Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 17

ΦΛΟΓΕΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Καταπονεμένοι και κουρασμένοι οι Έλληνες και οι άλλοι μαχητές του αυτοκράτορα από τη μεγάλη χθεσική επίθεση των Τούρκων στην κοιλάδα του Λύκου, αναστατώθηκαν με τις κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών και τις φωνές των πολιτών, το πρωί εκείνο της 20ης Απριλίου. Όσοι απ’ τους μαχητές δεν ήταν την ώρα εκείνη στις επάλξεις, άρπαξαν τα όπλα τους κι έτρεξαν στις προκαθορισμένες θέσεις τους. Όλοι βγήκαν έντρομοι και αναστατωμένοι στα τείχη. Ο λαός ανέβηκε στα ψηλώματα και στα καμπαναριά ή στις στέγες των σπιτιών και στους τρούλους των εκκλησιών. Κάτω στο λιμάνι, άλλοι σκαρφάλωναν στα κατάρτια των πλοίων και στις ανεμόσκαλες κι άλλοι έτρεχαν βιαστικοί να βγουν στα ψηλώματα της στεριάς, για να δουν και να μάθουν τι συμβαίνει.

Ο Βενετός γιατρός Μπάρμπαρο, που πριν από λίγο είχε φθάσει στην Κωνσταντινούπολη με τα πλοία του Ιουστινιάνη, πετάχτηκε ξαφνιασμένος έξω απ’ την καμπίνα του πλοίου του και τροχάδην κατευθύνθηκε προς τα τείχη. Λαχανιασμένος ανέβηκε στις επάλξεις. Οι πύργοι και όλα τα ψηλότερα σημεία των τειχών ήταν γεμάτα στρατιώτες.

Όλο αυτό το ξαφνιασμένο πλήθος των συγκεντρωμένων στρατιωτών και του λαού έδινε την εντύπωση γενικού συναγερμού. Παράξενο όμως. Εκτός απ’ τη μεγάλη συγκέντρωση πολεμιστών στις επάλξεις, δεν παρατηρούνταν καμιά άλλη κίνηση. Παντού επικρατούσε ησυχία. Οι Τούρκοι δεν φαίνονταν να κινούνται ή να προετοιμάζονται για επίθεση. Από κει ψηλά διακρίνονταν καθαρά απέναντι το στρατόπεδό τους και δεν φαίνονταν τίποτα το ύποπτο σ’ αυτό. Οι καμπάνες, όμως, της Κωνσταντινούπολης συνέχιζαν να χτυπούν δυνατά και ο κόσμος έτρεχε κι ανέβαινε μ’ αφάνταστη γρηγοράδα στα υψώματα και στις στέγες των σπιτιών.

-Τι συμβαίνει; Ρώτησε μ’ ανυπομονησία και περιέργεια ο Βενετός γιατρός, μόλις ανέβηκε στα τείχη και συνάντησε τους πρώτους στρατιώτες στις επάλξεις. Ετοιμάζουν επίθεση οι εχθροί ή μήπως άνοιξαν άλλο κανένα λαγούμι πάλι και προσπαθούν να περάσουν κάτω απ’ τα τείχη, για να μπουν στην πόλη χωρίς να τους πάρουμε είδηση;

-Όχι καπετάνιε, απάντησε ο πρώτος στρατιώτης που βρέθηκε μπροστά του. Για κοίταξε εκεί, του είπε κι έδειξε με το χέρι του προς τη θάλασσα του Μαρμαρά. Ναυμαχία, ναυμαχία . . .

-Ναυμαχία! Είπε μ’ απορία ο Βενετός γιατρός κι έστρεψε κι αυτός με λαιμαργία τα μάτια του προς το σημείο όπου ήταν τη στιγμή εκείνη καρφωμένα όλα τα μάτια της Κωνσταντινούπολης. Και των φίλων της και των εχθρών της.

Πραγματικά, το πρωί εκείνης της απριλιάτικης Παρασκευής, κατά τις εννιά η ώρα, φάνηκαν μακριά μέσα στη θάλασσα του Μαρμαρά τέσσερα καράβια να πλησιάζουν προς την Κωνσταντινούπολη. Η εμφάνιση των πλοίων αυτών έδωσε αφάνταση χαρά και θάρρος στους πολιορκημένους. Όλοι γενικά στην Κωνσταντινούπολη, απ’ τον αυτοκράτορα ως τον τελευταίο στρατιώτη κι απ’ τον μεγαλύτερο άρχοντα ως τον πιο άσημο πολίτη, περίμεναν με αγωνία την άφιξη βοήθειας απ’ την κατεύθυνση αυτή. Όλες τους οι ελπίδες για επιβίωση εξαρτιόταν απ’ την αναμενόμενη βοήθεια. Με την ελπίδα και την πεποίθηση ότι θά ‘ρθει οπωσδήποτε η βοήθεια, που με αγωνία περίμεναν απ’ τη Δύση, έπαιρναν κουράγιο και ενίσχυαν το ηθικό και τη δύναμή τους για περαιτέρω αντίσταση.

Απερίγραπτη, λοιπόν, ήταν η χαρά τους, όταν είδαν τα τέσσερα εκείνα πλοία να πλέουν προς την πολιορκημένη πόλη τους. Αλλά εξίσου μεγάλη ήταν και η χαρά και η συγκίνηση των πληρωμάτων των τεσσάρων πλοίων, όταν, το πρωί της μέρας εκείνης, αντίκρισαν από μακριά βαθιά στον ορίζοντα τα λαμπυρίσματα των τρούλων της Αγιασοφιάς.

Τρία απ’ τα πλοία εκείνα ήταν γενουάτικα και κυβερνιόταν απ’ τους πραγματικά δοκιμασμένους και γενναίους ναυτικούς, το Μαυρίκιο Καττάνεο, το Δομίνικο Νοβραίο και το Βαπτιστή Φελλιτσιάνο.

Στις 15 Απριλίου, άφησαν το λιμάνι της Χίου και με ούριο άνεμο έβαλαν πλώρη για τα Δαρδανέλια. Στο δρόμο τους συνάντησαν κι ένα μεγάλο αυτοκρατορικό πλοίο φορτωμένο σιτάρι, που κατευθύνονταν κι αυτό για την Πόλη. Το μεγάλο πλοίο κυβερνούσε ο επίσης γενναίος και έμπειρος ναυτικός, ο καπετάν Φλαντανελλάς. Τα τέσσερα πλοία, με δυνατό άνεμο και ευνοϊκό θαλάσσιο ρεύμα, μπήκαν στα Στενά κι απαρατήρητα πέρασαν στην Προποντίδα. Επωφελούμενα δε το σκοτάδι αρμένισαν όλη τη νύχτα και το πρωί βρέθηκαν μπροστά στην Κωνσταντινούπολη.

Τώρα, τα  θρυλικά πλοία έπλεαν ολοταχώς. Είχαν προσπεράσει την εκκλησία και την πύλη της Αγίας Βαρβάρας κι είχαν παρακάμψει το τόξο της ακτής της Ακρόπολης. Πλησίαζαν την προεξοχή της ξηράς πάνω στην οποία είναι χτισμένος ο ναός του Αγίου Δημητρίου και ετοιμάζονταν να στρίψουν αριστερά, να μπουν στον Κεράτιο και να περάσουν στο λιμάνι.

Ξαφνικά, ένα υπόκοφο και μακρινό βουητό αντήχησε έξω απ’ τη δυτική πλευρά της πόλης. Όλων τα μάτια άφησαν για μια στιγμή τα καράβια και στράφηκαν προς την κατεύθυνση εκείνη. Ολόκληρο το δεξιό σκέλος της στρατιάς των πολιορκητών, μόλις είδε τα πλοία, σηκώθηκε σύσσωμο κι έτρεξε προς την παραλία. Με μιας, το απέραντο στρατόπεδο των Τούρκων αναδεύτηκε απ’ τη μια μεριά ως την άλλη και κυμάτισε σαν τεράστιο αθέριστο χωράφι, που ξαφνικά περνά από πάνω του αναπάντεχο μελτέμι. Μεγάλες ομάδες σαρικοφόρων στρατιωτών ξέκοβαν απ’ τους καταυλισμούς και τα οχυρώματά τους κι έτρεχαν προς τη θάλασσα. Οι ομάδες αυτές με τα χρωματιστά σαρίκια τους, καθώς άφηναν το πολύχρωμο στρατόπεδο κι έφευγαν προς τις ακτές, έμοιαζαν σαν ξεθωριασμένα κομμάτια κάποιου παλιού κι εφθαρμένου χαλιού, το οποίο, απ’ την πολυκαιρία και τη μακροχρόνια χρήση, εύκολα τεμαχίζεται και διαλύεται στο φύσημα του αέρα.

-Λες νά  ‘ναι μόνο αυτά τα τέσσερα, καπετάνιε; Ρώτησε το Βενετό γιατρό ένας ψηλόσωμος στρατιώτης, που με κανένα τρόπο δεν ήθελε να απομακρύνει το βλέμμα του απ’ τα πλοία.

-Όχι, όχι, εποκλείεται, απάντησε βιαστικός κάποιος άλλος. Κοίταξε καλά στο βάθος και δε θα αργήσεις να δεις κι άλλα κατάρτια να ξεπροβάλουν στη στρογγυλάδα του ορίζοντα. Πρέπει νά ‘ρχονται πολλά . . .

-Αυτά που βλέπεις είναι μόνο ο προπομπός, φώναξε ένας άλλος στρατιώτης που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Σε λίγο θα φανεί ο μέγας στόλος του πάπα . . .

Τότε θα γεμίσει πανιά ο ορίζοντας και θα σκεπαστεί με καράβια η θάλασσα. Όταν ξεπροβάλει η πραγματική αρμάδα, έλεγε γεμάτος πεποίθηση ένας άλλος στρατιώτης, θα δεις γαλέρες της Βενετίας, της Νεάπολης, της Γένουας. Θα δεις καράβια απ’ τη Σικελία, απ’ την Πελοπόννησο, απ’ την Κρήτη . . .

-Λες να μας ξαναστείλουν πίσω τους Κρητικούς και τους άλλους δραπέτες του Νταβάντσιο; Ρώτησε κάποιος σε τόνο αστειότητας, διακόπτοντας το συνάδελφό του.

Χωρίς να δώσει και μεγάλη σημασία στην ειρωνεία αυτή ο ψηλόσωμος στρατιώτης συνέχισε.

Μα εγώ βλέπω πως όλα αυτά τα πλοία που πλησιάζουν είναι γενουάτικα. Αν ήταν προπομπός, δεν έπρεπε να συμμετείχε και κανένα απ’ τη Νεάπολη ή τη Βενετία; Ή μήπως οι Γενουάτες μάθανε τη νέα διαταγή του αυτοκράτορα, ότι κάθε γενουάτικο πλοίο που θά ‘ρχεται τώρα στην Κωνσταντινούπολη δε θα πληρώνει κανένα φόρο, άσχετο πόσα και τι είδους εμπορεύματα θα έχει φορτωμένα κι έρχονται να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία; Δηλαδή, έρχονται για δικό τους σκοπό κι όχι για δική μας βοήθεια;

Ο Βενετός γιατρός, που δεν χόνευε καθόλου τους Γενουάτες, χαμογέλασε ελαφρά αλλά δεν είπε κουβέντα, για να μην πάρει άλλη τροπή το πράγμα και μειώσει το θάρρος και το κουράγιο που πήραν οι πολιορκημένοι απ’ την εμφάνιση των πλοίων.

-Εσύ τι λες, καπετάνιε; Ξαναρώτησε κάποιος.

-Μακάρι νά ‘ρχονται κι άλλα πιο πίσω, είπε ο γιατρός. Προς το παρόν, μας έρχονται σίγουρα τέσσερα. Κι αυτό δεν είναι μικρό πράγμα.

Στο μεταξύ, μερικά τούρκικα πλοία κινήθηκαν για να εμποδίσουν και να συλάβουν τα πλησιάζοντα χριστιανικά.

-Θα καταφέρουν, άραγε, να μπουν στο λιμάνι οι δικοί μας ή θα τους προλάβουν οι Τούρκοι; Ρώτησε ο ψηλός στρατιώτης.

-Δεν βλέπω τους Τούρκους να το παίρνουν και πολύ στα ζεστά, πρόσθεσε ένας άλλος. Θα έπρεπε να είχαν κινηθεί γρηγορότερα και με μεγαλύτερα πλοία. Αυτά που κινούνται τώρα εναντίον των δικών μας είναι σα βάρκες. Δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τις γαλέρες.

-Ο Μωάμεθ, ο Μωάμεθ. Φώναξε κάποιος δυνατά κι όλων τα βλέμματα ξέφυγαν απ’ τη θάλασσα και τις χριστιανικές γαλέρες και στράφηκαν προς τη στεριά, πέρα προς το Γαλατά.

Πραγματικά. Μακριά, έξω απ’ τα τείχη, ο Μωάμεθ, με το Μεχμέτ αγά και με μια ομάδα αξιωματούχους του, κάλπαζε μ’ όση πιο πολλή γρηγοράδα μπορούσε προς το Διπλοκιόνιο, εκεί που τώρα ήταν ο τουρκικός ναύσταθμος. Πίσω του ακολουθούσε καλπάζοντας μεγάλο απόσπασμα από πολυάριθμους Τούρκους ιππείς. Με την οργή και τη φόρα που είχε ο Μωάμεθ όρμησε στη θάλασσα και με το άλογό του κολυμπώντας έφτασε στα κοντινά καράβια του. Εξαγριωμένος άρχισε να φωνάζει και να βρίζει το ναύαρχό του Μπαλτόγλου. Ο καπετάν πασάς ξεκινούσε την ώρα εκείνη μ’ ορισμένα πλοία του για να επιτεθεί κατά των γαλερών. Ο Μωάμεθ, όμως, οργισμένος τον διέταζε να κινηθεί μ’ ολόκληρο το στόλο του και υποδείκνυε στο ναύαρχό του με φωνασκίες, βρισιές και χειρονομίες τον τρόπο και την τακτική των κινήσεων των πλοίων.

Στο μεταξύ, στρατός και λαός από μέσα απ’ την Κωνσταντινούπολη παρακολουθούν με αγωνία τη δραματική εξέλιξη των πραγμάτων και, με σφιγμένη καρδιά και κρατημένη ανάσα, περιμένουν να δουν τη σύγκρουση και την έκβαση του αγώνα.

Έκθαμβοι και μ’ απελπισία οι πολιορκημένοι βλέπουν για μια στιγμή 340 τουρκικά πλοία, ολόκληρο το στόλο του Μωάμεθ να ξανοίγονται απ’ το Διπλοκιόνιο και να προσπαθούν να κυκλώσουν και να συλάβουν τις χριστιανικές γαλέρες. Τα τουρκικά πλοία, μικρά στο μέγεθος, κωπηλατούν γρήγορα και προσπαθούν με κάθε τρόπο να πλησιάσουν τις γαλέρες. Ο Μπαλτόγλου, όρθιος στο κατάστρωμα της τουρκικής ναυαρχίδας, με τον τηλεβόα στο χέρι, δίνει συνεχώς διαταγές και προτρέπει τα πληρώματά του να ορμήσουν με θάρρος και πεποίθηση στη μάχη. Οι γαλέρες, έχοντας ευνοϊκό άνεμο, προχωρούν. Προσπαθούν να φθάσουν στο λιμάνι και να εξασφαλιστούν σ’ αυτό. Οι Τούρκοι αγωνίζονται να τις πλησιάσουν και να τις αποκόψουν. Ορισμένα μάλιστα τουρκικά πλοία τις πλησίασαν κιόλας και άρχισαν να ρίχνουν με τα κανόνια τους. Οι γαλέρες απαντούν. Η μάχη αρχίζει. Τα πρώτα τουρκικά συντρίμμια επιπλέουν στα κύματα. Οι Τούρκοι επιμένουν. Επιτίθενται απ’ όλες τις μεριές. Ο αγώνας αυτός, αγώνας ζωής και θανάτου, κρατά σφιγμένες τις καρδιές των Κωνσταντινουπολιτών. Οι γαλέρες συντρίβουν τα τουρκικά πλοία που βρίσκουν μπροστά τους και προχωρούν. Πάνω στους πύργους, στα τείχη, στις επάλξεις, στις στέγες των σπιτιών, στους δρόμους, παντού επικρατεί σιγή. Νομίζεις, ότι δεν αναπνέει κανείς μέσα στην Πόλη. Τα πανιά των χριστιανικών πλοίων ξαφνικά ξεφουσκώνουν. Πέφτουν στα κατάρτια και κρέμονται απ’ τα σχοινιά σαν κουρελιασμένα. Για μια στιγμή ένας απότομος αναστεναγμός, βγαλμένος με μιας από χιλιάδες στήθη, αυλακώνει την πόλη απ’ το ένα άκρο ως το άλλο και χάνεται αμέσως στο στερέωμα, αφήνοντας και πάλι να επικρατήσει νεκρική σιγή. Τα τέσσερα χριστιανικά πλοία, στην πιο κρίσιμη στιγμή, χωρίς να το περιμένει κανείς, έμειναν ακίνητα στο νερό, λίγες μόνο δεκάδες μέτρα έξω απ’ το λιμάνι. Η άμετρη αγωνία των Κωνσταντινουπολιτών, σα βαριά ταφόπετρα, σκεπάζει ολόκληρη την Πόλη. Μόνο οι κλαγκές των όπλων και οι κρότοι των κανονιών, μαζί με τις κραυγές των πληγωμένων ξεσκίζουν με φρίκη τον αέρα προς όλες τις κατευθύνσεις. Τα πολυάριθμα τουρκικά πλοία εκμεταλλεύονται τη νηνεμία. Κωπηλατώντας γρήγορα, ορμούν από παντού. Κυκλώνουν και βάζουν στη μέση τις γαλέρες. Αναρίθμητα βέλη πέφτουν με μιας πάνω στα καταστρώματα των χριστιανικών πλοίων προερχόμενα απ’ όλες τις κατευθύνσεις.

Οι χριστιανοί ναυτικοί, γενναίοι και έμπειροι μαχητές, παραταγμένοι γύρω στα καταστρώματα των πλοίων τους, με τα σπαθιά και τα μακριά κοντάρια στα χέρια, αποκρούουν τις λυσσασμένες απόπειρες των Τούρκων, που με άκαμπτο πείσμα προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στις γαλέρες. Η μεγαλύτερη μανία των Τούρκων στρέφεται προς το μεγάλο αυτοκρατορικό καράβι. Ο ίδιος ο καπετάν πασάς έπεσε απάνω με το πλοίο του και κάρφωσε τη σιδερένια μύτη της πλώρης του στα πλευρά της γαλέρας. Με αλαλαγμούς, οι Τούρκοι έπεσαν με τσεκούρια, σπαθιά, ακόντια και βέλη κατά του αυτοκρατορικού πλοίου και των άλλων χριστιανικών γαλερών και προσπαθούν με κάθε τρόπο και αψηφώντας κάθε κίνδυνο, να ανεβούν στα καταστρώματα. Η πάλη είναι λυσσαλέα. Η γενναιότητα, όμως, η παλικαριά και η αντοχή των Ελλήνων και των Γενουατών συντρίβουν τις πείσμονες και ορμητικές απόπειρες των Τούρκων. Το θάρρος και η πολεμική ανωτερότητα των χριστιανών αποδεκατίζουν τους Τούρκους και τους ρίχνουν κατά χιλιάδες νεκρούς στη θάλασσα.

-Απάνω τους. Απάνω τους, παιδιά, ακούγονταν μέσα στο χαλασμό της άνισης σε αριθμό πάλης, βροντερή η φωνή του καπετάν Φλαντανελλά.

-Θάνατος στους άπιστους, φώναζε ο καπετάν Μαυρίκιος στους σιδηρόφρακτους κονταριστές του, που σα σιδερένιο κι απροσπέλαστο τείχος μάχονταν γύρω στις κουπαστές.

-Μη δειλιάσει κανείς σας. Σταθείτε πιστοί κι αδελφωμένοι ο ένας κοντά στον άλλο, έλεγε ο καπετάν Δομίνικος.

-Κουράγιο παιδιά και θα τους φάμε. Βαράτε σταθερά και με σύστημα. Δεν μπορεί αυτός ο συρφετός να τα βάλει με τους δικούς μας δοκιμασμένους αλυσοθώρακες. Φώναζε ο καπετάν Βαπτιστής.

-Καλύτερα να πεθάνουμε όλοι, παρά να πέσουμε ζωντανοί στα χέρια των Τούρκων. Θάρρος παιδιά. Θάρρος. Καλύτερα θάνατος, παρά σκλαβιά κι ατίμωση. Φώναζε ο Φλαντανελλάς και με το σπαθί στο χέρι πηδούσε σα λιοντάρι ασταμάτητα κι ακούραστα απ’ την πρύμη στην πλώρη, αψηφώντας το θάνατο και πολεμώντας πάντοτε πρώτος μπροστά στους πρώτους.

Πάνω απ’ τα ψηλά καταστρώματα των γαλερών, οι σπαθιές και οι κονταρισμοί έπεφταν αλύπητα κι ανελέητα στα κεφάλια των Τούρκων, που με ίσο πείσμα κι εκείνοι προσπαθούσαν ασταμάτητα να σκαρφαλώσουν στις αλυσίδες των αγκυρών, στα σχοινιά και στα φιλιστρίνια των γαλερών.

Μέσα στην άγρια παραζάλη της άνισης μάχης, τα πολυάριθμα τουρκικά πλεούμενα, που άτακτα προσπαθούσαν όλα μαζί να συλάβουν και να κάψουν τα σταματημένα και κυκλωμένα χριστιανικά πλοία, συγκρούονταν μεταξύ τους, συντρίβονταν το ένα πάνω στο άλλο κι εύκολα γίνονταν στόχος στις πέτρες των κανονιών και στο υγρό πυρ που έριχναν επάνω τους οι γαλέρες.

Φλόγες θεόρατες ξεπετιόταν πάνω στα καταστρώματα των τουρκικών πλοίων και με γρηγοράδα και μανία οι φωτιές μεταπηδούσαν και μεταδίδονταν απ’ το ένα τουρκικό καράβι στο άλλο. Ο χαλασμός ήταν αφάνταστος.

Ο Μωάμεθ άφριζε απ’ το κακό του. Έβριζε οργισμένος το Μπαλτόγλου, που, αντί να καταστρέψει αμέσως με τα πολυάριθμα πλοία του μια τόσο εύκολη λεία, κατέστρεφε τον ίδιο το στόλο του κι αποδεκάτιζε τους ναύτες του, στέλνοντας με βιασύνη στον Άδη ομαδικά χιλιάδες πιστούς του Προφήτη.

Μαζί με το Μωάμεθ, έβριζαν και απειλούσαν τον καπετάν πασά και όλοι οι πασάδες που περιστοίχιζαν το σουλτάνο. Η οργή τους είχε μεταδοθεί και στους γενιτσάρους και στους άλλους Τούρκους στρατιώτες που είχαν κατέβει στην άκρη της παραλίας, για να παρακολουθήσουν από κοντά τη ναυμαχία κι όλοι μαζί έβριζαν και απειλούσαν τους ομοθρήσκους τους ναύτες για την ανικανότητά τους, παρ’ όλο που εκείνοι έπεφταν αδίσταχτα κι ασυλόγιστα πάνω στις τέσσερις γαλέρες κι έβρισκαν το θάνατο απ’ τα αλύπητα χτυπήματα των χριστιανών.

Με κομμένη την ανάσα και δάκρυα στα μάτια, οι πολιορκημένοι παρακολουθούσαν πάνω απ’ τα τείχη και τα ψηλώματα της πόλης τις αβέβαιες και κρίσιμες φάσεις της αποφασιστικής και τιτάνιας μάχης. Πεσμένοι στα γόνατα, παρακαλούσαν το Θεό, να σώσει τους τολμηρούς και γενναίους χριστιανούς ναύτες.

Μέσα στη νεκρική σιγή που επικρατούσε στα τείχη και στη βασανιστική μέχρι θανάτου αβεβαιότητα που έσφιγγε τις καρδιές όλων των πολιορκημένων, μια δυνατή κι αυθόρμητη κραυγή χαράς διέσχισε την ατμόσφαιρα της αγωνίας και της φρίκης που είχε επιβάλει η πρωτοφανής γιγαντομαχία των τεσσάρων καραβιών εναντίον ολόκληρου του τουρκικού στόλου.

Τα πανιά των γαλερών, τελείως απροσδόκητα, ξαναφούσκωσαν και τα θρυλικά πλοία άρχισαν να κινούνται και πάλι και να προχωρούν προς την είσοδο του λιμανιού. Η ταχύτητά τους γρήγορα αυξήθηκε και στο διάβα τους παράσερναν και καταθρυμμάτιζαν τα μικρά τουρκικά σκάφη που βρίσκονταν μπροστά τους. Ο χαλασμός των Τούρκων ήταν αφάνταστος και η λύσσα του Μωάμεθ, που καβάλα στο άλογό του παρακολουθούσε μισοβουτηγμένος στο νερό τη ναυμαχία, απερίγραπτη.

Την ίδια στιγμή, δυο γαλέρες απ’ τις αγκυροβολημένες στο λιμάνι της Πόλης, με καπετάνιους τους γενναίους Βενετούς Γαβριήλ Τραβηζάνο και Ζαχαρία Γριόνη, κινήθηκαν προς την έξοδο του λιμανιού και γρήγορα άνοιξαν τη βαριά αλυσίδα που έφραζε το στόμιο του Κερατίου Κόλπου. Με μεγάλο δε θόρυβο, από σάλπιγγες, τύμπανα κι αλαλαγμούς, βγήκαν απ’ το λιμάνι και βοήθησαν την είσοδο των τεσσάρων ηρωικών πλοίων σ’ αυτό.

Κάτω απ’ τις ουρανομήκεις ζητοκραυγές και τις αλλόφρονες απευφημίες των πολιορκημένων παρατηρητών και τους λυσσώδεις παραληρισμούς του Μωάμεθ, τα πλοία προχώρησαν καμαρωτά και μπήκαν στο λιμάνι. Απερίγραπτη ήταν η χαρά του λαού και αμέτρητο το θάρρος που πήραν οι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης, βλέποντας πάνω απ’ τα τείχη τα χιλιάδες συντρίμμια των πλοίων του καπετάν πασά να επιπλέουν πάνω στα ήσυχα νερά του Μαρμαρά, λίγα μόλις μέτρα μακριά απ’ τις ακτές, γεμάτα από κατακρεουργημένα και παραμορφωμένα σώματα Τούρκων ναυτών.

Δώδεκα χιλιάδες ήταν οι σκοτωμένοι και οι πνιγμένοι Τούρκοι. Και δώδεκα χιλιάδες φίδια δάγκωναν την καρδιά του Μωάμεθ, καθώς έβλεπε όλα αυτά τα οικτρά απομεινάρια της τραγικής και τεράστιας καταστροφής του στόλου του να τα σπρώχνουν τα κύματα μ’ έναν ειρωνικό φλοίσβο προς τα πόδια του και να τα βγάζει σιγά-σιγά η θάλασσα προς την ακτή, όπου ο ίδιος τώρα, σα ράκος, στεκόταν πελιδνός απ’ την αγανάκτηση και λυσσασμένος απ’ τη συμφορά. Σπαρταρώντας απ’ το θυμό του και βγάζοντας αφρούς απ’ το στόμα του, σπιρούνισε το άλογό του κι έφυγε πίσω στο στρατηγείο του, ακολουθούμενος απ’ τους πασάδες του και το Μεχμέτ αγά.

Όλη τη νύχτα ο Μεχμέτ αγάς ξαγρυπνούσε δίπλα στον εξαγριωμένο κι άυπνο αφέντη του. Ο Μωάμεθ δάγκωνε τα χέρια του, έβγαζε άναρθρες κραυγές και παραμιλούσε απ’ τα νεύρα του και το θυμό του.

Την επόμενη μέρα το πρωί, με ορμή και αγριότητα τραυματισμένου θηρίου, ξεχύθηκε προς το Διπλοκιόνιο, ακολουθούμενος απ’ τους πασάδες του στρατηγείου του κι από δέκα χιλιάδες γενιτσάρους της φρουράς του. Καλπάζοντας έφτασε στο ναύσταθμο κι εξαγριωμένος κάλεσε το Μπαλτόγλου να παρουσιαστεί μπροστά του.

Άχρωμος και συντριμμένος παρουσιάστηκε ο καπετάν πασάς.

-Και οι τριάντα χιλιάδες προφήτες να μου τό ‘λεγαν, ότι θα μπορούσαν τέσσερα πλοία των απίστων να μου κάνουν τόση ζημιά μέσα σε λίγη ώρα και να ταπεινώσουν το μεγαλείο και τη δύναμη των Οθωμανών με τέτοιο τρόπο μπροστά στα μάτια χιλιάδων απίστων, δε θα το πίστευα, βρυχήθηκε κατακόκκινος απ’ την οργή ο Μωάμεθ, μόλις αντίκρυσε το Μπαλτόγλου. Πρόδωσες την πίστη του Προφήτη και πρόδωσες κι εμένα τον αφέντη σου. Τι σε εμπόδισε, ώστε να μην μπορέσεις με τόσο στόλο να συλάβεις τέσσερα ακίνητα πλοία; Είσαι ανίκανος και τιποτένιος. Αφού δεν μπόρεσες να τα βγάλεις πέρα και να καταστρέψεις τέσσερα ακυβέρνητα καράβια, πώς θα μπορέσεις να τα βάλεις με ολόκληρο το στόλο των απίστων και να καταστρέψεις όλα τα καράβια τους που είναι μέσα στην Κωνσταντινούπολη;

-Αφέντη μου, εκλιπάρησε ο καπετάν πασάς, πέφτοντας στα γόνατα μπροστά στο Μωάμεθ. Δες πρώτα το μάτι που έχασα. Κοίταξε το τραύμα που πήρα στη μάχη αυτή και μετά θα πειστείς, αν προσπάθησα με θέληση και πολέμησα με ανδρεία και θάρρος. Μην εξοργίζεσαι παρασυρμένος απ’ την καρδιά. Κρίνε με το νου σου, αφού πρώτα δεις καθαρά με τα μάτια σου. Μόνος σου είδες πως ήμουν πρώτος στη μάχη και όρθιος μπροστά με το σπαθί . . .

Ο Μωάμεθ, όμως, μη δίνοντας σημασία στα λόγια του Μπαλτόγλου, τρέμοντας απ’ την οργή του και λυσσώντας από ακράτητο θυμό, όρμησε πάνω στο ναύαρχο, τον έριξε κάτω και τραβώντας το σπαθί του βρυχήθηκε.

-Προδότη, εγώ θα σου πάρω το κεφάλι με τα ίδια μου τα χέρια.

Ο Μπαλτόγλου έτρεμε σα φύλλο. Μπήκαν στη μέση οι άλλοι πασάδες και με τα πολλά λόγια και, ιδίως με τα παρακάλια του μεγάλου βεζίρη Χαλλίλ πασά, συγκρατήθηκε ο Μωάμεθ. Πέταξε το σπαθί του κι άρχισε να χτυπά το ναύαρχο με το χρυσό του ραβδί. Τού ‘δωσε εκατό ραβδισμούς. Του αφήρεσε τα γαλόνια κι όλα τα αξιώματά του, καθώς και όλη του την περιουσία, την οποία μοίρασε στους γενιτσάρους.

Τότε, επωφελούμενος την κρίσιμη στιγμή και εκμεταλλευόμενος τη μεγάλη οργή του σουλτάνου ο Χαμουζά πασάς, ένας απ’ τους παρευρισκόμενους εκεί πασάδες κι έμπιστος του Μωάμεθ, ο γιος του Τζαλή μπέη, του άλλοτε ναυάρχου του Μουράτ του ΙΙ, είπε.

-Πολυχρονεμένε και μεγάλε μου αφέντη. Αναλαμβάνω να εκδικηθώ τη σημερινή σου ήττα και να σου παραδώσω χωρίς απώλειες ολόκληρο το χριστιανικό στόλο, αν μου εμπιστευτείς το στόλο σου και με διορίσεις ναύαρχο.

Είναι αλήθεια, ότι ο πατέρας μου και ένδοξος ναύαρχος Τζαλή μπέης νικήθηκε το 1415 κοντά στην Καλλίπολη απ’ το Βενετό ναύαρχο Πέτρο Λορεδανό αλλά εγώ σήμερα, αν μου δώσεις την ευκαιρία, θα προσθέσω περίσσια τιμή στο όνομά του. Θα δοξάσω τον οθωμανικό στόλο και θα μεγαλύνω τη βασιλεία σου. Και αν δεν πραγματοποιήσω τα όσα τώρα σου υπόσχομαι, κόψε μου το κεφάλι με το σπαθί σου αμέσως.

Ο Μωάμεθ χάρηκε απ’ τις υποσχέσεις αυτές και τις διαβεβαιώσεις του Χαμουζά πασά και ηρεμότερος τώρα είπε.

-Απ’ τη στιγμή αυτή είσαι ο ναύαρχος του στόλου μου. Ανάλαβε τη διοίκηση των καραβιών και έχε πάντα στο νου σου τα λόγια σου αυτά και την υπόσχεση που μού ‘δωσες. Κι αμέσως, του παρέδωσε τη ναυαρχική ράβδο και τα γαλόνια του ναυάρχου, που μόλις πριν από λίγο είχε αρπάξει απ’ το Βούλγαρο εξωμότη Πάλδα, το γνωστό με το όνομα Μπαλτόγλου.

Μετά, γύρισε προς το Μεχμέτ και τον κάλεσε κοντά του οργισμένος. Ο Μεχμέτ έτρεξε αμέσως κοντά στον αφέντη του και υποκλίθηκε βαθιά.

-Θέλω, είπε αφρίζοντας απ’ την οργή του, να μεταβιβαστεί αμέσως διαταγή μου στο πυροβολικό, να βομβαρδίζει ασταμάτητα τα τείχη μέρα και νύχτα. Δεν θέλω να σταματήσει κανένα πυροβόλο. Επίσης, θέλω να τοποθετηθούν πυροβόλα στα υψώματα του Γαλατά και να βομβαρδίζουν τα ελληνικά πλοία που είναι μέσα στο λιμάνι, ρίχνοντας τα βλήματά τους πάνω απ’ τη συνοικία των Γενουατών.

Ο Μεχμέτ υποκλίθηκε βαθιά κι έκανε να φύγει βιαστικός. Καινούρια, όμως, διαταγή του κυρίου του τον σταμάτησε στη θέση του.

-Ειδοποίησε όλους τους συμβούλους μου, νά ‘ρθουν στη σκηνή μου. Τον Καρατζά, το Ζαγανό, τον Ισαάκ . . . Τους θέλω όλους αμέσως στο στρατηγείο, είπε νευριασμένος.

Ο Μεχμέτ υποκλίθηκε πάλι κι έφυγε βιαστικός, Σχεδόν αμέσως, δυο-τρεις γενίτσαροι κάλπαζαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Σε λίγο, έφυγε κι ο σουλτάνος με την ακολουθία του κι επέστρεψε στο στρατηγείο του στο ύψωμα του Μάλτεπε.

Δεν πέρασε πολλή ώρα κι έμπαιναν στη σκηνή του Μωάμεθ οι πασάδες, ειδοποιημένοι απ’ το Μεχμέτ. Πρώτοι έφτασαν ο Καρατζά πασάς με τον Ισαάκ. Βρήκαν το μεγάλο βεζίρη Χαλλίλ πασά και το νέο ναύαρχο Χαμουζά πασά να συζητούν με το σουλτάνο. Σε λίγο, έφτασε κι ο Ζαγανός με μερικούς άλλους. Υποκλίθηκαν κι αυτοί και κάθισαν απέναντι απ’ τον αφέντη τους.

Θέλω βομβαρδισμό ασταμάτητο, είπε μ’ άγριο ύφος ο Μωάμεθ. Και, γυρίζοντας προς το Ζαγανό, πρόσθεσε. Θέλω, τα πυροβόλα που διέταξα να τοποθετηθούν αμέσως πίσω απ’ το Γαλατά και να βομβαρδίζουν τα πλοία των απίστων ασταμάτητα. Διάλεξα τη θέση αυτή για τα κανόνια μας για δυο λόγους. Πρώτα, να δουν οι άπιστοι ότι μπορούμε να τους χτυπήσουμε και από σημεία που δεν το περιμένουν και δεύτερο, τα μεγάλα βλήματα που θα περνούν πάνω απ’ το Πέραν, θα τμομοκρατήσουν και θα καθηλώσουν τους Γενουάτες του Γαλατά. Παρ’ ότι αυτοί μας βοηθούν, δηλαδή μας στέλνουν λάδι για τα πυροβόλα, νίτρο κι άλλα εφόδια και παρ’ ότι δεν τάσσονται ανοιχτά με το μέρος του αυτοκράτορα, πάλι δεν τους έχω απόλυτη εμπιστοσύνη . . .

-Δεν παρουσίασαν καμιά ύποπτη κίνηση προς το παρόν, είπε ο Ζαγανός.

-Πρέπει να τους τρομοκρατήσουμε, για να μην παρουσιάσουν και στο μέλλον, πρόσθεσε ο Μωάμεθ και συνέχισε.

-Τι γίνεται ο καραβόδρομος;

-Όλα είναι σχεδόν έτοιμα, απάντησε ο Ζαγανός. Το στρώσιμο του δρόμου με κυλινδρικούς κορμούς τελείωσε.

-Έγιναν τα απαραίτητα έλκυθρα; Ξαναρώτησε θυμωμένα ο Μωάμεθ ένα χριστιανό μηχανικό που καθόταν λίγο πιο πίσω απ’ το Ζαγανό.

Ο μηχανικός αυτός είχε υποδείξει στο Μωάμεθ την κατασκευή του πρωτοφανούς εκείνου δρόμου κι αυτός επέβλεπε την κατασκευή του. Ο καραβόδρομος είχε μήκος πάνω από τρεις χιλιάδες μέτρα. Άρχιζε απ’ το Διπλοκιόνιο, περνούσε πίσω απ’ το Γαλατά και κατέληγε στον Κεράτιο Κόλπο. Πάνω απ’ το δρόμο αυτό, το στρωμένο προσεχτικά με πελεκημένους κορμούς δέντρων, θα περνούσαν τα τουρκικά πλοία απ’ το Διπλοκιόνιο στον Κεράτιο. Δηλαδή θα μεταπηδούσαν απ’ τη μια θάλασσα στην άλλη.

-Απόψε θα είναι όλα τελειωμένα κι έτοιμα, απάντησε με σιγουριά ο χριστιανός μηχανικός. Έχουν τοποθετηθεί στρατιώτες και εργάτες κατά μήκος του δρόμου κι απ’ τις δυο μεριές με βαρέλια λάδι, για να αλείφουν τους κορμούς της στρώσης του δρόμου και τις βάσεις των ελκύθρων που θα κουβαλούν τα πλοία απ’ τη μια θάλασσα στην άλλη, ώστε να γίνει η μεταφορά τους πιο εύκολη και πιο γρήγορη.

-Επίσης, πρόσθεσε ο Ζαγανός, έχουν τοποθετηθεί πυκνές φρουρές και κανόνια για την καλύτερη φρούρηση του περάσματος.

-Οι Έλληνες δε θα τολμήσουν να μας ενοχλήσουν, είπε ο Μωάμεθ. Προσέχετε, όμως, τους Γενουάτες. Είναι πάρα πολύ κοντά στο πέρασμα. Μας κάνουν το φίλο αλλά δεν νομίζω ότι είναι φίλοι μας όσο μας λένε. Συνεχίστε, όμως, να τους φέρεστε φιλικά, όσο επιτρέπουν οι συνθήκες και δείχνετε ότι τους έχετε πάντοτε εμπιστοσύνη.

-Κάθε μέρα μας βλέπουν που δουλεύουμε στον καραβόδρομο έξω απ’ τα τείχη τους. Αλλά δεν παρατηρήθηκε καμιά ύποπτη κίνηση από μέρους τους, είπε ο Ζαγανός.

-Τα ξημερώματα, όλοι σας, τόνισε ο σουλτάνος και κοίταξε προς το μέρος του Καρατζά και του Ισαάκ, θα διατάξετε τα τμήματά σας να ενεργούν συνέχεια εφόδους και να επιτίθενται στα τείχη, για να κρατάμε πάντα σε απασχόληση όλα τα τμήματα του εχθρού σ’ όλα τα σημεία, ώστε να μην μπορέσουν να κάνουν καμιά ανεπιθύμητη απόπειρα εναντίον των μεταφερομένων πλοίων μας. Ο καπετάν πασάς κι έδειξε το Χαμουζά, θα αγρυπνεί με όλα τα πλοία του. Επίσης, θα έχει έτοιμα και με τα πληρώματά τους επάνω όλα τα πλοία που πρόκειται να μεταφερθούν. Έτσι, ώστε το μεταφερόμενο πλοίο που θα αφήνει το δρόμο της στεριάς και θα ξαναπέφτει στη θάλασσα να είναι έτοιμο για μάχη.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 19 Σ/βρίου 1980

Author: Μνήμες