Σεμέντερε – Εκκλησιαστικά

Εκκλησιαστικά και άλλα τινά

Θεία Λειτουργία - Σεμέντερε 1754 (φωτο Sementre Benevolent Society Αμερικής)
Προσευχητάριον – Σεμέντερε 1754 (φωτο Sementre Benevolent Society Αμερικής)

Η κοινότητα του Σεμέντερε, σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά κατάστιχα, ανήκε στην Επισκοπή Μισθίων της Ιεράς Μητροπόλεως  Ικονίου της οποίας ο προκαθήμενος έφερε τον τίτλο «Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Λυκαονίας», με πρώτη μητροπολιτική έδρα το Ικόνιο και δεύτερη την πόλη της Νίγδης.[1. Αναστάσιος Λεβίδης, ό.π. σ. 67 «Η έδρα του μητροπολίτου Ικονίου είνε η κωμόπολις Νίγδε, ήτις πάλαι εκαλείτο Κάδηνα… περιελάμβανε τας επισκοπάς Λύστρων, Ουασάδων, Αμβλάδων, Ομονάδων, Βαράτων, Δέρβης, Ύδης, Σαβάστρων, Μισθίων».] Επρόκειτο περί μιας όντως περίεργης κατάστασης, μοναδικής ίσως στον ευρύτερο χώρο, οφειλόμενης σε ένα σημαντικό γεγονός: στο ότι  το Ικόνιο ήταν μεγαλούπολη- πολυανθρωπότερο, έδρα Βιλαετίου με πάνω από εξήντα χιλιάδες κατοίκους, αλλά ελάχιστους χριστιανούς, σε σχέση με την πόλη της Νίγδης, η οποία μπορεί μεν να είχε μόλις δέκα επτά χιλιάδες κατοίκους, αλλά συμπαγέστερες χριστιανικές μάζες μέσα και έξω από αυτήν.[2. Σημ: Για την ιστορία να καταθέσουμε πως στο Ικόνιο είχε:

  • πληθυσμό γύρω στις εξήντα χιλιάδες εκ των οποίων οι χριστιανοί ήταν περίπου τρεις χιλιάδες.
  • διέθετε σαράντα τέσσερα τζαμιά, σαράντα δύο μενδρεσέδες και μόνο τρεις χριστιανικές εκκλησίες μεταξύ των οποίων τον περίλαμπρο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου.

Τουναντίον η Νίγδη είχε:

  • δεκαεπτά χιλιάδες περίπου πληθυσμό, εκ των οποίων οι χριστιανοί ήταν μόνο στην πόλη γύρω στους πέντε χιλιάδες και υπερδιπλάσιοι στα γύρω χωριά.
  • πάνω από δέκα εκκλησιές.]

sementere

Επίσης σύμφωνα με τους πληροφορητές:

  • υπήρχε ο Δεσπότ’ Βακιλή, ή Βεκιλί, δηλαδή ο αντιπρόσωπος του μητροπολίτη στην κοινότητα και πάντοτε, σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, ήταν κάποιος ιερέας… Μεταξύ των διαφόρων υποχρεώσεών του: έβγαζε τις άδειες γάμου, επέλυε τις προκύπτουσες μικροδιαφορές, εισέπραττε την επιχορήγηση του Δεσπότη, το δεσπότ παρασί, Σε χρήμα της τάξεως των πέντε ή δέκα γροσίων ετησίως, ή σε είδος, σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας ή δυσπραγίας συγκέντρωσης του ανωτέρω οφειλόμενου χρηματικού ποσού από την Εκκλησιαστική Επιτροπή.[3. Κωνσταντίνος Νίγδελης, Καππαδοκία περί δικαίου το ανάγνωσμα, ό.π. σ. 35,  «η επιχορήγηση ή το κανονικόν του ιερέα και το «εμβατίκιον του Δεσπότη»… Πρόκειται περί ενός ιδιαιτέρου φόρου που αφορούσε τις χριστιανικές κοινότητες    και σκοπό είχε την κάλυψη των εξόδων-αμοιβή του ιερέα της κάθε κοινότητος, αλλά και του μητροπολίτη της οικείας επαρχίας. Να σημειώσουμε επίσης πως το καθεστώς για τούτη την υποχρεωτική είσπραξη δεν ήταν ενιαίο, αλλά πάντως και σε κάθε περίπτωση όλες οι κοινότητες είχαν τη σχετική πρόνοια για τον χωρισμό των οικογενειών ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση.]
  • Ποσό το οποίο δικαιολογείτο ως έξοδα παράστασης «γιατί ο Δεσπότης κατείχε θέση θρησκευτικού Νομάρχη, διατηρούσε άλογο ιππασίας, συντηρούσε διάκο, κεχαγιά και καβάση που τον συνόδευε κατά τις επιδειχτικές περιοδείες του στα χωριά της επαρχίας του, έξω από τα οποία γινότανε παλλαϊκή υποδοχή με τους μαθητές των σχολείων που ’ψελναν σχετικά θούρια… αλλά και των λοιπών εξόδων της μητρόπολης που κάλυπταν τα θέματα πρόνοιας, αγαθοεργιών κλπ».[4. Γ. Μαυροχαλυβίδης, ό. π. σ. 144
    -Μαρτυρία Αναστασίου Μιστιλίδη, ό.π. «Στην αρχή ερχότανε με τον Διάκο του. Μετά όμως από τα γεγονότα του Σεφερμπελίκ και τα κεμαλικά ερχότανε με τον Καβάση- σωματοφύλακα».]
  • Τελευταίος Έξαρχος- Δεσπότ’ Βακιλή ήταν ο πατέρας Ληγόρ- Γρηγόριο Ηλιόγλου.[5. Πρόκειται για τον πατέρα του πληροφορητή Διονυσίου Ηλιάδη. Στη θέση αυτή υπηρέτησε από το 1914-1924.]
  • το μητροπολιτικό κτήριο βρισκότανε στην ελληνική συνοικία της Νίγδης Καγιάμπασι… Να επισημάνουμε επίσης πως και οι δυο έδρες είχαν το δικό τους μητροπολιτικό κτήριο, αλλά με το Γενικό Αρχείο να βρίσκεται στη Νίγδη… με το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο και γενικά τα πάσης φύσεως έγγραφα να εκδίδονται και από εκεί.
  • Τελευταίος Μητροπολίτης Ικονίου ήταν ο Προκόπιος, ο οποίος καταγότανε από το Τένεί- Τύανα. Στα ταραγμένα χρόνια, με την επικράτηση δηλαδή του Κεμάλ και του Παπά Ευθύμ,[6. Σημ: με τα γεγονότα δηλαδή της προσπάθεια επιβολής τουρκορθόδοξου πατριαρχείου…] εξορίστηκε για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα στο Ερζερούμ. Κατά το χρονικό διάστημα της εξορίας του αντιπροσωπεύθηκε από τον Πατέρα Χαράλαμπο, πρωτοπρεσβύτερο της Νίγδης.
  • Σύμφωνα με τους πληροφορητές «ήταν καλός Δεσπότης και επισκεπτόταν το χωριό τουλάχιστον μια φορά το χρόνο… κηρύσσοντας στο τέλος της λειτουργίας στα τουρκικά για να τον καταλαβαίνει ο κόσμος.
  • Όταν ερχότανε έμενε συνήθως στο σπίτι του παπά Ληγόρ. Πολλές φορές πήγαινε και στο σχολείο και έβλεπε για λίγο τα παιδιά παρακολουθώντας τα μαθήματα.».[7. Μαρτυρία Διονυσίου Ηλιάδη, ό.π.]
  • Η κοινότητα στα χρόνια της Ανταλλαγής είχε τέσσερις ιερείς:Τον πατέρα Ληγόρ- Γρηγόριο.Τον πατέρα Φωτ’- Φώτιο.
  • Τον Πατέρα Ευτύμ- Ευθύμιο.
  • Τον πατέρα Κωνσταντίνο.

Εκκλησιές

Αγία Παρασκευή

Επρόκειτο περί μιας μικρής λαξευτής εκκλησιάς στον τουρκικό μαχαλά της κοινότητας.

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες περιγραφές είχε μια είσοδο ενός μέτρου, ο δε κύριος ναός ήταν τέσσερα έως και πέντε περίπου τετραγωνικά μέτρα. Για να εισέλθει κανείς στα τελευταία χρόνια πριν την Ανταλλαγή, εξαιτίας των κατολισθήσεων και της πτώσεως των τοιχωμάτων, έπρεπε να συρθεί  αρκετά. Σύμφωνα επίσης με τις περιγραφές των πληροφορητών υπήρχε σκαλισμένο το Άγιο Βήμα… και ένα πηγάδι.[8. Μαρτυρία Ευγενίου Σαμουηλίδη, ό.π.]

Το πότε ή από ποιους λαξεύτηκε είναι άγνωστο και μάλιστα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ξεχάστηκε η ύπαρξή του…  Για την εκ νέου πάλι «ανακάλυψη» του δημιουργήθηκαν μια σειρά παραδόσεων μερικές από τις οποίες και παραθέτουμε.

-«Πάνω από την  εκκλησιά ήταν κτιστό τούρκικο σπίτι. Είχε τη δική του, ξεχωριστή είσοδο. Κάποτε στην αυλή του σπιτιού, πάνω στην εκκλησία, ο Τούρκος νοικοκύρης αποπάτησε. Η γυναίκα του επί τέσσερα χρόνια ήταν άρρωστη, πιασμένη… έδωσε άδεια στον άνδρα της να ξαναπαντρευτεί.

Κάποτε βλέπει η χανούμισσα στο όνειρό της μια γυναίκα να της λέει: καθάρισε τον τόπο, να γίνεις καλά. Το καθάρισε και έγινε καλά. Ζιμπεϊλέ λέγανε το όνομά της. Το 1909-1910έγινε αυτό».[9. Μαρτυρία Αντωνίου Κουτουκτσή, ό.π.]

-«Θυμάμαι πως πριν από το Σεφερμπελίκ, Παγκόσμιο Πόλεμο,  βρέθηκε μια εκκλησούλα υπόγεια. Μια τουρκάλα έριχνε τα νερά σε μια μεριά και έβλεπε στον ύπνο της μια κοπέλα με ξέπλεκα μαλλιά που της έλεγε να πάρουν από πάνω της τη βρώμα. Αυτή η τουρκάλα το είπε στους χριστιανούς και  ίδια σταμάτησε να ρίχνει βρώμικα νερά. Είπανε πως στον ύπνο της παρουσιάστηκε η Αγία Παρασκευή». [10. Μαρτυρία Ευδοξίας Βαφειάδη, ό.π.]

-«Ήμουνα 20-25 χρόνων που βρήκανε την εκκλησιά. Μια τουρκάλα που καθότανε από πάνω  από την εκκλησιά, είδε στον ύπνο της την Αγία Παρασκευή, που δεν την άφηνε να «υπνώσει».  Στο μέρος  που ήτανε η εκκλησιά ρίχνανε βρώμικα νερά και λερώνανε, γι αυτό και η Αγία δεν την άφηνε να «υπνώσει». Πήγε, το είπε στου ρωμιούς και μια μέρα σκάψανε  και άνοιξαν την εκκλησιά. Βρήκανε μέσα δυο μικρές εικόνες, η μια ήτανε της Αγίας παρασκευής, γι αυτό και την είπανε έτσι. Η τουρκάλα πάλι έλεγε πως από τότε που άνοιξαν την εκκλησιά ησύχασε και κανένας δεν την ενοχλούσε στον ύπνο της». [11. Μαρτυρία Βαρβάρας Παυλίδη, ό.π.]

Αγία Αικατερίνη

Επρόκειτο για μικρή λαξευτή εκκλησιά, στον τουρκικό μαχαλά,  πάνω στην οποία είχαν κτιστεί, στο διάβα του χρόνου, οικίες μουσουλμάνων. Σύμφωνα με την παράδοση και αυτή η εκκλησιά είχε σκεπαστεί με χώματα από τις πτώσεις των τοιχωμάτων…

Επειδή όμως το μουσουλμανικό στοιχείο δεν μπορούσε να ησυχάσει, λέγανε πως άκουγαν φωνές και ψαλμούς, ζητήθηκε από τους χριστιανούς να την «ανοίξουν»… γεγονός που έγινε μετά την επέμβαση των Αρχών της Νίγδης, εξαιτίας της άρνησης του Μουδούρη- δημάρχου, να παραχωρήσει τη σχετική άδεια ο ίδιος.

Μέσα στην μικρή εκκλησιά βρέθηκε λαξεμένο Άγιο Βήμα καθώς και μια εικόνα που απεικόνιζε την Αγία Αικατερίνη.[12. Μαρτυρία Προδρόμου Παυλίδη, ό.π.]

 

Ανώνυμη εκκλησιά ή Αγία Παρασκευή (Ενσές- Εγκέζ)

Στην περιοχή του Εγκσέζ, στα νότια του χωριού, στην άκρη κάποιου σχηματιζόμενου γκρεμού, υπήρχε μέχρι και την Ανταλλαγή μια μικρή λαξευτή εκκλησιά  της οποίας η χωρητικότητα δεν ήταν μεγαλύτερη των είκοσι μέτρων…

Το αξιοσημείωτο είναι πως η εκκλησιά αυτή ήταν ο τόπος έναρξης των λιτανειών στις περιπτώσεις ανομβρίας για χριστιανούς και μουσουλμάνους.[13. Μαρτυρία Αντώνη Κουτουκτσή, ό.π. «Έλληνες και Τούρκοι, παπάδες και χοτζάδες μαζί πηγαίναμε εκεί. Παίρναμε μαζί μας και τα γυναικόπαιδα και τα γίδια και τα πρόβατα».]

Σύμφωνα μάλιστα με τα μουχαμπέτια «την εποχή της μεγάλης ξηρασίας (σημ: εννοεί την επιδρομή των ακριδών του ’14) οι Τούρκοι κάνανε ξεχωριστή λιτανεία στο τζαμί τους. Ήρθε φουρτούνα, τρικυμία (αέρας δυνατός» μα δεν ήρθε βρόχος. Την άλλη μέρα οι χριστιανοί αφού ξημερωθήκανε στη μεγάλη εκκλησιά του Αρχαγγέλου Μουχαήλ, πήραν τα εικονίσματα και τις παντιέρες και πήγαν στην Αγία Παρασκευή. Όσοι μπήκαν μέσα  βρήκαν νυχτερίδες… Καθάρισαν, κάνανε την προσευχή τους και πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Δεν πρόλαβαν όμως γιατί αμέσως ήρθε βρόχος δυνατός».[14. Μαρτυρία Λουκίας Αργυροπούλου και Λουκά Kαπασίδη, ό.π.]

 

Σουτλίκ Κιλισάσί ή Σουτλί Κιλσέ

Δυο ώρες μακριά από την κοινότητα, με κατεύθυνση προς το Ούλαγατς, πάνω σε λόφο που δέσποζε της περιοχής, ήταν λαξεμένη μια μικρή εκκλησιά  που έφερε τον παράξενο τούτο τίτλο, δηλαδή  «εκκλησιά για γάλα». Σύμφωνα λοιπόν με τους πληροφορητές κάθε γυναίκα της οποίας σταματούσε το γάλα, από διάφορες αιτίες, μπορούσε να θεραπευθεί άμεσα εάν και εφόσον πήγαινε πεζή στη χάρη της…

Βεβαίως ακολουθώντας απαρέγκλιτα μια σειρά τυπικών δρώμενων τα οποία τα βρίσκουμε καταγεγραμμένα στο αρχείο της προφορικής μας παράδοσης :

-«Εκεί πήγαιναν οι γυναίκες που σταματούσε το γάλα τους. Η κάθε γυναίκα έπαιρνε μαζί της ένα ιμπρίχ- δοχείο γεμάτο νερό. Στο δρόμο πηγαίνοντας πεζή, έσταζε λίγο- λίγο απ’ αυτό το νερό. Όταν τελείωνε το νερό στο δρόμο, το γέμιζε από το Τσάϊ του Τομλού που περνούσε από το κάτω μέρος του δρόμου.

Στο γυρισμό, στάζοντας πάλι νερό, έρχονταν πεζή στο χωριό. Έτσι γίνονταν καλά. Της γυναίκας μου είχε κοπεί το γάλα στο πρώτο μας παιδί. Πήγαμε μαζί στο Σουτλί κιλισέ και της ξανάρθε το γάλα»».[15. Μαρτυρία Αντώνη Κουτουκτσή, ό.π.]

-«Τον λόφο δεν θυμάμαι πώς τον έλεγαν, αλλά εγώ η ίδια πήγα 2-3 φορές στο Σουτλί κιλισασί για να κατεβάσω γάλα, επειδή μου κόπηκε όταν βύζαινα το μωρό μου.

Κάθε φορά που πήγαινα καβούρδιζα λίγα ρεβίθια, λεπλεπί, τα έβαζα σε ένα σακουλάκι τρύπιο και σ’ ένα άλλο σακουλάκι τρύπιο έβαζα σιτάρι… και τα έδενα στο στήθος μου.

Μόλις φτάναμε κοντά στην εκκλησιά ξελάσκαρα το φουστάνι μου και έπεφταν τα ρεβίθια και το σιτάρι σιγά σιγά….

Μετά το άναμμα των κεριών και της προσευχή μου, έσφιγγα λίγο τα στήθη και… έτρεξε γάλα. Όσες πάθαιναν αυτήν την αρρώστια, να τις κόβεται δηλαδή το γάλα όταν θήλασαν, πήγαιναν εκεί και γίνονταν καλά. Εκεί έρχονταν  γυναίκες από παντού. Από τα γύρω χωριά, τη Νίγδη, ακόμα και από την Καισάρεια. Το ίδιο έκαναν κρυφά και πολλές μουσουλμάνες.  Από παράδοση λέγανε πως  αυτό συνέβη με τον εξής τρόπο.

Στα χρόνια λοιπόν των διωγμών κάποια χριστιανή με τρία παιδάκια ξεμοναχιάστηκε στα μέρη αυτά. Επειδή τα μωρά πεινούσαν και έκλαιγαν και δεν μπορούσε να τα κουβαλάει μαζί της, άφησε το ένα σε μια ραχούλα με λίγα καβουρδισμένα ρεβίθια που είχε μαζί της για να τρώει, για να απασχολείται ώσπου να απομακρυνθεί με τα άλλα δυο, που έτσι θα γλύτωνε απ’ το ένα. Το ίδιο έκανε και για το δεύτερο σε άλλη ραχούλα ξεγελώντας το με λίγα κόλλυβα.

Τελευταίο τής έμεινε το μωρό στην αγκαλιά, που το θήλαζε κιόλας. Η εξάντλησή της ήταν τόσο μεγάλη απ’ την πείνα και την ταλαιπωρία που αναγκάσθηκε να ξεφορτωθεί το τρίτο της , το μωρό, εδώ στη θέση της Σουτλίκιλισασι. Τότε γονάτισε, πήρε μια σαν γαβάθα πέτρα και άρμεξε το στήθος της μέσα για να τρώει το μωρό. Έτσι άφησε και αυτό και έφυγε.

Τι απέγιναν τα παιδιά και η μάνα τους η παράδοση δεν μας λέει τίποτε. Όλοι βγάζουν το συμπέρασμα πως πολύ σύντομος θα ήταν ο θάνατός τους. Επειδή όμως η ιστορία αυτή είναι πολύ λυπητερή, γι αυτό κάθε γυναίκα που πήγαινε εκεί έπαιρνε μαζί της στραγάλια κι κόλλυβα σε σακούλια, για να τα ρίξουν σ πιθανές ραχούλες εκεί κοντά για να φάνε οι ψυχές των πεινασμένων παιδιών της πονεμένης μάνας που τα άφησε στο έλεος του Θεού.

Ούτε πού ακριβώς άφησε τ’ άλλα τα παιδιά της μάς λέει η παράδοση.

Αργότερα κάποιος από το Ούλαγατς έκτισε ένα μικρό σπιτάκι, σαν εκκλησία και το βρίσκαμε  πάντοτε γεμάτο τσιράλια- καντήλες,  κεριά και εικόνες. Τοποθέτησαν επίσης και μια μεγάλη πέτρα που έμοιαζε σαν γαβάθα… και λέγανε πως εκεί άρμεξε τα στήθη της η μητέρα για το μωρό της».[16. Μαρτυρία Λουκίας Αργυροπούλου, ό. π.]

Άγιος Βασίλειος

Επρόκειτο αρχικά για μια μικρή ημιυπόγεια εκκλησιά στην άκρη του χωριού, στο δρόμο για το Ούλαγατς… που με την σταδιακή επέκταση του χωριού  «μπήκε μέσα στο χωριό».  Ταυτόχρονα και για την κάλυψη των όποιων αναγκών  προσέθεσαν ένα χώρο πάνω ακριβώς από τον ήδη υπάρχοντα.[17. Μαρτυρία Αναστασίου Μιστιλίδη, ό.π. «Την εκκλησία τη μεγάλωσαν με τα χρήματα που έστειλε η Αδελφότητα της Πόλης. Ήμουνα μικρός και κουβαλούσα και εγώ πέτρες για να σηκώσουν τα ντουβάρια».]

Η εκκλησιά ήταν γεμάτη με εικόνες και κανδήλια, αλλά λειτουργούσε μόνο τις  ημέρες του Αγίου Βασιλείου, τη δεύτερη της Πασχαλιάς και στη δεύτερη της  Μικρής Πασχαλιάς, δηλαδή των Χριστουγέννων.

Επιπλέον στις αρχές του 20ου αιώνα περιέφραξαν τον χώρο χρησιμοποιώντας τον ως δεύτερο νεκροταφείο.[18. Μαρτυρία Προδρόμου Παυλίδη, ό.π. «Στην μάνδρα με την οποία την τριγύρισαν θάβαμε  αργότερα και τους νεκρούς, ενώ πρώτα είχαμε  νεκροταφείο αυτό που ήταν στην μεγάλη εκκλησιά του Αρχαγγέλου Μιχαήλ».]

Άγιος Γεώργιος

Μικρή ημιυπόγεια εκκλησιά στην άκρη του χωριού, ανατολικά…

Ένας χώρος περίπου είκοσι με εικοσιπέντε τετραγωνικά μέτρα που λειτουργούσε μόνο ανήμερα της εορτής του Αγίου.[19. Μαρτυρία Προδρόμου Παυλίδη, ό.π. «Και τον Αϊ Γιώργη τον σήκωσαν από πάνω, όπως και τον Αϊ Βασίλη. Σήκωσαν ντουβάρια και ανέβασαν τη σκεπή βάζοντας και δυο μικρά παράθυρα για φως. Η εκκλησιά γιόρταζε δυο φορές. Στις 3 Νοεμβρίου και στις 23 Απριλίου. Ο κόσμος πήγαινε πολλά τάματα. Πήγαινε γιαούρτι, κατσίκια, πρόβατα ότι είχε τάξει. Η επιτροπή τα μάζευε όλα αυτά και τα έβγαζε σε δημοπρασία για το καλό της εκκλησιάς».]

Χεοdάξα, δηλαδή  Θεού Δόξα.

Επρόκειτο για μια λαξεμένη εκκλησιά  ανάμεσα στις συνοικίες Ορτά μαχαλά και Γιοχαρί μαχλέ, χωρητικότητας περίπου εκατό ανθρώπων. Με σκαλισμένη Αγία τράπεζα, ξύλινο τέμπλο και πολλές «εικόνες, παντιέρες και καντήλια». [20. Μαρτυρία Ευγενίου Σαμουηλίδη, ό.π.] Εντός του ναού υπήρχε ειδική κρύπτη που χρησιμοποιείτο ως οστεοφυλάκιο.

Κάποιοι πληροφορητές ισχυρίζονται πως η εκκλησιά της  Χεοdόξα ήταν αφιρωμένη στον Όσιο Θεοδόσιο. [21. Μαρτυρία Ευδοξίας Βαφειάδου, ό.π. «Η Χεοdάξα ήταν μια εκκλησιά αφιερωμένη μάλλον στον Άγιο Θεοδόσιο. Ήταν σκοτεινή και πάντοτε ανάβαμε τα κανδήλια και τα κεριά για να δούμε. Από πάνω της περνούσε δρόμος… και για να μπούμε μέσα έπρεπε να κατεβούμε αρκετά σκαλιά. Μέσα είχαν κοιμητήρι, είχαν φέρει κόκκαλα και τα είχαν βάλει σε μια κρύπτη]

Αγία Μακρίνα

Μονή των Πέντε Μαρτύρων- γερ αλτί

Επρόκειτο περί μιας υπόγειας εκκλησιάς, στον μουσουλμανικό μαχαλά της κοινότητας, που  ήταν αφιερωμένη στους πέντε μάρτυρες: Αυξέντιο, Ευστράτιο, Μαρδάριο, Ορέστη, Ευγένιο,  των οποίων οι τάφοι ήταν εντός του ναού… Επίσης, εκτός των προαναφερομένων αγίων, εντός του κλίτους, στην αριστερή πλευρά, υπήρχε και ο τάφος της Αγίας Λουκίας. Κελέρι, χριστιανική κατακόμβη, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση και τόπος καταφυγής της Αγίας Μακρίνας, γιαγιάς του Αγίου Βασιλείου, στους διωγμούς του Γαλερίου και του Διοκλητιανού… τόπος λατρείας, λίγο αργότερα, των πρώτων χριστιανών.[22. Από τους ιστοριοδίφες της εποχής μόνο ο Αναστάσιος Λεβίδης διαφωνεί για την ταυτότητα των αγίων που είχαν θαφτεί εκεί. Στην σελίδα 76 για παράδειγμα του προαναφερομένου εγχειριδίου του αναφέρει κατά λέξη: «Αυτόπτης των τάφων και των λειψάνων εγενόμην κ’αγώ, αλλά νομίζω ότι οι τε τάφοι και τα λείψανα ανήκουσιν άλλοις μάρτυσι καθότι ήσαν μεν οι ειρημένοι άγιοι εκ Καππαδοκίας, όμως  εκ τούτων ο Ευστράτιος και ο Ορέστης πυρί παρεδόθησαν εν Σεβαστεία».]

«Πάνω στην υπόγεια εκκλησιά, στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα,  οι ευσεβείς κάτοικοι της κοινότητας έκτισαν ένα μεγάλο, τετράγωνο, ισόγειο δωμάτιο, που το χρησιμοποιούσαν ως είσοδο και ταυτόχρονα τοποθέτησαν το παγκάρι.  Από εκεί με 6-7 σκαλοπάτια  κατέβαινες στους υπόγειους χώρους. Σε έναν, που μάλλον ήταν ο κυρίως ναός γιατί υπήρχε η Αγία τράπεζα…. Και από εκεί μέσα από μια μικρή πόρτα  έμπαινες στο δεύτερο δωμάτιο  που ήταν πάνω κάτω στα δέκα τετραγωνικά μέτρα, όπου βρισκότανε οι τάφοι των Αγίων…

Από αυτούς οι δυο ήτανε μπροστά, ενώ οι άλλοι πίσω. Πάνω τους ξάπλωναν οι άρρωστοι, συνήθεια παλιά, για να γίνουν καλά.  Ο πρώτος από αυτούς ήταν σκαλισμένος, ψηλά στο δάπεδο της εκκλησιάς βαθειά στο βράχο, ενώ οι άλλοι μέσα στη γη.

Όλοι οι τάφοι ήταν ανοιγμένοι εκτός της Αγίας Λουκίας. Σύμφωνα με αυτά που λέγανε η Αγία όσες φορές πήγαν να την ανοίξουν δεν τους άφησε. Πάνω στο τάφο της υπήρχε μια μεγάλη πέτρα που όποιος περνούσε  από την τρύπα της, έστω σερνόμενος, γινότανε αμέσως καλά… Στην εκκλησιά ερχότανε και μουσουλμάνοι και περνούσανε από την πέτρα της αγίας…».[23.

Μαρτυρία Ευδοξίας Βαφειάδου, ό.π.

-Μαρτυρία Λουκίας Αργυροπούλου, ό.π. «Το σκάψιμο του ναού της Αγίας Μακρίνας έγινε πρόσφατα με υπόδειξη της καλόγριας. Στο σκάψιμο πήρε μέρος όλο το χωριό και μαζί και ο πατέρας μου και έγινε γύρω στο 1865».

Μαρτυρία Διονυσίου Ηλιάδη, ό.π. «Αριστερά, στην αυλή, ήταν δωμάτιο κτιστό όπου έμενε η καλόγρια Χριστίνα. Περιποιόταν την εκκλησία. Δίπλα από το δωμάτιό της υπήρχε και κάποιο άλλο που οδηγούσε με τα σκαλοπάτια που κατέβαινες στον κυρίως ναό. Στον χώρο της εκκλησίας χωρούσαν πενήντα άτομα στοιβαγμένα. Στα ντουβάρια  του βράχου ήταν μνήματα σκαλισμένα χωριστά για τον κάθε άγιο. Όλα ανοιγμένα εκτός της Αγίας Λουκίας. Ήταν θαυματουργοί. Της Ζωοδόχου Πηγής μέχρι και από τη Σινασό έρχονταν».

] Επισημαίνουμε επίσης πως στο διάβα του χρόνου  οι εκκλησιαστικές αρχές, για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών- προσκυνητών, έκτισαν μικρά δωμάτια στον περίβολο του μοναστικού συγκροτήματος, από την εκμετάλλευση των οποίων ετησίως μάζευαν σημαντικά ποσά τα οποία διέθεταν για την κάλυψη όποιων αναγκών.[24. Αναστάσιος Λεβίδης, ό.π. σ. 323 αλλά και Σ. Φαρασόπουλου, ό.π. σ. 79 «Δια των εισοδημάτων της Μονής ήτο και είνε δυνατόν ν’ανεγείρωσι κτίριον κατάλληλον δια σχολείον, αλλά ουκ ηβουλήθησαν συνιέναι εν τέλει».]

Τέλος γύρω από το ναό και την ύπαρξή του έχουν μπλεχθεί αρκετές παραδόσεις τις οποίες  παρουσιάζουμε, όπως ακριβώς τις βρήκαμε στο Αρχείο της Προφορικής Παράδοσης του Κ.Μ.Σ.

α

«Στα παλιά χρόνια, στη θέση της εκκλησιάς ήταν ένας κλειστός χώρος όπου πετούσαν τα σκουπίδια του χωριού… Ώσπου μια μέρα μια μαυροφορεμένη παρουσιάστηκε σε μια γυναίκα, την ώρα που γύριζε από το χωράφι της, όπου είχε πάει να αφήσει τη γελάδα της και της είπε:

-Έλα μαζί μου. Έπεσε το αδράχτι μου και θέλω να με βοηθήσεις να το βρω.

Και της έδειξε τον τόπο με τα σκουπίδια.

Η γυναίκα το είπε στους συγχωριανούς της, σκάψανε και βρήκανε την υπόγεια εκκλησιά. Ήρθε πολύς κόσμος. Καθαρίσανε την εκκλησιά, έχτισαν γύρω, γύρω πολλά δωμάτια για τους ξένους προσκυνητές».[25. Μαρτυρία Ευδοξίας Βαφειάδου και Απ. Τσακυρτζόγλου, ό.π.]

β

«Στο χωριό ήταν μια γεροντοκόρη. Αυτή ύφαινε στο σπίτι της. Το μοναστήρι της αγίας ήταν έρημο. Μια φορά περνούσε από εκεί και είδε μια γυναίκα και της είπε: έλα να μου κάνεις συντροφιά, να κάνω το νερό μου.

Πήγε η γεροντοκόρη και τότε εκείνη η γυναίκα της έδειξε μέσα στο μοναστήρι  με τη σειρά τα μνήματα των Αγίων Αυξεντίου, Ευστρατίου, Μαγδαρίου, Ευγενίου, Ορέστου και Λουκίας και της λέει: θα γίνεις καλόγρια και θα περιποιέσαι την εκκλησία. Να πας να το πεις στην Επιτροπή του χωριού και στους παπάδες.

Αυτοί δεν το πίστευαν αλλά μπήκε στο όνειρο των παπάδων και πίστεψαν. Άνοιξαν το μοναστήρι κα έρχονταν προσκυνητές  από παντού.

Αυτή η γυναίκα, η γεροντοκόρη, ήταν πολύ καλή. Ήξευρε αν ένας που πήγαινε στο μοναστήρι θα γινόταν καλά ή θα πέθαινε και πότε θα πέθαινε. Λέγουν πως τη νύκτα έκανε λειτουργία μαζί με τους αγίους.

Στο μοναστήρι ήταν τα λείψανα των αγίων και μαζί ένα χρυσό χέρι. Μέσα υπήρχε και μια τρύπια πέτρα και αυτοί που πήγαιναν να γίνουν καλά περνούσαν από εκεί. Αν δεν είχες αμαρτίες περνούσες ελεύθερα, αν είχες η πέτρα έπιανε τα ρούχα… Μια μέρα η μητέρα μου πήγε εκεί τον αδελφό της 3-4 χρόνων. Πέρασε εύκολα την τρύπα.

-Α, λέει, αυτοί που δεν περνούν είναι χοντροί και γι αυτό…

Πήγε να ξαναπεράσει, την έπιασε η πέτρα. Έταξε λοιπόν κάτι στην αγία και πέρασε. Την πέτρα τη λέγανε πεσίκ τασί.

Μια φορά είχαν ένα αρνάκι που δεν βύζαινε κα διαρκώς βέλαζε. Πήγαν στο μοναστήρι, το πέρασαν από την πέτρα και έγινε καλά».[26. Μαρτυρία Απ. Τσακυρτζόγλου, ό.π.]

γ

«Μια χρονιά έφεραν με βοδάμαξα μια τουρκάλα από το Ντουζκοϊ. Ήταν παράλυτη. Μέσα σε κιλίμι την κατέβασαν στην εκκλησιά. Κοιμήθηκε εκεί τρεις μέρες και τρεις νύκτες…

Την τρίτη νύκτα βλέπει στο όνειρό της τον Άγιο Ορέστη. Την πάτησε. Ξύπνησε αμέσως και ένοιωσε να παίζουν τα χέρια της, τα πόδια της, έγινε καλά.

Ο πατέρας της έστελνε κάθε χρόνο στη εκκλησιά δώρο μια δαμάλα και ένα δοχείο πεζίρι».[27. Μαρτυρία Διονυσίου Ηλιάδη, ό.π.]

δ

«Η εκκλησία αυτή φανερώθηκε κατά το 1865. Να πώς:

Ήταν μια κοπέλα παρθένα, σακάτισσα. Πήγε στη βρύση να φέρει νερό. Καθώς γυρνούσε  από τη βρύση, που είναι κοντά στην εκκλησιά, βλέπει στο δρόμο μια γνωστή γριά. Της λέει:

-Έλα κόρη μου, να δούμε την εκκλησιά.

Χώνονται από μια τρύπα και μπαίνουν στην εκκλησιά. Η γριά δείχνει στην κοπέλα τους τάφους των Αγίων τους οποίους κατονομάζει…. Βγαίνουν ύστερα έξω.

-Αχ, ξέχασα στην εκκλησιά τη ρόκα μου, να μπω μέσα να τη φέρω, περίμενέ με…

Περιμένει, περιμένει η κοπέλα. Πού να έρθει η γριά. Πάει στο σπίτι της, μην τυχόν είχε πάει εκεί. Τη βρήκε που καθόταν. Ιδέα δεν είχε απ’ όλα αυτά. Φαίνεται πως η Αγία Μακρίνα μπήκε στη μορφή της γριάς αυτής. Η κοπέλα έγινε μετά καλόγρια. Από αυτή έμαθε το χωριό τα ονόματα των αγίων που λείψανά τους βρέθηκαν στην εκκλησία».[28. Μαρτυρία Καλαντίδη Γαϊτανίδη, ό. Π.]

ε

«Μια κοπέλα του χωριού μας ονειρεύτηκε. Θα ήταν 22-23 χρόνων. Γύρω στα 1850 έγινε αυτό. Είδε μια καλόγρια στον ύπνο της το κορίτσι:

-Εδώ βρισκόμαστε, έλεγε.

Έδειχνε και το μέρος. Κάτω σε ένα κελέρι, σε έναν τοίχο, ένα μέτρο ψηλά. Οκτώ σκαλιά κατέβαινες στο κελέρι.

-Εδώ, λέει, είναι ο Ευγένιος, εδώ ο Μαγδάριος, εδώ ο Αυξέντιος, εδώ ο Ευστράτιος, εδώ ο Ορέστης, και η Λουκία εκεί.

Την κοπέλα την έλεγαν Μαρία Γαβριηλίδου. Την πρώτη μέρα το είπε στη μάνα της.

-Χαμ’ να χάστ, δηλαδή άσε το να πάει. Ο κόσμος θα μας κοροϊδέψ’… Είπε η μάνα τ’. Μη το λες όξω.

Το κορίτσι άφησε κείνη τη μέρα. Τη δεύτερη μέρα πάλι βλέπει όνειρο. Ονειρεύτηκε τα ίδια. Η καλόγρια πιάν’ απ’ το χέρι τη Μαρία και πηγαίνουν στο κελέρ μέσα. Ένα- ένα δείχνει τον τόπο και λέει:

-Μην ακούς τη μάνα σου, να πας στον παπά Κωνσταντίνο να μας βγάλετε. Ήρθε η μέρα.

Έρχεται ο παπά Κωνσταντίνος, κάνει παράκληση. Όπως έδειξε η καλόγρια,  έτσι δείχνει και η Μαρία στον παπά. Χτυπούν βγάζουν κα τους πέντε. Ορέστη, Ευγένιο, Μαγδάριο, Αυξέντιο, Ευστράτιε. Η Λουκία έμεινε εκεί. Είχε πει στη Μαρία:

-Εμένα δεν ήρθε ακόμα η μέρα μου. Να μείνω.

Πάνω από το κελέρι ήταν χτισμένα τούρκικα σπίτια. Στην αρχή οι Τούρκοι τους εμπόδισαν… Ύστερα είδαν  και αυτοί όνειρα, ψοφούσαν τα ζώα τους, τ’ άλογα, τα παιδιά τους αρρώσταιναν και έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν. Οι δικοί μας χάλασαν τα σπίτια και έχτισαν την κάμαρα.

Η εκκλησία γιόρταζε της Ζωοδόχου Πηγής,  το Πάσχα και στις 13 Δεκεμβρίου, ημέρα που βασανίστηκαν το 296». [29. Μαρτυρία Αποστόλου Οραηλίδη, ό.π.]

ζ

«Αυτοί οι πέντε μάρτυρες κλεισμένοι σ’ ένα κελέρ ήτανε. Μια αγαθιάρα, λίγο ελαφρόμυαλη, Μαρία τη λέγανε, πήγαινε στο σπίτι της. Κάποια πατριώτισσά μας Μαρίνα της είπε:

-Έλα ας πάμε. Έπεσε το κερμέν- κλωθαρα. Έλα ας πάμε να διούμε.

Το κορίτσι με τη γριά πήγαινε μέσα στο κελέρ.

-Αυτό κει είναι ο Ορέστης, στο ντουβάρ μέσα χωμένος, θέλει να βγει. Εδώ είναι ο Αυξέντιος, εδώ ο Μάρκος, εδώ ο Ευγένιος και κει η Λουκία… να βγουν  θέλουν. Τώρα. Αν δεν βγουν θα χαλάσει όλο το χωριό. Ήρθε η ώρα. Να πας να πεις στο χωριό, στην Επιτροπή, να φέρουν δεσπότη να τα βγάλουν…

Βγήκε στο χωριό. Είπε αν μ’ ακούσουν. Φώναξε, φώναξε. Το κορόιδευαν. Ξανά είδε την πατριώτισσα ,ας.

-Ξανά πες το. Αν δεν τα βγάλετε θα καεί το χωριό.

Το είπε πάλι. Τη ρώτησαν:

-Ποιός στο είπε;

-Αυτή η γυναίκα, η Μαρίνα με φώναξε… Μαρία έπεσε το κερμέν στο κελέρ. Έλα ας πάμε να το διούμε.

Πήγαν φώναξαν τη γυναίκα, τη Μαρίνα.

-Έπεσε το κερμένι σου στο κελέρ;

-Όχι, είπε, χαμπάρ δεν έχω…

Τότε κατάλαβαν πως κάποια αγία πήγε μαζί με τη Μαρία. Μαζεύτηκαν όλοι, πήραν και παπάδες να υπάν ν’ ανοίξουν. Το κελέρ  ήταν γεμάτο ακαθαρσίες και σκουπίδια. Άρχισαν να το ανοίγουν. Άνοιξαν, άνοιξαν, μέχρι το υπόγειο που ήταν κλεισμένο. Άνοιξαν και κατέβηκαν. Έδειξε η Μαρία. Εδώ, εδώ, εδώ… Άνοιξαν. …μια μυρωδιά βγήκε σαν βασιλικός. Σαν άρωμα. Έβγαλαν κόκκαλα, κίτρινα, κίτρινα σαν κεχριμπάρι έγιναν, σαν φλουρί.

Πήγαν φώναξαν απ’ τα χωριά παπάδες, έφεραν τον Δεσπότη, έκαναν λειτουργιά, αγρυπνία.

Έπεσαν πάνω, έκλαιγαν. Όποιος ήταν άρρωστος, αόμματος, κουτσός, μόλις ερχόταν γινόταν καλά.

Έμεινε η Αγία Λουκία. Ακόμα είναι στο χωριό, τη φυλάγουν οι Τούρκοι. Ανάβουν το καντήλι, θαυματουργή είναι.

Η Μαρία έμεινε μέσα και το φύλαγε. Επάνω είχε δωμάτιο, εκεί κοιμόταν. Κάθε μέρα αναμμένες ήταν οι κανδήλες. Ερχότανε κόσμος από παντού και Τούρκοι μάλιστα. Όχι κάτω αλλά πάνω στην  αυλή. Γιατρεύονταν και αυτοί. Κοιμόντουσαν στην αυλή και το πρωί γινόταν καλά. Ύστερα έφερναν τάματα, φλουριά…

Η Μαρία έβλεπε συχνά τους αγίους. Τους ρωτούσε:

-Πού ήσασταν

-Ήμασταν στο πόλεμο…

Οι Τούρκοι δυο φορές προσπάθησαν να κλέψουν τα χρυσά τάματα και το παγκάρι. Όπως έρχονταν, αόμματοι έμειναν και σαν το φτυάρι έμειναν παράλυτοι.

Η Αγία Λουκία ήταν σε μια γωνιά παραχωμένη. Πάνω υπήρχε μια πέτρα τρύπια.

-Αγιά Λουκία, γλύτωσε με από την αρρώστια και γω θα σου φέρω λάδι, έλεγαν και περνούσαν μέσα από την τρύπα.

Αν είχες πολλές αμαρτίες σ’ έσφιγγε, αν δεν είχες περνούσες».[30. Μαρτυρία Κατίνα Ποντζίκογλου, ό.π.]

η

«Στα χρόνια κοντά στην Ανταλλαγή ήρθε μια μέρα στο χωριό κάποιος από το Μιστί. Σταμάτησε έξω από το μοναστήρι της Αγίας Μακρίνας και τότε η γερόντισσα τον ρώτησε:

-Τι νέα;

Για να πάρει την απάντηση πως:

-Δεν είναι καλά τα πράγματα… Ακούστηκε πως θα μας πάνε στα μέρη του Καρς.

Αμέσως η γερόντισσα μας φώναξε για να κάνουμε παράκληση. Κατέβηκα με μια άρρωστη  που τη λέγανε Οσία.

Άρχισα την παράκληση και η Οσία πήγε να ανάψει τις καντήλες. Ξαφνικά κοιτάζω μπροστά μου που ήταν δυο εικόνες και βλέπω τη μια που ήταν της Αγίας Μακρίνας να είναι ανάποδα. Τρόμαξα και φώναξα την Οσία… αλλά η γερόντισσα που ήταν επάνω και παρακολουθούσε, μου φώναξε πως η ίδια την έβαλε ανάποδα.

-Μην σταματάτε, συνεχίστε την παράκληση.

Άμα τελείωσε, ανέβηκα επάνω. Τότε μου είπε η γερόντισσα πως αυτή δεν την έβαλε ανάποδα και το είπε  επίτηδες για να συνεχίσουμε.

-Σημάδι θεού, είπε είναι αυτό. Κάτι κακό θα γίνει στα μέρη μας. Πέστε το και στον κύριο Αλέξανδρο, τον δάσκαλο…

Την άλλη μέρα μας ρώτησε τι είδαμε στον ύπνο μας. Εγώ στη  αρχή δεν θυμόμουνα, ύστερα όμως θυμήθηκα πως είδα έναν καβαλάρη που είχε το ένα πόδι στο άλογο και το άλλο στη γη.

Δώσαμε την εξήγηση πως θα φύγουμε κάπου, αλλά χωρίς τίποτε άλλο.

‘Όταν ήρθε ο καιρός και επαληθεύθηκε το όνειρο, αλλά και αυτά που είπε η γερόντισσα, ο κύριος Αλέξανδρος μαζί με άλλους μάζεψαν τα εικονίσματα και τα έκρυψαν σε μια κόγχη… ως την Ανταλλαγή που τα μεταφέραμε στην Ελλάδα.

Είπαμε να ανοίξουμε τον τάφο της Αγίας Λουκίας, αλλά η γερόντισσα μας είπε πως στον ύπνο της  παρουσιάστηκε η αγία  και είπε να μην την πειράξουν. Το είπα στον άντρα μου και μου είπε:

Καλύτερα, ας μείνει έτσι… θα έρθει ίσως η μέρα που οι Έλληνες θα γυρίσουν πίσω πάλι στα χωριά που άφησαν  και τότε θα ανοίξουν  τα μνήματα που άφησαν».[31. Μαρτυρία Ευδοξίας Βαφειάδου, ό.π.]

Παρατήρηση

Η παράδοση περί των Πέντε Μαρτύρων συνεχίστηκε και μετά την Ανταλλαγή. Τα οστά τους μεταφέρθηκαν στο Πολύστυλο της Καβάλας τα οποία φύλαγε, μέχρι τους πρόσφατους χρόνους, η τελευταία καλόγρια της εκκλησιάς. Σώζεται μάλιστα και μια πολύτιμος  εικόνα των Αγίων που φέρει την παρακάτω ημερομηνία: Έτος 1867 Φεβρουάριος αρ…

Κάποια εποχή «ο Δεσπότης της Καβάλας  είπε:

-Τι τα φυλάτε αυτά τα άχρηστα πράγματα(οστά).

Τα έβγαλαν  από την εκκλησία και ήρθαν οι άγιοι και τους κυνήγησαν. Τώρα τα έβαλαν σε καλή κάσα». [32. Μαρτυρία Κατίνας Ποντζίκογλου, ό.π.]

Ιερός ναός Αρχαγγέλου Μιχαήλ

Επρόκειτο για τον μητροπολιτικό ναό,  τη μοναδική επίγεια εκκλησιά της κοινότητας.

Το πότε κτίστηκε μας είναι άγνωστο.  Το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως στη σχετική  αναφορά, στο περίφημο έργο του, ο Πατριάρχης Κύριλλος δηλώνει πως, «το χωρίον είχεν περικαλλή εκκλησίαν εκτισμένην με τρούλλον, παλαιάν».[33. Κυρίλλου, Ιστορική Περιγραφή, ό.π. σ. 22]

Το ίδιο, περίπου, καταγράφουν σχεδόν όλοι οι ιστοριοδίφες της εποχής, χωρίς να είναι σε θέση  να προσδιορίσουν, έστω και με σχετική ακρίβεια, την παλαιότητα της εκκλησιάς. Αλλά και με την παράδοση και τα μουχαμπέτια των κατοίκων να την ανάγουν « στα χρόνια τα παλιά, την εποχή του Μεγάλου Βασιλέα» κ.α. Όπως επίσης πως κτίστηκε στο μέρος που βρέθηκε κάποιο μάρμαρο το οποίο είχε επάνω του ανάγλυφη την εικόνα του Αρχαγγέλου.

Η μόνη βεβαία ημερομηνία είναι αυτή της ανακαίνισης του ναού στα 1842. [34. Αναστασίου Λεβίδη, ό.π. σ. 323 «Επ’ ονόματι Αρχαγγέλου Μιχαήλ ην ανακαίνισαν τω 1842».]

Σε  κάθε περίπτωση πάντως, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, επρόκειτο περί μιας τρικλίτου βασιλικής μετά τρούλου, εμπλουτισμένης «με πολλές εικόνες μεγάλες και μικρές, παντιέρες, καντήλια πάρα πολλά, ξύλινο περίτεχνο τέμπλο, στασίδια… και με μια τεράστια εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ… στη χάρη του οποίου ονομάστηκε έτσι η εκκλησιά».

Επισημαίνουμε, επίσης, κάτι που οι κάτοικοι της κοινότητας δήλωναν μετά περισσής υπερηφάνειας: πως ήταν από τις πλουσιότερες εκκλησίες όλης της Καππαδοκίας.

Φυσικά δεν είμαστε σε θέση να επιβεβαιώσουμε τα λεγόμενα,  μα νομίζουμε πως ούτε και χρειάζεται. Απλά να καταθέσουμε πως σύμφωνα με τις μαρτυρίες η  εκκλησιά του Αρχαγγέλου Μιχαήλ είχε υπό την ιδιοκτησία της δέκα (10) καταστήματα στην Πόλη, όλα ενοικιασμένα… Τα οποία απέδιδαν προφανώς ένα σημαντικό έσοδο ικανό να καλύψει τις βασικές ανάγκες του σχολείου… πληρωμές δασκάλων, αγορά βιβλίων και γραφικής ύλης για τα παιδιά, την ενίσχυση ορφανών, τη βοήθεια των φτωχών κοριτσιών- βασική προικοδότηση.

Αγιάσματα κ.α.

Λυχήνα

Βρισκόταν στις πηγές των νερών που κατέβαιναν από τη Γαϊλά και περνούσαν  από το Ούλαγατς. Περίπου ένα εικοσάλεπτο μακριά από το χωριό, από τους απόκρημνους βράχους μιας χαράδρας, έσταζε νερό που όλοι μας το θεωρούσαμε ως αγίασμα.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες εκεί προσέτρεχαν όσοι έπασχαν από τη νόσο της ψώρας οι οποίοι, αφού πλένονταν, καθαρίζονταν πλήρως. Ιδιαίτερα μάλιστα της Αγίας Τριάδος,  που προσέτρεχαν στη χάρη του μυριάδες χριστιανοί και μουσουλμάνοι.

Της Αγίας Μακρίνας

Εντός του ναού… Από τους βράχους ανάβλυζε ελάχιστο νερό, αγίασμα, το οποίο έσταζε μέσα στο ασημένιο χέρι της αγίας. Οι πιστοί ασπάζονταν το χέρι της, παίρνανε με τα δάκτυλά τους λίγες σταγόνες και με αυτές κάνανε το σημείο του σταυρού στο μέτωπό τους ή στα άρρωστα μέλη του σώματος…

Του Αγίου Γεωργίου

Βρισκόταν στην τοποθεσία Κούλουτσα. Το αγίασμα οι μουσουλμάνοι της περιοχής το λέγανε Τούλπα, θεωρώντας  το ως δικό τους ιερό τέμενος. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες «Εμείς λέγαμε πως είναι του Αγίου Γεωργίου γιατί στα χρόνια τα παλιά ήταν η εκκλησία του. Εκεί παρέμενε πάντοτε ένας χότζας που διάβαζε στους πιστούς. Στη μέση ακριβώς του τεμένους ήταν κάποιος τάφος, άγνωστο ποιανού. Από εκεί όμως ανάβλυζε λίγο νερό που το είχαν για αγίασμα οι μουσουλμάνοι».[35. Μαρτυρία Λουκίας Αργυροπούλου. Ό. π.]

Κενεζέ τασί

Επρόκειτο για ιερό μουσουλμανικό κτίσμα, δίπλα στα τουρκικά μνήματα. Μια τεράστια πέτρα και ελάχιστα νερά  με το μουσουλμανικό στοιχεί να προσέρχεται για ναμάζι… Τόπο τον οποίο και οι χριστιανοί αντιμετώπιζαν με σχετική ευλάβεια.

 

Μορμόρια, νεκροταφεία

Η κοινότητα είχε δυο χριστιανικά νεκροταφεία και ένα μουσουλμανικό.

Το πρώτο βρισκόταν  στο προαύλιο χώρο της εκκλησιάς του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και ήτανε το παλαιότερο…

Το δεύτερο βρισκόταν  δίπλα στην εκκλησιά του Αγίου Βασιλείου και ήταν κατά πολύ νεότερο και σαφώς μικρότερο. Οι λόγοι που επηρέασαν και επέβαλαν τελικά τη δημιουργία ενός δεύτερου κοιμητηρίου, σε μια μικρή θα λέγαμε κοινότητα  όπως η υπό έρευνα,  είχαν να κάνουν  κυρίως με την αισθητική. Διότι το πρώτο κοιμητήριο ήταν σχεδόν μέσα στο χωριό ενώ ο προτεινόμενος χώρος του δευτέρου όμορος με αυτό.

Και βεβαίως το μουσουλμανικό κοιμητήριο που εξυπηρετούσε τις ανάγκες των «άλλων».

Επισημάνσεις

  • Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τα δυο χριστιανικά κοιμητήρια είχαν πέτρινη περίφραξη και κεντρική είσοδο με σιδερόπορτα.
  • Τα μνήματα στο κοιμητήρια του Αρχαγγέλου Μιχαήλ ήταν απλά, με μια μόνο πλάκα σε κάθε τάφο, πάνω στην οποία ήταν χαραγμένος ο σταυρός και το όνομα του θανόντος. Σε ορισμένους μάλιστα αντί της πλάκας τοποθετούσαν μόνο ξύλινους σταυρούς.
  • Στο νεκροταφείο του Αγίου Βασιλείου υπήρχαν και «μερικά μνήματα πολυτελείας, όπως για παράδειγμα του Βασίλη Τσαρκατζόγλου, πλούσιου συγχωριανού που είχε πεθάνει στην Πόλη».[36. Μαρτυρία Αντώνη Κουτουκτσή, ό.π.]

Τα τελευταία χρόνια υπήρχαν τρεις κατηγορίες-τύποι τάφων που είχαν να κάμουν κυρίως με την πολιτικοοικονομική θέση της οικογενείας του κάθε νεκρού:

  • ένας απλός λάκκος με ένα ξύλινο σταυρό για τους περισσοτέρους… ή μια μικρή μαρμάρινη πλάκα ή μια ευμεγέθη πέτρα, πάνω στην οποία έγραφαν το όνομα του νεκρού και την ημερομηνία θανάτου
  • η θήκη, δηλαδή το άνοιγμα, κτισμένο με τούβλα ή και πέτρες για λίγους…
  • και οι τάφοι με μαρμάρινες επενδύσεις. Ελάχιστοι μεν αλλά υπήρχαν, όπως επίσης και απειροελάχιστοι οικογενειακοί… αν και σχεδόν οικογενειακοί ήταν όλοι διότι δεν υπήρχε ανακομιδή των νεκρών και οι τεθνεώτες θάβονταν πάντοτε στους προγονικούς τάφους.
Κωνσταντίνος Νίγδελης
Συνεχίζεται
_________________________


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Σεμέντερε - Σχολικά και Γλωσσικά
    Τα σχολικά δρώμενα ήταν επιεικώς απαράδεκτα. Άποψη που επιβεβαιώνεται και από τις σχετικές μαρτυρίες του Αρχείου της Προφορικής Παράδοσης του Κ.Μ.Σ. με κάποιες μάλιστα να κάνουν λόγο για την ανυπαρξία κάθε σχολείου.
  2. Σεμέντερε - Προφητείες, μάγια, παιχνίδια
    Αν και σύμφωνα με τους κανόνες του ορθοδόξου δόγματος θεωρείτο αμαρτία να ασχολείται κανείς με τούτες τις πρακτικές, εντούτοις, όχι μόνο άγνωστες ήταν, αλλά πάντοτε επίκαιρες και σε πολλές περιπτώσεις χρήσιμες… διότι «η πονηριά της γυναίκας ποτέ δεν σταματά
  3. Σεμέντερε - Εθιμικές Συνήθειες
    Μια από τις πλέον παράξενες εθιμικές συνήθειες ήταν αυτή του γιαγμούρ γκελινί, δηλαδή της νύφης της βροχής. Σύμφωνα λοιπόν με τα δρώμενα ντύνανε ένα πεντάρφανο κορίτσι...
  4. Σεμέντερε - Βότανα
    Αμύγδαλα … θρεπτικά, αλλά και σε διάφορες μορφές βοηθούν στο καθάρισμα του στήθους, δίνουν καλό ύπνο, ωφελούν στο συκώτι, στη σπλήνα, στο λαιμό, στον ανδρισμό.
  5. Σεμέντερε - τα του θανάτου
    Παρόλο που η επικράτηση του χριστιανισμού ήταν άμεση, από των πρώτων χρόνων και σε όλη την έκταση της Καππαδοκίας, είναι γνωστό πως η κυρίαρχη ιδεολογία του απορρόφησε και υιοθέτησε αρκετά δρώμενα των παλαιών παραδόσεων, διάφορες πρακτικές σε κάθε έκφανση της ζωής…
  6. Σεμέντερε - Γάμος
    Εξέχουσα θέση ανάμεσα στα πολυάριθμα έθιμα του χώρου κατέχουν αυτά που αφορούν τον γάμο, μιας και αναγνωρίζεται η ζωτική του σημασία όχι μονάχα ως θεμελίου της οικογένειας, της διαιώνισης του ανθρώπινου είδους αλλά και αυτής της κοινωνικής διάρθρωσης.
  7. Σεμέντερε - Κοινοτικά
    Στο κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνονται μια σειρά από δράσεις και συνήθειες αιώνων της υπό έρευνα κοινότητας του Σεμέντερε, κοινές πολλές εξ αυτών με τις διπλανές κοινότητες του χώρου, για τη λαϊκή λατρεία, τα εορταστικά ήθη και έθιμα, τις δοξασίες αιώνων...
  8. Σεμέντερε - Κύκλος του Χρόνου
    Στο κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνονται οι πληροφορίες που αντλήσαμε για τα ιδιαίτερα της κοινότητας, στον αέναο κύκλο του χρόνου: τη λαϊκή λατρεία, τις πρακτικές, τα ήθη και έθιμα, τις μικρές και μεγάλες γιορτές, τις δοξασίες, αλλά και τις πολλές αντιλήψεις για πολλά και διάφορα.
  9. Σεμέντερε - Λατρευτικά
    Δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχει τάξη ή τάξεις αγίων. Εκείνο που ξέρουμε και μάλιστα καλά, είναι πως οι Καππαδόκες, χριστιανοί μα και μουσουλμάνοι σεμνύνονταν το όνομα του Αγίου Γεωργίου περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο.
  10. Σεμέντερε - Εκκλησιαστικά
    Η κοινότητα του Σεμέντερε, σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά κατάστιχα, ανήκε στην Επισκοπή Μισθίων της Ιεράς Μητροπόλεως Ικονίου της οποίας ο προκαθήμενος έφερε τον τίτλο «Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Λυκαονίας», με πρώτη μητροπολιτική έδρα το Ικόνιο και δεύτερη την πόλη της Νίγδης.
  11. Σεμέντερε - Πόσιμα ύδατα
    Πόσιμα ύδατα, βρύσες, πηγάδια, ρέματα, νερά… Στην ευρύτερη περιοχή της κοινότητας υπάρχουν μερικά αξιοπρόσεκτα ρέματα, μια πληθώρα άλλων μικρότερων κα
  12. Σεμέντερε - Κελέρια
    Πουθενά στην οικουμένη, όσο κι αν ψάξει κανείς, δεν υπάρχει σε τόσο μεγάλη έκταση εκμετάλλευση της γης για σκοπούς αλλότριους της γεωργίας, όσο στον χώρο της Καππαδοκίας. Ατέλειωτες υπόγειες πολιτείες, διαφορετικών ειδών ή καλύτερα διαφορετικής τεχνικής, φυσικές σπηλιές, λαξευτά κελέρια, υπόγειοι ή επίγειοι χώροι που χρησιμοποιήθηκαν από τους κατοίκους της στο διάβα του χρόνου για κάθε χρήση. Με την απάντηση στο γιατί ή καλύτερα σε τι οφείλεται τούτη η πρακτική να είναι απλή.
  13. Σεμέντερε - Τοπωνύμια
    Ά(β)ουρέν ή Άβορεν ή Αγορέν - Επρόκειτο περί κοινής τοποθεσίας στα νοτιοδυτικά χωριού σε απόσταση περίπου μισής ώρας προς το Ανταβάλ, με ιδιοκτησίες και των δυο κοινοτήτων και πολλά κελέρια. Χαρακτηριστικό στοιχείο της περιοχής ήταν το Αγορέν μπογαζί, δηλαδή ένας μακρύς ντερές (εσοχή) που έφτανε έως τον δημόσιο δρόμο
  14. Σεμέντερε - Πληθυσμιακά / Διοικητικά
    Οι ιστοριοδίφες του χώρου ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν είναι οι συγκεχυμένες και εν πολλοίς πληροφορίες που εμπεριέχουν υπερβολές, συχνά μάλιστα αντικρουόμενες μεταξύ τους… σε όλες τις εκφάνσεις της ερευνάς τους. Για το εκπαιδευτικό σύστημα, τις κυρίαρχες σχέσεις με τους «άλλους», την καθημερινότητα, την οικονομική κατάσταση…
  15. Σεμέντερε - Ρυμοτομία
    Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες μπορούμε να μιλάμε για μια τυπική κοινότητα του χώρου, εκεί και τότε, που ήταν χωρισμένη σε μαχαλάδες, με στενά σοκάκια το σύνολο των οποίων ήταν χωμάτινοι, χωρίς καμία επέμβαση από πλευράς της διοίκησης, με τον χώρο της τυπικής πλατείας και τους λοιπούς δρόμους που οδηγούσαν στις παράπλευρες κοινότητες.
  16. Σεμέντερε - Όνομα
    Προ κάθε συμπεράσματος θα θέλαμε να καταθέσουμε τη μόνη, ίσως, σαφέστατη και σε κάθε περίπτωση αξιόπιστης βιβλιογραφικής αναφοράς που έχει σχέση με την ιστορία της κοινότητας… Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν το Σεμέντερε είναι ή κτίστηκε στην τοποθεσία που βρισκόταν κάποτε το χωριό Δάσμενδρον…
  17. Σεμέντερε - Η δημιουργία του χωριού
    Το πότε ακριβώς δημιουργήθηκε το χωριό μάς είναι άγνωστο, όπως επίσης και ο τρόπος. Απλά υπάρχουν μιας σειρά μαρτυριών που σίγουρα εμπεριέχουν υπερβολές, ανακρίβειες, μυθεύματα και σπέρματα αληθείας εμπλουτισμένα με προσωπικά συμπεράσματα. Και όλα φυσικά μέσα στα πλαίσια του εμείς και του εγώ, δηλαδή της δικής μας ράτσας και των δικών μου γνώσεων… δηλαδή στα πλαίσια μιας συγγνωστής υπερβολής.
  18. Σεμέντερε Καππαδοκίας
    Ανέκδοτη έκδοση ( Σεπτέμβριος 2015 ), με τίτλο "Σεμέντερε Καππαδοκίας" του Κώστα Νίγδελη. Το βιβλίο έχει περί τις διακόσιες σελίδες έρευνας του συγγραφέα και αποτελεί μοναδικό στο είδος του για τις πτυχές αυτές της περιοχής.