Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 12

Λιμάνι Κωνσταντινούπολης

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ ΗΤΤΟΠΑΘΕΙΑΣ

Το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης πάντοτε ήταν γεμάτο από κάθε είδους πλοία που έφταναν ως εδώ κι απ’ τις πιο μακρινές κι άγνωστες στους πολλούς χώρες και οι προκυμαίες του κάθε μέρα είχαν κίνηση με το πήγαιν-έλα των ναυτικών και με το φόρτωμα ή το ξεφόρτωμα των εμπορευμάτων.

Τον τελευταίο, όμως, καιρό, με τη βιαστική κι εσπευσμένη προώθηση κάθε είδους ζωτικών και απαραίτητων εφοδίων, που με δυσκολία και κίνδυνο έφταναν στην αποκλεισμένη πόλη, η κίνηση κι η νευρικότητα στο λιμάνι είχε αυξηθεί.

Λόγω της μεγάλης σημασίας του λιμανιού και της αναμφισβήτητης σπουδαιότητας των εφοδίων που ξεφορτώνονταν σ’ αυτό, αλλά και λόγω της ασφάλειας των ίδιων των πλοίων που ήταν αγκυροβολημένα στα μουράγια ή πηγαινοέρχονταν περιπολώντας και φρουρώντας τις ακτές από ενδεχόμενη αιφνιδιαστική απόπειρα των Τούρκων, φύλαγαν νύχτα και μέρα πάνω στα πλοία και γύρω στις προκυμαίες άγρυπνες σκοπιές από ένοπλους στρατιώτες και ναύτες. Περιπολίες οπλισμένων αντρών περιφέρονταν στη στεριά ανάμεσα στα κιβώτια και στα δέματα των εμπορευμάτων και των εφοδίων που περίμεναν τη μεταφορά τους στις αποθήκες της πόλης.

Στις 25 Φεβρουαρίου, λίγο μετά το μεσημέρι, τέσσερις καπεταναίοι ανέβηκαν στο καράβι του καπετάν Νταβάντσιο που ήταν αραγμένο ανάμεσα σ’ άλλα καράβια στη δεξιά πλευρά της προκυμαίας. Οι τέσσερις ναυτικοί ήταν οι κυβερνήτες των κρητικών καραβιών που ήταν αραγμένα δίπλα στο καράβι του Βενετού καπετάνιου. Μείναν αρκετή ώρα πάνω στο πλοίο και κάθε φορά που έμπαινε στην καμπίνα κάποιος ναυτικός της βάρδιας για να προσφέρει κανένα ρακί στους επισκέπτες ή να ρωτήσει τον καπετάνιο του, αν έχει τίποτα να διατάξει, άκουγε τους κλεισμένους στην καμπίνα πέντε καπεταναίους να συζητούν πάντοτε για περιπέτειες διαφόρων ταξιδιών τους και περισσότερο για τους κινδύνους και τις δυσκολίες που πέρασαν στο τελευταίο τους ταξίδι ώσπου να φθάσουν στην Κωνσταντινούπολη.

Η ώρα περνούσε κι οι καπεταναίοι έπιναν ρακί, εξιστορούσαν περασμένα και κάπου-κάπου, όταν η κουβέντα έφτανε σε προσωπικές τους περιπέτεις, γελούσαν δυνατά, δίνοντας την εντύπωση ότι περνούσαν αμέριμνοι ένα αργόσχολο απομεσήμερο.

Αργά το απόγευμα, ένας νεαρός άντρας διέσχισε με γρήγορα βήματα την προκυμαία και βιαστικός πλησίασε το φρουρό που φύλαγε στο ανέβασμα του βενετικού πλοίου και του ζήτησε να του επιτρέψει ν’ ανεβεί στο κατάστρωμα, γιατί ήθελε οπωσδήποτε να δει προσωπικά τον καπετάνιο.

-Άφισέ τον νά ‘ρθει επάνω. Φώναξε ο καπετάν Πέτρος Νταβάντσιο στο φρουρό, φέρνοντας το πρόσωπό του κοντά στο ανοιχτό φιλιστρίνι της καμπίνας του, απ’ όπου παρακολουθούσε διαρκώς την προκυμαία και τη σκάλα του πλοίου του.

Ο νεαρός άντρας έδειχνε Γενουάτης, αλλά δεν παρουσίαζε τίποτα το ξεχωριστό. Άλλωστε, όπως είχαν μπλεχτεί τελευταία οι άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη και ιδιαίτερα στο λιμάνι της, δύσκολα ξεχώριζε κανείς το Βενετό απ’ το Γενουάτη, τον Κωνσταντινουπολίτη απ’ το Λατίνο, το νησιώτη απ’ το στεριανό, τον Ευρωπαίο απ’ τον Ασιάτη. Ο άγνωστος φαινόταν ένας απ’ τους πολλούς και συνηθισμένους ανθρώπους που εργάζονταν καθημερινά στο λιμάνι και ξεφόρτωναν ή μετέφεραν εμπορεύματα.

Ο φρουρός του πλοίου άφησε τον άγνωστο να περάσει και τού ‘δειξε με το δάχτυλο από μακριά την πόρτα της καμπίνας του καπετάνιου. Εκείνος προχώρησε βιαστικός προς το μέρος που τού ‘δειξε ο σκοπός, ενώ ο καπετάνιος σηκώθηκε απ’ τη θέση του και βιαστικός του άνοιξε την πόρτα. Ο ξένος μπήκε στην καμπίνα κι έριξε μια γρήγορη κι ερευνητική ματιά στους τέσσερις επισκέπτες του καπετάνιου. Ανυπόμονα και με κάποια αμφιβολία στο βλέμμα του κοίταξε ερωτηματικά το Νταβάντσιο.

-Είναι δικοί μου, είπε ο καπετάνιος κι έκλεισε την πόρτα.

Ύστερ’ από μισή ώρα, ο άγνωστος επισκέπτης έβγαινε και πάλι στη στεριά κι έπαιρνε τον ανηφορικό δρόμο για την πόλη. Ενώ έβγαινε απ’ την καμπίνα ο ξένος, ακούστηκε η φωνή του καπετάνιου που του συνιστούσε να γυρίσει πίσω στο πλοίο νωρίς.

-Ξέρεις, είναι δύσκολο να κυκλοφορεί κανείς εδώ στο λιμάνι αυτές τις μέρες αργά με το σκοτάδι. Γι’ αυτό, πρέπει να είσαι πίσω οπωσδήποτε πριν βασιλέψει ο ήλιος. Μην αργήσεις . . .

Ο καπετάν Πέτρος Νταβάντσιο ξαναγύρισε στο κάθισμά του κι οι Κρητικοί καραβοκύρηδες συνέχισαν την κουβέντα μαζί του.

-Την εποχή αυτή, είπε ένας, τα νερά φουσκώνουν εδώ στα μέρη αυτά.

-Ναι, διέκοψε κάποιος άλλος. Αέρηδες στη Μαύρη Θάλασσα ανακατώνουν τα νερά και δημιουργούν ρεύματα. Είναι δύσκολο και επικίνδυνο να προσπαθήσει κανείς να ταξιδέψει κόντρα στα ρεύματα αυτά με μικρό καράβι.

-Πραγματικά, μπήκε στη μέση ένας άλλος. Τα ρεύματα αυτά που εισορμούν απ’ το Βόσπορο και προχωρούν προς τα Δαρδανέλια γίνονται ταχύτερα όσο πλησιάζουν τα στενά. Το καράβι που θα βρει ένα τέτοιο ρεύμα και θα μπορέσει να το ακολουθήσει, γρήγορα και χωρίς μεγάλη προσπάθεια κόβει αρκετά μίλια την ώρα και χωρίς να το καταλάβει βγαίνει στο Αιγαίο.

-Δύσκολα, λοιπόν, να κινηθούν δώθε αυτή την εποχή τουρκικά πλοία απ’ την Καλλίπολη και να ταξιδέψουν κόντρα σ’ αυτά τα ρεύματα, πρόσθεσε με κάποιο χαμόγελο ο Βενετός καπετάνιος.

-Σωστά, είπε ένας απ’ τους Κρητικούς. Αλλά, για τις σκέψεις και τις απόπειρες των Τούρκων δεν είναι κανένας σίγουρος. Όπως δεν είναι σίγουρος και για τα ρεύματα της Μαύρης Θάλασσας. Τα ρεύματα αυτά δεν είναι πάντοτε σταθερά κι ούτε πάντοτε παρουσιάζονται σε συγκεκριμένη εποχή και ώρα . . .

Γύρω στο θέμα αυτό συνεχίστηκε για λίγη ακόμη ώρα η συζήτηση, ώσπου οι τέσσερις θαλασσινοί απ’ την Κρήτη χαιρέτησαν το Βενετό καπετάνιο και γύρισαν στα πλοία τους.

Με τη δύση του ήλιου, οι καπεταναίοι έδωσαν στα πληρώματά τους τις συνηθισμένες διαταγές και οδηγίες για τη νύχτα και ή πήγαν στις καμπίνες τους για να ησυχάσουν ή συζητούσαν στο κατάστρωμα με τους άντρες της βραδινής βάρδιας για να περάσει η ώρα. Γρήγορα ξαπλώθηκε πάνω στο πλοίο η συνηθισμένη ησυχία του απόβραδου κι όσο έπεφτε το σκοτάδι, τόσο και οι κινήσεις των πληρωμάτων μέσα στο καράβι γινόταν αραιότερες.

Από νωρίς, ο καπετάνιος του κρητικού πλοίου που ήταν αραγμένο δίπλα στο πλοίο του καπετάν Νταβάντσιο, είχε καθίσει πάνω στο κατάστρωμα, ανάμεσα σε μερικές καλοτυλιγμένες κουλούρες χοντρών σχοινιών. Είχε ανάψει την πίπα του και, ρουφώντας το βαρύ μελανό καπνό της, ρέμβαζε στο σούρουπο, αφήνοντας το βλέμμα του να πλανιέται μακριά στον ορίζοντα που όλο και στένευε καθώς πλησίαζε η νύχτα. Η σκέψη του έτρεχε πολύ πιο μπροστά απ’ το βλέμμα του. Περνούσε σαν αστραπή τα Δαρδανέλια, διέσχιζε με μιας το Αιγαίο και μ’ ανακούφιση αλλά και πόνο αντίκριζε τις χιονισμένες κορυφές του Ψηλορείτη. Περιέτρεχε με χαρά πάνω-κάτω πολλές φορές τ’ αγαπημένο του νησί, ξεκινώντας απ’ το ακροτήρι της Σπάθας και τελειώνοντας στη μύτη του Σίδερου. Με δυσκολία προσπαθούσε ο καπετάνιος να κρατά τις σκέψεις του μακριά απ’ το χωριό του και κάθε φορά που ο νους του σκάλωνε στο σπίτι του, τραβούσε, χωρίς να το θέλει, μια διπλή ρουφιξιά απ’ την πίπα του. Φούσκωνε το στήθος του και φυσούσε τον καπνό με δύναμη έξω απ’ τα χείλη του. Ο παράξενος αυτός αναστεναγμός του έδιωχνε μακριά τον καπνό, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διώξει και τη σκέψη του μακριά απ’ τους δικούς του.

Δεν ήθελε να δει την αγωνία και τη λύπη τους. Φοβόταν, μην γίνει αντιληπτή η παρουσία του κοντά τους και ξαναζωντανέψει στις καρδιές τους ο ναρκωμένος πόνος του χωρισμού. Πόσον καιρό έχει να τους δει! Τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τους γέρους γονείς του! Μήνες τώρα λείπει μακριά τους. Χωρίς να το θέλει, αναρωτιέται: Άραγε θα τους ξαναδεί; Αν ξεσπάσει η λαίλαπα της Αδριανούπολης και εκραγεί το ηφαίστειο της Κωνσταντινούπολης, θα ξεφύγει άραγε αυτός απ’ την οργή και τη λάβα τους . . . ;

Απορροφημένος στις σκέψεις του αυτές, δεν κατάλαβε πότε άρχισε για καλά να νυχτώνει. Η πίπα του είχε σβήσει κι ο δίσκος του ήλιου είχε χαθεί πριν από ώρα πίσω απ’ τον ορίζοντα, μακριά στη δύση. Ο Κρητικός καπετάνιος, σα να ξύπνησε από βαθύ ύπνο, πετάχτηκε όρθιος, έδιωξε με μιας όλες του τις σκέψεις απ’ το μυαλό του και βιαστικός κατέβηκε στ’ αμπάρια του καραβιού. Η μέρα είχε πάρει και την τελευταία της χλομάδα και χανόταν βιαστική πίσω στα μακρινά βουνά της Θράκης. Με το φανάρι στο χέρι γύρισε κι εξήτασε καλά όλα τα αμπάρια. Όλα εκεί κάτω ήταν με προσοχή τακτοποιημένα.

Μίλησε στο πλήρωμα που τον περίμενε συγκεντρωμένο στην κοιλιά του καραβιού, όπως το είχε διατάξει από νωρίς. Έδωσε μερικές οδηγίες ακόμα κι άρχισε να ξανανεβαίνει τις σκάλες που οδηγούσαν στο κατάστρωμα. Στο τρίτο σκαλοπάτι κοντοστάθηκε και είπε.

-Και τώρα όλοι στα κρεβάτια σας. Θέλω απόλυτη ησυχία και μεγάλη προσοχή. Το νου σας όμως. Δε θα κοιμηθεί κανείς.

Έφερε την επιβλητική και διαπεραστική ματιά του ένα γύρο μέσα στο μισοσκόταδο του αμπαριού κοιτάζοντας στα μάτια έναν-έναν τους ανθρώπους του κι ενώ άφηνε στο πάτωμα το φανάρι που ως τώρα κρατούσε στα χέρια του είπε με χαμηλή φωνή.

-Ο Θεός μαζί μας.

Ξαναγύρισε στο κατάστρωμα και κάθισε πάλι ανάμεσα στις κουλούρες των σχοινιών. Σιωπηλός και κλεισμένος στον εαυτό του ξανάπεσε σε συλλογισμούς. Από νωρίς, καθώς έπεφτε το σκοτάδι, αραιά σύννεφα είχαν αρχίσει να σκεπάζουν εδώ και κει τον ουρανό. Κοκκινωπά και δαντελωτά στην αρχή, γινόταν γκριζόσκουρα και πυκνά όσο προχωρούσε η ώρα. Το ελαφρό αεράκι, που απαλό ως τώρα ερχόταν απ’ τον Εύξεινο, γινόταν πιο αισθητό και πιο κρύο κι όλο έφερνε καινούρια συννεφάκια πέρα απ’ τη Μαύρη Θάλασσα. Ο ουρανός βάραινε περισσότερο και σκοτείνιαζε γρηγορότερα. Η θάλασσα του Μαρμαρά, ενοχλημένη απ’ το κρύο αεράκι που της έστελνε ο Εύξεινος, άρχιζε να ρυτιδώνεται κι ο φλοίσβος των κυμάτων γύρω στα αραγμένα πλοία γινόταν δυνατότερος. Η ώρα προχωρούσε αργά και το κρύο αεράκι δυνάμωνε. Ο καπετάνιος στο κατάστρωμα παρακολουθούσε τη θάλασσα σιωπηλός, σα να μετρούσε τα ελαφρά λικνίσματα του πλοίου του, που όλο και δυνάμωναν περισσότερο και γινόταν εντονότερα και πυκνότερα, όσο πιο πυκνά και έντονα έφταναν από μακριά τα κύματα, που ακράτητα τώρα έπαιζαν ανάμεσα στα βουβά καράβια του λιμανιού.

Τυλιγμένος στο σκούρο χοντρό πανωφόρι του ο Κρητικός θαλασσινός κι ακίνητος πάνω στο κατάστρωμα, δεν ξεχώριζε ανάμεσα στις μεγάλες κουλούρες των σχοινιών που τον περιέβαλαν. Το σκοτάδι είχε πέσει για καλά. Ο ουρανός είχε σκεπαστεί πια με πυκνά σύννεφα. Η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά και απόλυτη ησυχία επικρατούσε στο λιμάνι. Τα βήματα των φρουρών, που αργά πηγαινοέρχονταν έξω στην προκυμαία κι επάνω στο καράβι, εύκολα τα σκέπαζε τώρα ο θόρυβος των κυμάτων που ασταμάτητα χτυπούσαν στα πλευρά των πλοίων.

Για μια στιγμή, μια σκιά πήδησε απ’ το διπλανό καράβι του Βενετού καπετάν Πέτρου και στάθηκε για λίγο ακίνητη πάνω στο κατάστρωμα του κρητικού καραβιού, λίγο πιο πέρα απ’ τον καπετάνιο. Ο καπετάνιος, που ως τώρα ανυπόμονος κι ακίνητος περίμενε μέσα στο σκοτάδι, σηκώθηκε απ’ τις κουλούρες των σχοινιών που καθόταν και αθόρυβα προχώρησε προς τη σκιά κρατώντας σφιχτά στο χέρι του το κρητικό σπαθί του.

-‘’Νέφος.’’ Είπε σιγανά καθώς πλησίαζε προς το μέρος του αγνώστου.

-‘’Κύμα.’’ Απάντησε η σκιά με σταθερή αντρίκια φωνή αλλά σπασμένη ξενική προφορά.

Οι δυο άντρες πλησίασαν ο ένας τον άλλο. Ο καπετάνιος νόμισε για μια στιγμή πως έβλεπε μπροστά του μέσα στο σκοτάδι τον άγνωστο που νωρίτερα το απόγευμα είχε έρθει στο βενέτικο πλοίο την ώρα που μαζί με τους άλλους καπετάνιους συζητούσαν στην καμπίνα του καπετάν Νταβάντσιο. Δεν ήταν, όμως, τώρα ώρα για περιττές σκέψεις κι αδικαιολόγητες χρονοτριβές. Άλλωστε, τι διαφορά κάνει ποιος είναι ο απεσταλμένος του καπετάν Πέτρο; Σημασία δεν έχει η όψη του. Σημασία έχουν τα λόγια του, σκέφτηκε και πλησίασε πιο κοντά του.

-Είναι ώρα, είπε ο άγνωστος ψιθυριστά. Ο αέρας δυναμώνει κι ο θόρυβός του, μαζί με τον κρότο των κυμάτων, θα μας καλύψουν. Ο καπετάν Πέτρος είναι έτοιμος. Ειδοποιήστε και τους άλλους. Κόβετε τα σχοινιά ένας-ένας. Με σειρά, όμως, μη μπερδευτούμε μεταξύ μας. Να ξανοίγεται ο ένας πριν κόψει σχοινιά ο επόμενος.

-Σύμφωνοι, είπε ο καπετάνιος. Ειδοποιώ αμέσως τους άλλους. Ας κάνει αρχή ο καπετάν Πέτρος. Θα τον ακολουθήσουμε με τα κουπιά στην αρχή, όπως τα συζητήσαμε. Πήγαινε και καλή τύχη.

-Καλή τύχη, πρόσθεσε κι ο άγνωστος και με μιας τινάχτηκε πάνω στο σχοινί που κρατούσε στα χέρια του. Έκανε ένα σάλτο στον αέρα και πηδώντας πάνω στην κουπαστή ξαναβρέθηκε μέσα στο πλοίο του.

Ο Κρητικός πλοίαρχος, με γρήγορα βήματα κι όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, κατέβηκε στα αμπάρια. Στην κοιλιά του πλοίου ήταν σκοτεινιά κι επικρατούσε ησυχία. Το πλήρωμα, όμως, ήταν ξάγρυπνο και περίμενε.

-Καπετάνιε. Ακούστηκε μια χαμηλή φωνή στο σκοτάδι.

-Ανάψετε κανένα κερί να βλεπόμαστε και να βλέπουμε και τι κάνουμε, πρόσταξε ο καπετάνιος.

Αμέσως, μερικά αναμμένα κεριά ξεπρόβαλαν εδώ και κει μέσα στο χαμηλοτάβανο χώρο του αμπαριού και με το τρεμουλιαστό κι αδύνατο φως τους ξεδιάλυναν κι αραίωσαν κάπως το βαθύ σκοτάδι της μεγάλης αποθήκης, της βυθισμένης σχεδόν ολόκληρης στο νερό. Τα άγρυπνα πρόσωπα των ναυτικών ξεπρόβαλαν παράξενα στ’ αντιφεγγίσματα των κεριών. Οι όψεις τους φαίνονταν κάπως παραμορφωμένες κι άχρωμες. Όλοι ανακάθισαν στις θέσεις τους. Ανοιγόκλεισαν τα βλέφαρά τους, έτριψαν γρήγορα τα ενοχλημένα απ’ το φως των κεριών μάτια τους για να συνέλθουν κι έμειναν σιωπηλοί. Με κρατημένες τις ανάσες κρεμάστηκαν ανυπόμονα απ’ τα χείλη του καπετάνιου τους. Αυτός πλησίασε κοντά σ’ ένα αναμμένο κερί που ήταν κολλημένο στο πάτωμα προς το κέντρο του αμπαριού και είπε.

-Όλα είναι έτοιμα. Ετοιμάστε την πρώτη σειρά των κουπιών και κρατάτε τα στη θέση τους, όσο πιο αθόρυβα μπορείτε. Όταν σας πω εγώ, τραβάτε κουπί δυνατά αλλά με αργό και σταθερό ρυθμό.

Μετά, φώναξε κάποιον κοντά του και τον πρόσταξε.

-Πήδησε αμέσως στο διπλανό καράβι και πες τους να ετοιμαστούν γρήγορα και να ειδοποιήσουν και τους άλλους.

Κάτι του είπε ακόμη κι ενώ ο ναύτης βιαστικός έκανε τα πρώτα βήματα για να βρεθεί στις σκάλες και να βγει στο κατάστρωμα ο καπετάνιος τον άρπαξε απ’ το μανίκι και πρόσθεσε.

-Όχι θορύβους. Και να θυμάσαι: ‘’Νέφος’’ – ‘’Κύμα.’’

Ο ναύτης ανέβηκε τρεχάτος τις σκάλες. Πίσω του ακολούθησε κι ο καπετάνιος. Κι από κοντά του μερικοί ναύτες. Ανέβηκαν όλοι αθόρυβα στο κατάστρωμα και περίμεναν σιωπηλοί κάτω απ’ το μεσαίο κατάρτι.

-Πάρτε τα μεγάλα κοντάρια, είπε σε δυο ναύτες σιγά ο καπετάνιος και να περιμένετε στην πρύμη. Και σεις, είπε σε δυο άλλους, καθίστε δίπλα τους και κόψτε τα σχοινιά μόλις σας κάνω νόημα. Δε θα είμαι μακριά σας. Τα μάτια σας τέσσερα και το νου σας σε μένα. Όχι μπερδέματα και καθυστερήσεις.

Οι ναύτες έφυγαν αμέσως για τις θέσεις τους.

-Εσύ κάθισε εδώ στη σκάλα, είπε σ’ έναν άλλο ναύτη και πρόσεχε σ’ εμένα. Μόλις σου πω, δώσε αμέσως το συνιάλο στους κοπηλάτες. Και συ, είπε σ’ έναν άλλο μεγαλόσωμο ναύτη, πρόσεχε το τιμόνι. Κράτα το γερά ώσπου νά ‘ρθω εγώ.

Αμέσως οι ναύτες έφυγαν αθόρυβα για τις θέσεις τους κι ο καπετάνιος προχώρησε λίγα βήματα πάνω στο κατάστρωμα προς το διπλανό ιταλικό πλοίο.

Ο αέρας δυνάμωνε και τα κύματα χτυπούσαν δυνατότερα στα πνευρά των καραβιών, πιτσιλώντας κάπου-κάπου κρύες αρμυρές σταγόνες στα πρόσωπα των ξάγρυπνων ναυτικών.

Ο ουρανός είχε σκεπαστεί με πυκνά μαύρα σύννεφα και το βαθύ σκοτάδι της χειμωνιάτικης νύχτας είχε τυλίξει τα πάντα μέσα στην αόρατη αγκαλιά του. Για μια στιγμή, το καράβι του καπετάν Νταβάντσιο άρχισε σιγά-σιγά να κινείται και ν’ αλλάζει θέση, ξεμακραίνοντας σιγά-σιγά απ’ το διπλανό καράβι των Κρητικών. Με κρατημένη την ανάσα οι Κρητικοί πάνω απ’ το κατάστρωμα του πλοίου τους, παρακολουθούσαν βουβοί το ιταλικό σκάφος, που απομακρύνονταν αθόρυβα απ’ την προκυμαία και ξέφευγε γλιστρώντας  ανάμεσα απ’ τ’ άλλα αραγμένα καράβια. Μόλις η σιλουέτα του ξεμάκρυνε κι άρχισε να μπερδεύεται με τα σκαμπανεβάσματα των κυμάτων και να χάνει το σχήμα της μέσα στο σκοτάδι, ο καπετάνιος του κρητικού πλοίου που στεκόταν ολόρθος κι ακίνητος πάνω στο κατάστρωμα της πρύμης κατέβασε με μια απότομη κίνηση το χέρι του και σχεδόν αμέσως το καράβι του άρχισε να γλιστρά πάνω στα κύματα.

Οι ναύτες της πρύμης, με μια γρήγορη κίνηση, έκοψαν με τα τσεκούρια τους τα σχοινιά που κρατούσαν το καράβι δεμένο στο λιμάνι και ταυτόχρονα οι άλλοι με τα μακριά κοντάρια ακουμπισμένα στην προκυμαία τό ‘σπρωξαν δυνατά και το ξεκόλλησαν απ’ τη θέση του.

-Μπρος τα κουπιά. Είπε ψιθυριστά ο καπετάνιος στο ναύτη που περίμενε στις σκάλες των αμπαριών. Αυτός κατέβηκε τροχάδην τα σκαλοπάτια και με χαμηλή φωνή είπε στους λίγους κωπηλάτες που περίμεναν αμίλητοι κι έτοιμοι στις θέσεις τους.

-Βάλτε μπρος. Προσεχτικά κι αθόρυβα. Μη βιάζεστε στην αρχή.

Τα κουπιά βούτηξαν στο νερό και, με δυνατό και σύγχρονο τράβηγμα των ναυτών, το καράβι τραντάχτηκε ελαφρά στην αρχή κι αμέσως άρχισε γρήγορα να απομακρύνεται απ’ τ’ άλλα καράβια και να βγαίνει στ’ ανοιχτά. Ο καπετάνιος έτρεξε στην πλώρη και όρθιος ολόμπροστα στη μύτη του πλοίου του δεν άφηνε απ’ τα μάτια του το καράβι του καπετάν Πέτρου που πήγαινε μπροστά. Το ακολουθούσε κατά πόδας, προσπαθώντας να πλέει κι αυτός μέσα στην ‘’αυλακιά’’ που άφηνε στο δρόμο της η βενέτικη γαλέρα. Γρήγορα οι ναύτες της πρύμης διέκριναν πίσω τους τη σιλουέτα ενός άλλου καραβιού που τους ακολουθούσε στο σκοτάδι.

Ο καπετάν Νταβάντσιο δεν δυσκολεύτηκε να βρει κάποιο θαλάσσιο ρεύμα που ξεχύνονταν απ’ το Βόσπορο κι ορμητικό τραβούσε προς τα Δαρδανέλια.

Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου κι ο Κρητικός καπετάνιος να φέρει κι αυτός το πλοίο του πάνω σ’ αυτό το γρήγορο θαλάσσιο ρεύμα. Με την ίδια ευκολία και οι άλλοι καπεταναίοι ξανοίχτηκαν απ’ το λιμάνι κι ακολούθησαν αυτούς που προηγούνταν.

Εφτά πλοία στη σειρά και μ’ ανοιχτά πανιά έφευγαν τώρα ολοταχώς μέσα στη νύχτα απαρατήρητα και με κατεύθυνση τα Δαρδανέλια.

Ο Βενετός καπετάνιος, ορθός στο κατάστρωμα δίπλα στον τιμονιέρη του, παρακολουθούσε τη θάλασσα κι έψαχνε με το εξασκημένο και διαπεραστικό του βλέμμα το σκοτεινό ορίζοντα. Είχε πει στους άλλους καπετάνιους ότι, αν παρουσιαστούν τουρκικά καράβια, θα τους κάνει σινιάλο να παραταχθούν για μάχη ή να σκορπίσουν, ανάλογα με την περίπτωση.

Η αυγή βρήκε τα πλοία ν’ αρμενίζουν στη μέση της θάλασσας του Μαρμαρά.

Συνέχισαν όλη την ημέρα την πορεία τους, χωρίς, για καλή τους τύχη, να παρουσιαστεί ούτε ένα τουρκικό ή άλλο πλοίο και με τη δύση του ήλιου πλησίασαν στα Στενά. Εδώ ο κίνδυνος μεγάλωνε. Μπροστά στο άνοιγμα των Στενών από δεξιά τους διακρίνονταν στο βάθος, σπινθηρίζοντας εδώ κι εκεί μέσα στο σκοτάδι, τα φώτα της Καλλίπολης. Εδώ στάθμευε ο τουρκικός στόλος.

Στο κρητικό πλοίο που ακολουθούσε τον καπετάν Πέτρο επικρατούσε σιωπή. Όλοι, αφοσιωμένοι τάχα στη δουλειά τους, προσπαθούσαν να κρύψουν το φόβο και την ταραχή τους. Ο καπετάνιος, ακουμπισμένος στην κουπαστή, προσπαθούσε να βρει και να ξεκαθαρίσει στο μυαλό του έναν καλό, τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης κάθε απροόπτου κινδύνου, που ήταν ενδεχόμενο να τους παρουσιαστεί καθώς πλησίαζαν την Καλλίπολη.

-Θα τα καταφέρουμε να περάσουμε απαρατήρητοι, καπετάνιε; Ρώτησε ένας ναύτης, που τού ‘φερε κάτι να βάλει στο στόμα του.

-Αν τα κατάφερναν τότε, είπε στο ναύτη ο καπετάνιος, πριν από εκατό χρόνια, το 1354, οι Βυζαντινοί και κρατούσαν στα χέρια τους την Καλλίπολη, τώρα δε θα διατρέχαμε κανένα κίνδυνο και ίσως να μη χρειαζόταν καθόλου να περάσουμε με τέτοιες συνθήκες από εδώ εμείς. Κι αν κάτι καμιά φορά μας έφερνε σ’ αυτά τα νερά, θ’ ανυπομονούσαμε πότε να φθάσουμε στην πόλη αυτή κι έδειξε προς το μέρος της Καλλίπολης. Τα φώτα της Καλλίπολης, συνέχισε, θα τα βλέπαμε με χαρά και λαχτάρα να λάμπουν ελκυστικά στο δρόμο μας και να μας καλούν ν’ αράξουμε και να ξεκουραστούμε στη στεριά της και στους καφενέδες της. Τώρα, όμως, που εδώ είναι ο ναύσταθμος του τουρκικού στόλου και τα μεγάλα κανόνια της φυλάγουν το έμπα των στενών, τα ίδια φώτα τα βλέπουμε σα σκιάχτρα μέσα στη νύχτα κι άχρωμα κι επιβλητικά να στρέφονται καταπάνω μας σαν του χάρου τα μάτια.

Ήπιε μια-δυο ρουφηξιές απ’ το φλυτζάνι του και συνέχισε.

-Θα τα παίξουμε, όμως, όλα για όλα. Θα περάσουμε ανάμεσα απ’ τα τουρκικά πολεμικά κι όπου το βγάλει η άκρη.

Ο ναύτης, κεντρισμένος απ’ τη μεγάλη του περιέργεια, δεν έδωσε σημασία στο θανάσιμο κίνδυνο που τους απειλούσε αλλά ρώτησε.

-Ποιος αυτοκράτορας βασίλευε τότε στην Κωνσταντινούπολη, καπετάνιε, όταν χάθηκε η Καλλίπολη;

Ο καπετάνιος σκέφτηκε λίγο αλλά, μη μπορώντας να δώσει τη σωστή απάντηση, είπε.

-Τι διαφορά κάνει ποιος αυτοκράτορας την έχασε και ποιος σουλτάνος την πήρε; Το γεγονός είναι, ότι σήμερα την έχουν οι Τούρκοι κι εμείς πρέπει να περάσουμε απ’ ανάμεσά τους. Μη φοβάστε όμως. Θα πλέουμε όσο μπορούμε μακριά απ’ την Καλλίπολη, κοντά στις ασιατικές ακτές. Όσο θα μας επιτρέπει φυσικά το γρήγορο ρεύμα που ακολουθούμε. Εσείς, πιάνετε πάντα με γερά χέρια, εκτελείτε τις προσταγές μου ακριβώς και γρήγορα και μη φοβάστε. Έχετε, όμως, πάντα και τα σπαθιά ζωσμένα στη μέση σας, πρόσθεσε. Και δίνοντας την άδεια κούπα στο ναύτη, τού ‘κανε νόημα να γυρίσει στο πόστο του. Περνώντας ο ναύτης δίπλα απ’ τον τιμονιέρη, τον άκουσε να του λέει χαμηλόφωνα.

-Την χάσαμε, εννοώντας την Καλλίπολη, όταν μαλώναν οι δυο Γιάννηδες. Ο Κατακουζηνός και ο Παλαιολόγος, για το ποιος θα γίνει αυτοκράτορας. Τότε βρήκε ευκαιρία ο Μουράτ ο πρώτος και πάτησε πόδι οριστικά στην Ευρώπη και τώρα τραβάμε χτυποκάρδι εμείς . . .

Τα εφτά πλοία, ακολουθώντας το γρήγορο θαλάσσιο ρεύμα κι επωφελούμενα το πυκνό σκοτάδι της νύχτας, μπήκαν στα Στενά. Δεξιά τους απλώνονταν η Καλλίπολη και στην ποδιά της ήταν αραγμένα πολυάριθμα τουρκικά πολεμικά, που με τις αδρές σιλουέτες τους έδιναν μια παράξενη κι ανατριχιαστική όψη στο σκοτεινό φόντο του ορίζοντα της πόλης.

Όσο τα χριστιανικά πλοία βρίσκονταν απέναντι στην Καλλίπολη, ο χρόνος κυλούσε αργά και στους φυγάδες ναυτικούς φαίνονταν πως τα πλοία τους δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν απ’ τον τόπο τους και ν’ απομακρυνθούν απ’ το επικίνδυνο εκείνο μέρος. Αβάσταχτη αγωνία τους κατείχε όλους. Οι καρδιές τους χτυπούσαν δυνατά και στα μέτωπά τους ο ιδρώτας ήταν κρύος.

Το γρήγορο ρεύμα, όσο κι αν οι δραπέτες μέσα στη βαριά συνείδησή τους και στην αγωνία τους το νόμιζαν αργοκίνητο και σταματημένο, έκανε ασταμάτητα τη δουλειά του κι όλο κι απομάκραινε τα πλοία τους απ’ τον τουρκικό ναύσταθμο.

Οι Τούρκοι, φαίνεται, υπολογίζοντας στη στενότητα του περάσματος και στην παρουσία τόσου πολυάριθμου πολεμικού στόλου τους, θα νόμιζαν ίσως ότι ήταν αδύνατο σ’ οποιοδήποτε πλοίο να πλησιάσει τα Στενά και τελείως αδύνατο ν’ αποπειραθεί να περάσει απ’ ανάμεσά τους, γι’ αυτό και το θεώρησαν περιττό ν’ αγρυπνούν ή να περιπολούν τη νύχτα.

Έτσι, τα πλοία ανενόχλητα προσπέρασαν τα αραγμένα τουρκικά πολεμικά κι απαρατήρητα διέσχισαν τα στενά των Δαρδανελίων και βγήκαν στο Αιγαίο. Με ανακούφιση και χαρά ξανοίχτηκαν στη γαλανή γνωστή τους θάλασσα κι αφήνοντας δεξιά τους την Ίμβρο κι αριστερά τους την Τένεδο άνοιξαν πανιά για τη Χίο.

Η χαρά όλων ήταν απερίγραπτη, που τόσο εύκολα ξεγλίστρησαν και βγήκαν σώοι απ’ τα επικίνδυνα στενά. Αγκαλιάζονταν και φιλιόταν μεταξύ τους κι ευχαριστούσαν το Θεό και τους καπετάνιους τους, που τους έβγαλαν τόσο εύκολα μέσα απ’ τον τρομερό κλοιό των Τούρκων.

Τα πλοία στη σειρά, τό ‘να πίσω απ’ τ’ άλλο, έσχιζαν με ταχύτητα τα νερά της θάλασσας του Αιγέα κι όλο μίκραιναν την απόσταση που τα χώριζε απ’ το νησί του προορισμού τους. Ο μυρωμένος αέρας του Αιγαίου είχε καλμάρει τα νεύρα όλων και τα πνεύματά τους είχαν ηρεμίσει. Ένιωθαν τα καράβια τους σίγουρα και τους εαυτούς τους εξασφαλισμένους πλέον απ’ το μεγάλο κίνδυνο που τους απειλούσε όταν βρίσκονταν πέρα απ’ τα νερά του Ελλησπόντου, στα στενά της Καλλίπολης και στη θάλασσα του Μαρμαρά.

Ξέγνοιστοι τώρα και χαρούμενοι, προσπαθούσαν να διώξουν και τα τελευταία ίχνη κακών σκέψεων, που τυχόν τους απόμειναν ακόμη στο μυαλό τους απ’ τη μεγάλη τους δοκιμασία και να γεμίσουν την καρδιά τους και το νου τους με σκέψεις ξεγνοισιάς, σιγουριάς και πεποίθησης για την οριστική τους πλέον σωτηρία.

Καθισμένοι σ’ ένα απάνεμο μέρος του καταστρώματος, κατάντικρυ στον ήλιο, μια ομάδα Κρητικών ναυτών, έχοντας στη μέση τον καπετάνιο τους, συζητούσαν δυνατά και υπογράμμιζαν, ο καθένας με τον τρόπο του, τους μεγάλους κινδύνους που κατάφεραν να υπερπηδήσουν στο ταξίδι της φυγής τους απ’ την Κωνσταντινούπολη.

-Αυτοί οι κίνδυνοι που περάσαμε ως εδώ, είπε ο καπετάνιος για μια στιγμή, δεν ήταν σίγουροι κι αναπόφευκτοι κίνδυνοι. Δηλαδή, δεν τους περιμέναμε στα σίγουρα, γιατί δεν ήταν οπωσδήποτε μπροστά μας. Ήταν μόνο πιθανοί και ενδεχόμενοι. Με γερή κωπηλασία κι ασταμάτητη δουλειά όλων μας, με ευνοϊκό αέρα και λίγη καλή τύχη, τους περάσαμε χωρίς να πάθουμε τίποτα. Οι κίνδυνοι, όμως, που ήταν σίγουροι και που δε θα μπορούσαμε με κανένα τρόπο να τους αποφύγουμε ήταν εκείνοι που μας απειλούσαν αν μέναμε στην  Κωνσταντινούπολη.

-Ήταν πραγματικά τόσο φοβερά τα πράγματα στην Πόλη, καπετάνιε; Ρώτησε ένας ναύτης απ’ την παρέα.

-Φοβερότερα απ’ ότι μπορεί να φανταστεί ο καθένας σας, απάντησε ο καπετάνιος. Και μια που τώρα τα πάντα για μας έχουν τελειώσει και τραβούμε ήσυχοι για την πατρίδα μας, το μυστικό έχει πλέον ατονίσει και δεν νομίζω ότι ωφελεί σε τίποτα να συνεχίζουμε να το κρατάμε κρυφό. Γι’ αυτό, θα σας μιλήσω ανοιχτά, πώς είχαν τα πράγματα.

Όλοι κοίταξαν τον καπετάνιο τους στα μάτια κι ανυπόμονοι κρεμάστηκαν απ’ τα χείλη του. Ο καπετάνιος έριξε μια ματιά σ’ όλους και είπε.

-Το απόγευμα της τελευταίας μέρας που ήμασταν στην Κωνσταντινούπολη, μας κάλεσε ο καπετάν Νταβάντσιο στο πλοίο του όλους τους καπετάνιους τούτων των καραβιών κι έδειξε με μια κίνηση του χεριού του τα πλοία που ταξίδευαν στη σειρά. Καθίσαμε κάμποση ώρα στην καμπίνα του και συζητήσαμε γύρω απ’ την κατάσταση της Πόλης. Τα πράγματα δεν φαινόταν καθόλου καλά κι αρχίσαμε να συζητάμε για φυγή, μια που ο αυτοκράτορας και το συμβούλιο των είκοσι μας είχαν δεσμεύσει κι εμάς και τα πλοία μας.

-Και, πώς σας είχε εμπιστοσύνη εσάς τους Κρητικούς και σας κάλεσε ο καπετάν Πέτρος; Ρώτησε ένας ναύτης. Δεν φοβήθηκε μήπως κανείς προδώσει την υπόθεση, αφού ήξερε καλά, όπως και όλοι μας ξέραμε, ότι ο αυτοκράτορας απαγόρεψε τη φυγή κάθε πλοίου χωρίς ειδική διαταγή του και μάλιστα επέβαλε και πρόστιμο τριών χιλιάδων δουκάτων στον καπετάνιο που θα αποπειραθεί να πάρει το πλοίο του και να δραπετεύσει;

-Όλοι φυσικά ξέραμε τις διαταγές του αυτοκράτορα. Απάντησε ο καπετάνιος. Κι ο καπετάν Νταβάντσιο ήταν ένας από κείνους που εναντιώθηκαν στις αποφάσεις αυτές του αυτοκράτορα, πριν να βγει η διαταγή του για τα πλοία και η θέλησή του να γίνει νόμος κι ανοιχτά καταψήφισε την απόφαση των ‘’Εικοσιένα’’ στη σύσκεψη της Παναγίας του Φόρου. Μόνος αυτός επέμενε, όπως τα εμπορικά πλοία, που ήρθαν ή θα έρχονταν στο μέλλον στην Κωνσταντινούπολη, να είναι ελεύθερα να μείνουν ή να φύγουν, αν θέλουν, μαζί με τα πληρώματά τους. Με τη γνώμη αυτή του καπετάν Νταβάντσιο συμφωνήσαμε κι εμείς λίγο-πολύ τις μέρες εκείνες που γίνονταν ακόμη οι συζητήσεις γύρω απ’ το θέμα της ανεξαρτησίας των πλοίων. Αυτό το πρόσεξε ο καπετάν Πέτρος και προσπάθησε να μας πλησιάσει και να μας πείσει, να υποστηρίξουμε τις απόψεις του, αν μας δοθεί η ευκαιρία. Επειδή, όμως, εμείς, σαν πολίτες του Βυζαντίου, δεν είχαμε δικαίωμα να εκφέρουμε γνώμη, παρά μόνον υποχρέωση να εφαρμόσουμε τις αποφάσεις των αρχόντων, δεν ψηφίσαμε αλλά ψήφισαν μόνο οι Βενετοί και οι Γενουάτες καπεταναίοι. Γιατί, στην πραγματικότητα οι συζητήσεις και τα συμβούλια αφορούσαν μόνο τα ξένα πλοία, τα πλοία των Λατίνων. Τα δικά μας πλοία, σαν πλοία βυζαντινά, υπάγονταν κατευθείαν και χωρίς καμιά συζήτηση στις διαταγές του αυτοκράτορα. Αλλά κι αν ακόμη παραδεχτούμε ότι δεν είμαστε Βυζαντινοί πολίτες, όπως αρέσει στους Λατίνους να πιστεύουν, γιατί το νησί μας κατέχετε απ’ αυτούς, τότε και πάλι δε μας πέφτει λόγος εμάς, γιατί τις αποφάσεις τις παίρνουν οι κυρίαρχοι κι εμείς μόνο εκτελούμε. Οι συζητήσεις, όμως, αυτές, στις οποίες πήραμε μέρος κι εμείς και τα σχόλια που κάναμε γύρω απ’ το θέμα αυτό, μας έφεραν κοντά στον καπετάν Νταβάντσιο κι αρχίσαμε έτσι να ξανοιγόμαστε όλο και περισσότερο στις ανταλλαγές γνωμών και να συσκεπτόμαστε όλοι μαζί, προσπαθώντας να βρούμε τι είναι προτιμότερο να κάνουμε στην προκειμένη περίπτωση. Όλοι κλίναμε στη φυγή. Το τελευταίο, λοιπόν, απόγευμα που ήμασταν συγκεντρωμένοι πάνω στο πλοίο του καπετάν Πέτρου, ήρθε ένας Γενουάτης απεσταλμένος από ανθρώπους του καπετάνιου, κατοίκους της γενουάτικης συνοικίας του Πέραν, που είχαν σχέσεις και μυστικές επαφές με μεγάλα πρόσωπα της Πύλης και της αυλής του σουλτάνου. Μας ειδοποίησαν μ’ αυτόν, ότι οι Τούρκοι, με τις γνώσεις και τη βοήθεια κάποιου φυγάδα χριστιανού μηχανικού, κατασκεύασαν ένα τεράστιο πυροβόλο, πρωτοφανές σε όγκο και δύναμη και, με μεγάλη συνοδεία τουρκικού στρατού, το κατεβάζουν προς την Κωνσταντινούπολη. Υπολόγιζαν δε, πως σε κανένα μήνα θα έφτανε μπροστά στα τείχη της Πόλης. Επιπλέον, ήταν σίγουρο, ότι δουλεύουν ασταμάτητα χιλιάδες εργάτες στα δάση της Αδριανούπολης και κατασκευάζουν κι άλλα πολλά και μεγάλα πυροβόλα.

Εδώ σταμάτησε λίγο ο καπετάνιος. Έριξε μια ματιά στην απέραντη θάλασσα, περιεργάστηκε αργά-αργά τα εφτά πλοία που ταξίδευαν στη σειρά το ένα πίσω απ’ το άλλο και ξανασυνέχισε με κάποιο έντονο δέος στο βλέμμα του.

-Τα πυροβόλα των Τούρκων, που λίγο-πολύ γνωρίσαμε στο Ρούμελη-Χισάρ, είναι παιγνίδια μπροστά σ’ αυτό που κατεβαίνει τώρα απ’ τη Θράκη. Εκατόν πενήντα ζευγάρια βόδια το σέρνουν και δυο χιλιάδες άνθρωποι το υπηρετούν. Πού να σταθούμε εμείς μπροστά σε μια τέτοια δύναμη! Σ’ ένα τέτοιο θεριό; Ξέρετε τι θα πει μπομπάρδα που να εκσφενδονίζει πέτρα χιλίων λίτρων; Ύστερα, νομίζετε ότι οι Τούρκοι θα φέρουν έξω απ’ την Κωνσταντινούπολη ένα τόσο τεράστιο πυροβόλο και θα το αφήσουν μόνο του μπροστά στα τείχη ή μόνο με λίγους στρατιώτες; Όχι. Θα πλημμυρίσουν τους κάμπους της Θράκης και τα παράλια με στρατό. Κι άντε ύστερα να περάσεις Καλλίπολη και Δαρδανέλια ή να σταθείς στα νερά του Μαρμαρά. Επίσης, η φαγωμάρα ενωτικών και ανθενωτικών, η απειθαρχία των αρχόντων και η ασυδωσία του κλήρου, μας αποκάρδιωσαν και νέκρωσαν κάθε ενδιαφέρον και ελπίδα μέσα μας. Ο λαός, παρασυρμένος απ’ τους καλόγερους, διαιρέθηκε βαθιά κι ανεπανόρθωτα. Κανένας πια στην Κωνσταντινούπολη δεν παίρνει μεταλαβιά απ’ τα χέρια των ενωτικών παπάδων κι ούτε κανένας τους καλεί σε βαπτίσεις η κηδείες. Ιδιαίτερα μεγάλο και υστερικό πείσμα παρατηρείται ανάμεσα στις καλόγριες. Μια μάλιστα διακρινόμενη, όπως λένε, για την ευλάβειά της, απ’ το φόβο της μήπως ποτέ αναγκαστεί να πάει με τους Λατίνους, προτίμησε, παρασυρμένη απ’ τη θρησκευτική υστερία της, να αποβάλει το χριστιανικό ράσο της, να φορέσει τούρκικα ρούχα, να μη νηστεύει άλλο αλλά να τρώει κρέας τις μέρες της νηστείας, να προσεύχεται και να προσφέρει θυσίες στον Προφήτη Μωάμεθ.

Γι’ αυτό, ύστερ’ απ όλα αυτά, αποφασίσαμε, όπως επιβάλλονταν, να φύγουμε γρήγορα. Το αποφασίσαμε, λοιπόν, και σωθήκαμε. Σώσαμε εφτακόσιες ψυχές και εφτά πλοία . . .

-Ναι, σωθήκαμε, διέκοψε ένας ναύτης με ήρεμο τόνο στη φωνή του και μια χαρακτηριστική απάθεια στην όψη του, που έδειχνε σα να μιλούσε στον άνεμο.

Σωθήκαμε! Επανέλαβε αργά μονολογώντας. Κι αμέσως έστρεψε αποφασιστικά το βλέμμα του πίσω προς το μέρος της Κωνσταντινούπολης και είπε, τονίζοντας μια-μια τις λέξεις του. Σωθήκαμε εμείς αλλ’ αφαιρέσαμε απ’ τη δύστυχη Κωνσταντινούπολη εφτά πλοία γεμάτα πολύτιμα εφόδια. Αφαιρέσαμε απ’ την άμυνά της εφτά καράβια γρήγορα και κατάλληλα για πόλεμο. Εμείς οι χριστιανοί ξεγυμνώσαμε τις επάλξεις των πύργων της κι αφαιρέσαμε εφτακόσιους πολεμιστές απ’ τα τείχη της. Απ’ τα τείχη της πόλης μας. Απ’ το προπύργιο και την καρδιά του χριστιανισμού . . .

Ο ναύτης, χωρίς να αλλάξει την έκφραση του προσώπου του, σταμάτησε τα λόγια του, βυθίζοντας το βλέμμα του μακριά στον απέραντο ορίζοντα. Απόλυτη σιωπή επικράτησε στο κατάστρωμα. Τίποτα δεν ανάσαινε. Μαζί του νόμιζες πως σταμάτησαν με μιας και οι καρδιές όλων των συνομιλητών του. Μόνο ο ψίθυρος της θάλασσας αντιβούιζε αβάσταχτος σαν κατάρα στ’ αφτιά των δραπετών. Ο ναύτης κούνησε αργά το κεφάλι του, αναστέναξε και συνέχισε.

-Αν η πόλη σωθεί απ’ τη μεγάλη θύελλα που την περιμένει και ζήσει, τότε εμείς οι εφτακόσιοι που προτιμήσαμε τη φυγή, στερημένοι για όλη μας τη ζωή από κάθε χαρά και περηφάνια, που με απλοχεριά θα σκορπίσει η Πόλη στους υποστηριχτές και στους σωτήρες της, θα ζητήσουμε πολλές φορές ο καθένας μας, να μας είχαν πάρει χθες βράδυ είδηση οι Τούρκοι και να μας είχαν βουλιάξει μέσα στα νερά του Μαρμαρά. Μέσα στα νερά της Πόλης. Της άγιας Πόλης, την οποία καταβάθος όλοι μας αγαπούμε και λατρεύουμε. Αν πάλι η πόλη του Κωνσταντίνου πεθάνει και χαθεί, όλοι εμείς οι φυγάδες, που χαρούμενοι τώρα αντικρίζουμε τα βουνά της Χίου, θα ζητήσουμε πολλές φορές ο καθένας μας στην υπόλοιπη μίζερη ζωή μας να είχαμε πεθάνει νωρίτερα απ’ την άγια Πόλη, την οποία με τη λιποταξία μας δολοφονήσαμε. Δε θα έρχεται, όμως, ο θάνατος όταν θα τον ζητούμε. Κάθε φορά που θα σκεφτόμαστε την Πόλη, οι στιγμές μας θα είναι τυραννικές. Ο χρόνος θα κυλάει για μας αργά και οι ώρες θα είναι ατελείωτες και μαύρες. Η ζωή μας θα είναι μαρτυρική και τρισάθλια. Ο θάνατος δε θα μας καταδέχεται κι ο χάρος θα μας αποφεύγει. Κανείς δεν θέλει το δολοφόνο, το φυγάδα, το λιποτάχτη . . .

Τα λόγια αυτά του ναύτη σκόρπισαν μια βαριά και πένθιμη σιγή. Χίλιες τύψεις με μιας έπεσαν μαζεμένες και βάραιναν αβάσταχτα τις ένοχες συνειδήσεις των λιποταχτών. Βουτηγμένος ο καθένας στη σιωπή και στο δράμα του, προσπαθούσε να βρει κάποια δικαιολογία, κάποιο ελαφρυντικό για τον εαυτό του, για να μετριάσει και να απαλύνει τον πόνο της ψυχής του. Τα καυτά λόγια του άσημου ναύτη τρυπούσαν σαν πυρωμένα καρφιά ολόκληρη την ύπαρξη του καθενός.

-Λέτε να μας είδαν οι Τούρκοι, ρώτησε κάποιος άλλος ναύτης, όταν περνούσαμε τα στενά της Καλλίπολης και δεν θέλησαν να μας χτυπήσουν; Δεν θέλησαν να χτυπήσουν τους απροσδόκητους συμμάχους τους;

Τα λόγια αυτά του δεύτερου ναύτη έριξαν κι άλλο λάδι στη φωτιά που έκαιγε τώρα εντονότερα μέσα στα στήθη της συντροφιάς.

Κανείς δεν απάντησε. Κανείς δεν είπε τίποτα. Όλοι έμειναν βουβοί. Κάτι τους έπνιγε όλους και τους έσφιγγε το λαιμό. Ήταν η ίδια η συνείδησή τους, που γιγαντωμένη ορθώθηκε μπροστά τους και συνέθλιβε το είναι τους. Κανείς δεν πρόφερε λέξη. Κανείς δεν έβρισκε μια δικαιολογία, μια απάντηση, που να μετριάζει και ν’ ανακουφίζει το δράμα της ψυχής τους. Και τούτο, γιατί δεν υπήρχε δικαιολογία. Δεν υπήρχαν λέξεις για να φτιάξουν απάντηση. Κανείς δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τα ερωτήματά του. Να απαντήσει στη συνείδησή του. Η μόνη λύση και πάλι ήταν η φυγή. Βουβοί και συντριμμένοι απ’ την ανείπωτη δοκιμασία τους, χωρίς να ανταλλάξουν άλλη λέξη, σηκώθηκαν σκυθρωποί κι έφυγαν απ’ τη συντροφιά. Άλλοι κατέβηκαν στ’ αμπάρια κι άλλοι σκόρπισαν εδώ κι εκεί στο κατάστρωμα. Κρεμάστηκαν σαν άψυχα ράκη στις κουπαστές κι άφησαν τα βλέμματά τους να πλανιούνται αόριστα στο πέλαγος.

Ο καπετάνιος έφυγε κι αυτός αμίλητος απ’ το κατάστρωμα και κλείστηκε στην καμπίνα του ολομόναχος.

Τώρα οι ακτές της Χίου φαινόταν καθαρά και τα εφτά πλοία με τους εφτακόσιους φυγάδες γρήγορα άραξαν στο λιμάνι της. Από εδώ τα πλοία χωρίστηκαν και το καθένα συνέχισε το δρόμο του για την πατρίδα του.

Ο καπετάν Νταβάντσιο έφυγε για τη Βενετία και τα τέσσερα κρητικά καράβια συνέχισαν την πορεία τους για την Κρήτη. Αργότερα μαθεύτηκε ότι όλα έφτασαν σώα στον προορισμό τους.

Επίσης, έγινε γνωστό, ότι τα πλοία του Νταβάντσιο φυγάδεψαν άρχοντες και πλούσιες οικογένειες Κωνσταντινουπολιτών, οι οποίοι ακριβοπλήρωσαν στους καπετάνιους το ναύλο τους για το ταξίδι τους αυτό.

Στην Κωνσταντινούπολη, το πρωί της 26ης Φεβρουαρίου, μόλις άρχισε να αραιώνει το σκοτάδι, οι ναύτες είδαν με κατάπληξη ένα μεγάλο μέρος του λιμανιού να είναι άδειο. Τα σχοινιά στα αγκυροβόλια ήταν κομμένα και τα πλοία που στάθμευαν εκεί έλειπαν.

Το διαβρωτικό έργο του Γεννάδιου είχε αρχίσει να αποδίδει πρώιμα και με αφθονία τους πικρούς καρπούς του.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980

Author: Μνήμες