Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 13

Μουράτ ΙΙ

ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ

Κατά τα τέλη Ιανουαρίου 1453 μια απειράριθμη στρατιά από σκλάβους, εργάτες και ζώα διέσχιζε αργά-αργά τις ερημωμένες απ’ τους ασταμάτητους πολέμους πεδιάδες της Θράκης και τα καταστραμμένα πριν από λίγα χρόνια απ’ τους Βουλγάρους του Φερδινάνδου χωριά της περιοχής. Ο τόπος καταστράφηκε απ’ τους φεύγοντες κακήν-κακώς Τούρκους του Μουράτ ΙΙ και λεηλατήθηκε κι ερημώθηκε τελείως απ’ τις νικηφόρες τότε στρατιές των Βουλγάρων.

Η ατέλειωτη αυτή φάλαγγα των εργατών και των σκλάβων ξεκίνησε απ’ την Αδριανούπολη και προχωρούσε με αργό ρυθμό προς την Κωνσταντινούπολη. Προπομπός και κεφαλή της ήταν σώμα χιλίων ατάκτων ιππέων με αρχηγό τον Καρατζά πασά. Στο μέσο της καταπληκτικής αλλά και γραφικής εκείνης πομπής εκατόν πενήντα ζευγάρια διαλεγμένων βοδιών έσερναν το μεγάλο και πρωτοφανές κανόνι του Ουρβανού.

Διακόσιοι εργάτες προηγούνταν της φάλαγγας με σκαπτικά εργαλεία και φτυάρια, για να ανοίγουν δρόμο μέσα στα χωράφια, στα λιβάδια και στα δάση, απ’ όπου περνούσαν και ανά διακόσιοι γεροί άντρες προχωρούσαν σε κάθε πλευρό του κανονιού, για να το συγκρατούν πάνω στο τεράστιο έλκυθρό του, όπου το έδαφος ήταν ανώμαλο και επικίνδυνο. Ακολουθούσαν πενήντα τεχνίτες ξυλουργοί, με πολυάριθμους εργάτες, όλοι τους έτοιμοι πάντοτε να προσφέρουν οποιαδήποτε υπηρεσία θα χειραζόταν. Πάνω από δυο μήνες κατέβαινε η παράξενη αυτή φάλαγγα προς νότο. Στο πέρασμά της λεηλατούσε και ερήμωνε ό,τι είχε επιζήσει απ’ τη μανία των πολέμων των παλιότερων χρόνων. Φόβο και τρόμο προξενούσε στους κατοίκους όλων εκείνων των περιοχών η θέα του τρομερού πυροβόλου. Στις 2 Απριλίου, η πολύμορφη, γιγαντιαία και τερατόμορφη εκείνη σαύρα έφτασε και σταμάτησε οχτώ χιλιόμετρα έξω απ’ την Κωνσταντινούπολη. Οι ιππείς του Καρατζά λεηλάτησαν και λαφυραγώγησαν τον Άγιο Στέφανο, τα Επιβατά, τη Βιζύη και άλλες κωμοπόλεις και προάστεια της Κωνσταντινούπολης. Άτακτα σώματα Τούρκων κυρίεψαν τα φρούρια στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, παλούκωσαν τους φρουρούς και κατέσφαξαν τους κατοίκους.

——————————–

Απ’ τις αρχές Μαρτίου είχε δώσει εντολή ο Μωάμεθ στο Μεχμέτ αγά, να στείλει ντελάληδες και κήρυκες προς όλες τις κατευθύνσεις της οθωμανικής επικράτειας, για να διεγείρουν το θρησκευτικό φανατισμό των πιστών του Ισλάμ και να καλέσουν όλους τους ικανούς για πόλεμο άντρες να συγκεντρωθούν στην Αδριανούπολη. Κατά τα μέσα Μαρτίου, είχαν ήδη φθάσει στην τουρκική πρωτεύουσα οι πρώτοι απ’ τους πιο πολεμόχαρους αξιωματούχους. Κάθε μέρα, νέα στίφη ημιαγρίων μαχητών, με αρχηγούς δερβίσηδες, μολλάδες, μωαμεθανούς καλογήρους, ιμάμηδες και άλλους φανατισμένους πιστούς του Προφήτη, υπακούοντας στις διαταγές του Μωάμεθ, περνούσαν στις ακτές της Ευρώπης και τραβούσαν για την Αδριανούπολη. Ολόκληρη η πρωτεύουσα, με τους γύρω χώρους της και τα χωριά της, είχε πλημμυρίσει από βάρβαρα και πολεμοχαρή στίφη μωαμεθανών, που κατέφθαναν απ’ όλα τα σημεία της επικράτειας του Ισλάμ. Τα ανάκτορα της Αδριανούπολης το βράδυ της 22αςΜαρτίου ήταν ανάστατα και γεμάτα από μεγάλους τιτλούχους, που έφταναν πρόθυμοι εδώ στην ειδοποίηση του σουλτάνου και έτοιμοι να χύσουν άφοβα κι αναντίρρητα το αίμα τους γι’ αυτόν.

Η μεγάλη αίθουσα του σεραγιού νεκρώθηκε για μια στιγμή, παρ’ ότι ήταν γεμάτη από πασάδες και αγάδες, μόλις άνοιξε η πόρτα και ο Μεχμέτ αγάς ανήγγειλε την άφιξη του Μωάμεθ.

-Πολυχρονεμένε μου αφέντη, είπε ο Χαλλίλ πασάς. Όλοι οι πασάδες και οι μεγάλοι κι ένδοξοι διοικητές όλων των επαρχιών του κράτους σου είναι εδώ και σε προσκυνούν.

Όλοι οι αξιωματούχοι σηκώθηκαν όρθιοι, έσκυψαν τα κεφάλια τους και προσκύνησαν το σουλτάνο τους με σεβασμό. Ο Μωάμεθ, ικανοποιημένος απ’ την καταφανή εκδήλωση υποταγής των βαρβάρων και πολεμόχαρων υποτελών του, προχώρησε με περισσότερη περηφάνια προς το θρόνο του. Ανέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια και, με έντονη αλαζονεία στο βλέμμα του, κάθισε στο βελουδένιο και χρυσοκέντητο κάθισμά του και είπε.

-Σας καλωσορίζω όλους και σας ευχαριστώ, που πρόθυμα και αμέσως ήρθατε στην πρωτεύουσα. Καθίστε όλοι σας και ακούστε με, τι έχω να σας πω.

Όλοι κάθισαν στα ντιβάνια και στα καθίσματα που ήταν μέσα στην τεράστια αίθουσα και σιωπηλοί έστρεψαν τα ηλιοκαμένα και τραχιά πρόσωπά τους προς το σουλτάνο και με αγωνία κάρφωσαν τα αγριεμένα βλέμματά τους πάνω του.

Ανάμεσά τους, εκτός απ’ το μεγάλο βεζίρη Χαλλίλ πασά, το Ζαγανό πασά, τον Τουραχάν μπέη, το Μπαλτόγλου ή Σουλεϊμάν πασά, τον Καρατζά πασά, τον Ισαάκ πασά, το Μαχμούτ πασά και το Σαριτζά πασά, ξεχώριζαν και οι άγριες φυσιογνωμίες του Καρά-Σεμς-δε-διν, του Μεν-Σενάνι, του Αμηρά Μπόκαρη, του Ακ-Σεμς-εδ-διν, του Μινέλ-Φινέρη, του Ινσάρ Ντέντε, του Τζεμπ-Αλή, του Τζισλή Ντέντε, του Καραμάνογλου, του γιου του δυνάστη του Αϊδινίου Μπέβογλου και άλλων.

Ο Μωάμεθ, κρατώντας το χρυσοκέντητο κι αδαμαντοκόλλητο μαστίγιό του στο χέρι, σηκώθηκε όρθιος στο θρόνο του, κοίταξε γύρω του με αυστηρότητα και με δυνατή φωνή και αυταρχικό ύφος είπε.

-Αποφασίζω να επιτεθώ και να κυριέψω την Κωνσταντινούπολη.

Ένας αυθόρμητος αναστεναγμός χαράς και ικανοποίησης ξέφυγε απ’ τα στήθη όλων των αξιωματούχων και σαν ξαφνική ανεμοζάλη αντιβούισε μέσα στην αίθουσα ο άγριος αλαλαγμός των ημιάγριων Ασιατών. Τα βλοσυρά βλέμματα όλων άστραψαν από ικανοποίηση και στα πρόσωπά τους ζωντάνεψε ωμή η βαρβαρότητα και το μένος της καταστροφής, που βυσσοδομούσε ως τώρα στις καρδιές τους.

-Είναι θέλημα του Αλλάχ, συνέχισε με δυνατή φωνή ο σουλτάνος, ό,τι δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν οι ένδοξοι πρόγονοί μου, να το κατορθώσω εγώ. Θέλω, όλοι σας, σαν πραγματικοί πιστοί του μεγάλου Προφήτη, να πολεμήσετε με ανδρεία, όπως πάντοτε πολεμούσαν και οι γενναίοι πρόγονοί σας, προς δόξαν του Ισλάμ και της απέραντης αυτοκρατορίας μας. Θέλω, ο καθένας σας να ενθαρρύνει, να εμψυχώσει και να φανατίσει τους στρατιώτες και τους μαχητές που έχει μαζί του. Δεν πρέπει ένα μικρό τρίγωνο με μερικές χιλιάδες απίστων να στέκεται εμπόδιο μπροστά μας και να μας φράζει το ελεύθερο πέρασμα απ’ τη μια θάλασσα στην άλλη. Η Κωνσταντινούπολη είναι σήμερα μια πόλη σκιάχτρο, χωρίς ψυχή και δύναμη. Είναι ντροπή μας, να την υπολογίζουμε και να ανεχόμαστε ακόμη να βλέπουμε να κυματίζουν στα ερειπωμένα τείχη της οι δικέφαλοι αετοί και στους μισογκρεμισμένους πύργους της τα λάβαρα του αυτοκράτορα. Σας βεβαιώνω, ότι είναι θέλημα του Αλλάχ η Κωνσταντινούπολη αυτή τη φορά να γίνει δική μας.

Δυνατές φωνές και άγριες εκδηλώσεις χαράς ξέφυγαν απ’ τα στόματα των πολέμαρχων και βάρβαρων εμίρηδων με τα τελευταία αυτά λόγια του Μωάμεθ. Ο σουλτάνος ξανακάθισε στο θρόνο του, χτύπησε δυνατά το μαστίγιό του στο τραπέζι που ήταν μπροστά του και συνέχισε.

-Διορίζω το Ζαγανό πασά γενικό διοικητή όλων των στρατευμάτων της Ασίας, τα οποία θα κυκλώσουν την πόλη απ’ το αριστερό μέρος του Μάλτεπε μέχρι τις ακτές της Προποντίδας.

Ο Αλβανός εξωμότης Ζαγανός πασάς σηκώθηκε όρθιος και υποκλίθηκε βαθιά προς το μέρος του σουλτάνου.

-Διορίζω τον Μπελήρμπεη της Ρούμελης Καρατζά πασά, συνέχισε ο Μωάμεθ, γενικό διοικητή όλων των ευρωπαϊκών στρατευμάτων, τα οποία θα κυκλώσουν την πόλη απ’ το δεξιό μέρος του Μάλτεπε μέχρι τον Κεράτιο Κόλπο.

Ο Καρατζά πασάς σηκώθηκε όρθιος και υποκλίθηκε κι αυτός με τη σειρά του στο σουλτάνο.

-Επίσης, διορίζω καπετάν-πασά το διοικητή της Καλλίπολης Μπαλτόγλου, ο οποίος στο εξής θα είναι γενικός αρχηγός του στόλου. Θα μετακινήσει το στόλο του απ’ την Καλλίπολη και θα αγκυροβολήσει κοντά στο στόμιο του Βοσπόρου, στο Διπλοκιόνιο. Με βάση του το σημείο αυτό θα πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη απ’ τη θάλασσα.

Σηκώθηκε κι ο Βούλγαρος εξωμότης Μπαλτόγλου, ο γνωστός στους περισσότερους εκεί σα Σουλεϊμάν πασάς και υποκλίθηκε, όπως και οι προηγούμενοι.

Οι άλλες λεπτομέρειες για τη διάταξη των μικρότερων τμημάτων, συνέχισε ο σουλτάνος, θα καθοριστούν επιτόπου έξω απ’ τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Μη χάνουμε, λοιπόν, καιρό. Οι γενικοί διοικητές να διατάξουν τα τμήματά τους να ξεκινήσουν αμέσως. Εγώ φεύγω αύριο το πρωί με τον Χαλλίλ πασά. Το κάθε τμήμα, πριν ξεκινήσει από δω, να αναφέρει στο Μεχμέτ αγά κι έδειξε τον ακόλουθό του που στεκόταν δίπλα του και δυο βήματα πιο πίσω, το όνομα του αρχηγού του, από ποια περιοχή προέρχεται και ποια είναι η δύναμή του σε αριθμό ανδρών.

Και, λέγοντας αυτά, σηκώθηκε όρθιος και φώναξε δυνατά.

-Εμπρός, λοιπόν, για τα τείχη.

Τα τελευταία αυτά λόγια του σκεπάστηκαν από αλαλαγμούς και αλλόφρονες κραυγές απ’ τους ημιάργριους πολέμαρχους που ήταν συγκεντρωμένοι στην αίθουσα.

Ορμητικοί και ενθουσιασμένοι εγκατέλειψαν το σεράι κι όλοι βιαζόταν να ξεκινήσουν μια ώρα γρηγορότερα για την εκτέλεση της μεγάλης προσταγής του Αλλάχ.

Όλη τη νύχτα η Αδριανούπολη δεν ησύχασε απ’ το ποδοβολητό των αλόγων, τις φωνές των στρατιωτών και των ατάκτων οπλοφόρων, τους κρότους των χιλιάδων μεταφορικών κάρων και των αναρίθμητων φορτηγών ζώων, που ετοιμάζονταν και ξεκινούσαν για τη μεγάλη εκστρατεία.

Το σεράι ήταν κι αυτό ανάστατο. Αξιωματικοί των τμημάτων τα οποία ήταν έτοιμα να ξεκινήσουν πηγαινοέρχονταν κι έδιναν αναφορά των δυνάμεών τους στο Μεχμέτ αγά, ο οποίος όλη τη νύχτα επέβλεπε την καταγραφή του στρατού, που γίνονταν από μια ομάδα χριστιανών γραφιάδων και Οθωμανών καλογήρων. Ένας κατέγραφε τα τμήματα του Ζαγανού πασά. Άλλος τα τμήματα του Καρατζά πασά. Άλλος του Μαχμούτ, του Ισαάκ και άλλοι των άλλων αρχηγών.

Ξημέρωσε και οι γραφιάδες κατέγραφαν συνέχεια. Για μια στιγμή, ο Μεχμέτ έριξε μια ματιά στην καταγραφή των τμημάτων του Καρατζά πασά. Πάνω-πάνω, η μακροσκελής κατάσταση έγραφε με μεγάλα γράμματα:

‘’Μπελήρμπεης της Ρούμελης.’’ Και παρακάτω κατέγραφε μια-μια τις τουρκοκρατούμενες ή τις υποτελείς περιοχές της Ευρώπης και απέναντι σε κάθε μια τον αριθμό των μαχητών που έστειλε η κάθε περιοχή. Ο Μεχμέτ διάβασε:

  • Νικόπολη – Διδυμότειχο                    δώδεκα χιλιάδες
  • Σέρραις – Βέροια, Σκόπια                  δεκαπέντε χιλιάδες
  • Οχρίδα, Καστοριά                              εφτά χιλιάδες
  • Αυλαίς, Ροδοβίτζιο, Γρεβενά, Στήπη  τέσσαρες χιλιάδες
  • Άρτα και Γιάννενα                               χίλιους
  • Τρίκαλα, Λάρισδα, Φάρσαλα, Φανάρι, Ζητούνι,
  • Δομοκός, Σάλωνα, Λεβαδιά, Ελλάδα, Πάτρα,
  • Άγραφα, Βελούχι, Πρωτόλιο              εικοσιπέντε χιλιάδες.

Η καταγραφή του στρατού του Ζαγανού πασά έδειχνε ως τώρα περίπου εβδομήντα χιλιάδες και οι γραφιάδες έγραφαν ασταμάτητα.

Το πρωί της 23ης Μαρτίου, σήμαναν τα τύμπανα και αντήχησαν οι σάλπιγγες του σεραγιού. Δώδεκα χιλιάδες γενίτσαροι και μερικές χιλιάδες σπαχήδες ήταν παραταγμένοι στην αυλή των ανακτόρων. Πρώτοι στη γραμμή ξεχώριζαν καβάλα οι πασάδες με πρώτο το Χαλλίλ πασά.

Ουρανομήκεις κραυγές και αλαλαγμοί τράνταξαν την ατμόσφαιρα, όταν ξεπρόβαλε περήφανος καβάλα στο άλογό του ο Μωάμεθ, περιστοιχισμένος από φανταχτερή και πολυάριθμη ακολουθία. Οι πασάδες των γενιτσάρων κάλπασαν με τ’ άλογά τους προς το μέρος του και τον χαιρέτισαν με σεβασμό μόλις πλησίασαν κοντά του. Ο Μωάμεθ αμέσως προχώρησε προς τη μεγάλη έξοδο του προαυλίου των ανακτόρων και τον ακολούθησαν όλοι οι αυλικοί του, οι πασάδες και οι γενίτσαροι. Η επιχείρηση για την άλωση της Κωνσταντινούπολης είχε αρχίσει.

Όλοι οι δρόμοι της Θράκης που οδηγούσαν προς την Κωνσταντινούπολη ήταν γεμάτοι από ατέλειωτες φάλαγγες ανθρώπων και ζώων, που  άλλοτε ξεχώριζαν ποικιλόχρωμες κάτω απ’ τις ακτίνες του ήλιου να σέρνονται ανάμεσα στα χαμόκλαδα σαν τεράστιες σαύρες, που πότε ανεβοκατέβαιναν πλαγιές, περνούσαν λαγκάδια και ρυάκια και πότε χάνονταν προς στιγμή πίσω από λόφους ή μέσα σε δάση, για να ξαναπαρουσιαστούν αναπάντεχα λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα. Άλλοτε εξαφανίζονταν μέσα σε τεράστια σύννεφα κίτρινης σκόνης που σήκωνε ο βηματισμός χιλιάδων ανθρώπων, ο ποδοβολητός των αλόγων, οι χιλιάδες τα βοϊδάμαξα των μεταγωγικών και τα αμέτρητα κοπάδια των σφαγίων που ακολουθούσαν το στρατό για τη διατροφή του. Τα κοπάδια αυτά όλο και πλήθαιναν απ’ τη διαρπαγή και τη λεηλασία των χωριών, τα οποία είχαν την τύχη να βρίσκονται πάνω στο δρόμο των βάρβαρων αυτών στιφών του Μωάμεθ.

Ατις 5 Απριλίου, το κύριο σώμα του μεγάλου και πρωτοφανούς σε ορμή και βαρβαρότητα για την Ευρώπη στρατού είχε φθάσει μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 19 Σ/βρίου 1980

Author: Μνήμες