Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 1

Μourat

ΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ ΘΟΛΩΝΟΥΝ

Στις 3 Φεβρουαρίου 1451, τα ανάκτορα του Μουράτ του δεύτερου στην Αδριανούπολη ήταν καταστόλιστα και άστραφταν απ’ την πολυτέλεια και τη μεγαλοπρέπεια. Έλαμπαν απ’ τις χρυσοκέντητες φορεσιές των αυλικών και χίλια χρώματα αντανακλούσαν απ’ τα διαμάντια και τα ακριβά πετράδια, που στόλιζαν τις αστραφτερές στολές του σουλτάνου και των μεγιστάνων της αυλής του. Ήχοι ανατολίτικης μουσικής, κύμβαλα και ζουρνάδες αντηχούσαν στους χρυσοστόλιστους οντάδες του σεραγιού. Ανάμεσα σε αναθυμιάσεις σπανίων αρωμάτων της Ανατολής, μέσα σε θολούς καπνούς μυρωδάτων ναργιλέδων και λουλάδων και σε ονειρώδη θάλασσα πολύχρωμων αραχνοΰφαντων πέπλων, χόρευαν οι πιο διαλεχτές χορεύτριες της απέραντης οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πατώντας πάνω σε βαριά περσικά χαλιά και δρασκελίζοντας βελούδινα χρυσοκέντητα μαξιλάρια, πηγαινοέρχονταν γεροδεμένοι ευνούχοι και μισόγυμνες σκλάβες και σερβίριζαν στους άρχοντες δυνατό ρακί και αχνομυριστούς ανατολίτικους μεζέδες.

Πριν από λίγες μέρες, ο μεγάλος αφέντης της Ανατολής, ο πανίσχυρος σουλτάνος Μουράτ ΙΙ, είχε φύγει απ’ την Αδριανούπολη και με μικρή συνοδεία αποτραβήχτηκε σ’ ένα ήσυχο κι όμορφο τοπίο, έξω απ’ την  πρωτεύουσα και μακριά απ’ τους θόρυβους του παλατιού, για να ξεκουραστεί.

Παρ’ ότι ήταν ακόμη σαράντα εννιά χρονών ο Μουράτ, του άρεσε η ησυχία και η ξεκούραση. Δυο φορές ως τώρα είχε παραιτηθεί απ’ το θρόνο του κι είχε παραδώσει την αρχή στο νεαρό γιο του Μωάμεθ, μόνο και μόνο για να απαλλαγεί απ’ τις σκοτούρες του σεραγιού και να ησυχάσει απ’ τις φροντίδες της διακυβέρνησης της μεγάλης αυτοκρατορίας του. Και τις δυο φορές, όμως, οι πιστοί του γενίτσαροι τον ανάγκασαν να ξαναγυρίσει στην πρωτεύουσα, να ξαναφορέσει το σουλτανικό σκήπτρο και να ξαναπάρει στα χέρια του τα ηνία της αυτοκρατορίας του. Τη φορά αυτή ο Μουράτ ήθελε μόνο να αποτραβηχτεί κάπου για λίγο, να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί.

Έβρισκε ιδιαίτερη ευχαρίστηση στο τοπίο αυτό. Ήταν ένα μικρό και όμορφο νησάκι στη συμβολή δύο μικρών ποταμών. Το καλοκαίρι, η βλάστησή του ήταν πλούσια και η πρασινάδα του απαλή και γαλήνια. Τίποτα δεν ανατάρασσε την παραδεισένια ησυχία του μικρού νησιού παρά μόνο τα μελωδικά κελαηδήματα των πολύχρωμων πουλιών, που αμέριμνα πετούσαν από κλαδί σε κλαδί, τα βιαστικά και χαρούμενα τιτιβίσματα της μέλισσας και της πεταλούδας, που χαρούμενες κι όλο πολύχρωμη ζωντάνια γλυκοφιλούσαν πότε το ένα και πότε το άλλο λουλούδι και το ασταμάτητο κελάρισμα των  γάργαρων νερών των δύο μικρών ποταμών, που το κρατούσαν ανάλαφρα στην αγκαλιά τους και μέρα-νύχτα το δρόσιζαν πρόθυμα κι ακούραστα. Εδώ, στο μέρος αυτό με την πλούσια βλάστηση, έβοσκαν κοπάδια από παχιά πρόβατα και περήφανα άλογα του σουλτάνου.

Την εποχή αυτή του χρόνου, τα τελευταία κρύα του χειμώνα, οι χιονοσκέπαστες κορυφές των γύρω βουνών και οι πρωινοί πάγοι με τις δαντελωτές κι αστραφτερές μύτες τους στις άκρες των ρυακιών, έδιναν διαφορετική μεγαλοπρέπεια στο απόμερο αυτό τοπίο και το έκαναν πιο ήρεμο και πιο γαλήνιο.

Εδώ, στην ήσυχη αυτή γωνιά, ήρθε πριν από λίγες μέρες κι εγκαταστάθηκε αθόρυβα ο Μουράτ με την ολιγάριθμη ακολουθία του. Ο καιρός ήταν ευχάριστος τις μέρες εκείνες κι ο μεγάλος αφέντης απολάμβανε την ομορφιά και την ησυχία της φύσης ξαπλωμένος στο μαλακό ντιβάνι του, ανάμεσα στις γυναίκες και στις σκλάβες του. Οι λιγοστοί ακόλουθοί του κατέβαλαν κάθε προσπάθεια, ώστε να κάνουν όσο το δυνατόν πιο ευχάριστη την ολιγοήμερη εδώ παραμονή του. Τις πρώτες μέρες όλα του φάνηκαν ευχάριστα και βολικά. Σήμερα, όμως, απ’ το πρωί δεν αισθάνεται και πολύ καλά ο αντιπρόσωπος του Προφήτη επί της της, γι’ αυτό και ζήτησε να ξαναγυρίσει στην πρωτεύουσα.

Το παλάτι του, ώσπου να ηρεμήσει για λίγο με την απουσία του, είναι και πάλι ανάστατο. Οι βεζίρηδες και οι πασάδες, μαζί μ’ όλους τους τιτλούχους του σεραγιού, οργάνωσαν σήμερα μεγάλο γλέντι, για να υποδεχτούν το μεγάλο αφέντη τους.

Ο σουλτάνος  γλεντά και διασκεδάζει και μαζί του χαίρεται κι ολόκληρη η πρωτεύουσα. Πάνω, όμως, στη μέθη και στο ξεφάντωμα του γλεντιού τα πάντα σκοτείνιασαν. Τα πάντα έσβησαν. Οι ήχοι της μουσικής σταμάτησαν, τα ασημένια τάσια με το ρακί αναποδογύρισαν, οι χορεύτριες και οι σκλάβες εξαφανίστηκαν και οι άρχοντες πανικοβλήθηκαν κι αναστατώθηκαν. Οι γυναίκες του χαρεμιού έκλαιγαν αλλόφρονες και μοιρολογούσαν αναμαλλιασμένες. Ολόκληρο το σεράι αντιλαλούσε από οδυρμούς και κλάματα.

Ο περιώνυμος σουλτάνος Μουράτ ο δεύτερος, ο τρόμος των Βυζαντινών στη Μικρά Ασία και στη Χερσόνησο του Αίμου και ο φόβος των χριστιανών της Ανατολής, ήταν νεκρός. Πάνω στο ξεφάντωμα του γλεντιού και στη ζάλη της μέθης, έπαθε αποπληξία κι ύστερ’ από ένδοξη βασιλεία τριάντα ετών και σειρά πολλών νικηφόρων εκστρατειών εγκατέλειψε το φθαρτό κόσμο με τα φθαρτά του αγαθά κι αποδήμησε προς τον προσεχτικά ετοιμασμένο γι’ αυτόν και τους ομοθρήσκους του παράδεισο απ’ το μέγα Προφήτη. Στον παράδεισο με τις αιώνιες απολαύσεις και τις άφθαρτες καλλονές.

Μέσα στην παραζάλη και στη σύγχυση του παλατιού απ’ τον αιφνίδιο θάνατο του σουλτάνου, ένας καβαλάρης ξεγλιστρούσε απαρατήρητος και με μεγάλη μυστικότητα άφηνε βιαστικός πίσω του την Αδριανούπολη και κάλπαζε νότια για την Καλλίπολη. Ήταν ένας άντρας ως τριανταπέντε χρόνων, ψηλός, με λεπτή μέση και πλατιούς ώμους. Το κοντό μαύρο γένι του, καθώς γύριζε λίγο προς τα έξω κάτω στο πιγούνι του, τού ‘δινε κάποια χάρη και ταυτόχρονα υπογράμμιζε την αρρενωπότητά του. Τα νευρώδη χαρακτηριστικά του ξεχώριζαν χτυπητά πάνω στο σκληραγωγημένο πρόσωπό του. Φορούσε απλά ρούχα στρατιώτη, με φαρδύ ζωνάρι στη μέση και σκούρο σαρίκι στο κεφάλι του. Στη μέση του, στην αριστερή του μεριά, κρεμόταν απ’ το καφετί ζωνάρι του ένα γυριστό γιαταγάνι με γυαλιστερή λαβή και μερικά κεντήδια στο θηκάρι του και δεξιά του μόλις ξεχώριζε ανάμεσα στις δίπλες του ζωναριού του η λαβή ενός δίκοπου μαχαιριού με ασημένια σκαλίσματα. Το άλογό του, σκούρο μαυροκόκκινο και σβέλτο, μ’ ένα άσπρο σημάδι στο μέτωπο, με λεπτά σηκωμένα αφτιά, κοντή χαίτη και ψηλά νευρώδη πόδια, γυάλιζε στον ήλιο και ξεχώριζε για την ορμή και τη ζωηράδα του.

Ο καβαλάρης, σφιγμένος γερά πάνω στη σέλα του αλόγου του, με το σώμα γυρτό προς τα εμπρός, με το πιγούνι του κοντά στην ίσια ψαλιδισμένη χαίτη που ανέμιζε στον αέρα, κρατούσε χαλαρά τα χαλινάρια στα χέρια του και κάπου-κάπου τα χτυπούσε ελαφρά στο λαιμό του ζώου, κάνοντάς το έτσι να τρέχει γρηγορότερα.

Το βλέμμα του ανήσυχο πηδούσε απ’ τη μια μεριά του αλόγου του στην άλλη κι ερευνούσε ασταμάτητα το βάθος του δρόμου και τη γύρω περιοχή ως πέρα στον ορίζοντα. Στα μάτια του διακρίνονταν καθαρά η βιασύνη και η ανησυχία του. Στο μυαλό του ήταν ακόμη έντονη η εικόνα του αναστατωμένου παλατιού και στ’ αφτιά του αντηχούσαν ηχηρές οι γοερές κραυγές των αυλικών και οι οιμωγές των γυναικών του χαρεμιού του αποθανόντος μεγάλου κυρίου του.

Η αγωνία του, όμως και η ανυπομονησία του να φθάσει γρήγορα και απαρατήρητος στον προορισμό του, τον κατείχαν ολόκληρο. Ο κρύος αέρας του Φεβρουαρίου του πάγωνε το πρόσωπό του, χτυπώντας το με δύναμη καθώς κάλπαζε το άλογό του και η όμορφη θέα των ατέλειωτων πεδιάδων της Θράκης, με τα γραφικά ρυάκια και τους απαλούς λόφους της, τράβηξαν σιγά-σιγά την προσοχή του κι έδιωξαν κάπως απ’ τη σκέψη του τις έντονες εντυπώσεις που είχε χαράξει στο μυαλό του το δραματικό γεγονός του σεραγιού. Τώρα, ανεβοκατέβαινε πλαγιές, περνούσε ρέματα και διέσχιζε δάση και λιβάδια και ξανάβλεπε γνωστές τοποθεσίες, που του θύμιζαν παλιές περιπέτειες και νικηφόρες εκστρατείες.

Τα μέρη αυτά τα είχε περάσει κι άλλες φορές ο καβαλάρης παλιότερα σε προηγούμενες εκστρατείες δίπλα στο σουλτάνο, καλπάζοντας περήφανα ανάμεσα στην υπόλοιπη ακολουθία του νεκρού τώρα αφέντη του. Και τα μέρη αυτά, αντί να τον ανακουφίζουν, του βαραίνουν τη σκέψη περισσότερο. Νιώθει το κεφάλι του βαρύ. Προσπαθεί να ξεκουράσει το μυαλό του. Να το ξαλαφρώσει. Να το γαληνέψει. Προσπαθεί, καθώς το άλογό του καλπάζει, να φέρει στο νου του άλλα χαρούμενα κι ευχάριστα γεγονότα. Προσπαθεί να θυμηθεί νικηφόρες εκστρατείες, ευχάριστες περιπέτειες, περασμένους κινδύνους. Η σκέψη του, όμως, δεν μπορεί να φύγει απ’ το παλάτι. Μένει σφηνωμένη εκεί κι όλο γυρίζει από αίθουσα σε αίθουσα μέσα στο σκυθρωπό και πένθιμο ανάκτορο. Κλείνει τα μάτια του σφιχτά, μήπως συνέλθει. Αλλά και με κλειστά τα μάτια, πάλι βλέπει μπροστά του την παγερή όψη του νεκρού σουλτάνου και νομίζει πως τα τύμπανά του θα σπάσουν απ’ τις γοερές κραυγές των γυναικών του χαρεμιού και τους οδυρμούς των σκλάβων. Οι μαυροντυμένοι τοίχοι του σεραγιού κάνουν τα πάντα στη σκέψη του πιο κρύα και πιο αποκρουστικά. Ο θάνατος του Μουράτ γεμίζει μ’ ένα κενό το νου και την καρδιά του. Η σκέψη, ότι έσβησε για πάντα απ’ τη ζωή ένας παλιός εξουσιαστής, γεννά στην ψυχή του καβαλάρη μια παράξενη κι ακαθόριστη ελπίδα. Προσπαθεί να δει με τη φαντασία του το σεράι διαφορετικό, αλλιώτικο, χαρούμενο. Έτσι, όπως ήταν στολισμένο πριν από δυο μήνες κι άστραφτε από χαρές και ξεφαντώματα. Τότε που ο γιος του σουλτάνου, ο νεαρός Μωάμεθ, παντρευόταν την ωραία κόρη του τρομερού Τουρκομάνου εμίρη Τουργατήρ κι ανακηρύσσονταν την ίδια μέρα πρώτος πρίγκιπας, επίτιμος σουλτάνος και διάδοχος του θρόνου.

Πόσο έλαμπε το νεαρό ζευγάρι και πόσο δυνατός και σοβαρός του φαινόταν ο διάδοχος με τα λαμπερά μάτια, το μέτριο ανάστημα και τα τοξοτά φρύδια!

Ξαναθυμήθηκε ολόκληρη την τελετή του γάμου. Τις χαρές, τα ξεφαντώματα, τα ασταμάτητα γλέντια. Με τις σκέψεις αυτές ηρέμησαν κάπως τα τεντωμένα νεύρα του και ξεκουράστηκε λίγο το αναστατωμένο μυαλό του. Το άλογό του, διαλεγμένο και δυνατό, σταλμένο μαζί με εκατοντάδες άλλα ισάξιά του, δώρο στο σουλτάνο απ’ τους εμίρηδες της Αραβίας, έτρεχε κι όλο έτρεχε όλη την ημέρα και τη νύχτα.

Πλησιάζοντας στην Καλλίπολη ένιωσε άλλον αέρα να χτυπάει το πρόσωπό του. Αλλιώς μύριζε η ατμόσφαιρα κι αλλιώς αισθανόταν κανείς εδώ. Ο βαθύς και ρυθμικός βόγγος των κυμάτων της θάλασσας, που ορμητικά και αφρισμένα έφταναν ασταμάτητα στην καθαρή αμουδιά ή έσπαζαν με πάταγο πέρα μακριά στα απόκρημνα βράχια, η τσουχτερή αλμύρα τους, μαζί με τη μυρωδιά του ιώδιου, που ξέχυναν σε κάθε τους βόγγο, γέμιζαν τον αέρα με κάτι το ιδιαίτερο και άγνωστο για κείνους που κατοικούν στα ψηλώματα της Αδριανούπολης.

Φθάνοντας στην παραλία ο βιαστικός καβαλάρης, χωρίς να χάσει καιρό, πέρασε τον Ελλήσποντο και μπήκε στη Λάμψακο. Πατώντας στα χώματα της Ασίας, πήρε ξεκούραστο άλογο και συνέχισε με καλπασμό το δρόμο του. Τα μέρη που περνά στο διάβα του του είναι γνωστά. Κι άλλοτε διέσχισε τις εύφορες πεδιάδες της Ασίας, καλπάζοντας προς την Πέργαμο, τη Μαγνησία, τις Σάρδεις ή τη Φιλαδέλφεια. Μια φορά πέρασε το Μαίανδρο ποταμό κι έφτασε στην Ιεράπολη και στη Λαοδικία. Πάντοτε, όμως, κάτω από άλλες συνθήκες.

Κάθε ρυάκι, κάθε κάμπος, κάθε πλαγιά, του θυμίζουν και κάτι απ’ τη ζωή του. Θυμάται καλά, πως πριν από εφτά χρόνια, ύστερ’ απ’ τη μάχη της Βάρνας και τη μεγάλη νίκη του Μουράτ κατά των Πολωνών και των Ούγγρων, στις 11 Νοεμβρίου 1444, κουρασμένος απ’ τις ταλαιπωρίες του πολέμου, ο σουλτάνος ζήτησε να αποτραβηχτεί σε μια ήσυχη γωνιά της Μ. Ασίας, για να ησυχάσει. Επιστρέφοντας στην Αδριανούπολη απ’ την εκστρατεία εκείνη, άφησε το θρόνο της αυτοκρατορίας του στο γιο του Μωάμεθ και έφυγε για τη Μαγνησία.

Η θύμιση τώρα, ότι τους δρόμους αυτούς τους πέρασε τότε καλπάζοντας δίπλα στον ένδοξο Μουράτ, του φέρνει περηφάνια και του γεμίζει ανακούφιση την καρδιά.

Ο μεγάλος εκείνος σουλτάνος, σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, φαινόταν ευδιάθετος και με κέφι πάντοτε τους διηγόταν περιπέτειες απ’ τις εκστρατείες του ή περιστατικά απ’ τις συναντήσεις του με ξένους άρχοντες ή υποτελείς του ηγεμόνες. Κάθε φορά που ο Μουράτ ανάφερνε τους χριστιανούς επαναλάμβανε με πικρία: ‘’Καμιά πίστη δεν μπορεί να έχει κανείς στους άπιστους.’’ Συχνά δε ο μεγάλος αφέντης θυμόταν το πάθημα ενός κάποιου Ιουλιανού και γελούσε.

Ο καβαλάρης πλησίαζε στην πόλη του Ανδραμυδίου και στο βάθος διέκρινε ένα δασωμένο λόφο. Στην πλαγιά του γνώριμου αυτού τοπίου, κάτω απ’ τον ίσκιο των δέντρων του, είχαν καθίσει ένα μεσημέρι, πριν λίγα χρόνια, με το σουλτάνο Μουράτ και τη συνοδεία του, για να ξεκουραστούν. Οι γενίτσαροι που τους ακολουθούσαν είχαν πιάσει τους γύρω λόφους για ασφάλεια και ο σουλτάνος, καθισμένος κάτω απ’ το σύδεντρο εκείνο που τώρα ξεχώριζε καθαρά στον ορίζοντα, ξαναθυμήθηκε τον Ιουλιανό και είπε στους ακολούθους του που καθόταν γύρω του.

-Τα παλιά χρόνια, υπήρχε ένας χριστιανός αυτοκράτορας στην Πόλη που δεν πίστευε στο Χριστό αλλά στα είδωλα. Στις πέτρες, στις φωτιές, στα αγάλματα, στους αέρηδες και στους αρχαίους θεούς του Ολύμπου. Τον αυτοκράτορα αυτό τον έλεγαν Ιουλιανό και για την απιστία του και την άρνησή του προς το χριστιανισμό, οι χριστιανοί τον ονόμασαν Παραβάτη.

Ο Ιουλιανός ήταν γιος του ετεροθαλή αδερφού του Μ. Κωνσταντίνου, του Ιουλίου Κωνσταντίνου.

Μετά το θάνατο του Μ. Κωνσταντίνου, ο γιος του Κωνστάντιος, επειδή πίστευε πως ο πατέρας του δηλητηριάστηκε απ’ τους δυο αδερφούς του, έσφαξε όχι μόνο τους δυο υποτιθέμενους ενόχους θείους του αλλά θανάτωσε ακόμα και εφτά ξαδέρφια του και πολλούς άλλους επιφανείς άρχοντες και συγγενείς του πατέρα του. Δυο μόνο παιδιά του Ιουλίου Κωνσταντίνου γλίτωσαν. Ο Γάλλος και ο Ιουλιανός. Αυτός ο τελευταίος έγινε αυτοκράτορας το 355 και το 363 εκστράτευσε εναντίον των Περσών. Πέρασε τον Ευφράτη και σε μια μάχη πληγώθηκε και πέθανε. Έμεινε, όμως, γνωστός με το όνομα Παραβάτης.

Στις μέρες μας, παρουσιάστηκε ένας άλλος Ιουλιανός. Αυτός δεν είναι βέβαια αυτοκράτορας. Είναι καρδινάλιος. Παρ’ ότι λοιπόν είναι χριστιανός και μάλιστα μεγάλος ιεράρχης της Δύσης, συμβουλεύει τους χριστιανούς βασιλιάδες και ηγεμόνες, να μην ενεργούν σύμφωνα με την πίστη τους και ούτε να τηρούν το λόγο τους και τις υποσχέσεις τους, γιατί λέγει, οι όρκοι που παίρνουν στο όνομα του Θεού, δεν είναι πάντοτε όρκοι αλλά έχουν ή δεν έχουν αξία, ανάλογα με το πώς θα κρίνει και θα αποφασίσει αυτός, ο Ιουλιανός.

Κούνησε κάπως το κεφάλι του, ίσως για να εκδηλώσει εμφανέστερα τη θλίψη του για τον καρδινάλιο Ιουλιανό και συνέχισε:

-Θυμάστε τον παπά που έπεσε απάνω μας μέσα στο δάσος της Βάρνας κοντά στο Δούναβη και παρ’ ολίγο να τον πιάσουμε αιχμάλωτο; Θα γελούσατε ακόμα αν τον βλέπατε τότε με τα μάτια σας, πώς έτρεχε ανάμεσα στα πυκνά δέντρα και μέσα στα τελματωμένα νερά, για να ξεφύγει την αιχμαλωσία. Τον λυπήθηκα και συγκράτησα τους γενιτσάρους, που ήταν έτοιμοι να ορμήσουν εναντίον του. Έτσι, ξέφυγε και γλύτωσε από μας.

Ανακάθισε πάνω στα πολύχρωμα κιλίμια ο Μουράτ, διόρθωσε τα μαξιλάρια γύρω του, τράβηξε το ναργιλέ του πιο κοντά και συνέχισε:

-Ύστερα λοιπόν απ’ τις συμφωνίες που κάναμε με το Βλαδισλαύο, το βασιλιά της Πολωνίας και τον Ουνυάδη της Ουγγαρίας, μετά τη μάχη της Βουδαπέστης τον περασμένο Ιούνιο και δώσαμε το λόγο μας για ειρήνη και υπογράψαμε συνθήκες και ορκιστήκαμε εμείς στο Κοράνι μας κι εκείνοι στη Βίβλο τους, για να κρατήσουμε όλοι το λόγο μας, ο καθένας μας πήρε ήσυχος το δρόμο του για τον τόπο του, με την απόφαση και την πεποίθηση, ότι στο εξής όλοι θα ζήσουμε ειρηνικά. Τότε, όμως, για κακή τύχη των απίστων, έφτασε στην αυλή του Βλαδισλαύου ο καρδινάλιος Ιουλιανός, απεσταλμένος απ’ τον πάπα και ξεσήκωσε τους Πολωνούς, τους Ουγγαρέζους και όλους τους γύρω χριστιανούς πάλι για πόλεμο. Ο Βλαδισλαύος ήθελε πραγματικά ειρήνη και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παραβεί τις συνθήκες που είχε υπογράψει και να πατήσει τον όρκο του. Ο καρδινάλιος, όμως, τον πίεζε και τον προέτρεπε να μη δώσει σημασία σε υποσχέσεις και όρκους, αλλά να παραβιάσει τη συνθήκη και να κηρύξει πόλεμο εναντίον μας, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει λόγος να κρατά τους όρκους του, όταν οι όρκοι αυτοί έχουν δοθεί σε άπιστους.

Τράβηξε μια-δυο γεμάτες ρουφηξιές απ’ το ναργιλέ του ο Μουράτ, μισόκλεισε τα μάτια και συνέχισε μισοχαμογελώντας.

-Τα πονηρά αυτά λόγια του αρχιερέα έβαλαν σε σκέψεις τους χριστιανούς ηγεμόνες. Επίσης, το ότι ο Ιουλιανός ερχόταν και κατευθείαν απ’ τον πάπα και το ότι ο ίδιος ο πάπας τους υποσχόταν συμπαράσταση και βοήθεια στην εκστρατεία τους εναντίον μας, ερέθιζε τους χριστιανούς και έκανε πιο ελκυστική στις ψυχές τους την παρασπονδία. Επιπλέον, η δήλωση του καρδινάλιου, ότι αναλαμβάνει αυτός όλες τις ευθύνες απέναντι του Θεού για οποιαδήποτε αθέτηση των λόγων τους, αν υπάρχει, όπως είπε, αθέτηση, λύγισε την αδύνατη αντίστασή τους. Για να υποστηρίξει δε περισσότερο τις αμαρτωλές και ύπουλες προτροπές του ο καρδινάλιος, δήλωσε προς τους διστακτικούς ηγεμόνες με επιβλητικό ύφος και στόμφο ότι: ‘’αν νομίζετε ότι, κηρύττοντας τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων, παρασπονδείτε και παραβαίνετε τους λόγους σας, όπως κακώς επιμένετε και υποστηρίζετε και αν με την υποτιθέμενη παράβασή σας αυτή έχετε την εντύπωση ότι δημιουργείτε κάποιο αμάρτημα ενώπιον του Θεού, τότε όλες οι τιμωρίες για το φανταστικό αυτό αμάρτημα να πέσουν στο κεφάλι μου και στο κεφάλι του πάπα, που αντιπροσωπεύει το Θεό επί της γης’’. Αυτά είπε ο μεγαλόσχημος κληρικός στους διστακτικούς ηγεμόνες. Δηλαδή, ό,τι ακριβώς είπαν και οι Εβραίοι, όταν σταύρωσαν το Χριστό. Έτσι, λοιπόν, ο καρδινάλιος Ιουλιανός με δυο κουβέντες έλυσε γρήγορα-γρήγορα τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει οι χριστιανοί άρχοντες απέναντί μας και τους οδήγησε στην καταστροφή. Δεν υπολόγιζε ο ανόητος ότι, με την υπογραφή της ειρήνης που είχε γίνει πριν από λίγες μέρες, ο χριστιανικός στρατός είχε σχεδόν διαλυθεί και όλοι οι Γάλλοι, Ιταλοί, Γερμανοί και άλλοι πολεμιστές και στρατιώτες είχαν φύγει για τις πατρίδες τους. Ούτε διέκρινε καθαρά τις διαθέσεις και τις δυνατότητες του αυτοκράτορα Ιωάννη να πάρει μέρος σε μια καινούρια και άδικη απ’ την αρχή περιπέτεια. Λίγο αν πρόσεχε κι αυτός κι εκείνοι που τον έστειλαν, θα έβλεπαν την πραγματικότητα. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε αμέσως να συγκρατήσει τα πράγματα κι έστειλε για το σκοπό αυτό τον άρχοντα και φίλο του Φραντζή σε μένα, στο Βλαδισλαύο και στον ίδιο τον Ιουλιανό. Η προσπάθεια αυτή του Ιωάννη απέβλεπε στο να αποτρέψει τελείως τη σύγκρουση ή τουλάχιστον να την συγκρατήσει για ευθετότερο χρόνο, όταν θα ολοκληρώνονταν οι συνεννοήσεις τους και θα συμπληρώνονταν όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες που χρειάζονταν για μια εκστρατεία.

Ο Ιουλιανός, όμως, επέμενε και το κακό ξέσπασε στο κεφάλι του. Μόνο ο Βράκοβιτς της Σερβίας φάνηκε έξυπνος και αποδείχτηκε άνθρωπος με μεγάλο μυαλό. Αρνήθηκε να πάρει μέρος στη συνεννόηση και δήλωσε καθαρά, ότι θα εμποδίσει και το Σκεντέρμπεη να ενωθεί με το Βλαδισλαύο. Ο Βλαδισλαύος, όμως, με τον Ουνυάδη προχώρησαν στο σκοπό τους και ξεσηκώθηκαν εναντίον μας. Ήλπιζαν και στην υποστήριξη των Βουλγάρων, αλλά δεν έβλεπαν οι τυφλωμένοι απ’ τον Ιουλιανό χριστιανοί ότι, κατηγορώντας οι Ούγγροι και ο Ιουλιανός τους Βουλγάρους σαν αιτερικούς, γιατί δεν ήταν καθολικοί και, καταστρέφοντας στο πέρασμά τους τις εκκλησίες τους, αν δεν τους έσπρωχναν νά ‘ρθουν με το μέρος μας, τους έκαναν οπωσδήποτε εχθρούς τους. Έτσι, ο στρατός τους καταστράφηκε, ο Βλαδισλαύος σκοτώθηκε, ο Ουνυάδης έφυγε κακήν-κακώς και πιάστηκε αιχμάλωτος απ’ τον αντίζηλό του πρίγκιπα της Βλαχίας Ντραγκούλ, απ’ όπου με δυσκολία ελευθερώθηκε, ο δε οργανωτής και κύριος υπεύθυνος για όλη την καταστροφή καρδινάλιος Ιουλιανός Κερατσίνι ξέφυγε απ’ τα χέρια τα δικά μας, αλλά κατακομματιάστηκε απ’ τους ίδιους τους Βλάχους, οι οποίοι τον θεώρησαν σαν υπεύθυνο της καταστροφής τους. Ο καρδινάλιος Κερατσίνι ήταν πρόεδρος του συνεδρίου των αντιπαπικών ιεραρχών της Βασιλείας και ίσως ο πάπας, παρ’ ότι αργότερα ο Ιουλιανός πήγε με το μέρος του, να ήθελε να τον βγάλει απ’ τη μέση, γι’ αυτό και τον έστειλε στην Ουγγαρία. Δεν νομίζω να λυπήθηκε ο ποντίφικας πραγματικά, αν τουλάχιστο δεν χάρηκε, όταν έμαθε το θάνατό του.

Έχω λοιπόν δίκιο ή όχι, όταν λέω ότι δεν πρέπει να έχουμε καμιά πίστη στους άπιστους; Ρώτησε με έντονο ύφος ο Μουράτ, ενώ με το χέρι του έδινε το σύνθημα της εκκίνησης στη συνοδεία του.

Με τις σκέψεις αυτές ο καβαλάρης είχε πλησιάσει το λόφο και περνούσε κάτω απ’ τα γυμνά τώρα δέντρα του. Συγκράτησε λίγο το άλογό του, έριξε μια γρήγορη ματιά στην ήσυχη περιοχή με τα αραιά χαμόκλαδα και τα αμέριμνα γκριζωπά δέντρα, σα να ήθελε κάτι να διακρίνει κάτω απ’ τα μαδημένα απ’ το χειμωνιάτικο βοριά κλαδιά τους και συνέχισε το δρόμο του, αφήνοντας και πάλι ελεύθερα τα χαλινάρια του αλόγου του.

Με το φως της αυγής φάνηκαν βαθιά στον ορίζοντα τα βουνά του Σίπυλου. Το αντίκρισμά τους τού ‘δωσε κανούργιο κουράγιο και ξανασπιρούνισε το άλογό του.

Χωρίς να το καταλαβαίνει έφτασε στην Πέργαμο και, περνώντας τον Κάικο ποταμό, σταμάτησε λίγο στην απέναντι όχθη του, για να πάρει μια ανάσα το άλογό του. Τα νερά του ποταμού ήταν θολά και φουσκωμένα. Τα δέντρα άχαρα και σταχτιά και μέσα στα γυμνά τους κλαδιά σφύριζε με μανία ο κρύος αέρας, που ορμητικός έφτανε στο σημείο αυτό ακολουθώντας την απροστάτευτη κοίτη του ποταμού.

Ο καβαλάρης ξεπέζεψε, τράβηξε το άλογό του στη μέση ενός μικρού αλλά απότομου βράχου για να μην το χτυπάει το κρύο ρεύμα της χαράδρας κι αφού το σκέπασε όσο πιο καλά μπορούσε στις πλάτες του με τη βαριά γούνινη χλαίνη του, άρχισε κι αυτός να βηματίζει γύρω του για να ξεμουδιάσει, κοιτάζοντας με περιέργεια το γνωστό εκείνο πέρασμα του ποταμού. Στη ρίζα του βράχου, διακρίνονται εδώ κι εκεί καπνισμένες πέτρες ή μισοκαμμένα ξύλα, απομεινάρια απ’ τις φωτιές που ανάβουν οι περαστικοί. Η θέση αυτή κάτω απ’ το βράχο είναι απάνεμη και πρόσφορη για λίγη ξεκούραση ανθρώπων και ζώων που περνούν από δω.

Γύρισε τα μάτια του προς την κορυφή του βράχου, που με τον όγκο του προστάτευε κι αυτόν και το άλογό του απ’ τον τσουχτερό αέρα και είδε με έκπληξη ότι τα άλλοτε μικρά χαμόκλαδα, που δειλά ξεπρόβαλαν πάνω στην κορυφή του κι ανάρια φύτρωναν εδώ κι εκεί πάνω στο απόκρημνο χείλος του, τώρα έγιναν φουντωτά δέντρα κι αντιστέκονταν με πείσμα στην ορμή του αέρα.

Εκεί πάνω, ανάμεσα σ’ εκείνα τα χαμόκλαδα, είχε νιώσει για καλά για μερικές ώρες, πριν λίγα χρόνια, το ψυχρό ρεύμα της κοιλάδας του Κάικου. Τα ρεύματα αυτά είναι ονομαστά για την ψυχρότητά τους και γνωστά σαν κάικα ή καίκια ρεύματα. Δηλαδή τυφλά κι αλλήθωρα. Δεν ξέρει κανείς από πού έρχονται και δεν βλέπουν και τα ίδια πού πηγαίνουν. Ορμούν ασυγκράτητα και ξεπαγιάζουν αδιάκριτα στο πέρασμά τους το κάθε τι.

Ο σουλτάνος Μουράτ δεν είχε προλάβει καλά-καλά να φθάσει στη Μαγνησία και οι γενίτσαροι του ζήτησαν να ξαναγυρίσει στην πρωτεύουσα. Δεν μπορούσαν να κάθονται αργοί οι πολεμόχαροι εκείνοι στρατιώτες και να υπακούουν σ’ ένα άπειρο κι αμούστακο ακόμα 14χρονο παιδάκι. Ήθελαν πολέμους, μάχες, περιπέτειες. Για να αναγκάσουν, λοιπόν, το σουλτάνο τους να γυρίσει πίσω, έβαλαν φωτιά στο παζάρι της Αδριανούπολης. Έκαναν ταραχές κι άρχισαν ένα είδος επανάστασης. Ο Μουράτ, μόλις έμαθε τις προθέσεις και τις ενέργειες των γενιτσάρων του, εγκατέλειψε τη Μαγνησία κι αμέσως ξεκίνησε βιαστικός για την πρωτεύουσα. Ο Κάικος, όμως, ανέκοψε τη βιασύνη του και τον σταμάτησε για αρκετές ώρες στο σημείο αυτό. Έβρεχε από μέρες και τα νερά του ποταμού, ορμητικά και αρφισμένα, ξεχείλιζαν απ’ την κοίτη του. Η ξύλινη γέφυρα έτριζε ολόκληρη και κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να παρασυρθεί και να κομματιαστεί απ’ τις πέτρες και τα ξύλα που κατέβαζε ο ποταμός. Εδώ, στο σημείο αυτό, κάτω απ’ αυτόν το βράχο, αναγκάστηκαν να περιμένουν ολόκληρη σχεδόν μέρα, ώσπου να λιγοστέψουν τα νερά του ποταμού και να σταματήσει η γέφυρα να συνταράζεται ολόκληρη.

Τις σκέψεις του αυτές διέκοψε ένας ήχος κουδουνιού ζώου, που έφτασε διαπεραστικός στ’ αφτιά του, σκεπάζοντας τη βουή του αέρα και το θόρυβο που έκαναν τα αγριεμένα νερά του ποταμού, καθώς κατρακυλούσαν βιαστικά προς τις μακρινές ακτές του Αιγαίου. Γύρισε τα μάτια του προς την κατεύθυνση του δρόμου ο καβαλάρης απ’ την Αδριανούπολη κι είδε έναν άλλο καβαλάρη να πλησιάζει προς το μέρος του. Ήταν ένας κοντόχοντρος γέρος με γκρίζα μαλλιά και άσπρα γένια, που έσερνε πίσω απ’ το άλογό του ένα νεαρό σκουρόχρωμο μουλάρι μ’ ένα μεγάλο γυαλιστερό χάλκινο κουδούνι στο λαιμό του. Ο γέρος έπρεπε να ήταν ένας απ’ τους συνηθισμένους ζωέμπορους της περιοχής, γιατί αυτοί συνήθιζαν να περνούν στο λαιμό των ζώων που είχαν για πούλημα φανταχτερά λουριά και καμπανιστά κουδούνια για ασφάλεια των ζώων τους αλλά και για να εντυπωσιάζουν τους ενδιαφερόμενους αγοραστές και να κάνουν την πούληση σιγουρότερη.

Ο γέρος πλησίασε, χαιρέτησε και κατέβηκε απ’ το άλογό του.

-Πολύ νερό και ορμητικό, είπε δείχνοντας προς το ποτάμι. Κι ενώ έδενε το σκοινί του αλόγου του σ’ ένα θάμνο στη βάση του βράχου συνέχισε. Λίγα ποτάμια κατεβάζουν τόσο πολύ νερό μαζεμένο και έτσι ξαφνικά. Πριν από δυο μέρες πέρασα από δω, πηγαίνοντας για τα χωριά πέρα απ’ την Πέργαμο και τα νερά ήταν καθαρά και ήσυχα. Συνήθως, όμως, τα ξεροπόταμα κατεβάζουν  πολλά κι απότομα νερά τις κακοκαιρίες και ιδίως όταν περνούν ανάμεσα από γυμνά ξεροβούνια και πετρώδεις λαγκαδιές.

-Έχεις δίκιο, είπε ο καβαλάρης απ’ την Αδριανούπολη. Οι ξεροπόταμοι είναι πραγματικά επικίνδυνοι. Κι είναι ύπουλοι, γιατί με τ’ όνομά τους δίνουν την εντύπωση, ότι, σαν ξεροί, είναι αδύναμοι κι ευκολοπέραστοι. Μη σου τύχει, όμως και δοκιμάσεις την υπουλότητά τους.

Πλησίασε προς το γέρο που είχε ταχτοποιήσει τα ζώα του και κουνούσε δυνατά τα χέρια του ή κλωτσούσε στον αέρα με τα πόδια του για να συνέλθει απ’ το κρύο και να ζεσταθεί κάπως και συνέχισε.

-Θυμάμαι, πριν λίγα χρόνια, ένας ξεροπόταμος στην Ελλάδα μας ανάγκασε να περιμένουμε δυο ολόκληρες μέρες δίπλα του, για να λιγοστέψουν τα ορμητικά νερά του και να μπορέσουμε να περάσουμε απέναντι. Ήταν το χειμώνα του 1446.

-Δεν είσαι απ’ τα μέρη αυτά της Μ. Ασίας; τον διέκοψε ο γέρος.

-Σα στρατιώτης του μεγάλου μας σουλτάνου, ανήκω παντού και πηγαίνω παντού, όπου με διατάζει η μεγαλειότητά του.

-Ατέλειωτες ας είναι οι μέρες του πολυχρονεμένου μας Μουράτ, είπε με κάποιο δέος ο γέρος και πρόσθεσε. Κάποτε υπηρετούσα και γω στο στρατό του και πήρα μέρος σε εκστρατείες του, αλλά ποτέ δεν έφτασα ως την Ελλάδα. Εγώ πολέμησα στα μέρη της Συρίας, της Αραβίας και πήγα προς την Αρμενία. Αλλά απ’ όλες τις μάχες πιο πολύ θυμάμαι τη μάχη της Άγκυρας με τους Μογγόλους του Ταμερλάνου. Τότε ήμουν στις διαταγές του Μούσα, του γιου του ένδοξου Βογιατζίτ. Και, για να μην προχωρήσει περισσότερο στην τραγική εκείνη περιπέτεια για τους Τούρκους, πρόσθεσε βιαστικά.

-Αλλά, ας αφήσουμε τις δικές μου περιπέτειες κατά μέρος. Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε κι όλες εκείνες οι ατυχίες κοντεύουν να ξεχαστούν. Πες μου κάτι για τη δική σου περιπέτεια στην Ελλάδα. Συνέχισε την ιστορία που ξεκίνησες.

-Το Νοέμβριο του 1446, ξεκινήσαμε απ’ την Αδριανούπολη για τη νότια Ελλάδα, άρχισε ο ψηλόκορμος καβαλάρης. Ο τότε δεσπότης του Μωριά και τώρα αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Κωνσταντίνος, είχε ξεθαρρέψει. Είχε βγει έξω απ’ την Πελοπόννησο και είχε προχωρήσει αρκετά προς βορρά. Ο Μουράτ, μόλις έμαθε το τόλμημα αυτό του Κωνσταντίνου, αμέσως ξεκίνησε μ’ αρκετό στρατό εναντίον του. Όταν μπήκαμε στη Μακεδονία, άρχισαν να καταφθάνουν και να ενώνονται μαζί μας πολυάριθμα σώματα του μπελήρμπεη της Ρούμελης. Έτσι, ο στρατός μας ξεπέρασε τις εξήντα χιλιάδες. Είχαμε περάσει τη Θήβα και τραβούσαμε για τα Μέγαρα. Κάπου στη διαδρομή αυτή, μας συνάντησε μια αντιπροσωπεία του Κωνσταντίνου, η οποία πρότεινε στο σουλτάνο ειρήνη. Αρχηγός της αντιπροσωπείας του δεσπότη ήταν ένας πολύ έξυπνος και διαβασμένος Έλληνας.

Ακούγοντας τις τελευταίες αυτές λέξεις ο γέρος ενέτεινε περισσότερο την προσοχή του, ενώ μια παράξενη λάμψη φάνηκε στα μάτια του.

-Πώς τον έλεγαν τον Έλληνα αυτό; Ρώτησε με κάποια έκδηλη βιασύνη.

-Τον έλεγαν Χαλκοκονδύλη, απάντησε ο καβαλάρης και συνέχισε. Ο τρόπος που μιλούσε έκανε στο σουλτάνο και σ’ όλους μας μεγάλη εντύπωση. Ήταν πραγματικά έξυπνος άνθρωπος και κατατοπισμένος σε όλα.

Ο γέρος, σα να ήθελε να εξοικονομήσει καιρό, για να δει καλύτερα με τα μάτια της φαντασίας του και να θαυμάσει λίγο ακόμα τον άγνωστο Έλληνα προσβευτή, διέκοψε το συνομιλητή του, τινάζοντας δυνατά τα χέρια του και τρίβοντας επίμονα τις παλάμες του, για να ξεμουδιάσει και να ζεσταθεί. Για μια στιγμή, συνεπαρμένος απ’ την άγνωστη φυσιογνωμία του Χαλκοκονδύλη, είπε δυνατά στο συνομιλητή του.

-Ώστε μεγάλος άνθρωπος εκείνος ο Έλληνας! Πραγματικός πρεσβευτής ε;

Πλησίασε το άλογό του κι άρχισε να του τρίβει τα πόδια και το λαιμό, ενώ η σκέψη του πετούσε μακριά στα άγνωστα μέρη της ξακουστής Ελλάδας. Και η σκέψη του καβαλάρη απ’ την Ευρώπη πλανιόταν τις στιγμές αυτές πέρα μακριά πάνω στον ελληνικό ορίζοντα και προσπαθούσε να ξαναζωντανέψει στο μυαλό του εκείνη την εκστρατεία.

-Λοιπόν, τι έγινε μετά; ρώτησε ο γέρος μ’ ενδιαφέρον. Δεχτήκατε τους όρους του δεσπότη;

-Ο Μουράτ, είπε ο καβαλάρης, δεν δέχτηκε τους όρους ειρήνης που του πρότεινε ο Χαλκοκονδύλης και συνεχίσαμε το δρόμο μας για την Κόρινθο. Έβρεχε δυνατά. Για μια στιγμή, καθώς βαδίζαμε μέσα στη βροχή, έφτασε στ’ αφτιά μας από μακριά ένας παράξενος  θόρυβος. Μια βουή, που όλο και πιο πολύ δυνάμωνε όσο προχωρούσαμε. Ξαφνικά βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα τεράστιο, βαθύ κι ορμητικό ποτάμι. Ήταν αδύνατο να το περάσουμε. Καθίσαμε λοιπόν στις λασπωμένες όχθες του και το περιμέναμε να καλμάρει. Όταν, ύστερ’ από δυο μέρες τραβήχτηκαν τα νερά του, το τεράστιο εκείνο ποτάμι δεν ήταν παρά ένας μικρός συνηθισμένος ξεροπόταμος, τον οποίο πολύ εύκολα περάσαμε και προχωρήσαμε για την Κόρινθο.

-Λοιπόν, τι έγινε μετά; ξαναρώτησε με ανυπομονησία ο γέρος, ενώ πηγαινοερχόταν νευρικά για να ζεσταθεί.

-Μόλις φτάσαμε, ο Μουράτ διέταξε αμέσως επίθεση. Εύκολα κυριέψαμε την πόλη και σφάξαμε όλη τη φρουρά. Μετά, μπήκαμε στην Πάτρα και την κάψαμε.

Με τα λόγια αυτά του γενίτσαρου, ο γέρος ένιωσε κάτι να υποχωρεί μέσα του ξαφνικά. Σταμάτησε το βηματισμό κι ακούμπησε την πλάτη του στο λαιμό του αλόγου του. Η γυαλάδα έφυγε απ’ το βλέμμα του και με μάτι αδιάφορο κοίταξε το συνομιλητή του, ο οποίος, βαδίζοντας συνεχώς πάνω-κάτω για να ζεσταθεί κι αυτός, δεν πρόσεξε την ταραχή του γερο-ζωέμπορα, αλλά συνέχισε τη διήγησή του.

-Ύστερα, συνεχίσαμε την προέλασή μας βαθύτερα στο Μωριά χωρίς σοβαρή αντίσταση. Με λίγα λόγια, δώσαμε ένα καλό μάθημα στο δεσπότη Κωνσταντίνο, ο οποίος αναγκάστηκε να μας επιστρέψει όλα τα εδάφη που είχε πάρει πέρα απ’ τον Ισθμό. Δέχτηκε να πληρώνει φόρους στο σουλτάνο και γυρίσαμε στην Αδριανούπολη με εξήντα χιλιάδες χριστιανούς σκλάβους.

Ο γέρος στο μεταξύ είχε λύσει το άλογό του και προσπαθούσε να το φέρει κοντότερα σ’ ένα υψωματάκι για να ανεβεί στη σέλα του ευκολότερα.

-Πρέπει να συνεχίσουμε το δρόμο μας, είπε. Δεν κάνει να εκθέτουμε τα ιδρωμένα ζώα μας περισσότερο στον κρύο αέρα.

Οι δυο καβαλάρηδες μπήκαν στο δρόμο και συνέχισαν με κανονικό στην αρχή βήμα την πορεία τους προς νότο.

-Εγώ πηγαίνω για τα χωριά της Φωκαίας, είπε κάποια στιγμή ο γέρος. Εσύ για πού πας, παλικάρι; Ρώτησε με καλοκάγαθο ύφος.

-Εγώ θα συνεχίσω ακόμα πιο κάτω. Έχω αρκετό δρόμο ακόμα μπροστά μου, απάντησε ο καβαλάρης και χτύπησε ελαφρά τα χαλινάρια στο λαιμό του αλόγου του.

Λίγο πιο κάτω, ο γέρος γύρισε δεξιά και πήρε το δρόμο προς τη Φωκαία, ενώ ο γενίτσαρος συνέχισε με καλπασμό το δρόμο του. Κάθε λίγο, χτυπούσε τα χαλινάρια στο λαιμό του αλόγου του και το ανάγκαζε να τρέχει όσο μπορούσε περισσότερο. Ήθελε να κερδίσει το λίγο χρόνο που έχασε με την αναγκαστική μικρή καθυστέρηση μπροστά στην αφρισμένη κοίτη του Κάικου ποταμού. Κατά το απόγευμα λοξοδρόμησε λίγο αριστερά, αφήνοντας στο βάθος δεξιά του τη Φωκαία και, με το σβήσιμο της μέρας, πέρασε τον Έρμο ποταμό και προχώρησε ασταμάτητα προς την πόλη που ξανοίγονταν μπροστά του. Αργά τη νύχτα, τα πέταλα του αλόγου του χτυπούσαν δυνατά και με γρήγορο ρυθμό τους πλακόστρωτους δρόμους της Μαγνησίας.

Γρήγορα και χωρίς δυσκολία, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα μεγάλο πέτρινο αυλόγυρο. Ο τοίχος αυτός, ψηλότερος κι απ’ το ύψος του καβαλάρη, περιέκλειε μια μεγάλη έκταση γεμάτη με κάθε είδους χοντρά πανύψηλα δέντρα, που οι σιλουέττες τους ανάδευαν απ’ το φύσημα του αέρα μέσα στη νύχτα σα σκιές από θεόρατα παράξενα φαντάσματα. Ανάμεσά τους, μακριά, πίσω απ’ το βλοσυρό πέτρινο περίβολο, πρόβαλε ένα παλιό αρχοντικό, που, παρ’ ότι η νύχτα έκρυβε την όψη του, οι αδρές γραμμές του όγκου του έδειχναν τη μεγαλοπρέπειά του. Πίσω του, στο βάθος, υψώνονταν απότομη και στοτεινή η δασωμένη πλαγιά του βουνού. Την ησυχία της νύχτας τάραζε το μονότονο και ηχηρό φύσημα του αέρα, που ασταμάτητα αντιβούιζε στις πλαγιές του Σίπυλου. Μαγεμένος απ’ τον περίεργο θόρυβο του αέρα, που άλλοτε έφτανε στ’ αφτιά σα μακρινό κλάμα παιδιού ή σαν απόκοσμο μοιρολόγι γυναίκας και, συνεπαρμένος απ’ την παραξενιά της ασιατικής νύχτας, ο καβαλάρης θυμήθηκε τις ιστορίες, που, όταν ήταν μικρός, του έλεγε ένας γέρος αξιωματικός του παλατιού για τους παλιούς καιρούς και για τα μέρη αυτά των πολύ παλιών Ελλήνων.

Εκεί, στην κορυφή του Σίπυλου, του έλεγε ο γερο-σοφός, η Νιόβη, η θυγατέρα ενός αρχαίου ήρωα, του Ταντάλου, μεταμορφώθηκε σε βράχο κι απολιθώθηκε απ’ τη στενοχώρια της, όταν είδε να κατατοξεύονται όλοι οι γιοι της και όλες οι θυγατέρες της και με φαρμακερά βέλη να ρίχνονται άψυχα στη γη όλα τα παιδιά της απ’ τα οργισμένα παιδιά της θεάς Λυτούς, την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Η άσπλαχνη δολοφονία των παιδιών της έγινε στη Θήβα, αλλά η τραγική μητέρα, μη μπορώντας να ζήσει άλλο στη γη εκείνη, που ήταν ποτισμένη με το αίμα των παιδιών της, ζήτησε απ’ τους θεούς του Ολύμπου, να της επιτρέψουν νά ‘ρθει εδώ σ’ αυτό το βουνό και να συγκατοικήσει με τη μητέρα των θεών, τη μεγάλη και αρχαία θεά Ρέα, που ήταν μαρμαρωμένη πάνω στην ψηλότερη κορυφή του Σίπυλου. Οι θεοί του Ολύμπου λυπήθηκαν τη δόλια μάνα και όχι μόνο της επέτρεψαν νά ‘ρθει στο βουνό αυτό, αλλά την ανέβασαν πάνω στην κορυφή του και την έκαναν ένα με τη μητέρα τους. Από τότε, η Νιόβη ζει μέσα στο πέτρινο άγαλμα της θεάς Ρέας.

Η θεά Λυτώ είχε θυμώσει, γιατί η Νιόβη δεν σεβάστηκε τη δύναμη και την υπεροχή των θεών και περηφανεύτηκε ότι, παρ’ ότι αυτή είναι κοινή θνητή, έχει γεννήσει δώδεκα γιους και δώδεκα θυγατέρες, ενώ η Λυτώ, που είναι θεά, έχει μόνο ένα γιο και μια θυγατέρα. Η αλαζονεία της αυτή έφερε την καταστροφή της.

Οι σκέψεις αυτές του θύμισαν την απεραντοσύνη του Αλλάχ και τη μηδαμινότητα των ανθρώπων και τού ‘φεραν στο νου του έναν πολύ παλιό του πρόγονο και ιδρυτή του κράτους των Σελτζούκων, το μεγάλο σουλτάνο Αλπ-Αρσλάν. Ο σοφός αυτός άρχοντας έλεγε, η σοφία και η δύναμη του Αλλάχ είναι απέραντες και η δόξα και η μεγαλειότητα των ανθρώπων, όσο σπουδαία κι αν θεωρείται πάνω στη γη, είναι τιποτένια και στο τέλος γίνεται σκόνη. Για μια στιγμή, ο όγκος του αρχοντικού σπιτιού του φάνηκε πως έπαιρνε την όψη βράχου με μορφή κάποιας παράξενης γυναίκας και τού ‘ρθε να τραβήξει τα χαλινάρια που κρατούσε στα χέρια του.

Απ’ τα χλιμιντρίσματα και τα ποδοβολητά του αλόγου θορυβήθηκαν οι φρουροί του αρχοντικού και δυο ψηλόκορμοι άντρες πρόβαλαν μέσα στη νύχτα και στάθηκαν απειλητικοί μπροστά στη μεγάλη πόρτα του πέτρινου τοίχου κοντά στο αφρισμένο άλογο. Τα πρόσωπά τους φαίνονταν αγριωπά μέσα στο σκοτάδι και τα γιαταγάνια τους ξεχώριζαν γυμνά στα χέρια τους. Βλοσυροί και λιγόλογοι, μ’ αυστηρή φωνή, σταμάτησαν τον καβαλάρη.

-Ποιος είσαι και πού πας; Είπε προστακτικά ένας απ’ τους φρουρούς.

-Δεν έχω να πω τίποτα σε σας, απάντησε ο καβαλάρης με σταθερή φωνή, που ο τόνος της δήλωνε βιασύνη κι αποφασιστικότητα. Σας λέγω μόνο ότι έρχομαι απ’ την Αδριανούπολη. Δεν σταμάτησα καθόλου στο δρόμο μου. Αλλά ας μην χάνουμε καιρό. Ανοίξτε την πόρτα και οδηγήστε με αμέσως στον κύριό σας.

Οι φρουροί, μόλις άκουσαν ότι ο βιαστικός άγνωστος έρχεται απ’ την πρωτεύουσα και θέλει να δει προσωπικά το μεγάλο τους αφέντη, παρ’ ότι φάνηκαν δισταχτικοί στην αρχή, παραμέρισαν. Άνοιξαν τη μεγάλη βαριά αυλόπορτα και άφησαν να περάσει μέσα ο απροσδόκητος νυχτερινός επισκέπτης, προστάζοντάς τον ταυτόχρονα να κατεβεί απ’ το άλογό του.

Στο φως του λιχναριού, που βιαστικά έφερε ένας στρατιώτης, διέκριναν το αφρισμένο απ’ τον ιδρώτα σώμα του αλόγου να αστραποβολά σύγκορμο και ν’ αχνίζει ολόκληρο μέσα στην κρύα νύχτα. Ένα αίσθημα απορίας και τρόμου μαζί ζωγραφίστηκε στα αδρά και σκληραγωγημένα πρόσωπά τους.

Η φορεσιά του καβαλάρη δεν έδειχνε αρχοντική. Δεν ήταν, όμως και συνηθισμένη απλού στρατιώτη. Το ίδιο και τα χαλινάρια και η σέλα του αλόγου του. Κάτι λαμπερά σημάδια ξεχώριζαν μέσα στο μισοσκόταδο πάνω στη θήκη του γιαταγανιού του κι αυτό έκανε το στρατιώτη που κρατούσε το λυχνάρι και που τα είχε προσέξει, να σκύψει κάπως το σαρικοφορεμένο κεφάλι του, σα να ήθελε να υποκλειθεί. Ένας άλλος φρουρός πετάχτηκε απ’ το φυλάκιο αγουροξυπνημένος και πήρε το μουσκεμένο άλογο, να το πάει στο σταύλο και να το περιποιηθεί. Η συνοδεία των φρουρών, με το λυχνάρι στο χέρι, ακολούθησε τον ξένο και τον οδήγησε στο μεγάλο κτίριο που βρίσκονταν στο βάθος της δεντροσκέπαστης αυλής. Όσο πλησίαζαν πιο κοντά, το μεγάλο αρχοντικό έδειχνε πιο πολύ την αρχοντιά του. Στεκόταν βουβό κι αγέροχο μέσα στη νύχτα. Δυο-τρία παράθυρά του έφεγγαν ακόμα και το θαμπό τους φως διακόπτονταν πότε-πότε απ’ τα πυκνόφυλλα κλαδιά των δέντρων, καθώς ο αέρας τα ανάγκαζε να κινούνται άρυθμα μπροστά τους. Το όλο οικοδόμημα ήταν σοβαρό, επιβλητικό και μέσα στη νύχτα προξενούσε στο θεατή του κάποιον ανεξήγητο σεβασμό κι ένα ακαθόριστο δέος.

Καθώς η συνοδεία άρχισε να ανεβαίνει τα πρώτα σκαλιά της μεγάλης προς τον κάμπο πλακόστρωτης βεράντας, ο ξένος απ’ την Αδριανούπολη σκέφτηκε: Δεν είχε άδικο ο πονηρός και πανέξυπνος μέγας βεζίρης Χαλλίλ πασάς, να υποδείξει αυτό το μέρος στο σουλτάνο Μουράτ για κατοικία του διαδόχου του και μέλλοντα σουλτάνου.

Πραγματικά, ο Χαλλίλ πασάς, λογικός και ειρηνόφιλος καθώς ήταν, εύκολα διέκρινε τη θυμώδη και δυναμική ιδιοσυγκρασία του μεγαλύτερου γιου απ’ τους επιζώντες του αφέντη του. Και, επειδή γρήγορα διαπίστωσε τις κατακτητικές και πολεμόχαρες διαθέσεις του, με διάφορα προσχήματα και δικαιολογίες, κατάφερε από νωρίς να πείσει το σουλτάνο, ώστε ο γιος του να απομακρυνθεί όσο το δυνατόν πιο μακριά απ’ την Αδριανούπολη, μόλις θα παρουσιαζόταν μια κατάλληλη ευκαιρία. Και η κατάλληλη ευκαιρία δεν πολυάργησε να παρουσιαστεί.

Ο τρομερός Τουργατήρ, τον οποίο έτρεμαν όλοι οι λαοί προς την Αρμενία και την Καπαδοκία, με χαρά δέχτηκε τις προτάσεις της Πύλης κι έστειλε το γρηγορότερο τη νεαρή και όμορφη κόρη του, να γίνει γυναίκα του γιου του ξακουστού Μουράτ, του νεαρού Μωάμεθ, του μέλλοντα διαδόχου του οθωμανικού θρόνου.

Ο Τουργατήρ δέχτηκε πρόθυμα να συγγενέψει με το σουλτάνο, γιατί δίπλα του, στην περιοχή της Αμάσειας, ήταν ηγεμόνας ένας απ’ τους γιους του Μουράτ κι έτσι, με το γάμο αυτό, θα είχε σίγουρο και δυνατό σύμμαχο σε περίπτωση επίθεσης απ’ τους Καραμάνους απ’ το νότο ή τον Καρά-Γιουσούγ απ’ το βορρά. Αφού κλείστηκε το συνοικέσιο, ο Μουράτ έστειλε το Σαριζά πασά να φέρει την ξακουστή νύφη με τους πολλούς της θησαυρούς και την πλούσια προίκα της. Ο Σαριζά πασάς, με την όμορφη νύφη και τη μεγάλη ακολουθία της, γρήγορα έφτασε στην Καλλίπολη. Εκεί υποδέχτηκαν την πολύφερνη νύφη μεγιστάνες και πασάδες αντιπρόσωποι του Μουράτ, οι οποίοι και την έφεραν στην Αδριανούπολη.

Οι γιορτές του γάμου άρχισαν το Σεπτέμβριο και τελείωσαν το Δεκέμβριο. Καθημερινά έφταναν άρχοντες και αντιπρόσωποι χριστιανών και Τούρκων ηγεμόνων με πολλά και πολύτιμα δώρα, να συγχαρούν το Μουράτ και να δώσουν τις ευχές τους στους νεόνυμφους.

Να λοιπόν η ευκαιρία που περίμενε ο Χαλλίλ πασάς, για να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του και να απαλλαγεί απ’ την παρουσία του δύστροπου Μωάμεθ στο σεράι. Πλησίασε το σουλτάνο και με την πονηρή του τακτική κατάφερε, ώστε να δοθεί μια πολύ καλή και ικανοποιητική για όλους λύση. Ο Μουράτ, ανάμεσα στα άλλα δώρα που πρόσφερε στο γιο του με την ευκαιρία του γάμου του, τον διόρισε και ηγεμόνα της Μικράς Ασίας και της Λυδίας. Αμέσως μετά το γάμο, το νεαρό ζευγάρι έφυγε για τη Μαγνησία κι εγκαταστάθηκε στο μεγάλο κι επιβλητικό αυτό σπίτι και για δυο περίπου μήνες τώρα ζει εδώ ήσυχο, ασφαλισμένο και ανενόχλητο και προπαντός μακριά απ’ την Αδριανούπολη και το σεράι.

Σιωπηλή και βιαστική η συνοδεία ανέβηκε τα λίγα πέτρινα σκαλιά, διέσχισε την απλόχωρη βεράντα και ζύγωσε στη μεγάλη πόρτα που στέκονταν ατράνταχτη κι απροσπέλαστη μπροστά τους.

Ένας βαθύς κρότος κάποιας αμπάρας που σέρνονταν ακούστηκε κι ένας διαπεραστικός τριγμός ανατάραξε απότομα τη νύχτα. Ο θόρυβος αντήχησε οξύτερος και διαπεραστικότερος μέσα στο γεμάτο επιβλητικότητα και δέος αυτό περιβάλλον. Στο άκουσμα των βημάτων των στρατιωτών, που θορυβώδη αντιχούσαν στην πλακόστρωτη βεράντα και πλησίαζαν προς την πόρτα, κάποιος από μέσα μισάνοιξε το ένα φύλλο της μεγάλης διπλής εξώπορτας. Δυο-τρεις κοφτές κουβέντες ανταλλάχτηκαν κι ο θυρωρός, ένας νέος και γεροδεμένος ευνούχος με φαρδιές βράκες και γυμνό στήθος, μ’ ένα μεγάλο και βαθύ σημάδι στο αριστερό του μάγουλο, που άρχιζε απ’ την άκρη του φρυδιού του και κατέβαινε μέχρι το κάτω μέρος του αφτιού του, υποκλίθηκε βαθιά στον ξένο. Έδιωξε τους φρουρούς πίσω στις θέσεις τους, ξανάκλεισε κι αμπάρωσε τη βαριά πόρτα και προχώρησε προς το βάθος του ευρύχωρου διαδρόμου. Έκανε νόημα στον ξένο να περιμένει και μπήκε σ’ ένα απ’ τα διπλανά δωμάτια. Σε λίγο ξαναγύρισε και με μια χειρονομία κάλεσε τον ξένο να προχωρήσει.

Ο καβαλάρης απ’ την Αδριανούπολη μπήκε σε μια μεγάλη αίθουσα, που το μισοσκόταδο την έκανε μεγαλύτερη και, πριν προλάβει να φέρει τα μάτια του ένα γύρο και να την περιεργαστεί, μια μεσόκοπη σκλάβα έφερε κι απίθωσε πάνω σ’ ένα σκαλισμένο λυχνοστάτη ένα μικρό και θαμπό λυχνάρι. Έριξε το βλέμμα της στον ξένο, κοντοστάθηκε για λίγο κι έμεινε εκεί στη θέση της, σαν αναποφάσιστη και διστακτική. Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν περίεργα και με τέτοια επιμονή και δύναμη, σα να ήθελε ο καθένας να διαβάσει με μιας την ψυχή και τη σκέψη του άλλου και ν’ αρπάξει γρήγορα κι όλα μαζεμένα τα μυστικά που έκρυβε η καθεμιά απ’ τις δυο καρδιές μέσα της.

Η γριά, νικημένη απ’ τη δύναμη των ματιών του ξένου, έσκυψε το κεφάλι της και χάθηκε στο διάδρομο, χωρίς να πει κανένας τους ούτε μια λέξη. Μια διπλανή πόρτα, που ο ξένος δεν είχε ακόμα διαπιστώσει την ύπαρξή της, άνοιξε κι ένας νεαρός άντρας ως είκοσι-εικοσιδύο χρόνων, μάλλον λεπτός, με μέτριο ανάστημα και γαμψή μύτη, παρουσιάστηκε μπροστά του. Ο νέος φορούσε άσπρο μακρύ χιτώνα με φαρδιά κιτρινωπή ζώνη και κιτρινωπές γυαλιστερές λουρίδες στον ποδόγυρο και στα φαρδιά του μανίκια. Ο αγγελειοφόρος, μόλις τον αντίκρισε, έπεσε στα γόνατα κι έσκυψε το κεφάλι του τόσο χαμηλά, που το λερωμένο του σαρίκι ακούμπησε στο πάτωμα.

Ήταν ο πρώτος που πρωτοπροσκυνούσε το νέο σουλτάνο Μωάμεθ το δεύτερο.

-Πολυχρονεμένε μου αφέντη σε προσκυνώ, είπε με μεγάλη ταπεινότητα ο αγγελειοφόρος απ’ την Αδριανούπολη, ενώ τα χέρια του ελαφρά και με σεβασμό ακουμπούσαν τα πόδια του νέου μονάρχη. Ο μεγάλος Αλλάχ να μεγαλύνει τη βασιλεία σου, πρόσθεσε με φωνή που έδειχνε απόλυτη υποταγή και αφοσίωση.

Ο Μωάμεθ τον ανασήκωσε όρθιο και τον ρώτησε βιαστικά και μ’ απορία.

-Τι συμβαίνει Μεχμέτ. Πες μου αμέσως και χωρίς περιστροφές.

-Πολυχρονεμένε μου αφέντη, επανέλαβε ταπεινά ο Μεχμέτ και με σταθερή φωνή και χαμηλωμένα μάτια συνέχισε. Αν είναι θέλημα του Αλλάχ να πέσει το κεφάλι μου απ’ το χέρι σου, για τα νέα που σου φέρνω, ας γίνει το θέλημά του. Κι αν η μεγαλειότητά σου θέλει να μου χαρίσει τη ζωή, θα μείνω πάντα πιστός υπηρέτης και δούλος της, όσο η παντοδυναμία σου προστάζει.

Ο Μωάμεθ δεν τον διέκοψε κι αυτό του έδινε θάρρος να συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις και να φερθεί σαν πραγματικός πιστός του Αλλάχ και υπηρέτης του σουλτάνου. Μόνο τον κρατούσε σφιχτά απ’ το μπράτσο και άκουγε. Παρ’ ότι ο νεαρός πρίγκιπας υποπτεύοταν ότι κάτι το πολύ σπουδαίο συμβαίνει, προσπαθούσε να φαίνεται ήρεμος και συγκρατημένος κι ήθελε να δείξει στον πιστό του αγγελιοφόρο και να αποδείξει και στον εαυτό του, ότι μπορεί να αυτοκυβερνηθεί όταν χρειάζεται. Για μια στιγμή, τού ‘σφιξε δυνατά το χέρι, σα να ήθελε να του πει: ‘’Μη σταματάς. Λέγε. Και λέγε μου σύντομα τι συμβαίνει.’’

-Αφέντη μου, συνέχισε ο Μεχμέτ. Ο μεγάλος Αλλάχ, πριν από τρεις μέρες κάλεσε το δοξασμένο μας βασιλιά, το γενναίο κι ανίκητο πατέρα σου κοντά του. Τη στιγμή αυτή βρίσκεται μαζί με τους άλλους προγόνους του στην κοιλάδα των πραγματικών πιστών του Προφήτη. Πέθανε στο σεράι από αποπληξία πάνω στο γλέντι.

Ο Μωάμεθ δεν απάντησε. Έσφιξε τα χείλη και την καρδιά του κι έμεινε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα. Ύστερα, απότομα ξανάσφιξε το μπράτσο του Μεχμέτ και του είπε:

-Ποιος άλλος έμαθε την είδηση αυτή έξω απ’ την Αδριανούπολη;

-Νομίζω κανένας, απάντησε με πεποίθηση ο Μεχμέτ. Εγώ έφυγα απ’ το παλάτι κρυφά και αμέσως. Κανένας δε με είδε. Κανένας δεν ξέρει πού πήγα. Σε κανένα δεν είπα τίποτα. Ήρθα κατευθείαν εδώ. Δεν καθυστέρησα στο δρόμο και κανένας δε με γνώρισε απ’ όπου πέρασα. Στην Αδριανούπολη θα είναι ακόμα ζαλισμένοι απ’ το τραγικό γεγονός. Πιστεύω, όμως, ότι γρήγορα θα στείλουν κι αυτοί ανθρώπους τους εδώ, για να σου φέρουν και επίσημα την είδηση.

-Θα φύγουμε ξημερώματα, τον διέκοψε ο Μωάμεθ. Ξεκουράσου και μην πεις σε κανέναν τίποτα, πρόσθεσε επιτακτικά και έφυγε απ’ την αίθουσα.

Ένας γκριζογένης υπηρέτης παρουσιάστηκε σιωπηλά, πήρε το Μεχμέτ μαζί του και τον οδήγησε σ’ ένα διπλανό δωμάτιο για να ξεκουραστεί.

Η γριά σκλάβα, της οποίας τα λυπημένα μάτια τον κοίταζαν πριν από λίγο τόσο παράξενα κάτω απ’ το αχνό φως του λυχναριού, τού ‘φερε καθαρά ρούχα και τού ‘δειξε την πόρτα του χαμάμ για να λουστεί.

Το ζεστό νερό του λουτρού ξεμούδιασε το ξυλιασμένο απ’ το κρύο και την κούραση κορμί του κι ο ατμός που τον τύλιγε, του ξεκούραζε τα νεύρα και τού ‘δινε καινούρια δύναμη κι αντοχή. Αναλογιζόταν την εμπιστοσύνη που τού ‘δειξε ο καινούριος σουλτάνος κι η καρδιά του σπαρταρούσε από χαρά και περηφάνια. Ήθελε να διώξει όλες τις σκέψεις του και να παραδοθεί ολόκληρος στη μέθη της ευτυχίας του αυτής. Παράξενο, όμως! Άθελά του, όλο και τρύπωνε στο μυαλό του ένα περίεργο ερώτημα. Μια σκέψη αλλόκοτη κι ένα ενδιαφέρον ακατανίκητο γέμιζε το νου του. Χωρίς να το καταλαβαίνει προσπαθούσε να θυμηθεί, πού ξαναείδε αυτή τη γριά σκλάβα. Οπωσδήποτε κάπου την είχε ξαναδεί. Κάτι μέσα του τον βεβαίωνε γι’ αυτό. Θυμήθηκε περιστατικά, ξεσκάλισε γεγονότα και ιστορίες, ξανάφερε στη μνήμη του παλιά περασμένα και, παραδομένος στη γλυκειά ζάλη που προξενεί το μούδιασμα του ζεστού λουτρού, ο νους του αφέθηκε ελεύθερος να τρέχει. Κι έτρεχε αδιάκοπα πίσω. Ξεμάκραινε πολλά χρόνια στο παρελθόν, προσπαθώντας κάτι να βρει, κάτι ν’ ανακαλύψει για την παράξενη αυτή γριά. Για μια στιγμή, πετάχτηκε απάνω σαν κάτι να τον κέντρισε. Η μνήμη του τον τσίμπησε σα βελόνα και τον ανάγκασε με μιας να ξυπνήσει απ’ το λίθαργό του.

-Μάλιστα, είπε μονολογώντας. Τώρα θυμάμαι ποια είναι.

Πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια, νεαρός τότε κι ο ίδιος, όπως τώρα ο σημερινός αφέντης του, είχε πάει με μια ακολουθία έμπιστων ανθρώπων του σεραγιού στη Σερβία, για να πάρουν τη νεαρή κόρη του πρίγκιπα της Σερβίας Γιώργη Βράκοβιτς, την όμορφη Μάρα, για να γίνει γυναίκα του τότε κυρίου του Μουράτ του δεύτερου. Η Μάρα δεν ήταν μόνο όμορφη, έξυπνη και πλούσια. Η γενιά της, απ’ της μάνας της το μέρος, κρατούσε απ’ την αυτοκρατορική οικογένεια της Τραπεζούντας. Ήταν κόρη της αδερφής του αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνού, του λεγόμενου Καλογιάννη. Κρατούσε, λοιπόν, από πολύ μεγάλα τζάκια, γι’ αυτό και ήταν περιζήτητη.

Ο πρίγκιπας ήταν χριστιανός και η Μάρα χριστιανή. Οι στρατιώτες της συνοδείας αναρωτιόταν στο δρόμο, γιατί πηγαίνουμε να φέρουμε νύφη χριστιανή, αφού ο Προφήτης απαγορεύει το γάμο στους πιστούς με άπιστες. Άλλωστε, ο Βράκοβιτς πολλές φορές το είπε καθαρά, ότι θα σέβεται και θα υπακούει το σουλτάνο, αλλά δε θα τουρκέψει. Η συζήτηση έπαιρνε κι έδινε στους στρατιώτες, ώσπου ένας ιμάμης της συνοδείας μπήκε στη μέση κι εξήγησε –πόσα ξέρουν αλήθεια αυτοί οι ιμάμηδες σ’ όποιον Προφήτη κι αν ανήκουν- ότι ο Προφήτης απαγορεύει τέτοιους γάμους στους απλούς πιστούς, όχι, όμως και σ’ ένα σουλτάνο, που είναι κι αυτός Προφήτης επί της γης. Ύστερα, οι γάμοι αυτοί έχουν να κάνουν με συμμαχίες, συμφέροντα του κράτους και κατακτήσεις της αυτοκρατορίας μας. Και αν κανένας μπορεί να τα σκεφτεί όλα αυτά, θα βρει κι άλλες πολλές δικαιολογίες. Και το Κοράνι κάνει εξαιρέσεις –και με το δίκιο του- όταν πρόκειται για το καλό του Ισλάμ. Κάτι τέτοια έλεγε στους στρατιώτες ο ιμάμης, που δεν μπορούσαν να τα καταλάβουν και πολύ καλά οι αγροίκοι εκείνοι μαχητές. Τους μπέρδεψε τόσο πολύ, ώστε στο τέλος παράτησαν τη συζήτηση. Αλλά και στο κάτω-κάτω, γιατί να καταλάβουν; Αυτοί ήταν στρατιώτες. Δεν ήταν ιμάμηδες, να ανακατεύονται σε τέτοια πράγματα. Ύστερα, αφού ο ιμάμης το βρίσκει σωστό, έτσι θα πρέπει να είναι. Το ξανάριξαν λοιπόν στην ξεγνοιασιά, ήπιαν ρακί κι έκαναν κέφι και χαρούμενοι πήγαν κι έφεραν την όμορφη Μάρα με την ακολουθία της και τις σκλάβες της απ’ τη Σερβία.

Ναι. Τώρα το βλέπει καθαρά. Η όμορφη νύφη πάντα είχε κοντά της μια ωραία, μεγαλύτερή της στην ηλικία, σκλάβα. Ήταν κι αυτή χριστιανή, όπως και η κυρά της. Φαίνονταν σοβαρή, πρόθυμη και πάντοτε ήταν λιγομίλητη. Με καλοσύνη κι απλότητα φερόταν στις άλλες σκλάβες και, γρήγορα και δίχως πολύ θόρυβο, έκανε ό,τι της ζητούσε η Μάρα. Η σκλάβα αυτή, με το ωραίο της παρουσιαστικό, την απροσποίητη σβελτάδα της και την άδολη καλοσύνη της, πραγματικά ξεχώριζε ανάμεσα στις άλλες σκλάβες. Αν, όμως, κανείς την καλοπρόσεχε θά ‘βλεπε πως τα μεγάλα της μάτια φαίνονταν τις περισσότερες φορές ανέκφραστα και υγρά και τα χείλη της έμεναν κλειστά κι έπαιρναν μια παράξενη σύσπαση, σα νά ‘θελαν με κόπο να συγκρατήσουν έναν παράξενο αναστεναγμό που ανέβαινε απ’ τα βάθη της καρδιάς της. Τώρα θυμάται πόσο έκλαψε η σκλάβα αυτή, όταν μια μέρα, λίγα χρόνια αργότερα, το 1438, έφτασε στο παλάτι η είδηση, ότι ο τρομερός σουλτάνος και αφέντης της Μουράτ ο ΙΙ, αφού νίκησε τον πεθερό του Γιώργη Βράκoβιτς –τι φρίκη! τον πατέρα της Μάρας- στη μάχη του Σμενδέρεβο, συνέλαβε τους δυο γιους του πρίγκιπα της Σερβίας και δικούς του κουνιάδους και τους τύφλωσε . . .!

Ναι, αυτή ήταν η γριά σκλάβα, που τον κοίταζε με παράξενη επιμονή και έντονη περιέργεια απόψε. Ήταν η Γιασμίν. Η χριστιανή απ’ τη Σερβία. Φαίνεται, πως η σουλτάνα Μάρα, η χήρα τώρα του Μουράτ ΙΙ, την έστειλε πριν πολύ καιρό εδώ στη Μαγνησία, για να φροντίζει και να περιποιείται το ανάκτορο αυτό και τώρα την άφησε στην υπηρεσία του Μωάμεθ, για να τον υπηρετεί και να τον περιποιείται. Γι’ αυτό χάθηκε απ’ το σεράι και δεν φαινόταν ανάμεσα στις άλλες γυναίκες η όμορφη σκλάβα. Πόσο καλή ήταν η Γιασμίν και πόση εμπιστοσύνη της είχε η Μάρα! Με τις σκέψεις αυτές, ο Μεχμέτ γύρισε στο δωμάτιό του και, ξεκουρασμένος απ’ το λουτρό και ξαλαφρωμένος γιατί έλυσε μια απορία που τον βασάνιζε, δεν κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος.

Ξημερώματα ξύπνησε απ’ τη βοή και το θόρυβο των ανθρώπων που μπαινόβγαιναν στο κτίριο και φώναζαν δυνατά δίνοντας διάφορες λιγόλογες διαταγές. Θορυβήθηκε απ’ το ποδοβολητό και τα χλιμιντρίσματα αλόγων, που πηγαινοέρχονταν στην αυλή κι αναστατώθηκε απ’ την οχλοβοή των γενιτσάρων, που βιαστικοί έτρεχαν στις φρουρές και συγκέντρωναν παράξενους σάκους ή πολύσχημα κιβώτια στη μέση της μεγάλης αυλής κάτω απ’ τα δέντρα. Απ’ την οχλοβοή αυτή, ο Μεχμέτ πετάχτηκε επάνω. Ντύθηκε γρήγορα κι ετοιμάστηκε να παρουσιαστεί στο Μωάμεθ. Απ’ το παράθυρο, όμως, του δωματίου του είδε για μια στιγμή το νεαρό σουλτάνο να πηγαινοέρχεται καβάλα στο άλογό του, ανάμεσα στους αξιωματικούς της αυλής του, δίνοντας διάφορες διαταγές. Φαινόταν βιαστικός και ανυπόμονος. Ο Μεχμέτ έτρεξε στο σταύλο, πήρε το άλογό του, που το βρήκε σελωμένο κι έτοιμο να τον περιμένει και βγήκε στην αυλή. Ο νεαρός μονάρχης τον είδε από μακριά, σπιρούνισε το άλογό του κι έτρεξε κοντά του. Χωρίς να δώσει καθόλου καιρό στο Μεχμέτ να τον προσκυνήσει ή να υποκλιθεί τουλάχιστο μπροστά του, του είπε κοφτά.

-Ανέβα στο άλογό σου και έλα μαζί μου, ‘’Μεχμέτ αγά’’.

Ο Μεχμέτ ξαφνιάστηκε με τα τελευταία αυτά λόγια του Μωάμεθ. Μεχμέτ αγά; Αναρωτήθηκε. Άκουσε καλά ή έτσι του φάνησε; Έγινε λοιπόν τόσο ξαφνικά και εύκολα αγάς, αυτός που μέχρι τώρα ήταν ένας άσημος γενίτσαρος του παλατιού; Ο νους του για λίγο θόλωσε. Το μυαλό του του φάνηκε πως σταμάτησε να λειτουργεί. Τα μάτια του σκοτείνιασαν ξαφνικά απ’ τη στιγμιαία ζάλη του και μόνο η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε ξαφνιασμένος κατάματα το Μωάμεθ. Εκείνος κατάλαβε την ταραχή του και του χαμογέλασε ελαφρά, σα να τού ‘λεγε: ‘’Η αφοσίωσή σου κι η αγάπη σου για μένα δίκαια σ’ ανεβάζουν στο αξίωμα του αγά αυτή τη στιγμή’’. Ταυτόχρονα έβγαλε μια φανταχτερή ασημένια αλυσίδα που φορούσε στο λαιμό του και την έριξε στα χέρια του ξαφνιασμένου υπηκόου του, λέγοντάς του δυνατά κι επίσημα.

-Μεχμέτ αγά. Από σήμερα είσαι προσωπικός ακόλουθός μου. Ανέβα στο άλογό σου και μη χάνουμε καιρό.

Ο Μεχμέτ, σα να συνήλθε από κάποιο παράξενο όνειρο, πέρασε την ασημένια αλυσίδα στο λαιμό του κι ανάλαφρος σαν το φτερό πήδησε στη σέλα του αλόγου του κι ακολούθησε τον κύριό του, ο οποίος κατευθύνθηκε προς το σωρό των καβαλαραίων αξιωματικών της αυλής του και στάθηκε ανάμεσά τους. Όλοι κράτησαν τα άλογά τους και στράφηκαν προς το διάδοχο του θρόνου. Πού να ήξεραν ότι αυτός, που ακόμα τον νόμιζαν για διάδοχο, είχε γίνει σουλτάνος εδώ και τέσσερις μέρες!

Ο Μωάμεθ σταμάτησε το άλογό του, κοίταξε για μια στιγμή γύρω του και είπε προς τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες που ήταν μαζεμένοι στην αυλή.

-Όσοι από σας με αγαπούν, ας με ακολουθήσουν· και σπιρουνίζοντας δυνατά το άλογό του κάλπασε ακάθεκτος προς τη μεγάλη αυλόπορτα. Η φωνή του αντήχησε ξερή και κοφτή μέσα στο πρωινό μισοσκόταδο. Δίπλα του κάλπασε ο πιστός του Μεχμέτ και πίσω του ένα μπουλούκι αξιωματικοί και στρατιώτες ξεχύθηκαν, χωρίς να ξέρουν για πού πηγαίνουν.

Είχαν αφήσει μακριά πίσω τους τη Μαγνησία, όταν πρόβαλε θαμπός και κρύος ο ήλιος στον ορίζοντα κι άρχισε να σκαρφαλώνει δειλά-δειλά στο συννεφιασμένο και ψυχρό ουρανό της Μ. Ασίας. Κανένας απ’ τους πιστούς ακολούθους του Μωάμεθ δεν ήξερε πού πήγαιναν. Κανένας δεν ρωτούσε τίποτα. Κανένας δεν μιλούσε. Μόνο όλοι αναρωτιόταν μέσα τους, τι συμβαίνει; χωρίς κανένας να τολμάει να ρωτήσει έστω και το παραμικρό το διπλανό του. Μόνο κάλπαζαν και προσπαθούσαν όλοι τους να είναι πιο κοντά στο Μωάμεθ. Ο Μεχμέτ δεν τον άφηνε από κοντά του.

Η μέρα προχωρούσε . . . Ο ήλιος έδυσε και ξανανέτειλε κι αυτοί κάλπαζαν καβάλα στ’ άλογά τους. Κατά το απομεσήμερο, ένας διαφορετικός αέρας της θάλασσας χτυπούσε τα πρόσωπά τους. Μπροστά τους, μακριά στο βάθος, άρχισαν να ξεχωρίζουν μέσα στον αχνό ορίζοντα τα στενά του Ελλήσποντου κι απέναντι τα υψώματα της Καλλίπολης. Τα άλογα λαχανιασμένα ξεφυσούσαν δυνατά. Με τεντωμένους τους λαιμούς κι ανασηκωμένες τις χαίτες έτρεχαν ασταμάτητα.

Στην Καλλίπολη ανακοίνωσε ο Μωάμεθ σ’ όλους τους πιστούς ακολούθους του το μεγάλο νέο. Όλοι οι άνθρωποί του, αξιωματικοί και στρατιώτες έπεσαν στα γόνατα και τον προσκύνησαν βαθιά. Το είχαν κι αυτοί καμάρι και περηφάνια, που τους δόθηκε η τιμή να προσκυνήσουν πρώτοι το νέο σουλτάνο τους, τον καινούριο αφέντη και κύριο της απέραντης αυτοκρατορίας τους.

«Ζήτω ο πολυχρονεμένος μας σουλτάνος», αντιβούιξε μια ιαχή απ’ όλων τα στόματα.

Εδώ στην Καλλίπολη, ο Μωάμεθ έμεινε δυο μέρες κι έκανε γνωστό το θάνατο του πατέρα του σ’ όλους τους κατοίκους της πόλης και της γύρω περιοχής. Αμέσως, πολυάριθμα ένοπλα πλήθη άρχισαν να καταφθάνουν από παντού στην Καλλίπολη, για να δουν, να προσκυνήσουν και να ζητοκραυγάσουν το νέο σουλτάνο. Με ακολουθία όλον αυτόν τον ένοπλο όχλο, ξεκίνησε ο νέος μονάρχης για την Αδριανούπολη. Στο δρόμο, όλο και νέοι οπλοφόροι προσθέτονταν στο πλήθος που τον ακολουθούσε κι όλο και πιο πολύ ξεμάκραινε η ουρά της ποικιλόχρωμης συνοδείας του, καθώς διέσχιζαν τις ανοιχτές εκτάσεις της Θράκης, καλπάζοντας προς βορρά.

Δεξιά τους τώρα είχαν την Κωνσταντινούπολη και κάπου-κάπου διακρίνονταν στο βάθος του ορίζοντα και κανένας πύργος απ’ τα ερειπωμένα φρούρια των Βυζαντινών. Την εποχή αυτή, η βυζαντινή αυτοκρατορία αποτελούνταν απ’ την Κωνσταντινούπολη κι από ένα τρίγωνο, που εκτείνονταν περίπου 150 χιλιόμετρα προς βορρά και προς δυσμάς της βασιλεύουσας. Η όλη έκτασή της ήταν λίγο παραπάνω απ’ τη μισή Πελοπόννησο. Ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τις 80 χιλιάδες κατοίκους.

Η καρδιά του Μωάμεθ χτυπούσε δυνατά, καθώς έβλεπε το μικρό αυτό τρίγωνο να απλώνεται δεξιά του και να στέκεται εμπόδιο στα κατακτητικά του σχέδια. Κάλπαζε με το άλογό του και σκεφτόταν, σαν τι προετοιμασίες άραγε να κάνει τώρα ο αυτοκράτορας και σαν τι μέτρα να σκέφτεται να πάρει ή να πήρε κιόλας, για να εμποδίσει την επέκταση των Τούρκων στην Ευρώπη; Θα ασπαστεί, άραγε, τη συνθήκη που είχε συνάψει με το νεκρό πια πατέρα του Μουράτ, για να περνάει ο τουρκικός στρατός το στενό του Βοσπόρου και να πηδάει αμέσως και ελεύθερα απ’ τη μια Ήπειρο στην άλλη ή, με το θάνατο του πατέρα του, θα αρνηθεί την ισχή της; Η αμφιβολία αυτή τον στενοχωρούσε αφάνταστα κι αναλογιζόταν, πόση φασαρία και ανακατωσιά θα μπορούσε να φέρει στα σχέδιά του το φράξιμο του στενού εκείνου περάσματος των πενήντα μέτρων περίπου.

Γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του προς τον πιστό του ακόλουθο Μεχμέτ, ο οποίος εκείνη τη στιγμή πήγαινε τόσο κοντά του, που φαινόταν σα να ακουμπούσαν οι σέλες των αλόγων τους και, συγκρατώντας κάπως το άλογό του, είπε.

-Σκέφτομαι το στενό πέρασμα του Βοσπόρου που είναι απέναντι απ’ το Ανατόλια Χισάρ, μπροστά στο φρούριο του ένδοξου Βογιατζίτ. Σπουδαίο σημείο και για τις δυο Ηπείρους. Αυτό το είχε αναγνωρίσει και ο Δαρείος, γιατί κι αυτός ο μεγάλος βασιλιάς εκεί διέταξε να δεθούν οι δυο Ήπειροι με γέφυρα, για να περάσει ο πολυάριθμος στρατός του στην Ευρώπη. Το σπουδαίο εκείνο έργο ανέθεσε στο Σάμιο μηχανικό Μανδροκλή. Σώπασε για λίγο και μετά πρόσθεσε.

-Έξυπνοι άνθρωποι αυτοί οι Έλληνες, Μεχμέτ. Με κάθε τρόπο πρέπει να πάρουμε κοντά μας πολλούς απ’ αυτούς και τους πιο έξυπνους. Έχει πολλούς απ’ αυτούς εκεί μέσα κι έδειξε με το χέρι του δεξιά προς την Κωνσταντινούπολη. Ποιος ξέρει σαν τι σκέφτονται τώρα για μας. Γρήγορα, όμως, θα το μάθουμε, όπως γρήγορα θα μάθουν κι αυτοί τι σκεφτόμαστε κι εμείς για την πόλη τους.

Μια απότομη νευρική σύσπαση αλλοίωσε προς στιγμή τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και μια λάμψη μίσους άστραψε στο βλέμμα του καθώς πρόφερε τα τελευταία αυτά λόγια. Με νευρικότητα κέντρισε το άλογό του, το οποίο αναπήδησε απότομα και ξεχύθηκε καλπάζοντας προς τον ανοιχτό κάμπο. Ο Μεχμέτ κάλπασε πίσω του κι αυτός και σκέφτηκε: Σε μια-δυο μέρες, μόλις ανακηρυχτεί επίσημα σουλτάνος και απόλυτος εξουσιαστής ολόκληρης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κάποιος θά ‘ρθει κι απ’ την Κωνσταντινούπολη στις γιορτές του σεραγιού και τότε θα μάθει, πώς σκέφτονται και τι θέλουν αυτοί οι άπιστοι εκεί κάτω.

Αμίλητος ο Μωάμεθ διασχίζει ασταμάτητα τις πεδιάδες και περνά τα μέρη όπου πριν χρόνια νικήθηκε ο πατέρας του, ο τρομερός Μουράτ ο δεύτερος, απ’ αυτούς τους άπιστους και σπιρουνίζει βίαια το άλογό του για να τρέξει πιο γρήγορα. Να φθάσει όσο το δυνατό συντομότερα στην Αδριανούπολη, να γίνει μια ώρα γρηγορότερα σουλτάνος, για να τελειώσει όσο γίνεται νωρίτερα τους λογαριασμούς του με τον αυτοκράτορα. Κάλπαζε κι αναλογιζόταν πως τώρα ήταν κύριος όλων εκείνων των πλούσιων επαρχιών, που επί αιώνες συγκροτούσαν την εκτεταμένη βυζαντινή αυτοκρατορία των μεγάλων αυτοκρατόρων που γνώρισε η Κωνσταντινούπολη και η Ανατολή. Του Μεγάλου Κωνσταντίνου, του Μεγάλου Θεοδοσίου, του Νικηφόρου Φωκά, του Ιουστινιανού, του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου . . . Σκεφτόταν ότι, όπως όλα αυτά περιήλθαν παλαιότερα στα χέρια των γενναίων προγόνων του, έτσι και το μικρό αυτό τρίγωνο με τη χιλιόχρονη πόλη που απέμεινε θα πέσει στα χέρια τα δικά του.

Επικεφαλής της μεγάλης του συνοδείας και του αναρίθμητου λαού που τον ακολουθούσε έφθασε στην Αδριανούπολη. Ντελάληδες και προσωπικοί του απεσταλμένοι είχαν ειδοποιήσει για τον ερχομό του. Βεζίρηδες και πασάδες, αυλικοί και άρχοντες, μαζί με κόσμο πολύ, τον περίμεναν και τον υποδέχτηκαν έξω απ’ την πόλη. Η πρωτεύουσα πλημμύρισε από ενθουσιώδεις πιστούς του. Αμέσως ανακηρύχτηκε σουλτάνος και πήρε το θρόνο του πατέρα του. Μόλις ανέβηκε στο θρόνο, πήραν θέση δίπλα του οι βεζίρηδές του Ιμπραήμ και Σαριτζά και ο μεγάλος ευνούχος Σιαχήν μπέης. Πιο πέρα κάθισαν ο μέγας βεζίρης του Μουράτ Χαλλίλ πασάς και ο βεζίρης Ισαάκ πασάς. Και τούτο, γιατί το μέλλον τους ήταν αβέβαιο, αφού άλλαξε ο κύριός τους. Όταν τους είδε ο πονηρός Μωάμεθ να στέκουν παράμερα, ρώτησε με δυνατή φωνή για να ακουστούν τα λόγια του το Σιαχήν μπέη.

-Γιατί οι μεγάλοι αξιωματούχοι του πατέρα μου στέκουν παράμερα; Πέστε τους να πάρουν τις θέσεις που είχαν ως τώρα. Κι έκανε νόημα προς τους δυο βεζίρηδες να πλησιάσουν. Ο Χαλλίλ και ο Ισαάκ πλησίασαν και φίλησαν το χέρι του νέου κυρίου τους.

– Θα μείνετε στις θέσεις που είχατε ως τώρα, είπε επιτακτικά στους δυο πασάδες. Έτσι, ο Χαλλίλ πασάς έμεινε στη μεγάλη βεζιρία και ο Ισαάκ πασάς στη διοίκηση των ασιατικών επαρχιών. Ο Μωάμεθ δεν ήθελε να κάνει αλλαγές, για να αποφύγει προστριβές και δυσαρέσκειες, οι οποίες πιθανόν να διαιρούσαν την αυτοκρατορία του. Ήθελε όλους τους οπαδούς του ενωμένους και αφοσιωμένους στο θρόνο του.

Αμέσως, όλοι οι μεγιστάνες της πρωτεύουσας και όσοι άλλοι άρχοντες έτυχε να βρεθούν εκεί, τον προσκύνησαν και τον αναγνώρισαν για αρχηγό τους. Κάθε μέρα δε, έφταναν στην Αδριανούπολη πασάδες και άρχοντες απ’ όλα τα μέρη της απέραντης αυτοκρατορίας του, για να τον προσκυνήσουν. Ανάμεσά τους και η Μάρα, η χήρα του πατέρα του Μουράτ και κόρη του Γεωργίου Βράκοβιτς, του ηγεμόνα της Σερβίας. Τη Μάρα την εκτιμούσε ιδιαίτερα και την σεβόταν ο Μωάμεθ, γιατί έδειχνε κι αυτή ξεχωριστό ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Προσπαθούσε, με τον καλό της χαρακτήρα, να επιδράσει, όσο μπορούσε περισσότερο, στην ανατροφή του Μωάμεθ και να του μεταδώσει τις χριστιανικές αρχές της. Από μικρόν του μάθαινε χριστιανικές προσευχές. Ανάμεσα στις γυναίκες του Μουράτ, που ήρθαν να συλλυπηθούν το Μωάμεθ για το θάνατο του πατέρα του και να τον συγχαρούν για την άνοδό του στο θρόνο, ήταν και μια νεαρή γυναίκα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά, το μικρό γιο της Αχμέτ.

Την πρώτη μέρα όλα ήταν τυπικά και συγκρατημένα. Την επόμενη, όμως, το παλάτι ξαναφωτίστηκε, ξαναστολίστηκε και άρχισαν οι γιορτές για το ανέβασμα του νέου σουλτάνου στο θρόνο.

Μέσα στην οχλαγωγία και στο ανακάτεμα που επικρατούσε στο παλάτι το βράδυ εκείνο, ένας μεγαλόσωμος ευνούχος, πιστός και αφοσιωμένος δούλος του Μωάμεθ, ο Αλής, μ’ ένα νεύμα του κυρίου του ξεγλίστρησε απαρατήρητος και χάθηκε απ’ τη μεγάλη αίθουσα. Σε λίγο ξαναγύρισε και πάλι και απαθής ξαναπήρε τη θέση του δίπλα στο σουλτάνο. Το πρωί μαθεύτηκε, ότι ο μικρός αδερφός (από πατέρα) του Μωάμεθ, πρίγκιπας Αχμέτ, βρέθηκε πνιγμένος μέσα στο λουτρό του. Κανένας δεν πολυπρόσεξε το γεγονός. Ο Μωάμεθ διέταξε να ταφεί κι ο αδερφός του με τιμές στην Προύσα μαζί με τον πατέρα του, στους εκεί τάφους των μεγάλων προγόνων του.

Σε δυο μέρες, στην πρωτεύουσα της Ασίας, στην Προύσα, έγινε μεγαλοπρεπής μεγάλη κηδεία, στην οποία το γενικό πρόσταγμα είχε ο βεζίρης Ισαάκ πασάς και η οποία απήλλασσε πλέον από κάθε κίνδυνο τον πανίσχυρο τώρα Μωάμεθ.

Τα άλλα δυο αδέλφια του, ο Χασάν και ο Ορχάν, πέθαναν στην Αδριανούπολη και θάφτηκαν στις όχθες της Τούντζας, ο δε πέμπτος αδερφός του Αλαεδδίν είχε πεθάνει στην Αμάσεια. Ο μόνος κίνδυνος που παρέμενε ήταν ο συγγενής του Ορχάν, ο οποίος είχε καταφύγει παλαιότερα στους Βυζαντινούς και ζούσε στην Κωνσταντινούπολη.

Ο νεαρός σουλτάνος προσπάθησε απ’ την αρχή να εξουδετερώσει κάθε άμεσο κίνδυνο. Γι’ αυτό και διατήρησε στη μεγάλη βεζιρία τον παλιό μεγάλο βεζίρη του πατέρα του, τον πονηρό και έξυπνο Χαλλίλ πασά, παρ’ ότι γνώριζε ότι αυτός ήταν ο υποκινητής των ταραχών των γενιτσάρων στην Αδριανούπολη και άνθρωποί του έβαλαν φωτιά στο παλάτι της πρωτεύουσας και παρ’ ότι ήταν σίγουρος, ότι αυτός ήταν η αιτία της απομάκρυνσής του στη Μαγνησία. Επίσης, δεν ήταν αμελέτητος και χωρίς υστερόβουλους υπολογισμούς ο διορισμός του άλλου μεγάλου συμβούλου του πατέρα του, του Αλβανού εξωμότη Ισαάκ πασά στη γενική διοίκηση των εκτεταμένων κι ευφορότατων ασιατικών επαρχιών. Οι επαρχίες αυτές αποτελούσαν το αξιολογότερο τμήμα της αυτοκρατορίας του, γι’ αυτό και προσπάθησε να αμείψει όσο μπορούσε καλύτερα τους ανθρώπους εκείνους που φοβόταν περισσότερο. Επιπλέον, προσπάθησε να βγάλει απ’ τη μέση και το δράστη της δολοφονίας του αδερφού του Αχμέτ. Ο έμπιστος Αλής δολοφονήθηκε σε λίγες μέρες από δυο αγνώστους, Έτσι, έσβησε κάθε τυχόν μαρτυρία ή άλλη απόδειξη για τη δολοφονία του μικρού πρίγκιπα Αχμέτ.

Σε λίγες μέρες, όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του Μουράτ και η άνοδος στο θρόνο του νέου σουλτάνου Μωάμεθ, άρχισαν να καταφθάνουν στην Αδριανούπολη πρεσβευτές και να συρρέουν απεσταλμένοι από ξένους βασιλιάδες και πρίγκιπες, για να συλλυπηθούν την αυλή και να συγχαρούν το νέο σουλτάνο ή για να δηλώσουν την υποτέλειά τους σ’ αυτόν.

Μεταξύ των απεσταλμένων αυτών, των οποίων η στάση ήταν δουλική και το ύφος ταπεινότατο, ήταν και οι αντιπρόσωποι των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης και της Τραπεζούντας, των δεσποτών της Πελοποννήσου Θωμά και Δημητρίου, του πρίγκιπα της Σερβίας Γεωργίου Βράκοβιτς, των αρχόντων της Λέσβου Γατελούζων, των Γενουατών του Γαλατά και της Χίου, των ηγεμόνων της Βουλγαρίας, της Βλαχίας, της Ρόδου και άλλων πολλών.

Ο σουλτάνος δέχτηκε με μεγάλες τιμές στο πολυτελέστατο ανάκτορό του τους απεσταλμένους απ’ την Κωνσταντινούπολη και συνομίλησε μαζί τους για πολλή ώρα. Η στάση των αντιπροσώπων του αυτοκράτορα ήταν υποτακτική και δουλική[1], πράγμα το οποίο πρόσεξε ο σουλτάνος και πήρε νέο θάρρος και δύναμη για την προώθηση των σχεδίων του. Οι αντιπρόσωποι του Κωνσταντίνου, αντί να εκμεταλλευτούν τη δημιουργηθείσα νέα κατάσταση και το κενό που παρουσίασε ο θάνατος του Μουράτ και να εγείρουν σοβαρές αξιώσεις, όπως φοβόταν ο Μωάμεθ, αυτοί τον παρακάλεσαν να σεβαστεί τις υφιστάμενες συνθήκες, που συνομολόγησε παλιότερα η Πύλη με τον αυτοκράτορα και να τις τηρήσει, όπως τις τηρούσε και ο πατέρας του. Δηλαδή, να συνεχίσει κι αυτός να δέχεται τους φόρους που πλήρωνε ο αυτοκράτορας στο Μουράτ και να μην επιτεθεί κατά του Βυζαντίου και τους αφαιρέσει κι άλλες επαρχίες. Ο Μωάμεθ τους διαβεβαίωσε περί των καλών του προθέσεων και οι Βυζαντινοί αντιπρόσωποι, ύστερ’ απ’ αυτό, πήραν το θάρρος να εγείρουν αξιώσεις. Θυμήθηκαν, ότι πριν αρκετό καιρό είχε ζητήσει καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη ο Οθωμανός πρίγκιπας Ορχάν, δισέγγονος του Βογιατζίτ και ξάδερφος του Μωάμεθ. Ο Ορχάν ήρθε σε ρήξη με τους συγγενείς του και, κυνηγημένος απ’ αυτούς, αναγκάστηκε να ζητήσει άσυλο στην Κωνσταντινούπολη. Οι Βυζαντινοί τον περιμάζεψαν και τον προστάτεψαν απ’ τον κίνδυνο που διέτρεχε. Οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορα λοιπόν, μια και είδαν ότι ο νέος σουλτάνος είχε φιλικές διαθέσεις, βρήκαν την ευκαιρία να λύσουν ένα μεγάλο πρόβλημα (!), που απασχολούσε φαίνεται τη βυζαντινή αυλή. Τη διατροφή του Ορχάν! Με μεγάλη ταπεινότητα παρακάλεσαν το σουλτάνο να πληρώσει κάποια επιχορήγηση στον αυτοκράτορα για τη διατροφή του συγγενή του. Ο σουλτάνος, που περίμενε να ακούσει σοβαρές προτάσεις κι προετοιμαζόταν ν’ αντιμετωπίσει μια κάποια σθεναρότερη στάση των Βυζαντινών, έμεινε προς στιγμή άναυδος απ’ τη γελοία αυτή πρόταση και, για να τελειώνει με τους αφελείς και να τους αποκοιμίσει περισσότερο, διέταξε τους ακολούθους του να κανονίσουν αμέσως, ώστε να καταβάλονται κάθε χρόνο στον αυτοκράτορα τριακόσιες χιλιάδες άσπρα, για τη διατροφή του φυγάδα Ορχάν.

Είπε δε στους αυλικούς του χαρακτηριστικά.

-Είναι πολύ σωστό. Αφού δεν μπορέσατε να τον σκοτώσετε τότε, πρέπει να τον πληρώνετε τώρα. Και συνέχισε. Το ποσό αυτό να το συγκεντρώνετε απ’ τις τουρκικές κτήσεις της κοιλάδας του Στρυμώνα. Δηλαδή, απ’ τα κατεχόμενα απ’ τους Τούρκους ελληνικά εδάφη.

Με την τακτοποίηση αυτή της διατροφής του Ορχάν, οι συζητήσεις έληξαν. Οι πρέσβεις ικανοποιήθηκαν με τη ‘’σημαντική’’ τους επιτυχία και έφυγαν για την Κωνσταντινούπολη κι ο Μωάμεθ αποσύρθηκε, πιθανόν γελώντας, για να συνεχίσει ανενόχλητος την περαιτέρω κατάστρωση των κατακτητικών σχεδίων του.

Αργότερα, δέχτηκε στο σεράι και συνομίλησε για πολλή ώρα με τον ήρωα των Ούγγρων Ιωάννη Ουνυάδη, βοεβόδα της Τρανσυλβανίας και αντιβασιλιά της Ουγγαρίας. Ο Ουνυάδης πολλές φορές στο παρελθόν πολέμησε τον τουρκικό στρατό μ’ επιτυχία, αλλά τελευταία, πριν από τέσσερα χρόνια, το 1448, κατατροπώθηκε απ’ το Μουράτ στο Κόσσοβο. Ο πονηρός Μωάμεθ, για να απομονώσει περισσότερο τους Έλληνες, ανακαίνισε και ζέστανε τις σχέσεις του με τον Ουνυάδη. Του μίλησε φιλικά και μάλιστα συνομολόγησε και τριετή συνθήκη μαζί του. Το γεγονός αυτό έκανε εντύπωση στους χριστιανικούς λαούς του Αίμου, συγκράτησε και τους Σέρβους σε απραγία και τους κράτησε μακριά από κάθε ενέργεια κατά του σουλτάνου για αρκετόν καιρό. Μάλιστα δε, τους έφερε πλησιέστερα στο τουρκικό στρατόπεδο, όπως αποδείχτηκε αργότερα.

Όλο, όμως, το εκδηλούμενο ενδιαφέρον προς τους απεσταλμένους των ξένων ηγεμόνων ήταν τακτική απάτης και συστηματικής παραπλάνησης, γιατί ο Μωάμεθ προσπαθούσε στην πραγματικότητα να αποκοιμίσει τους ηγεμόνες των γύρω χωρών και να κερδίσει χρόνο, για να ετοιμαστεί ανενόχλητος για την εκπλήρωση του μεγάλου του ονείρου. Την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης.

Όσο οι πρεσβευτές, που τον επισκέπτονταν για να τον συλλυπηθούν για το θάνατο του πατέρα του και να τον συγγχαρούν για την άνοδό του στο θρόνο, απαρίθμηζαν και εξυμνούσαν τα κατορθώματα και τις επιτυχίες του πατέρα του, τόσο περισσότερο μεγάλωνε μέσα του η ζήλια και θέριευε η επιθυμία του, να κατορθώσει ό,τι δεν κατόρθωσαν όλοι οι πρόγονοί του. Να κυριέψει την Πόλη.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ ΕΝΟΧΟΙ”, Έκδοση 1980,
Μελβούρνη, Αυστραλία


[1]  Φραντζή Γ. ‘’Το Χρονικό της Άλωσης’’. Μετάφραση Βασ. Πελασγίτη ‘’Πάπυρος’’. Αθήναι 1971.


Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. Περιοχή Προύσας
    Καταγραφή αυθεντικών μαρτυριών από περιοχές Προύσας (Bursa στα Τουρκικά) Ο κατάλογος εμφανίζεται αλφαβητικά ανάλογα με το όνομα της περιοχής της Προύσ
  2. Προύσα ή Προύσσα-Bursa
    Πρωτεύουσα της ομώνυμης Περιφέρειας Προύσης στη Βορειοδυτική Τουρκία, η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας με πληθυσμό περίπου 2.500.000 κατοίκων. Παλαιά πόλη, κτισμένη αρχικά στην Κίο, δόθηκε από τον Φίλιππο τον Ε΄ της Μακεδονίας στον Βασιλέα Προύσιο της Βιθυνίας ως δώρο για την προσφερθείσα βοήθειά του εναντίον της Περγάμου και της Ηρακλείας, ο οποίος με τη σειρά του τη μετονόμασε σε Προύσα.
  3. Βελετλέρ, Τρίγλια - μέρος 8
    Το χωριό αυτό βρίσκεται σε απόσταση είκοσι λεπτών περίπου από την Τρίγλια, στο δρόμο που οδηγεί από το Γιαλί-Τσιφλίκ στο Αναφόρι και Ντερίκιοι. Απέχει μια ώρα με τα πόδια από τη θάλασσα, μιάμιση ώρα από τη Ν. Τρίγλια, και δύο ώρες από τα Μουδανιά επίσης με τα πόδια. Το χωριό βρίσκεται πάνω σε ύψωμα. Στα πόδια του υψώματος εκτείνεται εύφορος κάμπος...
  4. Διακεκριμένοι Τριγλιανοί - Τρίγλια, μέρος 5
    Πολλοί Τριγλιανοί µε διαφορετικό τρόπο ο καθένας τους βoήθησαν τους συγχωριανούς τους, άλλοι στην παλιά Τρίγλια και άλλοι στη Νεα Τρίγλια. Εξέχουσες προσωπικότητες ήταν: ο Διόδωρος, μητροπολίτης Σισανίου, Ιωαννίκιος επίσκοπος Δεσκάτης, Μιλτιάδης Παπαλεξανδρής, δάσκαλος, Τρύφων Ευαγγελίδης, φιλόλογος, οι γιατροί Ιωάννης Τσιβάνης, Βασίλειος Βασιλειάδης, Ανέστης Τσίτερ και Ιωάννης Κρυσταλλίδης, ο Ιωάννης Σάπαρης, μεγαλέμπορος, Χρυσόστομος Ευστράτιος, Χρυσόστομος και Νικόλαος Καβουνίδης, οικογένεια εφοπλιστών.
  5. Τρίγλια (Τρίγλεια) - μέρος 1
    Στις ανασκαφές που έγιναν το 1853 στην Ακρόπολη των Αθηνών βρέθηκε μια πλάκα. Εκεί αναφέρεται και κάποια πόλη με το όνομα Βρύλειο. Από το εύρημα αυτό πληροφορούμαστε ότι το Βρύλειο ήταν ελληνικό, χτίστηκε περίπου το 500 ή το 487 π.Χ. και έγινε σύμμαχος των Αθηναίων για να προφυλαχθεί από τις επιθέσεις των Περσών. Οι περιγραφές των αρχαίων για την τοποθεσία του Βρυλείου –αναφέρονται ως κοντινές πόλεις η Σιγή (Σιγείς), η Κίος (Κιανοί), με τις οποίες γειτονεύει και η Τρίγλια της Μ. Ασίας- οδηγούν τον Τριγλιανό φιλόλογο Τρύφωνα Ευαγγελίδη στο συμπέρασμα ότι η Τρίγλια βρισκόταν στην περιοχή του αρχαίου Βρύλειου.
  6. Οι Ένοχοι - κεφάλαιο 1
    Στις 3 Φεβρουαρίου 1451, τα ανάκτορα του Μουράτ του δεύτερου στην Αδριανούπολη ήταν καταστόλιστα και άστραφταν απ’ την πολυτέλεια και τη μεγαλοπρέπεια. Έλαμπαν απ’ τις χρυσοκέντητες φορεσιές των αυλικών και χίλια χρώματα αντανακλούσαν απ’ τα διαμάντια και τα ακριβά πετράδια, που στόλιζαν τις αστραφτερές στολές του σουλτάνου και των μεγιστάνων της αυλής του. Ήχοι ανατολίτικης μουσικής, κύμβαλα και ζουρνάδες αντηχούσαν στους χρυσοστόλιστους οντάδες του σεραγιού.
  7. Αρτάκη
    Η συλλογή του ιστορικού και λαογραφικού υλικού που παρουσιάζεται στην παρούσα εργασία ξεκίνησε γύρω στο 1995 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Περιλαμβάνει αποσπάσματα από συνεντεύξεις προσφύγων πρώτης και δεύτερης γενιάς που παρουσιάζονται κάθε φορά στο σχετικό κεφάλαιο ή παράγραφο, όπως η ζωή στις αλησμόνητες πατρίδες και τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς, παραμύθια, τραγούδια κ.λ.π.

Author: Μνήμες