Σύλλατα Καππαδοκίας

Διοικητικά… και άλλα τινά

α-Διοικητικά η κοινότητα των Συλλάτων ανήκε  στο μεγάλο «Βιλαγέτι» του Ικονίου[1] (Κόνια), στο «Μουτεσαριφλίκ»- διοίκηση του ομώνυμου νομού και στο Καϊμακαμλίκ- υποδιοίκηση[2] της Νεαπόλεως (Νεβ-σεχίρ)[3]. Βεβαίως πρόκειται για διοικητική «τοποθέτηση» η οποία καταγράφηκε προς το τέλος του 19ου αιώνα, μιας και στους προηγούμενους χρόνους υπήρχε σχετική ρευστότητα. Ο Σάββας Χωλόπουλος, για παράδειγμα την τοποθετεί στην «τοπαρχία του Νομάρχου Ικονίου υπό την διοίκηση της Νίγδης και υποδιοίκηση της Νεάπολης[4]. Επίσης να σημειωθεί πως το βιλαέτιο του Ικονίου είναι το μεγαλύτερο σε όλη την Οθωμανική επικράτεια μιας και  «το μέγεθός του ισούται σχεδόν προς την παλαιάν Ελλάδα ολόκληρον ηυξημένην κατά το ήμισυ αυτής».[5] Σήμερα το χωριό διοικητικά ανήκει στο δήμο Μαλακοπής «Derihkudu Belediyesi» της ομώνυμης επαρχίας της νομαρχίας  Νεαπόλεως- «Nevsehir valilik»

β-Πληθυσμιακά, επίσης, δεν είμαστε σε θέση να αποδώσουμε επακριβώς τις διακυμάνσεις του πληθυσμού, στο διάβα του χρόνου, εξαιτίας της ανυπαρξίας επισήμων πηγών, αλλά και των διαφορετικών αριθμών που καταγράφονται στη σχετική βιβλιογραφία.

Έτσι λοιπόν με κάθε δυνατή επιφύλαξη παραθέτουμε τις πληροφορίες που είναι:

  1. Μέχρι και το 1815, έτος έκδοσης του βιβλίου του Πατριάρχη Κυρίλλου για την «Αρχισατραπία Ικονίου», δεν υπάρχει παρά μόνο η δική του πληροφορία για την ύπαρξη ενός «μικρού χωρίου χριστιανών και Τούρκων», χωρίς κανένα άλλο στοιχείο, δηλαδή «χανέδων»[6] ή και αριθμού κατοίκων.
  2. Στα 1899 ο Αρχέλαος Σαραντίδης γράφει στη μελέτη του «Η Σινασός»[7], πως πρόκειται περί μιας κοινότητας 1000  χριστιανών Ελλήνων ελληνοφώνων και ισαρίθμων  Οθωμανών.
  3. Ο ερευνητής Σάββας Χωλόπουλος στη δημοσιευμένη στο περιοδικό «Ξενοφάνης»[8] μελέτη του αναφέρει πως, «κατοικούνται (εννοεί τις συνοικίες) δ’ αμφότεραι υφ’ ομογενών Ελλήνων Χριστιανών, ων αι οικίαι συμποσούνται εις εκατόν εξήκοντα (160) και υπό μιας συνοικίας Οθωμανών, συγκειμένης εξ εξήκοντα οικιών κεχωρισμένης από της των χριστιανών».
  4. Στην απόρρητη αναφορά του προξένου μας της Κωνσταντινούπολης του έτους 1916 προς το ΥΠΕΞ Αθηνών μεταξύ των άλλων παρατηρήσεων για την επικρατούσα κατάσταση σε όλη την αυτοκρατορία και ιδιαίτερα για την Καππαδοκία καταγράφεται πως, η κοινότητα των Συλλάτων «…αριθμεί περί τας 200 οικογενείας ημετέρας παρά 80 ίσως Μωαμεθανικαίς»[9].
  5. Στα 1921, πάλι, ο Παντελής Κοντογιάννης σημειώνει πως στην κοινότητα των Συλάτων έμεναν περί τους 1100 κατοίκους  εκ των οποίων οι 800 ήταν χριστιανοί Έλληνες και οι 300 Τούρκοι[10].
  6. Σύμφωνα, επίσης, με τη Μαρία Ασβέστη, η οποία κατέγραψε όλους τους πίνακες  των Ελλήνων που ήρθαν από την Τουρκία στην Ελλάδα το 1924, μετοίκησαν υποχρεωτικά 163 οικογένειες με 518 συνολικά άτομα[11].

Τέλος, αξιοσημείωτη παραμένει η σχεδόν παντελής απουσία αναφοράς ή και σχολιασμού, πλην μιας, για τον αριθμό των συγχωριανών του από τον Φαρασόπουλο. Κάτι που προξενεί εντύπωση μιας και ο ίδιος διαπραγματεύεται διεξοδικά στην σχετική μελέτη του ακόμα και περί επουσιωδών θεμάτων.

Έτσι η μοναδική του αναφορά είναι αυτή που σύμφωνα με την οποία, « ως διηγούνται εκ παραδόσεως κατωκείτο άλλοτε υπό 700 και πλέον οικογενειών»[12]. Κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο έτερος Συλλατινός μελετητής Σάββας Χωλόπουλος, ο οποίος στο οικείο κεφάλαιο της μελέτης του αναφέρει πως, «…κατά τας μέχρι σήμερον διασωθείσας παραδόσεις, επικυρουμένας υπό των γερόντων κατοίκων και εκ των πρακτικών Οθωμανικών κωδίκων της υποδιοικήσεως ημών επιμαρτυρείται πως το χωρίον τούτο ήτο πολυανθρωπότερον και ότι συνίστατο εξ επτακοσίων οικιών.»[13].

Συμπερασματικά

Συμπερασματικά, λοιπόν, μπορούμε μετά βεβαιότητας να πούμε πως επρόκειτο περί μιας μικρής μεικτής κοινότητος, κάτι που συνάγεται όχι μόνο από τις προαναφερόμενες καταγραφές, αλλά και από τον μικρότατο αριθμό μαθητών τον οποίο σχολιάζουμε στο οικείο κεφάλαιο.

Επίσης, οι υπάρχουσες διαφορές, ιδίως στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και μετά, οφείλονται εν πολλοίς στο μεγάλο μεταναστευτικό κλίμα που προήλθε για οικονομικούς  λόγους αρχικά, αλλά και εξαιτίας των πιέσεων μετά την επικράτηση των Νεότουρκων που πήραν μορφή χιονοστιβάδας, ιδιαίτερα στην επαρχία, αλλά και στα περίφημα «τάγματα εργασίας» που δημιουργήθηκαν με απώτερο σκοπό την εθνολογική κάθαρση. Στα οποία στρατολογήθηκαν βιαίως άπαντες οι χριστιανοί, λίγο μετά την έναρξη του πρώτου μεγάλου πολέμου.[14]

Ενδεικτική είναι η σχετική καταγραφή που υπάρχει στη σελίδα 120 του κώδικα της κοινότητος των Συλλάτων. Στην οποία ήταν κολλημένη και η εγκύκλιος του Μητροπολίτη  Ικονίου Προκοπίου, σε καραμανλίδικη μάλιστα γλώσσα, με ημερομηνία 10 Αυγούστου 1914. Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν έφερε σε γνώση όλων των κοινοτικών σωματείων και των ιερέων της επαρχίας του ότι, «…εκηρύχθη γενική επιστράτευσις και σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα οφείλουν οι πάντες άνευ χρονοτριβής να προσέλθουν στα οικεία στρατολογικά γραφεία προς κατάταξιν. Καθορίζονται οι αυστηρές τιμωρίες, μέχρι τουφεκισμού για τους αμελούντας και προς αποφυγήν λυπηρών συνιστάται σ’ όλους φρόνησις και υπακοή.»[15]

γ- Εκκλησιαστικά το χωριό ανήκε στη μητρόπολη του Ικονίου, 16ης στην κλίμακα του Πατριαρχείου. Βεβαίως αξίζει να τονίσουμε πως αν και το Ικόνιο ήταν η πολυανθρωπότερη και σημαντικότερη πόλη της περιοχής με τον Γενικό Διοικητή (Βαλή) και το σύνολο των διαφόρων κεντρικών υπηρεσιών, εν τούτοις η έδρα του μητροπολίτη που έφερε τον τίτλο «Υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Λυκαονίας και Δευτέρας Καππαδοκίας» ήταν διπλή. Αυτής του Ικονίου, με 60.000 χιλιάδες περίπου πληθυσμό, στην οποία κυριαρχούσε ασφυκτικά το μουσουλμανικό στοιχείο με 44 τζαμιά, 42 μενδρεσέδες και μόνο τρεις χριστιανικές εκκλησίες με τρεις χιλιάδες πιστούς.… Αλλά και αυτής της Νίγδης, με 17.000 πληθυσμό εκ των οποίων οι 5.000 χριστιανοί με πάμπολλες εκκλησιές,  στην οποία συνήθως έμεναν οι εκάστοτε μητροπολίτες, αφού εκεί ο ορθόδοξος πληθυσμός ήταν πολυπληθέστερος και φυσικά τα εισοδήματα περισσότερα[16].

Τώρα τα έσοδα του Μητροπολιτικού Θρόνου  όπως, αμοιβές, διαχείριση, λειτουργικά συντήρησης επισκοπείου, μεταφορές, κ.α., προέρχονταν από τις επιβαλλόμενες εισφορές στις διάφορες εκκλησιαστικές ενορίες και ήταν ανάλογες με την φοροδοτική ικανότητα των κατοίκων και τον πληθυσμό. Χαρακτηριστικότατο είναι το προσκολλημένο στον Κώδικα Πατριαρχικό και Συνοδικό γράμμα που συντάχθηκε τον μήνα Σεπτέμβριο Ινδικτίωνος Ιδ επί Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ.

Όπου «αγγέλεται», μετά το θάνατο του γέροντα μητροπολίτη Αγαθάγγελου, η χειροτονία του Μητροπολίτη Κορυτσάς Δωρόθεου,  σε όλες τις αρχές της μητροπόλεώς του και «συνιστάται η απαιτούμενη εις αυτόν υποταγή και η πληρωμή της κανονικής του επιχορηγήσεως και των άλλων δικαιωμάτων του»[17].

Κωνσταντίνος Νίγδελης



[1] Παντελής Κοντογιάννης,  Γεωγραφία της Μικράς Ασίας,  Αθήνα, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων,  1921, σ. 143, «Το βιλαέτιο Ικονίου έχει πέντε σαντζάκια: Ικονίου, Νίγδης, Αττάλειας, Χαμίτ-Αμπας(Σπάρτης) και Βουρδουνίου…».
[2] Κυριάκου Χατζηκυριακίδη, Το Μεταλλείο του Ταύρου Μπουγά Μαντέν 1826-1924, Θεσσαλονίκη,  εκδ. Αφοί Κυριακίδη 1999 σ. 134 και Κ. Νίγδελη, Η Νεάπολη της Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη, έκδ Μητροπόλεως Νεαπόλεως- Σταυρουπόλεως, 2006, σ. 37,  «Μουτεσαριφλίκ αλλά και Σαντζάκι= Διοίκηση, Καϊμακαμλίκ αλλά και Καζάς=Υποδιοίκηση, Μουδουρλίκ= δήμος…».
[3] Στην ανωτέρω υποδιοίκηση ανήκαν τα χωριά:Αραβισσός, Φλοϊτά, Μαλακοπή, Σύλατα, Δίλα, Ανακού.
[4] Σάββας Χωλόπουλος, «Μονογραφική Ιστορία Ζήλης ή Σύλατας», περιοδικόν Ξενοφάνης, 1905, σελ. 93
[5] Κ. Νίγδελης, Η Νεάπολη της Καππαδοκίας, ό.π.,  σ. 37
[6] Χανές= κατοικία
[7] Αρχέλαος Σαραντίδη, Η Σινασσός, ήτοι θέσις, ιστορία, και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασσού και σύντομος περιγραφή των εν επαρχίαις Καισαρείας και Ικονίου Ελληνικών κοινοτήτων,  Εν Αθήναις 1899, σ. 124
[8] Σάββας Χωλόπουλος, ό.π., σ. 93
[9] Ι.Α.ΥΠ.ΕΞ, Προξενική αναφορά για την Καππαδοκία
[10] Παντελής Κοντογιάννης, ό.π., σ.152
[11]Μαρία Ασβέστη, Επαγγελματικές ασχολίες ων Ελλήνων της Καππαδοκίας, Αθήνα, εκδ Επικαιρότητα, 1980,  σελ 99
[12] Συμεών Φαρασόπουλος, Τα Σύλλατα, Μελέτη του νομού Ικονίου υπό Γεωγραφικήν  Φιλολογικήν και Εθνολογικήν έποψιν,  Εν Αθήναις 1895,  σ. 18.
[13] Σάββας Χωλόπουλος, ό.π.,  «Τα Σύλλατα, μελέτη του νομού Ικονίου υπό γεωγραφικήν, φιλολογικήν και εθνολογικήν έποψιν», σελ 95.
[14] Μαρτυρία Σταματιάδη Θεοφάνη, Αρχείο Προφορικής Παράδοσης, Κέντρο Ιστορίας Δήμου Συκεών, φάκελος Σύλλατα: «Πολέμου μοιρασιάς…»
[15] Γ. Μαυροχαλυβίδης, Η Αξός της Καππαδοκίας, Αθήνα, Κ.Μ.Σ., 1990, σ. 120
[16] Αθανάσιος Καραθανάσης, Καππαδοκία,  Θεσσαλονίκη, εκδ Μαίανδρος 2001, σ. 43.
[17] Γ. Μαυροχαλυβίδης, ό.π., σ. 113

Author: Μνήμες