Κρυόνερο…Το χωριό που άφηναν πίσω τους

Ήταν φθινόπωρο του 1922. Τα πρώτα κίτρινα φύλλα είχαν πέσει κιόλας απ’ τα δένδρα. Είχαν πέσει επίσης οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές που πότισαν τη διψασμένη γη και το αεράκι που ’ρχονταν απ’ τα γύρω βουνά ήταν υγρό και παγωμένο. Παγωμένες όμως και βαριές ήταν και οι καρδιές των ανθρώπων που ήταν έτοιμοι για το μεγάλο ξεκίνημα.

Έμπαιναν και ξαναέμπαιναν στα σπίτια τους να πάρουν κάτι ακόμα απ’ αυτά που θ’ άφηναν πίσω τους: κάποιο αγαπημένο αντικείμενο, κάποιο παλιό κειμήλιο, το εικόνισμα του Χριστού, της Παναγίας ή κάποιου Αγίου που λάτρευσαν τόσα χρόνια οι ίδιοι, οι γονείς και οι παππούδες τους.

Τα μικρά παιδιά που δεν καταλάβαιναν από τέτοια βρίσκονταν ήδη πάνω στα βοϊδάμαξα, κουκουλωμένα με μπατανίες ή κιλίμια. Oι γονείς γύρισαν όλο το σπίτι, κλείδωσαν καλά πόρτες και παράθυρα, μη μπει κανένας κλέφτης, μη φυσήξει αέρας δυνατός και τους τ’ ανοίξει, μη μπούνε τα νερά της βροχής και τους λερώσουν τους τοίχους και τα πράγματα που άφηναν πίσω τους. Θα ξαναγύριζαν τάχα κάποια μέρα κι έπρεπε να μείνουν όλα εκεί, όρθια να τους περιμένουν.

  • Α ξανανέρτουμ’ να τα νέβρουμ’, έλεγαν. Οι γεροντότεροι έσκυψαν και φίλησαν την ευλογημένη γη που τόσα χρόνια τους χάριζε τους καρπούς της.
  • Άντε, πάμι, κι ο Θεγιός βοηθός, ακούστηκε η φωνή του αρχηγού.

Ανέβηκαν στα κάρα οι νοικοκυραίοι, τράβηξαν τα σχοινιά των βοδιών τους, τα χτύπησαν απαλά να μην πονέσουν, έτριξαν οι ρόδες των αμαξιών και το καραβάνι ξεκίνησε για το άγνωστο. Όλοι τους έκαναν το σταυρό τους, όταν περνούσαν από την πλατεία μπροστά απ’ την εκκλησιά του Αη Θανάση. Προσευχήθηκαν σιωπηλοί και παγωμένοι. Αποχαιρετούσαν τα ιερά τους και συγχρόνως ζητούσαν τη βοήθειά τους. Είχαν μεγάλη ανάγκη. Ένοιωθαν ανίσχυροι…

Φούλα  Στράντζαλη Πριάκου

Παλιά κατοικία στο Κρυόνερο Αν.Θράκης
Παλιά κατοικία στο Κρυόνερο Αν.Θράκης

                   κείμενο: Φούλα  Στράντζαλη Πριάκου
Επιμέλεια κειμένων: Κυράνθη Χρ. Στράντζαλη
Αρχείο φωτογραφιών: Κωνσταντίνου Τσομπανίδη

 

“Άθυρα και Αθυριώτες”

Το όνομα «Άθυρα»

Το χωριό, τα Άθυρα, πήρε το όνομά του από την κωμόπολη Άθυρα της Ανατολικής Θράκης, που στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ονομαζόταν «Μπουγιούκ Τσεκμετζέ» ή απλά «Τεκμετζέ». Από τον Τσεκμετζέ (τα Άθυρα) κατάγονται οι Τσεκμετζελιώτες» του χωριού μας.

Τα Άθυρα της Ανατολικής Θράκης στ’ αρχαία χρόνια ονομάζονταν «Αθύρας»[1]. «Αθύρας» λεγόταν και ο ποταμός, που από τα βόρεια κυλούσε τα νερά του μέχρι τη λίμνη Αθύρα. Από τη λίμνη τα νερά χύνονταν στον κόλπο Αθύρα, στην Προποντίδα, δηλαδή ποταμός, λίμνη, κωμόπολη και κόλπος μοιράζονταν το ίδιο όνομα.

Στους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους το αρσενικού γένους όνομα «ο Αθύρας» εμφανίζεται ως θηλυκό: «η Αθύρα»[2]. Αργότερα, «ο Αθύρας» ή «η Αθύρα» γίνεται «τα Άθυρα», πράγμα που διαπιστώνεται από μαρτυρία του Παλλάδιου, στο έργο του Βίος Χρυσοστόμου,  από εκκλησιαστικά χριστιανικά έγγραφα και τη βιβλιογραφία, που αναφέρεται στην Επισκοπή Αθύρων ή Μητρόπολη Μετρών και Αθύρων (από το 1909).

Ο συγγραφέας Μιχ. Ατταλειώτης χρησιμοποίησε και το όνομα ο Άθυρος.

Πέτρος Δ. Θεοχαρίδης

____

Χάρτης περιοχής της Ανατολικής Θράκης που δείχνει τα Άθυρα, Καλλικράτεια, Μέτρες κ.ά.

____

Σημείωση

Ο Αθύρας, κωμόπολη ανάμεσα στη λίμνη και τη θάλασσα, ήταν στενό πέρασμα (μοναδικός χερσαίος δρόμος) προς το Βυζάντιο δηλαδή την Κωνσταντινούπολη (ανατολικά) και προς την Ηράκλεια – την Καλλίπολη – τη Θράκη (δυτικά) και με την οχύρωση που είχε από τα αρχαία χρόνια, ήταν απέραστος, άθυρος. Να ονομάστηκε, γι’ αυτό το λόγο, Αθύρας η κωμόπολη;

___________________________________

[1] «Αθύρας: Κώμη και ποταμός της Θράκης μεταξύ Σηλυβρίας και Βυζαντίου. Ο ποταμός παραρρέων την Μπαλαντιάδα κώμην (τις Μέτρες),... εκβάλλει εις την Προποντίδα» (ΑΓΑΘ. V, 14.)» – «Κειμένη η κωμόπολις του Αθύρα εις τα πρόθυρα του Βυζαντίου επί της Εγνατίας οδού και επί του αμυντικού μετώπου αυτού επί της γραμμής Δέρκων-Μετρών εκέκτητο μεγάλην στρατιωτικήν σημασίαν. Δια τούτο ενωρίτατα είχεν οχυρωθή δι’ ισχρυροτάτου τείχους. Ο Παλλάδιος (εν βίω, Χρυσοστόμου σελ. 32) αναφέρει αυτήν ως «Φρούριον της Θράκης, παραθαλάσσιον». Ολίγον δε κατωτέρω (σελ. 32), ονομάζει αυτήν κατά πληθυντικόν αριθμόν: Τα Άθυρα» (Βλ. Σαμοθράκη Αχιλ.: Λεξικόν Γεωγραφικόν και Ιστορικόν της Θράκης)
[2] «Επειδή η Αθύρα υπέφερε από έλλειψη νερού, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκτισε δεξαμενήν εντός της πόλεως και ανύψωσε τα τείχη». (Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ζ. σελ. 433 της Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε.

[tabby title=”Πρόλογος βιβλίου”]

Πριν από 38 χρόνια, το 1964 στο καφενείο του Κούκου, ρωτούσα το μπαρμπα-Κώτσο (Κωνσταντίνο Βελκόπουλο) για το Καλλιό, το χωριό του και χωριό του πατέρα μου. Ήθελα να μάθω για τις παλιές και αλησμόνητες πατρίδες των προγόνων μου (το Καλλιό και το Αλμπασάνι Ανατολικής Θράκης), να γνωρίσω τις ρίζες μου.

Κι ο μπαρμπα-Κώτσος ζωντάνευε τις μνήμες του, πετούσε με τη φαντασία του στον τόπο που μεγάλωσε, λαχτάριζε, δάκρυζε και μου μιλούσε με λόγια θερμά. Έπιανε το χέρι μου και με τρεμάμενο το δικό του οδηγούσε το μολύβι μου: «Να, εδώ ήταν η εκκλησία του χωριού μου, ο Άγιος Γεώργιος, εδώ το σπίτι μου, εδώ η βρύση «Χήνα». Παραδίπλα ήταν το σπίτι του μπαρμπα-Θωμά, του παππού σου… Να, σ’ αυτό το χωράφι θέριζε τη νύχτα, ενώ τη μέρα κρυβόταν μέσα στα στάχυα ο πατέρας σου, να μην τον βρουν και τον πάρουν στρατιώτη οι Τούρκοι…»

Εγώ τραβούσα μολυβιές για τους δρόμους, έκανα τετραγωνάκια για τα σπίτια, ζωγράφιζα δεντράκια, όπου χρειάζονταν, κι έφτιαχνα το σχέδιο του χωριού.

Φωτιζόταν το πρόσωπό του μπαρμπα-Κώτσου κι έλαμπαν τα δακρυσμένα μάτια του…

Από τότε μου γεννήθηκε η επιθυμία να γράψω για το Καλλιό και για τις άλλες παλιές πατρίδες των συγχωριανών μου. Από τότε το όραμα.

Αυτό, το παλιό όραμα, εκπληρώνει πρώτα πρώτα τούτο το βιβλίο. Όμως αποτελεί, ταυτόχρονα, και καρπό αγάπης και διάθεση προσφοράς στα Άθυρα, τη γενέτειρα πατρίδα μου, διάθεση που όλοι, πιστεύω, οι Αθυριώτες νιώθουμε.

Το βιβλίο αυτό εκφράζει και μιαν ανάγκη ψυχής: Να μνημονευτούν και να τιμηθούν οι γονείς και οι άλλοι πρόγονοί μας, ντόπιοι και πρόσφυγες, που αψήφησαν την τουρκική σκλαβιά και τη βουλγαρική βουλιμία και παρέμειναν Έλληνες και Χριστιανοί, που άντεξαν τη σκλαβιά, τη φτώχεια, την αδικία, τον κατατρεγμό, την προσφυγιά, τις αρρώστιές… και μας ανάστησαν, μας φρόντισαν, μας στήριξαν, «μας έκαναν ανθρώπους». Αλήθεια πόση ευγνωμοσύνη τους οφείλουμε!

Θέλει, ακόμα το βιβλίο αυτό, να κληροδοτήσει στα παιδιά και στα εγγόνια μας την ιστορία του χωριού και των συγχωριανών μας, για να γνωρίζουν κι αυτοί (οι απόγονοί μας) τις ρίζες τους κα την ιστορική διαδρομή των προγόνων τους.

Φιλοδοξεί επίσης, να καλύψει το κενό (την έλλειψη βιβλίου ή άλλου έντυπου για τα Άθυρα), ώστε να αποτελεί σημείο αναφοράς και πηγή πληροφόρησης για το χωριό μας και τους ανθρώπους του, να ενημερώνει τον κάθε αναγνώστη ότι εμείς, οι γενιές του 20ού αιώνα, είμαστε εκείνοι που δημιουργήσαμε το πλούσιο, το ωραίο, το υπέροχο χωριό μας, τα Άθυρα, που ξεκίνησε από το τίποτε, που όλο προοδεύει, που όλο πλουτίζει κι εκσυγχρονίζεται, που είναι η αγάπη και το καμάρι μας.

Μ’ αυτές τις σκέψεις και με τέτοια συναισθήματα έγινε η αρχή. Το αποτέλεσμα δικαιώνει, ελπίζω, τις προθέσεις, εγγίζει το στόχο, ικανοποιεί. Βέβαια θα μπορούσε να είναι πλουσιότερο, ακόμα καλύτερο το βιβλίο. Μακάρι αυτό (το καλύτερο αποτέλεσμα) να το πετύχει ο επόμενος που θα γράψει για το χωριό μας. Το εύχομαι ολόψυχα.

Ευχαριστώ θερμά όλους τους συγχωριανούς μου, για τις πληροφορίες, που μου έδωσαν, και τις φωτογραφίες, τα κειμήλια και τα έγγραφα που μου εμπιστεύθηκαν.

Ευχαριστώ ιδιαίτερα: τον ιερέα του χωριού μας, Γιάννη Δελλιωνιάτη, το Νίκο Ζωγράφο, διευθυντή του Δημοτικού σχολείου Αθύρων, το Χρήστο Ιορδανίδη, λυκειάρχη του Λυκείου Κουφαλίων, το Στέλιο Γαβριηλίδη, υποδ/ντή του Τ.Ε.Ε. Κουφαλίων, τις Σούλα Παντελιάδου-Χατζηκωστή και Ντίνα Μπάγγου, γραμματείς του Δήμου Πέλλας, τη Νίτσα Παπαδημητρίου-Τακαβάκογλου, γραμματέα του Γ.Π. Συνεταιρισμού Αθύρων, τη Χρυσούλα Τσιτουρίδου-Λογοθετίδου, διευθύντρια του Νηπιαγωγείου, τη Θωμαή Καγιόγλου, διευθύντρια του Κρατικού παιδικού σταθμού Αθύρων καθώς και τις κυρίες του ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ του Δήμου Καλαμαριάς και του ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, για τη διευκόλυνση πρόσβασης στα αρχεία των υπηρεσιών τους.

Ευχαριστώ τους: Κωνσταντίνο Βελκόπουλο, Δημήτριο Σαμψώνη, Ανδρέα Τσάφα, Κώστα Παπαδημητρίου, Σταύρο Ιγνάτη, Γεώργιο Παντελιάδη, Στυλιανό Μιμηκόπουλο (ή Μιμηκάκη), Σαραντία Χαΐνη, Χρήστο Δ. Γίδαρη, Μαργίτσα Ιωαννίδου (από Άγιο Πέτρο), Ευριπία Ζορμπά…

Θεσσαλονίκη 2002

Πέτρος Δ. Θεοχαρίδης

[tabby title=”Εισαγωγή βιβλίου”]

Το χωριό μας, τα Άθυρα, είναι ένα από τα εφτά χωριά που συναποτελούν σήμερα (από 1ης Ιανουαρίου 1999) το Δήμο Πέλλας. Βρίσκεται στο ανατολικότερο τμήμα του Νομού Πέλλας, σε υψόμετρο 30 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας…

Πριν από το 1926, το χωριό μας ονομαζόταν «Μπόζετς». Το λέγανε και «Μπόζιτς», ενώ τους κατοίκους του «Μπζιτσιανούς» ή «Μποζιτσιώτες». Το «Μπόζετς» ελευθερώθηκε από τους Τούρκους στις 22 Οκτωβρίου 1912, όταν ο Ελληνικός στρατός, αφού νίκησε τους Τούρκους στα Γιαννιτσά (20-10-1912), ελευθέρωσε ολόκληρη την Κεντρική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη.

Στην περίοδο 1923-1926 οι Μποζιτσιανοί, γεννημένοι σ’ αυτή τη γη (γηγενείς) και ριζωμένοι σ’ αυτόν τον τόπο (εντόπιοι ή ντόπιοι), υποδέχτηκαν με κατανόηση, συμπόνια και ανθρωπιά τους πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες των Αθύρων ήρθαν από την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο. Συγκεκριμένα ήρθαν:

  • Από τα Άθυρα («Τσεκμετζέ»), το Γαρδά και το Καλλιό της περιοχής Μετρών,
  • Από το Νεοχώρι της χερσονήσου Καλλιπόλεως,
  • Από το «Κιουπλί» Έβρου και
  • Από το «Κουλίκ» του «Άκνταγ Ματέν» του Πόντου.

Ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους (και αφού δεν είχαν άλλη επιλογή), γονάτισαν μπροστά στους τάφους των προγόνων τους, προσκύνησαν για τελευταία φορά τα άγια και ιερά τους κι εγκατέλειψαν τις πατρογονικές εστίες τους. Τότε, φορτωμένοι τον τρόμο, τον πόνο και την απελπισία, ήρθαν εδώ, στο «Μπόζετς».

Από το 1924 και μετά, ενωμένες οι ψυχές, το αίμα και η κοινή μοίρα ντόπιων και προσφύγων Αθυριωτών, πορεύονται ΜΑΖΙ το δρόμο της αγάπης, της ομόνοιας, της βελτίωσης των συνθηκών ζωής τους, της ανάπτυξης και της ευημερίας.

Πέτρος Δ. Θεοχαρίδης

[tabbyending]

____

Οι σελίδες ΜΝΗΜΕΣ θα προβάλλουν αρκετό από το υλικό του βραβευμένου βιβλίου και της σπουδαίας έρευνας του κυρίου Πέτρου Δ. Θεοχαρίδη σύντομα. Συστήνουμε ανεπιφύλακτα την έκδοση στους ερευνητές, ιστορικούς της παράδοσής μας.

Τα Άθυρα της Ανατολικής Θράκης (μέρος 1)

Φωτο 63 - Η γέφυρα του Τεκμετζέ. Στη φωτογραφία ο Δρόσος Χατζηκωστής
Φωτο 63 – Η γέφυρα του Τεκμετζέ. Στη φωτογραφία ο Δρόσος Χατζηκωστής

Τα Άθυρα της Ανατολικής Θράκης (Τσεκμετζέ) – μέρος 1

Η κωμόπολη Άθυρα της Ανατολικής Θράκης (τουρκικά Μπουγιούκ Τσεκμετζέ = Μεγάλο συρτάρι) βρίσκεται πάνω στη στενή λωρίδα ξηράς, ανάμεσα στη λίμνη Αθύρα και τον κόλπο Αθύρα, στα βόρεια παράλια της Προποντίδας θάλασσας, 38 χλμ δυτικά της Κωνσταντινούπολης.

Μια φυσική διώρυγα (άνοιγμα, χαράδρα), που δημιούργησαν τα νερά κυλώντας προς τη θάλασσα, δίνει και τώρα διέξοδο στα νερά του ποταμού Αθύρα (τουρκικά Καρά Σου = Μαύρο νερό) και της λίμνης Αθύρα. Πάνω σ’ αυτή τη διώρυγα υπάρχει μεγάλη πέτρινη γέφυρα. Αυτή, η σημερινή γέφυρα, χτίστηκε στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, από τον αρχιτέκτονα Σινάν, επί σουλτάνου Σουλεϋμάν του Μεγαλοπρεπούς, στην περίοδο 1520-1566. Είναι, δηλαδή, 450 περίπου ετών. Όμως γέφυρα εκεί υπήρχε και από παλιά, από τα ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια.

Χάρτης περιοχής της Ανατολικής Θράκης που δείχνει τα Άθυρα, Καλλικράτεια, Μέτρες κ.ά.

___

Η οχυρωμένη αυτή γέφυρα, η λίμνη και τα βουνά ως τον Εύξεινο Πόντο είχαν πάντα μεγάλη στρατιωτική σημασία. Αποτελούσαν την αμυντική γραμμή Αθύρα – Μετρών – Λέρκων που προστάτευε την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη. Ο ιστορικός Προκόπιος μας πληροφορεί ότι οι Βυζαντινοί φροντίζοντας για την αμυντική αυτή γραμμή οχύρωσαν και την πόλη Αθύρα. Την προίκισαν, επίσης, με νέο υδραγωγείο κι έφτιαξαν την οχυρωμένη γέφυρα, από την οποία διερχόταν η Εγνατία οδός. Η Εγνατία οδός, από το Βυζάντιο (τη Νέα Ρώμη κι έπειτα Κωνσταντινούπολη), αφού περνούσε από την Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη, οδηγούσε στην Αλβανία και την Αδριατική θάλασσα. Διακλαδώσεις του δρόμου αυτού, μετά τον Αθύρα, οδηγούσαν στην Καλλίπολη και στην Αδριανούπολη. Επί Ιουστινιανού (527-565) στρώθηκε με ογκόλιθους και το τμήμα του δρόμου από τον Αθύρα μέχρι το Ρήγιον (τώρα «Κιουτσούκ Τσεκμετζέ»), που πλημμύριζε και γινόταν άβατο το χειμώνα από τα νερά του Αθύρα και άλλων ποταμών. Το φρούριο του Αθύρα διεδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης και πολλές φορές έγινε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων. Καταστράφηκε από τους Βουλγάρους του Κρούμου (811-813).

Το όνομα Τσεκμετζέ σημαίνει σύρτης, συρτάρι που ανοίγει και κλείνει. Εδώ, το συρτάρι (ξυλόπλεκτο) κλείνοντας, επιτρέπει τα μικρά κι εμποδίζει να περάσουν τα μεγάλα ψάρια, για να τ’ αλιεύουν οι ψαράδες.

Μπουγιούκ στεκμετζέ είναι το μεγάλο συρτάρι και κιουτσούκ τσεκμετζέ το μικρό συρτάρι.

Ο Αθύρας της Αρχαιότητας, ο Αθύρας ή η Αθύρα των χρόνων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, τα Άθυρα (ελληνικά) και Μπουγιούκ Τσεκμετζέ (τουρκικά) της Τουρκοκρατίας ήταν η πατρίδα των Τσεκμετζελιωτών του χωριού μας.

Τα Άθυρα (Τσεκμετζέ) ήταν πρωτεύουσα της περιοχής. Ήταν η έδρα του καζά (υποδιοίκησης, επαρχίας) Μπουγιούκ τσεκμετζέ, που υπάγονταν στο σαντζάκι (διοίκηση) της Τσατάλτζας (των Μετρών) του βιλαετίου (νομού ή γενικής διοίκησης) της Κωνσταντινούπολης. Τελευταίο μουχτάρης (=πρόεδρος) της «Κοινότητας» (των Ελλήνων) Τσεκμετζέ (1924) ήταν ο Σωτήρης Λογοθετίδης.

Εκκλησιαστικά, τα Άθυρα υπάγονταν στη Μητρόπολη Μετρών και Αθύρων. το 1885 σ’ αυτή τη Μητρόπολη υπάγονταν: η μικρή πόλη Μέτρες και τα χωριά: το Πετροχώρι, το Νιχώρι (Νεοχώρι), το Αλμπασάνι (οι κάτοικοί του Αλμπασανιώτες), οι Λαγοθήρες, η Δημοκράνεια, ο Γαρδάς, η Αρσού, τα Άθυρα (Τσεκμετζέ), η Καλλικράτεια, η Πλαγιά (ή τα Πλάγια), οι Φανοσάκρες και το Πετρομανδρί. Τελευταίος Μητροπολίτης αυτής της Μητρόπολης, ως το 1922, ήταν ο Ιωακείμ, που μετά έγινε μητροπολίτης Κοζάνης και στην Εθνική αντίσταση κατά των Γερμανών (1944-1949) εμφανιζόταν με τον Ε.Λ.Α.Σ.

Η εκκλησία[1] των Αθύρων (Τσεκμετζέ), αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου, ήταν πλούσια αγιογραφημένη. Οι εικόνες της Παναγίας με το Χριστό, τα «Εισόδια της Θεοτόκου» (μεγάλη και ασημένια) και των Αγίων Αναργύρων, που ήταν προσφορά του Συλλόγου «Αδελφότητα Τσεκμετζέ», μαζί και χρυσά δισκοπότηρο και λαβίδα, τα στέφανα, το βιβλίο της Αναστάσιμης ακολουθίας και άλλα μεταφέρθηκαν στη νέα πατρίδα και φυλάσσονται, από το 1924, στην εκκλησία Αθύρων.

Ο Τσεκμετζές ήταν κωμόπολη πάνω στον κεντρικό δρόμο, την Εγνατία των Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων. Ήταν πέρασμα, σταυροδρόμι καραβανιών, λιμάνι, τόπος ξεκούρασης των ταξιδιωτών και των μεταφορέων αλλά και των ζώων, με τα οποία ταξίδευαν κι έκαναν τις μεταφορές τους. «Ταξί» της εποχής ήταν τα Παϊτόνια (δίτροχα αλογόκαρα), ενώ οι μεταφορές, στη στεριά, γίνονταν με κάρα, που τα έσερναν άλογα ή άλλα μεγάλα ζώα (αγελάδες και βουβάλες).

Όλη η περιοχή ήταν επίσης τόπος κυνηγιού. Πολυάριθμοι κυνηγοί από την Κωνσταντινούπολη και άλλες πόλεις πήγαιναν στο Γαρδά, στον Τσεκμετζέ για κυνήγι. Μίσθωναν δωμάτια ή σπίτια και με τις μέρες κυνηγούσαν ορτύκια και άλλα θηράματα. Όλοι χρειάζονταν σπίτια και χάνια για φαγητό, για να κοιμηθούν και να ξεκουραστούν (άνθρωποι και ζώα), όλοι χρειάζονταν τις υπηρεσίες των ανθρώπων του Τσεκμετζέ. Έτσι οι Τσεκμετζελιώτες ζούσαν από τους περαστικούς προ πάντων. Σημεία αναφοράς και αξιοθέατα της πόλης ήταν η μεγάλη πέτρινη γέφυρα, τα χάνια[2] με τις μπρούτζινες στέγες, το νταλιάνι[3]  και ο τσεσμές (βρύση).

Πέτρος Δ. Θεοχαρίδης
“Άθυρα και Αθυριώτες”
Θεσσαλονίκη 2002

( Μέρος 2 )

 

_________________________________

[1] Από την εκκλησία του Αθύρα, οι Σταυροφόροι (το 1204) είχαν αφαιρέσει τη θήκη και το σώμα της Αγίας Ελένης (της επιλεγομένης του Αθύρα) και μέρος της κάρας του Αγίου Βίκτωρος.
[2] Χάνι λεγόταν το κατάλυμα (πανδοχείο, ξενοδοχείο εκείνης της εποχής), που, σε ορισμένα μέρη, ήταν συγχρόνως και εμπορικό κέντρο. Από μια μεγάλη ξύλινη πόρτα με το κάρο (που το έσερναν άλογα ή άλλα ζώα) έμπαινες μέσα σε μια ευρύχωρη αυλή πλατεία στρωμένη συνήθως με πέτρες (καλντερίμι). Γύρω γύρω ήταν το διώροφο κτίριο. Στο κάτω μέρος του, που ήταν ανοιχτό προς την πλατεία, φυλάγονταν τα κάρα και τα ζώα. Στο επάνω μέρος, που από την πλευρά της πλατείας είχε συνεχόμενο πλατύ μπαλκόνι με ξύλινα κάγκελα, ήταν σειρά τα δωμάτια για τους ανθρώπους.
[3] Νταλιάνι – ιχθυοτροφείο, δίχτυ (κλειστός και ειδικά διαμορφωμένος παραθαλάσσιος χώρος για την εκτροφή και την αλιεία ιχθύων). Όπως γράψαμε ήδη, ο Τσεκμετζές είναι χτισμένος πάνω σε στενή λωρίδα ξηράς και από τη μια μεριά (νότια) έχει τη θάλασσα της Προποντίδας ενώ από την άλλη έχει τη λίμνη, στην οποία χύνονται τα νερά του ποταμού Αθύρα. Τα περίσσια νερά φεύγουν προς τη θάλασσα από τη φυσική διώρυγα. Τα ψάρια (κέφαλοι) την άνοιξη ανεβαίνουν προς τη λίνμη (για να βρουν τροφή και για να γεννήσουν τα αυγά τους) και το φθινόπωρο βγαίνουν προς τη θάλασσα. Με τον τσεκμετζέ (το συρόμενο, ξύλινο δικτυωτό διάφραγμα), μαζί με τις άλλες εγκαταστάσεις, παγίδευαν σε «στρούγγες» στην πλευρά της λίμνης τα μεγάλα ψάρια και από εκεί τα ψάρευαν οι ψαράδες ως την επόμενη άνοιξη. Αυτό το σύστημα παγίδευσης, περιορισμού, εκτροφής και αλιείας των ψαριών ονομαζόταν νταλιάνι.

Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Περιοχή Καλλίπολης
    Αυθεντική Καταγραφή προσφύγων από την περιοχή της Καλλίπολης [cfdb-datatable form="Καταγραφή Καλλίπολης" header="true
  2. Ο Γαρδάς (σημερινή ονομασία Kavakli)
    Ο Γαρδάς (στο στρατιωτικό χάρτη σημειώνεται Γαρδάν) ήταν το χωριό των σταφυλιών, των πεπονιών και των ορτυκιών. Βρίσκεται 7 χλμ. νοτιοδυτικά του Τσεκμετζέ (Άθυρα). Από την Κωνσταντινούπολη απέχει 35 χλμ. και από το πλησιέστερο χωριό, την Αρσού, 3 χλμ.. Ο δρόμος από το Γαρδά προς τον Τσεκμετζέ περνούσε μέσα από την Αρσού. Η θάλασσα βρίσκεται κοντά στο Γαρδά, στα 2 χλμ., όμως δε φαίνεται από το χωριό, γιατί μεσολαβεί ένας λόφος κατάφυτος από πεύκα και οπωροφόρα δένδρα.
  3. Τα Άθυρα της Ανατολικής Θράκης (μέρος 1)
    Η κωμόπολη Άθυρα της Ανατολικής Θράκης (τουρκικά Μπουγιούκ Τσεκμετζέ = Μεγάλο συρτάρι) βρίσκεται πάνω στη στενή λωρίδα ξηράς, ανάμεσα στη λίμνη Αθύρα και τον κόλπο Αθύρα, στα βόρεια παράλια της Προποντίδας θάλασσας, 38 χλμ δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Μια φυσική διώρυγα (άνοιγμα, χαράδρα), που δημιούργησαν τα νερά κυλώντας προς τη θάλασσα...
  4. Σαράντα Εκκλησιές
    Το Φεβρουάριο 1873, το Φιλεκπαιδευτικό Σωματείο των Σαράντα Εκκλησιών «Ελπίς» οργάνωσε θεατρική παράσταση με το δράμα «Ο Εξόριστος Μνηστήρ» και την κωμωδία «Η Κόρη του Παντοπώλου». Η «Ελπίς» είχε ιδρυθεί δύο χρόνια νωρίτερα. Η μονόπρακτη κωμωδία «Η Κόρη του Παντοπώλου» είχε γραφεί στη δημοτική, από τον Αγγ. Βλάχο, λόγιο και νομομαθή, ο οποίος εισήλθε στο Υπουργείο των Εξωτερικών το 1858 και διαδοχικά έγινε πρεσβευτής, βουλευτής και υπουργός.
  5. Φιλιππούπολη
    Η Φιλιππούπολη ή Πλόβντιβ (βουλγαρικά: Пловдив, τουρκικά: Filibe) είναι πόλη της Βουλγαρίας και πρωτεύουσα της αντίστοιχης Περιφέρειας (βουλγαρικά: Пловдивска Област). Έχει πληθυσμό 376.785 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή της 15ης Σεπτεμβρίου του 2004 και είναι η δεύτερη πολυπληθέστερη πόλη της χώρας, μετά την πρωτεύουσα Σόφια.

Καβακλή

Το Καβακλή της Ανατολικής Ρωμυλίας και τα Περίχωρά του

Το Καβακλή υπήρξε δυναμική εστία του Ελληνισμού και για το λόγο αυτό, οι κάτοικοί του υπέστησαν πολλούς διωγμούς και από τους Οθωμανούς δυνάστες και από τους Βουλγάρους όταν άρχισε να αναρριπίζεται ο εθνικισμός τους. Δεν είναι τυχαίο, ότι στις καθημερινές κουβέντες τους οι Καβακλιώτες αποκαλούσαν μεταξύ τους την πατρίδα τους «Μικρή Ελλάδα».

Οι Καβακλιώτες ειδικότερα στις αρχές του 20ου αιώνα, υπέστησαν ανελέητους διωγμούς από τους Νεότουρκους και διασκορπίστηκαν σε όλη την Ελλάδα ως πρόσφυγες. Το Καβακλή υπήγετο στη δικαιοδοσία της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλιππουπόλεως. Λόγω του συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού του μαζί με τα πέριξ χωριά, εξέλεγε Έλληνα βουλευτή στη Βουλγαρική Βουλή.

Ορισμένα από τα σωζόμενα έγγραφα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, πλην των προαναφερθέντων, περιέχουν στοιχεία για το Καβακλή και τα χωριά της περιοχής του. Μεταξύ άλλων υπάρχει και μια ανυπόγραφη και αχρονολόγητη «Στατιστική του Ελληνικού διαμερίσματος της επαρχίας Καβακλή». Αφορά επτά κοινότητες, το Καβακλή, τις Καρυές, το Σιναπλή, το Μέγα Μοναστήριο, το Μικρό Μοναστήριο, το Δογάνογλου και το Τσικούρκιοϊ.

Ειδικά στη στήλη των «Παρατηρήσεων» υπάρχει η πληροφορία, ότι η Σχολή Αρρένων του Καβακλή πυρπολήθηκε.

Γράφει συγκεκριμένα:

«Αμέσως μετά την πυρπόλησιν της εν λόγω Σχολής εγένετο συνεισφορά ήτις εχρησίμευσε προς αγοράν οικοπέδου δια ανέγερσιν σχολείου προϋπολογισμού δαπάνης 1.000 λιρών».
Για την ανέγερση έγιναν προαιρετικές εισφορές των κατοίκων και συγκεντρώθηκε ποσό 300 λιρών, στο οποίο περιλαμβάνονταν ποσό περίπου 100 λιρών από το κληροδότημα του Καβακλιώτη Χατζή Παναγιώτη. Στόχος των κατοίκων ήταν να φοιτούν εκεί 500 μαθητές στο πλαίσιο υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ενώ μέχρι τότε κατά το έγγραφο, μέρος των παιδιών «διδάσκεται υπό αγραμμάτων διδασκάλων, μέρος δε αποστέλλεται υπό των γονέων εις αγροτικάς εργασίας».

Σε μια άλλη στατιστική έκθεση για τις Καρυές, που είχε συντάξει στις 11 Μαρτίου 1877 ο δάσκαλος του χωριού Αυγερινός Παπαϊωάννου στη στήλη των «Παρατηρήσεων» αναφέρει, ότι ο μισθός του δασκάλου «παρά τη συμφωνία, πληρώνεται επί μεγάλη ζημία του διδασκάλου και μετά μεγίστης δυσκολίας, ένεκα των διχονοιών».
Για το άλλο σχολείο που λειτουργούσε στις Καρυές σε ένα δωμάτιο και μάθαινε στους μαθητές μόνο ανάγνωση «και ταύτην ουχί ευκρινή» σημειώνει: «Αύτη έστιν η εν τη εκθέσει αναφερομένη σχολή, ήτις έγινε αιτία της καταφρονήσεως του κεντρικού σχολείου της κωμοπόλεως».

Αναφορά γίνεται και για το χωριό Δογάνογλου και το δάσκαλό του. Μας πληροφορεί: «Κατά την νυν συμφωνίαν θέλει πληρώνεται εκ των μαθητών. Αλλ’ η διαίρεσις των κατοίκων δυσκολεύει την πληρωμήν του διδασκάλου».
Για το χωριό Γενίκιοϊ, που διέθετε ένα μικρό δωμάτιο με 10-13 αγόρια, ως μαθητές, σημειώνει: «Ο διδάσκαλος του χωρίου τούτου είναι ψάλτης Γραικός εξ Ιαμπόλεως γνωρίζων την Βουλγαρικήν και την Ελληνικήν, αλλά άνευ παιδείας».

Πολλά παράπονα για τις διχόνοιες των κατοίκων, που υπονόμευαν το εκπαιδευτικό έργο διατυπώνει σε επιστολές του και ο δάσκαλος Ηρακλής Θεοχαρόπουλος.

Γραμματόσημο Ανατολικής Ρωμυλίας

Υπάρχουν και άλλα στοιχεία στα έγγραφα της Βιβλιοθήκης της Βουλής σχετικά με την επαρχία του Καβακλή. Αναφέρεται για τις Καρυές, ότι υπήρχε ένα δάσκαλος που έπαιρνε ετήσιο μισθό 4.000 γροσίων «εκ συνδρομών δυσκόλων εισπραττομένων». Για το Σιναπλή αναφέρεται, ότι είχε ένα δάσκαλο με ετήσιο μισθό 5.000 γροσίων «εκ συνεισφορών». Το Μέγα Μοναστήριο την εποχή που συνετάγη το προαναφερθέν έγγραφο, δεν είχε δάσκαλο, ενώ στο Μικρό Μοναστήριο υπήρχε ένας με ετήσιο μισθό 1.500 γροσίων «εκ του ταμείου της Εκκλησίας». Στο Δογάνογλου δεν υπήρχε δάσκαλος αν και προσφέρονταν 3.500- 4.000 γρόσια «εκ συνεισφορών», όπως και στο Τσικούρκιοϊ όπου προσφέρονταν ετήσιος μισθός 1.000 γροσίων «εκ του ταμείου της Εκκλησίας».

Για όλα αυτά τα χωριά, επισημαίνονταν ότι δεν υπήρχε κανένα Παρθεναγωγείο και διατυπώνονταν η ανάγκη «σύστασης τοιούτων». Μια επιπλέον αξιόλογη παρατήρηση, αφορά το Κιζίλ- Αγάτς, για το οποίο σημειώνεται:
«Εν τη επαρχία του Κιζίλ- Αγάτς υπάρχουν δύο ελληνικαί κώμαι εις οκτάωρον εντεύθεν απόστασιν αμφότεραι δε καλούνται Βογιαλίκια, ών η μεν σύγκειται εκ 250 οικιών η δε εξ 80. Εις ταύτας ουδέν σχολείον υπάρχει, οι δε κάτοικοι εισίν βυθισμένοι εις παχυλοτάτην αμάθειαν.
Εν τη επαρχία Ιαμπόλεως υπάρχει ετέρα κώμη Ρουμ Ακ Μπουνάρ ονομαζομένη, της οποίας ο επικρατέστερος πληθυσμός είναι Ελληνικός, συνιστάμενος εις 80 οικίας. Και ενταύθα η αυτή αμάθεια και στέρησις σχολείου επικρατεί».

Από τα σωζόμενα έγγραφα υπάρχουν διάφορα, που αφορούν το Καβακλή και τα χωριά του, όπως:
Μια επιστολή των προκρίτων του Καβακλή και του δάσκαλου Ηρακλή Θεοχαρόπουλου της 22ας Φεβρουαρίου 1875, προς τον Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινούπολης. Οι πρόκριτοι που την υπογράφουν, είναι οι Παπά Χρήστος Έξαρχος, Χατζή Πέτρος, Δημήτριος Τζορμπατζής, Χρίστος Παπάζογλου.

Με την επιστολή αυτή, οι πρόκριτοι ευχαριστούσαν το Φιλολογικό Σύλλογο γιατί πολλές φορές κατά το παρελθόν είχε βοηθήσει το Καβακλή και ζητούσαν «να μη μας απαξιώσητε της σης ευνοίας, ήν παρ’ υμών έχαιρεν η ημετέρα σχολή». Επίσης πληροφορούσαν τους παράγοντες του συλλόγου ότι δεν μπορούν να τους στείλουν στοιχεία «περί των πλησιοχώρων ελληνικών χωρίων. Κατά δυστυχίαν δεν υπάρχουν τοιαύτα Παιδαγωγεία, εκτός του αρτισυστάτου εν τω χωρίω Καρυαί κατά τον Σεπτέμβριον του παρελθόντος έτους».

Μια άλλη επιστολή από το κοντινό χωριό Καρυές, έφυγε την επομένη 23 Φεβρουαρίου 1875. Μ’ αυτήν ο δάσκαλος Αυγερινός Παπαϊωάννου και οι πρόκριτοι Χατζή Μανώλης, Χατζή Θεοχάρης, Χρίστος Γεωργίου, Γεώργιος Χατζή Μηνά και Παπά Δημήτριος Λόλα (ή Λόλου;), ευχαριστούσαν γιατί παρέλαβαν τα βιβλία που τους είχαν στείλει, συνολικά 130 τόμους. Πληροφορούν επίσης ότι ο Αυγερινός Παπαϊωάννου ανέλαβε τα ηνία της σχολής από το 1874 και ήδη οι μαθητές «ευρίσκονται οπωσούν προκεχωρημένοι».

Οι πρόκριτοι του Καβακλή Χατζή Πέτρος και ο Χρήστος Παπάζογλου κατονομάζονται και σε άλλη επιστολή του δάσκαλου Ηρακλή Θεοχαρόπουλου σταλμένη στις 7 Μαρτίου 1877 προς τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο της Αδριανούπολης. Ειδικότερα επισημαίνονται οι προσπάθειές τους για την Παιδεία στο Καβακλή, όπου υπήρχαν τότε προβλήματα και αντιδράσεις και εζητούντο καινούργια βιβλία.

Επίσης ο Θεοχαρόπουλος ζητούσε τη βοήθεια του Συλλόγου και τη σύμπραξη του Μητροπολίτη για να πεισθούν οι κάτοικοι να στηρίξουν την επίσημη εκπαίδευση, καταργώντας τα αυτοσχέδια σχολεία κάποιων ιδιωτών. Ζητούσε επίσης να σταλεί και απεσταλμένος του Συλλόγου για τα μορφώσει άποψη επιτοπίως.

Λίγες μέρες μετά στις 10 Μαρτίου 1877 ο δάσκαλος των Καρυών Αυγερινός Παπαϊωάννου απευθυνόμενος προς τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Αδριανούπολης, διεκτραγωδούσε τα βάσανά του εξαιτίας των αντιδράσεων, που οδηγούσαν σε αποδυνάμωση του σχολείου, γράφοντας:
«Το Σχολείον της κωμοπόλεως ταύτης μόλις προ τριών ετών συστηθέν, κατά το πρώτον έτος έδειξε σημεία προόδου και εφαίνετο ότι ήθελε προοδεύσει και παρέξει αγαθούς καρπούς, καθότι και μαθηταί ήσαν ικανοί, οίτινες ηδύναντο και ανώτερα μαθήματα να παραδοθώσιν και το Σχολείον, ως πρωτόσχολοι να επιτηρώσι και οι κάτοικοι ηνωμένοι και σύμφωνοι ήσαν όλοι εις την πρόοδον της πατρίδος των και την συντήρησιν του Σχολείου, αλλά δυστυχώς κατά την λήξιν του πρώτου έτους οι αναπτυχθέντες οπωσούν πρωτόσχολοι ήρχισαν ο είς κατόπιν του άλλου ν’ αναχωρώσι και ούτως εγκατέλιπον το σχολείον άνευ πρωτοσχόλων, ματαιωθέντων τοιουτοτρόπως των κόπων μου.

Το δεύτερον έτος και αυτό έσχε την τύχην του πρώτου, καθώς επίσης και το τρίτον εις το οποίον μετά μεγάλης δυσκολίας ηδυνήθην να μείνω ενταύθα, ένεκα των αναφυεισών διαιρέσεων και διχονοιών των κατοίκων. Γνωστόν λοιπόν έχω υμίν κύριοι, ότι υπάρχουσιν ενταύθα άνθρωποι φθονεροί και κακεντρεχείς».
Στην ίδια επιστολή κατονόμαζε τον Παναγιώτη Γκαβούνα, που έπειθε τους μαθητές, όπως γράφει, να τους κάνει ιδιαίτερο μάθημα σε κάποιο δωμάτιο με δάσκαλο κάποιον Αντώνιο Γεωργάκη, Καρυώτη, στον οποίο πήγαιναν οι μαθητές «ευχαριστούμενοι εν αυτώ, διότι ο ρηθείς Αντώνιος ουδόλως στενοχωρεί αυτούς».
Κατηγορεί επίσης τη μερίδα των κατοίκων που εναντιώνονταν στη λειτουργία του σχολείου, τα έξοδα του οποίου κατέβαλε η Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, γράφοντας ότι «επιθυμεί όπως τα χρήματα της Εκκλησίας δίδονται δι’ αυτών και οσάκις τυγχάνει κατάλληλος περίστασις να καταχράται ασυνειδότως ταύτα».

Επίσης κάνει έκκληση στο σύλλογο ώστε με τη σύμπραξη και του Μητροπολίτη, να βοηθήσει έστω και με τη βία να προστατευθεί το σχολείο, διότι τον Ιούνιο (1877) που θα έληγε και ο διορισμός του κινδύνευε αν κλείσει το σχολείο.

Όσον αφορά το χωριό Δογάνογλου αναφέρει ότι εκεί υπάρχει μικρό σχολείο και μορφωμένος δάσκαλος «αλλά και εκεί οι άνθρωποι εν ασυμφωνία ευρίσκονται φθονούντες οι μη έχοντες τέκνα» και προσθέτει:

«Κατ’ αυτάς μάλιστα τας ημέρας μεγίστη πάλη γίνεται μεταξύ των κατοίκων των μεν ζητούντων τον διδάσκαλον, των δε μη, και μέχρι ταύτης της στιγμής καθ’ ήν γράφω, ουδέν αποτέλεσμα έφερεν η ασυμφωνία των αύτη. Ελπίζεται όμως ότι θα μείνει ο διδάσκαλος, αλλά με εκπεσμόν τινά του περυσινού μισθού του».

Ενδιαφέρουσα για την άγρια καθημερινότητα που ζούσαν οι Καβακλιώτες, είναι μια επιστολή τους, που στάλθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1878 προς τον Έλληνα πρόξενο της Αδριανούπολης Ν. Γεννάδη. Πρόκειται για τις διώξεις που άρχισαν να υφίστανται, όταν οι Βούλγαροι ενθαρρυμένοι από τους Ρώσους, σήκωσαν κεφάλι και άρχισαν να καταδυναστεύουν τους Έλληνες. Έγραφαν:

«Κύριε Πρόξενε,
Δια του παρόντος ημών ταπεινού γράμματος παρουσιαζόμεθα ενώπιον υμών και παρακαλώμεν ως Έλληνες όπως λάβωμεν μικράν ακρόασιν.

Προ καιρού, Κύριε Πρόξενε, επέμψαμεν υμίν μίαν επιστολήν εξιστορούντες τα διατρέχοντα εν τοις Ελληνικοίς τούτοις χωρίοις υπό των Βουλγάρων, τα δεινά τα οποία πράττουν οι Βούλγαροι εν τοις χωρίοις ημών. Προχθές, Κύριε Πρόξενε, μερικοί εκ των κατοίκων ημών μεταβαίνοντες χάριν εμπορίου εν τινι χωρίω, επολιορκήθησαν υπό των Βουλγάρων, ότι δήθεν είναι προδόται. Εν πρώτοις λοιπόν ενδώσαντες εις τα λόγια των Βουλγάρων παρεδόθησαν αυτοίς επί προφάσει ότι δεν θέλουν κακοποιήσει αυτούς. Ύστερον δεν συλλαβόντες ένα εκ των ημετέρων τον πλουσιώτερον και δέσαντες αυτόν εφιλονίκουν δια μαχαιρών τον θάνατον αυτού, αλλά χάρις τω Θεώ εις Βούλγαρος γνώριμος αυτού επεμβάς εν τη διενέξει αφού παρέστησαν αυτοίς το απάνθρωπον της πράξεως, ύστερον κρυφίως παρέλαβεν τον εν λόγω Έλληνα και έκρυψαν αυτόν όστις εν τέλει εσώθη. Και άλλα τοιαύτα πάμπολλα τα οποία θέλουσιν είπει υμίν προφορικώς οι απεσταλμένοι προς υμάς, συμβαίνουν. Όθεν παρακαλούμεν υμάς όπως φροντίσητε περί της υποθέσεως ταύτης καθότι ιστάμενοι προς υμάς ως Έλληνες ούτως άπαντες προς ουδένα άλλον δυνάμεθα να απευθυνθώμεν ει μη προς υμάς όν θεωρούμε προστάτην και ελευθερωτήν ημών Ταπεινοί υμών δούλοι»

Την επιστολή αυτή υπογράφουν οι Καβακλιώτες Πέτρος Τζορμπατζής, Χρίστος Τζορμπατζής, Χατζή Πέτρος, Σιδερής Παναγιώτου, Νίκος του Γιοβάνη, Χρίστος Τερζής, Σιδερής του Μάνου, Γιοβάνης Μιχαήλου, Χρίστος Ραφτόπουλος, Δήμος του Μανώλη, Πασχάλης μουχτάρης, Νικόλαος του Ναϊτέν, Γεώργιος Παππά του μαρίνου, Χρήστος Γεωργίου, Δημήτριος Γεωργίου, Γιάννης Γκάκου.

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

[mp3j title=”Τροΐρω – Χορός Ανατολικής Ρωμυλίας” autoplay=”y” track=”https://www.mnimes.org/wp-content/uploads/2011/07/Troiro_anatoliki_romilia1.mp3″]

Χορός “Σ’ τρεις” Ανατολικής Ρωμυλίας

[vsw id=”-Ln2AUMzSS0″ source=”youtube” width=”525″ height=”420″ autoplay=”no”]

Βάρνα

Ρωμαϊκές θέρμες στη Βάρνα

Η Βάρνα (βουλ.: Варна) έχει πληθυσμό 357,198 κατοίκους και είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας μετά τη Σόφια και το Πλόβντιβ. Είναι πρωτεύουσα της επαρχίας της Βάρνας.

Αποτελεί σημαντικό λιμάνι στα ανατολικά της χώρας , στα παράλια της Μάυρης Θάλασσας. Είναι γνωστή και ως “Η Θαλάσσια Πρωτεύουσα” ή “Η Καλοκαιρινή Πρωτεύουσα” της Βουλγαρίας. Η πόλη πήρε το όνομα Στάλιν από το 1949 ως το 1956.

Η πόλη της Βάρνας έχει αδελφοποιηθεί με τον Πειραιά.[1]

Πολιτισμός

Η Βάρνα δείχνει και από άλλα στοιχεία, πως είχε κάνει προόδους στον τομέα του θεάτρου, αφού ανέβαζε έργα του ευρωπαϊκού αλλά και του νεοελληνικού ρεπερτορίου της εποχής.

Στο «Νεολόγο» της Κωνσταντινούπολης στις 4 Μαρτίου 1871, αριθμ. φύλου 746, δημοσιεύθηκε μια ανταπόκριση από την οποία προκύπτει, ότι το σημαντικό αυτό λιμάνι του Ευξείνου Πόντου, πρέπει να είχε αποκτήσει θέατρο, από το 1860 τουλάχιστον. Οι νέοι της πόλης συμμετείχαν εθελοντικά στο ανέβασμα των έργων και είχαν όλη την άλλη φροντίδα για την λειτουργία του. Τα έσοδα από τις παραστάσεις τα διέθεταν για την ενίσχυση των σχολείων.

Είναι εκπληκτικός, ο μεγάλος αριθμός των σημαντικών μάλιστα έργων που ανέβαζαν. Γράφει στην αξιοσημείωτη ανταπόκριση ο «Νεολόγος» ότι κατά την περίοδο εκείνη, είχαν διδαχθεί από σκηνής οι τραγωδίες «Ο οδοιπόρος» του Π. Σούτσου, «Ο Όμασις ή Ιωσήφ εν Αιγύπτω» του Λορμιάν και ο «Σαούλ» του Αλφιέρη καθώς και οι κωμωδίες «Γάμος άνευ νύμφης» του Αλεξ. Ρίζου Ραγκαβή, «Ο ακούσιος ιατρός» του Μολιέρου, «Δικηγορικά γελοία», «Κομψευόμενος υπηρέτης», «Ο θηριώδης» και η κωμικοτραγωδία «Ο Μανιώδης».

Ως αίθουσα παραστάσεων, χρησιμοποιούσαν την αίθουσα τελετών του Παρθεναγωγείου, που φωτίζονταν από πολυελαίους και λυχνίες. Στους τοίχους, ήταν αναρτημένες εικόνες διάσημων Αρχαίων Ελλήνων.

Η ορχήστρα που ήταν χωρισμένη από το κοινό με ένα κιγκλίδωμα έπαιζε στα διαλείμματα ευρωπαϊκή μουσική.

Στην αίθουσα αυτή που είχε κιονοστοιχίες, εκτός από τα υποχρεωτικά εμβλήματα του Σουλτάνου υπήρχαν και ανάγλυφες παραστάσεις του Αγίου Όρους, των ανακτόρων των Φαραώ και του βιβλικού στρατοπέδου του Ισραήλ.

Οι φιλοπρόοδοι κάτοικοι της Βάρνας, θέλησαν να μεταδώσουν τη θεατρική παιδεία και στους Οθωμανούς, αρχίζοντας από τα σχολεία, αλλά συνάντησαν πεισματική άρνηση.

Γράφει συγκεκριμένα ο άγνωστος ανταποκριτής:

«Τελευταίαν δεν δύναμαι να παρέλθω εν σιγή και πρότασιν τινά της εφορίας των ημετέρων σχολείων προς τους εν τέλει της διοικήσεως όπως ευμενώς αποδεχθώσι ούτοι παράστασιν τινά προς όφελος των Οθωμανικών σχολείων του δήμου. Αλλ’ η ευγενής εκείνη προσφορά, εν πνεύματι συμπατριωτισμού και αδελφότητος προταθείσα, εντελώς απερρίφθη».

Η Βάρνα αποδείχθηκε πρωτοπόρα και ριζοσπαστική. Στη Βάρνα στις αρχές Φεβρουαρίου 1874 όπως γράφει ο «Νεολόγος» στις 11 Φεβρουάριου 1874, στη μεγάλη αίθουσα του Παρθεναγωγείου δόθηκε παράσταση, στην οποία επαναλήφθηκε η τριλογία του Ι.Μ. Ραπτάρχη «’γγελος Τύραννος» και η μονόπρακτη κωμωδία «Η Κόρη του Παντοπώλου» του Α. Σ. Βλάχου. Οι εισπράξεις διατέθηκαν όπως συνέβαινε πάντα, υπέρ των εκπαιδευτηρίων της πόλης.

Στην ίδια πόλη λίγες μέρες αργότερα, διδάχθηκαν από σκηνής μέσα σε ένα επταήμερο, το δράμα «Η κόρη του Ραβίνου» και η κωμωδία «Φιάκας». Τις παρακολούθησαν περίπου 300 άτομα. Στην παράσταση μετείχαν οι Ασπρώτης Γεώργιος, Βάλσαμος Νικόλαος, Σεπρικός Λεονάρδος, Τουρλόπουλος Περικλής, Προδρόμου Αλέξανδρος, Γουναρόπουλος Ν., Ποιμενίδης Α., Ξάνθης Δ., Κωνσταντινίδης Γ., Κ. Αϊβάζογλους Π. Θ. Το Μάιο της ίδιας χρονιάς και επί δύο εβδομάδες δίνονταν στη Βάρνα οθωμανικές δραματικές παραστάσεις με ηθοποιούς Αρμένιους, Αρμένισες και μερικούς Τούρκους. Μεταξύ άλλων έπαιζαν και την εξάπρακτη τουρκική τραγωδία «Λεϊλά και Μετζνούν».

Στη Βάρνα επίσης τέλη Ιανουαρίου του 1875 παίχθηκαν τα προαναφερθέντα έργα «Βελισάριος» και «Η Κόρη του Παντοπώλου» από νέους της πόλης.

Οι νέοι της Βάρνας όμως, που μετείχαν στον τοπικό θίασο βρήκαν το μπελά τους, όταν η εφημερίδα «Θράκη» της Κωνσταντινούπολης στο υπ’ αριθμ. 399 φύλλο της στις αρχές του 1875, τους κατηγόρησε, ότι σφετερίσθηκαν χρήματα των παραστάσεων, που προορίζονταν για την ενίσχυση των σχολείων. Οι θιγόμενοι αντέδρασαν με επιστολή τους, που δημοσιεύεται στο «Νεολόγο» στις 11 Μαρτίου 1875, τονίζοντας:

«Το τοιούτον ουδέν άλλον ή αποκύημα αριδήλου εθελοκακίας και διαβολής, διαψεύδοντες άρδην, αποκαλούμεν τον τοιαύτα γράφοντα διαστροφέα της αλήθειας».

Την επιστολή υπέγραφαν οι Σεπρικός Λεονάρδος, Τουρλόπουλος Περικλής, Βάλσαμος Ν., Κράχτογλους Κ., Τσελεμπάκης Ε.Δ., Τουρλόπουλος Ζαφ., Αϊβάζογλους Δ. Ιατρός, Γουναρόπουλος Ρ.Ν.

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

_______________________

[1] Από την Βικιπαιδεία την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ανδριανούπολη

Η Αδριανούπολη ή Αντριανούπολη, (τουρκ.: Edirne, βουλγ.: Одрин) είναι πόλη της δυτικής Τουρκίας, (ανατολικής Θράκης), πολύ κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Ο πληθυσμός της πόλης είναι 141.765 κάτοικοι (2009).

Ιστορία

Εάν και είχε κατοικηθεί η πόλη από τους Θράκες, στη ρωμαϊκή περίοδο έγινε κέντρο συγκοινωνιών και εμπορίου, ρόλους που κράτησε σε όλη την διάρκεια των αιώνων. Την ίδια εποχή ανακαινίστηκε και εξωραΐστηκε (υδραγωγεία, λουτρά, αγορά κλπ.) με δαπάνες του αυτοκράτορα Αδριανού, που της έδωσε το όνομά του και το οποίο διατήρησε κατά την κατοπινή εποχή, παρόλο που κατά τα βυζαντινά χρόνια ξαναπήρε το όνομα Ορεστιάδα. Οι κυριότερες από τις σημαντικές μάχες, που δόθηκαν σ’ αυτήν την πόλη, έγιναν το 323 μ.Χ. μεταξύ Μεγάλου Κωνσταντίνου και Λικινίου, το 378 μ.Χ. μεταξύ Ρωμαίων και Γότθων (ονομαστή μάχη όπου έπεσαν 40.000 Ρωμαίοι), το 551 μ.Χ. μεταξύ Σλάβων και Βυζαντινών, το 568 μ.Χ. πολιορκήθηκε από τους Αβάρους. Αδιάφορους δεν άφησε η Αδριανούπολη και τους Βούλγαρους, που προσπάθησαν, αρκετές φορές, να την καταλάβουν με αρκετές επιτυχίες [1].

Παραστάσεις στην Ανδριανούπολη

Το Δεκέμβριο του 1872 ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος της Αδριανούπολης, οργάνωσε θεατρική παράσταση με το γνωστό θίασο του Ι. Βασιλειάδη και στην πρώτη παράσταση που δόθηκε, προσκλήθηκε ο γενικός διοικητής της πόλης Μουχλίς Πασάς και ο πρόξενος της Αυστροουγγαρίας Κομερλόχερ. Στην παράσταση «επαιάνιζεν θίασος γερμανίδων μουσικών».

Την ίδια χρονιά, είχε συσταθεί στην Αδριανούπολη η Φιλόμουσος Αδελφότης «Αγάπη» για την ενίσχυση των σχολείων. Τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς, σχημάτισε όπως πρόβλεπε και το καταστατικό της θεατρική ομάδα, με σκοπό να ενισχύει και το ταμείο της, από τις παραστάσεις. Στις 13 Ιανουαρίου 1873 μάλιστα, έπαιξαν και το δράμα «Βελισάριος» του Δ. Μισιτζή σε πέντε πράξεις και την μονόπρακτη κωμωδία «Ο Τζαρλατάνος». «Η πρόθυμος συρροή των πατριωτών ημών εξ αμφοτέρων των φύλων υπήρξε λίαν μεγάλη και τολμώ ειπείν πρωτοφανής» έγραψε ο χρονογράφος της εποχής.

Στην Αδριανούπολη, το Δεκέμβριο του 1873, το Διοικητικό Συμβούλιο της Αδελφότητας «Πρόοδος» προχώρησε στη δημιουργία θεατρικής ομάδας με νέους της πόλης.

«Απήρτισε κατ’ αυτάς εκ νέων ευφυών και ικανών θίασον, παρασκευάσαν συγχρόνως και σκηνήν αρκούντως ωραίαν, εν τη ευρυχώρω αιθούση της αλληλοδιδακτικής σχολής. Αι παραστάσεις ήρξαντο από της γνωστής κωμωδίας «Βαβυλωνία».

Ευτυχώς στο «Νεολόγο» της Κωνσταντινούπολης έχουν διασωθεί τα ονόματα των πρώτων εκείνων νεαρών ηθοποιών. Ήταν οι Στέφανος Π. Τζιριτίδης και ο αδελφός του Αθανάσιος, Ιάκωβος Δ. Βασίδης, Χ. Αντώνιος Κωνσταντίνου, Αβράμιος Δημητρίου, Γεώργιος Ζελίδης, Ιωάννης Γεωργιάδης, Σταύρος Ιωάννου, Γρηγόριος Θεοδωρίδης, Αθανάσιος Αγγελίδης, Χριστόδουλος Διαμαντίδης, Κωστάκης Βασιλείου.

Στα μέσα του Φεβρουαρίου 1875 οι νέοι της Αδριανούπολης ανέβασαν στην αίθουσα της Φιλομούσου Αδελφότητας θεατρική παράσταση με το έργο «Ο Μανιώδης» που την παρακολούθησε πολύς κόσμος. Αυτή η συρροή κόσμου έκανε τους παράγοντες της πόλης να αρχίσουν να σκέπτονται να χτίσουν αίθουσα θεάτρου.

Το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς οι νέοι της πόλης που είχαν ασχοληθεί με το θέατρο, δοκίμασαν μια απογοήτευση. Είχε σημειωθεί ένα σημαντικό έλλειμμα στο ταμείο των σχολείων της Αδριανούπολης και όταν προσφέρθηκαν να δώσουν χρηματική ενίσχυση 60 λιρών από θεατρικές παραστάσεις στην Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα της Αδριανούπολης ο μητροπολίτης δεν δέχτηκε την προσφορά, γιατί όπως έλεγε κατά τον «Νεολόγο» δεν αναγνώριζε συλλόγους, αδελφότητες κλπ.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1875 στη Φιλιππούπολη παίχθηκε στην αίθουσα του Κεντρικού Ελληνικού Παρθεναγωγείου από νέους εκλεκτών οικογενειών της πόλης η τραγωδία «Αριστόδημος». Παρά το δριμύ ψύχος η αίθουσα ήταν κατάμεστη. Τον Αριστόδημο υποδύθηκε ο Μ. Αργυριάδης.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1876 δημοσιεύεται στο «Νεολόγο» η είδηση, ότι «εν Αδριανουπόλει το ελληνικό θέατρον δίδει ελληνικάς παραστάσεις εις άς προς τοις λοιποίς παρευρίσκονται οι πρόξενοι των δυνάμεων μετά των κυριών αυτών και των εκεί παροίκων Ευρωπαίων».

Το ειδησάριο αυτό, δεν διασώζει ούτε τα έργα που παίχθηκαν ούτε τα ονόματα των ηθοποιών. Διασώζει όμως το θεατρόφιλο πνεύμα αυτής της πόλης, που παρουσίαζε γενικότερα μεγάλη πολιτιστική ανάπτυξη.

Από την ίδια εφημερίδα της 23 Φεβρουαρίου 1876 πληροφορούμαστε πάλι ότι πριν από λίγες μέρες στην μεγάλη αίθουσα της αλληλοδιδακτικής σχολής της Καλλίπολης, δόθηκαν από τη νεολαία της πόλης δύο θεατρικές παραστάσεις, για να ενισχυθούν τα σχολεία της. Και εδώ δεν διασώζονται άλλες πληροφορίες. Οι Θρακιώτες γενικά γλεντούσαν. Η νέα μορφή όμως της διασκέδασης, η ευρωπαϊκή είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της και στη Θράκη ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο σιδηρόδρομος εκτός από την ανάπτυξη,[i] έφερνε και νέες συνήθειες. Το Φεβρουάριο του 1875, προφανώς λόγω της Αποκριάς οι υπάλληλοι των σιδηροδρόμων έδωσαν μεγάλο χορό μεταμφιεσμένων στην Αδριανούπολη. Ο Τύπος της εποχής επισημαίνει ότι πήραν μέρος σχετικά λίγοι Αδριανουπολίτες. Λίγες μέρες μετά οι υπόλοιποι παρεπιδημούντες Ευρωπαίοι έδωσαν και αυτοί το δικό τους χορό.

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

_______________________

[1] Πηγή Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

 

Τελικά θέλουμε να παρουσιάσουμε δυο αυθεντικές φωτογραφίες της δεκαετίας του 1930 από Αδριανούπολη και από αναγνώστη των σελίδων ΜΝΗΜΕΣ. Οι φωτογραφίες αυτές που εμφανίζονται εδώ πιο κάτω αναρτήθηκαν στις σελίδες Καταγραφής Αδριανούπολης, με το εξής κείμενο που τις συνόδευε:

[Οι δικοί μου] ήλθαν από το Αζατλί Αδριανουπόλεως… Τουρκόφωνοι γκαγκαβούζηδες ρωμιοί.
Σύντομο ιστορικό Μετανάστευσης:
Το 1914-15 εκδιώχθηκαν από τους Νεότουρκους και εγκαταστάθηκαν στη Βουλγαρία. Το 1918-19 επέστρεψαν στο καμμένο χωριό τους. Έμειναν ένα διάστημα στο Ζαλουφάκι και το 1924 με την ανταλλαγή εγκαταστάθηκαν στο Θούριο Ορεστιάδος.

paramythion