Καππαδοκικός χορός Αγίου Βασιλείου

Ο χορός αυτός χορεύονταν στα χωριά της περιοχής των Φαράσων  προς τιμην του Αγίου Βασιλείου για αυτό άλλωστε και ονομάστηκε Αγιοβασιλιάτικος. Παραμονή της εορτής του Αγίου, μαζεύονταν κατά ομάδες προτού ξημερώσει, από τα ελληνικά χωριά των Φαράσων (Σατί , Αφσάρι , Κίσκα , Πες καρτάς, Τσουχούρι, Βαρασό) στο κεφαλοχώρι της περιοχής…

[vsw id=”rgTtZoPABFE” source=”youtube” width=”660″ height=”460″ autoplay=”no”]

Από την εκδήλωση στην αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  στις 29/5/2011 «Θυμάμαι και Στηρίζω». Τον χορό παρουσίασε  ο  χοροδιδάσκαλος Βασίλης Σιδηρόπουλος με το καππαδοκικό τμήμα του πολιτιστικού συλλόγου  Πετρανών Κοζάνης και  με τον πολιτιστικό σύλλογο  Φαρασιωτών Βαθυλάκου Κοζάνης το “Τσουχούρι”. Τον χορό τραγούδησε ο Κασούρας Βασίλης(ούτι-σάζι), Θεοδωράκης Δημήτρης(βιολί), Κωφίδης Τάσος(κρουστά)

Ο χορός του Αγίου Βασιλείου ανήκει στην κατηγορία των τελετουργικών χορών. Αποτελείται από τέσσερα  μέρη:

  • Το ράδιασμα
  • το έμωσμα
  • τα άνοιγμα και
  • το πέταμα ή χοπλάιμα.

Ο χορός αυτός χορεύονταν στα χωριά της περιοχής των Φαράσων  προς τιμην του Αγίου Βασιλείου για αυτό άλλωστε και ονομάστηκε Αγιοβασιλιάτικος .

Παραμονή της εορτής του Αγίου, μαζεύονταν κατά ομάδες προτού ξημερώσει, από τα ελληνικά χωριά των Φαράσων (Σατί , Αφσάρι , Κίσκα , Πες καρτάς, Τσουχούρι, Βαρασό) στο κεφαλοχώρι της περιοχής, τον Βαρασό  για να ανηφορίσουν ψηλά σε ένα σπήλαιο όπου βρισκόταν το εξωκλήσι του Αγίου Βασιλείου.

Το εξωκλήσι αυτό βρισκόταν κοντά στην μεγάλη γέφυρα του Ζεμάντη ποταμού μέσα σε μια μικρή σπηλιά . Μπροστά  υπήρχε ένα πλάτωμα κατάφυτο απο ιτιές και πλατάνια ,όπου εκεί μαζεύονταν τα πλήθη των πανηγυριστών .

Μαζί τους εκτός από τις αναμμένες λάμπες που είχανε  για να βλέπουν στο πυκνό σκοτάδι, έπαιρναν μαζί τους και  τρόφιμα. Αξιοσημείωτο είναι πως αρκετοί, είχαν μαζί τους  και όπλα όπου κάθε τόσο έριχναν στον αέρα,  δημιουργώντας κατάσταση έντονης χαράς και ευφορίας. Θα πρέπει να πούμε επίσης, πως αυτή η ελευθερία στη χρήση των όπλων, μα και της δυνατότητας  των Φαρασιωτών να οπλοφορούνε , συνέβαινε διότι σε αυτά τα καθαρά αμιγώς ελληνικά χωριά, οι Τούρκοι δεν ζύγωναν εύκολα  .

Στο Όρος του  Αντίταυρου, σε  υψόμετρο 1700 μέτρων οι ρωμιοί εκεί ζούσανε σα να βρισκόταν στην Ελλάδα . Η πίστη τους μα και η λεβεντιά τους υπήρξε σημείο αναφοράς για ολόκληρη την Καππαδοκία. Το βράδυ λοιπόν της παραμονής, έπαιρναν τον  δρόμο για το ξωκλήσι κατά ομάδες , άλλοι με τα ζώα και άλλοι με τα πόδια , κρατώντας μεγάλα ραβδιά και τραγουδώντας στην Φαρασιώτικη διάλεκτο << Χυτάτε να υπάμε σον Έη Βασίλη >>  δηλαδή τρέξτε να πάμε στον Άη Βασίλη .

Σε όλη την διαδρομή τραγουδώντας, χορεύανε σε σειρά , μπαίνοντας ο ένας πίσω από τον άλλο. Με αυτό τον τρόπο τιμούσαν τον Άγιο, εφαρμόζοντας την προτροπή του ψαλμωδού Δαβίδ ,  αινείτε τον Θεό εν χορδές και οργάνοις .

Όταν έφταναν στο εξωκλήσι άναβαν τα κεριά που έφερναν μαζί τους, προσεύχοντα  και ξεκουράζονταν . Μετά από δυο τρεις ώρες έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού. Όλος ο δρόμος ήταν γεμάτος από παρέες που άλλες πήγαιναν στον Αη Βασίλη και άλλες γύριζαν στο χωριό . Ούτε το χιόνι μα ούτε και το τσουχτερό κρύο μπορούσε να ματαιώσει το προσκύνημα στον Άγιο.

Τα λόγια του τραγουδιού είναι τα εξής:

Χιτάτε να υπάμε σον Εη Βασιλη                     τρέξτε να πάμε στον Αη Βασίλη
Να κρεμάσουμε τα κράτε σό σίδι.                   Να κρεμάσουμε τα κρέατα στην ιτιά.

Εσυρεν τσαί δότσεν τσαί ά γεσίλι                   πυροβόλησε  και χτύπησε μια αγριόπαπια
Τε χτές την εβίτσα σον Έη βασίλη.                  Εχθές το βράδυ στον Αη Βασίλη.

Τσάλτεν τσούβρεν τσαι μασαίρι ντα φσάξη     Έψαξε και δεν βρήκε μαχαίρι να σφάξη
Έφσαξεντα τσαί μο τον κοδευτήρι .                   και την έσφαξε με το κλαδευτήρι .

Κυρία ‘λεημόν , Κυρία ‘λεησον                          Κύριε ελέησον , Κύριε ελέησον
Βαι Παναγιά μου Θεοτόκο , Κυρία ‘λεημόν        Βαι Παναγιά μου , Κύριε ελέησον.

Το ποτάμι σον Κότσορο ‘υρίστει                       Το ποτάμι τον Φλεβάρη πίσω γύρησε
έν κατινό του Χριστενού η πίστη .                     καθαρή είναι του Χριστιανού η πίστη.

Μπύρτ’το φουρνό τσαι ποίτσε με  ά χρεία         Άναψε τον φούρνο κάνεμε μια ανάγκη
Γω  πόψα πααίνω σην Έ – Σοφία .                   απόψε πηγαίνω στην Αγια Σοφία .

Τοής κα μυράν τσαι του τεφνέ τα φύα                τι ωραία μυρίζουν τα δαφνόφυλλα
Γω πόψα πααίνω σην Ε – Σοφία .                      απόψε πηγαίνω στην Αγια Σοφία.

Αες Γιώρκης τα’Αες Δρημήτ είντα’αρά.            Αη Γιώργης και Αη Δημήτρης είναι ζωντανοί
Σου Χριστού την εικόνα έχουν φτερά .            στην εικόνα του Χριστού είναι φτερωτοί .

Οι πηγές μου για την λαογραφική ανάλυση του χορού υπήρξαν:

Συλλογή πληροφοριακού υλικού Λάζαρου Κελεκίδη . <<Τα Φάρασα της Καππαδοκίας μνήμες Φαρασιωτών γερόντων. Προφορική περιγραφή από τον κ Αντρέα Κωνσταντινίδη καταγόμενου από το Τσουχούρ των Φαράσων .

Γέροντος Παισίου Αγιορείτου <<Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης>>

Βασίλης Σιδηρόπουλος
Ερευνητής Καππαδοκικής Λαογραφίας
Δάσκαλος Καππαδοκικών Χορών

Αρτάκη – Μνημεία Λόγου

Λουκία και Δέσποινα χορεύουν Κουτάλια
Λουκία και Δέσποινα χορεύουν Κουτάλια

Τραγούδια

Στη συλλογή εδώ παρουσιάζονται έξι τραγούδια κυρίως των προσφύγων απ’ την Αρτάκη. Είναι παρμένα από το βιβλίο του Σωτήρη Σαπουντζή και της Ευανθίας Φ. Ζουμπουρλή με τίτλο “Σήμαντρα“. Η συλλογή αυτή λαογραφικού υλικού των Αλησμόνητων Πατρίδων Μικράς Ασίας έχει λάβει Έπαινο από την Ακαδημία Αθηνών το 2010.

Η λεμονιά

Σ’ ένα περιβολάκι μέσα μπαίνω
με δάφνες με μυρτιές περιπλεγμένο.
Με δάφνες με μυρτιές με κυπαρίσσια,
τρέχουν τα μάτια μου δάκρια περίσσεια.
Βλέπω μια λεμονιά μέσα στη μέση,
χαμολυγούσε απ’ τον καρπό να πέσει.
Τούτη η λεμονιά λεμόνι ένα,
‘κείνη μου λέει τα ‘χει άλλος μετρημένα.
Τούτη η λεμονιά λεμόνια δύο,
‘κείνη μου λέει τα έκαψε το κρύο.

Θυμήσου λεμονιά πως θα γεράσεις,
να ‘ρθει ο καιρός να κιτρινοφυλλιάσεις.
Να μαραθούν τα δροσερά σου φύλλα
και να καεί (η) καρδούλα σου ρε σκύλα.

Συρτός. Το τραγουδούσαν και χόρευαν και χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων.
Αφηγητής: Μουδρουβάνος Δημήτριος (μπάρμπα Δημητρός)
Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 1996

Ο μπάρμπα Δημητρός για τα τραγούδια και τους χορούς στην Αρτάκη λέει στην συνέντευξη πως τραγουδούσαν και χόρευαν στα σπίτια. Οι χοροί ήταν συρτοί, ζεϊμπέκικοι και καρσιλαμάδες. Καρσιλαμάδες χόρευαν άντρες και γυναίκες μαζί, συνήθως αντρόγυνα ή αδέλφια μεταξύ τους.

Σοϊλέ μποϊλέ(*)

Τα μάτια σ’ είναι το γλυκό, σοϊλέ μποϊλέ,
τα φρύδια σου μπαλκόνι, σοϊλετζέ μποϊλετζέ,
καρα νίκτιρ μπουγιετζέ.

Τα’ αγγελικό σου το κορμί, σοϊλέ μποϊλέ,
εμένα θανατώνεις, σοϊλετζέ μποϊλετζέ,
κανανά σελάμ σοϊλέ.

Ανάμεσα στα φρύδια σου, σοϊλέ μποϊλέ,
Και μέσα στο τσατμά σου, σοϊλετζέ μποϊλετζέ,
καρα νίκτιρ μπουγιετζέ.

Θε’ να βαπτίσω ένα παιδί, σοϊλέ μποϊλέ,
Να βγάλω τα’ όνομά σου, σοϊλετζέ μποϊλετζέ,
ανανά σελάμ σοϊλέ.

Και το παιδί το βάφτισα, σοϊλέ μποϊλέ,
Κι έβγαλα τα’ όνομά σου, σοϊλετζέ μποϊλετζέ,
ανανά σελάμ σοϊλέ.

Ούτε στα νιάτα σ’ έμοιασε, σοϊλέ μποϊλέ,
Ούτε στην εμορφιά σου, σοϊλετζέ μποϊλετζέ,
καρα νίκτιρ μπουγιετζέ.

Συρτός.
Αφηγητής: Μουδρουβάνος Δημήτριος (μπάρμπα Δημητρός)
Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 1996

(*) Ο τίτλος είναι αυθαίρετα διαλεγμένος από τον καταγράφοντα, λόγω της περιοδικής επαναλήψεώς του στους στίχους του τραγουδιού.

Στον Άδη θα κατέβω

Στον Άδη θα κατέβω, (στον Άδη θα κατέβω),
(στον Άδη θα κατέβω), και στην Παράδεισο,
(ωχ, και στην Παράδεισο.)
Το χάρο ν’ ανταμώσω, δυο λόγια να του πω.
Δυο λόγια της αγάπης, να παρηγορηθώ.
Χάρε μου χάρισέ με, σαΐτες κοφτερές,
να πάω να σαϊτέψω, δυο τρεις μελαχρινές.
Πο(υ) ‘χουν στα χείλη βάμμα, στο μάγουλο ελιές.
Πο(υ) ‘χουν και μεσ’ στα στήθια, δυο τρεις πορτοκαλιές,
που κάνουν πορτοκάλια, το χρόνο τρεις φορές
και τρων τα παλικάρια, κι ανοίγουν οι καρδιές.

Αφηγητής: Μουδρουβάνος Δημήτριος (μπάρμπα Δημητρός)
Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 1996

Οι επαναλήψεις τμημάτων μέσα σε παρενθέσεις στον πρώτο στίχο έχουν να κάνουν με το μουσικό μέρος του τραγουδιού και όχι με το ποιητικό, γι αυτό δεν τίθενται στους επόμενους στίχους.

Χρυσό μου καναρίνι

Ξύπνα και μην κοιμάσαι χρυσό μου καναρίνι,
σήκω κι από την κλίνη ν’ ακούς πως τραγουδώ. (1)
Σηκώνομ’ ο καημένος σαν παραπονεμένος
και τ’ άρματά μου βάζω πάγω να κυνηγώ.
Λαγούς, περδίκια να ‘βρω πουλάκια να σκοτώσω
κι εσένα να λυτρώσω κορμί μ’ αγγελικό.
Στο δρόμο που πηγαίνω ψιλή βροχή με πιάνει (2)
πολύ μου κακοφάνει πουλί μ’ αγγελικό.
Εκεί βλέπω ένα πύργο που λάμπει σαν τον ήλιο
πουλί καθόταν(3) πάνω και γλυκοκελαηδεί.
Μα ο κελαϊδισμός του με φαίνεται πως λέει:
Χαρείτε σεις οι νέοι που ‘χετε τον καιρό.
Χαράν, χαράν χαρείτε καιρόν μην καρτερείτε
γιατί ο καιρός διαβαίνει και δεν ξαναγυρνά. (4)
Έτσι κι εγώ θα σβήσω, χρυσό μου καναρίνι
μαραίνομαι σαν άνθη και λειώνω σαν κερί.

Καθιστικό.
Αφηγήτρια: Μπαλλή Θωμαή
Ημερομηνία: Καλοκαίρι 1998

(1) Ο δεύτερος στίχος κάθε στροφής επαναλαμβάνεται στο τραγούδι.
(2) Η αφηγήτρια όταν τραγούδησε επανάλαβε αυτόν το στίχο.
(3) Στην επανάληψη έβαλε τη λέξη «κάθεται» αντί της λέξης καθόταν.
(4) Στην επανάληψη έβαλε την φράση «δεν γυρίζει πια».

 

Ακροστιχίδα (Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ) – συρτός

Άλφα θέλω ν’ αρχινήσω, ταίρι μου να σ’ αγαπήσω.
Βήτα, βέβ(α)ια σου λέγω, ότι να σε πάρω θέλω.
Γάμα, γίνουμε κουμάτια, για τα δυο σου μαύρα μάτια.
Δέλτα, δε σου φανερώνω, της καρδούλας μου τον πόνο.
Έψιλον, εψιλόν μου κυπαρίσσι, με τα σένα έχω κλείσει.
Ζήτα, ζώνουμε στα φίδια, για τα δυο σου μαύρα φρύδια.
Ήτα, ο ήλιος εχάνθει, κι η καρδούλα μου μαράνθει.
Θήτα, θα σου κάμω ταίρι, όμορφό μου περιστέρι.

Αφηγήτρια: Μπαλλή Θωμαή
Ημερομηνία: Καλοκαίρι 1998
66

Μια συννεφιασμένη μέρα (ο Νίκος του Αθηνόδωρου ο γιος)

Μια συννεφιασμένη μέρα και μια σκοτεινή βραδιά,
πήρε η θάλασσα το Νίκο να τον κάνει συντροφιά (δις).
Μαύρη ήταν η βαρκούλα κι άσπρα ήταν τα πανιά,
η βάρκα ήρθε πάνω κάτω και πνιγήκαν δυο παιδιά.
Αχ, ο ένας ήτανε ο Νίκος του Αθηνόδωρου ο γιος,
τ’ άλλο ήταν αρμενάκι, στην εμορφάδα ξακουστό.
Ο Αθηνόδωρος φωνάζει, τάζει λίρες εκατό
για να βγάλουνε το Νίκο ζωντανό απ’ το γιαλό.
Κι η μητέρα του φωνάζει γκιρμιτζάκια τρέξετε
για να βγάλετε το Νίκο και να με το φέρετε.
Αχ, η θάλασσά χτυπάει τα ……(1) και θολώνει το νερό.
Για το Νίκο μου να βγάλτε για κι εγώ θα σκοτωθώ.
Για το Νίκο μου να βγάλτε ζωντανόν απ’ το νερό.
(2) Αχ θάλασσα το αλμυρό σου το νερό,
αχ, θάλασσα τον κακό σου τον καιρό.
Θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, θάλασσα φαρμακερή, (δις)
εσύ που κάνεις το νησί μας πάντα μαύρα να φορεί (δις).
Αχ, θάλασσα ……
Όσα βάσανα κι αν έχει(ς), πάντα ο ναύτης δεν μπορεί,
να χαρεί δίχως εσένα τη ζωή του μια στιγμή (δις).
Αχ θάλασσα το αλμυρό σου το νερό,
αχ, θάλασσα τον κακό σου τον καιρό.
Θάλασσα τα κοριτσάκια, θάλασσα παρακαλώ, (δις)
μην τα κάνεις τα καημένα πάντα μαύρα να φορούν (δίς).

(1) Λέξη απροσδιόριστη κατά την απομαγνητοφώνηση. Πιθανόν «βόλια» από τα βότσαλα της θάλασσας.
(2)
Αμέσως μετά το αφηγηματικό μέρος του τραγουδιού ξεκινά σε πιο γνωστή μελωδία πιθανόν άλλο τραγούδι για τη θάλασσα.