Το Καλλιό (τουρκικά Κράτσκιοϊ)

Το Καλλιό[1] της Ανατολικής Θράκης (τώρα λέγεται και Esenyurt ή Eskinoz), ήταν ένα καθαρά ελληνικό αγροτοκτηνοτροφικό χωριό. Το όνομά του βρίσκεται γραμμένο με τέσσερις τρόπους: Καλλιό, Καλλιώ[2], Καλιό, Καλιώ. Χρησιμοποιώ τη γραφή “Καλλιό”[3], γιατί  έτσι έγραφαν το χωριό τους ο πατέρας μου και οι άλλοι Καλλιώτες. Μόνο στη δοτική πτώση έγραφαν το όνομα του χωριού τους με ω:  Καλλιώ (=Εν Καλλιώ) . . . (ημερομηνία)”, π.χ. “Καλλιώ 3 Απριλίου 1912″

Καλλιό (Κέντρο του χωριού).. Η "Μεσιά βρύση" με τη χαβούζα
Καλλιό (Κέντρο του χωριού).. Η "Μεσιά βρύση" με τη χαβούζα

Το Καλλιό βρίσκεται δυτικά της Κωνσταντινούπολης (32 χλμ.), πάνω σε ύψωμα, ανάμεσα στις λίμνες Μπουγιούκ και Κιουτσούκ Τσεκμετζέ και ανάμεσα στα χωριά Τσεκμετζέ (6 χλμ.), Τας-Αγίλ και Τσακμακλί. Ήδη εντάχθηκε στο σχέδιο του  πολεοδομικού συγκροτήματος της Κωνσταντινούπολης.

Η περιοχή γύρω από το Καλλιό είναι πεδινή, ελαφρά λοφοειδής και πολύ παραγωγική. Το κλίμα της είναι εύκρατο και υγιεινό.

Στο κέντρο του χωριού βρισκόταν η πλατεία με τη “Μεσιά βρύση” και τη μεγάλη χαβούζα, από την οποία ποτίζονταν τα μεγάλα ζώα. Η πλατεία ήταν πλακοστρωμένη (καλντερίμι). Πλακστρω- μένος ήταν και ο κεντρικός δρόμος από την νότια είσοδο του χωριού μέχρι την εκκλησία και το σχολείο. Στο ανατολικό μέρος βρισκόταν η Κάτω βρύση και στο νότιο μέρος, στην είσοδο του χωριού, εντυπωσίαζε η μαρμάρινη βρύση “Χήνα” ή “Χηνιά βρύση” με ανάγλυφη μια χήνα πάνω από τον κρουνό της.

Λίγο έξω από το χωριό, νοτιοανατολικά, βρισκόταν το αγίασμα του Αγίου Παντελεήμονα. Στη γιορτή αυτού του Αγίου (27 Ιουλίου) πανηγύριζε το Καλλιό. Σ’ αυτό μάλιστα το πανηγύρι συμμετείχαν και πολλοί από τα γειτονικά χωριά, που εκτός των άλλων απολάμβαναν και το νοστιμότατο κουρμπάνι, που πρόσφερε η οικογένεια του Καραγιάνκου. Το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα μεταφέρθηκε από το Καλλιό και στη νέα πατρίδα, τα Άθυρα, όπου πανηγύριζαν και πανηγυρίζουν όλοι μαζί οι Αθυριώτες.

Βορειοανατολικά, πέρα από το νεκροταφείο του χωριού, ήταν και το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής.

Οι πρόσφυγες από το Καλλιό έφεραν μαζί τους, εκτός των άλλων εικόνων, και τον πολιούχο του χωριού τους" Άγιο Γεώργιο". Η εικόνα κομμένη στα δύο, για τη μεταφορά της.
Οι πρόσφυγες από το Καλλιό έφεραν μαζί τους, εκτός των άλλων εικόνων, και τον πολιούχο του χωριού τους" Άγιο Γεώργιο". Η εικόνα κομμένη στα δύο, για τη μεταφορά της.

Το Καλλιό, χωριό χριστιανοορθόδοξο, το 1859 είχε 38 οικογένειες και 220 άτομα, το 1906  80[4]  οικογένειες . Σύμφωνα με προφορική παράδοση, ανάμεσα σ’ αυτές τις πιο παλιές οικογένειες του χωριού, ήταν αυτές με τα επώνυμα Θεοχαρίδης και Ριζόπουλος, ενώ από τις τελευταίες που εγκαταστάθηκαν στο Καλλιό ήταν οι οικογένειες Τακαβάκογλου. Το 1924 το Καλλιό είχε γύρω στις 175 οικογένειες και πληθυσμό 800 – 900 άτομα. Δηλαδή από το 1859 ως το 1924, σε 60 χρόνια, ο πληθυσμός του αυξήθηκε κατά 4,5 φορές. Το γεγονός εντυπωσιάζει, παρ’ όλο που η γεννητικότητα των Ελληνίδων τότε ήταν γενικά υψηλή. Η μεγάλη αυτή αύξηση του πληθυσμού στο Καλλιό πρέπει να οφείλεται και σε εγκατάσταση οικογενειών που ήρθαν στην Ανατολική Θράκη από τη Βόρεια Θράκη (Ανατολική Ρωμυλία) και από άλλα χωριά της περιοχής.

Διοικητικά το Καλλιό υπαγόταν στην υποδιοίκηση (καζά) Κιουτσούκ Τσεκμετζέ, της Γενικής Διοίκησης Τσατάλτζας (Μετρών), ενώ εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Δέρκων, που είχε 44 χωριά και απλωνόταν από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη λίμνη του Αθύρα και από τον Εύξεινο πόντο μέχρι την Προποντίδα.

Οι Καλλιώτες βα σικά ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Καλλιερ- γούσαν σε δικά τους (όσοι είχαν) χωράφια σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, κουκιά, καπνά, ρεβίθια, φακές, σουσάμι, σπάρ- το (από το οποίο γίνονται οι σκούπες) πεπόνια, αμπέλια κ.ά. Δούλευαν όμως και στα τσιφλίκια των μπέηδων, στα οποία καλλιεργούνταν τα ίδια γεωργικά προϊόντα. Πολλά (400) στρέμματα χωράφια είχαν οι Θεοχαρίδηδες, οι οποίοι γι’ αυτό εκλέγονταν και μουχτάρηδες[5]. Τελευταίος μουχτάρης στο Καλλιό ήταν ο Δημήτριος Θεοχαρίδης. Μεγάλος τσιφλικάς στο Καλλιό ήταν και ο Έλληνας   Όπρογλου (Οπρόπουλος) από το χωριό Αρσού[6] (Αναρσάκιοϊ).

Οι κτηνοτρόφοι έτρεφαν λίγα πρόβατα και οι τσεφτσήδες (ζευγίτες) διατηρούσαν βόδια, αγελάδες ή βουβάλες. Με τα ζώα αυτά (σε δυο, τρία, τέσσερα και πέντε ζευγάρια και με μεγάλο ξύλινο αλέτρι) όργωναν τα χωράφια τους καθώς και τα χωράφια που νοίκιαζαν από τους τσιφλικάδες. Έτρεφαν επίσης τις αγελάδες και τις βουβάλες για  το γάλα και το κρέας τους (οικόσιτη κτηνοτροφία). Οι κτηνοτρόφοι δούλευαν και στα κοπάδια των τσιφλικάδων.

Οι Καλλιώτες ταξίδευαν και μετέφεραν τα γεωργικά προϊόντα τους στην Κωνσταντινούπολη με αλογόκαρα.

Συμπληρωματικά στη γεωργία και στην κτηνοτροφία, ορισμένοι Καλλιώτες διατηρούσαν καταστήματα ή ασχολούνταν με άλλα επαγγέλματα:

Kαροποιείοξυλουργείο είχε ο Γεώργιος Θεοχαρίδης. Ως ξυλουργός εξυπηρετούσε το χωριό και ο Θωμάς Θεοχαρίδης  (παππούς του γρά- φοντος), που έφτια- χνε για τους συντο- πίτες του γεωργικά εργαλεία, οικιακά σκεύη και κάθε είδους ξύλινες κατά- σκευές.

 Καφενείο είχαν οι γιοι του Γεωργ. Θεο- χαρίδη Χρήστος και Δήμος, ο Καραγιο-γάννης ή Καραγιάν- κος ή Καραγιάννης και ο Τακαβάκογλου Παντελής.

Κουρείο είχε ο Αντωνιάδης Γεώργ.

Κρεοπωλείο είχε ο Μάνογλου Περικλής,

Λαχανόκηπους (μπαχτσέδες) καλλιεργούσαν ο Απόστολος Χριστάκογλου και ο Ασημάκης Αλεξιάδης,

Μύλους (αερόμυλους ή υδρόμυλους) δούλευαν οι: Ιγνάτης Βασ., Βελκόπουλος Ληγόρης (Γρηγόρης) και Κλήνος, ο Πάνογλου ή Πάνου Αγγελής, και ο Τακαβά- κογλου Κων/νος,

Φούρνους διατηρούσαν ο Απόστολος Χριστάκογλου, ο Ληγόρης Βελκόπουλος και ο Κωστής Τακαβάκογλου,

Παντοπωλείο – καφενείο είχε ο Σωτήρης Χριστάκογλου, που μίσθωνε το κατάστημα της Κοινότητας,

Υποδηματοποιείο διατήρησε, για λίγα χρόνια, ο πατέρας του γράφοντος, Διονύσης Θεοχαρίδης.

Οι Καλλιώτες μιλούσαν τη δημοτική νεοελληνική γλώσσα, αυτήν που μιλούσαν οι Έλληνες και στην Κωνσταντινούπολη και στα περισσότερα μέρη της Ανατολικής Θράκης. Φορούσαν ενδυμασία ευρωπαϊκή και τα έθιμά τους, τα τραγούδια τους και οι χοροί τους ήταν αυτά των Ελλήνων Κωνσταντινουπολιτών.

Παρ’ όλη την ανέχειά τους, οι Καλλιώτες με δικά τους χρήματα και προσωπική εργασία είχαν χτίσει ωραία εκκλησία, του Αγίου Γεωργίου, στο βόρειο μέρος του χωριού. Είχαν φτιάξει επίσης ωραίο σχολείο, του οποίου τα εγκαίνια έγιναν στις 3 Απριλίου 1912[7]. Ως τότε το σχολείο λειτουργούσε σε “κοινοτικούς” χώρους που διέθετε η “Κοινότητα”. Η αμοιβή του δασκάλου (και ψάλτη της εκκλησίας) ήταν 24 λίρες Τουρκίας το χρόνο. Αυτά τα χρήματα προέρχονταν από το ενοίκιο του κοινοτικού χανίου και το περίσσευμα του εκκλησιαστικού ταμείου.

Από τους Τούρκους οι Καλλιώτες υπέφεραν πολλά κακά, προ πάντων μετά το 1912.

Στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου υπέφεραν από πείνα: “Με τα γαλέντζια, παιδιά από το Καλλιό (ένα από κάθε οικογένεια) πήγαιναν κάθε μέρα στον Τσεκμετζέ να πάρουν το ψωμί, 50 δράμια κατ’ άτομο, που χορηγούσαν με το δελτίο οι Σύμμαχοι. Το ψωμί το ζϋμωνε, το έψηνε και το μοίραζε ο φούρναρης Ιωάννης Γιαγκάκης. Και τι ψωμί ήταν εκείνο! Το έκαμνε με σκουπόσπορο και λίγο πάσπαλιε” (Δ. Σαμψώνης).

Από το 1922 κι ώσπου να φύγουν (το 1924) ληστεύονταν, τρομοκρατούνταν και βασανίζονταν από τους Τσέτες. Η Ευριπία Ζορμπά διηγείται:

   “Ήρταν οι Τσέτες. Πήραν το μπαρμπα-Χρήστο το Ντεβετζή (τον πατέρα του Μιχάλ’). Πήγαν στο μαγαζί του Χρήστου (Θεοχαρίδη). Ο Ντεβετζής ο Χρήστος είχε κόρη τη Θεοδώρα. Την πήραν οι Τσέτες και την πήγαν στο καφενείο. Τα λεφτά ή την κόρη σ’! (Και ο Έλληνας μαζί, ο προδότης). Επειδή δεν είχε να δώσ’ του παίρνουν το κορίτσ’. Θεοδώρα τη λέγανε. Πλάληξε (=έτρεξε) ο άνθρωπος. . . και τις έδωκε λεφτά. . . Δεν το πείραξαν το κορίτσ’  Με λεφτά την απελευθέρωσε.

   Πααίνε στη γριά την Κούκαινα. Την πιάνε τη γυναίκα απ’ τα μαλλιά. Λήγορα τα λεφτά. Είχε λεφτά τότε η Κούκαινα, η γριά. Την παίρνουν τη γυναίκα. Τα λεφτά, τα λεφτά. Πααίν’ αυτή μέσα. Τα είχε μέσα στην κοπριά παραχωμένα, τα δίν’, την αφήνε.

   Η γιαγιά μ’ η σχωρεμέν’, Μαριγώ τη λέγανε . .Την πήρανε. Εμείς να τσιρίζουμε, να κλαίμε: “Πάει η γιαγιάκα μ’, πάει. Δεν την πείραξαν. Πολλά έκαμανε.

   Εδώ, της Χώρας ο παππούς ήταν πολύ πλούσιος. Μπαξεβάνης λεγότανε. Νικόλας τ’ όνομά τ’. Και πααίνε και βγάζνε την προίκα του κοριτσιού από κάτ’ σ’ ένα δέντρο και τα δίνε φωτιά. Και τις τυράγνησανε, τις τυράγνησανε κι αναγκάστηκανε κι έφκανε στην Πόλ’ ύστερα. Άφκανε το σπίτι τους. Άφκανε το βιο τους. Άφκανε. . . Είχανε μπαχτσέ ωραίο.

“Πρίν φύγουμ’ εμείς έφεραν τις ματζίρι, ματζιραίοι. Από ΄δω, τις Τουρκάλες τις έφεραν στο χωριό μας. Εμείς απάν’ καθούμασταν κι οι ματζιραίοι κάτ’. Έφεραν εκείνες μπροστά, από την Ελλάδα, κι ύστερα έφυγαμ’ εμείς. Σπίτι απάν’ είχαμε δωμάτια, κάτ’ είχαμε μια αυλή. Στην αυλή καθόντανε αυτές. Μπήκανε. Πού θα να παν’ οι ανθρώπ’. Τους έφεραν. Πέταγαμε τα τσώφλια τα κουκιά και μάζωναν και μαγείρευαν. . . Ματζιραίοι!” 

[1] Στο στρατιωτικό χάρτη του 1919, σημειώνω μ’ επιφύλαξη, αναφέρεται με τη λέξη Κάτιος.

[2] “Το Καλλιώ ως τοπωνύμιον φέρεται λέξις άκλιτος. Προέρχεται εκ του γυναικείου υποκοριστικού ονόματος το Καλλιώ, του Καλλιού, συνήθους εις την Χίον και αντιστοιχεί προς το θρακικόν η Καλή της Καλής.” (Βλ. Αθ. Γαϊτάνου Γιαννιού: “Η επαρχία Δέρκων” ΘΡΑΚΙΚΑ) 

[3] Η γραφή Καλλιό έχει προτιμηθεί και από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κ. Βακαλόπουλο στο βιβλίο του: “Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού – ΘΡΑΚΗ”. Κλίνεται ως ουδέτερο της νεοελληνικής γλώσσας: το Καλλιό του Καλλιού. . .


[4] Βλ. Ψάλτη Δράκου: “Η Θράκη και η εν αυτή δύναμις του ελληνικού στοιχείου”, σελ. 83-58 Αθήνα 1919.

[5] Οι Μουχτάρηδες ήταν υπεύθυνοι της συγκέντρωσης και απόδοσης στο τουρκικό κράτος των φόρων του χωριού. Κατ’ απαίτηση της τουρκικής διοίκησης, εκλέγονταν μουχτάρηδες βασικά κτηματίες, που κινδύνευαν να χάσουν τα κτήματά τους αν δεν πλήρωναν στο κράτος τους φόρους. . .

[6] Ελληνικό χωριό ανάμεσα στον Τσεκμετζέ και στο Γαρδά

[7] Η πληροφορία βρέθηκε γραμμένη μέσα σε εκκλησιαστικό βιβλίο, ένα από τα πολλά που έφεραν οι Καλλιώτες μαζί τους, όπου  τη σημείωσε ο τότε δάσκαλος και ψάλτης του χωριού: “1912 Απριλίου 3 εκτήσθη το καινούριον Σχολείον. Ο Θεός ας αξιώση εις την τελευτήν καλοριζίκω. Καλλιώ 3 Απριλίου 1912”.΄

απόσπασμα απο το βιβλίο του Πέτρου Δ.Θεοχαρίδη

ΑΘΥΡΑ ΚΑΙ ΑΘΥΡΙΩΤΕΣ

Author: stavros