Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 16

Ο ΥΑΞΑΣ ΠΡΟ ΔΙΛΛΗΜΑΤΟΣ

Πριν επιχειρήσει την εκστρατεία αυτή ο Μωάμεθ, έστειλε παντού ανθρώπους του να ειδοποιήσουν τους διοικητές των επαρχιών του και τους ηγεμόνες που ήταν υποτελείς του, να συγκεντρώσουν και να του στείλουν στην Αδριανούπολη όσο πιο πολύ στρατό μπορούσε ο καθένας. Σ’ άλλους έλεγε την αλήθεια για ποιο σκοπό ήθελε το στρατό αυτό και σ’ άλλους όχι.

Ένας καβαλάρης διέσχιζε τις πεδιάδες κι ανεβοκατέβαινε τα βουνά της Θράκης και της Βουλγαρίας καλπάζοντας προς τη Σερβία. Απ’ όλα τα τουρκικά φρούρια που περνούσε στο δρόμο ζητούσε, με ειδική διαταγή που είχε απ’ το σουλτάνο, να του δίνουν καινούριο άλογο και να του παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια, ώστε να φθάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στον προορισμό του. Οι Τούρκοι φρούραρχοι, που έτρεμαν όταν άκουγαν το όνομα του Μωάμεθ, γιατί ήξεραν ότι κάθε παράβαση προσωπικής διαταγής του τιμωρούνταν με αποκεφαλισμό, έσπευδαν να τον εξυπηρετήσουν και να τον βοηθήσουν όσο μπορούσαν περισσότερο.

Με το άλογό του καταϊδρωμένο και κατάκοπος απ’ την πολυήμερη ιππασία, έφτασε ο αγγελιοφόρος στο Σμερδένεβο. Τράβηξε κατευθείαν στο ανάκτορο του ηγεμόνα και ζήτησε, κατά διαταγή του σουλτάνου, να τον παρουσιάσουν αμέσως στο Βράκοβιτς.

-Άρχοντά μου, είπε ο Τούρκος αγγελιοφόρος στο Βράκοβιτς. Ο πολυχρονεμένος και μεγάλος μας αφέντης με διέταξε να σας παραδώσω αυτά αμέσως και μόλις φθάσω στο Σμερδένεβο κι έδωσε μερικά γράμματα στον ηγεμόνα της Σερβίας. Επίσης, μου είπε να σας τονίσω ιδιαίτερα ότι, ό,τι σας ζητά το θέλει αμέσως και χωρίς καθυστέρηση. Αύριο το πρωί θα φύγω επιστρέφοντας στην Αδριανούπολη και θέλω να μου δώσετε συγκεκριμένη απάντηση.

Ο Βράκοβιτς μόλις έμεινε μόνος άρχισε να διαβάζει τα γράμματα του Μωάμεθ. Κάλεσε μερικούς άρχοντές του και έδωσε εντολή να ειδοποιηθεί και να παρουσιαστεί αμέσως μπροστά του ο βοεβόδας του Μπρέζνικ Υαξάς.

Οι άρχοντες που κάλεσε ο Βράκοβιτς και ο Υαξάς ειδοποιήθηκαν αμέσως και παρουσιάστηκαν στον ηγεμόνα τους.

-Μόλις πριν από λίγο, είπε ο Βράκοβιτς, κατέφθασε ένας ειδικός απεσταλμένος του Μωάμεθ και μου έφερε αυτά τα γράμματα κι έδειξε με το χέρι του μερικά χαρτιά που ήταν μπροστά του πάνω στο τραπέζι.

Μου γράφει, ότι κάποιος άρχοντας, διοικητής μακρινής επαρχίας της αυτοκρατορίας του στην Ασία, επαναστάτησε και θέλει να τον επαναφέρει στην τάξη. Επικαλείται, λοιπόν, παλιότερες συμφωνίες που είχαμε με τον πατέρα του Μουράτ και οι οποίες ισχύουν και σήμερα και ζητά να του στείλουμε ένα σώμα σερβικού ιππικού, να τον βοηθήσει στην εκστρατεία του αυτή. Βέβαια, όχι ότι δεν έχει αρκετές δυνάμεις για να επιβληθεί μόνος του, αλλά ζητά και τη δική μας παρουσία, για να δείξει στους βάρβαρους ομοθρήσκους του στην Ασία πόσο φιλικά και αδελφωμένα ζει με τους αλλόθρησκους λαούς της Ευρώπης. Θέλει, όπως φαίνεται, να μεταχειριστεί τη δική μας παρουσία στην Ασία σαν όπλο διπλωματικό και να εντυπωσιάσει τον επαναστάτη εμίρη και τους άλλους εμίρηδες της Ανατολής και έμμεσα να τους δείξει, πόσο άριστες είναι οι προθέσεις του για τους ομοθρήσκους του, αφού είναι τόσο καλές για τους αλλοθρήσκους του, οι οποίοι τον ακολουθούν ακόμη και στον πόλεμο.

-Θέλει, δηλαδή, να επιβληθεί και δυναμικά αλλά και διπλωματικά στην Ασία και να εξασφαλιστεί πιο σίγουρα από εκείνη την κατεύθυνση, πρόσθεσε ένας άρχοντας.

-Το σώμα, λοιπόν, που θα του στείλουμε εμείς, συνέχισε ο Βράκοβιτς, θα έχει μάλλον συμβολικό χαρακτήρα. Για να είναι, όμως, αισθητή η παρουσία του και εντονότερο το ψυχολογικό αποτέλεσμα, πρέπει να είναι και κάπως ευάριθμο.

-Είναι δυνατόν να αρνηθούμε να στείλουμε στρατιώτες μας να πολεμήσουν για το Μωάμεθ; Ρώτησε ένας απ’ τους παρευρισκομένους.

-Πιστεύω, ότι είναι κρυφή επιθυμία όλων μας να μην εκτελέσουμε αυτήν την παράκληση-διαταγή του σουλτάνου, είπε ο Βράκοβιτς και συνέχισε. Έχουμε, όμως, σήμερα τη δύναμη να αρνηθούμε στις επιθυμίες του και να υποστηρίξουμε μόνοι μας την άρνησή μας αυτή δυναμικά αν χρειαστεί; Γιατί, δεν πρέπει να παρασυρθούμε από συναισθηματισμούς και να αγνοήσουμε την πραγματικότητα. Πού μπορούμε να ελπίσουμε σε περίπτωση που ο απότομος και εκδικητικός σουλτάνος μας επιτεθεί; Να στραφούμε στον Ουνυάδη; Δεν βλέπω ελπίδες από κει, γιατί κι αυτός είναι δεμένος με τη συμφωνία που υπέγραψε εδώ στο Σμερδένεβο πριν λίγο καιρό με το Μωάμεθ και δεν βλέπω πιθανότητες να θελήσει να την αθετήσει και να εκστατεύσει εναντίον του, απλώς και μόνο επειδή εμείς αρνηθήκαμε να στείλουμε λίγους ιππείς, ένα συμβολικό σώμα Σέρβων στην Αδριανούπολη. Να στραφούμε στους δεσπότες της Πελοποννήσου και της Ηπείρου;  Αυτοί είναι τόσο πολύ στριμωγμένοι τώρα απ’ τον Τουραχάν πασά, που δεν ξέρουν πού να καταφύγουν για να σώσουν τους εαυτούς τους. Να ζητήσουμε βοήθεια απ’ τον αυτοκράτορα; Αυτός δεν μπόρεσε να σηκώσει κεφάλι όταν χτίζαν οι Τούρκοι δίπλα του το Ρούμελη-χισάρ και θα βοηθήσει εμάς τώρα που είναι κυκλωμένος από παντού;

-Επομένως, είπε κάποιος, δεν υπάρχει λόγος να σκεφτόμαστε να αντιδράσουμε στις απαιτήσεις του Μωάμεθ. Άλλωστε, δεν είναι και κανένα πολύ σπουδαίο πράγμα αυτό που μας ζητά. Θέλει ένα σώμα δικού μας ιππικού να τον βοηθήσει στην Ασία.

-Σκέφτομαι, είπε ο Βράκοβιτς παίρνοντας το λόγο, να αναθέσω την αρχηγία του σώματος στον άρχοντα Υαξά κι έδειξε προς το μέρος του βοεβόδα του Μπρέζνικ.

Επειδή κανένας δεν έφερε αντίρρηση, δόθηκαν οι αναγκαίες οδηγίες στον αρχηγό του σώματος των ιππέων και διατάχτηκε να ετοιμαστεί και να φύγει το συντομότερο για την Αδριανούπολη.

Την άλλη μέρα το πρωί, ο Τούρκος απεσταλμένος του Μωάμεθ άφηνε το Σμερδένεβο κι έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής για την Αδριανούπολη. Μαζί με την προφορική συγκατάθεση του Βράκοβιτς, για την αποστολή ιππικού προς το σουλτάνο, έφερε και ορισμένα γράμματα του ηγεμόνα της Σερβίας προς το Μωάμεθ. Επίσης, ο Τούρκος απεσταλμένος, φεύγοντας απ’ την Αδριανούπολη, πήρε μαζί του απ’ το σεράι και ορισμένα άλλα γράμματα, καλά φυλαγμένα, τα οποία ίσως του χρειαζόταν κατά την επιστροφή, ανάλογα με την απάντηση του Βράκοβιτς. Φεύγοντας απ’ τη Σερβία, σταμάτησε στο πρώτο τουρκικό φρούριο που ήταν πάνω στο δρόμο του και παρέδωσε δυο γράμματα στο φρούραρχο.

-Το ένα, του είπε, είναι δικό σου. Έρχεται κατευθείαν απ’ το Μωάμεθ. Το άλλο να το προωθήσεις αμέσως με δικό σου άνθρωπο στα πλησιέστερα τμήματα του Τουραχάν πασά που πολεμούν τους δεσπότες και αδελφούς του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Δημήτριο και Θωμά. Πρέπει να φθάσει στα χέρια του αμέσως και με ευθύνη δική σου. Σύστησε δε αμέσως στους στρατιώτες σου, ώστε στο σερβικό σώμα που πρόκειται να περάσει από εδώ για την Αδριανούπολη, να φερθούν όσο μπορούν πιο καλά και τους Σέρβους ιππείς να τους θεωρήσουν σα δικούς μας στρατιώτες. Ό,τι άλλο χρειάζεται να ξέρεις, θα το βρεις γραμμένο στο γράμμα που σου στέλνει το σεράι.

Ο αγγελιοφόρος κοιμήθηκε το βράδυ στο φυλάκιο και το πρωί ξεκούραστος συνέχισε το δρόμο του. Ήθελε να γυρίσει γρήγορα, για ν’ αναγγείλει στον αφέντη του τις ευχάριστες ειδήσεις που έφερνε απ’ τη Σερβία. Δεν ήταν, όμως και απόλυτη ανάγκη να καλπάζει μέρα-νύχτα ασταμάτητα, όπως έκανε όταν πήγαινε για τη Σερβία. Τώρα, μπορεί να ξεκουράζεται και λίγο και να κοιμάται πιο ήσυχος.

Όταν έφτασε στο επόμενο τουρκικό φυλάκιο, παρέδωσε γράμμα και στον εδώ φρούραρχο. Έδωσε και προφορικά ορισμένες οδηγίες, όπως και στον προηγούμενο, ξεκουράστηκε, πήρε ξεκούραστο άλογο και συνέχισε το δρόμο του. Το ίδιο συνέβη και στ’ άλλα φρούρια που πέρασε γυρίζοντας στην Αδριανούπολη.

Σε λίγες μέρες, χίλιοι πεντακόσιοι Σέρβοι ιππείς, με αρχηγό τους τον Υαξά, διέσχιζαν τη Μακεδονία και τη Θράκη και προχωρούσαν για την Αδριανούπολη. Στο δρόμο, οι Τούρκοι στρατιώτες τους υποδέχονταν με χαρά και οι διοικητές των τουρκικών φρουρίων τους παρείχαν με προθυμία κάθε εξυπηρέτηση και διευκόλυνση. Η συμπεριφορά αυτή των Τούρκων, την οποία δεν περίμεναν να συναντήσουν οι Σέρβοι, τους έκανε μεγάλη εντύπωση και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις η υπέρμετρη καλοσύνη τους τους ξάφνιαζε.

Αφού πέρασαν τη Φιλιππούπολη κι έφτασαν στα τελευταία χωριά της προς το μέρος της Αδριανούπολης, συνάντησαν κι άλλα σώματα του Μπελήρμπεη πασά, που προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης και κατευθύνονταν για την τουρκική πρωτεύουσα.

Σ’ ένα απ’ τα χωριά αυτά ξεπέζεψαν για να ξεκουραστούν κι αυτοί και τ’ άλογά τους. Κάθισαν εδώ κι εκεί κάτω απ’ τους ίσκιους των δέντρων ξέγνοιαστοι παρέες-παρέες. Άλλοι έτρωγαν, άλλοι κοιμόταν κι άλλοι συζητούσαν μισοξαπλωμένοι στα χόρτα.

Σ’ ένα φουντωτό δέντρο, που ξεχώριζε ανάμεσα στ’ άλλα σε μια χορταριασμένη πλαγιά δεξιά του δρόμου, αναπαύονταν ο Υαξάς με τους αξιωματικούς του. Ο καιρός ήταν καλός και όλοι μισοξαπλωμένοι στην πρασινάδα απολάμβαναν τον ήλιο και τη γραφικότητα του τοπίου. Πιο κάτω, έβοσκαν ελεύθερα τα άλογά τους, μισοχαμένα μέσα στο πυκνό και καταπράσινο χορτάρι, που γίνονταν ψηλότερο και πιο βαθυπράσινο όσο η πλαγιά πλησίαζε προς το ποταμάκι.

-Πολλά τμήματα συναντήσαμε στο δρόμο μας, είπε για μια στιγμή ο αρχηγός.

-Και άλλα φαίνονται να κινούνται ανάμεσα στα χωριά, πέρα στους κάμπους ή ψηλότερα στις πλαγιές, πρόσθεσε ένας ακόλουθός του, ο Μιχαήλ Κωσταντίνοβιτς.

-Φαίνεται, πως μεγάλο στρατό ετοιμάζει ο Μωάμεθ για την Ασία. Θέλει, ίσως, να θαμπώσει τον επαναστάτη ηγεμόνα με το πλήθος του στρατού του, συνέχισε ο Υαξάς χωρίς να κινηθεί καθόλου απ’ τη θέση του όπου ήταν ξαπλωμένος.

Την αμεριμνησία των στρατιωτών και την ησυχία που επικρατούσε κάτω απ’ τα σκιερά δέντρα ανατάραξε ο καλπασμός ενός αλόγου και οι φωνές του καβαλάρη του, που, αναστατωμένος και με έκδηλη την αγωνία στο πρόσωπό του, φώναζε και χειρονομούσε πάνω απ’ το ξαναμμένο άλογό του.

-Καπετάνιε, καπετάνιε . . .

Όλοι οι στρατιώτες, ξαφνιασμένοι απ’ τις παράξενες φωνές και τη βιασύνη του καβαλάρη συναδέλφου τους, πετάχτηκαν όρθιοι και έστρεψαν τα βλέμματά τους περίεργα προς το μέρος που ακουγόταν οι φωνές και ο θόρυβος του καλπασμού. Ο στρατιώτης συνέχισε να φωνάζει.

-Καπετάνιε, καπετάνιε . . .

Μερικοί στρατιώτες του έκαναν νόημα, δείχνοντάς του κάποιο μεγάλο και βαθίσκιο δέντρο λίγο πιο πέρα στην άκρη του δρόμου.

Αυτός κάλπασε προς την κατεύθυνση εκείνη και, πριν καλά-καλά σταματήσει το άλογό του κάτω απ’ το μεγάλο δέντρο, πήδησε απ’ τη ράχη του και βιαστικός και με έντονη έξαψη άρχισε να λέει.

-Καπετάνιε. Καπετάνιε, μας είπαν ψέματα . . . ψέματα . . .

Ο Υαξάς τού ‘κανε νόημα να καθίσει για να συνέλθει. Τού ‘δωσε κάτι να πιει για να ηρεμίσει και προσπάθησε να συγκρατηθεί και να φανεί ψύχραιμος κι ο ίδιος.

Μόλις ο στρατιώτης ήπιε μια-δυο γουλιές ρακί από ένα μικρό παγούρι που τού ‘δωσε ο Υαξάς απ’ την τσέπη του, είπε σε πιο ήρεμο τόνο.

-Καπετάνιε, μας είπαν ψέματα. Δεν πάμε για την Ασία. Βγήκα πιο πάνω στο χωριό για ν’ αγοράσω κάτι στα μαγαζιά . . . Εκεί έμαθα τρομερά πράγματα . . . Όλος αυτός ο στρατός που συγκεντρώνεται εδώ ετοιμάζεται να χτυπήσει την Κωνσταντινούπολη.

-Την Κωνσταντινούπολη! Είπε έκθαμβος ο αρχηγός και κοίταξε στα μάτια τον Κωσταντίνοβιτς, που είχε μείνει κι αυτός εμβρόντητος με τα λόγια του λαχανιασμένου στρατιώτη.

Έτσι λένε όλοι στο χωριό. Για εκστρατεία κατά της Κωνσταντινούπολης συζητούν οι στρατιώτες των άλλων τμημάτων του Μπελήρμπεη. Το λένε ανοιχτά οι γενίτσαροι . . .

Ο Υαξάς έμεινε για λίγο άφωνος και σκεφτικός. Ύστερα, έστειλε μερικούς ανθρώπους του στα γύρω χωριά να συγκεντρώσουν πιο συγκεκριμένες πληροφορίες.

Όταν γύρισαν οι απεσταλμένοι του, κάλεσε όλους τους αξιωματικούς του και τους είπε.

-Πραγματικά, πέσαμε θύματα απάτης. Από πληροφορίες που έχουμε από διαφορετικές πηγές, βγαίνει καθαρά το συμπέρασμα ότι πάμε να πολεμήσουμε εναντίον της Κωνσταντινούπολης.

Στο σημείο αυτό, ένας θόρυβος και πάλι παρατηρήθηκε ανάμεσα στους στρατιώτες που ξεκουράζονταν πιο πέρα κάτω απ’ τα δέντρα προς το δρόμο. Ο Υαξάς και οι αξιωματικοί του διέκοψαν τη συζήτηση και σηκώθηκαν όρθιοι να ‘δουν τι συμβαίνει.

-Πού είναι ο καπετάνιος; Φώναξε από μακριά ένας στρατιώτης σε μια ομάδα συναδέλφων του, που αμέριμνοι ήταν ξαπλωμένοι στα χόρτα μια μικρής πλαγιάς.

-Εκεί πιο κάτω νομίζω, είπε ένας απ’ τη συντροφιά κι έδειξε προς το μεγάλο δρόμο, όπου κάθονταν ο Υαξάς με τους αξιωματικούς του.

-Για πήγαινε Μιχαήλ να ‘δεις τι συμβαίνει και ποιος είναι αυτός που έρχεται καβάλα στο άλογο. Μην τον φέρεις εδώ. Κράτησέ τον πιο κάτω. Δεν θέλω να μας βρει έτσι όλους συγκεντρωμένους τους αξιωματικούς.

Ο Μιχαήλ Κωσταντίνοβιτς έτρεξε αμέσως προς την κατεύθυνση του ξένου καβαλάρη.

-Θέλω τον αρχηγό σας, είπε στο Μιχαήλ ο Τούρκος αγγελιοφόρος. Έχω να του παραδώσω μια διαταγή απ’ το Μπελήρμπεη Καρατζά πασά.

-Περίμενε εδώ, τον πρόσταξε ο Κωσταντίνοβιτς. Κατέβα απ’ το άλογό σου και κάθισε λίγο να ξαποστάσεις. Θα στείλω ένα στρατιώτη να τον βρει και να του πει ότι τον ζητάς. Κι έκανε νόημα σ’ ένα Σέρβο στρατιώτη να ειδοποιήσει τον Υαξά, προσθέτοντας και μερικές ακόμη λέξεις στα σερβικά.

Ο στρατιώτης έφυγε αμέσως και σε λίγο ήρθε ο αρχηγός. Ο Τούρκος αγγελιοφόρος του παρέδωσε τη διαταγή, χαιρέτησε και έφυγε.

Ο Υαξάς ξεδίπλωσε το χαρτί και ανυπόμονα άρχισε να διαβάζει τη νέα διαταγή των Τούρκων. Διάβαζε και σιγοπερπατούσε προς το δέντρο, όπου είχαν έρθει στο μεταξύ και οι άλλοι αξιωματικοί. Ο Μιχαήλ που βάδιζε δίπλα στον Υαξά παρατήρησε ότι, όσο ο αρχηγός του προχωρούσε στο διάβασμα της διαταγής, τόσο περισσότερο έχανε το χρώμα του. Όταν έφτασαν στο δέντρο και κάθισαν ανάμεσα στους άλλους αξιωματικούς, ο Υαξάς ήταν πελιδνός.

-Τι συμβαίνει; Ρώτησαν με απορία οι άλλοι αξιωματικοί.

Ο αρχηγός έριξε μπροστά τους τη διαταγή και είπε.

-Δεν είναι διαταγή του Καρατζά πασά. Είναι διαταγή του σουλτάνου. Μας διατάζει, να πάρουμε αμέσως το συντομότερο δρόμο και να κατευθυνθούμε προς την Κωνσταντινούπολη, για να ενωθούμε με τα εκεί στρατεύματα του Καρατζά πασά[1].

-Αυτό δε θα γίνει ποτέ, διέκοψε ο Μιχαήλ Κωσταντίνοβιτς.

-Να γυρίσουμε πίσω, είπε ένας άλλος.

-Μη βιάζεστε, μη βιάζεστε, τους καθησύχασε ο αρχηγός τους. Πρέπει να ξέρετε, ότι όλα τα τουρκικά φρούρια από εδώ μέχρι τη Σερβία, καθώς και τα τμήματα του Τουραχάν πασά, που βρίσκονται κοντά στην πατρίδα μας, έχουν ειδοποιηθεί να έχουν το νου τους και να μη μας επιτρέψουν να γυρίσουμε πίσω. Διατάχτηκαν να μας χτυπήσουν αλύπητα, αν προσπαθήσουμε κάτι τέτοιο.

-Είμαστε χίλιοι πεντακόσιοι κι όλοι διαλεχτοί ιππείς, είπε κάποιος. Θα τους χτυπήσουμε και μεις και νομίζω ότι θα περάσουμε.

-Είμαστε χίλιοι πεντακόσιοι, είπε κάποιος άλλος αλλά μόνο εδώ κοντά μας υπάρχουν δώδεκα χιλιάδες γενίτσαροι και χώρια ο στρατός του Μπελήρμπεη.

-Να σκορπιστούμε σε μικροομάδες, για να μην δίνουμε στόχο και να φεύγουμε λίγοι-λίγοι και χωριστά, πρόσθεσε κάποιος άλλος. Εδώ είναι τόσα πολλά ξένα και διαφορετικά τμήματα, που είμαι σίγουρος ότι λίγοι-λίγοι θα μπερδευτούμε ανάμεσά τους και θα περάσουμε απαρατήρητοι.

-Αν αποφασίσουμε σα λύση το δρόμο της φυγής, αυτός ο τρόπος θα είναι μάλλον ο καλύτερος. Είναι, όμως, αυτή και η καλύτερη λύση; Ρώτησε ο Υαξάς και συνέχισε. Μήπως με τη φυγή μας φέρουμε σε δύσκολη θέση τον ηγεμόνα μας και την πατρίδα μας; Μήπως ο Βράκοβιτς, αποβλέποντας σε ευρύτερα και άγνωστα σε μας συμφέροντα της Σερβίας, γνώριζε την αλήθεια και αποφάσισε την αποστολή μας αυτή, γιατί έτσι έπρεπε να γίνει; Μήπως, μαθαίνοντας τη φυγή μας ο σουλτάνος επιτεθεί με τα πολυάριθμα που έχει εδώ συγκεντρωμένα στρατεύματά του εναντίον της Σερβίας; Δε θα του είναι και πολύ δύσκολο να καταστρέψει τη χώρα μας. Τώρα μάλιστα που έχει τις στρατιές του Τουραχάν πασά στα νότια σύνορά μας. Σταματούν τον πόλεμο αμέσως, αν θέλουν, με τους δεσπότες του Μωριά και της Ηπείρου και στρέφονται εναντίον μας. Ποιος θα μας βοηθήσει τότε;

Σταμάτησε για λίγο και με τόνο που έδειχνε ότι κατέληγε σ’ ένα βαρύ κι ανεπιθύμητο συμπέρασμα συνέχισε.

-Η φυγή είναι ίσως εύκολη. Οι συνέπειες, όμως, τραγικές.

Επικράτησε σιγή. Κανείς απ’ τους αξιωματικούς του Υαξά δεν πρόφερε λέξη. Όλοι έβρισκαν τα λόγια του αρχηγού τους σωστά, παρ’ ότι δεν ήθελαν να τα παραδεχτούν. Βασάνιζαν το μυαλό τους κάτι να βρουν, με κάποιο επιχείρημα να αντικρούσουν την τρομερή αλήθεια, την αναπόφευκτη πραγματικότητα. Ήθελαν να υποστηρίξουν τη φυγή. Δεν ήθελαν να πολεμήσουν κατά των ομοθρήσκων τους και υπέρ του Μωάμεθ. Δεν μπορούσαν όμως. Ήταν αργά. Είχαν πιαστεί στην παγίδα. Άλλη λύση δεν υπήρχε.

Σιωπηλοί, ένας-ένας, άρχισαν να γυρίζουν στα τμήματά τους και να ετοιμάζονται να συνεχίσουν το δρόμο τους, με κατεύθυνση αυτή τη φορά την Κωνσταντινούπολη. Δρόμος πραγματικού μαρτυρίου. Τουλάχιστον για ορισμένους απ’ αυτούς.

Μέσα στη βαριά και καταθλιπτική σιωπή που επικρατούσε, ακούστηκαν ξερά τα λόγια του Κωσταντίνοβιτς που πρόφερε μονολογώντας, καθώς απομακρύνονταν απ’ το δέντρο της θλιβερής συγκέντρωσης των αξιωματικών του Υαξά.

-Θα πάμε στον πόλεμο της Πόλης, αφού έτσι ήταν γραφτό μας. Αλλά, αν πολεμήσουν όλοι όπως θα πολεμήσουμε εμείς, η Πόλη δε θα πέσει ποτέ.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 19 Σ/βρίου 1980

[1] Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .’’ Σελίδα  133.

Author: Μνήμες