Προσφυγιά, αρμονίας κατάλυση

Η λέξη «προσφυγιά» δεν ήταν ποτέ ξένη  για μένα. Ήταν σα να τη γνώριζα από τότε που γεννήθηκα. Πάντα άκουγα τους παππούδες να  αναφέρονται σ’ αυτήν και  σαν παιδί νόμιζα ότι όλο το μικρό προσφυγικό χωριό, όπου ο παππούς ήταν δάσκαλος, ήταν μια μεγάλη οικογένεια πού ήρθαν από αλλού και φυτεύτηκαν εκεί, στην άκρη του κόσμου, στην πλαγιά ενός βουνού, στα σπίτια που τα χώριζαν με τοίχους από στοιβαγμένες πέτρες που δεν τελείωναν ποτέ.

“Σο Μέτεν” έλεγε η γιαγιά κάθε τόσο που εγώ είχα μείνει με την εντύπωση ότι εννοούσε «τότε, στο παρελθόν, πριν να έρθουμε  εδώ, εκείνη την  εποχή…, σαν να ήταν ένα κομμάτι της ζωής τους ξέχωρο, αγιασμένο, δικό τους Ήταν το μέρος όπου έστηναν την ζωή τους τότε  και το μέρος όπου άφησαν σωρούς  με τις ρίζες τους, γιατί τα δέντρα χρόνων δεν μπορούν  να τις ξεριζώσουν όλες και  να τις πάρουν μαζί τους.

Άπειρες φορές τους άκουγα να αναφέρονται σε κείνα που έζησαν και σε εκείνα που άφησαν. Κι όταν μεγάλωσα και άρχισα να λατρεύω την αρχαία Ελληνική γλώσσα που μαθαίναμε από την πρώτη  τάξη του Γυμνάσιου, διασκέδαζα ανακαλύπτοντας  πόσο έμοιαζαν η Ποντιακή των παππούδων μου και η Αρχαία Ελληνική.

Η ψυχή μου

Άφησα πίσω την ψυχή μου. Ήταν επιλογή μου.

Ήταν ιεροσυλία να την πάρω μαζί μου.

Είναι η ψυχή τόσων αιώνων, τόσων γενεών,

Τέτοιας ιστορίας.

Δεν πρέπει να την πάρω μαζί μου.

Πρέπει να μείνει να φυλάει Θερμοπύλες.

Η Εστία μου

Άφησα την Εστία των παππούδων μου

Και τη φωτιά να καίει χωρίς να φέγγει.

Το μαξιλάρι μου βρεγμένο από  δάκρυα.

Και τη γιαγιά τη μουσουλμάνα που με ντάντευε.

Τους παιδικούς μου φίλους όπου μας ένωναν

Τα χέρια τα δεμένα στα παιχνίδια μας,

Τα μάτια τα κλειστά σαν παίζαμε τυφλόμιγα.

Οι νεκροί μου

Άφησα πίσω τους νεκρούς μου

Στα κοιμητήρια τα λιτά

Να περιμένουν λίγο στάρι διαβασμένο

Και κάποιο χέρι να χαϊδεύει το σταυρό τους,

Να καλοπιάνει το σκληρό το χώμα να ’ναι ελαφρύ

Στολίζοντάς το με λουλούδια απ’ τους μπαξέδες.

Το «αιωνία τους η μνήμη» το κουβάλησα

Και κείνο στην ψυχή μου.

Στάση:  Πινελιές ζωής

Ο Μεγαλέξανδρος

Άφησα πίσω μου το Μεγαλέξανδρο,

Τους Διγενήδες που το αίμα μου θεριεύαν.

Άφησα τους στεφανωμένους Άγιους Πατριάρχες

Πίσω μου

Να υφαίνουν τον ιστό της ιστορίας μου.

Δόκανο στον εχθρό της λησμονιάς.

Το φτωχικό μου το βασίλειο

Κι έμεινε πίσω μου το φτωχικό μου το βασίλειο

Πού ’χτιζα πέτρα πέτρα,

Από ιστορίες του παππού και του δασκάλου

Που φούσκωναν το στήθος μου περήφανα,

Κάτω απ’ το πλατύσκαλο το πέτρινο

Κι από τις σκάλες τις ζιγκζακωτές

Με τους χωμάτινους αρμούς

Χιλίων χρόνων.

Έχτιζα την Ελλάδα καθημερινά.

Καθημερινά φιλοξενούσα στη φωλιά μου

Κόσμους που ονειρεύομουνα.

Μαζί κι οι γάτες, τα ποντίκια,

Η κατσικούλα πού ’ταν φίλη καρδιακή μου.

Ο κόκορας, οι κότες.

Το γαλοπούλι που τσιμπούσε τις παλάμες μου.

Κι η κουκουβάγια που σοφά χαμογελούσε

Κουκουβαώντας μέσα απ’ τη φωλιά της

Οπού ’χε χτίσει στη σκεπή του πλυσταριού.

Κι ήτανε όλοι οι καλεσμένοι μου παρόντες.

Το τόπι από λάστιχο κι από μαλλί γνεμένο

Που ξήλωσα με προσοχή και κόμπους κόμπους έδεσα

Απ’ του παππού τη μπλούζα πού ’χε λιώσει

Πάνω στους κουρασμένους ώμους του.

Το τόπι μου! Ο Άρχοντας των παιχνιδιών μου.

Κι ήταν παρούσες κι όλες οι Νεράϊδες.

Η Εκάβη, η Ιφιγένεια,

Η Ηλέκτρα, η Κλυταιμνήστρα.

Από παλιά πανάκια είχαν σμιλευτεί

Δυσεύρετα.

Εκείνα που μαζεύαμε λουρί λουρί,

Παραμονεύοντας καρτερικά

Τη μάνα ή τη θεία τη μοδίστρα

Που έραβε τα ρούχα ολονών μας

Χίλιες φορές ξαναμετρώντας

Ύψος και πλάτος

Πλάτος και ύψος,

Μη και χαθεί κανένα κομματάκι.

Κι αν ήτανε το λάφυρο χρωματιστό

Ίσαμε μια παλάμη

Ήταν μεγάλη η χαρά κι η περηφάνια

Για το προικιό που είχαμε αποχτήσει.

Και τα μαλλιά των νεραϊδών μου ήταν μακριά

Από κλωστές χρωματιστές.

Έστηνα τις Νεράιδες μου αντίκρυ μου

Στον τοίχο που μύριζε άχυρο και χώμα.

Κι όρθιοι απέναντι ερχόταν οι ήρωές μου.

Ο Όμηρος, ο Αχιλλέας, ο Ιάσονας, ο Διγενής.

Ερχόταν απ’ τα παραμύθια της γιαγιάς

Κι από την τρυφεράδα της μητέρας

Και τη σοφία του πατέρα.

Γενναίος λέγαν σαν το Διγενή

Άφοβος σαν τον Οδυσσέα

Ξεχωριστός όπως ο Μεγαλέξανδρος.

Ήρεμη σαν την Παναγιά

Καρτερική σαν την Εκάβη

Ωραία όπως η Ελένη.

Για κάθε χαρακτηρισμό

Κι έκφραση περηφάνιας

Ξεπήδαγε ένα όνομα

Από του νου το ηφαίστειο

Που ’ταν καυτή Ελλάδα.

Περνούσε  η ώρα και  χανόμουνα

Μεσ’ στα βασίλεια μου

Μέσα στου παρελθόντος την ομίχλη

Αστραποβόλα από τον ήλιο του παρόντος

Και χρυσοπλούμιστη μες στο καρτέρεμα

Του μέλλοντος.

Και ξάφνου μου ξερίζωσαν το νου και την καρδιά

Και τα απλά μου όνειρα.

Μάνα! Εδώ θα τους αφήσω.

Δε θέλω να κρυώνουν.

Να περιμένουν.

Μου ’πες πως θα γυρίσουμε «έναν ημέραν».

Κι άφησα πίσω τα παιχνίδια μου

Το παρελθόν μου και το μέλλον μου

Τα ’κρυψα κάτω απ’ το πλατύσκαλο της ξώθυρας

Ελπίζοντας στο γυρισμό,

Αγνοώντας…

Και εγώ ο Μεγα Αλέξανδρος, 33 στιγμών,

33 ημερών, ετών,

Γενεών και γενεών,

Εγώ ο Μεγαλέξανδρος να ξεκινώ

Κουβαλώντας στους μικρούς ή μεγάλους ώμους

Το σταυρό που έφτανε μέχρι την ψυχή μου,

Σ’ έναν ατέλειωτο δρόμο

Που γέμισε «κρανίου τόπους».

 

Σβηστές Εστίες

Κι η Εστία απόμεινε σβηστή

Χωρίς τις Εστιάδες

Να στέκονται ολόγυρα

Σκορπώντας φως και μέλλον.

Κι είδα λουλούδια να λυγούν

Πάνω στη γης, χιλιάδες,

Που σιωπηλά εβάδιζαν, θαρρώντας, προς τη Δύση

Όπου τους υποσχέθηκαν πως θ’ ανατείλει ήλιος.

Ήλιος καινούργιος και ζεστός

Σα χάδι ευλογίας.

Μα ο ήλιος που περίμεναν δεν έλεγε να δύσει

Για ν’ ανατείλει απ’ την αρχή

Γλυκός κι ευλογημένος.

Μεσούρανα σταμάτησε σαν κατακόκκινο αίμα.

Και μαύρες οι αχτίδες του

Το Χάροντα φωτίσαν.

Κι είδα τα κάρα φορτωμένα με ελπίδες,

Που απάλυναν του πόνου τα φαράγγια

Στις ψυχές.

Σαν τη βροχή στα ροδοπέταλα που τα λυγίζει.

Κι η  Λευτεριά Ελληνική , περήφανη Θεά

Παγκόσμια

Ξεστράτισε παρασυρμένη

Από τα βέλη των υποσχέσεων

Που οδηγούσαν  στην προδοσία.

Η Λευτεριά προδόθηκε για ακόμη μια φορά

Από τους Εφιάλτες.

Aπό την “Ποιητική Υμνωδία” με τίτλο “Προσφυγιά – αρμονίας κατάλυση” της Ευαγγελίας-Αγγελικής Πεχλιβανίδου, έκδοση 2008, Θεσσαλονίκη.

«…μας ανάγκασαν όλους να γυμνωθούμε, άντρες, γυναίκες, παιδιά και να βαδίζουμε δυο μέρες στα βουνά»

Πώς να μην με συγκλονίζει η λέξη  «πρόσφυγας», όταν σε κείνο το προσφυγικό χωριό του παππού μου όπου ήρθε μετά από πέντε χρόνια φυλακής και εξορίας και έγινε δάσκαλος-τελειωσε το κολλέγιο στην Πατρίδα-, έβλεπα, ζούσα τα  ήθη και τα έθιμα τους, άκουγα και μάθαινα τη γλώσσα τους και ένιωθα σπίθες σπαραγμού, πίκρας και νοσταλγίας για την Πατρίδα ή καθισμένη στα πόδια της γιαγιάς άκουγα ατέλειωτες ιστορίες που πάντα σχεδόν άρχιζαν: «σην Πατρίδαν… δηλ. στην Πατρίδα..»

Το φωτογραφικό υλικό που ακολουθεί καθώς και οι λεζάντες των φωτογραφιών είναι παρμένα από την “Ποιητική Υμνωδία” με τίτλο “Προσφυγιά – αρμονίας κατάλυση” της Ευαγγελίας-Αγγελικής Πεχλιβανίδου, έκδοση 2008, Θεσσαλονίκη.

Ευαγγελία-Αγγελική Πεχλιβανίδου

Author: stavros