Η αρχαία Νουβία

H Eλληνική Παροικία του Σουδάν κατά την εξέγερση του Μάχντι και των Δερβίσηδων (1881 -1898). Έλληνες Νεομάρτυρες, θύματα των φανατικών μωαμεθανών του Μάχντι, αλλά και εξωμότες.

Ο ναός της Ellesiya από την Νουβία στο Τουρίνο
Ο ναός της Ellesiya από την Νουβία στο Τουρίνο

 

Παλαιότερα Νουβία ονομαζόταν η προς Νότο της Αιγύπτου χώρα, μετά το Ασσουάν μέχρι τη συμβολή των δύο Νείλων, όπου βρίσκεται το Χαρτούμ. Το Σουδάν θεωρείται η κοιτίδα των νειλωτικών νέγρων που η γενέτειρά τους εντοπίζεται πλησίον της Μεγάλης Λίμνης, απ’ όπου και διεσπάρησαν. Από τα αρχαιολογικά ευρήματα βεβαιώνεται η ύπαρξη ικανών εγκαταστάσεών τους στο ευρύτερο αιγυπτιακό πεδίο, ενώ δημιουργήθηκε και σειρά χριστιανικών πόλεων. Πρόκειται για τη γνωστή στους αρχαίους χώρα ως “Υπέρ Αίγυπτον”. Κατά τον 5ο μ.Χ. αιώνα οι Νούβιοι συνέστησαν το Βόρειο Βασίλειο με έδρα τη Δόγκολα και το Νότιο με έδρα τη Σόμπα, νότια του Χαρτούμ. Ασπάστηκαν το Χριστιανισμό γύρω στο 542 ή 543 μ.Χ. και υπάγονταν στην Ελληνική (Μελχιτική) Εκκλησία. Ωστόσο γύρω στο 700 μ.Χ. υπερίσχησε στη Νουβία ο Μονοφυσιτισμός και η περιοχή εισήλθε στη κυριαρχία της Κοπτικής Εκκλησίας.

Παρά τις συνεχείς διώξεις των Μουσουλμάνων οι Νούβιοι κράτησαν τη Χριστιανική πίστη μέχρι και το 17ο αιώνα. Όμως οι συχνές προσβολές και επιρροές από τις μουσουλμανικές φυλές της ερήμου στα βόρεια εξανάγκασαν τους Νούβιους του Βορρά να εξισλαμιστούν και να εξαραβιστούν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους. Στα νότια του Σουδάν αντίθετα ο Χριστιανικός και νειλωτικός νέγρικος χαρακτήρας διασώζεται μέχρι σήμερα.  Ο εξισλαμισμός του Σουδάν ολοκληρώθηκε μεταξύ 1818 και 1823 όταν οι βασιλίσκοι των Νουβίων υποτάχθηκαν στον Πασά της Αιγύπτου Ισμαήλ.

 

Η Παροικία του Σουδάν

Στα μέσα του 18ου αιώνα εντοπίζονται Έλληνες στο Σουδάν με πρώτον τον καταγόμενο από την Ζάκυνθο Γιάννη Γαέτη που μαζί με τα δύο αδέρφια του πήγαν στην Αίγυπτο αρχικά, αλλαξοπίστησαν, και από τον ηγεμόνα της Αιγύπτου στάλθηκαν ως πρέσβεις στο βασίλειο του Νταρφούρ, στο δυτικό Σουδάν. Πάντως η πρώτη ομαδική παρουσία Ελλήνων εντοπίζεται στο Σουδάν το 1821 όταν τα τουρκο – αιγυπτιακά στρατεύματα εισέβαλαν στη χώρα. Αρχίατρος του Ισμαήλ-πασά, διοικητή των αιγυπτιακών στρατευμάτων, ήταν ο Δημήτριος Μπότσαρης, που σκοτώθηκε μαζί του από Σουδανούς το 1822.

Έλληνες γιατροί και φαρμακοποιοί εμφανίζονταν να υπηρετούν στον αιγυπτιακό στρατό σε όλη τη διάρκεια της κατοχής του Σουδάν που διήρκεσε από το 1821 έως 1885. Όταν το 1839 ο ηγεμόνας της Αιγύπτου Μωχάμετ  Άλυ επισκέφθηκε το Σουδάν στην ακολουθία του, μετείχε και ο παιδικός του φίλος Μιχάλης Τοσίτσας που ήταν μαζί του από την εποχή που ζούσαν και οι δύο στην Καβάλα. Ο Τοσίτσας είχε ακολουθήσει τον Άλυ στην Αίγυπτο όπου και απέκτησε μεγάλη περιουσία.

Μάχντι (1844 – 1885)

Η Εξέγερση του Μάχντι. Η αρχή ενός δράματος για την ελληνική παροικία.

Στα 1881, αίφνης ως θύελλα της ερήμου, θα εμφανιστεί στο προσκήνιο, ένας μυστηριώδης μυστικιστής Σουδανός ισλαμιστής πολέμαρχος, ο Ντανκαλαβί Μοχαμάτ Αχμάντ Μπεν Αμπνταλάχ, γνωστός στην Ιστορία ως “Μάχντι”. Ο Μοχάματ Αχμάντ ήταν θρησκευτικός ηγέτης του Σουφικού Ισλαμικού Τάγματος Σαμανίγια στο Σουδάν, που ισχυριζόταν πως καταγόταν από τον ίδιο τον Προφήτη Μωάμεθ.

Στις 29 Ιουνίου 1881 αυτοανακηρύχθηκε “Μάχντι”, δηλαδή ο μεσσιανικός λυτρωτής της ισλαμικής θρησκείας. Η ανακήρυξή του αυτή ήλθε σε μια εποχή καταπίεσης και γενικευμένης απογοήτευσης του σουδανικού λαού από τις Τουρκο – Αιγυπτιακές αρχές, κάτι που εκμεταλλεύτηκε ο Μάχντι, τιθέμενος επικεφαλής ενός εθνικού και θρησκευτικού κινήματος, που φιλοδοξούσε να φέρει την “κάθαρση” στον ισλαμικό κόσμο από την την επιβολή ευρωπαϊκών κανόνων και τρόπων ζωής που προωθούσε η “αμαρτωλή, άθεη και διεφθαρμένη” Τουρκο-αιγυπτιακή διακυβέρνηση, που είχε καταστεί προτεκτοράτο της Μεγάλης Βρετανίας. Κηρύσσοντας “Ιερό Πόλεμο” (Τζιχάντ) ο Μάχντι οδήγησε επιτυχώς τις τρισβάρβαρες, φανατικές φυλές της ερήμου του Σουδάν από νίκη σε νίκη κατά των Τουρκο – Αιγυπτίων, αυξάνοντας τον αριθμό των οπαδών του (τους δερβίσηδες*) και την έκταση της επικράτειας που ήλεγχε το φανατικό μουσουλμανικό καθεστώς του (Μαχντίγια) καταλαμβάνοντας διάφορες πόλεις και περιοχές του Σουδάν.

Το 1883 στην κορύφωση του πολέμου και των επιτυχιών του, ο Μάχντι θ’ αρχίσει ν’ απειλεί και την ίδια την πρωτεύουσα του Σουδάν, το Χαρτούμ, όπου και υπήρχε η ακμάζουσα Ελληνική Παροικία. Η Βρετανική Κυβέρνηση, τότε φοβούμενη την επικίνδυνη κλιμάκωση του πολέμου και την απειλή που διαφαινόταν για τα ζωτικά της συμφέροντα στη Διώρυγα του Σουέζ, διέταξε τους Αιγύπτιους το Δεκέμβριο του 1883, να εκκενώσουν στρατιωτικά το Σουδάν και το οπλοστάσιο του Χαρτούμ, αναθέτοντας το δύσκολο έργο αυτό στον έμπειρο γνώστη της περιοχής, Βρετανό Στρατηγό Τσαρλς Τζωρτζ Γκόρντον, τον οποίο ο Χεδίβης της Αιγύπτου διόρισε Γενικό Κυβερνήτη του Σουδάν. Ο Στρατηγός Γκόρντον ήταν γνωστός και ως “Κινέζος Γκόρντον” γιατί στο παρελθόν είχε υπηρετήσει με επιτυχία ως στρατιωτικός σύμβουλος του Αυτοκράτορα της Κίνας, στον αιματηρό πόλεμο της “Εξέγερσης των Ταϊπίνγκ” (1850 – 1864). Στο παρελθόν μάλιστα χρημάτισε ξανά για ένα διάστημα Κυβερνήτης του Σουδάν, τερματίζοντας το δουλεμπόριο και λαμβάνοντας τον τίτλο του Πασά (“Γκόρντον Πασάς”) και τότε ήταν άλλωστε που ο (άγνωστος στην Ελλάδα δυστυχώς) Έλληνας εξερευνητής Παναγιώτης Ποταγός (1838-1904), ιατρός από την Βυτίνα της Αρκαδίας, (αδιαμφισβήτητα ο σημαντικότερος Έλληνας περιηγητής των νεωτέρων χρόνων και ο μόνος που δικαιούται τον χαρακτηρισμό του εξερευνητή) πραγματοποίησε εξερευνητικά ταξίδια στην κεντρο-ανατολική Αφρική, αναφέροντας στα 1877 τα ευρήματά του στον Κυβερνήτη Γκόρτντον Πασά, τα οποία και περιέλαβε στο μνημειώδες έργο του “Dix années de voyages dans l’Asie centrale et l’Afrique equatoriale” (Ernest Leroux Editeur, Paris 1885).

Ο Στρατηγός Τσαρλς Γκόρντον (1833 – 1885)

Εν τω μεταξύ τον Ιανουάριο του 1883 ο Μάχντι είχε καταλάβει μετά από πολιορκία την πόλη του Ελ Ομπεΐντ. Η αιγυπτιακή φρουρά σφαγιάστηκε ανηλεώς και οι Έλληνες της πόλης που συνελήφθησαν υποχρεώθηκαν να αλλαξοπιστήσουν, με απειλή θανάτου, ενώ το ίδιο συνέβη και με έξι Ιταλίδες καθολικές καλόγριες. Οι Έλληνες αυτοί που έγιναν δια της βίας Μωαμεθανοί θα υπηρετήσουν στο στρατό του Μάχντι κυρίως ως μηχανικοί του πυροβολικού. Ο Μάχντι μάλιστα τους υποχρέωσε να παντρευτούν Σουδανές ή τις εξισλαμισθείσες καθολικές Ιταλίδες!!! Ο Γκόρντον σχολιάζοντας ειρωνικά το γεγονός, θα γράψει αργότερα στην αναφορά του: “… ο Πάπας θα πει για τις καλόγριες που παντρεύτηκαν τους Έλληνες: Έγινε η Ένωση της Ελληνικής με τη Λατινική Εκκλησία…”!!!! Ένας από αυτούς τους εξισλαμισθέντες Έλληνες ήταν και ο εμπειρότατος μηχανικός και χειριστής του πυροβολικού ΠαναγιώτηςΤράμπας που κέρδισε την εμπιστοσύνη του Μάχντι, και στον οποίο μετά τη πτώση του Χαρτούμ, σε αντάλλαγμα για τις “υπηρεσίες” του, δώρισε μια μεγάλη έκταση κοντά στο κυβερνητικό ανάκτορο. Την έκταση αυτή η Ιταλίδα καλόγρια – γυναίκα του αργότερα την δώρισε στο Βατικανό, αφού επανήλθε στο καθολικισμό, και επ’ αυτής οικοδομήθηκε ο σημερινός εντυπωσιακός ρωμαιοκαθολικός καθεδρικός ναός του Χαρτούμ!!!

Τελικά στις 18 Μαρτίου 1884 οι δυνάμεις του Μάχντι ξεκινούν την πολιορκία του Χαρτούμ και ο Στρατηγός Γκόρτντον τίθεται επικεφαλής της αιγυπτιακής άμυνας της πόλης. Ο Γκόρντον όταν άρχισε να γίνεται απελπιστική η κατάσταση στην πολιορκημένη πόλη, έστειλε ένα ποταμόπλοιο στο Νείλο, το Abbas, για να φέρει βοήθεια με τον υπασπιστή του Σ/χη John Donald Hamill Stewart επικεφαλής. Εντός του ποταμόπλοιου επέβαιναν Αιγύπτιοι, Σύριοι και 19 Έλληνες. Όμως το πλοίο εξώκειλε και ο Stewart μαζί με τα περισσότερα μέλη του πληρώματος και τους επιβάτες που συνελήφθησαν από τους επαναστάτες, κατακρεουργήθηκαν. Ελάχιστοι Έλληνες γλίτωσαν τη σφαγή και μεταξύ αυτών ο Γεώργιος Καλαματιανός, που ασπάστηκε το Ισλάμ για να σωθεί, και έγινε ο αγγελιαφόρος του Μάχντι, ο οποίος και ήταν αυτός που εστάλη στο Χαρτούμ μεταφέροντας το περίφημο μήνυμα του Μάχντι στον Γκόρντον, να παραδοθεί και να αλλαξοπιστήσει για να σωθεί!! Ο Γκόρντον αρνήθηκε αξιοπρεπώς, προτιμώντας το θάνατο!

Τον Ιανουάριο του 1885, 56 Έλληνες (επί συνόλω 135 ξένων) βρέθηκαν εντός της πολιορκημένης πόλης, ενώ μαζί τους ήταν και ο εκεί επίτιμος πρόξενος της Ελλάδος, Νικόλαος Λεονταρίδης, που οργάνωσε την άμυνα του Χαρτούμ μαζί με τον Γκόρντον. Τα ξημερώματα της 26ης Ιανουαρίου 1885, 50.000 δερβίσηδες, επιτέθηκαν στην πόλη, εκμεταλλευόμενοι την πολύ χαμηλή στάθμη του Νείλου. Η άμυνα των 7.000 περίπου εξαντλημένων απ’ την πολιορκία και ηθικά καταρρακωμένων Αιγυπτίων κατέρρευσε σχεδόν αμέσως και η πόλη καταλήφθηκε από τους άνδρες του Μάχντι, που επιδόθηκαν σε μια άγρια σφαγή 4.000 κατοίκων, ενώ χιλιάδες άλλοι οδηγήθηκαν σε σκλαβοπάζαρα. Θύματα της σφαγής ήταν και ο καταγόμενος από τη Λέρο, Έλληνας Πρόξενος Λεονταρίδης, που πέθανε μαχόμενος ηρωικά, αλλά και ο ίδιος ο Στρατηγός Γκόρντον που πέθανε ηρωικά με το ξίφος στο χέρι. Οι δερβίσηδες μάλιστα του κόψανε το κεφάλι, το καρφώσανε σε ένα κοντάρι και το περιέφεραν στην πόλη για να το καρφώσουν εντέλει μπροστά στη σκηνή του Μάχντι ως τρόπαιο.

Η άλωση του Χαρτούμ και ο φόνος του Γκόρντον, σήμανε και την μοίρα των Ελλήνων της πόλης. Οι 54 διασωθέντες Έλληνες του Χαρτούμ, που συνελήφθησαν από τις δυνάμεις του Μάχντι, υποχρεώθηκαν να μεταστραφούν στον ισλαμισμό, αναγκαζόμενοι να υποστούν δημόσια περιτομή. Στους εξωμότες επιτράπηκε να έχουν έναν Έλληνα Εμίρη και εξελέγη ο Αμπντουλάχ, ο παλαιότερα ονομαζόμενος Δημήτριος, που αναγνωρίστηκε ως ο πολιτικός και θρησκευτικός εκπρόσωπος των Ελλήνων ομογενών του, υποκείμενος στο Μάχντι (και μετά στο Χαλίφη).

Ωστόσο 7 Έλληνες αρνήθηκαν ν’ αλλαξοπιστήσουν, προτιμώντας το θάνατο από το να προδώσουν την Χριστιανική Ορθόδοξη Πίστη. Οι αφηνιασμένοι δερβίσηδες τους μετέφεραν στον αυλόγυρο του Ελληνορθόδοξου Ναού του Χαρτούμ (που μετατράπηκε σε τέμενος) και τους αποκεφάλισαν. Αυτοί είναι οι Άγιοι Μάρτυρες του Χαρτούμ. Προς τιμή τους αργότερα ανεγέρθη μνημείο στον τόπο του Μαρτυρίου τους.

Οι ενισχύσεις που οι Βρετανοί και οι Αιγύπτιοι έστειλαν για να λύσουν την πολιορκία, έφτασαν εντέλει μόλις 2 ημέρες μετά την άλωση, και ενώ όλα είχαν τελειώσει. Ο τραγικός θάνατος του “Γκόρντον του Χαρτούμ” προκάλεσε παγκόσμια συγκίνηση αλλά και πολιτική αναταραχή στη Βρετανία, όπου ο φιλέλληνας Πρωθυπουργός Γουίλιαμ Γκλάντστοουν (ή Γλάνδστων) αναγκάστηκε να παραιτηθεί δεχόμενος έντονη κριτική για την αποτυχία της λύσης της πολιορκίας και της σωτηρίας του Γκόρντον. Ο Μάχντι πέθανε μυστηριωδώς μετά από 6 μήνες και τον διαδέχθηκε ο πρώτος του Χαλίφης Αμπντουλάχ Αλ – Τααίσσα. Η επικράτεια της Μαχντίγια ή του χαλιφάτου των δερβίσηδων εκυβερνάτο με την πιο αυστηρή γραμματική ερμηνεία της σαρία. Η τήρηση του ισλαμικού νόμου επιβαλλόταν με σιδηρά πυγμή και με εφαρμογή ανελέητων ποινών για τους παραβάτες, όπως ακρωτηριασμοί, μαστιγώματα και αποκεφαλισμοί. Καμία άλλη λατρεία δεν επιτρεπόταν να εξασκείται εντός του χαλιφάτου πλην της μουσουλμανικής, επί ποινή θανάτου. Η Μ.Βρετανία για να καταστείλει την εξέγερση ξεκίνησε έναν δωδεκαετή αιματηρότατο και δαπανηρότατο πόλεμο εναντίον των οπαδών του Μάχντι για την ανακατάληψη του Σουδάν.

Το 1896 επικεφαλής της εκστρατείας των αγγλο-αιγυπτιακών στρατευμάτων τέθηκε ο Βρετανός Στρατηγός Κίτσενερ που εντέλει και νίκησε τον Χαλίφη και τους Δερβίσηδες στη μάχη του Ομντουρμάν το 1898 (στην οποία συμμετείχε και ο νεαρός τότε Ουίνστον Τσόρτσιλ). Το Χαρτούμ ανακαταλήφθηκε από τον Κίτσενερ και πολλές γαίες δόθηκαν στην Ελληνική Κοινότητα σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών πολλών Ελλήνων που υπηρέτησαν στον αγγλο-αιγυπτιακό στρατό ως μηχανικοί και οδηγοί ποταμοπλοίων, αλλά και σε αναγνώριση της θυσίας των Ελλήνων πεσόντων και Μαρτύρων κατά την άλωση του Χαρτούμ. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ένας από τους πρώτους Έλληνες που πήγαν την περίοδο εκείνη στην περιοχή, ήταν ο Κυπριακής καταγωγής Νικόλαος Λοΐζος, στον οποίο ο στρατηγός Κίτσενεραναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες του, πρόσφερε πολύτιμη καρφίτσα.

Επίσης αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση του Έλληνα εμπόρου συγκέντρωσης γόμμας στη δυτική όχθη του Λευκού Νείλου, του Πελοποννήσιου Κωστή Μουρίνη, τον οποίο συνάντησε και στρατολόγησε ως πληροφοριοδότη ο Κίτσενερ προχωρώντας στην εκστρατεία του και προς τιμήν του οποίου πήρε το χωριό Κωστή (απέχει σιδηροδρομικώς 237 μίλια από το Χαρτούμ) το όνομά του. Απ’ όσους εξωμότησαν, σχεδόν όλοι ξαναβαπτίστηκαν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, όντες κρυπτοχριστιανοί καθόλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Σουδάν από τους δερβίσηδες, εκτός από ελάχιστους που είχαν νυμφευθεί Σουδανές και προτίμησαν να ζήσουν στο Ομντουρμάν.

Νίκος Στεφανίδης,
Δικηγόρος,  Δ.Μ.Σ. στην Ιστορία,
Φιλοσοφία και Κοινωνιολογία του Δικαίου ΑΠΘ,
Υπ. Διδάκτωρ στην Κοινωνιολογία του Δικαίου.

Author: Μνήμες