Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 24

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΛΙΩΝ ΦΙΛΩΝ

Οι φρουροί πάνω απ’ τις επάλξεις του τείχους της πύλης του Ρωμανού είδαν με έκπληξη κατά το μεσημέρι της 23ης Μαΐου να πλησιάζει προς το μέρος τους μια μικρή συνοδεία Τούρκων καβαλαρέων. Αμέσως, οι σάλπιγγες σήμαναν συναγερμό κι όλοι οι υπερασπιστές του τμήματος εκείνου άρπαξαν τα όπλα τους κι έτρεξαν στις θέσεις τους. Προστατευόμενοι πίσω απ’ τα τοιχία των επάλξεων, περίμεναν όλοι με τα βέλη τους έτοιμα πάνω στις μισοτεντωμένες χορδές των τόξων τους. Κανένας δεν ήξερε, τι να υποθέσει. Το μόνο που φαινόταν σίγουρο ήταν, ότι δεν επρόκειτο για επίθεση. Μια τόσο μικρή ομάδα εχθρών ήταν αδύνατο να αποτολμήσει έστω και το παραμικρό εναντίον των πανύψηλων τειχών μέρα-μεσημέρι.

-Ας μην πολυξεθαρρεύουμε, είπε κάποιος τοξότης στο διπλανό του. Δεν ξέρεις τι μπορεί να κρύβει αυτό το μικρό ‘’τίποτα’’ που μας πλησιάζει. Ο Μωάμεθ είναι πονηρός, πρόσθεσε ο μαχητής και πήρε καλύτερη θέση πίσω απ’ το ντουβάρι.

-Λες νά ‘ναι δραπέτες κι έρχονται να παραδοθούν; Ρώτησε ένας μικρόσωμος στρατιώτης απ’ τα Επιβατά.

Ο στρατιώτης αυτός είχε καταφύγει στην Πόλη, όταν πριν από δυο-τρεις μήνες, τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Ισφεντήρ αγάς πάτησε τη μικρή τους πόλη, κατέσφαξε τους κατοίκους της κι ερήμωσε τα πάντα.

-Όταν κανείς δραπετεύει, είπε γελώντας ένας άλλος φρουρός με ασπίδα και μακρύ ακόντιο, τρέχει για να απομακρυνθεί όσο μπορεί πιο γρήγορα απ’ τον τόπο που εγκαταλείπει. Επιπλέον, τους δραπέτες τους κυνηγούν για να τους πιάσουν, όταν το σκάνε και πηγαίνουν στον εχθρό και μάλιστα μέρα-μεσημέρι. Κι όπως βλέπεις, τούτοι που έρχονται προς το τα εδώ, δεν βιάζονται να φύγουν κι εκείνοι απ’ το στρατόπεδο δεν ενδιαφέρονται να τους κυνηγήσουν. Επομένως, δεν έρχονται με το σκοπό που υποθέτεις, φιλαράκο.

Στο μεταξύ, η μικρή ομάδα των Τούρκων κουνούσε από μακριά τις άσπρες σημαίες της και όλο πλησίαζε. Είχε φθάσει κοντά στα τείχη.

-Μωρέ, αυτοί φαίνονται πασάδες και αγάδες. Για δες τα σαρίκια τους, τα ρούχα τους, τα άλογά τους. Είπε με θαυμασμό ο τοξότης, προβάλλοντας το κεφάλι του περισσότερο πάνω απ’ το τοιχάκι της έπαλξης για να δει καλύτερα.

-Αχ και να είναι ο Ισφεντήρ αγάς, είπε με θυμό και μίσος ο μικρόσωμος στρατιώτης απ’ τα Επιβατά.

Η συνοδεία σταμάτησε μπροστά στο μικρό παραπόρτι της πύλης του Ρωμανού. Το τμήμα αυτό των τειχών ήταν υπό τη διοίκηση του Γενουάτη άρχοντα Ιουστινιάνη και του αυτοκράτορα. Οι περισσότεροι αξιωματικοί εδώ ήταν αυλικοί του Κωνσταντίνου. Ένας απ’ αυτούς, με μερικούς στρατιώτες, βγήκε να συναντήσει τους απρόσκλητους επισκέπτες, ενώ οι στρατιώτες απ’ τα τείχη τέντωσαν τα τόξα τους κι ετοίμασαν τα ακόντια και τα ξίφη τους για κάθε ενδεχόμενο.

Ο Βυζαντινός αξιωματικός έμεινε έκπληκτος, όταν είδε μπροστά στον εμίρη της Σινώπης και δυνάστη της Κανταμονής τον Ισμαήλ Χαμουζά Ισφενδέρογλου να τον χαιρετά.

Ο Ισμαήλ πασάς κατέβηκε απ’ το στολισμένο άλογό του και χαιρέτισε τον Έλληνα αξιωματικό. Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι της συνοδείας του. Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν με καλοσύνη στα μάτια σα μακρινοί γνώριμοι. Σχεδόν αμέσως, όμως, πήραν ψυχρό ύφος και περιορίστηκαν σε τυπικότητες, όπως επέβαλε η περίπτωση σε δυο εχθρούς που βρίσκονταν σε πόλεμο.

Βέβαια, ο αξιωματικός δεν είχε προσωπικές γνωριμίες με τον Ισμαήλ πασά αλλά είχε δει πολλές φορές στο παρελθόν τον εμίρη της Σινώπης στο παλάτι των Βλαχερνών.

Ο πασάς είχε από παλιά μεγάλες φιλίες με τον αυτοκράτορα κι ερχόταν τακτικά στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, ο αυλικός και ο πασάς είχαν ειδωθεί πολλές φορές και θυμόταν καλά ο ένας τον άλλο.

-Είμαι ο Ισμαήλ πασάς, είπε ο αρχηγός της αποστολής, μόλις κατέβηκε απ’ το άλογό του. Της μικρής μου ακολουθίας προΐσταται ο Μεχμέτ αγάς, συνέχισε κι έδειξε προς το μέρος ενός μεσήλικα ηλιοκαμένου αξιωματικού που στέκονταν δίπλα του. Είναι ένας απ’ τους υπασπιστές του σουλτάνου, πρόσθεσε.

Ο Μεχμέτ αμίλητος χαιρέτισε το Βυζαντινό αξιωματικό μ’ ένα τυπικό κούνημα του κεφαλιού του. Το ίδιο έκανε κι ο Έλληνας αξιωματικός, γυρίζοντας ελαφρά προς το μέρος του γενίτσαρου.

-Ήρθαμε, είπε ο Ισμαήλ πασάς, απεσταλμένοι απ’ το μεγάλο μας σουλτάνο, να συναντήσουμε τους αρχηγούς σας και τον αυτοκράτορα. Ίσως να βρεθεί τρόπος να λυθεί αυτή η διαφορά, χωρίς να χρειαστεί να στείλουμε και μεις και σεις κι άλλους απ’ τους συντρόφους μας στον άλλο κόσμο.

Αντάλλαξαν λίγες κουβέντες ακόμη και το παραπόρτι άνοιξε. Οι φρουροί ψηλά απ’ τους πύργους είδαν τη μικρή ομάδα των Τούρκων να περνά τα τείχη και, με συνοδεία Ελλήνων και Γενουατών στρατιωτών του Ιουστινιάνη, να καλπάζουν προς την Κωνσταντινούπολη.

-Λες να πέρασε μέσα στην πόλη ο Ισφεντήρ αγάς; Ρώτησε με περιέργεια ο κοντός στρατιώτης απ’ τα Επιβατά. Αν είναι αυτός και τον αφήσουν στην πόλη ζωντανό, θα πει πως δεν είναι στα καλά τους ή δε θα τον γνώρισαν.

Σταμάτησε για λίγο, ενώ τα μάτια του παρακολουθούσαν τη συνοδεία που όλο και απομακρύνονταν απ’ τα τείχη και χάνονταν προς την κατεύθυνση των Βλαχερνών.

-Δεν μπορεί, όμως, συνέχισε ο μικρόσωμος τοξότης. Κάποιος θα τον αναγνωρίσει εκεί κάτω και τότε τα λέμε. Πολλοί είναι εκείνοι που είδαν τ’ αδέλφια τους να αποκεφαλίζονται μπροστά στα σπίτια τους, τα παιδιά τους να ξεκοιλιάζονται μέσα στους δρόμους των Επιβατών απ’ τα ίδια του τα χέρια και τις γυναίκες τους και τις κόρες τους να αρπάζονται απ’ τους στρατιώτες του και να εξαφανίζονται μέσα στο βρομερό στρατόπεδό τους ή να φυλακίζονται στα σκοτεινά μπουντρούμια του Ρούμελη-χισάρ, του τρομερού φρουρίου του σατανά στο Βόσπορο.

-Καταλαβαίνω τον πόνο σου, του είπε ο ψηλός ακοντιστής, ενώ άφηνε κάτω ακουμπηστή στον τοίχο την ασπίδα του.

-Αν και δεν έχασα προσωπικά κανένα δικό μου σ’ αυτή την επιδρομή των βαρβάρων, είπε ξαναπαίρνοντας βιαστικά το λόγο ο κοντός στρατιώτης, γιατί δεν είχα και κανένα να χάσω, εντούτοις πονώ κι εγώ, όπως πονούν όλοι οι κάτοικοι της δύστυχης αυτής πόλης και μισώ τους βαρβάρους, όπως τους μισεί κάθε κλεισμένος εδώ μέσα στα τείχη αυτά σήμερα.

Τα μάτια του άστραψαν από θυμό και το πρόσωπό του αυλακώθηκε από οργή και μίσος. Έκανε ένα-δυο βήματα, για να συνέλθει κάπως απ’ την ταραχή που του ξανάφεραν οι τραγικές εκείνες αναμνήσεις και συνέχισε.

-Τους δικούς μου τους σκότωσαν όλους οι Τούρκοι παλιότερα, όταν ο αιμοβόρος Μουράτ ο ΙΙ πολιορκούσε την Πόλη, πριν αρκετά χρόνια, το 1422. Εγώ τότε ήμουν μωρό και δε με πήραν είδηση όταν μπήκαν οι βάρβαροι και ρήμαξαν το σπίτι μας να με ξεκάνουν κι εμένα. Κοιμόμουν στην κούνια μου σ’ ένα παράμερο δωμάτιο κι εκεί με βρήκαν μετά την καταστροφή οι γείτονες και με συμμάζεψαν. Αυτοί με μεγάλωσαν κι αυτούς γνώρισα για γονείς. Το σπίτι τους ήταν το σπίτι μου και τα παιδιά τους ήταν αδέλφια μου. Αυτό το σπίτι έκαψε κι αυτά τ’ αδέλφια σκότωσε το θηρίο ο Ισφεντήρ αγάς, όταν μπήκε με τα σαρικοφόρα τσακάλια του ένα πρωί στα Επιβατά. Εγώ πάλι γλύτωσα κι αυτή τη φορά, γιατί βρισκόμουν εδώ στην Κωνσταντινούπολη. Τις μέρες που άρχισαν να συγκεντρώνονται οι βάρβαροι, για να χτίσουν το καταραμένο φρούριό τους πάνω στην εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ, εγώ ήρθα στην Κωνσταντινούπολη για να μπαρκάρω μ’ ένα καράβι γενουάτικο. Για να αποφύγω, όμως, τους Τούρκους που είχαν πλημμυρίσει τον κάμπο, κρυβόμουνα εδώ κι εκεί κι αυτό μου έφαγε αρκετό χρόνο. Καθυστέρησα, λοιπόν, να φθάσω στο λιμάνι κι όταν ήρθα το καράβι είχε φύγει. Έμεινα αναγκαστικά στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας, καλός όπως είναι πάντα, παρακάλεσε το Μωάμεθ να μην ταλαιπωρεί τους κατοίκους της περιοχής μας και να μη ρημάζει και λεηλατεί τα χωριά. Για να τον καλοπιάσει δε, τού ‘στελνε καθημερινά ο ίδιος τρόφιμα για τους πολυάριθμους βαρβάρους εργάτες και στρατιώτες που είχε συγκεντρώσει στο Βόσπορο και δούλευαν στο χτίσιμο του καταραμένου φρουρίου. Ένας απ’ τους ανθρώπους που μετέφερναν κάθε τόσο τα τρόφιμα αυτά στους Τούρκους ήμουν κι εγώ. Οι Τούρκοι μας άφηναν να μπαινοβγαίνουμε ελεύθερα στην περιοχή τους και δε μας πείραζαν. Μάλιστα, μας πρόσεχαν μην πάθουμε τίποτα, γιατί τότε ποιος θα τους έφερνε τα τρόφιμα την άλλη μέρα. Έτσι, βρήκα την ευκαιρία να πάω μια μέρα πίσω στα Επιβατά. Το τι είδα εκεί δεν περιγράφεται. Τα πάντα ήταν καταστραμμένα. Τα πάντα ρημαγμένα. Και το χειρότερο, οι δεύτεροι γονείς μου και τ’ αδέλφια μου όλοι σκοτωμένοι. Ο δολοφόνος τους ήταν ο ίδιος ο Ισφεντήρ αγάς. Ο κακούργος αυτός τους σκότωσε με τα χέρια του. Τον είδα να περιφέρεται με την ακολουθία του στους δρόμους των Επιβατών. Οι κάτοικοι μου είπαν ποιος είναι και τι έκανε.

Ο στρατιώτης σκούπισε με βιασύνη τα δάκρυα απ’ τα μάτια του κι άφησε να βγει απ’ το στήθος του ένας βαθύς αναστεναγμός. Βαριά λύπη τον είχε κυριέψει και η συγκίνηση τον τράνταζε σύγκορμο. Ο ψηλός στρατιώτης με το ακόντιο άπλωσε το χέρι του και τον έπιασε απ’ τον ώμο. Με έκδηλη τη συγκίνηση στο πρόσωπό του, του είπε κι αυτός παρηγορητικά.

-Φίλε, δεν είσαι μόνος. Όλοι μας εδώ κι έδειξε ένα γύρο με το χέρι του την πολιορκημένη πόλη, θρηνούμε τον άδικο χαμό κι ενός τουλάχιστο δικού μας.

Επικράτησε σιωπή κι ο καθένας προσπαθούσε να αυτοκυριαρχηθεί και να ξαναβρεί τον εαυτό του. Ύστερ’ από λίγο, ο δυστυχισμένος στρατιώτης απ’ τα Επιβατά είπε.

-Με κομματιασμένη την καρδιά, άφησα τον τόπο μου και γύρισα στην Κωνσταντινούπολη. Άρπαξα αυτό το όπλο και κούνησε επιδεικτικά το τόξο που κρατούσε στο χέρι του κι έγινα στρατιώτης. Δεν ξαναπήρα μέρος στην παράδοση τροφίμων στους δολοφόνους. Ήρθα εδώ στα τείχη κι ορκίστηκα να πολεμήσω μέχρι θανάτου τους αιμοβόρους εχθρούς και να εκδικηθώ, αν μπορέσω, τον άδικο χαμό των καλών εκείνων ανθρώπων που με περιμάζεψαν, με φρόντισαν και με κράτησαν στη ζωή. Γι’ αυτό ήθελα να με βοηθήσει ο Θεός, να βρεθώ μια μέρα μπροστά στον κακούργο και άπιστο Ισφεντήρ αγά. Όπως κι αν θα έχουν τότε τα πράγματα, θα πέσω επάνω του με γυμνό σπαθί και θα τον κάνω χίλια κομμάτια κι ότι θέλει ας γίνει. Δεν λογαριάζω τη ζωή μου.

-Νομίζεις ότι ο δολοφόνος εκείνος είναι ένας απ’ αυτούς που πέρασαν μέσα στα τείχη; Ρώτησε ένας φρουρός.

-Δεν νομίζω, απάντησε με κάποια αρνητική κίνηση του κεφαλιού του ο δύστυχος τοξότης, ενώ σκούπιζε τα δάκρυα στα μάγουλά του και πρόσθεσε. Αν ήταν εκείνος, από εδώ επάνω θα πηδούσα και θα του κάρφωνα το μαχαίρι μου στην καρδιά. Αυτοί που τώρα πέρασαν το παραπόρτι ήταν όλοι τους αναλόγως νέοι. Εκείνος ήταν γέρος.

-Όχι, δε θα τό ‘κανες αυτό, είπε με κάποια αυστηρότητα ο ψηλός ακοντιστής. Δε θα τό ‘κανες, γιατί ξέρεις ότι οι πρεσβευτές, οποιοιδήποτε κι αν είναι σαν άτομα, είναι σαν απεσταλμένοι πρόσωπα ιερά και απαραβίαστα. Η λευκή σημαία που κρατούν στα χέρια τους σκεπάζει κάθε ατομικό τους κρίμα και κάνει την αποστολή τους σεβαστή και άγια.

-Ναι, το ξέρω, είπε ο άλλος. Αλλά ξέρω επίσης, όπως και συ το ξέρεις, ότι πριν από λίγο καιρό ο βάρβαρος Μωάμεθ αποκεφάλισε δυο πρεσβευτές δικούς μας απεσταλμένους απ’ τον αυτοκράτορα, που πήγαν στο Ρούμελη-χισάρ να διαμαρτυρηθούν για τους σκοτωμούς των χριστιανών και τις λεηλασίες των χωριών απ’ τους βάρβαρους της Ασίας που ήρθαν και κατέκλεισαν τις ακτές μας και σκλάβωσαν τον τόπο μας. Κι εκείνοι ήταν πρόσωπα ιερά κι απαραβίαστα, σαν απεσταλμένοι και καθαροί και άγιοι σαν άτομα. Τα κεφάλια τους, όμως, στήθηκαν σε πασσάλους μπροστά στην πύλη του φρουρίου και τα σώματά τους γκρεμίστηκαν κάτω απ’ τα ψηλά τείχη, Εγώ, αν τον συναντήσω τον Ισφεντήρ, θα κάνω ό,τι νομίζω. Και συ, αν ποτέ σε στείλουν πρεσβευτή, έχε τις διαθέσεις μου αυτές υπόψη σου, είπε με σκωπτικό κάπως ύφος ο χαροκαμένος τοξότης.

Ο ήλιος ζέσταινε ψηλά απ’ τον ουρανό και η μικρή συνοδεία με τους Τούρκους απεσταλμένους είχε απομακρυνθεί αρκετά και δύσκολα διακρίνονταν στον ορίζοντα. Στο βάθος μακριά προς την κατεύθυνση των Βλαχερνών σιγά-σιγά διαλύονταν απ’ το ανάλαφρο αεράκι του καλοκαιριού ένα μικρό συννεφάκι κιτρινωπής σκόνης.

– – – – – – – – – – – – – – – – –

Στο παλάτι των Βλαχερνών, ο Κωνσταντίνος δέχτηκε φιλικά τον παλιό του γνώριμο Ισμαήλ πασά και την ακολουθία του.

-Κι εγώ και οι πρόγονοί μου, είπε ο Ισμαήλ, από πολλά χρόνια πριν είχαμε και θέλουμε πάντα να έχουμε καλές σχέσεις και πραγματικές φιλίες με το Βυζάντιο. Προσωπικά εγώ σέβομαι και εκτιμώ ιδιαίτερα το γαληνότατο αυτοκράτορα και πάντοτε θεωρούσα τιμή μου να του προσφέρω κάθε εκδούλευση και κάθε υπηρεσία που περνούσε απ’ το χέρι μου. Σήμερα, μέσα στην καταιγίδα που μας βρήκε και μέσα στους δύσκολους καιρούς που περνούμε, θα θεωρήσω δυο φορές τιμή κι ευχαρίστησή μου, αν μπορέσω και πάλι να προσφέρω την ταπεινή μου βοήθεια και τις υπηρεσίες μου σ’ έναν παλιό και πραγματικό μου φίλο.

-Πάντοτε, οι προκάτοχοί μου κι εγώ, είπε ο αυτοκράτορας, εκτιμούσαμε τους εμίρηδες της Σινώπης και της Κανταμονής για τη σύνεση και τη σοφία που τους διέκρινε και πάντοτε τους θεωρούσαμε πραγματικούς φίλους. Ποτέ δεν αμφιβάλαμε για την ειλικρίνειά τους και τη σταθερότητα των λόγων τους. Και σήμερα, παρ’ όλη την πίκρα και το μίσος που πάντοτε σκορπίζει μ’ αφθονία στους αντιπάλους ο πόλεμος, εξακολουθώ να μην αμφιβάλω για τις καλές τους προθέσεις. Επιθυμία μου είναι κι εμένα, να καταβάλω κάθε προσπάθεια, όσο περνάει απ’ το χέρι μου κι όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου, ώστε να βρούμε μια λύση και να βάλουμε ένα τέλος στα δεινά που περνούμε όλοι μας σήμερα.

-Ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό ήρθα κι εγώ εδώ, είπε ο Ισμαήλ, σταλμένος απ’ το μεγάλο μας σουλτάνο και ξάδερφό μου Μωάμεθ, για να εκφράσω τις επιθυμίες τις δικές του και τους πόθους του μεγάλου βεζίρη Χαλλίλ πασά, οι οποίοι θέλουν πραγματικά να βρεθεί μια λύση και να σταματήσει ο φοβερός και σκληρός πόλεμος. Στις επιθυμίες των κυρίων μου, πρόσθεσε, αν θέλεις και τις δικές μου επιθυμίες, οι οποίες είναι ειλικρινείς και πραγματικές όσο ποτέ άλλοτε και θα έχεις έτσι ολόκληρη την καλή θέληση απ’ το μέρος το δικό μας, ώστε η ποθητή λύση να βρεθεί εύκολα και γρήγορα.

-Ελπίζω αυτή τη φορά να έχουν αλλάξει γνώμη και στάση οι αφέντες σου και οι προσπάθειές μας να μην πάνε χαμένες, όπως σε προηγούμενες περιπτώσεις, απάντησε ο αυτοκράτορας.

Ο Κωνσταντίνος με τα λόγια αυτά εννοούσε τους πρεσβευτές που είχε στείλει στο Χαλλίλ πασά στην Αδριανούπολη και στον ίδιο το Μωάμεθ στην Καραμανία, όταν βρισκόταν σε εκστρατεία εναντίον του επαναστάτη Ιμπραήμ πασά. Εννοούσε τις συζητήσεις για τη λεηλασία των περιοχών του φρουρίου Ρούμελη-χισάρ, οι οποίες, παρά τις υποσχέσεις των Τούρκων, κατέληξαν στις σφαγές των κατοίκων των Επιβατών. Και εννοούσε τον αποκεφαλισμό των πρεσβευτών του μέσα στο φρούριο, καθώς και άλλες μέχρι τώρα παραβιάσεις και επιορκίες των Τούρκων.

Ο Ισμαήλ πασάς κατάλαβε τις σκέψεις του Κωνσταντίνου και αντιλήφθηκε τι εννοούσε με τα λόγια του αυτά και, για να αντιδράσει και να μετριάσει κάθε ενδεχόμενη εντύπωση που ήταν δυνατόν να δημιουργθεί τις στιγμές αυτές σε βάρος των Τούρκων, είπε.

-Δεν επικροτώ αδιάκριτα την ως τώρα τακτική μας σ’ όλα της τα σημεία κι ούτε συμφωνώ απόλυτα με τη στάση του αείμνηστου πατέρα μου, του ένδοξου προκατόχου μου και εμίρη της Σινώπης, Ισφεντήρ Χαν και τη διαγωγή που έδειξε στην πόλη των Επιβατών. Όπως δεν συμφωνώ καθόλου και με τη στάση που ακολούθησαν ορισμένοι αρχηγοί του Βυζαντίου, οι οποίοι επέτρεψαν τη γνωστή πειρατική ενέργεια των πέντε βυζαντινών πλοίων κατά των τουρκικών ακτών του Κυζίκου. Δεν συμφωνώ με την καταστροφή των χωριών της περιοχής εκείνης και την αρπαγή και το πούλημα των δύστυχων Οθωμανών κατοίκων στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης. Δεν συμφωνώ επίσης με την απόφαση των Βυζαντινών αρμοδίων, να διατάξουν την εξόντωση τόσων Τούρκων αιχμαλώτων. Όλοι το γνωρίζουν ότι, για αντίποινα των εκτελεσθέντων μπουρλοτιέρηδων του Κόκκου κρεμάστηκαν απ’ τα τείχη της Πόλης και προς το μέρος του Ρούμελη-χισάρ διακόσιοι πενήντα Τούρκοι αιχμάλωτοι, τελείως αθώοι για ότι έγινε από άλλους σε κείνους τους ναυτικούς.

Επειδή ο πονηρός Ισμαήλ προέβλεπε ότι μια τέτοια συζήτηση θα δηλητηρίαζε την ατμόσφαιρα και θα οδηγούσε σε τελείως αντίθετα αποτελέσματα, πρόσθεσε με αλλαγμένο ύφος, δίνοντας κι ένα διαφορετικό τόνο στη φωνή του.

-Όλα αυτά είναι περασμένα και δυστυχώς ο πόλεμος έχει και τις υπερβολές του και συχνά οι αντίπαλοι παραφέρονται και υπερβαίνουν τα όρια. Αργότερα, βέβαια, συνέρχονται, βλέπουν την αδικία και μετανοούν. Σήμερα είναι η ευκαιρία και τώρα είναι η ώρα να σταματήσουμε το κακό μέχρις εδώ και, αφήνοντας όλα αυτά στο παρελθόν, να δώσουμε τα χέρια για ένα διαφορετικό και καλύτερο αύριο.

-Συμφωνώ απόλυτα με την άποψή σου αυτή, είπε ο Κωνσταντίνος και πιστεύω, ότι ήρθες εδώ με πραγματικά καλή θέληση και με μοναδική επιθυμία την εξεύρεση καλής και δίκαης λύσης. Φυσικά, οι πρεσβευτές που στέλνονται σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν ορισμένες ιδέες κι έχουν και συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις να προτείνουν. Τις δικές μου απόψεις τις γνωρίζεις, γιατί τις εξεδήλωσα δυο-τρεις φορές καθαρότατα και σαφέστατα στο Μωάμεθ . . .

Ο Μεχμέτ αγάς, καθισμένος δίπλα στον Ισμαήλ πασά, δεν έπαιρνε μέρος στη συζήτηση, αφού το ίδιο έκαναν και οι σύμβουλοι του αυτοκράτορα. Δεν ήθελε αυτός να επέμβει και να πει κάτι που ίσως να δυσκόλευε και να έβλαπτε τα σχέδια και τις επιδιώξεις του Ισμαήλ. Δεν ήθελε να δείξει, ότι ο προϊστάμενός του δεν τα καταφέρνει και ότι του χρειάζεται βοήθεα. Άλλωστε, αυτό δεν έκαναν και οι Βυζαντινοί άρχοντες για τον αυτοκράτορά τους; Επιπλέον, τι να πει; Αυτός ήξερε να πολεμάει με το γιαταγάνι, όχι με τα λόγια. Γι’ αυτό καθόταν σιωπηλός και πρόσεχε τους δυο ομιλητές. Θαύμαζε την ετοιμότητά τους και πότε τάσσονταν με το μέρος του Ισμαήλ και πότε με το μέρος του αυτοκράτορα. Πάντοτε έβρισκε ότι είχε δίκιο αυτός που μιλούσε εκείνη τη στιγμή. Κι ενώ ο ένας μιλούσε, αυτός αναρωτιόταν μέσα του και περίμενε μ’ αγωνία και περιέργεια ν’ ακούσει, σαν τι θα βρει τώρα να απαντήσει ο άλλος στα λεγόμενα του αντιπάλου του. Απορούσε δε, πώς έβρισκαν και οι δυο με τόση γρηγοράδα τόσες δικαιολογίες και πώς τόσο εύκολα και ήρεμα αντιμετώπιζε ο ένας τον άλλο σωστά και λογικά. Πρόσεχε την ηρεμία που διέκρινε τον Κωνσταντίνο και θαύμαζε την πραότητα και την καλοσύνη που κυριαρχούσε στο ύφος του. Συνεπαρμένος απ’ την ασυνήθιστη γι’ αυτόν ατμόσφαιρα και σαγηνευμένος απ’ τη σοβαρότητα και την επιβλητικότητα του Κωνσταντίνου, πολλές φορές αναρωτήθηκε χωρίς να το θέλει: Γιατί να έχουν εχθρό έναν τέτοιο ειλικρινή και σεβαστό αυτοκράτορα; . . . Τις σκέψεις του αυτές τις διέλυσε η φωνή του Ισμαήλ πασά, ο οποίος με κάποιο σοβαρότερο και σταθερότερο τόνο είπε.

-Γαληνότατε αυτοκράτορα. Άσχετα απ’ το τι αισθήματα προξενεί σε μένα προσωπικά η παρούσα κατάσταση, οφείλω να υπογραμμίσω ότι η θέση της Κωνσταντινούπολης σήμερα είναι απελπιστική. Αυτό το γνωρίζει καλά ο Μωάμεθ, το γνωρίζεις καλά κι εσύ και το ξέρουν και όλοι οι στρατιώτες, πολιορκητές και πολιορκούμενοι. Τα μεγάλα κανόνια που χάρισε η μεγαλοφυΐα του Ουρβανού στο στουλτάνο, εκτός του ότι εντυπωσίασαν τον κόσμο με το μέγεθός τους και τη δύναμή τους, συντάραξαν και σχεδόν κατέστρεψαν το τεράστιο και πανάρχαιο τείχος του Θεοδοσίου, του Ιουστινιανού και του Ηρακλείου. Γκρέμισαν τους πύργους του και ερείπωσαν όλα τα οχυρά του. Βέβαια και η αντίσταση της Πόλης και των υπερασπιστών της δεν είναι ανυπολόγιστη. Είναι πραγματικά μεγάλη και αξιοθαύμαστη. Θέλω να θεωρηθώ τη στιγμή αυτή περισσότερο φίλος και λιγότερο πρεσβευτής. Δεν διστάζω να δηλώσω, ότι η αντοχή και η μαχητικότητα των πολεμιστών σας, όχι μόνο μας εξέπληξαν αλλά μας έφεραν αρκετές φορές και σε δύσκολη θέση. Είναι γνωστό, ότι κάναμε πολλές εφόδους μέχρι σήμερα χωρίς να έχουμε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι συγκρούσεις μας ως τώρα δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να προξενήσουν μόνο ζημιές και να επιφέρουν φθορές και στα δυο μέρη. Κι εδώ ακριβώς, στις φθορές έγκειται η διαφορά μας. Και δεν εννοώ ότι εμείς σας προξενήσαμε περισσότερες φθορές και πάθαμε λιγότερες από σας. Εκείνο που εννοώ και που θέλω να τονίσω είναι ότι, τις δικές μας φθορές, όσες κι αν είναι, δε θα τις αισθανθούμε ποτέ, γιατί ο στρατός μας είναι υπεράριθμος κι αφάνταστα πολυπληθέστερος απ’ το δικό σας. Εύκολα δε φέρνουμε κι άλλον απ’ τις επικράτειές μας της Ασίας ή της Ευρώπης, αν χρειαστεί. Επίσης, τα εφόδια τα δικά σας είναι περιορισμένα και λιγοστά και σύντομα θα εκλείψουν τελείως, γιατί είσαστε κυκλωμένοι από παντού και αποκλεισμένοι για τόσες βδομάδες απ’ όλον τον κόσμο. Αντίθετα, εμείς μπορούμε να φέρουμε όσα και όποια εφόδια μας χρειαστούν για τις πολεμικές μας ανάγκες. Η καθημερινή φθορά, λοιπόν, δε θα μας καταβάλει εμάς αλλά γρήγορα θα γονατίσει την Πόλη. Εάν πάλι, ελπίζετε σε βοήθεια απ’ τη Σερβία ή την Ουγγαρία ή την Ιταλία απατάσθε, γιατί οι άρχοντες των χωρών αυτών ή είναι με το μέρος του Μωάμεθ ή δεν πολυσκοτίζονται για την τύχη τη δική σας. Βέβαια, τη στάση τους την έχετε διαπιστώσει καθαρά και σεις ως τώρα. Εγώ μόνο σας λέω, ότι ο μεν Ουνυάδης έστειλε πρεσβευτές του στο Μωάμεθ και του δήλωσε ότι παραιτείται από κάθε εξουσία που είχε ως τώρα στη χώρα του, πράγμα που δηλώνει καθαρά ότι δεν έχει πλέον καμιά ισχή ή αρμοδιότητα να ενεργήσει οτιδήποτε. Επιπλέον, οι πρεσβευτές του, αντί να υψώσουν φωνή διαμαρτυρίας στο σουλτάνο για την πολιορκία της Πόλης, ζήτησαν μόνοι τους να δουν τα πυροβόλα μας και να διδάξουν στους πυροβολητές μας, πώς να βομβαρδίζουν πιο συστηματικά για να έχουν καλύτερα αποτελέσματα. Δηλαδή, πώς να γκρεμίσουν τα τείχη της Πόλης μια ώρα νωρίτερα.

Ο Βράκοβιτς έστειλε ένα διαλεγμένο του σώμα ιππικού στο σουλτάνο με το Σέρβο βοϊβόδα Υαξά, το οποίο ενώθηκε με τις δυνάμεις του Μπελήρμπεη Καρατζά πασά και πολεμά εναντίον σας στα μέρη της Σηλύμβριας.

Οι δεσπότες του Μυστρά και της Νότιας Ελλάδας δεν είναι σε θέση να κάνουν το παραμικρό για να σας ανακουφίσουν, γιατί ή καταστράφηκαν και διαλύθηκαν τελείως ή εμποδίζονται απ’ τις μεγάλες δυνάμεις των γιων του Τουραχάν πασά Αχμέτ και Ομάρ κι αδυνατούν να σας στείλουν οποιαδήποτε βοήθεια. Οι ίδιες δυνάμεις μας φράζουν και το δρόμο του Σκενδέρμπεη, τον οποίο και απέκλεισαν βαθιά στην Αλβανία.

Όσο για τους Λατίνους, μην περιμένετε τίποτα απ’ αυτούς. Δεν το κρύβω, πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε φήμη στο στρατό μας, ότι μεγάλος βενετικός στόλος φάνηκε στο Αιγαίο και πλέει για την Κωνσταντινούπολη. Στους στρατιώτες μας, που δεν γνώριζαν καλά τα πράγματα και δεν μαθαίνουν ποτέ λεπτομέρειες, δεν άρεσε καθόλου η διάδοση αυτή και μάλιστα τους λύγισε κάπως κι άρχισαν να θορυβούνται. Τελευταίες, όμως, συγκεκριμένες πληροφορίες πιστοποιούν καθαρά και επιβεβαιώνουν απόλυτα την απουσία όχι στόλου αλλά έστω και ενός πολεμικού πλοίου των Λατίνων στα νερά αυτά. Τις θέσεις και τις διαθέσεις του πάπα τις γνωρίζεις, γαληνότατε αυτοκράτορα, καλύτερα από μένα. Παρ’ όλα αυτά, επαναλαμβάνω και πάλι, ότι οι άνθρωποι του Μωάμεθ, που βρίσκονται από καιρό σταλμένοι στα διάφορα ιταλικά κράτη, μας ειδοποιούν, ότι κανένας στόλος ή άλλη βοήθεια δεν έφυγε για εδώ κι ούτε και υπάρχει καμιά συγκεκριμένη πρόθεση για τέτοια ενέργεια. Το μόνο που διαπιστώνουν οι απεσταλμένοι μας στη Δύση είναι μόνο ασήμαντες, μεμονωμένες και σπασμωδικές κινήσεις των Λατίνων, χωρίς καμιά θετική προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή.

Επίσης, ο Μωάμεθ έχει υπόψη του και τις διαφορές που έχετε εδώ μεταξύ σας, μέσα στην ίδια την πόλη σας. Οι μισοί θέλουν τον πάπα και την ένωση με τη Δύση και οι άλλοι μισοί καταριούνται τους Λατίνους και τον καθολικισμό και μάλιστα πολλοί, πάρα πολλοί απ’ αυτούς, ανοιχτά τάσσονται υπέρ του Μωάμεθ και βλέπουν με καλύτερο μάτι το Ισλάμ.

Είναι γνωστό σε όλους, ότι μεγάλο μέρος του λαού της Κωνσταντινούπολης κι όλος σχεδόν ο κλήρος πιστεύουν, ότι ο Θεός σας απέσυρε την προστασία του απ’ την Πόλη και ότι η Παρθένος Μαρία δεν πρόκειται να παρουσιαστεί και τούτη τη φορά πάνω στις επάλξεις και να προστατέψει τα τείχη απ’ τις επιθέσεις του στρατού του Μωάμεθ, όπως διακηρύσσουν οι καλόγεροι ότι έκανε παλιότερα, όταν η Πόλη πολιορκήθηκε χωρίς επιτυχία απ’ το Μουράτ το δεύτερο. Ο ίδιος ο κλήρος σας διατυμπανίζει ότι, ύστερ’ απ’ τη λειτουργία που κάνατε με τους Λατίνους στις 12 Δεκεμβρίου στην Αγία Σοφία, προσβάλατε το Θεό και μολύνατε τη θρησκεία σας με την παρουσία των αιρετικών της Δύσης και ως εκ τούτου, ο Θεός σας σας εγκατέλειψε. Δεν υπάρχει αμφιβολία, λένε οι καλόγεροί σας, ότι οι πατέρες και οι προπάτορές σας αμάρτησαν επιδιώκοντας ένωση με τη Δύση και ως εκ τούτου, για τις αμαρτίες εκείνων και για τις δικές σας αμαρτίες, είναι επόμενο σήμερα και δίκαιο ο Θεός να σας τιμωρήσει. Ας μην ζητούμε, φωνάζει ο λαός σας, να αποφύγουμε την τιμωρία. Κι οι παπάδες σας διερωτούνται: Είναι σωστά να συνεχίζουμε τον πόλεμο και να αντιστεκόμαστε στο θέλημα του Θεού[1];

Ανακεφαλαίωσα με λίγα λόγια τα πράγματα και τα ανέφερα ωμά, όπως τα ξέρουμε και όπως στην πραγματικότητα είναι, για να καταλήξω στις συγκεκριμένες προτάσεις του σουλτάνου.

Επειδή, όπως φαίνεται, η τύχη της Κωνσταντινούπολης είναι μάλλον προδιαγραμμένη και επειδή, όπως δηλώνουν καθαρά και οι ιεράρχες σας, οι καλόγεροι και σχεδόν όλος ο κλήρος της πόλης και όπως, ίσως σωστά λένε όλοι αυτοί, σύμφωνα με τα εύγλωττα και ολοκάθαρα ουράνια σημεία τα οποία παρουσιάστηκαν τον τελευταίο καιρό, είναι θέλημα Θεού και δεδηλωμένη θέληση του μεγάλου Αλλάχ, η Πόλη να πέσει στα χέρια του Μωάμεθ, γι’ αυτό και, για να αποφευχθούν τα δεινά μιας καταστρεπτικής εφόδου, ο μεγάλος μας σουλτάνος προτείνει τα εξής:

Επιτρέπει στον αυτοκράτορα μ’ όλους τους αυλικούς και τους άρχοντές του να εγκαταλείψουν την πόλη και να φύγουν σώοι και αβλαβείς, μ’ όλα τους τα πλούτη και τους θησαυρούς τους, όπου αυτοί θέλουν. Επίσης, δηλώνει ότι είναι πρόθυμος να επιτρέψει σ’ όσους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης θέλουν να φύγουν, να εγκαταλείψουν την πόλη παίρνοντας μαζί τους όσα απ’ τα υπάρχοντά τους θέλουν και μπορούν να συναποκομίσουν.

Επιπλέον, εγγυάται για την απόλυτη ασφάλεια της ζωής και περιουσίας όλων εκείνων των κατοίκων, αδιάκριτα βαθμού και κοινωνικής θέσης που θα θελήσουν να παραμείνουν στην πόλη. Υπενθυμίζει δε σε όλους την εγγύηση που υποσχέθηκε και που τήρησε, καθώς και τα προνόμια που παραχώρησε ο πατέρας του, ο ένδοξος Μουράτ, στην πόλη και στους κατοίκους των Ιωαννίνων, όταν του παρέδωσαν την πόλη τους αμαχητί το 1430.

Επίσης, παραχωρεί στον αυτοκράτορα την ηγεμονία της Πελοποννήσου και υπόσχεται να τοποθετήσει τους αδελφούς σου και τους δυο δεσπότες σ’ άλλες περιοχές, τις οποίες αυτοί θα προτιμούσαν ή ο Μωάμεθ θα διάλεγε γι’ αυτούς.

Εάν οι όροι του σουλτάνου γίνουν αποδεκτοί, η πολιορκία λύνεται και ο πόλεμος τελειώνει αμέσως. Εάν, όμως, δεν καταστεί δυνατή η ειρηνική παράδωση της πόλης, τότε θα διατάξει γενική έφοδο και θα πάρει την πόλη με το ξίφος. Στην περίπτωση δε που θα συναντήσει αντίσταση και θα αναγκαστεί να περάσει τα τείχη πολεμώντας, τότε η πόλη και όλοι οι κάτοικοί της αδιάκριτα θα αφεθούν στη διάθεση του τουρκικού στρατού και των γενιτσάρων. Στην περίπτωση αυτή, είμαι υποχρεωμένος να υπενθυμίσω μετά λύπης μου σ’ όλους τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, ότι την πόλη τους κι αυτούς τους ίδιους τους περιμένει η τύχη της Θεσσαλονίκης και του λαού της, ο οποίος απέρριψε τις προτάσεις του μεγαλόψυχου Μουράτ του δεύτερου και προτίμησε τον πόλεμο παρά την ειρηνική παράδωση της πόλης του[2].

Ο Ισμαήλ πασάς σταμάτησε στο σημείο αυτό και για λίγο επικράτησε σιγή στην αίθουσα των συνομιλητών. Ο εμίρης της Σινώπης είχε την εντύπωση ότι, με τα όσα είπε στον αυτοκράτορα, είχε κάνει το καθήκον του και σα φίλος και σαν πρεσβευτής.

Κοίταξε για μια στιγμή τον Κωνσταντίνο και είπε.

-Σε ικετεύω να δεχθείς τους όρους του Μωάμεθ. Είναι κρίμα, τόσος λαός και τέτοια πόλη να περάσουν από φωτιά και σίδερο.

Ο αυτοκράτορας, με συγκρατημένο και ήρεμο όσο μπορούσε ύφος αλλά με έκδηλη την ταραχή στο πρόσωπό του, είπε στον Ισμαήλ πασά.

-Σαν φίλο σ’ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον που δείχνεις για την δοξασμένη και ξακουστή Κωνσταντινούπολη, για τους γενναίους υπερασπιστές της και όλους τους ατρόμητους κατοίκους της. Σαν απεσταλμένο του σουλτάνου σου απαντώ ότι, το να παραδώσω την πόλη δεν είναι έργο και δικαίωμα δικό μου ή οποιουδήποτε άλλου εκ των αρχόντων ή των κατοίκων της. Διότι, υπάρχει κοινή γνώμη και θέληση, να πεθάνουμε όλοι αν χρειαστεί γι’ αυτήν την πόλη και να μην λυπηθεί κανείς να θυσιάσει τη ζωή του για την ελευθερία της[3].

Δεχόμαστε την ειρήνη και υποσχόμεθα να την κρατήσουμε πιστά, όπως κάναμε και στο παρελθόν αλλά με άλλους όρους. Την παρούσα κρίση δεν την προκαλέσαμε εμείς και ούτε γίναμε αιτία για να μπλεχτούν έτσι τα πράγματα και να φθάσουν σε πόλεμο. Κτίσατε το μεγάλο φρούριο στο Βόσπορο πάνω σε καθαρά ελληνικά εδάφη και δε σας εμποδίσαμε. Παρ’ ότι εσείς παραβιάσατε ισχύουσες συνθήκες και αθετήσατε και πατήσατε τους όρκους των προγόνων σας, εμείς, αντί να σας χτυπήσουμε, σας στείλαμε τρόφημα για τους εργάτες σας και τους στρατιώτες σας και διατάξαμε τους κατοίκους των γύρω περιοχών, να επιτρέψουν αναντίρρητα τη βοσκή των ζώων σας στα κτήματά τους. Αντί λοιπόν, στηριζόμενοι σε ισχύουσες συμφωνίες μεταξύ Βυζαντίου και Τούρκων, οι οποίες έλεγαν καθαρά ότι δεν επιτρέπεται ουδέποτε και για κανένα λόγο να κτιστεί απ’ το σουλτάνο κανένα οχυρό πάνω σε ευρωπαϊκή ακτή και απέναντι απ’ το οχυρό Γκεζίλ χισάρ που έχτισε ο Βογιατζίτ, να σας χτυπήσουμε, εμείς, για το καλό της ειρήνης, αγνοήσαμε τις ενέργειές σας αυτές. Δε σας δώσαμε καμία αφορμή να ερημώσετε ολόκληρα χωριά και ούτε ποτέ αποκεφαλίσαμε πρεσβευτές σας, τους οποίους πάντοτε θεωρούσαμε και θεωρούμε πρόσωπα ιερά και απαραβίαστα. Γιατί λοιπόν, εφόσον λέγει ο σουλτάνος σας ότι υποστηρίζει την ειρήνη και δεν θέλει τη συνέχιση του πολέμου, δεν λύνει την πολιορκία χωρίς όρους, αφού εμείς δεν φταίξαμε σε τίποτα κι ούτε γίναμε αίτιοι του καταστρεπτικού αυτού πολέμου;

Επρότεινα στο Μωάμεθ και τούτο πάλι για το καλό της ειρήνης, να πληρώσει η Κωνσταντινούπολη μια αποζημίωση και να βρεθεί κάποια λύση και να αποφευχθούν οι σκοτωμοί και τα κακά του πολέμου, τα οποία και συ και οι ακόλουθοί σου τόσο πολύ απεχθάνεσθε. Είμαι έτοιμος να αυξήσω το ποσόν που πρότεινα. Για το σκοπό αυτό θα στείλω μαζί σας αντιπρόσωπό μου στο Μωάμεθ, για να τον διαβεβαιώσει κι αυτός για τις απόψεις μου και να φέρει πίσω την απάντησή του.

Ας θυμηθεί, όμως, ο σουλτάνος, ότι δεν είναι δυνατό να αφήνει κανείς εύκολα τον εαυτό του να γίνεται λεία των άλλων. Το να παραδώσω την Πόλη δεν εξαρτάται ούτε απ’ τη δική μου δύναμη ούτε απ’ τη δύναμη κανενός άλλου εδώ.

Και, τονίζοντας τις τελευταίες του λέξεις, πρόσθεσε.

-Είμεθα όλοι εδώ προετοιμασμένοι να πεθάνουμε και θα το πράξουμε χωρίς καμιά λύπη, αν χρειαστεί[4].

Με τα λόγια αυτά, τα οποία και πάλι ο Μεχμέτ αγάς έβρισκε σωστά και δίκαια, τελείωσε ο αυτοκράτορας τη διατύπωση των απόψεών του και σηκώθηκε όρθιος. Αυτό έδειχνε, ότι οι συζητήσεις τελείωσαν και η ειρήνη ή ο πόλεμος εξαρτιόταν πλέον απ’ τη στάση του Μωάμεθ.

Αργά το απομεσήμερο, οι φρουροί ψηλά απ’ τα τείχη της πύλης του Ρωμανού είδαν μια συνοδεία καβαλάρηδων να έρχεται προς το μέρος τους απ’ την κατεύθυνση των Βλαχερνών. Γρήγορα οι καβαλάρηδες πέρασαν μέσα στον εσωτερικό περίβολο των πύργων και ο αξιωματικός της πτέρυγας ξαμπάρωσε το παραπόρτι του εξωτερικού τείχους και τους άνοιξε να περάσουν και να βγουν έξω απ’ τα τείχη. Η συνοδεία, μ’ ένα παραπάνω άτομο αυτή τη φορά, άφηνε πίσω της τα οχυρά της Κωνσταντινούπολης και, με τον ίδιο ρυθμό που ήρθε, ξαναγύριζε στο τουρκικό στρατόπεδο κι ανέβαινε το ύψωμα του Μάλτεπε, τραβώντας ίσια για τη σκηνή του Μωάμεθ. Αντιπρόσωπος του Κωνσταντίνου ήταν ο αξιωματικός Βατάζης.

Ο μικρόσωπος τοξότης απ’ τα Επιβατά κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες των επάλξεων κι έτρεξε στον αξιωματικό που μόλις είχε γυρίσει στη θέση του, αφού πρώτα έβαλε ξανά πίσω τις αμπάρες στο παραπόρτι και το σφάλισε με σιγουριά.

-Τι ήταν αυτή η συνοδεία που πέρασε νωρίτερα μέσα και ξανάφυγε τώρα για το τουρκικό στρατόπεδο; Ρώτησε με αγωνία τον αξιωματικό.

–Ήταν Τούρκοι απεσταλμένοι, απάντησε ο αξιωματικός. Ήρθαν να ζητήσουν φαίνεται να παραδοθούμε.

-Μπορεί να ήρθαν να προτείνουν λύση της πολιορκίας, είπε με κάποια χαρά ο τοξότης και κοίταξε μ’ ένα βλέμμα τον αξιωματικό του, σα να ήθελε να του πει: ‘’Πώς σου φαίνεται κι αυτή η περίπτωση; Δεν είναι κι αυτό μια πιθανότητα;’’

Ο αξιωματικός κατάλαβε τις σκέψεις του στρατιώτη του και του είπε.

-Αν οι βάρβαροι απέξω αποφασίσουν να λύσουν την πολιορκία, δεν χρειάζεται να μας ρωτήσουν, για να τους πούμε εμείς με τι όρους θέλουμε να λύσουν την πολιορκία τους και να μας αφήσουν ελεύθερους. Απλώς, τα μαζεύουν και φεύγουν. Φαίνεται, όμως, πως το πράγμα δεν είναι και τόσο απλό και θέλει συζήτηση, γι’ αυτό και πάει μαζί τους απεσταλμένος του αυτοκράτορα.

Ο τοξότης κατάλαβε τη γκάφα του και, προσπαθώντας να σκεπάσει τα πράγματα, ρώτησε βιαστικά.

-Ποιοι ήταν οι Τούρκοι απεσταλμένοι; Φαίνονται μεγάλοι άνθρωποι. Έμοιαζαν με πασάδες.

Ναι, είπε ο αξιωματικός. Ήταν πασάδες, αγάδες, ουλεμάδες και άλλοι μικρότεροι αξιωματικοί του σουλτάνου.

Ο τοξότης τον κοίταζε με περιέργεια και τον άκουγε με προσοχή, σα να περίμενε ν’ ακούσει και κάποιο δεύτερο μέρος της απάντησης. Το ενδιαφέρον του έμεινε έντονο και αμετάβλητο κι ο αξιωματικός κατάλαβε, ότι ο μικρόσωμος συμπολεμιστής του δεν έμεινε ικανοποιημένος απ’ την αόριστη αυτή απάντηση που του έδωσε, γι’ αυτό και συνέχισε.

-Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Μεχμέτ αγάς. Αξιωματικός των γενιτσάρων της φρουράς του Μωάμεθ και προσωπικός υπασπιστής του, δεύτερος σε βαθμό απ’ όλη την ομάδα των Τούρκων που μας επισκέφτηκαν και υπαρχηγός της αποστολής. Αρχηγός της αποστολής ήταν ο άλλος με το λαμπερότερο σαρίκι και το ψαρί άλογο. Αυτός ήταν ο Ισμαήλ πασάς, εμίρης της Σινώπης, ξάδερφος του σουλτάνου και γιος του Ισφεντήρ χαν, του άλλοτε γενικού αρχηγού των γενιτσάρων, που, ακολουθώντας τον Καρατζά πασά τον περασμένο Φεβρουάριο, ρήμαξε τις παραλίες μας στη Μαύρη Θάλασσα, λεηλάτησε κι ερήμωσε την Πέρινθο, την Αγχίαλο, τη Μεσήμβρια, τη Βιζύη, τον Άγιο Στέφανο και άλλες πόλεις, χωριά και φρούρια, που βρίσκονταν στις βόρειες ακτές της Προποντίδας στον Εύξεινο Πόντο κι έσφαξε τους κατοίκους των Επιβατών[5].

Με τις τελευταίες αυτές λέξεις του αξιωματικού, ο τοξότης χλόμιασε, σκοτείνιασαν τα μάτια του κι έχασε την ισορροπία του. Ήταν έτοιμος να πέσει κάτω. Έβαλε τα δυνατά του όμως. Συγκρατήθηκε, ακούμπησε στον τοίχο και κρατήθηκε.

Ο αξιωματικός, γυρισμένος προς άλλη κατεύθυνση, συνέχισε να απαριθμεί τα ονόματα των άλλων μελών της τουρκικής αποστολής και δεν πρόσεξε τον ξαφνικό κλονισμό του στρατιώτη του.

Ο κοντός τοξότης απ’ τα Επιβατά, ζαλισμένος και μη μπορώντας να δώσει πλέον προσοχή στα λόγια του αξιωμτικού του, άρχισε ν’ ανεβαίνει τρικλίζοντας τα σκαλιά ξαναγυρίζοντας στη θέση του.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ ΕΝΟΧΟΙ”, Έκδοση 1980,
Μελβούρνη, Αυστραλία



[1]  Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .’’         Σελίδα        189.
[2]  Σουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’        Σελίδα         284.
[3]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’      Σελίδα         286.
     Pears E.  ‘’The Destruction . . . ‘’              Σελίδα         283   σημ.   1.
[4]  Mijiatovic C.  ‘’The Lats Emperor . . .’’       Σελίδα     190.
   Δούκα Μ. ‘’Χρονικό της Άλωσης’’   Εκδ. Βόννης     Σελίδα     266.
[5]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’              Σελίδα      49.

Author: Μνήμες