αψιδωτές αντηρίδες, που τις κατεδάφισαν για να διαπλατύνουν τον δρόμο. Σώζεται όμως μία ανάμεσα στο ιερό και τον τοίχο του γειτονικού σπιτιού. Από τις αντηρίδες βγήκε το τουρκικό όνομα της εκκλησίας (Κεμερλί Κιλισέ (Kemerli Kilise = Εκκλησία με τις Καμάρες).

Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι: “Η αναπαλαίωση του εξωτερικού είχε πρόσφατα (σ.σ. πριν από το 2014 που εκδόθηκε το βιβλίο) περατωθεί με την αφαίρεση των επιχρισμάτων και την αποκάλυψη της τοιχοδομίας”.

Προσομοίωμα υπάρχουσας κατάστασης (μεταπτυχιακή εργασία του Νικ. Παπαηλίου, Απρίλιος 2014)

Ήταν η δεύτερη εκκλησία που επισκέφθηκε η ερευνητική ομάδα την Τρίτη 18/9/2018, και με τη βοήθεια του πολύ εξυπηρετικού Μουχτάρη (Süleyman Alkız), σε όλη τη διάρκεια της παραμονής μας, ξεκλειδώθηκε το λουκέτο της πόρτας. Προσευχηθήκαμε με την καθοδήγηση του π. Θεοδόση και παρατηρήσαμε τη φθορά που έχει προκαλέσει ο πανδαμάτωρ χρόνος στα λίγα φέροντα στοιχεία (κίονες και τοιχοποιία) που έχουν απομείνει, στις αγιογραφίες και, γενικά, σε όλο το κτίριο. Δεδομένου ότι, δεν υπάρχουν διαθέσιμες φωτογραφίες της εκκλησίας στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν αρχίσουν οι φθορές μετά το 1922, παραθέτω το προσομοίωμά της από τη μεταπτυχιακή εργασία του Νικ. Παπαηλίου, για την οποία γίνεται αναφορά στο τέλος του κειμένου αυτής της εκκλησίας.

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν αποδίδουν την κατάσταση της εκκλησίας, εξωτερικά και εσωτερικά, το Σεπτέμβριο 2018.

Για την ανάδειξη της προοδευτικής φθοράς που υπάρχει στο κτίριο, παρατίθενται, στη συνέχεια, φωτογραφίες της Ευγενίας Μυτιληναίου, από την επίσκεψή της το 2007.

Για τον έλεγχο της υπάρχουσας κατάστασης και τις προτάσεις επεμβάσεων για την αποκατάσταση της εκκλησίας της Παντοβασίλισσας έχουν συνταχθεί αξιόλογες μελέτες, όπως πχ η μεταπτυχιακή εργασία του Νικολάου Παπαηλίου, Πολιτικού μηχανικού ΕΜΠ (http://dspace.lib.ntua.gr/handle/123456789/39434 ), τον Απρίλιο 2014.

Οι Εκκλησίες της Τρίγλιας Βιθυνίας
Οι Εκκλησίες της Τρίγλιας Βιθυνίας

 

Γεράσιμος Ν. Αποστολάτος
Οι Εκκλησίες της Τρίγλιας Βιθυνίας” – Αθήνα 2019

 


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Παρεκκλήσια Τρίγλιας
    Στην Τρίγλια υπήρχαν παρεκκλήσια τόσο εντός του οικισμού, όσο και εκτός αυτού. Μαρτυρίες για τα παρεκκλήσια αντλούμε από τις προφορικές μαρτυρίες που περιλαμβάνονται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ).
  2. Η εκκλησία Αγίου Γεωργίου
    Η εκκλησία Αγίου Γεωργίου Κάτω ανεγέρθηκε τον 17ο αιώνα και περιγράφεται στο αρχείο ΜΚΣ ως: “Την εκκλησία αυτή τη λέγαμε ο Κάτω Άϊ Γιώργης για να την ξεχωρίζουμε από τον Απάνω Άϊ Γιώργη στον Επάνω μαχαλά. Ήταν πέτρινη, μεγάλη εκκλησία, μεγαλύτερη από τον Απάνω Άϊ Γιώργη. Δυό φορές το χρόνο γινόταν μονεκκλησιά, εκεί χωρούσε όλο το εκκλησίασμα.
  3. Η Eκκλησία Υπεραγίας Θεοτόκου
    Η εκκλησία της Παναγίας-Μητρόπολης ανεγέρθηκε τον 17ο αιώνα, αλλά σε ένα γωνιόλιθο, που είναι εντοιχισμένος ψηλά στη γωνία Eski Pazar Cad και Demirhane Araligi Sok (φωτογραφία 52), έχει χαραχθεί, στην πλευρά επί του Demirhane Araligi Sok, με ανάγλυφους αριθμούς το έτος 1834
  4. Η εκκλησία της Παντοβασίλισσας
    Η εκκλησία της Παντοβασίλισσας ήταν το καθολικό της Μονής Τρίγλιας, η οποία ιδρύθηκε το 780 μΧ, σύμφωνα με τον Τρ. Ευαγγελλίδη (Βρύλλειον- Τριγλεία, σ. 53) και τη Δέσποινα Παρασκευά (Τριγλεία της Βιθυνίας, σ. 17). Η εκκλησία κτίστηκε 1) κατά “τον όψιμο 13ο αιώνα”, σύμφωνα με σχετική βιβλιογραφία...
  5. Η εκκλησία της Αγίας Επισκέψεως
    Εκτός από την εκκλησία του Αγ. Δημητρίου, υπήρχε και η εκκλησία της Αγίας Επισκέψεως, η οποία ανεγέρθηκε τον 17ο αιώνα και περιγράφεται, από τους πληροφορητές του ΚΜΣ, ως εξής: “Η Αγία Επίσκεψις ήταν στη συνοικία του Επάνω Άϊ Γιώργη. Πριν ήταν εκκλησία και λειτουργούσε και κάηκε το 1895. Έμεινε η εικόνα και κάτι άλλα, και κτίσαν ένα παρεκκλήσι...
  6. Η σχέση της Τρίγλιας...
    Οι ιστορικές αναφορές για τον αρχικό οικισμό "Βρύλλειον" στην ευρύτερη περιοχή της Τρίγλιας, Βιθυνίας, έχουν αφετηρία το 500 π.Χ., αλλά η δημιουργία του πρώτου οικισμού της περιοχής αναφέρεται στον 12ο αιώνα, στη θέση "Παλαιοχώρια", λίγα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του σημερινού...
  7. Σιγίλου ή Σιγήλου
    Το 1321, έγινε μια απογραφή από τους Βυζαντινούς απογραφείς Περγαμηνό και Φαρισέο. Στην απογραφή αυτή ορίζονται τα όρια της γης που κατέχει η μονή Λινοβροχίου στη Σιγίλου. Συγκεκριμένα ως γείτονες αυτής της γης αναφέρονται : τα κτήματα που κατείχε η Λάβρα στο Όξυνο, η ιδιοκτησία της Μονής Δοχιαρείου στο Ρουσσαίου, ο στρατιώτης Νεοκαστρίτης που κατείχε κι αυτός έκταση στο Ρουσαίου την οποία είχε αποσπάσει από τα εδάφη της Μονής Δοχιαρείου και η ιδιοκτησία μιας άλλης μονής, του Χορταίτη στη γη επίσης του χωριού Σιγίλου.
  8. Βελετλέρ, Τρίγλια - μέρος 8
    Το χωριό αυτό βρίσκεται σε απόσταση είκοσι λεπτών περίπου από την Τρίγλια, στο δρόμο που οδηγεί από το Γιαλί-Τσιφλίκ στο Αναφόρι και Ντερίκιοι. Απέχει μια ώρα με τα πόδια από τη θάλασσα, μιάμιση ώρα από τη Ν. Τρίγλια, και δύο ώρες από τα Μουδανιά επίσης με τα πόδια. Το χωριό βρίσκεται πάνω σε ύψωμα. Στα πόδια του υψώματος εκτείνεται εύφορος κάμπος...
  9. Ανατολική Θράκη, Τρίγλια - μέρος 7
    Οι Θρακιώτες που εγκαταστάθηκαν στο Σουφλάρ, σήμερα Ν. Τρίγλια, κατάγονταν από τα χωριά Γάνος, Στέρνα, Κερασιά, Πάνιδο και Πλαγιάρι της Ανατολικής Θράκης. Οι κάτοικοι των χωριών αυτών ήταν Έλληνες χριστιανοί Ορθόδοξοι. Οι Τούρκοι ζούσαν σε δικά τους χωριά. Κάθε χωριό είχε την εκκλησία ή ξεχωριστούς μαχαλάδες ή τις εκκλησίες του και το σχολείο του. Στις κωμοπόλεις υπήρχαν τα σχολαρχεία που αντιστοιχούν στα σημερινά γυμνάσια.
  10. Κίζεδερβεντ, Τρίγλια - μέρος 6
    Το χωριό αυτό βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της Μ. Ασίας κοντά στη Νικομήδεια και απέχει 100 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη. Είναι κτισμένο μεταξύ τεσσάρων βουνών. Το βουνό που βρίσκεται ανατολικά του χωριού έχει ύψος 1800μ., αυτό που βρίσκεται δυτικά έχει ύψος 2000μ. και αυτά που βρίσκονται βόρεια και νότια του χωριού έχουν ύψος 600μ. και 700μ. αντίστοιχα.
  11. Διακεκριμένοι Τριγλιανοί - Τρίγλια, μέρος 5
    Πολλοί Τριγλιανοί µε διαφορετικό τρόπο ο καθένας τους βoήθησαν τους συγχωριανούς τους, άλλοι στην παλιά Τρίγλια και άλλοι στη Νεα Τρίγλια. Εξέχουσες προσωπικότητες ήταν: ο Διόδωρος, μητροπολίτης Σισανίου, Ιωαννίκιος επίσκοπος Δεσκάτης, Μιλτιάδης Παπαλεξανδρής, δάσκαλος, Τρύφων Ευαγγελίδης, φιλόλογος, οι γιατροί Ιωάννης Τσιβάνης, Βασίλειος Βασιλειάδης, Ανέστης Τσίτερ και Ιωάννης Κρυσταλλίδης, ο Ιωάννης Σάπαρης, μεγαλέμπορος, Χρυσόστομος Ευστράτιος, Χρυσόστομος και Νικόλαος Καβουνίδης, οικογένεια εφοπλιστών.
  12. Τρίγλια (Τρίγλεια) - μέρος 4
    Στο έργο του Τρύφωνα Ευαγγελίδη «Τα ελληνικά σχολεία από της αλώσεως (1453) μέχρι του 1837», αναφέρονται τα εξής σχετικά με τα σχολεία που λειτούργησαν στην Τριγλεία της Μ. Ασίας. Σχολεία δεν έλειψαν από την Τριγλεία, αλλά λειτουργούσαν κρυφά στις Μονές Μηδικίου και Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου για το φόβο των Τούρκων. Σ’ αυτά δίδασκαν λόγιοι ηγούμενοι ή μοναχοί.
  13. Τρίγλια (Τρίγλεια) - μέρος 3
    Εκτός από τις Εκκλησίες που υπήρχαν στους αυλόγυρους των µοναστηριών και τα διάφορα εξωκλήσια, υπήρχαν στην Τρίγλια και οι παρακάτω εκκλησίες: Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννη, του Αγίου Δημητρίου και η Αγία Επίσκεψη. Από τις εκκλησίες αυτές, οι τρεις πρώτες λειτουργούσαν κάθε Κυριακή. Σ’αυτές λειτουργούσαν Τριγλιανοί ιερείς και µερικές φορές ιερείς από άλλα χωριά. Τα έξοδα· των ναών καλύπτονταν από τα ταµεία της Δηµογεροντίας.
  14. Τρίγλια (Τρίγλεια) - μέρος 2
    Η Τρίγλια της Μ. Ασίας βρίσκεται βορειοανατολικά και στα δεξιά αυτού που εισέρχεται στον κόλπο της Κίου. Είναι κτισµένη πάνω σε δυο αντικριστούς λόφους. Ο ένας λόφος ονοµαζόταν λόφος Σταυροπηγής και ο άλλος, άγριος και απότοµος, ύψους 500 µ. περίπου, επειδή ήταν γεµάτος φωλιές κοράκων και γλάρων, ονοµαζόταν Κορακοφωλιά. Το 1915 είχε 3000 περίπου κατοίκους.
  15. Τρίγλια (Τρίγλεια) - μέρος 1
    Στις ανασκαφές που έγιναν το 1853 στην Ακρόπολη των Αθηνών βρέθηκε μια πλάκα. Εκεί αναφέρεται και κάποια πόλη με το όνομα Βρύλειο. Από το εύρημα αυτό πληροφορούμαστε ότι το Βρύλειο ήταν ελληνικό, χτίστηκε περίπου το 500 ή το 487 π.Χ. και έγινε σύμμαχος των Αθηναίων για να προφυλαχθεί από τις επιθέσεις των Περσών. Οι περιγραφές των αρχαίων για την τοποθεσία του Βρυλείου –αναφέρονται ως κοντινές πόλεις η Σιγή (Σιγείς), η Κίος (Κιανοί), με τις οποίες γειτονεύει και η Τρίγλια της Μ. Ασίας- οδηγούν τον Τριγλιανό φιλόλογο Τρύφωνα Ευαγγελίδη στο συμπέρασμα ότι η Τρίγλια βρισκόταν στην περιοχή του αρχαίου Βρύλειου.

Author: Μνήμες

Leave a Reply

  Subscribe  
Notify of