Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 2

Άλωσι

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΦΡΑΝΤΖΗ

Η Μαύρη θάλασσα ήταν τρικυμισμένη και φουρτουνιασμένη όλον εκείνο τον Οκτώβρη του 1449. Κι όσο ο μήνας έφευγε, τόσο περισσότερο αγρίευαν τα νερά της. Ένα καράβι βολόδερνε όλη την ημέρα ανάμεσα στα μανιασμένα κύματα στ’ ανοιχτά της θάλασσας, μπροστά στην Αμισό, στην αρχαία πόλη του Μιθριδάτη. Τα αφρισμένα κύματα μια τό ‘φερναν κοντά στην ξηρά και μια το ξεμάκραιναν πέρα στ’ ανοιχτά, ώσπου χάνονταν μακριά στο βάθος, πίσω απ’ τις άγριες κορυφές των υδάτινων βουνών που προσπαθούσαν να το κατασπαράξουν. Απ’ τα πανιά και τα ξάρτια του το καράβι φαινόταν βυζαντινό. Για μια στιγμή, δυο πελώρια κύματα, τεράστιοι υδάτινοι όγκοι, υψώθηκαν στα πλευρά του καραβιού κι αυτό, σα να έπεσε σε χάος, χάθηκε στο βάθος της άγριας κοιλάδας που ξαφνικά σχηματίστηκε γύρω του. Τα άγρια κύματα, σα λυσσασμένα θεριά, υψώθηκαν όσο πιο ψηλά μπορούσαν και με μιας λύγισαν, διαλύθηκαν κι έπεσαν, θεόρατοι όγκοι νερού, πάνω στο αδύναμο κι ακυβέρνητο καράβι.

Η άγρια υγρή κοιλάδα, που πριν από λίγο είχε σχηματιστεί άξαφνα στη μέση της θάλασσας, είχε τώρα με μιας εξαφανιστεί. Το χάος που είχαν ανοίξει μέσα στο πέλαγος τα πανύψηλα βουνά της ξανάκλεισε απότομα, παρασύροντας μαζί του κι εξαφανίζοντας στο βάθος του και το βυζαντινό πλοίο, που δεν ξαναφάνηκε πια.

Γρήγορα, όμως και τελείως αναπάντεχα, η θάλασσα κόπασε και τα κύματα έχασαν την άγρια ορμή τους. Ίσως δεν υπήρχε πλέον λόγος να αγκομαχούν και να αφρίζουν άλλο, μια και είχαν εκπληρώσει πια το φριχτό σκοπό τους.

Το σημείο της θάλασσας, όπου πριν από λίγο χαροπάλευε το άγνωστο πλοίο, είχε γεμίσει τώρα από κάθε είδους συντρίμμια, που ξέγνοιαστα χοροπηδούσαν πάνω στα καλμαρισμένα κύματα. Μουσκεμένοι ως το κόκαλο και σχεδόν μισοπεθαμένοι, έφταναν ένας-ένας στη στεριά οι ναυαγοί, ναυτικοί και επιβάτες, γαντζωμένοι γερά πάνω στα κομμάτια του άμοιρου πλοίου τους.

Το πλοίο που ναυάγησε είχε φύγει απ’ την Κωνσταντινούπολη με μια ομάδα αντιπροσώπων του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, οι οποίοι πήγαιναν να συναντήσουν τον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Ιωάννη Δ’ τον Κομνηνό.

Ο Γεώργιος Φραντζής, ο πιστός φίλος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και αρχηγός της αποστολής, μόλις συνήλθε κι άνοιξε τα μάτια του, σαν έφτασε μισολιπόθυμος στην ήρεμη τώρα ακτή του Πόντου, ανασήκωσε το κεφάλι του κι είδε αρκετούς συντρόφους του πεσμένους εδώ κι εκεί στην αμμουδιά. Δυο-τρεις νεαροί ναυτικοί είχαν συνέλθει και βιαστικοί έτρεχαν στην άμμο. Βοηθούσαν και περιμάζευαν τους εξαντλημένους. Ο Φραντζής ανασηκώθηκε κάπως κι έκανε νόημα στους ναύτες, ότι είναι καλά και δεν χρειάζεται βοήθεια και ξανάπεσε ανάσκελα στην άμμο κατάκοπος. Οι νεαροί κι έμπειροι ναύτες, βιαστικοί και χωρίς να υπολογίζουν την ταλαιπωρία και την εξάντλησή τους, έτρεχαν πάνω-κάτω στην παραλία, βοηθώντας και περιμαζεύοντας τους συναυαγούς συντρόφους τους. Γρήγορα συγκεντρώθηκαν όλοι οι ναυαγοί κάτω από ένα σύδεντρο λίγο ψηλότερα πιο πέρα απ’ το κύμα και κάποιος ναύτης άναψε (ποιος ξέρει πώς!) μια μεγάλη φωτιά. Εκεί επιδέθηκαν πρόχειρα οι δυο-τρεις μολωπισμένοι και τραυματισμένοι απ’ τα συντρίμμια. Ένας απ’ το πλήρωμα έλεγε στους συγκεντρωμένους γύρω στη φωτιά ναυαγούς, να μην ανησυχούν, γιατί, σύμφωνα με την πορεία και τη θέση του πλοίου τους την ώρα του ναυαγίου, πρέπει να βρίσκονται σε φιλικό έδαφος.

-Ευτυχώς που ναυαγίσαμε πολύ κοντά στη στεριά και που η θάλασσα καλμάρησε αμέσως μετά την καταστροφή και δεν έχουμε θύματα. Τα μικροτραύματά μας δεν είναι τίποτα. Επίσης, οι άνθρωποι απ’ τη στεριά, έλεγε ο ναυτικός, θα είδαν οπωσδήποτε το πλοίο μας κι απ’ τα πανιά του και τα διακριτικά μας θα κατάλαβαν σίγουρα ότι το πλοίο ήταν βυζαντινό. Είμαι σίγουρος, ότι ο άρχοντας της πόλης θα στείλει κάποιον να δει τι συμβαίνει και να μάθει για την τύχη των ναυαγών . . .

Ο Φραντής έμεινε για λίγο έτσι ξαπλωμένος ανάσκελα στην άμμο και άκουγε με ικανοποίηση τη συζήτηση των συντρόφων του. Μετά, σηκώθηκε και προχώρησε προς το μέρος της φωτιάς. Ένα αίσθημα χαράς ένιωσε μέσα του ο αρχηγός, όταν είδε όλους τους ανθρώπους του ζωντανούς.

-Μην ανησυχείτε, τους διέκοψε, υψώνοντας επίτηδες τη φωνή του για να τους δώσει περισσότερο θάρρος καθώς πλησίαζε στη φωτιά και προσπαθούσε κάπου να βρει λίγο μέρος να σταθεί κοντά στη φλόγα να ζεσταθεί. Αν πέσαμε σε φιλικό έδαφος και ρούχα θα βρούμε και τροφή και ό,τι άλλο μας χρειάζεται. Αν, όμως, πέσαμε σε εχθρικό, τότε ο Θεός ας μας βοηθήσει. Βρισκόμαστε, όμως, σε φιλικό έδαφος, όπως σας είπε και ο πολύπειρος καπετάνιος μας, γι’ αυτό μη φοβάστε.

Σώπασε για λίγο και κοίταξε γύρω του σιωπηλός, σα νά ‘θελε να εκτιμήσει τη συμφορά. Χαμογέλασε κάπως πικρά και, καθώς προσπαθούσε να βολευτεί σ’ ένα κούτσουρο μισοχωμένο στην άμμο απ’ τις φουρτούνες της θάλασσας, είπε.

-Ακριβώς πριν από ένα χρόνο, τον περασμένο Οκτώβριο, στις 31, πέθανε ο αυτοκράτορας Ιωάννης ο Παλαιολόγος και σήμερα, τούτον τον Οκτώβριο, κόντεψε να πεθάνουμε και μεις . . .

Τελειώνοντας τα λόγια του αυτά, πήρε μια βαθιά αναπνοή σα να ήθελε να ξαναβεβαιωθεί ότι σίγουρα ήταν ζωντανός ύστερ’ απ’ τη μεγάλη θεομηνία. Κοίταξε ψηλά τον ουρανό και μακριά τη θάλασσα κι άφησε τη σκέψη του να φύγει μερικά χρόνια πίσω, ψάχνοντας στο παρελθόν και προσπαθώντας ίσως να βρει καμιά εξήγηση στις αναποδιές αυτές του Οκτώβρη. Έμεινε αρκετή ώρα σιωπηλός. Αναλογίστηκε πολλά και μετά είπε.

-Πόσο πιο κοντά φέρνει τον άνθρωπο, φίλοι μου, μια ξαφνική δυστυχία! Πόσο γρήγορα, αυθόρμητα και τελείως απροσποίητα αναπτύσεται ο αγνός και άδολος δεσμός της αγάπης και της αλληλοεκτίμησης μέσα σε μια βαριά κατατρεγμένη κι όμοια δοκιμασμένη ομάδα ανθρώπων! Πόσο κοντά στο συνάνθρωπό του φέρνει τον άνθρωπο η κοινή κακή μοίρα και πόσο γρήγορα η κοινή δυστυχία ισοπεδώνει τις κοινωνικές διαφορές, εξισώνει τους πλούσιους με τους φτωχούς, τους άρχοντες με τους δούλους! Πόσο εύκολα μας συσφίγγει και μας αδελφώνει όλους τους ομοιοπαθείς και πόσο μας κάνει να ενεργούμε απροσποίητα κι αυθόρμητα όλοι μαζί για τη σωτηρία όλων μας η κοινή συμφορά! Η συμφορά που χτυπάει ξαφνικά και χωρίς διάκριση. Πάρτε παράδειγμα από μας τους ίδιους. Η συμφορά μας αυτή δεν είναι κοινή και όμοια για όλους μας; Δε μας χτύπησε όλους με την ίδια μανία και αδιάκριτα; Μήπως τα άγρια κύματα μας ξεχώρισαν σε πλούσιους και φτωχούς ή μήπως όλοι δεν φθάσαμε εδώ στη στεριά κακήν-κακώς, γαντζωμένοι πάνω στα ίδια συντρίμμια του κομματιασμένου καραβιού μας; Αν κανείς μας δει τώρα έτσι μουσκεμένους και ρακένδυτους, θα μας ξεχωρίσει άραγε σε πλούσιους και φτωχούς, σε άρχοντες και δούλους ή θα αισθανθεί τον ίδιο οίκτο και την ίδια συμπόνια για όλους μας;

Σταμάτησε για λίγο, κούνησε το κεφάλι του με κάποιο σκεπτικισμό και συνέχισε.

-Πόσο ανοίγουν τα μάτια του ανθρώπου στη δυστυχία και πόσο πιο εύκολα τέτοιες ώρες ο καθένας γίνεται πιο πολύ άνθρωπος! Ευτυχείς και μακάριοι οι άνθρωποι που βλέπουν και εκτιμούν το συνάνθρωπό τους σαν τον εαυτό τους πάντοτε κι όχι μόνο σε δύσκολες και ανάποδες ώρες. Ευτυχείς και μακάριοι θα ήσαν και οι άνθρωποι της Κωνσταντινούπολης, αν έβλεπαν τη συμφορά που παραμονεύει δίπλα τους και διέκριναν από τώρα τη δυστυχία που τους περιμένει. Αν άρχοντες και λαός ήθελαν να δουν το μέγεθος της συμφοράς αυτής, τότε πραγματικά θα εκτιμούσε ο ένας τον άλλο. Θα άφηναν τις διχόνοιες. Θα έκλειναν τ’ αφτιά τους στα κηρύγματα του μίσους, που με τόση έντεχνη ευφράδεια αλλά και τόσο πικρό πάθος εκτοξεύονται απ’ τους άμβονες των εκκλησιών. Θα έδιναν κλοτσιά στο Γεννάδιο και θα συγκεντρώνονταν γύρω στον αυτοκράτορα, όπως είμαστε τώρα εμείς εδώ συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά. Πόσες φορές δεν ζήτησε την ομόνοια των αρχόντων και την προσγείωση των κληρικών ο προηγούμενος αυτοκράτοράς μας Ιωάννης! Την ομόνοια και την αγάπη του λαού του και τη δόξα της Κωνσταντινούπολης είχε στο νου του ο μεγάλος βασιλιάς, όταν ανέβηκε στο θρόνο και με την επιθυμία αυτή σα στερνή του διαθήκη έκλεισε τα μάτια του.

-Πες μας κάτι, άρχοντα, για τον παλιό μας αυτοκράτορα εσύ που τον γνώρισες, είπε αυθόρμητα κάποιος νεαρός απ’ τους ναυαγούς, καταγοητευμένος απ’ τα λόγια του Φραντζή.

Μη θέλοντας να χαλάσει το χατίρι του ναύτη ο Φραντζής και, για να αποσπάσει και τη σκέψη των ναυαγών απ’ τη δύσκολη θέση που βρίσκονταν αυτή τη στιγμή, συνέχισε.

-Τον Ιούλιο του 1425 πέθανε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μανουήλ ο ΙΙ ο Παλαιολόγος και στις 21 του ίδιου μήνα ανέβηκε στο θρόνο ο γιος του Ιωάννης ο VΙΙΙ ο Παλαιολόγος, αδελφός του μεγάλου φίλου μου και σημερινού αυτοκράτορά μας. Τι αγώνες, όμως, έκανε στα χρόνια της βασιλείας του ο δυστυχής κατά του Μουράτ του ΙΙ και κατά των άλλων εχθρών της αυτοκρατορίας μας! Επίσης, απερίγραπτοι είναι οι αγώνες του κατά των διαφόρων αρχόντων της χώρας μας, που πάντοτε προσπαθούσαν και ποτέ δεν σταμάτησαν να προσπαθούν, πώς να υπερσκελίσει και να καταστρέψει ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί τον αυτοκράτορα. Μηχανορραφούν και ραδιουργούν ασταμάτητα. Δημιουργούν φατρίες. Συμμαχούν με τους εχθρούς της πατρίδας μας και συνεταιρίζονται πότε με τη μια και πότε με την άλλη μερίδα των παπάδων. Τυφλωμένοι από μια υστερία αρχομανίας, έχουν σκοπό να θάψουν τελείως ασυλλόγιστα τον ένδοξο αυτό τόπο μια ώρα γρηγορότερα . . . Προσπάθησε πολλά για την Κωνσταντινούπολη ο Ιωάννης. Η αγία, όμως, Πόλη μας περισφίχτηκε πολύ απ’ τους Οθωμανούς μετά το 1430, όταν ο τρομερός σουλτάνος Μουράτ πήρε τη Θεσσαλονίκη απ’ τους Βενετούς και την έκανε δικό του ορμητήριο εναντίον μας. Περισσότερο, όμως, από κάθε τι άλλο στοίχισε στον Ιωάννη η ήττα των χριστιανών του Ουνυάδη στη μάχη του Κοσόβου στις 18 Οκτωβρίου 1448. Πόσο ταράχτηκε τότε ο καλός Ιωάννης, όταν έφτασε στην Κωνσταντινούπολη η τρομερή είδηση της καταστροφής του Ουνυάδη! Ίσως να μην είναι και τελείως ξένη κι άσχετη η φοβερή αυτή πανωλεθρία των χριστιανών με τον επισυμβάντα μέσα σε λίγες μέρες θάνατό του. Ήταν ακόμη νέος αναλόγως ο Ιωάννης όταν πέθανε. Είχε ηλικία πενήντα οχτώ χρόνων. Πολυκύμαντη και ταραχώδης ήταν η βασιλεία του και οι εξωτερικές απειλές, μαζί με τις εσωτερικές έριδες τον τελείωσαν μια ώρα γρηγορότερα . . .

Σταμάτησε και πάλι για λίγο ο Φραντζής. Πήρε από δίπλα του μερικά τελείως ξεπλυμένα απ’ τα κύματα και με παράξενο σχήμα ξερά ξύλα και τά ‘ριξε στη φωτιά. Έκανε πως τα σκαλίζει κάπως για ν’ ανάψουν και συνέχισε.

-Τα σπουδαία γεγονότα των ημερών του Ιωάννη ήταν η εξάπλωση των Οθωμανών στα Βαλκάνια και το Εκκλησιαστικό Συνέδριο της Φλωρεντίας το 1439. Μακάρι να είχαν εφαρμοστεί οι αποφάσεις και να είχαν πραγματοποιηθεί ως τώρα οι σκοποί του συνεδρίου αυτού και να πετυχαίνονταν η προσέγγιση της Ανατολικής και της Δυτικής εκκλησίας. Τότε, σίγουρα και χωρίς δυσκολίες, η Ανατολή θα υπερπηδούσε εύκολα την οθωμανική λαίλαπα, που τώρα την απειλεί από παντού και η Δύση θα αισθάνονταν ήσυχη και δυνατή στο άλλο άκρο της αρχαίας μας αυτοκρατορίας. Ας όψονται, όμως, οι εχθροί της ένωσης, οι ισχυρογνώμονες Ζηλωταί και πρώτοι-πρώτοι οι στριμμένοι και χοντροκέφαλοι καλόγεροι. Είναι, άραγε, τόσο θρησκόληπτοι οι υποτιθέμενοι ‘’κήρυκες της αγάπης’’ ή μήπως άλλα, δικά τους, σκοτεινά συμφέροντα δεν τους αφήνουν να δουν την πραγματικότητα; Ρώτησε με θυμό ο Φραντζής.

Και, ίσως για να κρύψει κάποιο άλλο δυνατό συναίσθημα, σηκώθηκε απότομα απ’ τη θέση του και προχώρησε προς την ακρογιαλιά. Έσκυψε μηχανικά και πήρε μια γυαλιστερή πέτρα απ’ τις πολλές της αμμουδιάς και με δύναμη την πέταξε μακριά μέσα στα ήσυχα τώρα νερά της θάλασσας, σα να ήθελε να πετάξει μαζί της και τις βαριές του σκέψεις που τον βασάνιζαν κι άρχισε να βηματίζει προς την ακρογιαλιά. Τα μάτια του, καθώς προχωρούσε προς το κύμα, έπεσαν πάνω σ’ ένα κομμάτι σανίδι απ’ τα συντρίμμια του πλοίου τους πού ‘βγαλε η θάλασσα και που τώρα έμενε ασάλευτο, μισοσκεπασμένο στην άμμο. Μερικά σκαλισμένα γράμματα διακρίνονταν πάνω στο σπασμένο ξύλο. Ήταν τα τελευταία γράμματα απ’ το όνομα ‘’Ιωάννης’’. Ο Φραντζής σκούντησε με το πόδι του το σπασμένο σανίδι, το πήρε στα χέρια του, το κοίταξε για λίγο περίεργα και, γυρίζοντας πίσω στη συντροφιά, τό ‘φερε και τό ‘ριξε στη φωτιά. Το συντρίμμι αυτό έγινε αιτία, ώστε η σκέψη του να ξαναγυρίσει στο παρελθόν και να συνεχίσει να αναπολεί τη ζωή του αυτοκράτορα Ιωάννη του VIII.

-Ναι, θυμάμαι, είπε, όταν ξαναγύρισε στη θέση του και ξανακάθισε δίπλα στη φωτιά, τους παπάδες με πόση ψυχρότητα και πόσο μίσος υποδέχτηκαν τον Ιωάννη, όταν γύρισε απ’ τη Φλωρεντία. Θυμάμαι ακόμα, πόσο ψυχρά του φέρονταν πάντοτε, όταν τους δίνονταν η ευκαιρία. Φώναζαν, βέβαια, σαν παρουσιάζονταν μπροστά τους ‘’Ζήτω ο αυτοκράτορας΄΄, αλλά ταυτόχρονα φώναζαν και ‘’θάνατος στους αζυμήτες’’, εννοώντας τους υποστηριχτές της ένωσης των εκκλησιών, τους ενωτικούς, ενώ ήξεραν ότι κι ο αυτοκράτορας ήταν ενωτικός και πρωτοστατούσε στις προσπάθειες της ένωσης. Τι μπορούσε, όμως, να κάνει όταν πέντε καλόγεροι, στηριγμένοι στην ανοχή ή και στην ανοιχτή συμπαράσταση των αρχόντων, αποθρασύνονται και πιστεύοντας ή καλύτερα εκμεταλλευόμενοι το δικό τους πρόχειρο επιχείρημα, το γνωτό ‘’σταλέντες Θεόθεν’’ κρύβονται αδιάντροπα πίσω απ’ το όνομα του Θεού και γίνονται μεγαλύτεροι κι απ’ τον αυτοκράτορα;

Ο Φραντζής άφησε έναν αναστεναγμό και συνέχισε.

-Με τον ίδιο τρόπο του φέρθηκαν οι άνθρωποι αυτοί ακόμα και τη μέρα του γάμου του με τη Μαρία την Κομνηνή. Και στο γάμο ατύχησε ο άμοιρος βασιλιάς. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Πρώτα τη Ρωσίδα πριγκίπισσα Άννα, την κόρη του μεγάλου δούκα της Μόσχας. Ύστερα τη Σοφία, την κόρη του μεγάλου μαρκισίου του Μομφεράτου και τέλος τη Μαρία την Κομνηνή, την κόρη του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας. Η άτυχη Μαρία πέθανε όταν ο αυτοκράτορας απουσίαζε στην Ιταλία και δεν βρέθηκε κοντά της τις τελευταίες της ώρες. Παρ’ ότι παντρεύτηκε τρεις φορές ο Ιωάννης δεν άφησε απογόνους. Γι’ αυτό και μετά το θάνατό του ανέβηκε στο θρόνο ο αδελφός του και σημερινός μας αυτοκράτορας Κωνσταντίνος.

-Πες μας κάτι για το μεγάλο μας αυτοκράτορα, άρχοντά μου, πετάχτηκε κι είπε ένας άλλος ναύτης, που όρθιος στριφογύριζε στη φωτιά για να στεγνώσει τα μουσκεμένα ρούχα του, όσα του είχαν απομείνει στο κορμί.

-Μια και δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να κάνουμε, τουλάχιστο προς το παρόν, ας πούμε κάτι για να περνά η ώρα, ώσπου να στεγνώσουν και τα ρούχα μας και να συνέλθουμε λίγο απ’ το κρύο. Αργότερα, αν δεν παρουσιαστεί κανείς απ’ τους κατοίκους της γύρω περιοχής για να ενδιαφερθεί για την τύχη μας, θα πρέπει να φροντίσουμε για τη διανυκτέρευσή μας εδώ και να σκεφτούμε για τη συνέχιση του ταξιδιού μας. Τώρα, ας περιμαζέψουμε ό,τι χρήσιμο απ’ τα συντρίμμια του καραβιού μας έβγαλε η θάλασσα στη στεριά και μαζεύοντας κι άλλα ξύλα ας ενισχύσουμε την τόσο απαραίτητη σ’ όλους μας φωτιά.

Όλοι έτρεξαν στην παραλία κι ο καθένας περιμάζευε ό,τι νόμιζε πως μπορούσε να τους χρειαστεί και τό ‘φερε δίπλα στη φωτιά. Γρήγορα χτενίστηκε όλη η γύρω ακτή και μικροσωροί από παλιοπράγματα και ξύλα γέμισαν το χώρο του προσωρινού καταυλισμού των ναυαγών. Η φωτιά, ενισχυμένη από μπόλικα ξύλα, ύψωνε τις φλόγες της ψηλά κι αναζωογονούσε τους μουσκεμένους ναυαγούς. Γρήγορα ξανακάθισαν όλοι γύρω της κι ο Φραντζής, χωρίς να ξεχάσει την υπόσχεσή του, άρχισε.

-Ο σημερινός μας αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, είναι το όγδοο κατά σειρά παιδί απ’ τα δέκα παιδιά του αυτοκράτορα Μανουήλ. Γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1404 και σε ηλικία σαράντα περίπου χρόνων έγινε άρχοντας του Δεσποτάτου του Μυστρά στην αρχαία Σπάρτη της Πελοποννήσου. Το αξίωμα του δεσπότου κράτησε για πέντε χρόνια, δηλαδή απ’ το 1443 μέχρι την ημέρα που έγινε αυτοκράτορας κι ήταν γνωστός με το όνομα Κωνσταντίνος Δραγάσης. Το όνομα Δραγάσης το πήρε απ’ το επίθετο της μητέρας του Ελένης Δραγάση. Όταν πέθανε ο αυτοκράτορας και αδελφός του Ιωάννης, ο Κωνσταντίνος, σαν ο μεγαλύτερος επιζών γιος του Μανουήλ κι ύστερα από εκλογή της Συγκλήτου της Κωνσταντινούπολης, στέφθηκε αυτοκράτορας στο Μυστρά στις 6 Ιανουαρίου 1449, την ημέρα των Θεοφανείων, σε ηλικία σαράντα πέντε χρόνων. Την απόφαση αυτή της βυζαντινής Συγκλήτου την ανακοίνωσαν στον Κωνσταντίνο δυο μεγάλοι άρχοντες, ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός κι ο Μανουήλ Ιάγρος ο Παλαιολόγος, ειδικά σταλμένοι απ’ την Κωνσταντινούπολη για το σκοπό αυτό στο Μυστρά. Στις 22 Μαρτίου του ίδιου χρόνου, έφθασε στη βασιλεύουσα με συνοδεία πολλών πλοίων ο νέος αυτοκράτορας, όπου άρχοντες και λαός τον υποδέχτηκαν θριαμβευτικά. Στις τελετές της στέψης και της υποδοχής ήμουν κι εγώ δίπλα του.

Στο άκουσμα των τελευταίων αυτών λόγων του Φραντζή, ο νεαρός ναύτης αλλά και πολλοί άλλοι απ’ τους ναυαγούς έμειναν κατάπληκτοι, γιατί δεν νόμιζαν ότι ο άνθρωπος που τους μιλούσε, με τα σχισμένα και μουσκεμένα ρούχα και που καθόταν κι αυτός ξυπόλυτος μαζί τους γύρω στη φωτιά, ήταν ένας τόσο μεγάλος άρχοντας και τόσο στενός φίλος του αυτοκράτορα.

Ο Φραντζής έκανε πως δεν κατάλαβε την κατάπληξη και την προσωρινή ταραχή των συναυαγών του και συνέχισε την κουβέντα.

-Ο Κωνσταντίνος παντρεύτηκε σε ηλικία εικοσιτεσσάρων χρόνων, το 1428, τη Μαγδαληνή, κόρη του Λεονάρδου ΙΙ του Τόκκου, κόμητα της Ζακύνθου και της Κεφαλληνίας και δούκα της Λευκάδας. Οι γάμοι έγιναν στο στρατόπεδο των Πατρών. Η Μαγδαληνή ήταν καθολική, μα όταν παντρεύτηκε ασπάστηκε την ορθοδοξία και πήρε το όνομα Θεοδώρα. Το Νοέμβριο, όμως, του επόμενου έτους 1429 η Θεοδώρα πέθανε στην Αχαΐα. Το καλοκαίρι του 1441, ο Κωνσταντίνος, πιεζόμενος απ’ τον άτεκνο αδελφό του, τον τότε αυτοκράτορα Ιωάννη, ξαναπαντρεύτηκε. Τη φορά αυτή πήρε γυναίκα του την Αικατερίνη, την κόρη του ηγεμόνα της Λέσβου Δωρίνου Ι, του Γατελούζου. Τον Αύγουστο, όμως, του 1442 πέθανε και η Αικατερίνη στο Παλαιόκαστρο της Λήμνου από επιπλοκή εγκυμοσύνης, λόγω μεγάλου φόβου, γιατί επί ένα μήνα ήταν πολιορκημένη απ’ τους Τούρκους μαζί  με τον άνδρα της μέσα στο κάστρο εκείνο. Το συνοικέσιο με την Αικατερίνη είχα την τιμή να το κάνω εγώ στον αυτοκράτορα και τότε δεσπότη του Μυστρά . . .

Λέγοντας τις τελευταίες αυτές φράσεις, ο Φραντζής έσκυψε το κεφάλι του προς τη φωτιά κι έκανε πως σκαλίζει τα ξύλα επίτηδες, για να μη δει την καινούρια ταραχή που ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των ναυτικών. Μετά, συνέχισε με τον ίδιο τόνο στη φωνή του.

-Ο Κωνσταντίνος ανέλαβε τις τύχες της αυτοκρατορίας μας με το όνομα Κωνσταντίνος ο ενδέκατος (ΧΙ). Το έργο του ήταν και είναι βαρύ και δύσκολο, ιδίως όπως έχουν σήμερα τα πράγματα. Γι’ αυτό, πρέπει ο κάθε βυζαντινός άρχοντας ή απλός στρατιώτης ή άσημος πολίτης να προσπαθήσει να βοηθήσει όσο μπορεί τον αυτοκράτορά μας στις δύσκολες αυτές μέρες. Και πρώτα-πρώτα, ας τον βοηθήσουμε εμείς.

-Εμείς! Πετάχτηκε, χωρίς να το καλοσκεφτεί και ρώτησε κάποιος γεροδεμένος ναυτικός. Και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς μια ομάδα ναυαγών, που νηστικοί και άοπλοι βρισκόμαστε καραβοτσακισμένοι σε άγνωστο και ξένο τόπο;

-Θα βοηθήσουμε τον αυτοκράτορά μας, είπε σταθερά ο Φραντζής, όταν όλοι μας προσπαθήσουμε να φθάσουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στην Τραπεζούντα.

Ξαφνικά, ποδοβολητό αλόγων ακούστηκε να πλησιάζει προς το μέρος τους. Η ομήγυρη των ναυαγών σταμάτησε την κουβέντα κι όλοι πετάχτηκαν στους γύρω αμμόλοφους. Έστρεψαν τα μάτια τους προς το μέρος απ’ το οποίο ερχόταν ο θόρυβος και, εντείνοντας την ακοή τους, προσπάθησαν ν’ αντιληφθούν τι συμβαίνει, Δυο τμήματα καβαλαραίων στρατιωτών τους πλησίασαν από δυο διαφορετικά σημεία. Κρατούσαν όλοι τους γυμνά τα ξίφη στα χέρια τους και προχωρούσαν προς τους ναυαγούς με προφύλαξη.

Ο Φραντζής ξεχώρισε απ’ την ομάδα των ναυαγών. Προχώρησε μερικά βήματα μπροστά απ’ τους συντρόφους του και με θάρρος απευθύνθηκε στον πρώτο καβαλάρη, που είχε ήδη πλησιάσει πολύ κοντά του και του είπε.

-Στο όνομα του αυτοκράτορα της Βασιλεύουσας Κωνσταντίνου, όποιοι κι αν είσαστε γνωρίσατε στον ηγεμόνα σας, ότι, παρ’ ότι πέσαμε στον τόπο σας χωρίς να το θέλουμε, φθάσαμε εδώ σαν φίλοι και σαν φίλοι θέλουμε να φύγουμε. Αυτό που ζητούμε από σας τώρα είναι να μας οδηγήσετε στο μεγάλο σας άρχοντα.

-Ο ένδοξος ηγεμόνας μας, είπε ο αξιωματικός του τμήματος των στρατιωτών, χωρίς να κατεβεί απ’ το άλογό του, μόλις έμαθε απ’ τους κατοίκους του κοντινού χωριού που είναι πίσω απ’ τους λόφους κι έδειξε με το χέρι του βορειοανατολικά, ότι κάπου εδώ ναυάγησε ένα βυζαντινό καράβι, διέταξε να τρέξουμε αμέσως στον τόπο του ναυαγίου και να βοηθήσουμε τους ναυαγούς σ’ ό,τι μας είναι δυνατόν. Αν είσαστε άρχοντες ή φτωχοί, αυτό δεν έχει σημασία για μας. Ποιοι είσαστε, πού πάτε και τι θέλετε, θα το πείτε στον ηγεμόνα μας όταν βρεθείτε μπροστά του. Τώρα, ανεβείτε στα ελεύθερα άλογα που έχουμε μαζί μας ή πίσω απ’ τους στρατιώτες και μη χάνουμε καιρό. Η νύχτα δεν είναι μακριά.

Τα άλογα καλπάζοντας απομακρύνθηκαν απ’ την παραλία, αφήνοντας πίσω τους τον τόπο του ναυαγίου. Ο καπνός της φωτιάς, που πριν από λίγο ζέσταινε τους μουσκεμένους ναυαγούς, όλο και γίνονταν πιο αδύνατος καθώς σιγόσβηναν και οι τελευταίες φλογίτσες των ξύλων.

Γρήγορα έφτασαν στην Αμισό και, με τη βοήθεια που τους παρέσχε ο εκεί άρχοντας, σαν έμαθε ότι ήταν απεσταλμένοι του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, ξαναετοιμάστηκαν και με το πρώτο καράβι έφυγαν για την Τραπεζούντα.

Ο καιρός ήταν ήσυχος και η θάλασσα ήρεμη και απαλή. Ο αέρας φούσκωνε τα πανιά και η Αμισός δεν άργησε να χαθεί πίσω στο βάθος του ορίζοντα. Το πλοίο, καμαρωτό και με βιασύνη, έσχιζε τα νερά της Μαύρης Θάλασσας και προσπαθούσε να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στον προορισμό του.

Καθισμένοι σε μια απ’ τις μεγάλες καμπίνες του πλοίου οι αντιπρόσωποι του Κωνσταντίνου είχαν στη μέση το Φραντζή και συζητούσαν για διάφορα θέματα και ιδίως για τις δυσκολίες που συναντούσε και που επρόκειτο να συναντήσει η αυτοκρατορία.

Όλοι ήταν καλοντυμένοι, με καθαρά και επιβλητικά ρούχα και φανταχτερά στολίδια και διακριτικά στο λαιμό και στις ζώνες τους και σχεδόν είχαν ξεχάσει την τρομερή περιπέτεια του ναυαγίου. Όλοι τους είχαν ξαναβρεί τον εαυτό τους και συζητούσαν με κέφι και διάθεση.

-Ο αυτοκράτορας, είπε για μια στιγμή ο Φραντζής, κάνει ό,τι μπορεί και προσπαθεί πάρα πολύ να αναζωογονήσει και να βελτιώσει τις σχέσεις του Βυζαντίου με τη Δύση. Λίγες μέρες πριν να φύγουμε εμείς απ’ την Κωνσταντινούπολη, ξανάστειλε πρέσβεις στον πάπα και στους άλλους ηγεμόνες της Δύσης για να εκθέσουν τις καλές προς αυτούς προθέσεις του και ταυτόχρονα να προετοιμάσουν το έδαφος  για την αποστολή βοήθειας της Δύσης προς την Κωνσταντινούπολη. Την ανάγκη μιας σοβαρής βοήθειας από μέρους των Δυτικών χριστιανών την βλέπει σίγουρη ο Κωνσταντίνος. Και μεις όλοι μας αναγνωρίζουμε μια τέτοια ανάγκη, λόγω της πολύ επικίνδυνα αυξανόμενης τουρκικής απειλής. Αλίμονο, αν ανεβεί στον οθωμανικό θρόνο ο νεαρός διάδοχος Μωάμεθ. Το έχει πει καθαρά, ότι, σαν πρώτο και μοναδικό θέλημα της βασιλείας του, θα βάλει την εκπόρθηση της άγιας πόλης μας.

Και, χαμηλώνοντας κάπως τη φωνή του, πρόσθεσε.

-Μας ειδοποίησε σχετικά για τις έντονες φιλοπόλεμες διαθέσεις του και τους βάρβαρους σκοπούς του υψηλότατα ιστάμενος πασάς στην Αδριανούπολη. Ο πασάς αυτός μας διαβεβαίωσε, ότι θα κάνει το παν, ώστε να απομακρυνθεί ο ατίθασος πρίγκιπας απ’ την Αδριανούπολη και να ματαιωθούν τα σχέδιά του.

-Καλά και η Δύση τι κάνει; Δεν ενδιαφέρεται για την Ανατολή; Ο πάπας δεν συγκινείται για τους εδώ χριστιανούς; Ρώτησε ένας απ’ τον κύκλο του Φραντζή.

-Ο πάπας, απάντησε ο Φραντζής, δέχεται ευχαρίστως να σταλεί βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη, μόνο υπό τον όρο, όμως, ότι ο αυτοκράτορας και ο ορθόδοξος κλήρος της Ανατολής θα αναγνωρίσουν επίσημα την υπεροχή του και θα μνημονεύουν το όνομά του στις εκκλησίες, πριν απ’ το όνομα του πατριάρχη. Επιπλέον, ζητά να ανακληθεί απ’ τη Ρώμη και να ξανατοποθετηθεί στον οικουμενικό θρόνο ο δυτικόφιλος πατριάρχης Γρηγόριος και να εφαρμοστούν πιστά απ’ την Κωνσταντινούπολη όλοι οι όροι της απόφασης του συνεδρίου της Φλωρεντίας. Ας μην ξεχνάμε, ότι πάπας σήμερα είναι ο Νικόλαος ο Ε’, πρόσθεσε επιγραμματικά ο Φραντζής και συνέχισε.

Βέβαια, ο αυτοκράτορας προσπαθεί με κάθε τρόπο, να δείξει στους ανθενωτικούς τη μεγάλη ανάγκη η οποία επιβάλλει από κάθε πλευρά την υποχώρηση αυτή από μέρους μας.

-Παίρνει, όμως, από λόγια το αρρωστημένο κεφάλι του Γεννάδιου; Είπε κάποιος διακόπτοντας. Κοίταξε τους άλλους βιαστικά και συνέχισε. Και να σκεφτεί κανείς, ότι ο άνθρωπος αυτός συνόδεψε τον αυτοκράτορα Ιωάννη στη Φερράρα και στη Φλωρεντία κι ότι τότε ήταν υπέρ της ένωσης και ότι υπόγραψε με το ίδιο του το χέρι τη σχετική διακήρυξη του συνεδρίου! Τώρα είναι φανατικός ανθενωτικός και μεγάλος πονοκέφαλος[1].

-Είναι, όμως, σωστό να εξαρτάται το μέλλον της χιλιόχρονης Κωνσταντινούπολης κι ολόκληρης της αυτοκρατορίας από έναν θρησκόληπτο κι αμφίβολο καλόγερο και μερικούς ακόμα ομοίους του; Ρώτησε κάποιος άλλος.

-Να, κάτι τέτοιοι σαν το Γεννάδιο, το Λουκά Νοταρά, το μητροπολίτη της Εφέσου Μάρκο, το μοναχό Νεόφυτο Ρόδιο, θα θάψουν την πόλη σίγουρα, πρόσθεσε ένας τρίτος.

Έγινε κάποια σιωπή και κάποιος, σα να ήθελε να διατυπώσει κάποιο συμπέρασμα, είπε.

-Οι δυο άσπονδοι εχθροί, οι δυο μεγάλοι κήρυκες της καθολικής και της ορθόδοξης αγάπης, ο πάπας απ’ τη μια μεριά και ο Γεννάδιος απ’ την άλλη, είναι όπως φαίνεται οι καλύτεροι σύμμαχοι των Οθωμανών. Βέβαια κι οι άλλοι ηγεμόνες της Δύσης δεν πέφτουν παρακάτω, γιατί κι αυτοί λίγο-πολύ συμφωνούν με τις απόψεις του πάπα. Άλλωστε, ο πάπας με τους καρδινάλιούς του και το φανατισμένο καθολικό κλήρο κυβερνούν σήμερα τη Δύση.

-Η Βενετία, είπε ο Φραντζής ξαναμπαίνοντας στη συζήτηση, έχει και άλλους λόγους για να είναι δυσαρεστημένη με την Ανατολή. Και τούτο, γιατί, όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος χήρεψε για δεύτερη φορά το 1442, ύστερ’ απ’ το θάνατο της Ιταλίδας συζύγου του Αικατερίνης, αρνήθηκε την πρόταση της Βενετίας και δεν δέχτηκε να παντρευτεί την κόρη του Βενετού δόγη Φόσκαρη. Και τούτο, γιατί αρνιόταν επίμονα η αυλή, η οποία χαρακτήρισε το συνοικέσιο αυτό ‘’ως ανοίκειον και ανάρμοστον’’. Την άρνηση αυτή και τους χαρακτηρισμούς της αυλής η Βενετία τους θεώρησε προσβολή και περιφρόνηση κι από τότε είναι δυσαρεστημένη μαζί μας. Τώρα, ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να παντρευτεί και προσπαθούμε όλοι μας, έχοντας υπόψη και το μεγάλο κίνδυνο των Τούρκων, να του βρούμε, μαζί με μια καινούρια κι όμορφη νύφη και νέους και δυνατούς συμμάχους.

-Το τερπνόν μετά του ωφελίμου δηλαδή, πρόσθεσε κάποιος χαριτολογώντας.

-Μάλιστα, έτσι είναι, συνέχισε ο Φραντζής. Μετά το θάνατο της Αικατερίνης, έγιναν πολλές κι ατέλειωτες διαπραγματεύσεις για να  ξαναπαντρευτεί ο Κωνσταντίνος. Σαν υποψήφιες νύφες αναφέρονταν, εκτός απ’ την κόρη του Βενετού δόγη και η Ισαβέλλα, η αδελφή του ηγεμόνα του Τάραντα Ορσίνη, η κόρη του αντιβασιλιά της Πορτογαλίας Πέτρου, η κόρη του μεγάλου δούκα κι αρχιναύαρχού μας Νουκά Νοταρά . . .

Στο άκουσμα του τελευταίου ονόματος κάποιος ασυγκράτητος φώναξε.

-Μα, αυτός είναι οπαδός του Γεννάδιου.

Κι ένας άλλος πρόσθεσε ειρωνικά.

-Για φαντάσου, μέγας δούκας κι αρχιναύαρχος, ακόλουθος ενός καλόγερου!!

Η παρεμβολή αυτή δεν χάλασε τον ειρμό της συζήτησης κι ο Φραντζής συνέχισε.

-Η κόρη του βασιλιά της Ιβηρίας στον Καύκασο, που πιθανόν να πάμε να βολιδοσκοπήσουμε τον πατέρα της και την ίδια, είναι μια από τις υποψήφιες, καθώς και η Αικατερίνη, η κόρη του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Ιωάννη του IV του Κομνηνού, στον οποίο πηγαίνουμε τώρα και πολλές άλλες, οι οποίες σχεδόν απορρίφτηκαν απ’ την αρχή. Εμείς πρέπει να δώσουμε πιο μεγάλη προσοχή στην εξεύρεση πιστού και δυνατού συμμάχου παρά όμορφης και νεαρής νύφης για τον αυτοκράτορά μας, τόνισε ο Φραντζής. Γυναίκες βρίσκονται πολλές. Πιστοί και υπολογίσιμοι σύμμαχοι είναι δυσεύρετοι και ιδιαίτερα σε δύσκολες εποχές.

-Σωστά, είπε κάποιος. Τι διαφορά κάνει, αν τη νέα  μας αυτοκράτειρα τη λένε Αικατερίνη ή Θεοδώρα ή Μαρία ή κάτι άλλο;

-Δίκαιο, διέκοψε μ’ ευθυμία κάποιος άλλος. ‘’Λύχνου σβησθέντος πάσα γυνή ομοία’’, έτσι δεν έλεγαν και οι σοφοί πρόγονοι;

Όλοι γέλασαν με το πνεύμα του αρχαίου ρητού και με τα γέλια και τα σχόλιά τους έδωσαν διαφορετικό τόνο στη συζήτηση, η οποία δεν κράτησε και πολύ, γιατί η ώρα είχε περάσει και όλοι αποφάσισαν να πάνε για ύπνο.

 

Την άλλη μέρα ο αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Κωνσταντίνου παρουσιάζονταν μπροστά στον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Ιωάννη Κομνηνό.

-Γαληνότατε αυτοκράτορα, είπε υποκλινόμενος με σεβασμό ο υψηλός απεσταλμένος. Ονομάζομαι Γεώργιος Φραντζής και βρίσκομαι εδώ σαν αντιπρόσωπος του μεγάλου κυρίου μου και αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Σας φέρνω τους χαιρετισμούς και τις ευχές του αυτοκράτορα της αγίας πόλης και θεωρώ τιμή μου, που μου δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιαστώ και να προσκυνήσω τη μεγαλειότητά σας. Η αποστολή μου εδώ αφορά και τους δύο μεγάλους αυτοκρατορικούς οίκους, της Τραπεζούντας και της Κωνσταντινούπολης και ο υψηλός σκοπός της, αν με τη βοήθεια του Θεού πραγματοποιηθεί, θα ενώσει ακόμη στερεότερα τους δυο ένδοξους θρόνους και θα ωφελήσει τα μέγιστα τις δυο μεγάλες χριστιανικές αυτοκρατορίες.

Για πολλή ώρα μίλησε ο αυτοκράτορας Ιωάννης με τον απεσταλμένο απ’ την Κωνσταντινούπολη και, αφού πήρε τα γράμματα που τού ‘στειλε ο Κωνσταντίνος, είπε στο συνομιλητή του.

-Έμαθα για τις ατυχίες του πλοίου σας και τις μεγάλες ταλαιπωρίες που είχατε στο ταξίδι. Νομίζω ότι θα είναι προτιμότερο να σας αφήσω προς το παρόν για να ξεκουραστείτε. Αύριο τα ξαναλέμε.

Ο Φραντζής χαιρέτησε κι έφυγε. Μόλις έκλεισε πίσω του την πόρτα ο πρεσβευτής του Κωνσταντίνου, ο Ιωάννης κάλεσε έναν αυλικό του και τον διέταξε να ειδοποιήσει έναν απ’ τους μεγάλους του λογοθέτες, νά ‘ρθει αμέσως στο παλάτι. Ο αυλικός έφυγε και γρήγορα ξαναγύρισε συνοδεύοντας έναν καλοντυμένο άρχοντα με ψαρά μαλλιά. Ο άρχοντας, κρατώντας ένα μάτσο χαρτιά στα χέρια του, μπήκε στη βασιλική αίθουσα και χαιρέτησε με σεβασμό τον Ιωάννη.

-Κάθισε, του είπε ο αυτοκράτορας. Ξέρεις, συνέχισε, έχουμε εδώ έναν απεσταλμένο απ’ την Κωνσταντινούπολη. Ονομάζεται Γεώργιος Φραντζής. Κάτι έχω ακούσει γι’ αυτόν. Άκουσα ότι είναι στενός και έμπιστος φίλος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, ένας απ’ τους πιο διαλεγμένους πρεσβευτές του και πολύ έξυπνος . . . Ναι, μου φαίνεται πολύ έξυπνος . . . Για πες μου, ξέρεις τίποτα περισσότερο γι’ αυτόν; Κι έκανε νόημα στο λογοθέτη του να καθίσει.

Ο γέρος άρχοντας κάθισε. Ακούμπησε τα χαρτιά μπροστά του πάνω σ’ ένα τραπέζι κι άρχισε να λέει, ξεφυλλίζοντάς τα κάπου-κάπου.

-Πληροφορήθηκα κι εγώ την άφιξη του απεσταλμένου Φραντζή και από χθες προσπαθώ να συγκεντρώσω περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτόν.

Απ’ ό,τι γνωρίζω, συνέχισε ο άρχοντας κι έδειξε προς τα χαρτιά που βρίσκονταν μπροστά του πάνω στο τραπέζι, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1401. Ο πατέρας του κατάγονταν απ’ τη Λήμνο και υπηρετούσε στην αυτοκρατορική οικογένεια στην Κωνσταντινούπολη. Από μικρός ο Γεώργιος έδειξε τη μεγάλη του εξυπνάδα, γι’ αυτό κι από νεαρή ακόμη ηλικία προσελήφθη στο παλάτι απ’ τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον ΙΙ. Είναι συνομήλικος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου κι από μικρός συνδέθηκε με μεγάλη φιλία μαζί του. Μαζί οι δυο νέοι σπούδασαν και ανατράφηκαν με τους ίδιους δασκάλους. Το 1425 ακολούθησε τον Κωνσταντίνο στην Πελοπόννησο, όταν ο αφέντης του έγινε δεσπότης του Μυστρά και ξαναγύρισε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη το 1448, όταν ο Κωνσταντίνος έγινε αυτοκράτορας. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες δίπλα στο φίλο του και τότε δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνο Δραγάση. Αιχμαλωτίστηκε δυο φορές. Μια στη μάχη της Λευκάδας και μια στην πολιορκία των Πατρών. Ο φίλος του, όμως, Κωνσταντίνος τον εξαγόρασε κι έτσι απέκτησε και πάλι την ελευθερία του και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ’ αυτόν. Αντιπροσώπευσε τον Κωνσταντίνο σε πολλές αποστολές και κατά καιρούς στις διοικήσεις της Σηλυβρίας (1443-44) και του Μυστρά (1446) . . .  Ο γερο-άρχοντας ανακάτεψε λίγο τα χαρτιά του, σαν κάτι νά ‘ψαχνε να βρει και συνέχισε.

-Αυτός στάλθηκε στην Αδριανούπολη απ’ τη βασιλομήτορα Ελένη Δραγάση, για να αναγγείλει στο σουλτάνο Μουράτ το ΙΙ την ανακήρυξη του δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνου Δραγάση σε αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, τον Ιανουάριο ή το Φεβρουάριο του 1449. Με τη μεσολάβηση του Φραντζή και τα πλούσια δώρα του νέου αυτοκράτορα, εξομαλύνθηκαν κι αποκαταστάθηκαν και πάλι οι σχέσεις του Κωνσταντίνου και του Μουράτ. Με τη δική του, επίσης, μεσολάβηση αποσοβήθηκε μεγάλη ρήξη ανάμεσα στους αδελφούς του αυτοκράτορα και δεσπότες της Πελοποννήσου Δημήτριο και Θωμά . . .

Ο γερο-λογοθέτης συνέχισε για αρκετή ώρα να μιλά για τη ζωή και τα έργα του βυζαντινού απεσταλμένου. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης όλο και περισσότερο θαύμαζε το ήθος και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του Φραντζή, την πιστή υπακοή του στον Κωνσταντίνο και την απόλυτη αφοσίωσή του στο καθήκον του κι όλο και περισσότερο καλοτύχιζε τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης για τον ανεκτίμητο φίλο του και το σπουδαίο συνεργάτη που είχε.

 ***

Παρ’ όλες τις προσπάθειες του Φραντζή, να πείσει τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΙV τον Κομνηνό να συγκατατεθεί και να συναφθεί το περιλάλητο συνοικέσιο, δεν τα κατάφερε. Ο Ιωάννης όλο και κάτι καινούριο σκεφτόταν. Έτσι, ο καιρός περνούσε και η υπόθεση δεν κατέληγε σε κανένα αποτέλεσμα. Είχαν περάσει δεκαοκτώ μήνες αναμονής και αγωνίας για το Φραντζή με τις διάφορες μικροϊδιοτροπίες και αναβολές του αυτοκράτορα.

Μια μέρα, απ’ τις πρώτες εβδομάδες του Μαρτίου του 1451, ο Φραντζής ζήτησε να δει τον αυτοκράτορα, αποφασισμένος αυτή τη φορά να φέρει τα πράγματα έτσι, ώστε να πάρει μια συγκεκριμένη και τελική απάντηση απ’ τον πατέρα της Αικατερίνης. Ο αυτοκράτορας δέχτηκε να συναντήσει το Φραντζή και μάλιστα είπε στους απεσταλμένους του να του πουν να έλθει αμέσως στο παλάτι.

Μόλις έμαθε τις διαθέσεις αυτές του αυτοκράτορα ο Φραντζής, συγκρατημένος όπως ήταν σε κάθε περίπτωση, δεν ήξερε τι να υποθέσει και αμφιταλαντευόταν, μη ξέροντας αν έπρεπε να χαρεί ή να στενοχωρεθεί με την απροσδόκητη αυτή στάση του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας. Πήγε βιαστικός στο παλάτι. Εκεί, οι άνθρωποι του Ιωάννη τον οδήγησαν αμέσως στη συνηθισμένη αίθουσα όπου είχε τις συναντήσεις του κάθε τόσο με τον αυτοκράτορα και τον άφησαν να περιμένει. Στο μυαλό του στριφογύριζαν χίλιες δυο σκέψεις. Ύστερ’ από λίγα λεπτά παρουσιάστηκε ο αυτοκράτορας. Η όψη του έδειχνε έντονη ευδιαθεσία και στο βλέμμα του διακρίνονταν ασυγκράτητη ευθυμία και χαρά.

Το γελαστό αυτό ύφος του αυτοκράτορα αύξησε περισσότερο την αμηχανία του Φραντζή, ο οποίος γνώριζε τον Ιωάννη σαν άνθρωπο περισσότερο αινιγματικό και συγκρατημένο και λιγότερο διαχυτικό και ευδιάθετο. Χαιρέτισε τον αυτοκράτορα και, ύστερ’ από υπόδειξή του, κάθισαν στις συνηθισμένες τους θέσεις στο μεγάλο τραπέζι της αίθουσας.

-Μεγαλειότατε, είπε ο Φραντζής με σεβασμό, ζήτησα να με δεχθείτε σήμερα, γιατί λείπω πολλούς μήνες απ’ την Κωνσταντινούπολη και νομίζω . . .

-Εγώ ζήτησα να σε δω, του είπε διακόπτοντάς τον ο αυτοκράτορας, γι’ αυτό επίτρεψέ μου να σου μιλήσω πρώτος. Έχω να σου ανακοινώσω σπουδαία και ευχάριστα νέα. Τι δώρο, όμως, θα μου δώσεις για τα καλά νέα που θα σου πω;

-Πλούσια δώρα δεν έχω, απάντησε ο Φραντζής. Δυστυχώς, δεν έχω κανένα υλικό δώρο που να ταιριάζει στο μεγάλο όνομά σου και στον ένδοξο θρόνο σου.

Κι αμέσως σηκώθηκε όρθιος και, υποκλινόμενος βαθιά μπροστά του, πρόσθεσε.

-Ο Θεός να χαρίζει άπειρες ημέρες στην άγια βασιλεία σου, που πάντοτε τόσο μας ευεργετεί. Και θα ευεργετήσει τώρα και μένα τον ταπεινό αφάνταστα, αν μου πει το συντομότερο τα ευχάριστα νέα.

-Πραγματικά, αγαπητέ μου φίλε, είπε ο Ιωάννης, τα νέα μου είναι συνταρακτικά μεν αλλά πολύ ευχάριστα.

-Πολύ καιρό περιμένω για ευχάριστα νέα, είπε ο Φραντζής κι ανυπομονώ να ακούσω.

-Σήμερα το πρωί, νωρίς, κατά τα ξημερώματα, είπε με χαμόγελο ο Ιωάννης, άνθρωποί μου απ’ τη Θράκη μου φέραν την είδηση, ότι πριν λίγες μέρες ο φοβερός διώκτης των χριστιανών και ο τρόμος των Βυζαντινών στρατιωτών, ο βάρβαρος εξουσιαστής και μονάρχης της οθωμανικής αυτοκρατορίας Μουράτ ο ΙΙ πέθανε.

-Πέθανε; Φώναξε ξαφνιασμένος ο Φραντζής.

-Ναι, πέθανε, επανέλαβε ο Ιωάννης, από αποπληξία σε ώρα γλεντιού. Η χριστιανή χήρα του Μαρία Βράκοβιτς, μετά το θάνατό του, ξαναγύρισε στον πατέρα της στη Σερβία.

-Πότε πέθανε; Ξαναρώτησε ο Φραντζής, χωρίς καμιά εκδήλωση χαράς ή λύπης.

-Στις 3 Φεβρουαρίου, είπε ο αυτοκράτορας με μια έκδηλη έκφραση χαράς.

Ο Φραντζής έμεινε σιωπηλός για λίγο. Τώρα κατάλαβε πού οφείλονταν το χαμόγελο και η ευδιαθεσία του Ιωάννη. Τη στιγμιαία αυτή σιωπή του πρόσεξε ο αυτοκράτορας και συνέχισε γελώντας.

-Έφυγε απ’ το κεφάλι μας ένας άσπονδος εχθρός. Εξέλειπε πλέον ένας βάρβαρος μαχητής του Ισλάμ. Οι χριστιανοί απ’ τον Καύκασο και την άλλη άκρη του Αίμου κι απ’ τη Μαύρη Θάλασσα ως τη Μεσόγειο θα αναπνεύσουν με ανακούφιση και θα ησυχάσουν. Όλοι οι χριστιανοί σ’ Ανατολή και Δύση, χωρίς καμιά εξαίρεση, θα χαρούν μαθαίνοντας το θάνατο του άγριου και αιμοβόρου σουλτάνου.

-Όχι όλοι οι χριστιανοί σε απόλυτη κυριολεξία. Υπάρχει τουλάχιστον μια εξαίρεση, γαληνότατε άρχοντά μου, είπε ο Φραντζής με ήρεμη φωνή και με ύφος απαθές, που έδειχνε ότι οι σκέψεις του την ώρα εκείνη βρίσκονταν κάπου μακριά και προσπαθούσαν να σταθμίσουν ορισμένα, ίσως άγνωστα στον αυτοκράτορα, γεγονότα.

-Εξαίρεση; Φώναξε με κατάπληξη ο Ιωάννης. Και ποιος είναι αυτός ο χριστιανός, ο σκλάβος, ο καταδικασμένος, που δε θα χαρεί όταν μάθει ότι απαλλάχτηκε απ’ τον τύραννό του; Ποια είναι αυτή η εξαίρεση; Ξαναρώτησε με έντονο ύφος, σα να υπογράμμιζε την ερώτησή του, για να του δοθεί αμέσως η απάντηση.

-Εγώ, απάντησε μονολεκτικά ο Φραντζής. Και, πριν προλάβει να συνέλθει απ’ την απροσδόκητη αυτή απάντηση ο αυτοκράτορας, συνέχισε. Μεγαλειότατε, εσείς γνωρίσατε το Μουράτ το ΙΙ πολύ καλά στα χρόνια σας και είδατε και ζήσατε όλη του τη θηριωδία. Κι εγώ, όμως, δεν τον γνώρισα λιγότερο. Πιστεύω απόλυτα, ότι ο κόσμος απαλλάχτηκε από έναν πραγματικά βάρβαρο και τραχύ εξουσιαστή και συμμερίζομαι στο ακέραιο τη δικαιολογημένη χαρά σας, για το γεγονός αυτό. Ξέρω, όμως, πολύ καλά τον απότομο, ατίθασο και σκληρό χαρακτήρα του διαδόχου του και τώρα ίσως νέου σουλτάνου Μωάμεθ. Ξέρω ποιες είναι οι προθέσεις του, ποιοι είναι οι σκοποί του και τι σχέδια και όνειρα έχει στο μυαλό του ο καινούριος αφέντης της Ανατολής και γι’ αυτό ακριβώς λυπάμαι που πέθανε ο Μουράτ. Δεν πιστεύετε ότι πάντοτε ισχύει το ρητό ‘’μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον’’; Ρώτησε ο Φραντζής.

Ο αυτοκράτορας έμεινε σκεπτικός για λίγο κι ύστερα είπε.

-Το γεγονός ότι η χήρα του πατέρα του η Μαρία είναι χριστιανή και συγγενής του Βράκοβιτς και δική μου, δεν νομίζεις ότι θα τον συγκρατήσει από τυχόν τολμηρά του σχέδια εναντίον της Κωνσταντινούπολης;

-Μακάρι να με βγάλει ψεύτη ο Θεός αλλά δεν το νομίζω. Πιστεύω ότι η Μαρία θα προσπαθήσει να τον νουθετήσει και να τον συγκρατήσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Έμειναν και οι δυο σιωπηλοί και για μια στιγμή τα μάτια του Φραντζή άστραψαν ξαφνικά και στο πρόσωπό του παρουσιάστηκε κάποια ταραχή. Έσκυψε το κεφάλι λίγο χαμηλότερα για να μην γίνει αντιληπτός απ’ τον αυτοκράτορα, συγκρατήθηκε και ηρέμησε γρήγορα απ’ την πρώτη ταραχή και είπε στον αυτοκράτορα.

-Πώς, άραγε, να εκτιμούν την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη ύστερ’ απ’ τις τελευταίες εξελίξεις; Νομίζω ότι θα πρέπει να στείλω ένα-δυο απ’ τους ανθρώπους μου, για να μάθουν τι γίνεται εκεί και να μας φέρουν νεότερα απ’ τον αυτοκράτορα.

-Πολύ σωστά σκέφτηκες, είπε ο Ιωάννης. Θα δώσω εντολή να φύγει πλοίο αμέσως και να παρασχεθεί στους ανθρώπους σου κάθε ευκολία. Ετοίμασέ τους γρήγορα.

Φεύγοντας απ’ το παλάτι του βασιλιά ο Φραντζής, κάλεσε τους ακολούθους του και τους ανακοίνωσε τα συμβάντα. Πρόσταξε δυο-τρεις να ετοιμαστούν για να επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη κι αυτός κάθισε κι έγραψε διάφορες επιστολές, εξηγώντας στον Κωνσταντίνο και σ’ άλλους άρχοντες της πόλης την πορεία του συνοικεσίου με την Αικατερίνη Κομνηνού και τις διαθέσεις του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας πάνω στο θέμα αυτό. Επίσης, ετοίμασε κι ένα μακροσκελές γράμμα για τον Κωνσταντίνο κι έδωσε εντολή στους απεσταλμένους του, το γράμμα αυτό φθάνοντας στην Κωνσταντινούπολη να παραδοθεί αμέσως και προσωπικά στον αυτοκράτορα και μόνο σ’ αυτόν. Αφού ετοίμασε όλα τα γράμματα και τα σφράγισε προσεχτικά ο ίδιος, κάλεσε τους ανθρώπους του που ετοιμάζονταν για το ταξίδι και συνομίλησε μαζί τους ως αργά μετά τα μεσάνυχτα, δίνοντάς τους διάφορες οδηγίες και εντολές.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
ΟΙ ΕΝΟΧΟΙ Έκδοση 1980,
Μελβούρνη, Αυστραλία



[1] Φραντζή Γ. ‘’Το Χρονικό της Άλωσης ’’. Μετάφραση Βασ. Πελασγίτη ‘’Πάπυρος’’. Αθήναι 1971.