Οι Αλυκες του Κιτρους

Στην παραλία του Κίτρους και στην αρχαία θέση Αθεράδα, όπου και το ακροτήριο Αθερίς, εκεί που πιστεύονταν και πιστεύεται ότι υπήρχε το αρχαίο λιμάνι της Πύδνας, υπάρχουν σήμερα εγκαταστάσεις παραγωγής άλατος. Οι Αλυκές.

Οι Αλυκές βρίσκονται 5 περίπου χιλιόμετρα ανατολικά του Κίτρους και η ολική τους έκταση ανέρχεται γύρω στις 10 χιλιάδες στρέμματα, απ’ τα οποία 3725 καλύπτει το εκμεταλλεύσιμο σήμερα τμήμα τους. Απ’ αυτά, τα 1440 καλύπτει η λίμνη, η οποία θεωρείται σαν πρώτος χώρος προθέρμανσης του θαλασσινού νερού. Τα άλλα 1545 στρέμματα αποτελούν τους χώρους κανονικής προθέρμανσης, τις λεγόμενες ‘’θερμάστρες’’ και τα υπόλοιπα 140 είναι τα κυρίως αλατοπήγια ή τα γνωστά ‘’τηγάνια’’

alykes3Το πότε ακριβώς ιδρύθηκαν οι αλυκές του Κίτρους μας είναι άγνωστο.

Απ’ τα στοιχεία που έχουμε σήμερα στα χέρια μας, φαίνεται ότι ιδρύθηκαν τα πρώτα χρόνια της εμφάνισης των Τούρκων στη Μακεδονία ή και πριν απ’ την εποχή της τουρκοκρατίας. Δηλαδή τον καρό των Βυζαντινών.

Απ’ όσα γράφουν, όμως, οι αρχαίοι συγγραφείς για τα μέτρα που πήραν οι Ρωμαίοι στη Μακεδονία, ύστερα απ’ την κατάληψη της Πύδνας απ’ τον Αιμίλιο Παύλο το 160 π.Χ., σχετικά με τη δέσμευση των βασιλικών μονοπωλειακών επιχειρήσεων των δασών, των μεταλλείων και του άλατος, αφήνεται θύρα ανοιχτή για να υποθέσουν μερικοί την ενδεχόμενη ύπαρξη αλυκών εδώ και σε κείνους τους χρόνους.

Πρέπει, όμως, την εποχή της άλωσης της Πύδνας απ’ τον Αιμίλιο Παύλο και την υποδούλωση της Μακεδονίας στους Ρωμαίους, να μην υπήρχαν αλυκές στην περιοχή, γιατί οι νόμοι που θέσπισε το Συνέδριο της Αμφίπολης το 167 ομιλούν για απαγόρευση εξαγωγής ξυλείας και εισαγωγής άλατος. Αυτό μας αφήνει να υποθέσουμε χωρίς πολλές δυσκολίες, ότι μέχρι τότε θα πρέπει να γίνονταν εισαγωγή άλατος στη χώρα. Εάν υπήρχε αλάτι σε σοβαρές ποσότητες στη Μακεδονία, δε θα υπήρχε ίσως λόγος να θεσπιστούν διατάξεις που να απαγορεύουν την εισαγωγή του, δεδομένου ότι η ίδια η ύπαρξη του προϊόντος σε αφθονία θα απέτρεπε την είσοδο και άλλου άλατος από άλλα μέρη. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, θα διατυπώνονταν μάλλον διαφορετικοί κανονισμοί, οι οποίοι θα ρύθμιζαν όχι την εισαγωγή αλλά την εντός της χώρας διακίνησή του.

Δεν αποκλείεται, να υπήρχαν αλοπήγια μικρής έκτασης, των οποίων η περιορισμένη παραγωγή να επέβαλε την περαιτέρω εισαγωγή άλατος από άλλα παραγωγικά μέρη. Η εμπορία δε του απαραίτητου αυτού προϊόντος, να ήταν τόσο προσοδοφόρα και το κέρδος τόσο σημαντικό, ώστε η εκμετάλλευσή του να ανήκε αποκλειστικά στους βασιλιάδες της χώρας, όπως και η ξυλεία και τα μεταλλεία.

Την αρχαιότερη πληροφορία που έχουμε για τις αλυκές του Κίτρους την αντλούμε απ’ τα γραφόμενα του Giovani Maria Degili Angiollelo.

Ο Βενετός Giovani Angiollelo ξεμπαρκάρισε με τον αδελφό του Grancesco στον Έγριπο, το Σεπτέμβριο του 1468 και πήρε μέρος στον τότε τουρκοβενετικό πόλεμο. Δυο χρόνια αργότερα, το 1470, πιάστηκε αιχμάλωτος απ’ το σουλτάνο Μωάμεν το Βο, όταν η Χαλκίδα έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Με μια μεγάλη φάλαγγα αιχμαλώτων, που κατευθύνονταν για την Κωνσταντινούπολη, πέρασε τον Πλαταμώνα και έφτασε στο Κίτρος, όπου και διανυκτέρευσε. Εδώ θα γράψει ο Giovani στο ημερολόγιό του: ‘’Διανυκτερεύσαμε στο Κίτρος με τις πολλές αλυκές’’,

Απ’ τα λεγόμενα του  Angiollelo συμπεραίνουμε εύκολα, ότι οι αλυκές θα πρέπει να είχαν ιδρυθεί χρόνια πριν, για να είναι το 1470 ‘’πολλές’’, ώστε ο αριθμός των αλοπηγίων και η έκτασή τους να κάνουν εντύπωση στον Ιταλό αιχμάλωτο και να το σημειώσει σα χαρακτηριστικό σημάδι και διακριτικό της περιοχής στο ημερολόγιό του.

Από διάφορα τουρκικά έγγραφα διαπιστώνεται η ύπαρξη και η λειτουργία των αλυκών της ‘’Τούζλας’’, όπως την αποκαλούσαν οι Τούρκοι τον 16ο αιώνα.

Απ’ το φιλολογικό κατάστοιχο που προαναφέραμε (Κεφ. 25 σελ. 74), το οποίο ανάγεται στην εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (1527-28) και που βρέθηκε στα αρχεία του Τεφτέρ-Χανέ της Πόλης, μαθαίνουμε τα ονόματα των Κιτριωτών που εργάζονταν τότε στις αλυκές του χωριού.

Από μια καταδικαστική απόφαση του ιεροδικείου της Βέροιας, η οποία ανάγεται στο έτος 1725 και αναφέρεται σε ένα επεισόδιο που έγινε στο διπλανό χωριό, το Ελευθεροχώρι, με πρωταγωνιστή κάποιον τούρκο φύλακα της αλυκής, ονομαζόμενο Μουσταφά, μαθαίνουμε ότι οι αλυκές τότε υπήρχαν και εργάζονταν και διευθυντής τους ήταν κάποιος επίσης Τούρκος, ονομαζόμενος Χαλίλ.

Επίσης, από άλλο σουλτανικό έγγραφο πληροφορούμαστε, ότι τις προσόδους των αλυκών του Κίτρους, μαζί με τις προσόδους των αλυκών του Καραμπουρνού, είχε το 1830 ο Τούρκος πολυτσιφλικάς και μεγαλοεπιχειρηματίας απ’ τις Σέρρες Γιουσούφ Μουχλίς πασάς, γιος του Ισμαήλ μπέη των Σερρών, ο οποίος, για διάφορους λόγους, είχε πέσει στη δυσμένεια του σουλτάνου, γι’ αυτό και με το παραπάνω έγγραφο διατάζονταν ο βαλής Μουσταφά πασάς να καταγράψει την περιουσία και τις προσόδους του Γιουσούφ.

Την εποχή εκείνη και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, η έκταση των αλυκών ήταν λιγότερη απ’ τη σημερινή. Τα αλοπήγια ή τα ‘’τηγάνια’’, όπως λέγονται, ήταν πολύ μικρότερα απ’ τα σημερινά και βρίσκονταν προς το νότιο άκρο των σημερινών υδάτινων εκτάσεων προθέρμανσης του θαλασσινού νερού, τις γνωστές ‘’θερμάστρες’’. Το αλάτι δε που παράγονταν τότε ήταν λιγότερο και κατώτερης ποιότητας απ’ το σημερινό. Τα τηγάνια παραγωγής βρίσκονταν κοντά στο σημερινό μηχανοστάσιο και το παραγόμενο αλάτι συγκεντρώνονταν δίπλα σ’ αυτό και προς την πλευρά του Κορινού. Λίγο πιο πάνω, κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή, που δεν υπήρχε τότε και από το κάτω μέρος της, υπήρχε πετρόχτιστο κτίριο, όπου στεγάζονταν τα γραφεία της αλυκής και η αστυνομία.

Απομεινάρια ερειπίων και σημάδια εκείνου του κτιρίου υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Μετά την απελευθέρωση (1912) χτίστηκαν και δυο άλλα διόροφα κτίρια, ‘’τα κονάκια’’, όπως είναι γνωστά, που βρίσκονται στον ίδιο περίπου χώρο αλλά λίγο ψηλότερα και δεξιά της τρενογραμμής Κίτρους – Κατερίνης, προς την πλευρά του Κίτρους. Τα γραφεία της αλυκής μεταφέρθηκαν σ’ αυτά και σ’ αυτά στεγάζονταν και οι οικογένειες των μόνιμων υπαλλήλων και τεχνιτών της. Σα διοικητήριο της αλυκής παρέμειναν τα κονάκια ως το 1957. Τότε, πυρκαγιά κατέστρεψε το προς νότο ευρισκόμενο κτίριο και αποτέφρωσε και σχεδόν όλο το αρχείο της αλυκής. Το 1958 τα γραφεία μεταφέρθηκαν στην Κατερίνη, όπου και εδρεύουν από τότε.

Τα δύο αυτά κτίρια, όπως και το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού, λεηλατήθηκαν απ’ τους κατοίκους του Κίτρους και των γύρω χωριών τον καιρό της κατοχής και μάλιστα αμέσως μετά την είσοδο των Γερμανών στην Πιερία. Τότε, λόγω της εισβολής των Γερμανών και της σύγχυσης του πολέμου, οι υπάλληλοι τα είχαν εγκαταλείψει και είχαν καταφύγει στις ιδιαίτερες πατρίδες τους ή και σε ασφαλέστερους κατά την κρίση τους τόπους. Έτσι, οι Κιτριώτες εξόρμησαν ένα πρωί και με κάρα και ζώα άρπαξαν ό,τι ήταν δυνατό να μεταφερθεί. Από ρούχα και έπιπλα, μέχρι πόρτες και παντζούρια παραθύρων. Μάλιστα, κάποιος πήρε απ’ το σταθμό και τη μηχανή έκδοσης εισιτηρίων.

Με το χτίσιμο των δύο νέων κονακίων και τη μεταφορά της διοίκησης σ’ αυτά, το αρχικό τούρκικο κονάκι, καταστραμμένο και μισοερειπωμένο πια, εγκαταλείφτηκε και σ’ αυτό έβρισκαν άσυλο για μερικά χρόνια ορισμένοι μικροτεχνίτες της αλυκής και άλλοι χειρώνακτες εργάτες ή αγωγιάτες, που έφταναν εδώ από άλλα μακρινότερα χωριά για να εργαστούν στις διάφορες εποχιακές εργασίες και ιδίως τον καιρό της συγκομιδής του αλατιού. Τότε, αχολογούσε όλος ο γύρω τόπος απ’ τα κουδούνια των μουλαριών των Κολινδρινών και των Βλάχων, που έρχονταν ομαδικά με τα ζώα τους απ’ τον Κολινδρό ή τα Χάσια και άλλες μακρινές περιοχές, για να εργαστούν στην εξόρυξη. Η παρουσία τους άλλαζε τελείως την όψη της περιοχής και τα μουλάρια τους, που πολλές φορές έφταναν ή ξεπερνούσαν τα 500 και που ασταμάτητα πηγαινοέρχονταν στα τηγάνια, κουβαλώντας το αλάτι έξω απ’ αυτά ή έβοσκαν σκορπισμένα στα γύρω λιβάδια, κατέκλυζαν και αναστάτωναν τον τόπο.

Όλοι αυτοί οι εργάτες έβρισκαν άσυλο στο παλιό κονάκι και γύρω απ’ αυτό, γι’ αυτό και το κτίριο από τότε είχε μετονομαστεί σε ‘’Άσυλο’’ κι έτσι ήταν γνωστό ως τις μέρες μας.

Οι οικογένειες των υπαλλήλων και των μόνιμων εργατοτεχνιτών της αλυκής, που διέμεναν στα κονάκια ή στις άλλες εγραταστάσεις της, αποτελούσαν παλιότερα ξεχωριστό οικισμό, ο οποίος, όμως, υπάγονταν στην Κοινότητα Πύδνης. Μέχρι το 1927, ο οικισμός αυτός ονομάζεται συνοικισμός Τούζλας. Με το διάταγμα, όμως, της 20.8.1927, ΦΕΚ  Α179/1927 μετονομάστηκε σε συνοικισμό Αλυκής.

Στην απογραφή του 1920, ο συνοικισμός Τούζλας έχει 4 κατοίκους. Στις δε κατοπινές απογραφές, ο συνοικισμός της Αλυκής έχει τους εξής κατοίκους αντίστοιχα: Το 1928  32 κατοίκους, το 1949 54 κατοίκους και το 1951 30 κατοίκους. Μετά, συγχωνεύεται με την Κοινότητα Πύδνης και δεν τηρούνται πλέον ξεχωριστά στοιχεία.

Τα πρώτα χρόνια του αιώνα μας, σύμφωνα με μαρτυρία ενενηκονταετούς και πλέον γέροντα, οι περισσότεροι χειρόνακτες εργάτες που δούλευαν στην αλυκή ήταν, όπως προαναφέραμε, Κολινδρινοί. Η συγκομιδή γίνονταν με ξύλινα εργαλεία και η μεταφορά απ’ τους χώρους παραγωγής στο χώρο συγκέντρωσης με ζώα και κάρα.

Αργότερα, την αλυκή εξυπηρετούσαν σε εργατικά χέρια κυρίως οι Κιτριώτες. Οι εργασίες, με την πάροδο του χρόνου, γίνονταν πιο συστηματικές και η μεταφορά εκτελούνταν με βαγονάκια, τα οποία κινούμενα πάνω τε μετακινούμενες σιδηρογραμμές, έφταναν ως μέσα στα τηγάνια, όπου φορτώνονταν με τα φτυάρια και μεταφέρονταν σπρωχνόμενα από δυο εργάτες μέχρι το χώρο της συγκέντρωσης.

Τα έργα και οι εγκαταστάσεις της σημερινής αλυκής ανάγονται στην πρώτη μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας περίοδο. Ο σχεδιασμός της ανατέθηκε απ’ το ελληνικό Δημόσιο το 1917 στον Ισπανό εμπειροτέχνη αλυκών Ιωσήφ Σαντόζα, όπως φαίνεται απ’ τη σχετική σύμβαση, η οποία κυρώθηκε με το Β.Δ. της 30.9.1917 (ΦΕΚ 220/9.10.1917).

Σήμερα, απ’ τις 10 χιλιάδες στρέμματα που συγκροτούν την ολική έκταση της αλυκής, μόνο τα 140, όπως είδαμε, αποτελούν την κύρια αλοπηγική επιφάνεια, τα λεγόμενα τηγάνια. Τα υπόλοιπα αποτελούν τη λίμνη, τις θερμάστρες, τον τόπο συγκέντρωσης και συσσώρευσης του αλατιού, τους χώρους των διαφόρων άλλων εγκαταστάσεων, καθώς και νεκρές εκτάσεις για ενδεχόμενη επέκταση των εγκαταστάσεων.

Το αλάτι εδώ παράγεται απ’ την αξάτμιση του θαλασσινού νερού, η οποία γίνεται με την απλή ακτινοβολία του ήλιου στην περίοδο του καλοκαιριού.

Προπολεμικά και ιδίως την περίοδο γύρω στο 1930, η αλυκή, με την εποχιακή εργασία που πρόσφερε, ήταν ένας ουσιώδης πόρος ζωής για τους φτωχούς και ακτήμονους τότε Κιτριώτες. Αλλά και νωρίτερα, πάρα πολλοί Κιτριώτες προσπαθούσαν να ποριστούν τα ‘’προς το ζειν’’, δουλεύοντας στην αλυκή.

«Όταν ήμουν 12-13 ετών», μας λέγει ο μπαρμπαΒαγγέλης Δημολιός, που είναι σήμερα 88 χρονών, «δούλεψα εργάτης στην αλυκή. Στην παλιά αλυκή. Σ’ εκείνη που ήταν κοντά στο μηχανοστάσιο. Η καινούρια αλυκή, δηλαδή τα σημερινά τηγάνια, τότε γίνονταν. Κουβαλούσα μ’ ένα καροτσάκι μέσα σε ντενεκέδες νερό από μια πηγή για τους εργάτες που δούλευαν όλη τη μέρα, βουτηγμένοι στη μαύρη βαριά λάσπη μέσα στα τηγάνια τον καιρό της εξόρυξης του αλατιού. Οι περισσότεροι τότε ήταν Κολινδρινοί κι έσπαζαν τα πηγμένα αλάτια με κάτι χοντρά ξύλινα γράβαλα σα τζουγκράνες. Δεν ξέρω πόσο πληρώνονταν εκείνοι τότε. Εμένα με πλήρωναν πέντε δραχμές την ημέρα. Είχα δουλέψει εκείνο το καλοκαίρι 20 μέρες και πήρα 100 δραχμές. Σαν έφερα τα λεφτά στη μάνα μου γέμισε από χαρά. Ήταν μεγάλο πράγμα να έχει κανείς τότε εκατό δραχμές μαζωμένες στα χέρια του. Και ιδιαίτερα φτωχιές οικογένειες σαν κι εμάς, που ήμασταν έξι στόματα και μας έλλειπαν τα πάντα».

kitrous-4Με την απελευθέρωση του Κίτρους (1912) και ως το 1935, τις αλυκές συνέχισαν να καλλιεργούν εργολαβικά διάφοροι ιδιώτες. Ο πρώτος γνωστός ιδιώτης εργολάβος είναι ο Ελληνοεβραίος Μόλχο απ’ τη Θεσσαλονίκη. Μετά, η εκμετάλλευση δόθηκε σε άλλες ιδιωτικές εταιρίες και το 1935 την ανέλαβε το ελληνικό Δημόσιο, το οποίο την καλλιεργεί και την εκμεταλλεύεται μέχρι σήμερα.

Γνωστά άτομα που εκμεταλλεύτηκαν κατά καιρούς για λογαρισμαό τους ή για λογαριασμό εταιριών την αλυκή στο παραπάνω διάστημα είναι: Μαντζιώτης, Διαλετής, Σταθάκης, Γαβαλάς, Παπακονδύλης.

Το 1935, η αλυκή περιήλθε στο Δημόσιο και η εκμετάλλευσή της γίνεται από τότε με αυτεπιστασία του. Ο πρώτος επιτηρητής που τοποθετήθηκε σ’ αυτή απ’ το Κράτος ήταν ο Κωνσταντίνος Πάικος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Χάρης Θεοχάρης κι εκείνον ο Κωνσταντίνος Σπαντιδάκης. Μετά το Σπαντιδάκη ήρθε ο Νικ. Αλεξίου κι ύστερα απ’ αυτόν ο Φιλάρετος Μαγγίνας.

Ο Ν. Αλεξίου, φεύγοντας από δω, μετατέθηκε στη Μυτιλήνη, όπου τον καιρό της κατοχής πιάστηκε απ’ τους Γερμανούς σαν αντιστασιακός και στάλθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Πολωνία. Στο Άουσβιτς. Εκεί, υποφέροντας τα πάνδεινα, κατάφερε τελικά να επιζήσει και με τη λήξη του πολέμου να επιστρέψει στην Ελλάδα και να ξανατοποθετηθεί για κάποιο διάστημα επιτηρητής και πάλι στην αλυκή του Κίτρους.

Ο Φιλάρετος Μαγγίνας υπηρέτησε στις αλυκές τον καιρό της κατοχής και το 1943 πιάστηκε κι αυτός απ’ τους συνεργάτες των Γερμανών, μαζί με δυο Κιτριώτες φύλακες της αλυκής Βαγγέλη Μανωλόπουλο και Βαγγέλη Θεολόγη. Κι οι τρεις κατηγορήθηκαν ότι προωθούσαν τρόφιμα και αλάτι στους αντάρτες των βουνών, χαρακτηρίστηκαν σαν επικίνδυνοι αντιστασιακοί και κλείστηκαν στα κρατητήρια της Γκεσταμπό στην Κατερίνη. Λέγεται, πως εκεί τους ζητήθηκαν χρήματα απ’ τους τότε Έλληνες συνεργάτες της  Γκεσταμπό, οι οποίοι και τους είχαν συλλάβει. Ο Μαγγίνας πλήρωσε και γλίτωσε. Οι άλλοι δυο συγκρατούμενοί του, πάλι κατά τις ίδιες πηγές, δεν πλήρωσαν ό,τι τους ζήτησαν και εκτελέστηκαν το Νοέμβριο του 1843 στο αεροδρόμιο της Κατερίνης, μαζί με άλλους πατριώτες.

Σήμερα, επιτηρητής της αλυκής είναι η δίδα Χατζηλεοντή Ξάνθη, με προϊστάμενο του τεχνικού τμήματος τον  Παπαχρήστου Ηλία. Τα γραφεία διοίκησής της εδρεύουν στην Κατερίνη και υπάγονται στο Υπουργείο Βιομηχανίας.

Η θέση της Αλυκής Κίτρους, σαν ευρισκόμενη δίπλα στο λιμάνι, κοντά στην κύρια οδική αρτηρία της χώρα, με την οποία συνδέεται με ασφαλτόδρομο και πλάι στη σιδηρδρομική γραμμή Αθηνών – Θεσσαλονίκης, με την οποία συνδέεται με παρακτήρια γραμμή είναι προνομιούχα, σε σχέση με πολλές απ’ τις άλλες αλυκές της χώρας.

Επιπλέον, επειδή η γύρω έκτασή της είναι πρόσφορη για αλατοκαλλιέργεια, μελετάται η επέκταση του χώρου της, η βελτίωση και ο εκσυγχρονισμός των εγκαταστάσεων παραγωγής και συγκέντρωσης του αλατιού. Λόγω δε της μεγάλης ομαλότητας του παρακείμενου και γειτονικού προς το χώρο εδάφους, είναι δυνατός και εύκολος ο διπλασιασμός της σημερινής έκτασής της. Ήδη το Υπουργείο Δημοσίων Έργων διέθεσε σημαντικά κονδύλια για τη βελτίωσή της και σήμερα υπάρχει προϋπολογισμός 118 εκατομμυρίων δραχμών για έργα επέκτασης και εκσυγχρονισμού των εγκαταστάσεών της. Ας σημειωθεί εδώ, ότι η κύρια μηχανή δύναμης 50 ίππων, που χρησιμοποιείται για την τροφοδότηση των εγκαταστάσεων με θαλασσινό νερό και τη διακίνησή του στις θερμάστρες και τα τηγάνια είναι παλιότατου τύπου και τοποθετήθηκε εκεί τον καιρό της τουρκοκρατίας. Την ίδια περίου ηλικία έχουν και τα βαγονάκια και οι σιδηρογραμμές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά του αλατιού στους χώρους συγκέντρωσης.

Τον καιρό της κατοχής, οι Γερμανοί, για την καλύτερη φρούρηση της περιοχής της Αλυκής και των εκεί ακτών γενικότερα, είχαν χτίσει στο ανατολικό άκρο της, προς τη θάλασσα, πέτρινο ψηλό πύργο, με πολυβολεία και πολεμίστρες και στην κορφή του είχαν εγκαταστήσει μεγάλο, περιστρεφόμενο προβολέα. Παρ’ όλα αυτά, όμως. πολύ αλάτι έφευγε έξω απ’ τις εγκαταστάσεις τη νύχτα και τη μέρα. Επίσης, αρκετό διοχετεύονταν προς τους αντάρτες.

Φαίνεται πως οι Γερμανοί δεν ενδιαφέρονταν τόσο για τη διαφύλαξη του αλατιού, όσο για την ασφάλεια και τη φρούρηση της περιοχής από τυχόν επιθέσεις εχθρικών κομάντος ή προσεγγίσεις υποβρυχίων κ.λ.π..

Το αλάτι που παίρνονταν λίγο-λίγο, πότε κρυφά και πότε φανερά απ’ τους κατοίκους του Κίτρους και των γύρω χωριών εκείνη την εποχή, αποτελώντας είδος πρώτης ανάγκης για άλλες περιοχές, ανταλλάσσονταν με είδη επίσης πρώτης ανάγκης για τούτο τον τόπο, όπως λάδι, σαπούνι, ελιές κ.λ.π., τα οποία κατέφταναν εδώ με καΐκια ή ζώα από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Έτσι, συνέβαλε πάρα πολύ στο να μην πεθάνουν άνθρωποι απ’ την πείνα.

Ένα μεγάλο μέρος, όμως, πουλιόταν συστηματικά στη μαύρη αγορά από ανθρώπους που είχαν τα μέσα και τη δύναμη εκείνη την εποχή.

Σήμερα, η αλυκή απασχολεί σα μόνιμο προσωπικό όλο το χρόνο 6 άτομα. Τον καιρό δε της καλλιέργειας και της συγκομιδής, εργάζονται στις προκαταρκτικές κ.λ.π. εργασίες γύρω στους 150 εργάτες, ανάλογα πάντοτε με την παραγωγή της χρονιάς, που είναι συνάρτηση των καιρικών συνθηκών, που θα επικρατήσουν απ’ την 1η  Απριλίου μέχρι το Σεπτέμβριο.

Η σημερινή παραγωγή της αλυκής Κίτρους ανέρχεται σε 5 χιλιάδες τόνους και αντιστοιχεί σε 4 περίπου χιλιόγραμμα ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ η μέση τιμή για το μεσογειακό χώρο ανέρχεται σε 10 με 12 χιλιόγραμμα ανά τετραγωνικό μέτρο. Με την επέκταση, όμως και τα άλλα έργα βελτίωσης που προβλέπονται, η παραγωγή της είναι δυνατό να φτάσει τους 35 χιλιάδες τόνους.

Αλέκος Αγγελίδης



Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Δεν το πιστεύω
    ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΥΡΜΕΛΗΣ Εἶναι φυσικό, σέ τραγικές καί ἐξευτελιστικές γιά την πατρίδα στιγμές πού ἔφεραν στόν τόπο οἱ κακῆ τῆ μοίρα κυβερνῆτες του, νά ψάχνει ἡ μνήμη μας ἀνθρώπους πού ἔδωσαν τή ζωή τους γιά τόν τόπο αὐτό. Πού στέγνωσαν καί ἑκούσια ἀποξήραναν τόν ἐσωτερικό τους κόσμο, τίς ἁπλές καί ἀνθρώπινες χαρές τῆς ἐπίγειας ζωῆς, κι ἀφοσιώθηκαν  κι ἀφιερώθηκαν σέ ἀγῶνες δύσκολους και σκληρούς μόνο καί μόνο νά δοῦν αύτόν τόν πάντα προδομένο τόπο ν΄ἀλλάζει δρόμο καί τρόπο καί βίο. Στή διαιώνια ἱστορία μας ὑπῆρξαν πάντα τέτοιοι ἡγέτες-ἄνθρωποι. Προς τούς ὁποίους προσέτρεχε ὁ λαός σέ στιγμές ἀπελπισίας, τρόμου καί πανικοῦ καί μάλιστα κι ὃταν εἶχαν ἤδη πεθάνει.
  2. Προσωπικότητες της Μακεδονίας
    Μετά αυτή τη σύντομη περιήγηση στο χώρο της Μακεδονίας, περνάμε σε έναν άλλο χώρο, των προσωπικοτήτων της, που προέρχονται από διάφορες πόλεις της και διακρίνονται για τα ποικίλα προσόντα τους. Σε αυτή την αναφορά τηρείται μία χρονολογική πορεία που ξεκινάει τον 5ο αι. με το Στωβαίο Ιωάννη, γραμματικό και συγγραφέα Ανθολογίας της Ελληνικής Γραμματείας. Ακολουθούν δύο άντρες, με το όνομα: Ποσείδιππος, που έζησαν τον 4ο και 3ο αι.
  3. Οι Μακεδόνες - Ε
    ©Πιπίνα Δ. Έλλη (Dr Pipina D. Elles) Sydney, Australia Οι διάδοχοι του Μ. Αλεξάνδρου Τον Περδίκκα (τον αρχαιότερο των στρατηγών του Μ. Αλεξάνδρου που εργάστηκε ολόψυχα για την ενότητα του κράτους το οποίο κληροδότησε στους στρατηγούς του και στους συνεργάτες του, ο Αλέξανδρος, με τον θάνατο του) αντικατέστησε ο Αντίπατρος που πέθανε αποσυρόμε­νος στην Μακεδονία. Ετούτος όρισε ως διάδοχό του τον Πολυσπέρχοντα, αντί του γιου του Κασσάνδρου. Ο Κάσσανδρος όμως αποφάσισε να εκτοπίσει τον Πολυσπέρχοντα. Ήρθε λοιπόν κατά της Μακεδονίας, νίκησε τον Πολυσπέρχοντα στην Πύδνα το 316 π. Χ., συνέλαβε μά­λιστα και καταδίκασε σε θάνατο την Ολυμπιάδα και παν­τρεύτηκε την κόρη της Θεσσαλονίκη[1], την αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου. Ο έκπτωτος Πολυσπέρχων, κατέφυγε στους Αιτωλούς.
  4. Το Μακεδονικό Ζήτημα
    Από το 1870 παρουσιάζονται σερβικές και βουλγαρικές διεκ­δικήσεις επί της Μακεδονίας. Η δημιουργία του IMRO (Internal Macedonian Revolutionary Organisation) από τον Goce Delkev και άλλους πέντε Βουλγάρους, στοχεύει στην εξουδετέρωση εξωτερικών επιδράσεων και στην διάσωση της Βουλγαρικής εθνικότητας (όπως καταθέτει ο Ivan Hadzhinicolov[2]), με την ίδρυση της «Μακεδονίας για τους Μακεδόνες». Στην πραγματικότητα όμως οι Βούλγαροι απέβλεπαν στην μέλλουσα προσάρτηση της Μακεδονίας[3] στη χώρα τους τη Βουλγαρία, παρόμοια όπως είχε συμβεί και με την Ανατολική Ρωμυλία (σύμφωνα με τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου, το 1878).
  5. Οι Μακεδόνες - Δ
    Ο Αλέξανδρος[1], διαδέχτηκε τον πατέρα του Φίλιππο στον θρόνο σε ηλικία είκοσι (20) ετών, ανακηρυχθείς βασιλιάς α­πό τους στρατευμένους Μακεδόνας. Ο Διόδωρος[2] καταθέτει ότι ο Αλέξανδρος από τη μεριά του Φιλίππου ήταν απόγονος του Ηρακλή και από τη μεριά της μητέρας του απόγονος των Αιακιδών. Κληρονόμησε λοιπόν –σύμφωνα με την ελληνική παράδοση και πεποίθηση- σπουδαία φυσική δύναμη και ποιότητες ήθους.
  6. Οι Μακεδόνες - Γ
    ©Πιπίνα Δ. Έλλη (Dr Pipina D. Elles) Sydney, Australia Ο Φίλιππος Αγνώστου - Jastrow (2006), Κοινό Κτήμα, https://commons. wikimedia.org/ w/index.php?curid=640435 Σε ετούτη τη δύσκολη περίοδο για τη Μακεδονία, ανεβαίνει στην εξουσία ο γιος του Αμύντα Γ’, ο Φίλιππος, μόλις 23 ετών. Στην αρχή ορίζεται ως επίτροπος του ανήλικου ανιψιού του, γιου του Περδίκκα.  Σύντομα όμως στέφεται Βασιλιάς ο ίδιος. Υπό τη βασιλεία του  η Μακεδονία γνωρίζει, όσο ποτέ άλλοτε, μεγάλη στρατιωτική και πολιτική ακμή. Ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Παμμένης, διδάσκαλος του Φιλίππου στις Θήβες, την περίοδο που νεαρός (στα δεκαπέντε του) ο Φίλιππος είχε κρατηθεί ως όμηρος και μάλιστα για περισσότερο από δύο χρόνια[1], λέει ότι ο μαθητής του αγά­πησε τον πολιτισμό που γνώρισε στη Θήβα και μελέ­τησε τα στρατιωτικά πράγματα των Θηβαίων. Μετά από τον φόνο του Πτολεμαίου, ο Περδίκκας, αδερφός του Πτολεμαίου, διόρισε τον Φίλιππο διοικητή επαρχίας στην Μακεδονία, όπου εκείνος συγκρότησε και οργάνωσε στρατό, σύμφωνα με τις δικές του γνώσεις και αντιλήψεις. Με αυτόν τον στρατό επιβλή­θηκε εν γένει, στους Μακεδόνες.
  7. Οι Μακεδόνες - Β
    Η μάχη της Χαιρώνειας[1] δεν ήταν το τέλος της Ελληνικής Ιστορίας, όπως μερικοί ιστορι­κοί του 19ου αι. υποστήριξαν, αλλά η αρχή ενός και­νούργιου κεφαλαίου στην Ελληνική Ιστορία. Οι Ελληνιστικοί χρόνοι υπήρξαν για την Ελλάδα η χρονική περίοδος κατά την οποία η Ελληνική γλώσσα υπερβαίνει τα τότε Ελληνικά σύνορα και αποβαίνει «παγκόσμια». Ετούτη την περίοδο έχουμε τη δημιουργία σπουδαίων έργων. Από τον όρο της Αγίας Γραφής[2] «Ελληνισταί», ο Joh Gust. Droysen υιοθετεί και χρησιμοποιεί τους όρους «Ελληνιστικοί χρόνοι» και Hellenismus (Ελληνισμός). Άλλοι τοποθετούν την έναρξη των Ελληνιστικών χρόνων στα μέσα του 4ου αι.[3] Ετούτη η εκδοχή ενισχύεται από τον τάφο του «Petosiris» στην Ερ­μούπολη της Αιγύπτου[4], από τον πάπυρο των «Περσών» του Τιμόθεου στο Abousir-el-Meleq[5] και από το Μαυσω­λείο του Δυνάστη της Καρίας, Μαύσωλο[6].
  8. Οι Μακεδόνες - Α
    Οι Αρχαίοι Μακεδόνες, ανήκουν στα Ελληνικά φύ­λα τα οποία με την κάθοδο των Δωριέων[4], στο τέλος της 2ης π. Χ. χιλιετηρίδας, εγκαταστάθηκαν στο ΒΑ τμήμα της Ελληνικής Χερσονήσου. Οι Μακεδόνες δεν προχώρησαν προς νότο, όπως έκαναν τα υπόλοιπα Ελληνικά φύλα, αλλά παρέμειναν στο τμήμα αυτό της Ελληνικής γης η οποία απέβη η πατρίδα τους και ονομάστηκε από αυ­τούς "Μακεδονία"
  9. Μακεδονία σημαίνει...
    Ο Stephen G. Miller, Επίτιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Berkley, Καλιφόρνια, ΗΠΑ, εξηγεί σε επιστολή του ότι γιατί τα Σκόπια σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ονομάζονται Μακεδονία. Συγκεκριμένα, γράφει ο διάσημος Αμερικανός Καθηγητής προς τον Εκδότη του Archaeology...
  10. Μακεδονικος Αγωνας 1904 -1908
    Διάλεξη στη Μελβούρνη, Αυστραλία, στις 03 Νοεμβρίου 2013. Η διάλεξη διοργανώθηκε από την Ένωση Θεσσαλονικέων "Ο Λευκός Πύργος", την Κοινότητα Ώκλη και Περιχώρων το Ημερήσιο Ελληνικό Κολλέγιο Oakleigh Grammar και την Ελληνική Σχολή Ζήνων Μελβούρνης στο πλαίσιο 29ων γενεθλίων της αδελφοποίησης μεταξύ των πόλεων Θεσσαλονίκης και Μελβούρνης.
  11. Κρουσοβο - Γευγελη
    Θεωρείται ότι το όνομά της έχει κοινή ρίζα με τα «Κρούσια» και προέρχεται από το μακεδονικό όνομα «Κρούσσος». Η ελληνική κοινότητα του Κρουσόβου, βλαχόφωνη στην πλειονότητά της, ήταν μια από τις ανθούσες του βορειομακεδονικού χώρου. Πληθυσμιακά γνωρίζουμε ότι το 1856 το Κρούσοβο είχε 18.000 κατοίκους, κυρίως βλαχόφωνους Έλληνες και λίγους Αλβανούς και Βούλγαρους.
  12. Οχριδα
    Ιδρύθηκε την εποχή του Χαλκού από τον Κάδμο με το όνομα Λυχνίδα ή Λυχνιδός. Πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις και αποτέλεσε, κατά τους ιστορικούς τηΒόρειο Ακρόπολη του Ελληνισμού. Η σύγχρονη πόλη της Αχρίδας βρίσκεται πάνω στα ερείπια της αρχαίας ελληνικής πόλης Λυχνιδού, που η ίδρυσή της τοποθετείται τον 6ο αιώνα π.χ. Στα βυζαντινά χρόνια τη συνατάμε ως Ιουστινιανή.
  13. Στρώμνιτσα
    Η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή έχει αποκαλύψει πλήθος αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων, αγγείων, νομισμάτων, ελληνικών (και λίγων ρωμαϊκών) επιγραφών. Εδώ στην αρχαιότητα υπήρχε η ελληνική πόλη Αστραίον. Στη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο θα συναντήσουμε την πόλη ως Τιβεριούπολη. Στην πόλη αυτή μαρτύρησαν το 362, επί Ιουλιανού, οι «δεκαπέντε μάρτυρες».
  14. Οι Ελληνες στη FYROM
    Η ένταση μεταξύ των δύο χωρών και το ανεπίλυτο πρόβλημα με την οριστική ονομασία της νέας αυτής χώρας, δημιούργησαν εντάσεις και αύξησαν τις προκαταλήψεις και στις δύο πλευρές των συνόρων. Η υποχώρηση του σλαβομακεδονικού εθνικισμού, που εκτιμώ ότι είναι η κύρια πηγή έντασης, και ο έντιμος συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο χώρες...
  15. Οι Αλυκες του Κιτρους
    Στην παραλία του Κίτρους και στην αρχαία θέση Αθεράδα, όπου και το ακροτήριο Αθερίς, εκεί που πιστεύονταν και πιστεύεται ότι υπήρχε το αρχαίο λιμάνι της Πύδνας, υπάρχουν σήμερα εγκαταστάσεις παραγωγής άλατος. Οι Αλυκές.
  16. Το Κονακι του Κιτρους
    Την τελευταία περίπου εκατονταετία της τουρκοκρατίας, το Κίτρος ήταν τσιφλίκι της οικογένειας Μπίτζιου και μεταβιβάζονταν κανονικά απ’ τον πατέρα στο γιο. Σπουδαιότερος και πιο γνωστός απ’ αυτούς ήταν ο Νικόλαος Μπίτζιος ή Νικολάκης, όπως τον έλεγαν, που έζησε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.
  17. Η ιστορια του Ρουπελ
    Η Ιστορία ενός λαού δεν είναι μόνον οι λαμπρές του νίκες και τα φανταχτερά κι ένδοξα κατορθώματά του, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της και τα σφάλματα και οι αποτυχίες του, γι’ αυτό και είναι επιβεβλημένο, τα μελανά αυτά σημεία της ζωής του, όσο σκοτεινά κι αν είναι, να γίνονται γνωστά και να κοινολογούνται ανεπηρέαστα, σαν καθαρώς ιστορικά γεγονότα και να ερευνούνται με το ίδιο ενδιαφέρον, όσο κι εκείνα που τον προβάλλουν σα λαό και λαμπρύνουν το παρελθόν του.
  18. Μακεδονια - Πυδνα και Χριστιανισμος
    Ο Απόστολος Παύλος, στη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας του (52 ή 53 μ.Χ.), προερχόμενος απ’ τη Βέροια και πηγαίνοντας για τη Νότια Ελλάδα, πέρασε, σύμφωνα με την παράδοση, απ’ τη διπλανή Μεθώνη, όπου και επιβιβάστηκε σε πλοίο για την Αθήνα. Από κει «εξαπέστειλαν (αυτόν) οι αδελφοί, πορεύεσθαι ως επί την θάλασσαν»1.
  19. Μακεδονια - Αρχαιο Κιτρος
    Με την κατάκτηση της Μακεδονίας απ’ τον Αιμίλιο Παύλο και τα μέτρα που πήρε το Συνέδριο της Αμφίπολης κι ύστερα απ’ την κατάπνιξη των επαναστάσεων, που επακολούθησαν με τον Ανδρίσκο και τον Αλέξανδρο, η Πύδνα, σαν που υπέστη και τις μεγαλύτερες καταστροφές απ’ τους πολέμους και που αντιμετώπισε πρώτη το οξύ μένος των Ρωμαίων, πέφτει σε οικονομική και κοινωνική στασιμότητα και παρακμή.
  20. Μακεδονια - Επανασταση στην Πυδνα
    ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΟΓΔΟΟ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΥΔΝΑ ΤΟ 148 π.Χ. Τρία χρόνια μετά τη μάχη της Πύδνας, η ρωμαϊκή Σύγκλητος έστειλε αντιπροσώπους της στη Μακεδονία,
  21. Μακεδονια - Αιμιλιος Παυλος και ο θριαμβος
    Ο Αιμίλιος Παύλος γεννήθηκε το 230 ή 229 π. Χ.. Προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια του οίκου των Αιμιλίων. Λέγεται πως ήταν ελληνικής καταγωγής και πως ο πρόγονός του Μάμερκος ήταν γιος του σοφού Πυθαγόρα και ονομάστηκε Αιμίλιος «δια την αιμυλία λόγου και χάριν». Ο Παύλος είχε τύχει καλής μόρφωσης, σύμφωνα με τη ρωμαϊκή και την ελληνική παιδεία κι αγαπούσε τον ελληνικό πολιτισμό. Από μικρός είχε εκπαιδευτεί και στα όπλα κι είχε διακριθεί και στον τομέα αυτό.
  22. Μακεδονια - Πριν τη μαχη της Πυδνας
    Αφού είδαμε περιληπτικά και με μεγάλη συντομία πώς πάτησαν πόδι οι Ρωμαίοι στην Ελλάδα και πώς κατάφεραν να ενισχύσουν και να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους στο έδαφός της, ας δούμε πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα στη Μακεδονία, ύστερα απ’ το θάνατο του Φιλίππου του Ε’ και την άνοδο του Περσέα στο θρόνο.
  23. Μακεδονια - Η Πυδνα 500 - 323 π.Χ.
    Απ’ την ενδοχώρα των Βαλκανίων, την Ιλλυρία και τη Μακεδονία, κατέβηκαν κατά καιρούς οι διάφορες ελληνικές φυλές (Ίωνες, Δωριείς, Πελασγοί κ.λ.π.), οι οποίοι και κατοίκησαν τη Μακεδονία και τη Νότια Ελλάδα. Κι απ’ τις πόλεις πάλι της νότιας Ελλάδας ξεκίνησαν αργότερα κύματα Ελλήνων αποίκων, για να κατοικήσουν τα παράλια του Αιγαίου, της Μεσογείου, του Πόντου κ.λ.π.. Κι άλλοτε μεν έδιωχναν παλιούς κατοίκους ή αφομοίωναν υπάρχοντες βαρβαρικούς οικισμούς, άλλοτε δε ίδρυαν κανούριες πόλεις και δημιουργούσαν νέα κέντρα ζωτικά και αξιόλογα, τα οποία επέζησαν χιλιάδες χρόνια κι έγραψαν μακραίωνη κι ενδιαφέρουσα ιστορία, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ιστορική γενικά εξέλιξη των περιοχών που δέσποζαν.
  24. Μακεδονια - Ο Πρωτος Οικισμος
    Η Πύδνα πιστεύεται πως χτίστηκε κατά τον 8ο ή 7ο π.Χ. αιώνα απ’ τους Ερετριείς της Εύβοιας, όπως και η παρακείμενη Μεθώνη[1]. Υπάρχει πιθανότητα στη θέση της Πύδνας να βρήκαν τότε οι Ερετριείς κάποιον άλλο οικισμό, με το ίδιο ή άλλο όνομα, γύρω απ’ τον οποίο να έχτισαν την καινούρια πόλη τους. Την πιθανότητα αυτή ενισχύουν οι πρόσφατες διαπιστώσεις των αρχαιολόγων, που μελέτησαν το μικρό τύμβο, τον οποίο και εντόπισαν το 1981 στην περιοχή του Παλιόκιτρους. Η κατασκευή του τύμβου αυτού ανάγεται στο τέλος της εποχής του χαλκού και στις αρχές της εποχής του σιδήρου.
  25. Το λιμάνι της Πύδνας
    Η Πύδνα είχε αποκτήσει κατά καιρούς ξεχωριστή δύναμη και ιδιαίτερα την εποχή του Φιλίππου του Β’ είχε τονιστεί πολλές φορές απ’ το Δημοσθένη, το μεγάλο ρήτορα των αιώνων, η ζωτικότητά της και η μεγάλη σημασία της, σ’ ότι αφορούσε την ισορροπία των δυνάμεων στον τότε Ελλαδικό και στο Μεσογειακό γενικότερα χώρο. Κι όλη αυτή η διάκριση και η σπουδαιότητα της Πύδνας οφείλονταν στον πλούτο της, στη γεωγραφική της θέση και περισσότερο στο ζωτικής σημασίας λιμάνι της.
  26. Μακεδονία - Μετά τη Μάχη της Πύδνας
    Αμέσως μετά την εκπόρθηση της Πύδνας, ο Αιμίλιος Παύλος έστειλε πρέσβεις του στη Ρώμη, για να αναγγείλουν την περήφανη νίκη του στη Σύγκλητο. Η αντιπροσωπεία αυτή αποτελούνταν από τρεις αξιωματικούς του με επικεφαλής το Μέτελλο. Λίγες μέρες πριν απ’ την τελική νίκη του Αιμιλίου, κυκλοφόρησε φήμη στον ιππόδρομο της Ρώμης, ότι οι Ρωμαίοι νίκησαν τον Περσέα στη Μακεδονία. Το πράγμα, όμως, πέρασε σαν ένας φευγαλέος ψίθυρος και ξεχάστηκε, γιατί δεν υπήρχε συγκεκριμένη πληροφορία. Παρ’ όλα αυτά, ο λαός έτρεξε στους ναούς και πρόσφερε θυσίες και θυμιάματα στους βωμούς, παρακαλώντας τους θεούς να βγάλουν αληθινές αυτές τις φήμες.
  27. Μακεδονικό Πρόβλημα - μέρος β'
    Κι εδώ, ο ρόλος των σλαβόφωνων Ελλήνων, που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και ήρθαν στην Αυστραλία με ελληνικά διαβατήρια κι αρνούνται τώρα την πατρίδα τους, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Όλα αυτά είναι εκείνα που, προβαλλόμενα κατάλληλα, συγκινούν ως ένα βαθμό τη διεθνή κοινή γνώμη, η οποία και θα πρέπει να μας ενδιαφέρει περισσότερο. Το όνομα δε Μακεδονία, Μακεδόνες κλπ., φέρνει ακόμα στη μνήμη του πολύ κόσμου του εξωτερικού, που δεν γνωρίζει ιστορικές λεπτομέρειες και αρχαιολογικές, εθνολογικές και γλωσσολογικές ιδιαιτερότητες
  28. Μακεδονικό Πρόβλημα - μέρος α'
    Το Μακεδονικό ζήτημα, όπως είναι γνωστό στις μέρες μας, είναι ένα παρακλάδι ή παράγωγο, κατάλοιπο του μεγάλου Ανατολικού Ζητήματος, του οποίου η αρχή ή καλύτερα η διπλωματική του διατύπωση πάει 140 χρόνια πίσω. Οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Ρωσία και Αυστρία εποφθαλμιούν τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία αρχίζει να καταρρέει και κάθε μια απ’ αυτές ετοιμάζεται και προσπαθεί, με την πτώση του σουλτάνου, να ιδιοποιηθεί, όχι μόνο το πιο μεγάλο αλλά και το πιο ζωτικό τμήμα της καταρρέουσας αυτοκρατορίας.
  29. Η Μαχη της Πυδνας
    Η μάχη της Πύδνας είναι ένα σημαντικότατο ιστορικό γεγονός, γιατί η έκβασή της σημάδεψε βαθιά την πορεία της ανθρωπότητας. Επέδρασε ουσιαστικά στην εξέλιξη του κατοπινού κόσμου κι επηρέασε ανεπανόρθωτα τα βήματα και το μέλλον της φυλής μας. Εδώ, στα χώματα τα δικά μας, στις ρεματιές και στους λόφους της Πιερίας, που ανεβοκατεβαίνουμε κάθε μέρα εμείς αδιάφοροι και από άγνοια, πριν από 2152 χρόνια συγκρούστηκαν δυο κόσμοι...

Το Κονακι του Κιτρους

kitrosΤην τελευταία περίπου εκατονταετία της τουρκοκρατίας, το Κίτρος ήταν τσιφλίκι της οικογένειας Μπίτζιου και μεταβιβάζονταν κανονικά απ’ τον πατέρα στο γιο. Σπουδαιότερος και πιο γνωστός απ’ αυτούς ήταν ο Νικόλαος Μπίτζιος ή Νικολάκης, όπως τον έλεγαν, που έζησε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Οι Μπιτζιαίοι κατάγονταν απ’ τα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου και είχαν αγγλική υπηκοότητα. Το γεγονός αυτό, όπως ήταν επόμενο, συντέλεσε πάρα πολύ, λόγω των στενών σχέσεων της Τουρκίας με την Αγγλία, στην ερδαίωση και επικράτηση των ανθρώπων αυτών στην Πιερία.

Οι μνήμες των σημερινών κατοίκων του Κίτρους πάνε πίσω τρεις γενεές των τσιφλικάδων. Θυμούνται από αφηγήσεις πατεράδων και παππούδων τους, το γερο-Μπίτζιο, τον πατέρα του Νικολάκη, που έζησε κατά τα μέσα του 1800.

Ο γερο-Μπίτζιος, ο Γιαννάκης, είχε αρχικά ένα κτήμα στο Γιδά (σημερινή Αλεξάνδρεια). Αργότερα αγόρασε ένα μικρό συγκριτικά μέρος της περιοχής Κίτρους από μια Τουρκάλα ιδιοκτήτρια γης στο χωριό. Αργότερα, την περιοχή που εκτείνεται απ’ του ‘’Παπά τη βρύση’’ και τη θέση ‘’τουρκομνήματα’’ προς το Μακρύγιαλο. Έτσι, εγκαταστάθηκε στο Κίτρος κι άρχισε τις αγορές, αρπαγές, καταπατήσεις και εκβιασμούς, οχυρωμένος πίσω απ’ την αγγλική του υπηκοότητα, να επεκτείνει τα όρια του κτήματός του και να ισχυροποιεί την επικυριαρχία του σ’ ολόκληρο το χωριό και πέρα απ’ αυτό.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, το τσιφλίκι του Μπίτζιου απλώνεται απ’ το Μακρύγιαλο ως την Κατερίνη κι απ’ τη θάλασσα ως τον Τρίλοφο και την Παλιόστανη.

Ο γέρος ήταν ένας σωματώδης κοιλαράς, βάρβαρος, σκληρός και χοντροκομμένος αφέντης. Λένε πως το σώμα του ήταν τόσο ογκώδες, που ταχτικά πήγαινε στην Ευρώπη κι έκανε εγχειρίσεις για να αφαιρεί περιττό βάρος. Ήταν τύπος εκβιαστικός και οργίλος. Είχε δηλαδή όλα τα ‘’χαρίσματα’’ του τσιφλικά. Κρατούσε στα χέρια του, όχι μόνο τα υπάρχοντα και τη ζωή των κολίγων του, αλλά κι αυτήν ακόμα την τιμή των οικογενειών τους, όπως όλοι οι τσιφλικάδες.

Οι Τούρκοι ήταν πολύ καλύτεροι απ’ αυτόν.

Ο γερο-Μπίτζιος άφησε τρία αγόρια και δυο κόρες. Το Νικόλαο, το Λεωνίδα, τον Κώστα, τη Φώτω και την Ελένη. Μετά το θάνατο του γέρου το κτήμα μοιράστηκε στα παιδιά. Ο Λεωνίδας με τη Φώτω και την Ελένη πήραν το κτήμα του Αγγιάννη και ο Νικολάκης πήρε το τμήμα του Κίτρους. Ο Κώστας δεν ανακατεύονταν με τα κτήματα. Ζούσε στη Θεσσαλονίκη.

Έτσι, τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας στο τσιφλίκι του Κίτρους διαφέντευε ο Νικολάκης. Κι αυτός δεν υστερούσε σε τίποτα απ’ τον πατέρα του. Ούτε σε σωματική διάπλαση, ούτε σε ψυχική σκληρότητα, ούτε σε θυμούς και βαρβαρότητα. Είχε βγει αντάξιος του περιβάλλοντος στο οποίο είχε γεννηθεί  κι ανατραφεί κι είχε πάρει όλα τα ‘’προτερήματα’’ του πατέρα του. Τον τσιφλικά Νικολάκη, ‘’το αφεντικό’’, όπως τον έλεγαν όλοι στην περιοχή, τον θυμούνται και σήμερα οι γεροντότεροι κάτοικοι του Κίτρους, που είχαν την ‘’τύχη’’ να τον γνωρίσουν κάποτε από κοντά και να τον υπηρετήσουν σα σκλάβοι του.

Στο μεγάλο αυτό τσιφλίκι ανήκαν, εκτός απ’ το σημερινό αγρόκτημα Κίτρους και τμήματα των αγροκτημάτων της σημερινής περιοχής του Μακρυγιάλου, της Σφενδάμης, της Σεβαστής, του Κούκου και των γύρω περιοχών.

Ο μεγαλοτσιφλικάς Νικολάκης τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο κονάκι, που χάσκει ερειπωμένο σήμερα στην  κορυφή τη  λοφογραμμής όπου βρίσκεται και το 1ο Δημοτικό σχολείο του Κίτρους. Χτισμένο στο ψηλότερο σημείο της περιοχής, υψώνονταν τις μέρες της δόξας του ογκώδες και επιβλητικό πάνω απ’ όλα τα άλλα σπίτια του χωριού και δέσποζε κυριολεκτικά σ’ ολόκληρη την επικράτεια του κυρίου του.

Από κει ψηλά αγνάντευε προς ανατολάς μεν ολόκληρο το Θερμαϊκό, στέλνοντας το βλέμμα του μακριά στη Χαλκιδική, φτάνοντας τις καθαρές μέρες κι ως πέρα στις κορυφές του Αγίου Όρους. Προς δυσμάς δε ατένιζε τις πλαγιές και τις κορυφές του Ολύμπου και των Πιερίων. Ταυτόχρονα διαφέντευε κι επιτηρούσε τα φτωχόσπιτα των κολίγων που απλώνονταν ταπεινά, άχαρα κι απρόσωπα στα πόδια του και παρακολουθούσε βλοσηρά και ασταμάτητα κάθε κίνηση των ενοίκων τους και κατάγραφε κάθε τους εκδήλωση στην καθημερινή τους ζωή.

kitros1Το σημερινό κονάκι χτίστηκε το 1909 με μαστόρους απ’ την Ήπειρο.

Αρκετή πέτρα κουβαλήθηκε από ένα μικρό λατομείο που ανοίχτηκε τότε γι’ αυτό το σκοπό στην αριστερή όχθη της ρεματιάς του Ζμαϊλιού, λίγο πιο κάτω απ’ την ομώνυμη βρύση. Οι ανάγκες, όμως, του πελώριου κτιρίου ήταν μεγάλες και η αποδοτικότητα του λατομείου μικρή, γι’ αυτό η περισσότερη πέτρα κουβαλήθηκε από ένα άλλο ανοιχτό λατομείο στις ακτές της παραλίας του Κίτρους, ανατολικά της Αλυκής, προς την περιοχή του Μακρυγιάλου, στη θέση ‘’Γκρέμια.’’ Εκεί, την εποχή εκείνη υπήρχαν προεξέχοντες πετρόβραχοι, τους οποίους σύσσωμοι οι κάτοικοι του Κίτρους, κατά διαταγή και απαίτηση του αφεντικού τους, έσπαζαν με τις βαριές και τους λοστούς τους καθημερινά και τις κουβαλούσαν ασταμάτητα με τα βοϊδάμαξα και βουβαλάμαξά τους στο χτιζόμενο κονάκι.

Δεν αποκλείεται οι ‘’πετρόβραχοι’’ εκείνοι να μην ήταν καθόλου φυσικοί βράχοι, αλλά μεγάλες πέτρες και γκρεμίσματα αρχαίων ναών και θεμέλια οικοδομημάτων της αρχαίας Πύδνας, τα οποία, με εντολή του αφεντικού, θριμμάτιζαν και κατέστρεφαν οι κολίγοι του Κίτρους. Επίσης, πολλή πέτρα πήραν κι απ’ τα γκρεμίσματα των παλιών εκκλησιών του χωριού. Του Αγίου Νικολάου και της Αγίας Παρασκευής. Στις περιοχές των εκκλησιών αυτών υπήρχαν και πολλά μάρμαρα κι άλλα ερειπωμένα κατασκευάσματα της αρχαίας, της ρωμαϊκής και των μετέπειτα εποχών, τα οποία διαμέλισαν οι πετροκουβαλητές και μετέφεραν το υλικό τους για το χτίσιμο του κονακιού.

Η ξηλεία του, όλη από καστανιές, κόπηκε στα δάση της Σκουτέρνας. Βλάχοι κι άλλοι κάτοικοι των γύρω περιοχών με χίλιους κινδύνους κατέβαζαν τους κορμούς των δένδρων με τα μουλάρια τους μέσα απ’ τις πυκνοδασωμένες πλαγιές και τα λαγκάδια σε χαμηλά ανοίγματα κοντά στις ρεματιές κι από κει Κιτριώτες με τα κάρα τους μετέφεραν στο Κίτρος. Στην περιοχή του κονακιού δούλευαν ασταμάτητα ειδικευμένοι υλοτόμοι, που, με τα τσεκούρια και τα πριόνια τους, μετέβαλαν τους χοντρούς κορμούς των δένδρων σε χρήσιμα καδρόνια και σανίδια που χρειάζονταν οι χτίστες.

Βδομάδες και μήνες δούλευαν αγγαρεία οι κολίγοι για το χτίσιμο του αρχοντικού του αφεντικού τους. Δούλευαν όλοι, χωρίς καμιά διάκριση, χωρίς καμιά αμοιβή, χωρίς σταματημό και ξεκούραση. Κανένας δεν τολμούσε να ξεφύγει, να αδρανήσει ή να φέρει κάποια αντίρρηση.

Ο Μπίτζιος, αυταρχικός, σκληρός και βάρβαρος καθώς ήταν, δεν υπολόγιζε τίποτα. Δεν έδινε λόγο σε κανένα. Παρ’ ότι η περιοχή ήταν τουρκοκρατούμενη, αυτός ήταν ο πραγματικός κυρίαρχος και το φόβητρο των κατοίκων. Ήταν αφεντικό κι ιδιοκτήτης των πάντων. Ήταν εξουσιαστής όλων και ταυτόχρονα δικαστής τους και τιμωρός. Ήταν το αφεντικό. Γι’ αυτό κι ο λόγος του ήταν νόμος. Ο Μπίτζιος αποτελούσε κράτος εν κράτει. Ο ίδιος δίκαζε το κάθε τι που συνέβαινε στην περιοχή του και ο ίδιος επέβαλε κι εφάρμοζε τις ποινές. Συνηθέστερες κατά την κρίση του ποινές για συνήθη παραπτώματα ήταν οι ραβδισμοί και τα μαστιγώματα. Δίκαζε και καταδίκαζε στη στιγμή, χωρίς καμιά ιδιαίτερη διαδικασία.

Στην αυλή του ρημαγμένου σήμερα κονακιού αντηχούσαν πολλές φορές ηχηροί οι γόοι ή πνιγμένα τα βογκητά των τιμωρούμενων απ’ το χέρι του δύσμοιρων σκλάβων του απέραντου τσιφλικιού του. Γύριζε πάντα μ’ ένα χοντρό ραβδί στο χέρι, γνώριμο απ’ όλους τους κολίγους του, γιατί πολλές φορές είχε μεταφράσει εύγλωττα τη βαρβαρότητα του μεγάλου αφεντικού στις πλάτες τους.

Λέγεται πως οι Μπιτζιαίοι εφάρμοζαν καμιά φορά στους ατίθασους κι ασυμμόρφωτους κολίγους τους και την ποινή της εξορίας. Αυτό γίνονταν μάλλον στα πιο παλιά χρόνια. Σαν τόπο εξορίας είχαν τότε τον Κολινδρό.

Κανένας δεν τολμούσε να φέρει αντίρρηση στον πανίσχυρο τσιφλικά. Κι αυτοί ακόμα οι Τούρκοι δεν μπορούσαν τα του αντισταθούν. Ο Μπίτζιος τους ισοπέδωνε όλους. Είχε τη δύναμη να μπαινοβγαίνει στις τουρκικές υπηρεσίες και να τις αλωνίζει κυριολεκτικά, χωρίς κανένα εμπόδιο, χωρίς καμιά συστολή, χωρίς να δίνει λόγο σε κανένα. Έμπαινε στα δικαστήρια και στις φυλακές των Τούρκων κι ελευθέρωνε όποιον ήθελε, χωρίς να ρωτήσει κανένα και χωρίς κανένας να μπορεί να του αντιμιλήσει και να του αντισταθεί.

Πονηρός και πανούργος καθώς ήταν, τα είχε καλά ακόμα και με τους κλέφτες (τους ληστές) της γύρω περιοχής. Σύμφωνα με μαρτυρία επιζώντα σήμερα γέροντα, μια μέρα, καθώς πήγαινε με την άμαξά του προς την περιοχή του σημερινού χωριού των Αλωνίων, βγήκαν μπροστά του καμιά 15/νταριά ληστές. Αντί να τον πιάσουν ή να τον απειλήσουν, του πρότειναν να μείνει για λίγο μαζί τους και τού ‘στρωσαν μάλιστα και μια κάπα τους για να καθίσει. Εκείνος αστειευόμενος δεν δέχτηκε την περιποίηση, λέγοντάς τους καθαρά πως δεν κάθεται στις κάπες τους, γιατί δεν θέλει τις ψείρες τους. Στη συνάντηση εκείνη πρότεινε σ’ όσους κλέφτες ήθελαν να ‘’προσκυνήσουν’’, δηλαδή να δηλώσουν μετάνοια και υποταχή στους Τούρκους, να ανεβούν στην άμαξά του και να μην φοβηθούν κανένα. Τρεις ανέβηκαν κι έγιναν αμέσως αγροφύλακες στο τσιφλίκι του. Κανένας δεν τους πείραξε.

Ο ίδιος γέρος διηγείται περιστατικό που δείχνει την πολυφαγία του Μπίτζιου. Κάποια μέρα, νεαρό τσομπανάκι τότε ο σημερινός γέρος, πήγε ένα αρνί δώρο στο αφεντικό. Του το είχε ζητήσει νωρίτερα ο ίδιος. Βρήκε τον πελώριο Νικολάκη καθισμένο στο τραπέζι έτοιμο να φάει. Είχε μπροστά του μια ψημένη γαλοπούλα μέχρι 5 κιλά. Την  καταβρόχθισε μπροστά του χωρίς καμιά δυσκολία.

Ο Νικόλαος Μπίτζιος, μαζί με τον  Δερβίς-Μπαμπά, επισκέφθηκαν από μέρους των Τούρκων κατοίκων της Κατερίνης την επαναστατική κυβέρνηση του Λιτοχώρου το 1878 και ζήτησαν απ’ το Δουμπιώτη να μην καταληφθεί η Κατερίνη απ’ τους επαναστάτες. Στηριζόμενος στην παρουσία και στη δολιόπτητα του Μπίτζιου, ο Τούρκος αγάς υποσχέθηκε πως κι αυτός δε  θα αντιδράσει, όσο περνάει απ’ το χέρι του, στις προθέσεις των επαναστατών, αν αυτοί στρέψουν τις πρώτες τους προσπάθειες προς άλλη κατεύθυνση κι όχι προς την Κατερίνη. Ο Μπίτζιος μάλιστα, για να παραπλανήσει τους επαναστάτες, είχε ζητήσει νωρίτερα και είχε πάρει κι αυτός 300 όπλα για να τα μοιράσει στους Γκέκηδες (Τουρκαλβανούς) και στους Βλάχους του τσιφλικιού του, που έμεναν στα καλύβια της Σφενδάμης. Υποσχέθηκε δε πως οι άνθρωποί του θα τα χρησιμοποιούσαν όταν θα έρχονταν η ώρα του γενικότερου ξεσηκωμού στην Πιερία. Όταν, όμως, ήρθε εκείνη η ώρα ο Μπίτζιος, όχι μόνο αποθάρρυνε τους ανθρώπους του και τους εμπόδισε να ξεσηκωθούν, αλλά θέλησε και να τους στρέψει κατά των επαναστατών λέγοντάς τους πως δεν είναι ανάγκη να σηκώσουν αυτοί ντουφέκι κι ούτε καν να ανησυχούν και να φοβούνται από κανένα, γιατί, αν χρειαστεί, θα καταφτάσει αυτός ο ίδιος με τον Άγγλο πρόξενο απ’ τη Θεσσαλονίκη και θα υψώσει στο τσιφλίκι του την αγγλική σημαία. Έτσι, δε θα μπορεί να τους πειράξει κανένας. Ούτε Τούρκος, ούτε Έλληνας. Οι προτροπές αυτές του Μπίτζιου εξουδετέρωσαν τελείως τους Γκέκηδες και τους Βλάχους και στέρησαν την επανάσταση από 300 πολύτιμα όπλα πάνω στην πιο κρίσιμη φάση της.

Η στάση αυτή του Μπίτζιου εξόργισε τους επαναστάτες και μάλιστα ο τότε οπλαρχηγός Βαγγέλης Χοστέβας, που βρίσκονταν με το σώμα του στα μέρη του Κολινδρού, θέλησε να κατεβεί στην περιοχή ανάμεσα Σφενδάμης και Κίτρους, να χτυπήσει τους Γκέκηδες και να τους πάρει πίσω τα όπλα. Τον εμπόδισε, όμως, ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος, ‘’δια να μη προκύψουν εμφύλιοι έριδες,’’ όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο δεσπότης.

Ο Ν. Μπίτζιος τότε έμενε σ’ ένα άλλο μικρότερο και παλιό κονάκι, που βρίσκονταν 200 περίπου μέτρα βορειότερα απ’ το σημερινό, πάνω στην ίδια λοφογραμμή. Ήταν ένα ευρύχωρο διόροφο κτίριο, συγκριτικά μικρότερο απ’ το σημερινό αλλά αρκετά μεγάλο σε σχέση με τα χαμηλά, ισόγεια κι ερειπωμένα τουρκόσπιτα του χωριού. Ήταν κι εκείνο επιβλητικό και δέσποζε του χωριού και του λόφου, στον οποίο πάνω βρίσκονταν.

Το παλιό αυτό κονάκι κάηκε το 1908. Πώς πήρε φωτιά κανένας απ’ τους επιζώντες δεν γνωρίζει. Ήταν χειμώνας και η φωτιά ξέσπασε ξημερώματα. Το πιθανότερο, αν όχι το απόλυτα σίγουρο, είναι ότι οι υπηρέτες του κονακιού, επειδή έκανε πολύ κρύο, παραγέμισαν κάποιο τζάκι με ξύλα και η μεγάλη πύρα παραζέστανε το τζάκι κι έτσι πήρε φωτιά το κτίριο. Στα καλά καθούμενα το περίζωσαν οι φλόγες κι έγινε παρανάλωμα. Δεν έμεινε τίποτα απ’ το περιεχόμενό του εκτός απ’ τα πέτρινα, κατάμαυρα και μισογκρεμισμένα ντουβάρια του.

Την ώρα της πυρκαγιάς όλο το χωριό είχε μαζευτεί γύρω-γύρω κι από κάποια απόσταση παρακλολουθούσε το θέαμα. Οι άντρες, με φαινομενικό ενδιαφέρον αλλά με ουσιαστική απροθυμία, προσπαθούσαν στην αρχή να βοηθήσουν στην κατάσβεση της φωτιάς ή στην απομάκρυνση και διάσωση επίπλων, ρούχων, εργαλείων κι άλλων αντικειμένων. Δεν κατάφερναν, όμως, τίποτα. Οι φλόγες είχαν περιτυλίξει τα πάντα. Τα χοντρά ξύλα της σκεπής και των πατωμάτων, λαμπαδιασμένα και καταφαγωμένα απ’ τη φωτιά, έπεφταν με πάταγο μέσα στα φλεγόμενα ερείπια και τα πυρακτωμένα καρφιά κατακόκκινα εκσφενδονίζονταν με ηχηρά σφυρίγματα προς όλες τις κατευθύνσεις, σχίζοντας τον αέρα, σα μανιασμένες αδέσποτες σφαίρες. Ογδονταπεντάχρονος σήμερα γέρος θυμάται ακόμα, πως παιδάκι τότε τον τραβούσε απ’ το χέρι ο πατέρας του μαζί με τ’ άλλα του αδέλφια, για να τον απομακρύνει απ’ το χώρο της πυρκαγιάς και να τον προστατέψει απ’ τα εκσφενδονιζόμενα καρφιά.

Την άλλη μέρα, σαν κόπασε η φωτιά κι όλα έγιναν κάρβουνο, γυναίκες του κονακιού κι άλλοι υπηρέτες σκάλιζαν στα χαλάσματα και κοσκίνιζαν τις στάχτες, ψάχνοντας να βρουν λίρες ή άλλα τιμαλφή. Δεν ακούστηκε, όμως, τότε να βρέθηκε κάτι.

konakiΣαν καταστράφηκε το παλιό κονάκι, άρχισε να χτίζεται το καινούργιο. Μεγαλύτερο, μεγαλοπρεπέστερο, επιβλητικότερο. Βασικά το κτίριο είναι τετράγωνο. Έχει, όμως, μια ουσιώδη καινοτομία. Οι δυο κατά διαγώνιο αντίθετες γωνίες του προεξέχουν του τετραγώνου και υψώνονται μαζί με το κυρίως κτίριο σαν ενσωματωμένα σ’ αυτό φρούρια. Οι προεξοχές αυτές έχουν σχήμα ημιοκταγωνικό κι απ’ τα παράθυρά τους μπορεί να ελεγχθεί ολόκληρος ο περίγυρος του κτιρίου. Οι δυο αυτοί ενσωματωμένοι πύργοι σχεδιάστηκαν και χτίστηκαν προφανώς για να εξασφαλίσουν την άμυνα του κτιρίου. Για τον ίδιο σκοπό το οικοδόμημα είχε μία μόνο είσοδο, την οποία έφραζαν δυο μεγάλες σιδερένιες πόρτες, που ασφαλίζονταν από μέσα με χοντρή σιδερένια αμπάρα. Επίσης, όλα τα παράθυρα και των δύο ορόφων, εκτός απ’ τα χοντρά σιδερένια κάγκελα, είχαν και σιδερένια παντζούρια βαμμένα πράσινα. Φαρδιά πέτρινη σκάλα με χοντρά σιδερένια κάγκελα κι απ’ τις δυο μεριές της οδηγούσε στην επιβλητική είσοδο με τις πράσινες σιδερένιες πόρτες. Λίγα βήματα πιο πέρα απ’ τη σκάλα, στην αυλή και προς το μέρος της θάλασσας, υπήρχαν δυο χοντρές μαρμάρινες κολόνες μπηγμένες στο έδαφος, η μια απέναντι στην άλλη, που προεξείχαν περί τους 60 πόντους πάνω απ’ αυτό. Αυτές χρησίμευαν σαν αναβατήριο, για να βοηθούν το αφεντικό και τους ανθρώπους του να ανεβαίνουν ευκολότερα στα άλογά τους. Εκεί οδηγούσε ο υπηρέτης το άλογο απ’ το χαλινάρι του, για να ανεβεί επιδεικτικά το αφεντικό στη σέλα του. Οι κολόνες αυτές μάλλον θα προέρχονταν απ’ τα χαλάσματα των εκκλησιών του Αγίου Νικολάου και της Αγίας Παρασκευής ή θα είχαν βρεθεί κάπου στη γύρω περιοχή, σκόρπια απομεινάρια της αρχαίας Πύδνας. Μια τέτοια κολόνα υπήρχε κι έξω απ’ το νάρθηκα της παλιάς εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου, όπου, μετά τον εκκλησιασμό, κάθονταν ο Μπίτζιος και δέχονταν τις ευχές και τους τεμενάδες των γεροντότερων απ’ τους κολίγους του. Εκεί ο Μπίτζιος έλεγε κι εκείνοι συμφωνούσαν.

Στη δυτική πλευρά του κονακιού και λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα απ’ αυτό υπήρχε υπόγεια τετράγωνη τσιμεντόχτιστη δεξαμενή. Η ‘’στέρνα,‘’ όπως την έλεγαν. Σ’ αυτήν συγκεντρώνονταν όλα τα βρόχινα νερά που δέχονταν η σκεπή του κτιρίου, τα οποία συλλέγονταν με λούκια γαλβανιζέ και με πήλινους αγωγούς διοχετεύονταν υπογείως στη στέρνα. Το νερό αυτό δεν ήταν πόσιμο αλλά ανασύρονταν στην επιφάνεια με χειροκίνητη αντλία ή με κουβά απ’ το τετράγωνο άνοιγμα της οροφής της δεξαμενής και χρησιμοποιούνταν για όλες τις άλλες καθημερινές ανάγκες του κονακιού. Πόσιμο νερό έφερναν στο κονάκι οι υπηρέτες απ’ του Παπά τη βρύση.

Επίσης, το κονάκι διέθετε κι ένα είδος υπονόμων. Ήταν κατασκευασμένοι από πήλινους σωλήνες, οι οποίοι, ξεκινώντας απ’ το πίσω μέρος του κονακιού, κατέληγαν στο χαμήλωμα της πλαγιάς που βρίσκεται ανατολικά του κτιρίου. Στο βάθος της πλαγιάς τα χρόνια εκείνα υπήρχε ημιδασωμένη ξερορεματιά.

Τον καιρό της ακμής του το κονάκι ήταν περιζωμένο από πολλά δευτερεύοντα οικοδομήματα, όπως σταύλους, αχυρώνες, αποθήκες κι άλλα βοηθητικά κτίρια. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα απ’ αυτά. Όλα κατεδαφίστηκαν κι εξαφανίστηκαν. Επιπλέον, ένα μέρος του τεράστιου οικοπέδου πουλήθηκε κατά καιρούς απ’ τους καινούργιος ιδιοκτήτες (αδελφούς Πανταζή) σε άλλους Κιτριώτες. Έτσι, αγόρασαν τμήματα γης του κονακιού οι Αντώνης Παπακώστας, Θανάσης Πίττης και Νίκος Αγγελίδης. Το οικόπεδο που απόμεινε σήμερα στο κονάκι ανέρχεται μόνο σε 8 στρέμματα.

Μόλις τελείωσαν οι κατασκευαστικές εργασίες, ο Μπίτζιος μεταφέρθηκε στο νέο κονάκι του. Δεν πρόλαβε, όμως, να το χαρεί για πολύ. Το 1915 πέθανε ξαφνικά. Τον βρήκαν πεθαμένο στο κρεβάτι του στο μπροστινό δυτικό δωμάτιο του πάνω πατώματος. Λένε πως έσκασε απ’ τη στενοχώρια του για κάποια καταστροφή του έπαθε.

Συνήθως, κάθε χρόνο μετά το θερισμό, οι κολίγοι και οι εργάτες του κονακιού κουβαλούσαν τα δεμάτια στα αλώνια του τσιφλικιού κι εκεί, άλλα τ’ αλώνιζαν αμέσως κι άλλα τα στίβαζαν λίγα-λίγα προσεχτικά και με τέτοιο τρόπο, ώστε να προστατεύονται τα στάχια τους απ’ τη βροχή, ώσπου νά ‘ρθει η ώρα να αλωνιστούν κι εκείνα. Εκείνη τη χρονιά, την περίοδο του θερισμού επισκέφτηκαν το κονάκι δυο-τρεις άγνωστοι για τους κατοίκους και συνέστησαν στο Μπίτζιο, να μη μεταφέρει τα δεμάτια στα αλώνια του χωριού αλλά σε άλλες περιοχές κι εκεί να αλωνιστούν από αλωνιστική μηχανή, άγνωστη ως τότε στον τόπο. Επειδή τα περισσότερα και τα καλύτερα χωράφια του ήταν προς το μέρος του σημερινού σιδηροδρομικού σταθμού, θεόρατες θυμωνιές έγιναν σ’ ένα χωράφι κοντά στα κονάκια της Αλυκής. Οι ασταμάτητες, όμως, βροχές εκείνης της χρονιάς καθυστέρησαν τον αλωνισμό και, επειδή και ο όγκος των θυμωνιών δεν επέτρεπε τον εύκολο αλωνισμό των δεματιών, η υγρασία, που άφθονη διαπέρασε τις θυμωνιές και η ζέστη που αναπτύχθηκε μέσα σ’ αυτές, συντέλεσαν, ώστε ο καρπός των δεματιών να ξεφυτρώσει και οι τεράστιες θυμωνιές να καταπρασινίσουν. Έτσι, καταστράφηκε ολόκληρη η σοδειά, γεγονός που, όπως λένε, καταστενοχώρησε το Μπίτζιο και τον οδήγησε στο θάνατο.

Πολλοί παπάδες και ο δεσπότης της Κατερίνης παρέστησαν στην κηδεία του, την οποία παρακολούθησε κι όλο το χωριό. Από νωρίτερα είχε εκδηλώσει την επιθυμία ο Μπίτζιος, όταν πεθάνει, να τον θάψουν κάτω απ’ τα δέντρα που βρίσκονται απέναντι απ’ το Κίτρος, ψηλά στο λόφο της Σεβαστής. Στη Φούντα. Ήθελε από κει πάνω, όπως έλεγε, να αγναντεύει το τσιφλίκι του. Δεν τον έθαψαν, όμως, εκεί. Τον έθαψαν σε καγκελόφραχτο μνήμα, με μαρμάρινη βάση και πλάκα, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου στο Κίτρος, κοντά στο καμπαναριό και κάτω από μια τεράστια ελιά, της οποίας η ζωή μετριούνταν σε αιώνες.

Πριν λίγα χρόνια, όταν ανακαινίστηκε η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου και ξαναχτίστηκε μεγαλύτερη και πιο ευρύχωρη, η ελιά κόπηκε και το μνήμα του Μπίτζιου ισοπεδώθηκε κι αποτέλεσε τμήμα της διπλανής αυλής της εκκλησίας. Τα οστά του τα είχε μεταφέρει νωρίτερα ο γιος του Γιαννάκης στην Αθήνα, όπου και διέμενε. Με την επέκταση της εκκλησίας ισοπεδώθηκαν κι εξαφανίστηκαν και ορισμένοι τάφοι παπάδων, που ως τελευταία βρίσκονταν στο πίσω μέρος του αγίου Βήματος του ναού.

Μετά το θάνατο του Νικολάκη το μεγάλο αγρόκτημα έμεινε στο γιο του Γιαννάκη.

Στις μέρες του Γιαννάκη το τσιφλίκι παρήκμασε, διαμελίστηκε και χάθηκε. Μαζί του έσβησε και το όνομα του Μπίτζιου.

Την εποχή του Μακεδονικού αγώνα μέχρι και το 1912 ο ρόλος του κονακιού αλλάζει. Το κονάκι γίνεται σταθμός προώθησης των αποστελλόμενων απ’ την Ελλάδα όπλων για τους αντάρτες των Πιερίων. Τα όπλα που έφταναν με καΐκια μέχρι τις ακτές του Μακρύγιαλου ή της Βρωμερής (Καλλιθέας), -γιατί το λιμάνι του Κίτρους επιτηρούνταν σχεδόν πάντοτε άγρυπνα απ’ τους Τούρκους- μεταφέρονταν στα υπόγεια του κονακιού κι από κει, με αγωγιάτες (κερατζήδες) απ’ τον Κολινδρό και τα άλλα χωριά, προωθούνταν με μουλάρια στα αντάρτικα σώματα του Σαρμίνου, του Ματαπά, του Π. Μελά κι άλλων οπλαρχηγών που βρίσκονταν στα ορεινά χωριά των Πιερίων ή στους βάλτους του Αλιάκμoνα. Μάλιστα, λένε πως και τα υπόγεια του σπιτιού του Μπίτζιου στη Θεσσαλονίκη τα είχαν μετατρέψει σε αποθήκες όπλων, τα οποία με διάφορους τρόπους προωθούνταν στους μακεδονομάχους.

Τα βράδια της 10ης ως και της 15ης Οκτωβρίου 1912, καθώς ο ελευθερωτής ελληνικός στρατός κατέβαινε απ’ τις πλαγιές των Πιερίων και πλησίαζε στην Κατερίνη, πολλοί κάτοικοι του χωριού είχαν συγκεντρωθεί μέσα στο κονάκι, για να προφυλαχτούν καλύτερα απ’ τους υποχωρούντες Τούρκους. Ορισμένοι έμεναν στα σπίτια τους και νωρίς-νωρίς αμπαρώνονταν σ’ αυτά, κρυβόμενοι όσο μπορούσαν ασφαλέστερα. Οι τούρκικες οικογένειες της περιοχής της Κατερίνης, με όσα πράγματά τους μπορούσαν να μεταφέρουν φορτωμένα στα κάρα τους, στα άλογα ή στις πλάτες τους, περνούσαν ασταμάτητα τις νύχτες απ’ τους δρόμους του χωριού και, βιαστικοί και τρομοκρατημένοι, έφευγαν προς τη Θεσσαλονίκη. Πολλοί απ’ αυτούς που είχαν γνωστούς και φίλους στο Κίτρος, με τους οποίους συνδέονταν μια ζωή, καθώς περνούσαν μπροστά απ’ τα σπίτια τους, τους φώναζαν με τα ονόματά τους να βγουν έξω, να φιληθούν και να αποχαιρετιστούν, γιατί μάλλον δε θα ξανάβλεπε ποτέ ο ένας τον άλλο. Κανένας, όμως, δεν έβγαινε απ’τους κρυψώνες τους κι ούτε έδινε σημεία ζωής.

Μπροστά απ’ το κονάκι, στην πλαγιά προς το μέρος της θάλασσας, ήταν το μεγάλο αμπέλι του Μπίτζιου (εικοσιπέντε στρέμματα περίπου) και στην ψηλότερη άκρη του αμπελιού, στην κορυφή του λόφου, κοντά στο σημερινό 1ο Δημοτικό Σχολείο, υπήρχε ένας μεγάλος πέτρινος ανεμόμυλος. Μαζί με το κονάκι αποτελούσαν το δυαδικό ‘’σήμα καταταθέν’’ της περιοχής.

Τον ανεμόμυλο αυτό, τις μέρες της ακμής του τσιφλικιού, τον χρησιμοποιούσαν για να αλέθουν, ως επί το πλείστο, τους γιαρμάδες των ζώων (τροφές από γεωργικά προϊόντα). Τελευταία, την εποχή του 1930 κι ύστερα, είχε αχρηστευθεί σαν μύλος. Οι ανεμοφτερωτές του είχαν τσακιστεί και γκρεμιστεί και οι βαριές μυλόπετρες είχαν ακινητοποιηθεί οριστικά. Το τεράστιο σαν κάστρο κυλινδρικό κτίριό του το χρησιμοποιούσαν για αποθήκη του αμπελιού. Αντί για αλευρωμένα αμπάρια και σακιά, ο ανεμόμυλος τώρα ήταν γεμάτος με κρασοβάρελα και κοφίνια που μύριζαν τσίπουρα.

Ολόκληρο το αμπέλι, μαζί με τον ανεμόμυλο, ο Γιαννάκης Μπίτζιος το δώρισε στον πιστό του αγροφύλακα Ταξιάρχη Παπανικολάου. Λέγεται πως ο Παπανικολάου πολλές φορές, όταν ο Γιαννάκης διέτρεχε ή νόμιζε πως διέτρεχε κίνδυνο απ’ τη συμμορία του Γιαγκούλα και του Μπαμπάνη, τον φύλαγε, τον φυγάδευε ή τον έκρυβε κατάλληλα.

Ο νέος ιδιοκτήτης του μεγάλου αμπελιού κατεδάφισε τον ιστορικό και ενδιαφέροντα ανεμόμυλο μέσα στη δεκαετία του ‘60.

Δίπλα στον ανεμόμυλο, στην άκρη του δρόμου, υπήρχε και πρέπει να υπάρχει ακόμα πέτρινο ορόσημο, σε σχήμα λεπτής τετράγωνης πέτρινης στήλης, χωμένο εξ ολοκλήρου σχεδόν στο έδαφος, σταθερό ξεκίνημα για τοπογραφικές καταμετρήσεις.

Μετά την απελευθέρωση ο Γιαννάκης Μπίτζιος, εγκαταστημένος στη Θεσσαλονίκη, σπάνια επισκέπτονταν το Κίτρος. Το κονάκι έμενε ακατοίκητο και το αγρόκτημα αφέθηκε στην επίβλεψη του διαχειριστή Ευάγγελου Πανταζή και του αδερφού του Βασίλη.

Λίγο πριν τη μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, ο Γιαννάκης Μπίτζιος άρχισε να πουλάει με βιασύνη τα κτήματα του τσιφλικιού του. Πολλοί κολίγοι του Κίτρους αγόρασαν χωράφια. Άλλος λίγα κι άλλος πολλά. Ένα μεγάλο μέρος του τσιφλικιού απαλλοτριώθηκε απ’ το κράτος για την αγκατάσταση των προσφύγων που ήρθαν στα μέρη αυτά απ’ την Ανατολική Ρωμυλία, τον Πόντο κ.λ.π.. Έτσι, το ονομαστό τσιφλίκι του Μπίτζιου διαμελίστηκε και το κονάκι αγοράστηκε απ’ τους αδελφούς Ευάγγελο και Βασίλειο Πανταζή, μαζί με όλο το οικόπεδό του.

Το άλλο κομμάτι του τσιφλικιού της περιοχής Αγιάννη, ύστερ’ απ’ το θάνατο του Λεωνίδα Μπίτζιου περιήλθε στη δικαιοδοσία της Φώτως και του ανεψιού της Μικέ, γιου της Ελένης. Τα τελευταία χρόνια, ό,τι είχε απομείνει απ’ το τσιφλίκι αυτό ήταν γνωστό σαν το κτήμα της Φώτως.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930, τα κάτω δωμάτια του κονακιού του Κίτρους τα χρησιμοποιούσαν οι νέοι ιδιοκτήτες του σαν αποθήκες σιτηρών. Το 1934, όμως, η οικογένεια του Βασίλη Πανταζή το έκανε κατοικία της και το κατοίκησε ως το 1959, οπότε μετοίκησε στη Θεσσαλονίκη.

Με την κατάρευση της Ελλάδας το 1941, οι προελαύνοντες προς νότο Γερμανοί το επίταξαν για ένα μικρό χρονικό διάστημα, όσο κράτησαν και οι μάχες στον Όλυμπο και τα Τέμπη και το έκαναν στρατηγείο τους. Σ’ αυτό εγκαταστάθηκε ο Γερμανός στρατηγός με το επιτελείο του, διοικητής της μονάδας που μάχονταν στον Όλυμπο.

Με την αποχώρηση των Γερμανών και την κάθοδο των ανταρτών του ΕΛΑΣ έγιναν σπασμωδικές και μεμονωμένες προσπάθειες δήμευσης ή κατεδάφισης του κτιρίου. Η μόνη ουσιώδης προσπάθεια που είχε εκδηλωθεί ήταν το 1944, όταν έγινε μια πρόταση κατεδάφισής του και χρησιμοποίησης των υλικών του για την οικοδόμηση του παραπλήσιου 1ου Δημοτικού Σχολείου. Η προσπάθεια, όμως, αυτή ήταν μεμονωμένη και κινούμενη περισσότερο από ιδιωτικές και ιδιοτελείς πρωτοβουλίες, γι’ αυτό και δεν πέτυχε. Έτσι, το κονάκι διασώθηκε. Μόνο που ένα διάστημα εκείνης της περιόδου δεσμεύτηκε ένα μέρος των χώρων του απ’ τις τότε τοπικές οργανώσεις για την αγκατάσταση αναρρωτηρίου και διαφόρων αποθηκών. Η δέσμευση αυτή ήταν μόνο για λίγους μήνες. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας η κατάσταση εκείνη παρήλθε και όλα έληξαν.

Η οικογένεια του Βασίλη Πανταζή έπαψε να κατοικεί σ’ αυτό το 1959, όπως αναφέρθηκε. Από το 1957 ο επάνω όροφος χρησιμοποιήθηκε απ’ τον καθηγητή Παπαδημητρίου σαν ημιγυμνάσιο. Τότε έγιναν κι ορισμένες μικρομεταβολές. Ανοίχτηκε μια δεύτερη πόρτα στο πίσω μέρος και προστέθηκε στην ίδια πλευρά μια σιδερένια σκάλα για την ευκολότερη διακίνηση των μαθητών. Το 1963, ύστερα απ’ το θάνατο του καθηγητή Παπαδημητρίου, το ημιγυμνάσιο έκλεισε και από τότε το κονάκι παραμένει εγκαταλειμμένο κι έρμαιο στις διαβρωτικές επιδράσεις των ανέμων και των καιρικών συνθηκών γενικότερα.

Σήμερα, στο χωριό έχουν την εντύπωση πως το κονάκι ανήκει στους κληρονόμους του Βασίλη Πανταζή και πιο συγκεκριμένα στα δυο του παιδιά, το Θανάκη και το Γιώργο, οι οποίοι και την 20η Φεβρουαρίου 1984 άρχισαν την ολική κατεδάφισή του. Οι κληρονόμοι, όμως, του Ευάγγελου Πανταζή (δηλαδή τα ξαδέρφια τους), όλοι ή μερικοί απ’ αυτούς, ήγειραν κληρονομικές αξιώσεις και με την παρέμβασή τους οι εργασίες κατεδάφισης σταμάτησαν.

Επιπλέον, επενέβησαν και ορισμένες υπηρεσίες, οι οποίες τη δωδέκατη ώρα το είδαν σαν κτίριο με κάποια ιστορική αξία κι ενδιαφέρθηκαν για τη διάσωση και τη διατήρησή του. Τελικά θεωρήθηκε διατηρητέο απ’ το Υπουργείο Πολιτισμού.

Σύμφωνα με πληροφορία ενός απ’ τους κληρονόμους, το κονάκι προσφέρθηκε παλιότερα στην Κοινότητα Πύδνας έναντι ισόποσης έκτασης σε κάποια άλλη περιοχή του χωριού αλλά οι τότε διοικούντες το χωριό δεν δέχτηκαν την πρόταση.

Οι κατεδαφιστές πρόλαβαν και χάλασαν μόνο τη σκεπή. Τώρα, το μεγαλόπρεπο άλλοτε κονάκι παραμένει ξέσκεπο, χωρίς παράθυρα και πόρτες, διάτρυτο και γυμνό, χωρίς αξιοπρέπεια και επιβλητικότητα και χάσκει σαν κουφάρι μέσα στη βροχή και στο κρύο. Στέκεται βουβό στη μοναξιά του πάνω στο λόφο με αγριόχορτα φυτρωμένα στα παράθυρα και στις κορφές των ξέσκεπων ντουβαριών του και δέρνεται απ’ τους απόηχους του παρελθόντος, που αντηχούν ηχηροί και μανιασμένοι στα σωθηκά του κι αντιβουίζουν παράξενα στα ορθάνοιχτα και κρύα δωμάτιά του. Το κονάκι παρατημένο, γυμνό και ολομόναχο, κουρελιασμένο απ’ το χρόνο και την εγκατάλειψη, αναμετρά τις τελευταίες του ώρες. Βουβό συλλογίζεται τις παλιές του καλές μέρες και θυμάται, ποιος ξέρει με τι πόνο, τις ξεχασμένες του τιμές και τις ξεπερασμένες του δόξες.

(Μετά το θάνατο του συγγραφέα Αλέκου Αγγελίδη, κάποιος αγόρασε το κονάκι στην κατάσταση που ήταν και, διαθέτοντας πάρα πολλά χρήματα, όπως έμαθα, το μετέτρεψε σ’ ένα περίφημο οικοδόμημα. Από τη σύζυγό του, Δήμητρα Αγγελίδου).

Αλέκου Αγγελίδη


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Δεν το πιστεύω
    ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΥΡΜΕΛΗΣ Εἶναι φυσικό, σέ τραγικές καί ἐξευτελιστικές γιά την πατρίδα στιγμές πού ἔφεραν στόν τόπο οἱ κακῆ τῆ μοίρα κυβερνῆτες του, νά ψάχνει ἡ μνήμη μας ἀνθρώπους πού ἔδωσαν τή ζωή τους γιά τόν τόπο αὐτό. Πού στέγνωσαν καί ἑκούσια ἀποξήραναν τόν ἐσωτερικό τους κόσμο, τίς ἁπλές καί ἀνθρώπινες χαρές τῆς ἐπίγειας ζωῆς, κι ἀφοσιώθηκαν  κι ἀφιερώθηκαν σέ ἀγῶνες δύσκολους και σκληρούς μόνο καί μόνο νά δοῦν αύτόν τόν πάντα προδομένο τόπο ν΄ἀλλάζει δρόμο καί τρόπο καί βίο. Στή διαιώνια ἱστορία μας ὑπῆρξαν πάντα τέτοιοι ἡγέτες-ἄνθρωποι. Προς τούς ὁποίους προσέτρεχε ὁ λαός σέ στιγμές ἀπελπισίας, τρόμου καί πανικοῦ καί μάλιστα κι ὃταν εἶχαν ἤδη πεθάνει.
  2. Προσωπικότητες της Μακεδονίας
    Μετά αυτή τη σύντομη περιήγηση στο χώρο της Μακεδονίας, περνάμε σε έναν άλλο χώρο, των προσωπικοτήτων της, που προέρχονται από διάφορες πόλεις της και διακρίνονται για τα ποικίλα προσόντα τους. Σε αυτή την αναφορά τηρείται μία χρονολογική πορεία που ξεκινάει τον 5ο αι. με το Στωβαίο Ιωάννη, γραμματικό και συγγραφέα Ανθολογίας της Ελληνικής Γραμματείας. Ακολουθούν δύο άντρες, με το όνομα: Ποσείδιππος, που έζησαν τον 4ο και 3ο αι.
  3. Οι Μακεδόνες - Ε
    ©Πιπίνα Δ. Έλλη (Dr Pipina D. Elles) Sydney, Australia Οι διάδοχοι του Μ. Αλεξάνδρου Τον Περδίκκα (τον αρχαιότερο των στρατηγών του Μ. Αλεξάνδρου που εργάστηκε ολόψυχα για την ενότητα του κράτους το οποίο κληροδότησε στους στρατηγούς του και στους συνεργάτες του, ο Αλέξανδρος, με τον θάνατο του) αντικατέστησε ο Αντίπατρος που πέθανε αποσυρόμε­νος στην Μακεδονία. Ετούτος όρισε ως διάδοχό του τον Πολυσπέρχοντα, αντί του γιου του Κασσάνδρου. Ο Κάσσανδρος όμως αποφάσισε να εκτοπίσει τον Πολυσπέρχοντα. Ήρθε λοιπόν κατά της Μακεδονίας, νίκησε τον Πολυσπέρχοντα στην Πύδνα το 316 π. Χ., συνέλαβε μά­λιστα και καταδίκασε σε θάνατο την Ολυμπιάδα και παν­τρεύτηκε την κόρη της Θεσσαλονίκη[1], την αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου. Ο έκπτωτος Πολυσπέρχων, κατέφυγε στους Αιτωλούς.
  4. Το Μακεδονικό Ζήτημα
    Από το 1870 παρουσιάζονται σερβικές και βουλγαρικές διεκ­δικήσεις επί της Μακεδονίας. Η δημιουργία του IMRO (Internal Macedonian Revolutionary Organisation) από τον Goce Delkev και άλλους πέντε Βουλγάρους, στοχεύει στην εξουδετέρωση εξωτερικών επιδράσεων και στην διάσωση της Βουλγαρικής εθνικότητας (όπως καταθέτει ο Ivan Hadzhinicolov[2]), με την ίδρυση της «Μακεδονίας για τους Μακεδόνες». Στην πραγματικότητα όμως οι Βούλγαροι απέβλεπαν στην μέλλουσα προσάρτηση της Μακεδονίας[3] στη χώρα τους τη Βουλγαρία, παρόμοια όπως είχε συμβεί και με την Ανατολική Ρωμυλία (σύμφωνα με τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου, το 1878).
  5. Οι Μακεδόνες - Δ
    Ο Αλέξανδρος[1], διαδέχτηκε τον πατέρα του Φίλιππο στον θρόνο σε ηλικία είκοσι (20) ετών, ανακηρυχθείς βασιλιάς α­πό τους στρατευμένους Μακεδόνας. Ο Διόδωρος[2] καταθέτει ότι ο Αλέξανδρος από τη μεριά του Φιλίππου ήταν απόγονος του Ηρακλή και από τη μεριά της μητέρας του απόγονος των Αιακιδών. Κληρονόμησε λοιπόν –σύμφωνα με την ελληνική παράδοση και πεποίθηση- σπουδαία φυσική δύναμη και ποιότητες ήθους.
  6. Οι Μακεδόνες - Γ
    ©Πιπίνα Δ. Έλλη (Dr Pipina D. Elles) Sydney, Australia Ο Φίλιππος Αγνώστου - Jastrow (2006), Κοινό Κτήμα, https://commons. wikimedia.org/ w/index.php?curid=640435 Σε ετούτη τη δύσκολη περίοδο για τη Μακεδονία, ανεβαίνει στην εξουσία ο γιος του Αμύντα Γ’, ο Φίλιππος, μόλις 23 ετών. Στην αρχή ορίζεται ως επίτροπος του ανήλικου ανιψιού του, γιου του Περδίκκα.  Σύντομα όμως στέφεται Βασιλιάς ο ίδιος. Υπό τη βασιλεία του  η Μακεδονία γνωρίζει, όσο ποτέ άλλοτε, μεγάλη στρατιωτική και πολιτική ακμή. Ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Παμμένης, διδάσκαλος του Φιλίππου στις Θήβες, την περίοδο που νεαρός (στα δεκαπέντε του) ο Φίλιππος είχε κρατηθεί ως όμηρος και μάλιστα για περισσότερο από δύο χρόνια[1], λέει ότι ο μαθητής του αγά­πησε τον πολιτισμό που γνώρισε στη Θήβα και μελέ­τησε τα στρατιωτικά πράγματα των Θηβαίων. Μετά από τον φόνο του Πτολεμαίου, ο Περδίκκας, αδερφός του Πτολεμαίου, διόρισε τον Φίλιππο διοικητή επαρχίας στην Μακεδονία, όπου εκείνος συγκρότησε και οργάνωσε στρατό, σύμφωνα με τις δικές του γνώσεις και αντιλήψεις. Με αυτόν τον στρατό επιβλή­θηκε εν γένει, στους Μακεδόνες.
  7. Οι Μακεδόνες - Β
    Η μάχη της Χαιρώνειας[1] δεν ήταν το τέλος της Ελληνικής Ιστορίας, όπως μερικοί ιστορι­κοί του 19ου αι. υποστήριξαν, αλλά η αρχή ενός και­νούργιου κεφαλαίου στην Ελληνική Ιστορία. Οι Ελληνιστικοί χρόνοι υπήρξαν για την Ελλάδα η χρονική περίοδος κατά την οποία η Ελληνική γλώσσα υπερβαίνει τα τότε Ελληνικά σύνορα και αποβαίνει «παγκόσμια». Ετούτη την περίοδο έχουμε τη δημιουργία σπουδαίων έργων. Από τον όρο της Αγίας Γραφής[2] «Ελληνισταί», ο Joh Gust. Droysen υιοθετεί και χρησιμοποιεί τους όρους «Ελληνιστικοί χρόνοι» και Hellenismus (Ελληνισμός). Άλλοι τοποθετούν την έναρξη των Ελληνιστικών χρόνων στα μέσα του 4ου αι.[3] Ετούτη η εκδοχή ενισχύεται από τον τάφο του «Petosiris» στην Ερ­μούπολη της Αιγύπτου[4], από τον πάπυρο των «Περσών» του Τιμόθεου στο Abousir-el-Meleq[5] και από το Μαυσω­λείο του Δυνάστη της Καρίας, Μαύσωλο[6].
  8. Οι Μακεδόνες - Α
    Οι Αρχαίοι Μακεδόνες, ανήκουν στα Ελληνικά φύ­λα τα οποία με την κάθοδο των Δωριέων[4], στο τέλος της 2ης π. Χ. χιλιετηρίδας, εγκαταστάθηκαν στο ΒΑ τμήμα της Ελληνικής Χερσονήσου. Οι Μακεδόνες δεν προχώρησαν προς νότο, όπως έκαναν τα υπόλοιπα Ελληνικά φύλα, αλλά παρέμειναν στο τμήμα αυτό της Ελληνικής γης η οποία απέβη η πατρίδα τους και ονομάστηκε από αυ­τούς "Μακεδονία"
  9. Μακεδονία σημαίνει...
    Ο Stephen G. Miller, Επίτιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Berkley, Καλιφόρνια, ΗΠΑ, εξηγεί σε επιστολή του ότι γιατί τα Σκόπια σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ονομάζονται Μακεδονία. Συγκεκριμένα, γράφει ο διάσημος Αμερικανός Καθηγητής προς τον Εκδότη του Archaeology...
  10. Μακεδονικος Αγωνας 1904 -1908
    Διάλεξη στη Μελβούρνη, Αυστραλία, στις 03 Νοεμβρίου 2013. Η διάλεξη διοργανώθηκε από την Ένωση Θεσσαλονικέων "Ο Λευκός Πύργος", την Κοινότητα Ώκλη και Περιχώρων το Ημερήσιο Ελληνικό Κολλέγιο Oakleigh Grammar και την Ελληνική Σχολή Ζήνων Μελβούρνης στο πλαίσιο 29ων γενεθλίων της αδελφοποίησης μεταξύ των πόλεων Θεσσαλονίκης και Μελβούρνης.
  11. Κρουσοβο - Γευγελη
    Θεωρείται ότι το όνομά της έχει κοινή ρίζα με τα «Κρούσια» και προέρχεται από το μακεδονικό όνομα «Κρούσσος». Η ελληνική κοινότητα του Κρουσόβου, βλαχόφωνη στην πλειονότητά της, ήταν μια από τις ανθούσες του βορειομακεδονικού χώρου. Πληθυσμιακά γνωρίζουμε ότι το 1856 το Κρούσοβο είχε 18.000 κατοίκους, κυρίως βλαχόφωνους Έλληνες και λίγους Αλβανούς και Βούλγαρους.
  12. Οχριδα
    Ιδρύθηκε την εποχή του Χαλκού από τον Κάδμο με το όνομα Λυχνίδα ή Λυχνιδός. Πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις και αποτέλεσε, κατά τους ιστορικούς τηΒόρειο Ακρόπολη του Ελληνισμού. Η σύγχρονη πόλη της Αχρίδας βρίσκεται πάνω στα ερείπια της αρχαίας ελληνικής πόλης Λυχνιδού, που η ίδρυσή της τοποθετείται τον 6ο αιώνα π.χ. Στα βυζαντινά χρόνια τη συνατάμε ως Ιουστινιανή.
  13. Στρώμνιτσα
    Η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή έχει αποκαλύψει πλήθος αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων, αγγείων, νομισμάτων, ελληνικών (και λίγων ρωμαϊκών) επιγραφών. Εδώ στην αρχαιότητα υπήρχε η ελληνική πόλη Αστραίον. Στη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο θα συναντήσουμε την πόλη ως Τιβεριούπολη. Στην πόλη αυτή μαρτύρησαν το 362, επί Ιουλιανού, οι «δεκαπέντε μάρτυρες».
  14. Οι Ελληνες στη FYROM
    Η ένταση μεταξύ των δύο χωρών και το ανεπίλυτο πρόβλημα με την οριστική ονομασία της νέας αυτής χώρας, δημιούργησαν εντάσεις και αύξησαν τις προκαταλήψεις και στις δύο πλευρές των συνόρων. Η υποχώρηση του σλαβομακεδονικού εθνικισμού, που εκτιμώ ότι είναι η κύρια πηγή έντασης, και ο έντιμος συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο χώρες...
  15. Οι Αλυκες του Κιτρους
    Στην παραλία του Κίτρους και στην αρχαία θέση Αθεράδα, όπου και το ακροτήριο Αθερίς, εκεί που πιστεύονταν και πιστεύεται ότι υπήρχε το αρχαίο λιμάνι της Πύδνας, υπάρχουν σήμερα εγκαταστάσεις παραγωγής άλατος. Οι Αλυκές.
  16. Το Κονακι του Κιτρους
    Την τελευταία περίπου εκατονταετία της τουρκοκρατίας, το Κίτρος ήταν τσιφλίκι της οικογένειας Μπίτζιου και μεταβιβάζονταν κανονικά απ’ τον πατέρα στο γιο. Σπουδαιότερος και πιο γνωστός απ’ αυτούς ήταν ο Νικόλαος Μπίτζιος ή Νικολάκης, όπως τον έλεγαν, που έζησε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.
  17. Η ιστορια του Ρουπελ
    Η Ιστορία ενός λαού δεν είναι μόνον οι λαμπρές του νίκες και τα φανταχτερά κι ένδοξα κατορθώματά του, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της και τα σφάλματα και οι αποτυχίες του, γι’ αυτό και είναι επιβεβλημένο, τα μελανά αυτά σημεία της ζωής του, όσο σκοτεινά κι αν είναι, να γίνονται γνωστά και να κοινολογούνται ανεπηρέαστα, σαν καθαρώς ιστορικά γεγονότα και να ερευνούνται με το ίδιο ενδιαφέρον, όσο κι εκείνα που τον προβάλλουν σα λαό και λαμπρύνουν το παρελθόν του.
  18. Μακεδονια - Πυδνα και Χριστιανισμος
    Ο Απόστολος Παύλος, στη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας του (52 ή 53 μ.Χ.), προερχόμενος απ’ τη Βέροια και πηγαίνοντας για τη Νότια Ελλάδα, πέρασε, σύμφωνα με την παράδοση, απ’ τη διπλανή Μεθώνη, όπου και επιβιβάστηκε σε πλοίο για την Αθήνα. Από κει «εξαπέστειλαν (αυτόν) οι αδελφοί, πορεύεσθαι ως επί την θάλασσαν»1.
  19. Μακεδονια - Αρχαιο Κιτρος
    Με την κατάκτηση της Μακεδονίας απ’ τον Αιμίλιο Παύλο και τα μέτρα που πήρε το Συνέδριο της Αμφίπολης κι ύστερα απ’ την κατάπνιξη των επαναστάσεων, που επακολούθησαν με τον Ανδρίσκο και τον Αλέξανδρο, η Πύδνα, σαν που υπέστη και τις μεγαλύτερες καταστροφές απ’ τους πολέμους και που αντιμετώπισε πρώτη το οξύ μένος των Ρωμαίων, πέφτει σε οικονομική και κοινωνική στασιμότητα και παρακμή.
  20. Μακεδονια - Επανασταση στην Πυδνα
    ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΟΓΔΟΟ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΥΔΝΑ ΤΟ 148 π.Χ. Τρία χρόνια μετά τη μάχη της Πύδνας, η ρωμαϊκή Σύγκλητος έστειλε αντιπροσώπους της στη Μακεδονία,
  21. Μακεδονια - Αιμιλιος Παυλος και ο θριαμβος
    Ο Αιμίλιος Παύλος γεννήθηκε το 230 ή 229 π. Χ.. Προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια του οίκου των Αιμιλίων. Λέγεται πως ήταν ελληνικής καταγωγής και πως ο πρόγονός του Μάμερκος ήταν γιος του σοφού Πυθαγόρα και ονομάστηκε Αιμίλιος «δια την αιμυλία λόγου και χάριν». Ο Παύλος είχε τύχει καλής μόρφωσης, σύμφωνα με τη ρωμαϊκή και την ελληνική παιδεία κι αγαπούσε τον ελληνικό πολιτισμό. Από μικρός είχε εκπαιδευτεί και στα όπλα κι είχε διακριθεί και στον τομέα αυτό.
  22. Μακεδονια - Πριν τη μαχη της Πυδνας
    Αφού είδαμε περιληπτικά και με μεγάλη συντομία πώς πάτησαν πόδι οι Ρωμαίοι στην Ελλάδα και πώς κατάφεραν να ενισχύσουν και να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους στο έδαφός της, ας δούμε πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα στη Μακεδονία, ύστερα απ’ το θάνατο του Φιλίππου του Ε’ και την άνοδο του Περσέα στο θρόνο.
  23. Μακεδονια - Η Πυδνα 500 - 323 π.Χ.
    Απ’ την ενδοχώρα των Βαλκανίων, την Ιλλυρία και τη Μακεδονία, κατέβηκαν κατά καιρούς οι διάφορες ελληνικές φυλές (Ίωνες, Δωριείς, Πελασγοί κ.λ.π.), οι οποίοι και κατοίκησαν τη Μακεδονία και τη Νότια Ελλάδα. Κι απ’ τις πόλεις πάλι της νότιας Ελλάδας ξεκίνησαν αργότερα κύματα Ελλήνων αποίκων, για να κατοικήσουν τα παράλια του Αιγαίου, της Μεσογείου, του Πόντου κ.λ.π.. Κι άλλοτε μεν έδιωχναν παλιούς κατοίκους ή αφομοίωναν υπάρχοντες βαρβαρικούς οικισμούς, άλλοτε δε ίδρυαν κανούριες πόλεις και δημιουργούσαν νέα κέντρα ζωτικά και αξιόλογα, τα οποία επέζησαν χιλιάδες χρόνια κι έγραψαν μακραίωνη κι ενδιαφέρουσα ιστορία, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ιστορική γενικά εξέλιξη των περιοχών που δέσποζαν.
  24. Μακεδονια - Ο Πρωτος Οικισμος
    Η Πύδνα πιστεύεται πως χτίστηκε κατά τον 8ο ή 7ο π.Χ. αιώνα απ’ τους Ερετριείς της Εύβοιας, όπως και η παρακείμενη Μεθώνη[1]. Υπάρχει πιθανότητα στη θέση της Πύδνας να βρήκαν τότε οι Ερετριείς κάποιον άλλο οικισμό, με το ίδιο ή άλλο όνομα, γύρω απ’ τον οποίο να έχτισαν την καινούρια πόλη τους. Την πιθανότητα αυτή ενισχύουν οι πρόσφατες διαπιστώσεις των αρχαιολόγων, που μελέτησαν το μικρό τύμβο, τον οποίο και εντόπισαν το 1981 στην περιοχή του Παλιόκιτρους. Η κατασκευή του τύμβου αυτού ανάγεται στο τέλος της εποχής του χαλκού και στις αρχές της εποχής του σιδήρου.
  25. Το λιμάνι της Πύδνας
    Η Πύδνα είχε αποκτήσει κατά καιρούς ξεχωριστή δύναμη και ιδιαίτερα την εποχή του Φιλίππου του Β’ είχε τονιστεί πολλές φορές απ’ το Δημοσθένη, το μεγάλο ρήτορα των αιώνων, η ζωτικότητά της και η μεγάλη σημασία της, σ’ ότι αφορούσε την ισορροπία των δυνάμεων στον τότε Ελλαδικό και στο Μεσογειακό γενικότερα χώρο. Κι όλη αυτή η διάκριση και η σπουδαιότητα της Πύδνας οφείλονταν στον πλούτο της, στη γεωγραφική της θέση και περισσότερο στο ζωτικής σημασίας λιμάνι της.
  26. Μακεδονία - Μετά τη Μάχη της Πύδνας
    Αμέσως μετά την εκπόρθηση της Πύδνας, ο Αιμίλιος Παύλος έστειλε πρέσβεις του στη Ρώμη, για να αναγγείλουν την περήφανη νίκη του στη Σύγκλητο. Η αντιπροσωπεία αυτή αποτελούνταν από τρεις αξιωματικούς του με επικεφαλής το Μέτελλο. Λίγες μέρες πριν απ’ την τελική νίκη του Αιμιλίου, κυκλοφόρησε φήμη στον ιππόδρομο της Ρώμης, ότι οι Ρωμαίοι νίκησαν τον Περσέα στη Μακεδονία. Το πράγμα, όμως, πέρασε σαν ένας φευγαλέος ψίθυρος και ξεχάστηκε, γιατί δεν υπήρχε συγκεκριμένη πληροφορία. Παρ’ όλα αυτά, ο λαός έτρεξε στους ναούς και πρόσφερε θυσίες και θυμιάματα στους βωμούς, παρακαλώντας τους θεούς να βγάλουν αληθινές αυτές τις φήμες.
  27. Μακεδονικό Πρόβλημα - μέρος β'
    Κι εδώ, ο ρόλος των σλαβόφωνων Ελλήνων, που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και ήρθαν στην Αυστραλία με ελληνικά διαβατήρια κι αρνούνται τώρα την πατρίδα τους, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Όλα αυτά είναι εκείνα που, προβαλλόμενα κατάλληλα, συγκινούν ως ένα βαθμό τη διεθνή κοινή γνώμη, η οποία και θα πρέπει να μας ενδιαφέρει περισσότερο. Το όνομα δε Μακεδονία, Μακεδόνες κλπ., φέρνει ακόμα στη μνήμη του πολύ κόσμου του εξωτερικού, που δεν γνωρίζει ιστορικές λεπτομέρειες και αρχαιολογικές, εθνολογικές και γλωσσολογικές ιδιαιτερότητες
  28. Μακεδονικό Πρόβλημα - μέρος α'
    Το Μακεδονικό ζήτημα, όπως είναι γνωστό στις μέρες μας, είναι ένα παρακλάδι ή παράγωγο, κατάλοιπο του μεγάλου Ανατολικού Ζητήματος, του οποίου η αρχή ή καλύτερα η διπλωματική του διατύπωση πάει 140 χρόνια πίσω. Οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Ρωσία και Αυστρία εποφθαλμιούν τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία αρχίζει να καταρρέει και κάθε μια απ’ αυτές ετοιμάζεται και προσπαθεί, με την πτώση του σουλτάνου, να ιδιοποιηθεί, όχι μόνο το πιο μεγάλο αλλά και το πιο ζωτικό τμήμα της καταρρέουσας αυτοκρατορίας.
  29. Η Μαχη της Πυδνας
    Η μάχη της Πύδνας είναι ένα σημαντικότατο ιστορικό γεγονός, γιατί η έκβασή της σημάδεψε βαθιά την πορεία της ανθρωπότητας. Επέδρασε ουσιαστικά στην εξέλιξη του κατοπινού κόσμου κι επηρέασε ανεπανόρθωτα τα βήματα και το μέλλον της φυλής μας. Εδώ, στα χώματα τα δικά μας, στις ρεματιές και στους λόφους της Πιερίας, που ανεβοκατεβαίνουμε κάθε μέρα εμείς αδιάφοροι και από άγνοια, πριν από 2152 χρόνια συγκρούστηκαν δυο κόσμοι...