Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 25

ΟΙ ΑΣΗΜΟΙ ΠΕΡΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Καταφανής ήταν η αποθάρρυνση στα πρόσωπα των συνέδρων και έκδηλη η αλλοίωση των χαρακτηριστικών τους απ’ τους ολοήμερους και ολονύχτιους αγώνες τους στα τείχη.

Είχαν συγκεντρωθεί και πάλι σήμερα στο παλάτι των Βλαχερνών, για να εξετάσουν την πορεία του πολέμου και να πάρουν διάφορα μέτρα για την καλύτερη άμυνα της Πόλης.

-Τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα, είπε ο αυτοκράτορας αρχίζοντας τη συζήτηση. Οι εχθροί, με τις αλλεπάληλες επιθέσεις τους, προσπαθούν να μας κουράσουν και να μας αδυνατίσουν. Παρ’ ότι έκαναν τρεις μεγάλες εφόδους ως τώρα και παρ’ ότι και στις τρεις δεν είχαν κανένα απολύτως αποτέλεσμα ή όφελος, παρά μόνο απώλειες, εντούτοις επιμένουν να μας πιέζουν μέρα και νύχτα ασταμάτητα. Αυτό δείχνει, αφ’ ενός μεν το πείσμα και την επιμονή του σουλτάνου, αφ’ ετέρου δε την αδιαφορία του για τη φθορά του στρατού του, πράγμα το οποίο πάλι σημαίνει ότι έχει πολυάριθμες εφεδρείες και οι απώλειές του σε στρατιώτες, όσο μεγάλες κι αν είναι, δεν τον πτοούν. Το σημείο αυτό θα πρέπει να το προσέξουμε ιδιαίτερα και να ρυθμίσουμε την άμυνά μας ανάλογα.

-Μεγαλειότατε, είπε ο Ιωάννης Δαλμάτης. Το πείσμα του Μωάμεθ είναι αλύγιστο και θα κάνει το παν για να πραγματοποιήσει το σκοπό του. Όπως όλοι μας διαπιστώνουμε, μεταχειρίζεται όλα τα μέσα για να κάνει τη θέση μας δυσκολότερη. Μέχρι τώρα, ανακαλύψαμε αρκετά ορύγματα, είδος υπονόμων, με τα οποία προσπαθεί να περάσει υπογείως στρατιώτες του μέσα στην πόλη και να μας αιφνιδιάσει. Προς το σκοπό αυτό έχει επιστρατεύσει τους πιο καλούς και πεπειραμένους υπονομοποιούς των χρυσορυχείων και των ασημορυχείων της Σερβίας. Σέρβοι μιναδόροι απ’ το Νόβο-Μπρόντο ήταν εκείνοι που έσκαψαν τη μεγάλη υπόνομο προς την Καλιγαρία προ ημερών. Ευτυχώς που ο μηχανικός μας Ιωάννης Γκραντ δεν είναι καθόλου κατώτερος σε γνώσεις και ικανότητα απ’ τον ονομαστό Ουρβανό, ο οποίος, δυστυχώς, τόσο προδοτικά φέρθηκε κι έφυγε στον εχθρό. Με πρωτοβουλία του Γκραντ περιτρέξαμε την πόλη και συγκεντρώσαμε κι εμείς τους καλύτερους υπονομοποιούς και μεταλλωρύχους που διαθέτουμε. Συγκροτήσαμε συνεργεία τα οποία περιπολούν τις περιοχές κοντά στα τείχη και καταβάλλουν κάθε προσπάθεια, ώστε να ανακαλύψουν την τυχόν κατασκευή τουρκικών υπονόμων όσο το δυνατό νωρίτερα. Έτσι ανακαλύφθηκε η υπόνομος εκείνη της Καλιγαρίας, που αρκετά φόβησε τους μαχητές και το λαό.

Το οξύ και ευερέθιστο αφτί των πεπειραμένων αυτών ανθρώπων, αμέσως και έγκαιρα συνέλαβε τους υπόκοφους θορύβους της εκσκαφής της τουρκικής υπονόμου, μόλις αυτή προσπέρασε τα τείχη και είχε μπει στην πόλη. Αμέσως, οι άνθρωποί μας άρχισαν την εκσκαφή ανθυπονόμου, η οποία γρήγορα και σε κατάλληλο σημείο βρήκε την τουρκική σήραγγα. Έτσι, μέσα στην υπόνομο των εχθρών ρίχτηκε φωτιά, η οποία έκαψε και κατέστρεψε όλα τα πρόχειρα στηρίγματά της. Η σήραγγα κατέρευσε και όλοι οι εχθροί που βρέθηκαν μέσα σ’ αυτήν θάφτηκαν στα χαλάσματά της.

Χθες επίσης, στο ίδιο περίπου σημείο και λίγα μόνο βήματα μακριά απ’ τα τείχη, είδαμε ξαφνικά να έχει υψωθεί μεγάλος ξύλινος πύργος αρκετά γερής και ανθεκτικής κατασκευής. Στην αρχή επικράτησε η εντύπωση, ότι ο πύργος εκείνος ήταν ένα κατασκεύασμα με το οποίο οι εχθροί πιθανό να προσπαθούσαν να πλησιάσουν και να ανεβούν στα τείχη, γι’ αυτό και οι υπερασπιστές των τειχών προετοιμάζονταν να τον αντιμετωπίσουν με τα συνήθη μέσα αντιμετώπισης οχυρών πύργων. Ύποπτοι αραιοί, όμως, κρότοι, τους οποίους και πάλι συνέλαβε το αφτί των υπονομοποιών μας, εθορύβησαν τα συνεργεία μας αυτά, τα οποία τελικά ανακάλυψαν και κατέστρεψαν άλλη εχθρική υπόνομο, η οποία ήταν υπό κατασκευή και η οποία ξεκινούσε κάτω απ’ τον υποτιθέμενο πύργο. Ο πύργος αυτός δεν ήταν παρά ένα έξυπνο τέχνασμα, ένα κάλυμα του ανοίγματος της υπονόμου και ένας καλά καμουφλαρισμένος χώρος για την απόκρυψη του χώματος, το οποίο έβγαζαν οι εργάτες απ’ την εκσκαφή της σήραγγας.

Όσον αφορά, λοιπόν, τα πονηρά αυτά τεχνάσματα του Μωάμεθ και τις απόπειρες των Τούρκων για να ανοίξουν υπόγειες διαβάσεις προς την πόλη εξουδετερώθηκαν τουλάχιστον προς το παρόν, απ’ την ικανότητα του Αυστριακού μηχανικού μας και την οξυδέρκεια των ανθρώπων του.

Εκείνο το οποίο μας απασχολεί άμεσα σήμερα είναι η φθορά που προξενούν στα τείχη τα μεγάλα πυροβόλα του εχθρού. Οι βολές τους τελευταία έγιναν πυκνότερες κι αποτελεσματικότερες. Τα πέτρινα βλήματα που πέφτουν πάνω στα τείχη φθάνουν τις χίλιες και χίλιες διακόσιες λίτρες. Η δύναμή τους είναι τρομερή κι ανυπολόγιστη. Η ορμή τους μεγάλη κι ακατανίκητη. Οι ζημιές που προξενούν στα τείχη τα κανόνια τους είναι τεράστιες. Επιβάλλεται, λοιπόν, να στρέψουμε την προσοχή μας προς την κατεύθυνση αυτή και να προσπαθούμε να επισκευάζουμε σίγουρα και όσο πιο γρήγορα μπορούμε τα ρήγματα που προξενούνται στα τείχη και στα φρούρια απ’ τα κανόνια.

Ύστερ’ απ’ το Δαλμάτη, το λόγο πήρε ο αρχηγός των Γενουατών πολεμιστών Ιωάννης Ιουστινιάνης, ο οποίος και είπε.

-Τελευταία, παρατηρήθηκε κάποια αδιαφορία προς το καθήκον από μέρους ορισμένων μαχητών και συχνή αδικαιολόγητη και πολύωρη εγκατάλειψη των θέσεων της αμύνης απ’ τους φρουρούς. Πρόχειρη δικαιολογία για τη στάση αυτή των στρατιωτών είναι, ότι αναγκάζονται να επιστρέφουν στα σπίτια τους, για να φροντίσουν για τη διατροφή και τη συντήρηση των οικογενειών τους. Βέβαια, οι ελλείψεις μας είναι μεγάλες και η εξεύρεση τροφίμων δυσκολότερη. Ως εκ τούτου, ίσως να υπάρχει κάπου στην όλη υπόθεση και λίγο δίκιο για τους στρατιώτες. Η ασυλλόγιστη, όμως και σχεδόν κατά βούληση εγκατάλειψη των τειχών απ’ τους φρουρούς, σημαίνει οπωσδήποτε το θάνατο όλων των πολιορκημένων. Μια τέτοια τακτική είναι θάνατος για τους αδιαφορούντες για τις θέσεις τους στρατιώτες, είναι θάνατος για τις οικογένειές τους, είναι θάνατος για την ίδια την πόλη. Υπάρχουν οπωσδήποτε και τελείως αδικαιολόγητοι στρατιώτες –αν υποτεθεί ότι έστω και προς στιγμή θα θεωρήσουμε ορισμένους δικαιολογημένους- οι οποίοι, απερίσκεπτα και τελείως ασυνείδητα, προσπαθούν να αποφύγουν τις ταλαιπωρίες των τειχών και βρίσκονται ανάμεσα στον πληθυσμό, αδιαφορώντας συστηματικά για το χρέος τους προς τον αυτοκράτορα και την πόλη.

Επιβάλλεται νομίζω, όπως, οι άρχοντες οι οποίοι έχουν αναλάβει τη διανομή των τροφίμων στο λαό εντείνουν τις προσπάθειές τους και εξασφαλίσουν, κατά το δυνατόν με τα εφόδια που διαθέτουν, την τακτική διανομή τροφίμων, ώστε να απαλλαγούν οι στρατιώτες από κάθε οικογενειακή φροντίδα και να αφοσιωθούν αποκλειστικά και μόνο στις ασχολίες του πολέμου. Επίσης, καλό θα ήταν, οι άρχοντες, οι διοικούντες τα εφεδρικά τμήματα, να ερευνούν και να συλλαμβάνουν τους φρουρούς, οι οποίοι αδικαιολόγητα εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να τους αναγκάζουν να επιστρέφουν πάραυτα στα τείχη. Βέβαια, τα κρούσματα τέτοιων εγκαταλείψεων είναι προς το παρόν σποραδικά και μάλλον μεμονωμένα. Γρήγορα, όμως, θα γίνουν επικίνδυνα αν ξεφύγουν τον έλεγχό μας. Και τούτο θα συμβεί οπωσδήποτε, αν δεν τα προβλέψουμε από τώρα και δεν πάρουμε αμέσως τα κατάλληλα και επιβεβλημένα μέτρα.

Το συμβούλιο παραδέχτηκε τις σωστές απόψεις του Ιουστινιάνη και αποφάσισε, όπως προσεχθεί καλύτερα ο επισιτισμός των κατοίκων και διέταξε όπως η διανομή τροφίμων γίνεται δίκαια και αδιάκριτα σ’ όλο το λαό. Επίσης, διέταξε να παταχθεί οπωσδήποτε η εγκατάλειψη θέσεων απ’ τους μαχητές. Η εποπτεία των προσπαθειών αυτών και η λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ανατέθηκε στο μεγαδούκα Λουκά Νοταρά, ο οποίος είχε και τη διοίκηση των εφεδρικών τμημάτων του στρατού.

Μετά, πήρε το λόγο ο αρχιεπίσκοπος της Χίου Λεονάρδος και είπε.

-Μεγαλειότατε, μεγάλοι άρχοντες και στρατηγοί. Η καρδιά μου πονά και ματώνει όσο αισθάνομαι την καρδιά της Πόλης να σπαράσσεται από το φοβερό άλγος και τα δεινά της πολιορκίας. Όσο, όμως, οι δοκιμασίες της άγιας Πόλης πολλαπλασιάζονται τόσο αυξάνει και η δική μου θέληση και η δύναμη να πολεμήσω μαζί με τους ανθρώπους μου στα τείχη και να αγωνιστώ μαζί μ’ όλους τους μαχητές και τους πολιορκούμενους για τη σωτηρία της. Για τη δόξα του μεγάλου μας αυτοκράτορα και το μεγαλείο και την πίστη του Χριστού μας. Ενώ, όμως, οι φτωχοί μαχητές και οι απλοί άνθρωποι υποφέρουν στα τείχη και στις επάλξεις απ’ τις κακουχίες του πολέμου και βαστούν τα βάρη της πολιορκίας, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι ευκατάστατοι, άνθρωποι πλούσιοι, οι οποίοι δυστροπούν στις εκκλήσεις του αυτοκράτορα και αρνούνται να προσφέρουν τις κρίσιμες αυτές στιγμές τα πλούτη τους και τα υπάρχοντά τους για τη σωτηρία της Πόλης.

Σ’ όλους μας έκανε προ ημερών αλγεινή εντύπωση η απαίτηση ορισμένων φτωχών τεχνιτών, όταν αξίωσαν να αμειφθούν για την εργασία που προσέφεραν κατασκευάζοντας μερικά σανιδώματα για την επισκευή των τειχών και την κάλυψη των ρηγμάτων που είχαν προξενήσει τα τουρκικά πυροβόλα. Η μικρή απαίτηση των φτωχών εκείνων εργατών, κάτω απ’ τις παρούσες κρίσιμες συνθήκες, ίσως μας συνταράζει και μας εκνευρίζει. Μας αφήνει, όμως, τελείως απαθείς και περνά καθ’ όλα απαρατήρητη, τουλάχιστον φαινομενικά, η συστηματική αδιαφορία των πλουσίων και η επίμονη άρνησή τους να προσφέρουν κι αυτοί κάτι σημαντικό, κάτι ανάλογο με τα πλούτη τους και τις περιστάσεις για τη σωτηρία της πόλης μας. Απαθείς και αδιάφοροι παρέμειναν οι κάτοχοι του χρυσίου και συστηματικά και κατά γενικόν κανόνα κώφευσαν οι άνθρωποι αυτοί στις εκκλήσεις του μεγάλου μας αυτοκράτορα. Η συστηματική αδιαφορία τους και η επίμονη άρνησή τους ανάγκασαν τον αυτοκράτορα, για να μην δυσαρεστήσει τους πλούσιους αλλά ασυγκίνητους υπηκόους του, να καταφύγει στις εκκλησίες και στα μοναστήρια και να λυώσει ή να πουλήσει ιερά σκεύη και άγια κειμήλια για την εξεύρεση χρημάτων[1]. Τη στιγμή που ο καρδινάλιος Ισίδωρος θυσιάζει τους τελευταίους του πόρους για να αγοράσει πολεμικά εφόδια και να επισκευάσει τα τείχη και τους πύργους του τμήματος που του ανέθεσαν να φυλάξει, οι πλούσιοι Βυζαντινοί γαιοκτήμονες παραμένουν ψυχροί και ασυγκίνητοι και με προκλητική αδιαφορία αρνούνται επιδεικτικά να προσφέρουν τον οβολόν τους για τη σωτηρία της πόλης τους.

Έχοντας υπόψη, λοιπόν, το κρίσιμο των περιστάσεων, κάνω κι εγώ έκκληση σ’ όλους τους δυνάμενους να προσφέρουν, λαϊκούς και κληρικούς, να κάνουν το καθήκον τους, έστω και την τελευταία στιγμή και να διαθέσουν τα πλούτη τους για την άμυνα και τη ζωή της Κωνσταντινούπολης. Αν η πόλη σωθεί θα ζήσουν κι αυτοί και γρήγορα θα ξαναφτιάξουν τις περιουσίες τους και θα γεμίσουν και πάλι τα ταμεία τους. Αν, όμως, η πόλη χαθεί, θα χαθούν κι αυτοί και τα πλούτη τους θα εξαφανιστούν για πάντα.

Τα λόγια αυτά του αρχιεπισκόπου Λεονάρδου υποστήριξε ο Γεώργιος Φραντζής, ο οποίος πήρε το λόγο και είπε.

-Στον αντιπρόσωπο του Μωάμεθ, στον εμίρη της Σινώπης Ισμαήλ πασά, ο οποίος ήρθε προχθές για να ζητήσει την παράδοση της πόλης, προτείναμε να του πληρώσουμε ένα μεγάλο και υπέρογκο ποσόν, αν αποφασίσει να λύσει την πολιορκία. Ο αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα, ο οποίος επισκέφτηκε το Μωάμεθ ακολουθώντας τον Ισμαήλ πασά κατά την επιστροφή του στο τουρκικό στρατόπεδο, επέστρεψε και μας πληροφόρησε, ότι ο σουλτάνος δεν δέχεται να λύσει την πολιορκία με τους όρους που του προτείναμε. Μας διαβεβαιώνει, όμως, ότι το προτεινόμενο εκ μέρους μας ποσόν τον συγκίνησε κάπως και παρ’ ότι κατέβαλε προσπάθειες να φανεί προς στιγμή αδιάφορος, έμεινε για αρκετή ώρα σκεπτικός. Βέβαια, η τελική απάντησή του ήταν να του παραδώσουμε την πόλη χωρίς όρους. Μάλιστα, είπε χαρακτηριστικά τα εξής: ‘’Ή την πόλη και το ξίφος ή το Ισλάμ[2].’’

Αλλά, αν υποτεθεί και αλλάξει γνώμη, είτε από δική του πρωτοβουλία, είτε ο μεγάλος βεζίρης Χαλλίλ πασάς κατορθώσει και τον μεταπείσει και δεχθεί την προτεινόμενη από μέρους μας αποζημίωση, τότε πού θα βρεθούν τόσα χρήματα; Φυσικά, είναι ευνόητο, ότι δε θα χρειαστεί να καταβάλουμε αμέσως και σε μια πληρωμή ολόκληρο το προτεινόμενο ποσόν. Θα χρειαστεί, όμως, οπωσδήποτε να καταβληθεί μια αρκετά σημαντική και εντυπωσιακή προκαταβολή, η οποία να είναι σε θέση να συγκινήσει το βάρβαρο εχθρό μας και να τον ωθήσει στη λύση της πολιορκίας.

Επίσης, αν ο Μωάμεθ αποφασίσει να συνεχίσει την πολιορκία και τον πόλεμο, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε την άμυνα και τον αγώνα μας. Για τη συνέχιση, όμως, των προσπαθειών μας να σώσουμε την πόλη, χρειάζονται εφόδια, τρόφιμα κι όλα τα απαραίτητα του πολέμου, τα οποία με μεγάλη δυσκολία βρίσκουμε και με μεγαλύτερη δυσκολία αποκτούμε. Οι διάφοροι έμποροι των εφοδίων αυτών, με τη δικαιολογία ότι λόγω του πολέμου ριψοκινδυνεύουν να τα προμυθευτούν και να τα μεταφέρουν ως εδώ, ζητούν να τα πληρώνουμε σε ασυνήθιστα μεγάλες τιμές. Για την προμήθεια, λοιπόν, των εφοδίων αυτών χρειαζόμαστε και πάλι χρήματα και μάλιστα αρκετά.

Επομένως, οποιαδήποτε τροπή και αν πάρουν τα πράγματα, θέλουμε χρήματα. Τα χρήματα αυτά επιβάλλεται να εξευρεθούν αμέσως. Εκτός, αν καταφθάσει ξαφνικά ο στόλος του καπετάν Λορεδανού και δούμε τη θάλασσα του Μαρμαρά να σκεπάζεται από λατινικά πλοία ή αν αναπάντεχα οι στρατιές του Ουνυάδη περάσουν το Δούναβη και ξεχυθούν στη Θράκη. Διαφορετικά, η θέση μας είναι δύσκολη. Γι’ αυτό, συμφωνώ απόλυτα με τα όσα είπε ο άγιος της Χίου Λεονάρδος κι ελπίζω, ότι το συμβούλιο θα εξεύρει τρόπους με τους οποίους ή θα συγκινήσει ή θα εξαναγκάσει τους άρχοντες να προσφέρουν. Επίσης, προτείνω όπως εξετασθεί και πάλι η απομάκρυνση του αυτοκράτορα και της αυτοκρατορικής οικογένειας απ’ την Κωνσταντινούπολη, όσο είναι καιρός.

Και έκλεισε την ομιλία του προσθέτοντας.

-Οι στιγμές είναι κρίσιμες και το θέμα κατεπείγον.

Μετά το Φραντζή, ξαναπήρε το λόγο ο Γενουάτης αρχηγός Ιουστινιάδης και, επωφελούμενος τη νύξη που έκανε ο Φραντζής με τα τελευταία του λόγια, είπε.

-Πραγματικά, οι στιγμές είναι κρίσιμες και η διάσωση του αυτοκράτορα πρωτεύουσα και επιβεβλημένη. Όπως και στο παρελθόν υποστήριξα, έτσι και τώρα επικροτώ και επιμένω στην αναχώρηση του αυτοκράτορα απ’ την Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζω την άμετρη αγάπη του προς τη βασιλεύουσα των πόλεων. Γνωρίζω την αφοσίωσή του στο καθήκον. Και γνωρίζω την επιθυμία του να αγωνιστεί για τον τόπο αυτό και το λαό του. Παρ’ ότι εκτιμώ απόλυτα τα αυθόρμητα και ειλικρινή αισθήματά του και την απόλυτη αφοσίωσή του στο καθήκον, αναγκάζομαι, αναλογιζόμενος τις σημερινές περιστάσεις και προσπαθώντας να σταθμίσω το μελλοντικό κι απώτερο συμφέρον των Ελλήνων και της χριστιανοσύνης, να επιμείνω στις απόψεις μου και να συστήσω με επιμονή την άμεση αναχώρηση του αυτοκράτορα και της αυλής του απ’ την Κωνσταντινούπολη. Διότι, αμέσως μόλις ο αυτοκράτορας βρεθεί έξω απ’ την πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη, θα είνει ελεύθερος να ενεργήσει διαφορετικά, να συναντήσει αρχηγούς χριστιανικών κρατών και πολέμαρχους ηγεμόνες και να καταστεί το κέντρο της συσπείρωσης όλου του έξω ελληνισμού και χριστιανισμού. Θα γίνει έτσι ο συνδετικός κρίκος όλων των χριστιανικών στρατιών των δεσποτών Θωμά και Δημητρίου, του Σκενδέρμπεη και πιθανόν του Βράκοβιτς και του Ουνυάδη και, μαζί με το στόλο των χριστιανικών κρατών της Ιταλίας, θα μπορέσει αποτελεσματικά να επιτεθεί από τα νώτα εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι, μόλις θα βρεθούν μεταξύ των πυρών, θα λύσουν την πολιορκία και θα τραπούν σε άτακτη φυγή. Ίσως μια τέτοια μεγαλοπρεπής επιτυχία μας γίνει αιτία, ώστε να απαλλαγούμε μια για πάντα απ’ τις βάρβαρες ορδές του Μωάμεθ. Θέτω τις γαλέρες μου στη διάθεση του αυτοκράτορα, οι οποίες είναι έτοιμες να τον μεταφέρουν όπου αυτός θελήσει.

Την ώρα ακριβώς που τελείωνε την ομιλία του ο Ιουστινιάδης, ένας γεροδεμένος μεσήλικας ναυτικός, με τραχύ ηλιοκαμένο πρόσωπο, με γκρίζα γένια κι ανακατεμένα ψαρά μαλλιά, μπήκε στην αίθουσα. Υποκλίθηκε με σεβασμό προς τον αυτοκράτορα και τους συνέδρους και πλησίασε το Φραντζή που καθόταν πλησιέστερα προς την πόρτα. Κάτι του ψιθύρισε στο αφτί κι ο άρχοντας, κάνοντας νόημα στο ναυτικό ότι μπορεί να πηγαίνει, σηκώθηκε απ’ το κάθισμά του και με αλλαγμένο ύφος και άχρωμο πρόσωπο πλησίασε προς τον αυτοκράτορα.

Ο ναυτικός ξαναχαιρέτισε σιωπηλά με μια κλίση του κεφαλιού του τον αυτοκράτορα και τους συμβούλους κι έφυγε απ’ την αίθουσα κλείνοντας πίσω του την πόρτα.

-Μεγαλειότατε, είπε με κομμένη ανάσα ο μεγάλος λογοθέτης. Είναι φαίνεται γραφτό μας και γραφτό της δύσμοιρης αυτής πόλης, τα δεινά και οι δυσκολίες μας να διαδέχονται η μία την άλλη. Ο άνθρωπος, που μόλις προ ολίγου μπήκε στην αίθουσα αυτή, ήταν ένας απ’ τους ναυτικούς του μικρού καϊκιού, το οποίο στείλαμε πριν μερικές μέρες στο Αιγαίο για να συναντήσει το λατινικό στόλο και να ανακοινώσει στο Βενετό ναύαρχο καπετάν Λορεδανό τη δύσκολη κατάσταση που επικρατεί εδώ.

Δυστυχώς, ο ιταλικός στόλος δεν υπάρχει πουθενά. Το μικρό καράβι μας, παρ’ ότι γύρισε όλα τα νησιά του βορείου και ανατολικού Αιγαίου κι έφτασε μέχρι την Εύβοια, δεν μπόρεσε να συναντήσει πουθενά το στόλο, που με τόση αγωνία και λαχτάρα περιμένουμε.

Και τούτο, γιατί δεν υπήρχε στόλος για να συναντήσουν οι απεσταλμένοι μας.

Σταμάτησε για λίγο ο Φραντζής τη δραματική του ανακοίνωση, για να διώξει τη συγκίνηση που του είχε προξενήσει η τρομερή αυτή είδηση. Προσπάθησε να πάρει λίγο κουράγιο για να αποτελειώσει τα λόγια του, τα οποία αντηχούσαν τώρα σα ζοφερές και πένθιμες καμπάνες μέσα στους τέσσερις τοίχους της αίθουσας εκείνης, όπου επικρατούσε νεκρική σιωπή. Νόμιζε κανείς, ότι ακόμη κι οι καρδιές όλων των παρευρισκομένων είχαν σταματήσει και οι ανάσες τους είχαν κοπεί.

Το πρόσωπο του βασιλιά έγινε πελιδνό και οι σύμβουλοί του έμειναν όλοι ξεροί κι απολιθωμένοι σα φαντάσματα. Η είδηση αυτή κατέβαλε τελείως τα εξαντλημένα απ’ τις αϋπνίες, τις ατέλειωτες ταλαιπωρίες και τις συνεχόμενες νηστείες σώματα των ανθρώπων εκείνων, που ζούσαν από κοντά και είχαν πλέον κάνει βίωμά τους το δράμα της ετοιμοθάνατης πόλης.

Ο Φραντζής προσπάθησε να συγκρατήσει τις αισθήσεις του, να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και να συμπληρώσει τα λόγια του. Έκανε δυο-τρία βήματα μπροστά στους εμβρόντητους άρχοντες και είπε.

-Ο πάπας και οι χριστιανοί της Δύσης μας εγκατέλειψαν. Μείναμε μόνοι. Ολομόναχοι . . .

Χαμήλωσε το κεφάλι του κι έμεινε γι’ αρκετή ώρα και πάλι σιωπηλός. Το μυαλό του, όπως και του αυτοκράτορα και των άλλων αρχόντων, είχε θολώσει. Χίλιες σκέψεις περνούσαν απ’ το νου του. Όλες, όμως, ανάκατες και συγκεχυμένες. Καμιά δεν ξεκαθάριζε απόλυτα. Κι όσο προσπαθούσε να τις ξεχωρίσει και να τις ξεδιαλύνει, τόσο χειρότερα μπερδεύονταν μεταξύ τους στο μυαλό του. Ένιωθε το κεφάλι του βαρύ και τις αισθήσεις του θολές και να τον εγκαταλείπουν. Έμεινε έτσι ακυβέρνητος για αρκετή ώρα. Πώς βρέθηκε καθισμένος στη θέση του όταν άρχισε να συνέρχεται δεν κατάλαβε. Για μια στιγμή, σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει. Του φάνηκε πως πέρασαν ώρες. Χρόνια.

Η πόρτα άνοιξε και ξαναφάνηκε ο γρκιζομάλλης ναυτικός. Η παρουσία του ναυτικού τον συνέφερε περισσότερο. Το τρίξιμο της πόρτας τον ξύπνησε κάπως απ’ το λίθαργό του. Ο ναυτικός πλησίασε κοντά του και τον ρώτησε.

-Περιμένω απέξω, άρχοντά μου, μήπως με χρειαστείτε για κάτι. Δεν έχω, όμως, τίποτα περισσότερο να σας πω. Μπορώ να επιστρέψω στη θέση μου;

-Πήγαινε. Του είπε ο Φραντζής και, με το καινούριο κουράγιο που τού ‘δωσε το αντίκρισμα της τραχιάς όψης του ναυτικού, κοίταξε τους συνέδρους, που κι αυτοί στο μεταξύ είχαν αρχίσει να συνέρχονται απ’ τη μεγάλη τους δοκιμασία και με ζωντάνια στη φωνή του είπε.

-Απορώ πραγματικά για την τόση αδιαφορία των χριστιανών της Ιταλίας, τονίζοντας ιδιαίτερα τη λέξη ‘’χριστιανών’’. Και ταυτόχρονα απορώ, συνέχισε, για την τόλμη, την ανδρεία και την τέλεια περιφρόνηση προς το θάνατο αυτού του ναυτικού και των ένδεκα συντρόφων του.

Έκανε μια διακοπή, σα να ήθελε να δώσει το χρόνο στους ακροατές του να αναλογιστούν κι εκείνοι το μέγεθος της τεράστιας διαφοράς την οποία ήθελε να υπογραμμίσει και με δύναμη στη φωνή του και παλμό στα λόγια του συνέχισε.

-Τι άραγε ανάγκασε αυτούς τους δώδεκα κωπηλάτες να παλέψουν δυο φορές με το χάρο; Τι τους ώθησε να αψηφίσουν τους κινδύνους και να διασχίσουν δυο φορές τα στενά των Δαρδανελίων; Τι ήταν εκείνο που τους έδωσε δύναμη να περάσουν δυο φορές ανάμεσα απ’ τον πολυάριθμο τουρκικό στόλο και να γυρίσουν πίσω, για να μας πουν ότι δεν υπάρχει πουθενά ιταλικός στόλος; Δεν είχαν κάνει, άραγε, το καθήκον τους, αποπειρώμενοι το πρώτο τόλμημα να περάσουν στο Αιγαίο; Κι αφού οι ειδήσεις που θα μας έφερναν επιστρέφοντας πίσω δεν ωφελούσαν σε τίποτα κι επομένως δε μας ήταν απαραίτητες κι ούτε μας χρειάζονταν καθόλου, γιατί να χαροπαλέψουν για δεύτερη φορά με το θάνατο και να διαλέξουν το δρόμο του γυρισμού, τη στιγμή μάλιστα που γνώριζαν καθαρά, πολύ καλύτερα από μας, ότι, αφού δεν υπάρχει στόλος να σπεύσει προς την Κωνσταντινούπολη, δεν υπάρχει κι άλλη ελπίδα και επομένως η θέση της Πόλης είναι τραγική και οπωσδήποτε χειρότερη απ’ ότι την άφησαν; Γιατί, αντί να ακολουθήσουν το δρόμο της ελευθερίας που ανοίγονταν εύκολος μπροστά τους και να κατευθυνθούν σ’ ένα οποιοδήποτε νησί της εκλογής τους στο Αιγαίο η οπουδήποτε αλλού, προτίμησαν το δρόμο της επιστροφής και του μάλλον βεβαίου θανάτου; Τι τους έκανε να γυρίσουν στην Κωνσταντινούπολη, όταν, εκτός των άλλων θανασίμων κινδύνων του ταξιδιού της επιστροφής, είχαν και την αμφιβολία ότι πιθανόν επιστρέφοντας εδώ, να βρουν την πόλη στα χέρια των Τούρκων, οπότε τους περίμενε οπωσδήποτε κι αυτούς η σκλαβιά ή ο θάνατος;

Σιώπησε και σκεφτικός έκανε μερικά βήματα, σα να ήθελε να κερδίσει χρόνο για να βρει μια απάντηση. Για μια στιγμή σταμάτησε μπροστά στους αμίλητους συνέδρους και, ορθώνοντας το κορμί του και υψώνοντας το κεφάλι του, είπε.

-Εκείνο που έκανε τους απλούς αυτούς ναυτικούς να επιστρέψουν εδώ, παρ’ ότι γνώριζαν όλες τις ενδεχόμενες δυσάρεστες συνέπειες της απόφασής τους αυτής, ήταν η αγάπη τους προς την πατρίδα, η βαθιά πίστη τους προς την άγια μας θρησκεία και η μεγάλη προσήλωσή τους προς το καθήκον. Το τέλειο καθήκον. Το ολοκληρωμένο καθήκον. Ήταν ακριβώς εκείνο, που αλίμονο, περιφρόνησαν τελείως οι χριστιανοί της Ιταλίας . . . Ό,τι κατανόησαν πραγματικά και σ’ όλο του το βάθος οι απλοί αυτοί δώδεκα κωπηλάτες, είναι ό,τι ακριβώς δίδαξαν οι δώδεκα αλιείς της Γεννησαρέτ και ό,τι αντίθετα αγνόησαν τελείως οι μεγαλόσχημοι χριστιανοί της Δύσης, ο πάπας και οι μεγάλοι άρχοντες της Εσπερίας . . .

Ας μην αποθαρρυνόμαστε λοιπόν. Αν η Κωνσταντινούπολη έχει τέτοιους θαρραλέους υπερασπιστές και ο αυτοκράτορας τέτοιους πιστούς στρατιώτες, η πόλη θα ζήσει και ο αυτοκράτοράς μας θα δοξασθεί. Αλλά, όπως κι αν έρθουν τα πράγματα, οι δώδεκα αυτοί ανώνυμοι και άσημοι κωπηλάτες θα μείνουν αθάνατοι στους αιώνες για το ηρωικό τους παράδειγμα και το άγνωστο όνομά τους θα δεθεί αδιάσπαστα με το όνομα της άγιας Πόλης, άσχετα απ’ την έκβαση που θα πάρουν τελικά τα γεγονότα.

Ο Φραντζής, πλημμυρισμένος από μια παράξενη ευχαρίστηση και γοητευμένος απ’ την παραδειγματικότατη αυτή αφοσίωση των τολμηρών ναυτικών προς το καθήκον, κάθισε στην καρέκλα του, ενώ, χωρίς καμιά προφύλαξη, σκούπιζε τα δάκρυά του που έτρεχαν καυτά και άφθονα στα μάγουλά του.

Όλοι οι σύνεδροι με πρωτοφανή αυθορμητισμό χειροκρότησαν τα τελευταία λόγια του Φραντζή, ενώ στην ουσία χειροκροτούσαν την απόλυτη αφοσίωση προς το καθήκον και την τέλεια περιφρόνηση προς το θάνατο των δώδεκα μικρών και άσημων ναυτικών. Των δώδεκα μεγάλων ηρώων.

Τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των συμβούλων και του αυτοκράτορα διέκοψε η παρουσία ενός άλλου αγγελιοφόρου, ο οποίος ανήγγειλε την ανακάλυψη και την καταστροφή και άλλης τουρκικής υπονόμου στην περιοχή και πάλι της Καλιγαρίας.

Οι δυο αρχηγοί του συνεργείου των Τούρκων, οι οποίοι έσκαβαν την υπόνομο, είπε ο αγγελιοφόρος, πιάστηκαν ζωντανοί και, ύστερ’ από βασανιστήρια, φανέρωσαν τις θέσεις και άλλων μικρότερων υπονόμων που ήταν υπό κατασκευή. Ύστερ’ απ’ τη μαρτυρία τους αυτή, οι δυο συλληφθέντες Τούρκοι αποκεφαλίστηκαν και τα συνεργεία του Γκραντ εργάζονται τώρα για να εξουδετερώσουν και τις άλλες υπονόμους.

Τα τελευταία λόγια του Φραντζή για την επιστροφή των δώδεκα ναυτικών και οι ευχάριστες ειδήσεις του αγγελιοφόρου για την επιτυχία του μηχανικού Γκραντ έδωσαν νέο θάρρος στους συνέδρους και σκόρπισαν άλλο ζωογόνο αέρα μέσα στην αίθουσα των ανακτόρων των Βλαχερνών.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ ΕΝΟΧΟΙ”, Έκδοση 1980,
Μελβούρνη, Αυστραλία



[1]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’           Σελίδα       274.
     Φραντζή Γ.   ‘’Χρονικό της Άλωσης’’                   Σελίδα       256.
[2]  Σλουμβλερζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’         Σελ. 285 σημ.  1.
      Σααδ-Δου-Διν. Τούρκος ιστορικός.

Author: Μνήμες