Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 20

ΟΙ ΑΦΑΝΕΙΣ ΗΡΩΕΣ

Μεσάνυχτα, στις 3 Μαΐου, ένα μικρό πλεούμενο, με υψωμένη στο κατάρτι του την τουρκική σημαία, γλιστρούσε μέσα στο σκοτάδι ανάμεσα απ’ τ’ άλλα πλοία κι έβγαινε, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε απ’ το στόμιο του Κερατίου Κόλπου. Μόλις το πλοιάριο ξανοίχτηκε στα νερά του Μαρμαρά και οι δώδεκα κωπηλάτες του, όλο κι όλο το πλήρωμά του, όλοι ντυμένοι με τούρκικα ρούχα, έσφιξαν στα γερά τους χέρια τα κουπιά κι άρχισαν μ’ όση δύναμη είχαν στα μπράτσα τους να τραβούν ασταμάτητα με τέχνη κι επιδεξιότητα κουπί, απομακρύνοντας έτσι το καράβι τους όσο πιο γρήγορα κι όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν απ’ τα τούρκικα καράβια.

Απόλυτη σιγή επικρατούσε επάνω στο μικρό κατάστρωμα και μόνο η ρυθμική κίνηση των κουπιών πρόδινε την ύπαρξη ζωής μέσα στο σκοτεινό πλοίο-φάντασμα. Ο τιμονιέρης, με το βλέμμα καρφωμένο μακριά μέσα στο βαθύ σκοτάδι, προσπαθούσε να κρατάει το σκάφος πέρα από κάθε ύποπτο σημάδι, που τα εξασκημένα μάτια του διέκριναν μέσα στη νύχτα. Μπροστά στη μύτη της πλώρης, ο παρατηρητής ερευνούσε ασταμάτητα την πλατιά θάλασσα.

Γρήγορα το λιμάνι έμεινε πίσω και η απόσταση που χώριζε τους δώδεκα εθελοντές απ’ την πολιορκημένη πόλη μεγάλωνε με ταχύτητα. Μούσκεμα στον ιδρώτα οι κωπηλάτες χτυπούσαν με ρυθμό και ασταμάτητα τα κύματα με τα γυαλιστερά κουπιά τους. Το μικρό πλοιάριο, σκοτεινό κι αγνώριστο κι αυτό, τυλιγμένο στο σκοτάδι γλιστρούσε κι έτρεχε βιαστικό προς την Καλλίπολη.

Οι δώδεκα ήρωες ναυτικοί ήταν η τελευταία ελπίδα των πολιορκημένων. Το γνώριζαν αυτό καθαρά οι άσημοι κι άγνωστοι αλλά γενναίοι ναυτικοί του μικρού καϊκιού, γι’ αυτό και τραβούσαν με γρηγοράδα τα κουπιά τους, χωρίς να ξέρουν, αν με τον τρόπο αυτό απομακρύνονταν απ’ το θάνατο ή πήγαιναν πιο γρήγορα σ’ αυτόν.

Τα τουρκικά ρούχα που φορούσαν και η σημαία του σουλτάνου που κυμάτιζε στο κατάρτι τους τους έδιναν κάποια ελπίδα, ότι θα περάσουν στο Αιγαίο ζωντανοί. Περισσότερο, όμως, τους έδινε θάρρος η πίστη τους στην επιτυχία της αποστολής τους. Η θέλησή τους να σώσουν την πόλη γιγάντωνε το κουράγιο τους κι έσβηνε απ’ το μυαλό τους το μέγεθος του τρομερού κινδύνου που διέτρεχαν ανά πάσα στιγμή. Η κατανόηση της μεγάλης τους αποστολής τους εμψύχωνε και δεν τους επέτρεπε να δουν, ότι την ώρα αυτή δεν παλεύουν με τα κύματα αλλά με τον ίδιο το θάνατο.

Το ξημέρωμα τους βρήκε ανοιχτά στη μέση της θάλασσας. Απαρατήρητοι διέσχιζαν όλη την ημέρα τα νερά της Προποντίδας και με το πέσιμο της νύχτας και με την ψυχή στα δόντα μπήκαν στα Στενά. Πλησίαζαν την Καλλίπολη.

Τα αραιά κι αδύνατα φώτα της τουρκικής πόλης, που σκόρπια τρεμόσβηναν εδώ και κει μέσα στο σκοτάδι, μεγάλωναν την αγωνία και το φόβο τους. Ταυτόχρονα, όμως, η συναίσθηση του μεγάλου κινδύνου που διέτρεχαν ενίσχυε και αύξανε τις δυνάμεις τους. Αμίλητοι όλοι τους και σιωπηλοί τραβούσαν κουπί ασταμάτητα. Δεν ήθελαν να βασιστούν μόνο στον άνεμο, που τον έβρισκαν αδύνατο στο μικρό σκούρο πανί που φουσκωμένο κρεμόταν στο κατάρτι τους. Ήθελαν να περάσουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν απ’ το επικίνδυνο αυτό μέρος και να ξεφύγουν όσο πιο γρήγορα γινόταν απ’ του χάρου τα δόντια.

Ο τιμονιέρης, κρατώντας σφιχτά και σταθερά το τιμόνι στα χέρια του, έψαχνε με το εξασκημένο βλέμμα του τη στενή θάλασσα και τις κοντινές ακτές της. Τα μάτια του κάπου-κάπου έπεφταν στα βράχια και στα υψώματα της Καλλίπολης. Έμενε ακίνητος όπως όλοι και αδιάκοπα ερευνούσε τα πάντα. Παρ’ ότι βρισκόταν κι αυτός μέσα στο ίδιο καράβι, δεμένος με την ίδια τραγική μοίρα με τους άλλους έντεκα συντρόφους του, ο νους του έτρεχε αλλού. Πήγαινε χρόνια πίσω. Κάθε φορά που το βλέμμα του στρεφόταν προς την Καλλίπολη, ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό του και τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα. Προστατευμένος απ’ το σκοτάδι και σίγουρος ότι κανένας απ’ τους συντρόφους του δεν μπορεί να διακρίνει τη συγκίνηση στο πρόσωπό του, άφηνε τον πόνο του να ξεσπάει μέσα στη σιωπή της σκοτεινής νύχτας. Το πρόσωπό του έκαιγε και ο πόνος του έσχιζε την καρδιά κάθε φορά που τα μάτια του αντίκριζαν μέσα στη νύχτα την πόλη των πατέρων του, την Καλλίπολη.

Ήταν ο γεροντότερος απ’ τους δώδεκα κι είχε πάει αρκετές φορές στην Καλλίπολη, όταν οι Βυζαντινοί είχαν καλύτερες σχέσεις με τους Τούρκους. Με μιας τού ‘ρθαν όλα στο μυαλό του, όσα ήξερε κι όσα είχε ακούσει για τη δύστυχη αυτή πόλη. Έμεινε για αρκετή ώρα σαν απολιθωμένος στην ίδια θέση, με το τιμόνι στο χέρι του κι άφησε τη σκέψη του ελεύθερη. Η θύμιση της ιστορίας της τραγικής εκείνης πόλης, που στην αρχή τού ‘φερνε τόσα δάκρυα, τώρα τον ξεκούραζε. Απάλαινε τον πόνο του και τού ‘δινε κουράγιο.

Ένας νεαρός ναύτης που καθόταν κοντά του, στο τελευταίο το κουπί, γύριζε κάθε τόσο το κεφάλι του προς το μέρος του γερο-τιμονιέρη, κάθε φορά που αυτός, χωρίς να το καταλαβαίνει, άφηνε ένα βαθύ αναστεναγμό. Για μια στιγμή, ο νεαρός ναύτης νόμισε ότι είδε κάτι να γυαλίζει παράξενα μέσα στη νύχτα πάνω στο αδρύ μάγουλο του γερο-συντρόφου του. Δεν είπε, όμως, τίποτα και συνέχισε να τραβά, όπως και πρώτα, ρυθμικά το κουπί του.

Βυθισμένος έτσι στις σκέψεις του ο τιμονιέρης, δεν κατάλαβε πόσο είχαν αφήσει πίσω την Καλλίπολη κι ούτε πρόσεξε ότι είχε αρχίσει να ξημερώνει. Ο αέρας, όμως, που όλο και δυνάμωνε και γινόταν ψυχρότερος όσο η νύχτα έφευγε κι όσο το καΐκι προχωρούσε μέσα στο στενό του Ελλησπόντου, πάγωσε το πρόσωπό του, διέλυσε τις σκέψεις του και τον ξανάφερε πίσω στην πραγματικότητα, μέσα στο καΐκι και δίπλα στους συντρόφους του.

Τώρα, ο ορίζοντας στην ανατολή είχε αρχίσει να ξασπρίζει και το μικρό καΐκι είχε αφήσει πίσω του τη Λάμψακο και πλησίαζε προς τις ακτές της Αβύδου. Το πυκνό σκοτάδι γρήγορα αραίωσε και οι κωπηλάτες διακρίνονταν καθαρά στις θέσεις τους πάνω στο κατάστρωμα. Ο αέρας των στενών φούσκωνε το πανί και τα κουπιά δεν χρειαζόταν άλλο πια. Ο τιμονιέρης για μια στιγμή κουνήθηκε κάπως απ’ τη θέση του κι έκανε μια κίνηση για να ξεμουδιάσει. Έτριψε το κρύο μέτωπό του με το ελεύθερο χέρι του για να συνέλθει και πέρασε τα δάχτυλά του δυο-τρεις φορές ανάμεσα στα μαλλιά του που ανέμιζαν απ’ τη θαλασσινή αύρα, σα να τα χτένιζε, τρίβοντας ταυτόχρονα το κεφάλι του με την παλάμη του.

-Καλωσόρισες στο καράβι μας γέρο, είπε για μια στιγμή ο νεαρός ναύτης στον τιμονιέρη, όταν τον είδε να δίνει σημεία ζωής με τις κινήσεις του αυτές.

Η φωνή του νεαρού ναύτη, παρ’ ότι ο τόνος της ήταν πολύ χαμηλότερος απ’ το συνηθισμένο, αντήχησε σαν ηχηρή καμπάνα στ’ αφτιά των άλλων ναυτικών και τους έκανε όλους να τιναχτούν επάνω και να στραφούν προς το μέρος του νεαρού συντρόφου τους. Η διαπεραστική, όπως φάνηκε σ’ όλους εκείνη την ώρα φωνή του ναύτη, ήταν η πρώτη και η μόνη φωνή που ακούστηκε πάνω στο κατάστρωμα απ’ την ώρα που το μικρό καΐκι με τους δώδεκα ναυτικούς έμπαινε στα νερά της Καλλίπολης. Τ’ αφτιά όλων είχαν συνηθίσει στο βουητό της θάλασσας και στο θόρυβο των κυμάτων που ασταμάτητα έσπαζαν στα πλευρά του πλοιαρίου τους και το είναι τους είχε παραδοθεί κυριολεκτικά στο καθήκον. Όλοι τους είχαν αφοσιωθεί σιωπηλοί κι αμίλητοι στην εκπλήρωση της μεγάλης τους αποστολής, την οποία μόνοι τους και με τη θέλησή τους είχαν αναλάβει.

Οι πρώτοι ήχοι της φωνής του νεαρού ναύτη χτύπησαν στα τύμπανα των αφτιών τους σαν αιχμηρές σαΐτες και τους ξάφνιασαν. Ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος ο ναύτης απ’ τη φωνή του κι έμεινε για λίγο ακίνητος στη θέση του. Οι παράξενοι προς στιγμή ήχοι με το αιχμηρό άγγιγμά τους, ο κρύος αέρας της θάλασσας και το αμυδρό φως της αυγής, που όλο και πιο ξεκάθαρο απλώνονταν στον ουρανό της ανατολής, συνέφεραν τους ναυτικούς και τους έκαναν να ξαναδούν ο ένας τον άλλο πάνω στο κατάστρωμα του μικρού πλοίου τους.

Ύστερα απ’ το πρώτο ξάφνιασμα που προξένησαν τα αναπάντεχα λόγια του νεαρού ναύτη ο γερο-τιμονιέρης είπε.

-Έχεις δίκιο νεαρέ. Δεν ήμουν μαζί σας για αρκετή ώρα.

-Σ’ έβλεπα εδώ να κρατάς όλη τη νύχτα το τιμόνι, είπε ο νεαρός, αλλά απ’ τους αραιούς και βαθιούς αναστεναγμούς σου καταλάβαινα ότι δεν ήσουν μαζί μας. Μάλιστα, για μια στιγμή μου φάνηκε κάπως παράξενη μέσα στη νύχτα η μορφή σου κι είπα νά ‘ρθω κοντά σου να δω τι σου συμβαίνει.

-Δεν ήταν μαζί μας; Ρώτησε μ’ απορία ένας κωπηλάτης της πρώτης σειράς.

-Βέβαια, δεν ήταν μαζί μας. Κρατούσε, όμως, το τιμόνι και μας οδηγούσε όλη τη νύχτα, πρόσθεσε κάποιος άλλος με τόνο αστειότητας.

-Ναι, ναι, είπε ο τιμονιέρης. Μην ξαφνιάζεστε. Ο νεαρός έχει δίκιο. Αλλά και σεις δεν έχετε άδικο. Η αλήθεια είναι, ότι ήμουν μεν εδώ και κρατούσα το τιμόνι, αλλά η σκέψη μου βρισκόταν αλλού. Πετούσε σε άλλους καιρούς και γύριζε μακριά σ’ άλλα μέρη.

-Πυκνοαναστέναζες όταν περνούσαμε την Καλλίπολη και τα μάτια σου τα είχες καρφωμένα στις ακτές της. Σάμπως να προσπαθούσες κάτι να διακρίνεις, είπε ο νεαρός.

-Πραγματικά, παρ’ ότι τό ‘ξερα ότι ήταν αδύνατο να διακρίνω το παραμικρό, λόγω της απόστασης και της νύχτας, πάλι επέμενα να παρατηρώ τις ακτές, προσπαθώντας να ξεχωρίσω καμιά απ’ τις μεγάλες ρωγμές που άνοιξε ο τρομερός σεισμός στα μέρη αυτά πριν από πολλά χρόνια, είπε ο τιμονιέρης. Υπάρχουν ακόμη αρκετές και μεγάλες σχισμές, τις οποίες δεν γέμισαν τελείως τα χώματα που παρασύρουν οι βροχές και ούτε τις σκέπασε η βλάστηση, ώστε να μην διακρίνονται καθόλου. Πρέπει, όμως, να ξέρεις να τις ξεχωρίσεις, γιατί, όσο και νά ‘ναι, ο καιρός τις έχει απαλύνει και η βλάστηση έκρυψε την αγριάδα και την ασχήμια τους,

Σταμάτησε για λίγο κι έφερε ένα γύρο το βλέμμα του στους συντρόφους του. Όλοι τους είχαν συγκεντρωθεί κοντά του κι είχαν καρφώσει τα μάτια τους επάνω του. Η έκφραση του προσώπου τους και το ανυπόμονο βλέμμα τους μαρτυρούσαν καθαρά πως όλοι τους ήταν έτοιμοι να ακολουθήσουν με την περίεργη φαντασία τους το γέρο σύντροφό τους σ’ άλλα μέρη και να πάνε μαζί του πίσω σ’ άλλους καιρούς, για να γνωρίσουν άλλους ανθρώπους και να μάθουν άγνωστα κι οπωσδήποτε ενδιαφέροντα πράγματα.

Ο γερο-ναυτικός κατάλαβε την πρόθεσή τους αυτή και τους είπε.

-Θα σας πω κάτι απ’ τα παλιά, για να συνέλθουμε λίγο απ’ το κρύο της νύχτας και τη δοκιμασία του ταξιδιού μας. Αλλά, πριν απ’ όλα, επιβάλλεται να νιώσουμε όλοι μας καθαρά, ότι τίποτα δεν πρέπει να αποσπάσει την προσοχή μας και τίποτα δεν πρέπει να αμβλύνει τις προσπάθειές μας για την επιτυχία της αποστολής μας. Μια που τα κουπιά σας δεν μας χρειάζονται άλλο και ο καλός αέρας ανέλαβε να κάνει τη δουλειά τη δική σας, καθίστε εδώ γύρω όσοι θέλετε ν’ ακούσετε. Πρέπει, όμως, να βολευτείτε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με τα αφτιά να ακούτε και με τα μάτια ν’ αγναντεύετε όσο πιο καλά και όσο πιο μακριά μπορείτε και τη θάλασσα και τη στεριά. Με το παραμικρό, ο καθένας σας θα πεταχτεί στη θέση του. Όλοι μαζί θα έχουμε το νου μας στο καΐκι μας και στο πώς θα μπορέσουμε ν’ αντιληφθούμε τον κάθε κίνδυνο, όσο το δυνατό νωρίτερα.

Οι ναύτες κάθισαν γύρω-γύρω στο κατάστρωμα κοντά στον τιμονιέρη, έτσι, ώστε όλοι τους να μπορούν να ερευνούν τον ορίζοντα συνεχώς.

Ο γερο-τιμονιέρης ξαναπέρασε την αριστερή παλάμη του μ’ ανοιχτά τα δάχτυλα μέσα απ’ τα ανακατεμένα μαλλιά του, γύρισε το βλέμμα του πίσω προς τα μέρη της Καλλίπολης και είπε.

-Τα μέρη αυτά, όλα γύρω μας κι έκανε έναν κύκλο με το βλέμμα του και το αριστερό του χέρι που ήταν ελεύθερο, ήταν κάποτε δικά μας. Ελληνικά. Πριν από χρόνια, όμως, μας τα πήραν οι Τούρκοι. Και τώρα θέλουν να μας πάρουν και την Κωνσταντινούπολη. Τα σύνορα της αυτοκρατορίας μας τα παλιά χρόνια ήταν τόσο πλατιά, που σχεδόν κανένας δεν ήξερε από πού άρχιζαν και πού τελείωναν. Αλλά, όπως τώρα με τους ενωτικούς και τους ανθενωτικούς, με τους Λατινόφιλους και τους Τουρκόφιλους, με τους αιρετικούς και τους ορθόδοξους μαλώνουμε και φαγωνόμαστε, έτσι και τότε δεν έλειπαν οι διαφορές και οι προστριβές μεταξύ των προγόνων μας. Τις διαμάχες αυτές εκμεταλλεύτηκαν οι εχθροί μας και άρχισαν να μας αφαιρούν μια-μια τις επαρχίες μας και να στενεύουν τα σύνορά μας, ώσπου τα στένεψαν τόσο, που σήμερα κοντεύουν να μας πνίξουν. Πολλές φορές, οι ίδιοι οι άρχοντές μας έδιναν στον α’ ή στο β’ εχθρό της φυλής μας και μια επαρχία της αυτοκρατορίας μας σαν ανταμοιβή, για να τους βοηθήσουν να γίνουν αυτοί δεσπότες ή αυτοκράτορες και να διώξουν εκείνους που νόμιμα ή παράνομα κατείχαν το θρόνο. Οι εχθροί μας έπαιρναν την επαρχία που τους πρόσφεραν σα δώρο και με το στρατό που έστελναν, δήθεν για βοήθεια, κυρίευαν κι άλλη μια. Τα μέρη αυτά εδώ της Καλλίπολης, που ήταν ελληνικά χιλιάδες χρόνια προτού νά ‘ρθει ο Χριστός στη γη, τα χάσαμε πριν περίπου εκατό χρόνια με τους εμφυλίους πολέμους του Ιωάννη του Κατακουζηνού και του Ιωάννη του V του Παλαιολόγου. Πότε ο ένας και πότε ο άλλος, καλούσαν τους Τούρκους για βοήθεια κι αυτοί, αντί να βοηθήσουν, στρογγυλοκάθισαν στη Θράκη και μας την πήραν σχεδόν ολόκληρη. Ιδιαίτερα για την Καλλίπολη, συντέλεσε κι ένας μεγάλος σεισμός. Βλέπετε, οι παπάδες και οι καλόγεροι οι δικοί μας, όλα τα φυσικά φαινόμενα που παρουσιάζονται τα εξηγούν σε βάρος μας. Ενώ οι ιμάμηδες, ό,τι κι αν συμβεί, λένε ότι έγινε για καλό των Τούρκων και το εξηγούν σαν καλό σημάδι για τη φυλή τους.

Το βράδυ λοιπόν της 2ας Μαρτίου 1354, ενενηνταεννιά χρόνια και δυο μήνες σαν προχθές το βράδυ, ολόκληρη η ακτή της Θράκης πλήγηκε από μεγάλο σεισμό. Πολλά μέρη χάθηκαν για πάντα. Άνοιξε η γη και τα κατάπιε. Και, άλλα κομματιάστηκαν και καταστράφηκαν τελείως. Λένε, ότι τέτοιος σεισμός δεν είχε ξανακουστεί να γίνει ποτέ άλλοτε. Μόνο το καλοκαίρι του 1296 μια σειρά από σεισμικές δονήσεις προξένησε μεγάλες ζημιές στην Κωνσταντινούπολη και στη Μικρά Ασία. Τότε, το 1296, δεν έφτανε η συμφορά των σεισμών που είχε ερημώσει τα πάντα αλλά επιτέθηκαν και οι Βενετοί. Ύστερ’ από τρεις μέρες μετά το σεισμό, στις 22 Ιουλίου, εβδομηνταπέντε βενετικά πλοία μπήκαν στον Κεράτιο Κόλπο και χτύπησαν το Γαλατά στην αρχή κι ύστερα την Κωνσταντινούπολη, χωρίς καμιά προειδοποίηση. Έκαψαν πολλά σπίτια των Γενουατών. Αργότερα, το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, οι Γενουάτες, μόλις τους δόθηκε η ευκαιρία, έσφαξαν τους άρχοντες των Βενετών στην Κωνσταντινούπολη[1]. Οι Βενετοί κρυφοφύλαγαν το μίσος τους και περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να εκδικηθούν κι αυτοί. Μάλιστα, κατηγόρησαν και τον αυτοκράτορα, ότι επέτρεψε στους Γενουάτες να στραφούν εναντίον των Βενετών. Έτσι, η διένεξη των δύο ξένων αποικιών, της οποίας τα αίτια στηρίζονταν σε εμπορικές αντιζηλίες, στράφηκαν εναντίον του Βυζαντίου. Το επόμενο καλοκαίρι, οι Βενετοί, με δεκαοχτώ πλοία, μπήκαν στον Κεράτιο Κόλπο και ζητούσαν αποζημίωση για τις καταστροφές. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να βρει λύση αλλά δεν τα κατάφερε. Οι Βενετοί έβαλαν φωτιά στα σπίτια της παραλίας κοντά στα ανάκτορα των Βλαχερνών. Ο αέρας φυσούσε αντίθετα και το παλάτι πνίγηκε στους καπνούς. Μετά, έπλευσαν με τα πλοία τους στις ακτές του Μαρμαρά και στα γύρω νησάκια κι έπιασαν αιχμαλώτους όσους Γενουάτες μπόρεσαν, τους οποίους έδεσαν ψηλά στα κατάρτια των καραβιών τους, ώσπου οι συγγενείς τους τους εξαγόρασαν με λύτρα. Μ’ αυτόν τον τρόπο πήραν περισσότερα απ’ όσα ζητούσαν για αποζημίωση στην αρχή[2].

Όπως λοιπόν το 1296, τις καταστροφές του σεισμού συμπλήρωσαν οι σφαγές και οι εμπρησμοί των Λατίνων, έτσι και το 1354 στις τρομερές καταστροφές των σεισμών προστέθηκαν και πρωτοφανείς βροχές και καταιγίδες. Οι κάτοικοι δεν ήξεραν από πού να φυλαχτούν. Ο καθένας, που είχε σταθεί τυχερός και δεν τον είχε καταπιεί η γη ή δεν τον είχαν παρασύρει τα ορμητικά νερά των καταιγίδων, έτρεχε αλλόφρονα για να σωθεί προς τη στεριά ή τη θάλασσα εγκαταλείποντας την πόλη.

Η Καλλίπολη σκεπάστηκε από ερείπια και θάφτηκε στα χαλάσματά της. Οι κάτοικοί της την εγκατέλειψαν κι έμεινε καταστραμμένη κι έρημη. Ο καθένας έπαιρνε το πρώτο πλεούμενο που έβρισκε κι έφευγε μακριά της, χωρίς να ξέρει για πού πηγαίνει. Πολλοί πήγαν στα νησιά του Αιγαίου. Άλλοι στην Κύπρο, στην Ιταλία κι άλλοι έφτασαν μέχρι την Ισπανία και την Αγγλία.

Στην τέλεια αυτή εγκατάλειψη της πόλης απ’ τους κατοίκους της, συντέλεσαν και διάφορες εξηγήσεις που έδωσαν τότε οι καλόγεροι στο ξέσπασπα αυτό των στοιχειών της φύσης. Παρουσίασαν τους σεισμούς και τις καταιγίδες σαν εκδηλώσεις της οργής του Θεού και χαρακτήρισαν την καταστροφή της πόλης σαν θέλημά Του, να τιμωρήσει τους αμαρτήσαντες ορθοδόξους, οι οποίοι αποτόλμησαν να πλησιάσουν κατά καιρούς τους αιρετικούς της Δύσης.

Έτσι έγινε και το 1430, όταν ο Μουράτ ΙΙ πολιορκούσε τη Θεσσαλονίκη. Ο σουλτάνος είδε στον ύπνο του ή διέδωσε ότι είδε στον ύπνο του, ότι κατέβηκε ο Θεός και τού ‘δωσε ένα ωραίο τριαντάφυλλο να το μαδήσει. Οι παπάδες του αμέσως εξήγησαν το όνερό του και είπαν, ότι το τριαντάφυλλο συμβολίζει τη Θεσσαλονίκη, η οποία είναι πλέον θέλημα του Αλλάχ να πέσει στα χέρια του.

Αντίθετα και για καλό των Τούρκων, στο στρατόπεδο των Ελλήνων συνέβαιναν άλλα πράγματα. Τον καιρό της πολιορκίας, το 1429, πέθανε στη Θεσσαλονίκη ο επίσκοπος της πόλης Συμεών. Οι χριστιανοί παπάδες εξήγησαν το θάνατο του επισκόπου σαν καθαρή ένδειξη της βούλησης του Θεού και καθαρό σημάδι της θέλησής Του, να πέσει η πόλη στα χέρια των Τούρκων. Η εξήγηση αυτή επηρέασε βαθιά τους πολιορκημένους και διάβρωσε σε μεγάλο βαθμό τη συνοχή τους και τη θέλησή τους για αντίσταση. Μάλιστα, τόσο μεγάλη ήταν η επίδραση της εξήγησης αυτής του θανάτου του επισκόπου Συμεών, που λέγεται ότι οι καλόγεροι της μονής των Βλατάδων, επηρεασμένοι απ’ την τόσο φανερή εκδήλωση της επιθυμίας του Θεού, υπέδειξαν κρυφά στο Μουράτ, να κόψει τους σωλήνες της ύδρευσης της πόλης, ώστε να αναγκάσει με τη δίψα τους κατοίκους να παραδοθούν[3].

Μήπως και τώρα γίνονται καλύτερα πράγματα; . . .

Οι ναύτες άκουγαν με προσοχή, σιωπηλοί και γεμάτοι ενδιαφέρον. Κανείς τους δεν είχε ξανακούσει τέτοιες ιστορίες άλλη φορά. Όσο, όμως, πιο πολύ τους συνέπαιρνε η διήγηση του τιμονιέρη, τόσο περισσότερο έντειναν την προσοχή τους στο να παρακολουθούν καλύτερα τη θάλασσα και να προσέχουν γύρω τους για κάθε απρόοπτο ενδεχόμενο.

Ο γερο-τιμονιέρης πρόσεξε την αγρύπνια αυτή των συντρόφων του αλλά, για να αυξήσει περισσότερο την προσοχή τους στην αποστολή που ανέλαβαν, διέκοψε για λίγο τη διήγησή του και είπε.

-Όπως βλέπετε, μας πήρε η μέρα και πρέπει να είμαστε πιο προσεχτικοί. Τώρα διατρέχουμε κίνδυνο κι απ’ τους δικούς μας. Αν τύχει κανένα βυζαντινό ή λατινικό καράβι στο δρόμο μας και δει τη σημαία του σουλτάνου στο κατάρτι μας, δε θα μας στρώσει χαλί να περάσουμε. Γι’ αυτό, από εδώ και πέρα προσεχτικότεροι, ώσπου να βγούμε στο Αιγαίο.

-Συνέχισε γέρο την ιστορία σου και μη νοιάζεσαι για τίποτα, είπε κάποιος ναύτης. Τα λόγια σου μας κρατούν ξύπνιους, που νομίζω ότι τώρα μπορώ να αγναντεύω σε διπλάσια απόσταση στο πέλαγος και να διακρίνω το κάθε τι καθαρότερα.

Ο γερο-τιμονιέρης ξαναχτένισε τα ανακατεμένα μαλλιά του με τα δάχτυλά του και συνέχισε.

-Ο σεισμός και οι καταιγίδες, λοιπόν, ρήμαξαν και ερήμωσαν την Καλλίπολη. Αλλά η πραγματική καταστροφή άρχισε μόλις κόπασαν τα στοιχειά της φύσης. Όσοι βρέθηκαν ζωντανοί μέσα στα ερείπια πιάστηκαν απ’ τους Τούρκους, που όρμησαν μέσα στα χαλάσματα σαν τους βρυκόλακες το πρωί με την ανατολή.

Την εποχή εκείνη, ο τότε αυτοκράτορας Ιωάννης Κατακουζηνός, για να τα βγάλει πέρα στον εμφύλιο πόλεμο κατά του συναυτοκράτορά του Ιωάννη του V του Παλαιολόγου, είχε ζητήσει τη βοήθεια του εμίρη του Αϊδινίου Ουμούρ. Ο Ουμούρ τον βοήθησε στην αρχή αλλά, επειδή αργότεροι οι Δυτικοί, με πρωτοπόρο τον πάπα Κλήμη VI, επιτέθηκαν εναντίον του και τον Οκτώβριο του 1344 βύθισαν το στόλο του στο λιμάνι της Σμύρνης και του πήραν και τη μισή πόλη, δεν μπόρεσε να συνεχίσει την παροχή βοήθειας προς το φίλο του Κατακουζηνό.

Αργότερα, το 1348, ο Ουμούρ σκοτώθηκε πολεμώντας στη Σμύρνη.

Βοήθεια έστειλε στον Κατακουζηνό και ο εμίρης της Λυδίας Σουραχάν. Αλλά, το 1345, ο Κατακουζηνός συνδέθηκε φιλικά με τον εμίρη της Βιθυνίας Ορχάν και η φιλία του με το Σουραχάν ατόνισε. Η φιλία, όμως, του Κατακουζηνού με τον Ορχάν προχώρησε τόσο πολύ, ώστε αργότερα, το 1346, ο Κατακουζηνός έδωσε τη δεύτερη κόρη του Θεοδώρα στον Ορχάν και τον έκανε γαμπρό του[4]. Για να βοηθήσει λοιπόν ο Ορχάν τον πεθερό του, έστειλε το γιο του Σουλεϊμάν με στρατό στη Θράκη. Την εποχή των σεισμών, ο στρατός του Σουλεϊμάν ήταν στις γύρω περιοχές, απ’ όπου αμέσως εξόρμησε και ξεχύθηκε στην καταστραμμένη περιοχή, για να γκρεμίσει ό,τι άφησαν όρθιο οι σεισμοί και οι καταρρακτώδεις βροχές. Η Καλλίπολη και τα γύρω χωριά κατακλείστηκαν από Τούρκους, οι οποίοι, αντί να φύγουν απ’ την πόλη, όπως ζητούσαν οι Βυζαντινοί, έχτιζαν τείχη και φρούρια και ισχυροποιούσαν καλύτερα τις θέσεις τους.

Ο Σουλεϊμάν βρισκόταν στις Πηγές, στην ανατολική ακτή του Ελλησπόντου, όταν έμαθε τα νέα του σεισμού. Αντί να διατάξει το στρατό του να αποσυρθεί απ’ την Καλλίπολη, πέρασε κι αυτός απέναντι, μεταφέροντας συνάμα ένα πλήθος Ουσμανλίδων με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, για να κατοικήσουν την εγκαταλειμμένη πόλη. Οι απρόσκλητοι νέοι κάτοικοι επισκεύασαν πρόχειρα τα σπίτια κι εγκαταστάθηκαν στα ερείπια. Ο Σουλεϊμάν τοποθέτησε ισχυρή φρουρά κι άρχισε όλο και να επεκτείνει την κατοχή του στις γύρω περιοχές. Όταν του ζήτησε ο αυτοκράτορας να εγκαταλείψει την πόλη, απάντησε ότι δεν πήρε τίποτα απ’ τον αυτοκράτορα, το οποίο πρέπει να επιστρέψει. Οι κάτοικοι, είπε, εγκατέλειψαν την πόλη τους διωγμένοι απ’ το Θεό. Την παρατημένη αυτή πόλη απ’ τους κατοίκους της, ο Θεός την έδωσε σε μένα. Ο αυτοκράτορας πρόσφερε στο Σουλεϊμάν χρήματα αλλά αυτός δεν δεχόταν να εγκαταλείψει ‘’ό,τι του έδωσε ο Θεός’’. Γρήγορα η πόλη ξαναγέμισε με νέους κατοίκους απ’ την Ασία, οι οποίοι έδειχναν ότι ήρθαν να κατοικήσουν εδώ οριστικά. Λέγεται μάλιστα, ότι όλους αυτούς τους Ασιάτες τους μετέφεραν οι χριστιανοί Γενουάτες με τα πλοία τους και ότι απ’ τις μεταφορές αυτές έκαναν μεγάλα κέρδη. Έτσι γέμισαν με Τούρκους η Καλλίπολη και όλες οι γύρω περιοχές[5].

Ο αυτοκράτορας τετραπλασίασε το ποσό που αρχικά πρόσφερε στο Σουλεϊμάν για να φύγει και ζήτησε να συναντηθεί με το γαμπρό του Ορχάν, για να συζητήσουν το πράγμα και να βρεθεί μια λύση. Η συνάντησε γαμπρού και πεθερού κανονίστηκε να γίνει στη Νικομήδεια. Όταν, όμως, έφτασε εκεί ο αυτοκράτορας Κατακουζηνός, ήρθε αγγελιοφόρος απ’ τον Ορχάν και του είπε, ότι ο κύριός του είναι βαριά άρρωστος και δε θα μπορέσει να έρθει στο ραντεβού. Στενοχωρημένος ο Κατακουζηνός γύρισε στην Κωνσταντινούπολη κι αποκαρδιωμένος απ’ την απώλεια μιας τόσο σπουδαίας περιοχής, άρχισε να σκέφτεται να μπει σε μοναστήρι.

-Είναι αλήθεια, ρώτησε ένας ναύτης τον τιμονιέρη, ότι ο τότε αυτοκράτορας Ιωάννης Κατακουζηνός έγινε καλόγερος;

-Ναι, είπε ο τιμονιέρης. Αλήθεια είναι. Ο Ιωάννης Κατακουζηνός, στις 4 Δεκεμβρίου 1354, εγκατέλειψε τον αυτοκρατορικό θρόνο υπέρ του συναυτοκράτορά του Ιωάννη Παλαιολόγου κι έγινε καλόγερος. Πήρε το όνομα Ιωάσαφ και κλείστηκε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγκάνων στην Κωνσταντινούπολη. Η γυναίκα του και αυτοκράτειρα Ειρήνη έγινε κι αυτή καλογριά. Πήρε το όνομα Ευγενία και κλείστηκε στο μοναστήρι της Κυρα-Μάρθας.

Ο καλόγερος Ιωάσαφ έζησε περίπου τριάντα χρόνια κι έγραψε μάλιστα και βιβλία για την ιστορία της εποχής[6].

-Και πού τα ξέρεις όλα αυτά, γέρο; ρώτησε μ’ απορία και θαυμασμό ένας νεαρός κωπηλάτης.

-Δεν πιστεύω να μας πεις ότι ζούσες εκείνη την εποχή! Πρόσθεσε ένας άλλος με χιούμορ.

-Ποιος είσαι, αλήθεια, γέρο; ξαναρώτησε ο νεαρός. Θα πρέπει να είσαι δάσκαλος ή παπάς ή κανένας άλλος μεγάλος, πρόσθεσε με κάποια σιγουριά, ενώ τα μάτια του εξέταζαν μ’ ενδιαφέρον το γεροντάκο.

-Τα δεινά που περνούμε σήμερα και οι κίνδυνοι που διατρέχει η άμοιρη πόλη μας μας έκαναν όλους ένα. Επίσης, τα τούρκικα ρούχα που φορούμε όλοι μας δεν βάζουν κανέναν εδώ μέσα πιο πάνω ή πιο κάτω απ’ τους άλλους. Ποιος ήσουν κάποτε δεν έχει καμιά σημασία σήμερα. Τι κάνεις τώρα για τον τόπο σου παίρνεται υπόψη κι έχει αξία. Κι εγώ σήμερα είμαι ο τιμονιέρης σας και σεις οι σύντροφοί μου. Όλοι παλεύουμε με τα κύματα για τον ίδιο σκοπό κι όλοι αψηφούμε το θάνατο με την ίδια ελπίδα: Να βρούμε στο Αιγαίο και να φέρουμε στην Πόλη που ψυχομαχά το στόλο του καπετάν Λορεδανού.

Σταμάτησε για λίγο ο τιμονιέρης τα λόγια του, ύψωσε τα μάτια του ψηλά και κάρφωσε το βλέμμα του μακριά στον ορίζοντα. Είχε φωτίσει καλά κι ο αέρας του Αιγαίου χάιδευε το πρόσωπό του. Το καΐκι άφηνε πίσω τους βράχους των Δαρδανελίων και ξανοίγονταν στο πέλαγος του Αιγέα. Ο γέρος, σιωπηλός και ολόρθος μπροστά στο τιμόνι, έκανε το σταυρό του, σα να ήθελε να ευχαριστήσει το Θεό ή κάποιον άγιο, που τους βοήθησε να περάσουν απαρατήρητοι τα επικίνδυνα στενά. Μια διαφορετική σιγή απλώθηκε για λίγο πάνω στο μικρό καραβάκι, ανακατεμένη μ’ ένα παράξενο δέος και μια αλλόκοτη χαρά άγγιξε τις ψυχές όλων. Και οι έντεκα ναυτικοί μιμήθηκαν το παράδειγμα του συντρόφου τους κι έκαναν σιωπηλοί κι εκείνοι το σταυρό τους.

Τη σιωπή διέκοψε η φωνή του τιμονιέρη.

-Κατεβάστε το κουρέλι του άπιστου, είπε δυνατά κι έδειξε προς το κατάρτι.

Ένας ναύτης σκαρφάλωσε σαν αγριόγατος στην κορυφή κι έλυσε τη σημαία του σουλτάνου. Ήταν έτοιμος να την κάνει χίλια κομμάτια και να την πετάξει στη θάλασσα. Η φωνή, όμως, του τιμονιέρη, ο οποίος υποψιάστηκε κάτι τέτοιο και τον παρακολουθούσε με το βλέμμα του, τον σταμάτησε.

-Μη, του φώναξε δυνατά. Φύλαξέ το το πανί αυτό. Μπορεί να μας ξαναχρειαστεί.

Ο νεαρός ναύτης ανασήκωσε το κορμί του πάνω στο κατάρτι, για να βάλει τη σημαία στον κόρφο του και με χαρά κι έκπληξη μαζί φώναξε.

-Η Τένεδος, η Τένεδος.

Σε λίγη ώρα, όλοι ξεχώριζαν καθαρά στον ορίζοντα τις κορυφές των βουνών της Τενέδου.

-Σωθήκαμε, φώναξε ένας.

-Έτσι νομίζω κι εγώ, είπε ο τιμονιέρης.

-Βέβαια, έχουμε και το γυρισμό, πρόσθεσε κάποιος άλλος.

-Ποιος σκέφτεται το γυρισμό; φώναξε ένας τρίτος. Ο γυρισμός μας θα είναι θρίαμβος. Εξασφαλισμένος εκατό στα εκατό. Ποιος Τούρκος θα τολμήσει να ξεμυτίσει μπροστά στο στόλο του ναυάρχου Λορεδανού; Μόλις μας δουν να πλησιάζουμε στην Κωνσταντινούπολη με τις μεγάλες τρικάταρτες γαλέρες της Βενετίας και τα πλοία τους, θα εξαφανιστούν και ο στρατός τους θα διασκορπιστεί κακήν-κακώς απ’ τα τείχη.

-Ξέρεις τι θα πει στόλος της Δύσης; είπε ο τιμονιέρης. Τρέμουν στο όνομα του Λορεδανού οι Τούρκοι, γιατί ακόμη θυμούνται τη νίλα που έπαθαν απ’ τον καπετάν Πέτρο Λορεδανό το 1415 στα νερά της Καλλίπολης οι ναύτες του Τζαλή μπέη.

-Λες να μην δεχτεί να πλεύσει στην Κωνσταντινούπολη ο Βενετός ναύαρχος με το στόλο του; Ρώτησε με απορία και έντονη αμφιβολία ένας κωπηλάτης.

-Αστειεύεσαι; επενέβη ένας άλλος. Εδώ έχουμε μαζί μας αυτοκρατορικό γράμμα, υπογραμμένο απ’ τον ίδιο τον αυτοκράτορα και διαταγή απ’ το Βενετό βαΐλο Ιερώνυμο Μηνώτο, που τον διατάζουν και οι δυο, όπου κι αν βρίσκεται, να κατευθυνθεί αμέσως στην Κωνσταντινούπολη. Εδώ πρόκειται περί ζωής και θανάτου μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας και συ λες, ότι δε θα θελήσει ο ναύαρχος να υπακούσει; Και, γυρίζοντας προς τον τιμονιέρη πρόσθεσε με ύφος που έδειχνε ότι ζητούσε επιβεβαίωση των λόγων του χωρίς να δέχεται αντίρρηση.

-Τι λες και συ, γέρο;

-Εγώ λέω, είπε ο γερο-τιμονιέρης, ότι πρέπει να έχουμε περισσότερο τα μάτια μας ανοιχτά μπροστά μας, γιατί πλησιάζουμε στην Τένεδο και δεν ξέρουμε τι είναι δυνατό να ξεφυτρώσει αναπάντεχα στο δρόμο μας. Ας βρούμε πρώτα το ναύαρχο με το στόλο του και μετά ας ασχοληθούμε με τις προθέσεις του. Τώρα, αν θέλετε, όσο θα πλησιάζουμε στην Τένεδο, θα σας πω λίγα λόγια απ’ την ιστορία της.

-Δεν νομίζετε, όμως, είπε κάποιος απ’ την παρέα των ναυτικών, ότι καλό θα είναι να ξεκουράσει ένας από μας το γερο-σοφό, απαλλάσσοντάς τον για λίγο απ’ το τιμόνι; Διηγείται και μανουβράρει όλη τη νύχτα χωρίς διακοπή κι ανάπαυση και με την αδιαφορία τη δική μας θα αναγκαστεί ο ίδιος, παρά την τόση μεγαλοψυχία του, να μας πει ότι είμαστε ασυνείδητοι.

-Κάθισε γέρο. Φώναξε ένας γεροδεμένος ναύτης στον τιμονιέρη και πετάχτηκε όρθιος δίπλα του. Άρπαξε το τιμόνι στα χέρια του και πρόσθεσε. Να μας συμπαθάς που δεν σκεφτήκαμε να σε ξεκουράσουμε νωρίτερα. Δεν είναι, όμως κι όλο το φταίξιμο δικό μας. Μας πλάνεψες με τις τόσες ιστορίες σου. Κι έσπρωξε ελαφρά τον τιμονιέρη να καθίσει.

Οι άλλοι ναυτικοί έκαναν τόπο στο γερο-σύντροφό τους νά ‘ρθει κοντά τους, ενώ ο ναύτης, που τώρα κρατούσε το τιμόνι, πρόσθεσε με τόνο σοβαρό κι αστείο μαζί, γυρίζοντας προς τους συντρόφους του.

-Εσείς θα ακούτε και θα προσέχετε καλά όπως και πριν τον ορίζοντα. Και συ γέρο κι έριξε το βλέμμα του προς τον τιμονιέρη, θα διηγείσαι αλλά θα προσέχεις κι εμένα, μη χάσω το δρόμο και χωθώ σε τίποτα άγνωστα μονοπάτια.

Όλοι γέλασαν με το αστείο του συναδέλφου τους και, στρέφοντας τα μάτια τους μακριά προς το πέλαγος, ο καθένας προς την κατεύθυνση τη δική του, σώπασαν, για να δώσουν το λόγο στο ‘’γερο-σοφό’’, όπως τον είχαν πριν από λίγο βαφτίσει.

-Η Τένεδος, άρχισε ο τιμονιέρης, είναι ένα μικρό σε έκταση αλλά μεγάλο σε σπουδαιότητα νησί. Βρίσκεται ακριβώς μπροστά στον Ελλήσποντο κι όποιος το κατέχει ελέγχει εύκολα το στόμιο των στενών. Το σπουδαίο αυτό προσόν του νησιού το γνωρίζουν όλοι και ιδιαίτερα οι ναυτικοί λαοί αλλά πιο πολύ απ’ όλους το εκτιμούν οι Γενουάτες και οι Βενετοί. Γι’ αυτό κι από πάντοτε οι δυο αυτοί αντίζηλοι μαλώνουν, για το ποιος θα κυριαρχήσει πάνω στο νησί αυτό. Οι Γενουάτες, με την παρουσία τους στο Γαλατά, ελέγχουν το πέρασμα του Βοσπόρου κι έχουν στα χέρια τους όλο το εμπόριιο της Μαύρης Θάλασσας. Αν πάρουν και την Τένεδο, τότε έχουν στα χέρια τους τα πάντα. Θα ελέγχουν απόλυτα ό,τι μπαίνει και βγαίνει απ’ το Αιγαίο στη Μαύρη Θάλασσα κι αντίθετα. Τότε, οι Βενετοί θα πρέπει να σβήσουν απ’ τα μέρη αυτά. Αν η Τένεδος πέσει στα χέρια των Βενετών, τότε θα μπορούν κι αυτοί να παίζουν κάποιο ρόλο στη ζωτική αυτή περιοχή. Έτσι, το ναυτικό εμπόριο δε θα τό ‘χουν μονοπώλιο οι Γενουάτες. Αυτό, όμως, δεν το θέλουν οι Γενουάτες, γιατί μεταξύ των άλλων φοβούνται μήπως, κατέχοντας οι Βενετοί την Τένεδο, αποχτήσουν τον έλεγχο των Στενών, οπότε η δύναμή τους θα είναι μεγάλη και ίσως προσπαθήσουν να κυριέψουν και το Γαλατά.

Από πάντοτε λοιπόν, οι δυο αυτές λατινικές ναυτικές δυνάμεις μαλώνουν για το νησί αυτό. Οι σχέσεις μεταξύ τους είχαν κάποτε εκτραχυνθεί πολύ και τα δύο κράτη βρίσκονταν στα πρόθυρα μεγάλου πολέμου, με πραγματική αιτία τα αλληλοθιγόμενα εμπορικά συμφέροντά τους στη Μαύρη Θάλασσα και στην Αζοφική. Οι Γενουάτες είχαν εγκατασταθεί από παλιά στην Κιάφα της Κριμαίας και στην Τάνα, κοντά στις εκβολές του Δον και, για να εξασφαλίσουν τις εμπορικές τους συναλλαγές με τα μέρη αυτά, είχαν θεσπίσει ένα είδος διοδίων σ’ όλα τα πλοία που έμπαιναν ή έβγαιναν στη Μαύρη Θάλασσα. Τα κέρδη τους απ’ τη φορολογία αυτή των πλοίων, κυρίως των Βενετών και του Βυζαντίου, ήταν τεράστια. Ένας παλιότερος ιστορικός μας, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, που έζησε την εποχή εκείνη, μας πληροφορεί ότι, ενώ τα τελωνεία της Κωνσταντινούπολης εισέπραξαν σ’ ένα χρόνο τριάντα χιλιάδες χρυσά νομίσματα, τα τελωνεία των Γενουατών του Γαλατά εισέπραξαν τον ίδιο χρόνο διακόσιες χιλιάδες χρυσά νομίσματα. Ο Ιωάννης Κατακουζηνός είδε τον κίνδυνο που διέτρεχε το Βυζάντιο απ’ την τακτική αυτή των Γενουατών και αποφάσισε να κατασκευάσει πολεμικά και εμπορικά πλοία, πράγμα το οποίο τον έφερε σε ρήξη με τους Λατίνους του Πέραν. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Οι σχέσεις, λοιπόν, των δύο λατινικών δημοκρατιών, λόγω εμπορικής αντιζηλίας, πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο και τα πράγματα είχαν φθάσει στα πρόθυρα πολέμου, ο οποίος προμηνύονταν μεγάλος και καταστρεπτικός. Το κακό του πολέμου αυτού αποσοβήθηκε από ένα άλλο μεγαλύτερο κακό. Το 1348, τα γενουάτικα πλοία που μπαινόβγαιναν στη Μαύρη Θάλασσα και τριγύριζαν στα παράλια της Αζοφικής και της Κριμαίας, μετέφεραν και μετέδωσαν τρομερή επιδημία μαύρου θανάτου (πανώλης). Ο φοβερός αυτός λοιμός ξέσπασε αρχικά στο Γαλατά και στην Κωνσταντινούπολη και σύντομα μεταδόθηκε στη Θράκη, στη Μικρά Ασία και στα νησιά κι έφτασε στην Ιταλία και στη Γαλλία. Δεν άργησε δε να ξαπλωθεί και μέχρι την Ισπανία, την Αγγλία και τη Νορβηγία. Απ’ τη Βαλτική θάλασσα πέρασε στη Ρωσία. Το 1353, ο μεγάλος πρίγκιπας της Μόσχας Συμεών πέθανε απ’ το λοιμό αυτό. Η θραύση της αρρώστιας ήταν τέτοια στη Ρωσία, που σε πολλές πόλεις, όπως λένε, δεν έμεινε κανένας ζωντανός. Λένε, ότι τα τρία τέταρτα κι άλλοι τα οχτώ έννατα του πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης έπεσαν θύματα του μαύρου θανάτου. Απ’ την αρρώστια αυτή πέθανε κι ο γιος του τότε αυτοκράτορα.

Ένας Λατίνος καλόγερος, που έτυχε να συναντήσω στην Κωνσταντινούπολη πριν από λίγους μήνες, μού ‘λεγε ότι, για τη φοβερή θραύση που έκανε η επιδημία αυτή στον κόσμο, ένας μεγάλος Λατίνος λόγιος, ονομαζόμενος Βοκκάκιος, έγραψε ένα σπουδαίο έργο που το ονόμασε ‘’Δεκαήμερον’’. Το ‘’Δεκαήμερον’’ αρχίζει με την περιγραφή της φοβερής αυτής αρρώστιας. Ο κόσμος ακόμη και σήμερα απορεί, γιατί τα κράτη δεν έβαλαν τότε κάποιον έλεγχο στα μολυσμένα απ’ την πανώλη πλοία και τ’ άφηναν να τριγυρίζουν ασύδοτα στις θάλασσες Ανατολής και Δύσης, μεταφέροντας έτσι παντού το θάνατο.

Βέβαια, η τρομερή αρρώστια δεν ξέχασε την Τένεδο. Πέρασε κι από εδώ κι όπως το δρεπάνι της ήταν ακόμη καινούριο και κοφτερό, θέρισε κυριολεκτικά τους δύστυχους κατοίκους του νησιού.

Δεν έφτασαν, όμως, αυτές οι καταστροφές. Φαίνεται πως ήταν γραφτό, το άμοιρο νησί να δει κι άλλες δυστυχίες. Αφού πέρασε η φρίκη της πανώλης, η Βενετία συνέχισε τις προετοιμασίες της για πόλεμο. Συμμάχισε με το βασιλιά της Αραγωνίας, ο οποίος ανέλαβε να απασχολήσει τους Γενουάτες με διάφορες επιθέσεις του στα ιταλικά νησιά που κατείχε τότε η Γένουα. Έτσι, η δημοκρατία του Αγίου Μάρκου ανενόχλητη θα πολεμούσε τους εχθρούς της στην Ανατολή. Στη συμμαχία αυτή μπήκε κι ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Κατακουζηνός, ο οποίος κατηγορούσε τους Γενουάτες σαν έθνος αχάριστο, το οποίο, χωρίς φόβο Θεού, λεηλατούσε τις θάλασσες, λαφυραγωγώντας τα διάφορα πλοία με τις πειρατικές του επιδρομές[7].

Μεγάλη μάχη έγινε στο Βόσπορο στις αρχές της δεκαετίας 1360-1370, όπου πήραν μέρος περίπου εκατόν πενήντα πλοία βενετικά, αραγωνικά, ελληνικά και γενουάτικα, χωρίς, όμως, σπουδαία αποτελέσματα. Οι Γενουάτες συμμάχησαν με τους Τούρκους κι αυτό ανάγκασε τον Κατακουζηνό, όχι μόνο να φύγει απ’ τη συμμαχία αλλά να υποσχεθεί ότι δε θα ξαναπάει με το μέρος των Βενετών και, επιπλέον, να παραχωρήσει και νέες εκτάσεις τους Γενουάτες γύρω απ’ το Γαλατά.

Η συγκέντρωση τόσων στρατών στα μέρη αυτά και οι συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ τους, δεν άφησαν την Τένεδο ανέπαφη. Το νησί βρισκόταν την εποχή εκείνη στα χέρια των Βυζαντινών αυτοκρατόρων αλλά, σαν που βρισκόταν μέσα στο θέατρο του πολέμου, πλήρωσε ακριβά τη μανία και το μίσος των ξένων κι απρόσκλητων εχθρών.

Σύντομα και τα δυο κράτη, Γένουα και Βενετία, εξαντλημένα απ’ τον πόλεμο, έκαναν ειρήνη, η οποία, όμως, δεν κράτησε πολύ.

Η Βενετία, εκτιμώντας τη σπουδαία θέση του νησιού, κατάφερε να αποσπάσει την έγκριση του αυτοκράτορα για να εγκατασταθεί στην Τένεδο. Οι Γενουάτες δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να παραδεχτούν την παραχώρηση αυτή που έκανε ο αυτοκράτορας στους εχθρούς τους Βενετούς και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να εμποδίσουν την εγκατάστασή τους στο νησί. Κατάφεραν να οργανώσουν μια συνωμοσία στην Κωνσταντινούπολη και να εκθρονίσουν τον Ιωάννη τον V, φέρνοντας στο θρόνο το γιο του Ανδρόνικο IV για τρία χρόνια. Νέος πόλεμος ξέσπασε και πάλι ανάμεσα στις δυο αντιμαχόμενες λατινικές δημοκρατίες, για το ποιος θα εγκατασταθεί στην Τένεδο. Ο πόλεμος αυτός ονομάστηκε πόλεμος της Τενέδου και τελικά έληξε με την ειρήνη του Τουρίνου, που έγινε στην πρωτεύουσα του δουκάτου της Σαβοΐας το 1381. Η συνθήκη αυτή δεν ικανοποιούσε ούτε τη Βενετία ούτε τη Γένουα. Οι Βενετοί αναγκάστηκαν να φύγουν απ’ την Τένεδο. Τα τείχη και άλλα οχυρώματα γκρεμίστηκαν, σύμφωνα με την απαίτηση του πάπα και το νησί παραχωρήθηκε στο δούκα της Σαβοΐας, ο οποίος ήταν και συγγενής των Παλαιολόγων απ’ την αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας, τη γυναίκα του Ανδρόνικου του ΙΙΙ[8].

Ο γερο-τιμονιέρης σταμάτησε λίγο και κοίταξε σιωπηλός τις ακτές του νησιού που διακρίνονταν καθαρά. Έριξε μια ματιά στο ναύτη που κρατούσε το τιμόνι και κούνησε ικανοποιητικά το κεφάλι του. Έφερε ένα γύρο τα μάτια του στους καθισμένους κοντά του συντρόφους του και συνέχισε.

-Από τότε το ελληνικό αυτό νησί περνά απ’ τα χέρια του ενός ξένου άρχοντα στα χέρια του άλλου. Σήμερα, το διοικούν οι Βενετοί. Αλλ’ αυτό δε μας εγγυάται απόλυτα ότι βρισκόταστε σε φιλικά νερά. Ο τουρκικός στόλος τριγυρίζει στο Αιγαίο κι είναι ενδεχόμενο να περιπολεί κι αυτός, για να ανακαλύψει το στόλο του Λορεδανού και να προσπαθήσει να τον εμποδίσει να πλεύσει προς την Κωνσταντινούπολη. Γι’ αυτό, πρέπει να έχετε όλοι σας πάντοτε το νου σας και να μην δίνετε εμπιστοσύνη στις φορεσιές που θα βλέπετε και στα λόγια που θα ακούτε των ανθρώπων που θα συναντάτε στο δρόμο σας, όταν πατήσουμε στη στεριά.

Και, λέγοντας αυτά τα λόγια, σηκώθηκε όρθιος και πήγε κοντά στο ναύτη που τον αντικαθιστούσε στο τιμόνι. Με μια κίνηση του χεριού του, έκανε νόημα και στους άλλους να σηκωθούν και να ξαναγυρίσουν στις θέσεις τους λέγοντας.

-Αρκετά, νομίζω, είπαμε για τους παλιότερους καιρούς σήμερα. Κοιτάξτε πόσο κοντά μας είναι οι ακτές. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στο καθήκον μας και να ξαναθυμηθούμε την αποστολή μας. Ας προσπαθήσουμε να βγούμε απαρατήρητοι σε καμιά ερημική ακτή. Να, εκεί πέρα, πίσω από κείνη τη μύτη, είπε κι έδειξε με το δάχτυλο μπροστά και λίγο αριστερά στην πλευρά του νησιού που ήταν προς τις μικρασιατικές ακτές. Εκεί, νομίζω, θα είναι καλά να κατευθυνθούμε, πρόσθεσε κι έκοψε το τιμόνι, στρέφοντας την πλώρη του καϊκιού προς τη δασωμένη προεξοχή της ακτής που είχε διαλέξει.

Τραβώντας ρυθμικά και με δύναμη τα κουπιά, οι δώδεκα ναυτικοί γρήγορα έφεραν το καραβάκι τους στην ερημική αμμουδιά και το άραξαν σ’ ένα μικρό δασωμένο κολπίσκο, όπου και τό ‘κρυψαν ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση της ακτής. Μετά, σκόρπισαν στη στεριά και προσπάθησαν να μάθουν απ’ τους κατοίκους της περιοχής, αν ήξεραν κάτι για το στόλο του καπετάν Λορεδανού.

Κανένας δεν είχε ακούσει τίποτα για την παρουσία λατινικού στόλου στα μέρη αυτά.

Γρήγορα ξαναγύρισαν όλοι στο δασωμένο ορμίσκο κι έφυγαν με το καράβι τους για την άλλη άκρη του νησιού. Αλλά κι εδώ δεν έμαθαν τίποτα. Καμιά είδηση για τον αναμενόμενο στόλο. Στενοχωρημένοι, άφησαν την Τένεδο κι έφυγαν για τη Λήμνο. Από κει πήγαν στη Μυτιλήνη, στη Χίο κι έφτασαν μέχρι την Εύβοια. Γύρισαν σ’ όλα τ’ άλλα νησιά της περιοχής. Δυστυχώς, κανένας δεν είχε δει ούτε είχε ακούσει τίποτα για τον τόσο απαραίτητο για την Κωνσταντινούπολη στόλο της Δύσης.

Καταβλημένοι απ’ την κούραση και τσακισμένοι απ’ την απογοήτευση που ένιωθαν για την εγκατάλειψη της Κωνσταντινούπολης απ’ τη Δύση, ξαναγύρισαν στα νερά της Χίου.

Ο ήλιος έγερνε στη δύση και στη φύση απλωνόταν η χαρακτηριστική σιγαλιά, που επικρατεί παντού στη γη και στη θάλασσα την ώρα αυτή του δειλινού και που η σιωπή της γίνεται πιο αισθητή, όσο ο ήλιος πλησιάζει στον ορίζοντα. Ένα παράξενο χρώμα είχε απλωθεί πάνω στη θάλασσα κι άλλαζε συνεχώς αποχρώσεις, καθώς παραδίνονταν στα παιχνίδια των κυμάτων. Το μικρό καΐκι φαινόταν σα χαμένο μέσα στις μπερδεμένες ίριδες ενός παράξενου ουράνιου τόξου που είχε κατεβεί και απλωθεί πάνω στα κύματα, σα νά ‘θελε να γεφυρώσει τό ‘να με τ’ άλλο όλα τα νησάκια του Αιγαίου. Ο σπάνιος αυτός φόντος, ο οποίος σ’ άλλες περιπτώσεις θα πλημμύριζε με εκστατικότητα και αγαλίαση τις ψυχές των ανθρώπων που θα είχαν την τύχη να βρεθούν τυλιγμένοι στα πλοκάμια του, τώρα γέμιζε πόνο και δέος τις καρδιές των άμοιρων ναυτικών και αύξανε τη λύπη τους και την απογοήτευσή τους.

Κάθε χαρά και ομορφιά της φύσης τους μάτωνε την καρδιά περισσότερο και υπογράμμιζε εντονότερα τη δική τους δυστυχία. Τους θύμιζε επίμονα την άμοιρη Κωνσταντινούπολη, η οποία είχε στηρίξει όλες της τις ελπίδες σ’ αυτούς τους δύστυχους δώδεκα κι είχε εμπιστευτεί τη ζωή της στο μικρό τους καϊκάκι. Όλοι τους γνώριζαν καθαρά, ότι η δική τους αποτυχία θα σήμαινε θάνατο για την Κωνσταντινούπολη.

Αμίλητοι, τραβούσαν τα κουπιά κι ο καθένας προσπαθούσε με τη σκέψη του να βρει κάποια δικαιολογία, να δώσει κάποια ελπίδα στον εαυτό του και στους συντρόφους του. Δυστυχώς, κάθε πιθανότητα συνάντησης του στόλου του καπετάν Λορεδανού είχε χαθεί, γιατί απλούστατα δεν υπήρχε στόλος στο Αιγαίο. Οι χριστιανοί της Δύσης είχαν καταδικάσει τους χριστιανούς της Ανατολής σε θάνατο.

-Γυρίζουμε άδικα από νησί σε νησί. Είπε για μια στιγμή μονολογώντας ο γερο-τιμονιέρης και διέκοψε την παγερή σιωπή που επικρατούσε μέσα στο βουβό κατάστρωμα.

-Μήπως μας προσπέρασε ο στόλος χωρίς να τον αντιληφθούμε και τώρα βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη; Ρώτησε ένας κωπηλάτης με κάποια προσποιητή χαρά στο πρόσωπό του. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πίστευε κι ο ίδιος στα όσα έλεγε.

-Σ’ αρέσει να έγινε έτσι ή το λες στα σοβαρά; Τον ρώτησε ο τιμονιέρης. Αν το λες, γιατί έτσι σ’ αρέσει να έγινε, πες το για ν’ ανακουφιστείς. Αν το λες, γιατί νομίζεις ότι είναι δυνατόν έτσι να έγινε, τότε έχεις μεγάλο λάθος. Γιατί, αν μας προσπέρασε ο στόλος χωρίς να τον συναντήσουμε εμείς, οπωσδήποτε κάποιος απ’ τους κατοίκους κάποιου νησιού κάτι θα είχε δει και θα μας το έλεγε. Στόλος ολόκληρος υποτίθεται πως πέρασε, όχι βαρκάκι σαν το δικό μας, που ταξιδεύει απαρατήρητο με χίλιες προφυλάξεις.

Ο γερο-σοφός κοντοστάθηκε λίγο, σάμπως να δυσκολευόταν να συνεχίσει ή σα να ήθελε να πάρει κουράγιο και μετά είπε.

-Ας το πάρουμε απόφαση. Λατινικό στόλο δεν βρίσκουμε στο Αιγαίο, γιατί τέτοιος στόλος δεν πέρασε στα νερά αυτά. Το μόνο που μας απομένει πια είναι, να σκεφτούμε τι θα κάνουμε τώρα εμείς οι δώδεκα.

-Να πάμε στην Ιταλία, να πούμε στον πάπα και στους άλλους πώς έχουν τα πράγματα στην Κωνσταντινούπολη, είπε πρόθυμα ο νεαρός κωπηλάτης.

-Για να πάμε στην Ιταλία, να δούμε τον πάπα και τους άλλους δόγηδες και να τους ξεσηκώσουμε να ετοιμαστούν και να στείλουν βοήθεια στην Ανατολή, θέλουμε τόσον καιρό, που, για να τον έχουμε, θα έπρεπε ο Μωάμεθ να μην είχε αποφασίσει ακόμη να επιτεθεί κατά της Κωνσταντινούπολης, είπε κάποιος άλλος.

-Εδώ, νεαρέ, η πόλη γονατίζει από στιγμή σε στιγμή. Δεν ξέρουμε αν ακόμη ζει ή όχι, πρόσθεσε ένας άλλος ναυτικός.

-Το να πάμε στην Ιταλία, να εξηγήσουμε στους εκεί άρχοντες πώς έχουν τα πράγματα και να ζητήσουμε βοήθεια, ούτε καν μπορούμε να το σκεφτούμε, γιατί απλούστατα δεν ωφελεί. Εκείνο που πρέπει τώρα να σκεφτούμε και για το οποίο επιβάλλεται να πάρουμε αμέσως μια απόφαση είναι: Θα μείνουμε εμείς οι δώδεκα εδώ σε κανένα νησί ή θα πάμε πίσω στην Πόλη; Είπε ένας κωπηλάτης.

-Να πάμε πίσω στην Πόλη; Ρώτησε ξαφνιασμένος ένας ναυτικός. Όλοι το ξέρουμε ότι η Πόλη ψυχομαχά. Μάλλον ψυχομαχούσε όταν φύγαμε από κει πριν δεκαπέντε περίπου μέρες και σήμερα είναι πολύ πιθανό να μην υπάρχει άλλο. Να βρίσκεται στα χέρια των Τούρκων. Τι να πάμε λοιπόν εμείς να κάνουμε σε μια πόλη που δεν υπάρχει πια; Τι βοήθεια μπορούμε να της προσφέρουμε;

-Καταδικάζεις την άγια Πόλη με βιασύνη, είπε με έντονο ύφος ένας άλλος ναυτικός. Οι σκέψεις μας τώρα είναι μόνο υποθέσεις. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Επομένως, είναι πολύ πιθανόν η Πόλη να μην παραδόθηκε ακόμη και να μην παραδοθεί ποτέ. Τότε, αν εμείς δεν γυρίσουμε πίσω σαν πιστοί στρατιώτες της τώρα που μας χρειάζεται, πώς θα πρέπει να μας αποκαλούν εκείνοι που θα μείνουν και θα αγωνιστούν μέχρι τέλους για τη σωτηρία της; Θα μας λένε οι δώδεκα δραπέτες, οι δώδεκα λιποτάχτες ή οι δώδεκα προδότες; Τι νομίζετε ότι θα μας ταιριάζει καλύτερα;

-Αλλού το πας το πράγμα, είπε ένας άλλος κωπηλάτης. Η αποστολή η δική μας, στην οποία όλοι μας πήραμε μέρος θεληματικά αψηφώντας το θάνατο, ήταν, να συναντήσουμε το στόλο του καπετάν Λορεδανού και να πούμε στο ναύαρχο να πλεύσει πάραυτα στην Κωνσταντινούπολη. Οι ίδιοι οι ναύαρχοί μας μας τό ‘παν πριν φύγουμε καθαρά. Αν δεν προφτάσει ο στόλος των Βενετών, η Πόλη χάνεται. Εμείς κάναμε το καθήκον μας κι εκτελέσαμε την αποστολή μας. Το ότι δεν υπάρχει βενετικός στόλος στο Αιγαίο, δεν είναι δικό μας σφάλμα, ούτε και αφαιρεί τίποτα απ’ την πίστη μας στον αυτοκράτορα και την αφοσίωσή μας στο καθήκον μας σα μαχητές. Το να πάμε, όμως, πίσω, δε θα ωφελήσει κανέναν σε τίποτα. Πρώτα-πρώτα, μπορεί να μη σταθούμε τόσο τυχεροί στο γυρισμό και να μας πιάσουν οι Τούρκοι στο δρόμο. Ύστερα, μπορεί να βρούμε την Πόλη στα χέρια του Μωάμεθ, οπότε, τότε σίγουρα μας περιμένει ο θάνατος ή η σκλαβιά. Και τρίτο, αν ακόμη βρούμε την Πόλη να ψυχομαχά στα χέρια του αυτοκράτορα, οι κακές ειδήσεις που θα της πάμε, θα την ξεψυχήσουν μια ώρα γρηγορότερα. Αφού λοιπόν, όπως κι αν το πάρουμε, δεν ωφελεί σε τίποτα η επιστροφή μας, καλύτερα θα είναι να μείνουμε σε κανένα νησί εδώ.

Ο κωπηλάτης κοίταξε τους συντρόφους του στα μάτια, σα να περίμενε οπωσδήποτε όλοι να συμφωνήσουν με τη γνώμη του. Αμέσως πήρε το λόγο ο γεροδεμένος ναύτης, που αντικαθιστούσε κάπου-κάπου το ‘’γερο-σοφό’’ στο τιμόνι και είπε απευθυνόμενος στον προηγούμενο ομιλητή.

-Γιατί δεν συμπληρώνεις τα λόγια σου; Να μείνουμε σε κανένα νησί εδώ . . . ώσπου να δούμε δηλαδή πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα στην Πόλη και μετά αναλόγως αποφασίζουμε. Αυτό δεν εννοείς; Ρώτησε με κάποια δόση θυμού στον τόνο της φωνής του. Οι μαχητές, φίλε μου, πολεμούν ως το τέλος και ποτέ δεν σκέφτονται καιροσκοπικά. Πολλές φορές κι ένας μόνο στρατιώτης μπορεί να προλάβει μια καταστροφή. Ένα βέλος που έριξε, μια κουβέντα που είπε, κάτι που διέκρινε από μακριά ή κάτι που υποψιάστηκε ή προέβλεψε, μπορούν να ανατρέψουν μια κατάσταση και να σώσουν ένα στρατό. Μπορούν να χαρίσουν τη νίκη στη μεριά που κανένας δεν το περιμένει. Οι υποθέσεις, αν η Πόλη ζει ή πέθανε, αν κυριεύτηκε ή αν είναι ακόμη ελεύθερη και η αμφιβολία, αν επιστρέψουμε στη λευτεριά ή στο θάνατο, δεν είναι αρκετές για να μας κάνουν άνανδρους και λιποτάχτες. Το καθήκον μας είναι ξεκάθαρο μπροστά μας. Πρέπει να γυρίσουμε στην Κωνσταντινούπολη με κάθε θυσία και να αναφέρουμε στον αυτοκράτορα τα εποτελέσματα της αποστολής μας. Μπορεί ο αυτοκράτορας με τις ειδήσεις τις δικές μας να πάρει άλλα μέτρα και η Πόλη να σωθεί.

Ο ναύτης κοίταξε κι αυτός κατάματα τους συναδέλφους του με το δυνατό βλέμμα του, σα να ήθελε να υπογραμμίσει στις συνειδήσεις τους τα όσα τους είπε και να τους διαβεβαιώσει και με τον τρόπο αυτό, ότι δεν υπάρχει άλλη λύση απ’ την επιστροφή.

Οι κωπηλάτες έμειναν για λίγο σιωπηλοί κι αναποφάσιστοι, προσπαθώντας να ζυγίσουν τα λόγια που άκουσαν ως τώρα απ’ τους συναδέλφους τους. Δεν πολυκαταλάβαιναν ή μάλλον δεν ήθελαν να καλοκαταλάβουν τη βαθύτερη έννοια και τη λογική των αντιθέτων λόγων των συναδέλφων τους. Εκείνο που όλοι τους καταλάβαιναν ξεκάθαρα ήταν, ότι οι στιγμές που περνούσαν ήταν μεγάλες και κρίσιμες και η απόφαση που θα έπαιρναν τώρα θα ήταν πιο μεγάλη απ’ την απόφαση που πήραν πριν από δεκαπέντε μέρες στην Κωνσταντινούπολη, όταν έμπαιναν στο μικρό τους καϊκάκι και, με πραγματικό κίνδυνο της ζωής τους, αποτολμούσαν την έξοδο προς το Αιγαίο. Ασυναίσθητα, όλων τα μάτια στράφηκαν προς τον τιμονιέρη. Τον είχαν εκτιμήσει τόσο πολύ και όλοι τού ‘δειχναν έναν άδολο κι ανυπόκριτο σεβασμό.

Ο γερο-τιμονιέρης όρθωσε το ανάστημά του και, θεωρώντας κι αυτός την περίσταση σαν τη μεγαλύτερη στιγμή της ζωής του, είπε.

-Η αποστολή που ανατίθεται σ’ ένα στρατιώτη ή ολοκληρώνεται και θεωρείται πραγματική εκπλήρωση του καθήκοντος ή εγκαταλείπεται στη μέση και χαρακτηρίζεται λιποταξία και προδοσία. Στη δεύτερη περίπτωση, η όλη του προσπάθεια και οι τυχόν κίνδυνοι που διέτρεξε στην αρχή πηγαίνουν χαμένοι και σκεπάζονται από ντροπή και περιφρόνηση. Ο στρατιώτης ενεργεί πάντοτε σα στρατιώτης και ποτέ δεν προσπαθεί να εκμεταλλευτεί ή να επικαλεστεί διάφορες περιστάσεις, πιθανές ή πραγματικές, για να περιορίσει ή να μετριάσει το μέγεθος του καθήκοντός του. Ο καλός και έξυπνος στρατιώτης εκμεταλλεύεται περιστάσεις και ευκαιρίες, μόνο για να μπορέσει να εκτελέσει γρηγορότερα και καλύτερα την αποστολή του. Δεν επωφελείται περιπτώσεις για να δικαιολογήσει μια οποιαδήποτε παρέκκλιση απ’ το σκοπό του και ούτε εκμεταλλεύεται ευκαιρίες ή προφασίζεται πιθανά κατά τη γνώμη του γεγονότα, για να εγκαταλείψει την ολοκλήρωση της αποστολής του.

Οι κίνδυνοι, όσο μεγάλοι κι αν του φαίνονται, δεν πρέπει να τον πτοούν κι ούτε να λυγίζουν ή να εκφυλίζουν την αφοσίωσή του στο καθήκον του. Η ζωή η δική του δεν αξίζει περισσότερο απ’ τη ζωή κάποιου άλλου συναδέλφου του ή συμπολίτη του και είναι μηδέν μπροστά στις τόσες ζωές που εξαρτιούνται απ’ αυτόν. Θυμάστε, τι εντύπωση έκανε σε όλους μας η φυγή του καπετάν Νταβάντσιο και των κρητικών πλοίων τη νύχτα εκείνη του Φεβρουαρίου απ’ το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης; Πόση αποστροφή αισθανθήκαμε τότε όλοι μας και πόση αηδία ένιωσε ο λαός της Κωνσταντινούπολης για τους δειλούς εκείνους φυγάδες. Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας κι όλοι οι άνθρωποι αργότερα κάτι θα έχουν να πουν σε βάρος εκείνων των λιποταχτών. Αν σήμερα δεν πάρουμε τη σωστή απόφαση, το μικρό μας καΐκι θα μείνει σημαδεμένο στον αιώνα με τα μελανότερα χρώματα που μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος. Οι γενιές που θα ακολουθήσουν στο μέλλον θα θυμούνται τούτο το καραβάκι με αηδία και θα αισθάνονται αποστροφή χειρότερη από κείνη που θα νιώθουν όταν θα αναφέρουν τις γαλέρες του Νταβάντσιο.

Κοίταξε τους συντρόφους του κατάματα και συνέχισε.

-Τα πράγματα είναι ολοκάθαρα, αδελφοί μου. Ο αυτοκράτορας μας ανέθεσε μια αποστολή κι είμαστε υποχρεωμένοι, αν θέλουμε να λεγόμαστε στρατιώτες και υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης, να εκτελέσουμε τις διαταγές του. Κάναμε το πρώτο μέρος του καθήκοντός μας. Ας κάνουμε και το δεύτερο, για να συμπληρώσουμε την αποστολή μας. Αν θα πάμε πίσω καλές ή κακές ειδήσεις, δεν εξαρτάται από μας. Ο στρατιώτης δεν επιστρέφει πίσω στο στρατηγό του μόνο όταν έχει να του αναφέρει ευχάριστα νέα και όταν οι πληροφορίες του είναι δυσάρεστες αλλάζει δρόμο και πάει στο σπίτι του. Επιστρέφει οπωσδήποτε στη θέση του και ή σώζει την πατρίδα του ή πεθαίνει κι αυτός μαζί με τους συναδέλφους του. Εμείς πράξαμε μέχρις εδώ ένα μέρος του καθήκοντός μας. Ας μην δειλιάσουμε να πράξουμε και το άλλο μέρος. Μας υπολείπεται ακόμη να γυρίσουμε στη θέση μας. Άσχετα αν θα βρούμε την Κωνσταντινούπολη στα χέρια των χριστιανών ή των Τούρκων. Άσχετα αν εκεί μας περιμένει η ζωή ή ο θάνατος.

Με τα μάτια γεμάτα δάκρυα ο ‘’γερο-σοφός’’ ξανακάθισε στη θέση του. Έμεινε για κάμποση ώρα σιωπηλός, μη μπορώντας να αρθρώσει λέξη. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά μέσα στο στήθος του και οι σκέψεις του πετούσαν ακράτητες στην άγια πόλη. Κοίταξε με το ζεστό του βλέμμα τους συντρόφους του και τονίζοντας τις λέξεις του μια-μια πρόσθεσε.

-Το πράγμα είναι στα χέρια σας. Η απόφαση είναι δική σας. Ο έπαινος ή η αιώνια κατάρα θα αφορά όλους μας και θα εξαρτηθεί απ’ την απόφαση που θα πάρετε τώρα. Ο Θεός ας μας δώσει κουράγιο και δύναμη κι ας μας φωτίσει όλους.

Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους ξαφνιασμένοι. Κανείς δεν τολμούσε να προφέρει λέξη. Το μαχαίρι είχε φθάσει στο κόκαλο. Κανείς δεν ήθελε να πάρει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους συντρόφους του στο λαιμό του.

-Ας πάρουμε απόφαση κι ας πούμε καθαρά, είπε για μια στιγμή ο νεαρός κωπηλάτης, πόσοι θέλουμε να γυρίσουμε στην Κωνσταντινούπολη και πόσοι προτιμούμε να μείνουμε εδώ και οι λιγότεροι, χωρίς καμιά αντίρρηση, ας συμφωνήσουν με τους άλλους.

Σιωπή απλώθηκε και πάλι πάνω στο μικρό καράβι, το οποίο από ώρα είχε σταματήσει την πορεία του και λικνίζονταν ελεύθερο πάνω στ’ ανάλαφρα κύματα του Αιγαίου κι έμοιαζε σωστή κουκκίδα μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας και τ’ ουρανού.

Αργότερα, ενώ ο δίσκος του ήλιου βουτούσε στη θάλασσα και χάνονταν μακριά στον ορίζοντα της δύσης, απ’ τις ακτές της Χίου διακρίνονταν ένα καραβάκι που, με το φουσκωμένο του πανί, έβαζε πλώρη προς βορράν και τραβούσε ίσια για τα στενά του Ελλησπόντου.

Οι δώδεκα ανώνυμοι ήρωες είχαν πάρει την απόφασή τους.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980



[1] Nicol D.M. ‘’The Last Centuries . . .’’                   Σελίδα    118.
Vasiliev A. A.  ‘’History Of The Byzant. . . .’’  Τόμ. Ε Σελίδα     26.
[2]  Nicol D. M. “”The Last Centuries . . .               Σελίδα     118.
[3]  Nicol D. M. The Last Centuries . . . ‘’               Σελ.     365-66.
Βακαλοπούλου  ‘’Ιστορία της Θεσ/νίκης              Σελ.         74-5.
Nicol D. M. ‘’The Byzantine Family’’                     Σελ.   134-35.
 Gibbons ‘’Foundation Of The Othoman Empire’’
 Ostrogosky  ‘’’History’’                                       Σελ.      544-45.
[4]  Nicol D. M. ‘The Last Centuries . . .’’              Σελίδα       209.
[5]  Nicol D. M. ‘’The Last Centuries . . .’’             Σελίδα      249.
[6]  Nicol D. M. ‘’The Last Centuries’’                  Σελίδα       253.
[7]  Vasiliev A. A. ‘’History Oh The Byzant. . . .’’Τόμ. Ε.    Σελ.  33.
[8]  Vasiliev A. A. ‘’History Of The Byzant. . . .’’    Τόμ. Ε     Σελίδα      34.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 19 Σ/βρίου 1980

Author: Μνήμες