Παρθενώνας

Ναός χτισμένος προς τιμήν της Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης της Αθήνας. Xτίστηκε πάνω σε προηγούμενο ναό της Αθηνάς, ο οποίος καταστράφηκε από τους Πέρσες κατά τη διάρκεια των Περσικών πολέμων

Υπήρξε το αποτέλεσμα της συνεργασίας σημαντικών αρχιτεκτόνων και γλυπτών στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα… με αποτέλεσμα να αποτελεί το λαμπρότερο μνημείο της αθηναϊκής πολιτείας και τον κολοφώνα του δωρικού ρυθμού.
Η κατασκευή του ξεκίνησε το 448/7 π.Χ. και τα εγκαίνια έγιναν το 438 π.Χ. στα Μεγάλα Παναθήναια, ενώ ο γλυπτός διάκοσμος περατώθηκε το 433 π.Χ.

Σύμφωνα με τις πηγές:

  1. Αρχιτέκτονες του έργου ήταν οι Ικτίνος ο οποίος έκτισε και το ναό του Απόλλωνα στη Φιγάλεια και o Καλλικράτης αρχιτέκτονας του Ναού της Νίκης και ίσως του Ερεχθείου.
  2. Ο Φειδίας (“επίσκοπος πάντων”, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος) είχε την ευθύνη του γλυπτού διακόσμου με βοηθούς τον Κολώνη και τον αδελφό του Πάναινο.

Ο ναός είναι ένας από τους λίγους ολομάρμαρους ελληνικούς ναούς και ο μόνος δωρικός με ανάγλυφες όλες του τις μετόπες… με πολλά τμήματα του γλυπτού διακόσμου, του επιστυλίου και των φατνωμάτων της οροφής να φέρουν γραπτό διάκοσμο με κόκκινο, μπλε και χρυσό χρώμα.

Η πρώτη καταστροφή του ναού έγινε το 267 μ.Χ. από τους Έρουλους (ένα λαό σκανδιναβικής προέλευσης), οι οποίοι κατέλαβαν την Αθήνα και πυρπόλησαν τον Παρθενώνα. Καταστράφηκε η αρχική στέγη, ολόκληρη η εσωτερική κιονοστοιχία, ενώ έπαθαν σοβαρές ζημιές οι τοίχοι του σηκού. Περίπου εκατό χρόνια αργότερα, την περίοδο που ήταν αυτοκράτορας ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, έγιναν κάποιες διορθώσεις, όχι όμως και τόσο πετυχημένες.

Το 529 μ.Χ. ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός διατάζει το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της αρχαιότητας. Οι φιλόσοφοι εγκαταλείπουν την Αθήνα η οποία μετατρέπεται σε μικρή και ασήμαντη επαρχιακή κωμόπολη. Ο
Χριστιανισμός επιβάλλεται και ο Παρθενώνας γίνεται εκκλησία της του Θεού Σοφίας. Το 1205 μ.Χ. οι Φράγκοι καταλαμβάνουν την Αθήνα και ο Παρθενώνας γίνεται ο καθεδρικός ναός τους.

Το 1687 ο βενετσιάνικος στρατός με το Μοροζίνι πολιορκεί τους Τούρκους που βρίσκονταν στην Ακρόπολη. Μια οβίδα έπεσε στον Παρθενώνα, που χρησιμοποιούταν ως πυριτιδαποθήκη και προκάλεσε έκρηξη με αποτέλεσμα την ανατίναξη του κτιρίου, μεγάλα τμήματα του οποίου καταστράφηκαν ή εκσφενδονίστηκαν. Ο Μοροζίνι τελικά κυρίευσε την Ακρόπολη και στην προσπάθειά του να κλέψει κάποια γλυπτά προκάλεσε κι άλλες ζημιές. Τον επόμενο χρόνο ο Μοροζίνι εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψαν οι Τούρκοι. Οι ζημιές από την έκρηξη πρέπει να ήταν οι εξής: έπεσαν τρεις (3) τοίχοι του σηκού, η πρόσταση του προνάου, έξι (6) κίονες της νότιας και οκτώ (8) της βόρειας πλευράς.

Το 1801 μ.Χ. ο Thomas Bruce, κόμης του Έλγιν, πρεσβευτής της Αγγλίας στην Υψηλή Πύλη, κατάφερε να αποσπάσει από το Σουλτάνο φιρμάνι με το οποίο του δινόταν η άδεια να αφαιρέσει από τις χώρες που βρίσκονταν στη δικαιοδοσία του σουλτάνου, ό,τι αρχαιότητα ήθελε. Έτσι ο Έλγιν απέσπασε από την Ακρόπολη διάφορα γλυπτά. Στην προσπάθειά του να αρπάξει όσο περισσότερα μπορούσε, προκάλεσε και μεγάλες ζημιές. Συνολικά μετέφερε στο Λονδίνο δεκαοκτώ (18) αγάλματα από τα αετώματα, δεκαπέντε (15) μετόπες και πενήντα (50) λίθους από τη ζωφόρο μήκους εβδομήντα πέντε (75) μέτρων.  Το 1815 το Βρετανικό Μουσείο αγόρασε από τον Έλγιν τα γλυπτά του Παρθενώνα.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 η Ακρόπολη απελευθερώνεται στην αρχή από τους Έλληνες, όμως θα πολιορκηθούν αργότερα από το στρατό του Κιουταχή πασά. Το 1827 οι Τούρκοι κυριεύουν την Ακρόπολη και φεύγουν οριστικά το 1833. Αρχίζει η απομάκρυνση των ερειπίων του οικισμού που είχε σχηματιστεί με τον καιρό πάνω στον ιερό βράχο. Το 1885 ξεκινούν οι ανασκαφές που θα φέρουν στο φως όσα είχαν θάψει οι Αθηναίοι μετά την περσική καταστροφή του 480 π.Χ.  Το 1898 αρχίζει η προσπάθεια για την αναστήλωση των μνημείων που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Μπορείτε να δείτε το βίντεο που προβάλλεται στο νέο μουσείο της Ακρόπολης με την ιστορία του ναού.

Πηγή sch.gr – Ελληνικός Πολιτισμός

Παρθενώνας

Προπυλαια

Τα Προπύλαια είναι ένα αριστουργηματικό μνημείο σε σύνθεση Δωρικού και Ιωνικού ρυθμού σχεδιασμένο και κατασκευασμένο από τον αρχιτέκτονα Μνησικλή. Κατασκευάστηκαν στα 435 π.Χ. Αποτελούνται από τρία κλίτη. Την κυρίως Στοά και τις δυο πτέρυγες. Η Στοά είναι χώρος επιβλητικός, διαστάσεων 24 επί 18 μέτρων. Η βόρεια πτέρυγα, μήκους 8,5 μέτρων αποτελείται από μια στοά και ένα δωμάτιο, την πινακοθήκη, που φιλοξενούσε εκθέσεις ζωγραφικής. Η δυτική πρόσοψη στηρίζεται επί τριών κιόνων δωρικού ρυθμού που επέτρεπαν να εισδύει άπλετο φως. Η Νότια πτέρυγα έμεινε ημιτελής. Τρεις κίονες Ιωνικού ρυθμού και ύψους 9,26 μέτρων χωρίζουν την Στοά από τις πτέρυγες σε κάθε πλευρά. Η ανατολική πρόσοψη της στοάς στηρίζεται επί έξι κιόνων, Δωρικού ρυθμού. Σχηματίζουν τρεις πύλες, από τις οποίες η μεσαία είναι πιο ευρύχωρη από τις άλλες και δεν έχει σκαλοπάτια, διότι από εκεί περνούσε η εκατόμβη, τα εκατό ζώα που προορίζονταν για την θυσία. Η μαρμάρινη στέγη ήταν διακοσμημένη με φατνώματα. α Προπύλαια της Ακρόπολης των Αθηνών κτίσθηκαν στη δυτική πλευρά του βράχου, στη θέση όπου τοποθετείται και η πύλη του οχυρού της μυκηναϊκής ακρόπολης. Γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., την εποχή των Πεισιστρατιδών, και ενώ ο χώρος είχε ήδη διαμορφωθεί σε ιερό αφιερωμένο στη θεά Αθηνά, κτίσθηκε το πρώτο πρόπυλο. Ένα νέο πρόπυλο κατασκευάσθηκε μεταξύ των ετών 510-480 π.Χ., αλλά καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ. Μετά τα Περσικά επισκευάσθηκε ή ξαναοικοδομήθηκε κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του προγράμματος τειχισμού της Ακρόπολης, από το Θεμιστοκλή και τον Κίμωνα. Τα μνημειώδη Προπύλαια των κλασικών χρόνων, που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης, αποτελούν μέρος του μεγαλεπίβολου οικοδομικού προγράμματος που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη από τον Περικλή. Κτίσθηκαν μεταξύ των ετών 437-432 π.Χ., μετά την ολοκλήρωση του Παρθενώνα, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Μνησικλή. Το αρχικό σχέδιο του οικοδομήματος ήταν πρωτοποριακό από αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική άποψη, αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ στο σύνολό του.

Το κεντρικό κτίριο των Προπυλαίων έχει διαστάσεις 18,20μ. μήκος, 25μ. πλάτος και 8,81μ. ύψος, με την πρόσοψη του κεντρικού κτιρίου να φέρει έχει 6 δωρικούς κίονες.

Τα Προπύλαια με την επιβλητικότητα τους τονίζουν στον επισκέπτη την ιερότητα και τη λαμπρότητα του ιερού βράχου της Ακρόπολης.

Το οικοδόμημα έχει κατασκευασθεί κυρίως από πεντελικό μάρμαρο και χωρίζεται σε τρία τμήματα. Το κεντρικό ορθογώνιο τμήμα είναι το κυρίως πρόπυλο. Στην ανατολική και δυτική όψη έχει δύο εξάστυλες στοές δωρικού ρυθμού, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται εγκάρσιος τοίχος με πέντε θύρες. Η δίοδος προς την Ακρόπολη γινόταν από την κεντρική θύρα, που πλαισιώνεται, μεταξύ της δυτικής στοάς και του εγκάρσιου τοίχου, από τρεις κίονες ιωνικού ρυθμού σε κάθε πλευρά. Το κεντρικό οικοδόμημα ακολουθούσε την ανωφέρεια του εδάφους και η ανατολική στοά βρισκόταν ψηλότερα από τη δυτική, το ίδιο και η αετωματική στέγη, ενώ τα δύο πλευρικά οικοδομήματα ήταν χαμηλότερα. Το πρόβλημα της ανωφέρειας του εδάφους αντιμετωπιζόταν και στο εσωτερικό του κτηρίου, με βαθμίδες που υπήρχαν στην πρόσοψη και στον εγκάρσιο τοίχο. Η βόρεια πτέρυγα των Προπυλαίων αποτελείται από ένα δωμάτιο, γνωστό από την περιγραφή του περιηγητή Παυσανία ως Πινακοθήκη (1.22.6), επειδή η αίθουσα ήταν κοσμημένη με ζωγραφικούς πίνακες, ανάμεσα στους οποίους και έργα των ζωγράφων Πολυγνώτου και Αγλαοφώντος. Μπροστά του έχει μία μικρή δωρική στοά από τρεις κίονες και η είσοδος σε αυτό γινόταν από πόρτα που πλαισιώνεται από δύο παράθυρα. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, η αίθουσα αυτή ήταν χώρος ανάπαυσης ή εστιάσεων των επισκεπτών της Ακρόπολης και στο εσωτερικό της πιθανολογείται ότι υπήρχαν κλίνες. Η νότια πτέρυγα των Προπυλαίων αρχικά φαίνεται να σχεδιάσθηκε όμοια με τη βόρεια, η ύπαρξη, όμως, του προγενέστερου ιερού της Νίκης ανάγκασε τον αρχιτέκτονα να μην υλοποιήσει το αρχικό σχέδιο. Για το λόγο αυτό κατασκευάσθηκε μόνο μία στοά, σε αντιστοιχία με τη βόρεια, αποτελούμενη από τρεις κίονες. Από τη δυτική πλευρά της ήταν δυνατή η πρόσβαση στο ναό της Αθηνάς Νίκης. Το αρχικό σχέδιο του οικοδομήματος φαίνεται ότι προέβλεπε την κατασκευή πλευρικών δωματίων και στην ανατολική πλευρά, αυτά, όμως, δεν κατασκευάσθηκαν ποτέ.

Η μορφή των Προπυλαίων παρέμεινε ίδια μέχρι την παλαιοχριστιανική περίοδο (4oς-7ος αι. μ.Χ.), οπότε η νότια πτέρυγα μετατράπηκε σε εκκλησία, ενώ τον 10ο αιώνα το κεντρικό τμήμα επίσης λειτούργησε ως εκκλησία αφιερωμένη στους Ταξιάρχες. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας (13-14ος αι.) τα Προπύλαια αποτέλεσαν την κατοικία του Φράγκου ηγεμόνα, και την ίδια εποχή, για την ενίσχυση της οχύρωσης της Ακρόπολης, στη δεξιά πτέρυγα του οικοδομήματος κατασκευάσθηκε ο πύργος, ο γνωστός ως Κουλάς, που δεν υπάρχει σήμερα. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1458-1830) τα Προπύλαια έγιναν η έδρα του Τούρκου φρούραρχου. Το κεντρικό κτήριο χρησιμοποιήθηκε ως πυριτιδαποθήκη, χρήση στην οποία οφείλεται η πρώτη μεγάλη καταστροφή του μνημείου, που ανατινάχθηκε από έκρηξη το 1640. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους κατεδαφίστηκαν οι μεσαιωνικές και τουρκικές προσθήκες και έγιναν ανασκαφές στην περιοχή των Προπυλαίων. Αναστηλωτικές επεμβάσεις στο μνημείο πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των ετών 1909 και 1917 από το μηχανικό Νικόλαο Μπαλάνο. Το σύγχρονο έργο αποκατάστασης των Προπυλαίων άρχισε το 1982, στο πλαίσιο του ευρύτερου αναστηλωτικού προγράμματος που πραγματοποιείται στην Ακρόπολη από το 1975 από την Υπηρεσία Αναστήλωσης Μνημείων Ακροπόλεως σε συνεργασία με την Α΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως.

Πηγή Βικιπαιδεία

Καρυατιδες…

οι κόρες των Αθηνών

Η Πρόστασις των Κορών του Ερέχθειου
Η Πρόστασις των Κορών του Ερέχθειου

Σύμφωνα με την παράδοση θα πρέπει να τις φιλοτέχνησε ο Αλκαμένης ή ο Καλλίμαχος…

Καρυάτις ονομάζοναι τα γλυπτά που έχουν γυναικεία μορφή και χρησιμεύουν στην στήριξη κτιρίων. Η λέξη Καρυάτις στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει Κόρη από τις Καρυές, μια πόλη κοντά στην Σπάρτη. Είναι μια παραλλαγή της Κόρης και χρησιμοποιείται στην αρχιτεκτονική αντί για κίονες ως διακοσμητικό στήριγμα σε πύλες, προσόψεις, γείσα, ζωφόρους, σκεπές και λοιπά. Το αντίστοιχο αρχιτεκτονικό στοιχείο που έχει ανδρική μορφή ονομάζεται Άτλας.

Μνήμες – αρχείο φωτογραφιών Κωνσταντίνος Νίγδελης

Author: Μνήμες