Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 27

ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ

Ενώ στο τουρκικό στρατόπεδο επικρατούσε απόλυτη ησυχία, η Κωνσταντινούπολη δονούνταν ολόκληρη απ’ τις κωδωνοκρουσίες, τις ζητωκραυγές και τους αλαλαγμούς του λαού της.

Απ’ το πρωί, όλες οι καμπάνες χτυπούσαν ασταμάτητα και καλούσαν τους πιστούς, όσους δεν είχαν υπηρεσία στα τείχη ή στα έργα της άνυμας, να προσέλθουν στις εκκλησίες, για να προσευχηθούν και να παρακαλέσουν το Θεό για τη σωτηρία τους.

Ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να γίνει η μεγάλη λιτανεία και περιφορά των αγίων εικόνων γύρω στα τείχη και μέσα στην πόλη. Αρχιερείς, ιερείς και καλόγεροι, Έλληνες και Λατίνοι, καθολικοί και ορθόδοξοι, ολόκληρος ο χριστιανικός κλήρος με τα χρυσοκέντητα άμφιά τους, αναρίθμητο πλήθος λαού, άντρες, γυναίκες και παιδιά, πλούσιοι και φτωχοί, άρχοντες και υπηρέτες, μοναχοί και μοναχές, όλοι ξυπόλυτοι, περιέφεραν, με αναμμένα κεριά και ψαλμωδίες, με γοερές κραυγές και κλάματα, με σπαραγμό ψυχής και δέος ασυγκράτητο, τις άγιες εικόνες και παρακαλούσαν το Θεό, τη Θεοτόκο και τους Αγίους, να σώσουν την Κωνσταντινούπολη.

Η απόλυτη σιωπή που επικρατούσε απ’ το πρωί στο τουρκικό στρατόπεδο ενίσχυε την αβεβαιότητα και αύξανε την αγωνία των πολιορκημένων, γεμίζοντας με τρόμο και απόγνωση τις ψυχές τους.

Η λιτανεία γύρισε σ’ όλα τα τείχη και σε πολλά σημεία ο λαός έβλεπε απ’ τα μεγάλα χαλάσματα των τειχών το νεκρωμένο έξω στρατόπεδο των Τούρκων. Και οι Τούρκοι έβλεπαν το τεράστιο αυτό πλήθος, να ακολουθεί τους χρυσοφορεμένους αρχιερείς του και, με την ψυχή στα δόντα, να κλαίει ασταμάτητα, να προσεύχεται και να παρακαλεί το Θεό για τη σωτηρία του.

Στο πέρασμα των εικόνων απ’ τα τείχη, οι στρατιώτες πάνω απ’ τις επάλξεις και τους πύργους, με κατάνυξη και δακρυσμένα μάτια, έκαναν το σταυρό τους κι ένωναν κι εκείνοι τις προσευχές και τις παρακλήσεις τους με το πλήθος. Χιλιάδες στόματα έψαλαν το ‘’Κύριε ελέησον’’ και ένωναν τις απέλπιδες φωνές τους με τους ιερείς που ασταμάτητα κι εκείνοι έψαλαν δεήσεις. Με δάκρυα στα μάτια, κλήρος και λαός, παρακαλούσαν το Θεό να τους λυπηθεί και να τους συγχωρέσει για τα πολλά τους αμαρτήματα και να απομακρύνει τα βάρβαρα και αιμοδιψή στίφη των απίστων απ’ το λαό Του. Τα πλήθη έδιναν θάρρος και κουράγιο ο ένας στον άλλο και με κλάματα υπόσχονταν ν’ αντισταθούν με καρτερία και αποφασιστικότητα στους επιδρομείς. Δήλωναν όλοι τους, ότι θα προτιμήσουν το θάνατο παρά την ατίμωση[1].

Η λιτανεία πέρασε απ’ την πύλη του Ρωμανού, περιήλθε και το υπόλοιπο τείχος και επέστρεψε στην πόλη. Οι καμπάνες χτυπούσαν ασταμάτητα. Για μια στιγμή κι ενώ όλοι έκλαιγαν και προσεύχονταν, μια φωνή ακούστηκε μέσα στο πλήθος: ‘’Όλοι στα τείχη, όλοι στα τείχη.’’ Η φωνή αυτή, που πετάχτηκε σα λάβα μέσα απ’ τα πυρωμένα απ’ την αγωνία και φουρτουνιασμένα απ’ την απόγνωση στήθη της πόλης, πέρασε σαν αστραπή ελπίδας από στόμα σε στόμα, πήδησε απ’ τη μια άκρη του πλήθους στην άλλη, ξαπλώθηκε από συνοικία σε συνοικία, γενικεύτηκε αμέσως κι από απλή φλόγα έγινε μανιασμένη πυρκαγιά και ξεχύθηκε σ’ ολόκληρη την πολιορκημένη έκταση της Κωνσταντινούπολης.

Η επιβλητική παρουσία του αυτοκράτορα και των αρχόντων και η κατανυκτική ψαλμωδία των ορθοδόξων και των καθολικών αρχιερέων και κληρικών εμψύχωσε το λαό. Οι άχραντες εικόνες και τα σεπτά λείψανα των αγίων, οι κατανυκτικές προσευχές, τα δάκρυα και οι παλλαϊκές δεήσεις, επηρέασαν βαθιά τις τρομοκρατημένες ψυχές των κατοίκων. Έδωσαν καινούριο θάρρος και στάλαξαν νέα δύναμη στις καρδιές των απλοϊκών ανθρώπων. Μια απότομη μεταβολή συντελέστηκε μέσα τους και μια παράξενη κι ακατανίκητη δύναμη ατσάλωσε το κουράγιο τους και γιγάντωσε τη θέλησή τους, για μια ύστατη προσπάθεια διάσωσης της βασιλεύουσας.

Το σύνθημα ‘’όλοι στα τείχη’’ ήταν ο σπινθήρας και το έναυσμα που περίμενε το αναγεννημένο πλήθος, για να δείξει τη νέα θέληση και τη νέα δύναμη, που ξαφνικά είχαν πλημμυρίσει τις καρδιές όλων. Οι ήχοι των σημάντρων των εκκλησιών αντηχούσαν διαφορετικοί τώρα στ’ αφτιά τους και, σα να προέρχονταν από κόσμους μακρινούς και άγνωστους, από κόσμους όπου μόνο η τόλμη και η αφοβία επικρατούν, μετέβαλαν τον τρόμο και την απόγνωση σε θάρρος, ελπίδα και πεποίθηση. Η παράξενη αυτή τόλμη έβαζε φτερά στα πόδια κι έσπρωχνε όλους προς τα οχυρώματα και τις επάλξεις.

Σε λίγο, πολυάριθμα πλήθη λαού ξαναγύρισαν στα γκρεμισμένα τείχη και ασταμάτητα κουβαλούσαν πέτρες, ξύλα, κοφίνια με χώμα κι άλλα διάφορα υλικά, για να φράξουν κατά το δυνατόν τα χαλάσματα και τα ρήγματα που είχε προξενήσει ο ακατάπαυστος βοβμαρδισμός των μεγάλων πυροβόλων του Μωάμεθ. Με δάκρυα στα μάτια κι ελπίδα στην καρδιά, πηγαινοέρχονταν όλοι ο εθελοντές, αδιάκριτα φύλου και ηλικίας, κοινωνικής τάξης και αξιώματος και με γρηγοράδα έφερναν ακούραστοι υλικά και σήκωναν φράγματα, ενισχύοντας όσο μπορούσαν καλύτερα το ερειπωμένο τείχος. Όλοι δούλευαν ασταμάτητα ως αργά τη νύχτα.

Με δάκρυα στα μάτια και με ραγισμένη την καρδιά απ’ τη συγκίνηση, ανέβηκε αργά-αργά κατά το σούρουπο τις σκάλες του τείχους ένας μεσήλικας στρατιώτης μ’ ένα μακρύ ακόντιο στο χέρι και σιωπηλός πήρε θέση ανάμεσα στους συμπολεμιστές του πάνω στις επάλξεις κοντά στην πύλη της Καλιγαρίας.

-Γιατί ήρθες έτσι νωρίς; Τον ρώτησε μ’ απορία κάποιος απ’ τους συναδέλφους του, καθώς όλοι πλησίαζαν κοντά του και τον περικύκλωναν περίεργοι.

-Σήμερα ήταν η σειρά σου να πας στους δικούς σου. Μπορούσες να μείνεις κι άλλο αν ήθελες, όπως κάνουμε όλοι. Άλλωστε, σήμερα εδώ επάνω έχουμε απ’ το πρωί ησυχία, πρόσθεσε κάποιος άλλος.

-Πραγματικά. Απ’ το πρωί επικρατεί απόλυτη ηρεμία και εκνευριστική σιγή σ’ όλο το στρατόπεδο των εχθρών, είπε ένας τρίτος με μακρύ ξίφος στη μέση και χάλκινο κράνος στο κεφάλι.

-Αυτή η παράξενη σιγή, είπε ένας γκριζομάλλης με αλυσιδωτό θώρακα και τραχιά χαρακτηριστικά, κάτι μαγειρεύει. Δεν την βλέπω με καλό μάτι.

-Ή ετοιμάζουν καμιά μεγάλη επίθεση πάλι οι βάρβαροι ή τα μαζεύουν για να φύγουν, πρόσθεσε με κάποια συγκρατημένη χαρά ένας νεαρός τοξότης.

-Δεν πήγα στο σπίτι μου. Είπε ξερά για μια στιγμή ο στρατιώτης που μόλις είχε ανεβεί στις επάλξεις. Βρήκα τα δυο μου παιδιά και τη γυναίκα μου στη λιτανεία. Η μικρή μου κόρη και το μωρό μείνανε στο σπίτι.

Σώπασε λίγο, σκούπισε ένα δάκρυ με το χέρι του και συνέχισε.

-Με τη γυναίκα μου και τα δυο μου μεγαλύτερα παιδιά γυρίζαμε όλη τη μέρα μαζί ανάμεσα στο πλήθος. Τελευταία, όταν διαλύθηκαν όλοι, αγκαλιαστήκαμε, ζητήσαμε συγχώρεση ο ένας απ’ τον άλλο και χωριστήκαμε. Τι χωρισμός . . . !

Σταμάτησε και πάλι ο ακοντιστής, έδιωξε έναν κόμπο απ’ το λαιμό του, σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό, σα νά ‘θελε να κατευθύνει κάπου τη φωνή του και πρόσθεσε.

-Πόσο ήθελα να δω και τ’ άλλα δυο μου παιδιά. Να τα σφίξω στην αγκαλιά μου . . . να τα φιλήσω . . .

Η φωνή του έτρεμε. Όλοι γύρω του αισθάνθηκαν τα μάτια τους να καίνε. Ο ακοντιστής συνέχισε.

-Άραγε θα τους ξαναδώ άλλη φορά;

Θέλησε να συνεχίσει αλλά δεν μπόρεσε. Έκρυψε το πρόσωπό του στις παλάμες του κι έσκυψε το κεφάλι. Βαριά σιωπή απλώθηκε ανάμεσα στους στρατιώτες. Ο καθένας θυμήθηκε τους δικούς του, την οικογένειά του, τα παιδιά του. Όλων τα μάτια βούρκωσαν. Οι επάλξεις φαίνονταν στα θολά τους βλέμματα άλλοτε ψηλές και θεόρατες κι άλλοτε χαμηλές και τιποτένιες. Τα χαλάσματα των πύργων έχασκαν μπροστά τους μέσα στο σούρουπο και οι σωροί των ερειπίων έπαιρναν χίλια διαφορετικά σχήματα και παράξενες όψεις στο μισοσκόταδο. Όλων οι σκέψεις τις στιγμές αυτές ήταν μακριά, πέρα στην άμοιρη πόλη.

-Περάσαμε πολλές φοβερές και κρίσιμες ώρες ως τώρα και σε τούτη την πολιορκία και σ’ άλλες παλιότερες, είπε με κάποια προσποιητή ψυχραιμία και πρόσθετη δύναμη στη φωνή του ο γκριζομάλλης στρατιώτης με τον αλυσιδωτό θώρακα. Πάντοτε αγωνιζόμασταν με επιτυχία και στο τέλος δείχναμε την υπεροχή μας και διώχναμε τους εχθρούς. Και τώρα, σας βεβαιώνω πως κάτι θα γίνει.

Και, προσπαθώντας να βάλει τέρμα στη σιωπή και να διαλύσει τη θλιβερή και βαριά ατμόσφαιρα που προς στιγμή πίεζε τις καρδιές των συντρόφων του, ρώτησε.

-Τι άλλα νέα απ’ την πόλη; Οι παπάδες και οι άρχοντες άστραφταν σήμερα. Τους είδαμε που πέρασαν από δω. Ανάμεσα στους αρχιερείς κι ο καρδινάλιος Ισίδωρος, ο αρχιεπίσκοπος της Χίου Λεονάρδος . . . καθολικοί και ορθόδοξοι μαζί . . . αδελφωμένοι στη λιτανεία. Θα είναι, άραγε, αδελφωμένοι στο εξής και στον αγώνα;

-Μακάρι να αδελφώνονταν από πολύ νωρίτερα, είπε ο νεαρός τοξότης, που δεν γνώριζε και τόσο πολλά απ’ τη διένεξη των εκκλησιών. Αν ήμασταν μονιασμένοι, ίσως κι αυτοί οι βάρβαροι –κι έδειξε προς το στρατόπεδο των Τούρκων-, να μην τολμούσαν να φθάσουν μέχρις εδώ.

-Σήμερα μόνο που έφτασε το μαχαίρι στο κόκκαλο καταλάβαμε όλοι την ανάγκη της συμφιλίωσης και την αξία της ένωσης, είπε ο στρατιώτης που μόλις είχε γυρίσει απ’ την πόλη. Έμεινε λίγο σκεφτικός, σκάλισε με το κάτω μέρος του ακοντίου του το λιθόστρωτο του τείχους μια-δυο φορές και είπε.

-Μετά τη λιτανεία, ο αυτοκράτορας μίλησε στο λαό. Είπε πολλά. Πάρα πολλά. Παίνεψε τη στάση και το κουράγιο μας μέχρι σήμερα κι ευχαριστήθηκε με το θάρρος μας στις μάχες και την υπακοή μας στις διαταγές του. Μας είπε να μη δειλιάσουμε στις νέες επιθέσεις των Τούρκων. Να έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό και πεποίθηση στη δύναμή μας. Να μη φοβηθούμε απ’ το μεγάλο πλήθος και τις δυνατές κραυγές των βαρβάρων. Είμαστε λίγοι, είπε, αλλά γενναίοι, δυνατοί και έξυπνοι. Οι άπιστοι είναι πολλοί αλλά απερίσκεπτοι και ανόητοι. Μη σας τρομάζει ο αριθμός και το πλήθος τους, μας είπε. Πολλοί ήσαν και οι Ρωμαίοι και απειράριθμο το ιππικό τους μπροστά στην Καρχιδόνα. Λίγοι, όμως, ελέφαντες των Καρχιδονίων πανικόβαλαν κι έτρεψαν σε φυγή το ιππικό των Ρωμαίων. Μας θύμισε τους κανόνες και τις τακτικές του πολέμου και μας συνέστησε να πολεμούμε με ανδρεία και προσοχή. Ανάφερε μεγάλες νίκες των προγόνων μας κι αναφέρθηκε σε συμφωνίες που έκανε ο βάρβαρος και άπιστος σουλτάνος με τους Γενουάτες του Γαλατά. Οι Γενουάτες αυτοί σήμερα, είπε, αισθάνονται χαρά και τραγουδούν βλέποντας ότι δεν τους πειράζει ο Μωάμεθ. Δεν βλέπουν ότι καίγονται και τα δικά τους σπίτια ύστερ’ απ’ τα δικά μας. Μοιάζουν με σαλιγκάρια, που ενώ ψήνονται στη φωτιά τραγουδούν. Αυτή, λοιπόν, την πόλη, είπε, που ήταν η βασίλισσα όλων των άλλων πόλεων, απ’ τον Πόντο και την Αρμενία μέχρι το Γιβραλτάρ και την Ισπανία, απ’ την Ιλλυρία και το Δούναβη μέχρι τη Μεσοποταμία και την Αραβία, θέλει τώρα ο άπιστος Οθωμανός, αυτός που καταπάτησε όρκους και διέλυσε συμφωνίες, να την υποδουλώσει. Θέλει να αρπάξει τις άγιες εκκλησίες μας, όπου προσκυνούμε την Αγία Τριάδα και δοξολογούμε την αγιότητα του Κυρίου και όπου ακούει κανείς τους αγγέλους να υμνούν την παντοδυναμία του Θεού και την ενανθρώπιση του Χριστού και να τις κάνει τόπο λατρείας της δικής του ασεβούς θρησκείας και του ανόητου ψευτοπροφήτη Μωάμεθ και σταύλο για τα άλογα και τις καμήλες του. Να τα σκεφτείτε καλά όλα αυτά, για να μείνει στην αιωνιότητα το όνομά σας, η δόξα της Πόλης και η ελευθερία του λαού της.

Οφείλουμε να αγωνιζόμαστε, πρώτον για την άγιά μας πίστη, δεύτερον για την πατρίδα και την ελευθερία, τρίτον για το βασιλιά μας, που είναι ο αντιπρόσωπος του Κυρίου μας και τέταρτον για τους συγγενείς και φίλους μας. Και, αν μέχρι σήμερα πολεμούσαμε για καθένα απ’ αυτά μέχρι θανάτου, πώς πρέπει να πολεμήσουμε σήμερα που αγωνιζόμαστε και για τα τέσσερα μαζί; Σκεφτείτε καλά τα λόγια μου αυτά κι ας αγωνιστούμε όλοι μαζί όπως αρμόζει, για να μείνει στην αιωνιότητα το όνομά σας και η δόξα και η ελευθερία[2].

Ο στρατιώτης έλεγε, έλεγε ασταμάτητα. Επαναλάμβανε τα λόγια του αυτοκράτορα με ευκολία απίστευτη, σα να ήταν τυπωμένα ολοκάθαρα ένα-ένα στο μυαλό του. Η γλώσσα του είχε λυθεί κι ο ενθουσιασμός φούσκωνε τα στήθη του. Ξεχείλιζε απ’ αυτά και μεταπηδούσε ζεστός και ζωογόνος στις καρδιές των συντρόφων του. Συνεπαρμένοι κι εκείνοι απ’ τα θερμά λόγια του συναδέλφου τους, νόμιζαν πως άκουγαν με τ’ αφτιά τους τον ίδιο τον αυτοκράτορα να τους ομιλεί. Το είναι τους ζωντάνευε και θέριευε και η δυνατή λάμψη των ματιών τους έδειχνε πόσο κουράγιο και πόση ορμή και θέληση για πόλεμο είχαν σταλάξει στις ψυχές τους τα λόγια που άκουγαν μέσα στη νύχτα απ’ το στόμα του συμπολεμιστή τους.

Ο στρατιώτης, μαγεμένος απ’ τη δύναμη των ίδιων των λόγων του, παρασυρμένος απ’ τη σιωπή της νύχτας και την προσοχή και αφοσίωση των συντρόφων του και ωθούμενος από μια ακατανίκητη δύναμη που του έδινε την ώρα εκείνη η πλήρης κατανόηση του υπέρτατου καθήκοντος, συνέχισε.

-Μετά, γύρισε ο αυτοκράτορας προς τους Βενετούς που στέκονταν στο δεξιό του μέρος και τους είπε: Ευγενείς και γενναίοι Βενετοί αδελφοί μου. Στο όνομα του Χριστού, που είναι Θεός όλων μας, σας καλώ να κάμετε το καθήκον σας και να αγωνιστείτε για την άγια αυτή πόλη, που είναι και δική σας μητέρα και δεύτερη πατρίδα σας. Θυμηθείτε τους μεγάλους αγώνες σας και τις περήφανες νίκες σας κατά των Αγαρηνών και παραδειγματιστείτε απ’ αυτές. Σεις που είσαστε γενναίοι άνδρες, δυνατοί στρατιώτες και έμπρειροι πολεμιστές, υπερασπιστείτε με όλη τη δύναμη της ψυχής σας αυτήν την πόλη που βρίσκεται σε τόσο φοβερή κατάσταση. Σας παρακαλώ για δεύτερη φορά, κάμετε το καθήκον σας, σαν άνθρωποι που είσαστε με ίδια πίστη με μας και πολεμήσετε μαζί μας σαν αδελφοί . . .

Ο στρατιώτης σκούπισε τα μάτια του και συνέχισε. Μετά, ο αυτοκράτορας στράφηκε προς το μέρος των Γενουατών που στέκονταν αριστερά του και τους είπε: Αδελφοί Γενουάτες. Γενναίοι και ένδοξοι πολεμιστές. Πολλές φορές βοηθήσατε αυτήν την πόλη που δεν είναι μόνο δική μου αλλά ανήκει σε όλους μας, σ’ όλη τη χριστιανοσύνη και πολλές φορές με την πρόθυμη βοήθειά σας την σώσατε απ’ τους Αγαρηνούς. Ήρθε πάλι η στιγμή να δείξετε την αγάπη σας στο όνομα του Χριστού και να την βοηθήσετε με την ανδρεία και τη γενναιότητά σας.

Στο τέλος, γύρισε προς όλους μας και μας είπε: Δε μου επιτρέπει ο χρόνος να σας πω περισσότερα. Σας λέγω μόνον, ότι στα χέρια όλων σας παραδίδω το ταπεινό σκήπτρο μου, για να το διαφυλάξετε με πολλή αγάπη. Η εσχάτη ώρα δεν είναι μακριά. Εξορκίζω όλους σας, να σταθείτε ακλόνητοι στις θέσεις σας και να περιφρονήσετε το θάνατο. Σας παρακαλώ να δείξετε ανδρεία, γενναιότητα και υποταγή στους στρατηγούς σας. Εάν ακολουθήσετε πιστά και με θέληση τις προσταγές μου αυτές, έχω ελπίδα στο Θεό ότι θα σωθούμε κι αυτή τη φορά απ’ την απειλή Του που είναι δίκαιη, γιατί είμαστε αμαρτωλοί. Αλλά και αν δεν σωθούμε, μη ξεχνάτε ότι στους ουρανούς σας περιμένει το στεφάνι των μαρτύρων που είναι στολισμένο με διαμάντια. Το όνομά σας και η δόξα σας θα υπάρχουν αιώνια εδώ πάνω σ’ αυτή τη γη.

Εδώ τελείωσε ο Κωνσταντίνος το λόγο του κι αμέσως όλοι οι παρευρισκόμενοι, άρχοντες και λαός, αναλύθηκαν σε δάκρυα και μ’ ένα στόμα δήλωσαν στον αυτοκράτορα: ‘’Είμαστε αποφασισμένοι να πεθάνουμε για την πίστη του Χριστού και την Πατρίδα.’’ Όλοι δε, με πραγματική συντριβή, ασπάζονταν ο ένας τον άλλο και ζητούσαν συγχώρεση, αποφασισμένοι να πεθάνουν στα τείχη, παρά να δουν την άγια πόλη τους στα χέρια των εχθρών.

Απ’ τα μάτια των μαχητών, που ως τώρα άκουγαν σαν υπνωτισμένοι το συμπολεμιστή τους πάνω στις επάλξεις του τείχους της Καλιγαρίας, έτρεχαν καυτά δάκρυα. Ο γεροπολεμιστής με τον αλυσιδωτό θώρακα άπλωσε τα ροζιασμένα χέρια του κι αγκάλιασε μέσα στη νύχτα τους διπλανούς του συντρόφους. Έκαναν κι αυτοί το ίδιο κι όλη η μικρή συντροφιά, χωρίς να το καταλάβει, έμεινε έτσι σφιχταγκαλιασμένη για λίγη ώρα. Τράνταξε για μια στιγμή ο γενναίος πολεμιστής τα μπράτσα του, τραντάζοντας μαζί και τους συντρόφους του, σα να ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να δώσει κι αυτός από κει ψηλά απ’ τα τείχη τον όρκο του στον αυτοκράτορα και να υπενθυμίσει και στους άλλους το καθήκον τους. Σιωπηλοί και βουρκωμένοι ξανασφίχτηκαν για μια ακόμη φορά όλοι μαζί, δηλώνοντας βουβά με το στερνό αυτό σφίξιμο την απόφασή τους να πεθάνουν στα τείχη σαν πραγματικοί υπερασπιστές της πόλης τους. Έμειναν για λίγο άφωνοι και προσπαθούσαν να πνίξουν τους λυγμούς που πίεζαν τα στήθη τους και να συγκρατήσουν τα καυτά δάκρυα που έβρεχαν τα μάγουλά τους.

Ο στρατιώτης, σφίγγοντας με τις ροζιασμένες παλάμες του το ακόντιό του, συνέχισε με καινούριο κουράγιο.

-Τότε που, βασιλιάς, άρχοντες και λαός, φιλούσαν και συγχωρούσαν ο ένας τον άλλο, τότε που τα μάτια όλων είχαν βουρκώσει και στα στήθια τους φούσκωνε το αναφιλητό σαν τρικιμισμένο πέλαγος, τότε που αποχαιρετούσαν τα παιδιά τον πατέρα και ο πατέρας φιλούσε τα κεφαλάκια τους και μουρμούριζε μέσα στα δάκρυά του το σπαραχτικό ‘’καλή αντάμωση στον άλλο κόσμο’’, τότε ακούστηκε το σύνθημα ‘’όλοι στα τείχη, όλοι στα τείχη’’. Σχεδόν αμέσως, ο λαός σκόρπισε και βιαστικός, γεμάτος κουράγιο, τράβηξε για τα τείχη. Ο αυτοκράτορας με τους αυλικούς, τους άρχοντες, τους αρχιερείς τους δικούς μας και τους Λατίνους κατευθύνθηκε προς την Αγιασοφιά.

Οι δρόμοι ήταν γεμάνοι κόσμο. Άλλοι έτρεχαν προς τα τείχη να βοηθήσουν σ’ ό,τι μπορούσαν. Άλλοι πήγαιναν στην Αγιασοφιά για να προσευχηθούν. Κι άλλοι ακολουθούσαν τον αυτοκράτορα, θέλοντας να αντλήσουν δύναμη απ’ τη δύναμή του και να πάρουν κουράγιο απ’ το κουράγιο του.

Ακολούθησα κι εγώ τη συνοδεία του. Δεν κατάλαβα πότε φθάσαμε και μπήκαμε στη μεγάλη εκκλησία. Οι παπάδες, ορθόδοξοι και καθολικοί, με δάκρυα στα μάτια, έψαλαν δεήσεις και όλοι, αρχιερείς και λαός, πεσμένοι στα γόνατα, κλαίγαμε και παρακαλούσαμε το Θεό να μας λυπηθεί. Ολόκληρος ο τεράστιος χώρος της μεγαλοπρεπούς εκκλησίας μας ήταν γεμάτος από κόσμο κι όλο έρχονταν κι άλλοι ασταμάτητα απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Ο περίβολος και οι δρόμοι γύρω απ’ την Αγιασοφιά είχαν γεμίσει από πλήθη. Ίσως, σήμερα συγκεντρώθηκε στον υπέρλαμπρο αυτό ναό του Ιουστινιανού περισσότερος κόσμος από κάθε άλλη φορά. Κανένας δεν αντέδρασε στην παρουσία των καθολικών αρχιερέων. Κι εκείνοι που έφυγαν απ’ την εκκλησία στη μέση της λειτουργίας στις 12 του περασμένου Δεκεμβρίου και καταράστηκαν την ένωση και τους Λατίνους κι αυτοί σήμερα, μετανιωμένοι και συντριμμένοι, έτρεξαν στη μεγάλη εκκλησία κι αντάμα με τους καθολικούς, παρακαλούσαν το Θεό να μας λυπηθεί όλους. Όσοι φώναζαν τότε, σε κείνη την ιστορική λειτουργία του Δεκέμβρη, ότι δε θα ξαναπατήσουν στο μολυσμένο απ’ τους Λατίνους ναό και πραγματικά δεν είχαν ξαναπατήσει για τόσον καιρό, σήμερα, με δάκρυα στα μάτια, αγκαλιάζονταν με τους καθολικούς και ζητούσαν συγχώρεση ο ένας απ’ τον άλλο. Ανακατεμένοι και με πραγματική ταπείνωση άρχοντες και δούλοι, κλήρος και λαός, ορθόδοξοι και καθολικοί, με ειλικρίνεια και συντριβή, ζητούσαν συγχώρεση και μεταλάβαιναν των Αχράντων Μυστηρίων.

Πρώτος μετάλαβε ο αυτοκράτορας και μετά οι παρευρισκόμενοι άρχοντες και ο λαός. Βγαίνοντας απ’ την εκκλησία ο Κωνσταντίνος φώναξε στους εκεί συγκεντρωμένους: ‘’Αδελφοί και συμπολεμιστές μου. Με τη χάρη και τη δύναμη που μας έχει χαρίσει ο Θεός και με τη βοήθεια της Αγίας Τριάδος, στην οποία έχουμε στηρίξει όλες τις ελπίδες μας, ας εξαναγκάσουμε τους εχθρούς μας να φύγουν με μεγάλη ντροπή από τα μέρη μας. Πηγαίνετε στις θέσεις σας. Να είσθε όλοι έτοιμοι κατά τα χαράματα.’’ Με τα λόγια αυτά αποχαιρέτησε το συγκεντρωμένο πλήθος κι έφυγε. Αμέσως, όλοι μας, πολεμιστές και λαός, τραβήξαμε με καινούριο κουράγιο και περίσσια συγκίνηση εκεί όπου καλούσε το καθήκον.

Συνεπαρμένος απ’ το μεγαλείο των συμβάντων ο στρατιώτης και νομίζοντας, ότι επαναλαμβάνοντας στους συντρόφους του τα όσα έγιναν εκείνη τη μέρα στην Πόλη, ξαναζεί και πάλι τις έντονες και υπέροχες εκείνες στιγμές, δεν σταματούσε. Πίστευε, ότι ήταν καθήκον του να τα πει όλα κι ότι είχε υποχρέωση να μεταφέρει παντού αυτούσιες τις εντολές του αυτοκράτορα και να τις μεταδώσει ακέραιες και αμετάβλητες στους συντρόφους του.

-Όταν σκόρπισε το πλήθος, συνέχισε ο στρατιώτης, εγώ δεν έφυγα απ΄ τη συγκέντρωση για να επιστρέψω πίσω στη θέση μου εδώ. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου απ’ τον αυτοκράτορα. Χωρίς να το καταλαβαίνω, ακολούθησα μαζί με άλλους τη συνοδεία του. Πότε και πώς βρεθήκαμε μέσα στα ανάκτορα δεν κατάλαβα. Ολόκληρο το παλάτι των Βλαχερνών ήταν ανάστατο. Μπήκαμε σε μια αίθουσα. Ο αυτοκράτορας προχώρησε μόνος του σε κάποια άλλη και σε λίγο ξαναγύρισε στην αίθουσα που ήμασταν κι εμείς. Αυλικοί και άνθρωποι του παλατιού και της αυτοκρατορικής οικογένειας μπαινόβγαιναν κλαμένοι. Πότε περνούσαν στ’ άλλα δωμάτια και πότε πάλι ξαναγύριζαν κοντά μας. Η μεγάλη αίθουσα είχε γεμίσει από κάθε είδους κόσμο. Όλοι ήταν δακρυσμένοι κι αμίλητοι.

Για μια στιγμή, ο αυτοκράτορτας, με έκδηλη τη συγκίνηση στη φωνή του, είπε: ‘’Οι ώρες είναι κρίσιμες. Η ύστατη στιγμή επέστη. Ζητώ συγχώρεση από όλους σας.’’ Δεν μπόρεσα ν’ ακούσω τίποτα άλλο. Ένα μεγάλο αναφιλητό ξεχύθηκε με μιας απ’ τα στήθη των παρευρισκομένων και γοερές κραυγές και σπαραχτικά κλάματα συντάραξαν την αίθουσα. Οι σκηνές που εξελίχτηκαν μπροστά στα μάτια μου ήταν απερίγραπτες και το δράμα που ακολούθησε ανείπωτο. Ένα μόνο σας λέω. Δεν ήταν δυνατό να μην συγκινηθεί και να μην κλάψει άνθρωπος εκείνη τη στιγμή, έστω κι αν ήταν από ξύλο ή από πέτρα.

Δακρυσμένος ο αυτοκράτορας πέρασε από μπροστά μου και βγήκε στην αυλή. Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ από τόσο κοντά. Πίσω τον ακολούθησαν μερικοί άρχοντες. Ξεχώρισα τον άρχοντα Φραντζή. Μπερδεύτηκα κι εγώ μαζί τους και βγήκα στην αυλή απ’ τους πρώτους. Όλοι ανέβηκαν στα άλογά τους κι έφυγαν για τα τείχη. Φεύγοντας ο αυτοκράτορας είπε: ‘’Πάμε να επιθεωρήσουμε τα τείχη και να εμψυχώσουμε τους στρατιώτες. Απόψε δεν πρέπει να κοιμηθεί κανείς . . . ’’ Βγήκαν απ’ το προαύλιο και χάθηκαν. Τότε πήρα κι εγώ το δρόμο για την πύλη της Καλιγαρίας. Πόσο ήθελα να ξαναδώ για μια φορά ακόμη . . .

Μια παράξενη βουή που ακούστηκε νά ‘ρχεται από μακριά διέκοψε τα λόγια του στρατιώτη. Όλοι κράτησαν τις ανάσες τους και κάρφωσαν τα βλέμματά τους μακριά, πέρα απ’ τα τείχη. Προσπαθούσαν κάτι να διακρίνουν αλλά το σκοτάδι της νύχτας δεν τους επέτρεπε. Η βουή που έμοιαζε σαν το αδιάκοπο βογγητό φουσκωμένης θάλασσας όλο και μεγάλωνε. Οι φρουροί τέντωσαν τ’ αφτιά τους και έντειναν όλες τους τις αισθήσεις προσπαθώντας κάτι να ξεχωρίσουν, κάτι να αντιληφθούν, για να μπορέσουν έτσι να καταλάβουν τι συμβαίνει.

Ο θόρυβος προέρχεται απ’ το μέρος της θάλασσας, είπε σιγανά ο νεαρός τοξότης.

-Μα εδώ ακριβώς είναι το περίεργο, πρόσθεσε ένας άλλος. Η θάλασσα απόψε είναι ήσυχη και δεν έχει κύματα καθόλου.

-Οπωσδήποτε, κάτι προετοιμάζουν οι Τούρκοι.

-Καλά μας είπε ο αυτοκράτορας, να είμαστε έτοιμοι απόψε κατά τα χαράματα, ψιθύρισε ο ακοντιστής.

Η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ. Ίσως είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ο ανεξήγητος θόρυβος συνεχιζόταν με τον ίδιο τόνο ασταμάτητα. Μέσα στην παράξενη βουή ξεχώριζαν βήματα αλόγων που έρχονταν καταπάνω τους απ’ το μέσα μέρος του τείχους. Η μικρή συντροφιά των μαχητών πάνω στους πύργους του φρουρίου της Καλιγαρίας πήρε αμέσως θέσεις πίσω στις επάλξεις κι ο καθένας έσφιξε δυνατά στη χούφτα του το όπλο του. Προστακτική ακούστηκε μέσα στη νύχτα η φωνή του φρουρού απ’ το διπλανό παραπύργιο, που πρόσταζε τους άγνωστους καβαλάρηδες να σταματήσουν.

-Μην πλησιάζετε άλλο. Σταθείτε επιτόπου αμέσως. Θα ρίξω τις σαΐτες μου επάνω σας. Ποιοι είσαστε;

Τα βήματα των αλόγων σταμάτησαν και μια φωνή ακούστηκε απ’ το μέρος της νυχτερινής συνοδείας να απαντά στον άγρυπνο φρουρό.

-Ο αυτοκράτορας.

Οι ψυχές των στρατιωτών πλημμύρισαν από αγαλίαση και περηφάνια. Ο γκριζομάλλης πολεμιστής τινάχτηκε όρθιος απ’ τη χαρά του κι ο αλυσιδωτός του θώρακας αντήχησε διαπεραστικά μέσα στη νύχτα.

Ο αυτοκράτορας επισκέφτηκε τον πύργο, μίλησε για λίγο στους στρατιώτες και σχεδόν αμέσως έφυγε, για να συνεχίσει τη νυχτερινή του επιθεώρηση. Όταν η βασιλική συνοδεία κατέβηκε τα σκαλιά του τείχους της Καλιγαρίας κι επέστρεφε στα άλογά της, ακούστηκε η φωνή του Κωνσταντίνου να λέει στον άρχοντα Φραντζή που ήταν δίπλα του: ‘’Πήγαινε, αγαπητέ μου φίλε, τώρα στη θέση σου. Ήρθε πια η ώρα.’’ Οι στρατιώτες πάνω απ’ τα τείχη είδαν το Φραντζή μεν να αποχαιρετά τον αυτοκράτορα και ν’ απομακρύνεται απ’ τη βασιλική συνοδεία, τον αυτοκράτορα δε, να συνεχίζει τη νυχτερινή του επιθεώρηση με τους λοιπούς ακολούθους του. Καβάλα στο άλογό του κατευθύνθηκε προς την πύλη του Ρωμανού.

Εκείνη την ώρα της νύχτας οι πετεινοί της Πόλης λαλούσαν για πρώτη φορά.

 

– – – – – – – – – – – – – – – – –

 

 

Το ίδιο δράμα επικρατούσε απ’ το πρωί κι ολόκληρη τη μέρα σ’ όλα τα φρούρια, σ’ όλους τους πύργους και σ’ όλα τα τμήματα των τειχών. Η παράξενη ησυχία που απλώνονταν σήμερα στο τουρκικό στρατόπεδο μεγάλωνε την αγωνία και τον τρόμο των πολιορκημένων σ’ ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, οι κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών, οι λιτανείες και οι προσευχές, η περιφορά των εικόνων γύρω στα τείχη και τα κλάματα και οι θρήνοι του λαού, παρέλυαν τα γόνατα κι αποκορύφωναν την απόγνωση και τη φρίκη κάθε ψυχής που βρίσκονταν ασφικτικά κλεισμένη μέσα στο θανάσιμο κλοιό των Οθωμανών.

Το δράμα αυτό και η αγωνία που ζούσαν οι μαχητές πάνω στα τείχη αύξαναν περισσότερο οι αποκαρδιωτικές κι απίστευες ειδήσεις που κάθε τόσο έφερναν στους φρουρούς οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί που επέστρεφαν στα πόστα τους από υπηρεσία τους στις εσωτερικές περιοχές της πόλης ή από τυχόν επίσκεψή τους στις οικογένειές τους.

Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση και οι φρουροί πάνω στις επάλξεις της πύλης της Αδριανούπολης, άγρυπνοι και γεμάτοι αμφιβολίες, παρακολουθούσαν φοβισμένοι τις θέσεις των εχθρών. Καμιά κίνηση δεν παρατηρείται πουθενά. Κανένα απολύτως ενδιαφέρον δεν εκδηλώνεται απ’ το μέρος των στρατιών του Μωάμεθ.

-Τι παράξενη ησυχία επικρατεί σήμερα στο τουρκικό στρατόπεδο, είπε ένας στρατιώτης στους συντρόφους του, καθώς αγνάντευε επίμονα πέρα μακριά προς το σταυροδρόμι του δρόμου της Αδριανούπολης και του δρόμου που οδηγούσε προς την πύλη του Ρωμανού.

-Και χθες Κυριακή 27 και σήμερα Δευτέρα 28 του μηνός, είπε ένας άλλος στρατιώτης, μεγάλη ησυχία έχουν οι Τούρκοι. Μήπως έχουν καμιά γιορτή; Ρώτησε μισοαστειευόμενος.

-Η ησυχία αυτή θα μεγαλώνει οπωσδήποτε την αγωνία και τον τρόμο των πολιορκημένων εκεί κάτω, πρόσθεσε ένας άλλος κι έδειξε με το χέρι του προς την Κωνσταντινούπολη και πρόσθεσε. Τι δάκρυα έχυνε σήμερα ο λαός την ώρα που περνούσε από δώ τις άγιες εικόνες! . . .

Οι φρουροί της πύλης της Αδριανούπολης, εκτός απ’ τις κωδωνοκρουσίες που άκουγαν και την περιφορά των εικόνων που είδαν πάνω απ’ τα τείχη, δεν είχαν μάθει ακόμη τα όσα είχαν συμβεί σήμερα στην Πόλη και συνέχιζαν να ζουν την καθημερινή ρουτίνα, με τη συνηθισμένη πια γι’ αυτούς φροντίδα και ισχυροποίηση των θέσεών τους και την προσπάθεια επιτυχούς αντιμετώπισης μιας τυχόν αιφνιδιαστικής επίθεσης των εχθρών.

Δεν γνώριζαν ακόμη τίποτα απ’ τα δραματικά γεγονότα της Αγίας Σοφίας και των Βλαχερνών κι ούτε είχαν μάθει το παραμικρό απ’ τις προθέσεις των αρχόντων, τη στάση των αρχιερέων και τις αποφάσεις του αυτοκράτορα.

-Βλέπεις εκεί κάτω προς τη δεξιά όχθη του χειμάρρου του Λύκου; Ρώτησε για μια στιγμή το διπλανό του ένας ψηλός στρατιώτης απ’ τη Μεσέμβρια που έστεκε ολόρθος κρατώντας τη βαριά ασπίδα του και το μακρύ ακόντινό του στα χέρια του και περίσσευε ο μισός πάνω απ’ το τείχος της έπαλξης του πιο ψηλού φρουρίου της πύλης της Αδριανούπολης. Νομίζω πως κάτι πήρε το μάτι μου. Μου φάνηκε πως είδα για μια στιγμή να ξεπροβάλει πίσω απ’ το μικρό λόφο μια ομάδα Τούρκων στρατιωτών και να χάνονται σχεδόν αμέσως πίσω απ’ τη μικρή καταπράσινη ράχη. Λες να ετοιμάζουν τίποτα;

Ο διπλανός του στρατιώτης, ένας μικρόσωμος τοξότης απ’ την Ίμβρο, που το ανάστημά του φαινόταν ακόμη πιο μικρό μπροστά στο ασυνήθιστο ύψος του συναδέλφου του, ορθώθηκε κάπως στο άνοιγμα της έπαλξης, τέντωσε το λαιμό του και, βάζοντας την παλάμη του πάνω απ’ τα μάτια του μπροστά στο μέτωπό του για να τα προφυλάξει απ’ τον ενοχλητικό ήλιο που είχε αρχίσει να γέρνει προς τη δύση κι έριχνε καυτερές και εκτυφλωτικές τις ακτίνες καταπάνω του, παρακολούθησε για λίγο σιωπηλός και με προσοχή τους απέναντι λόφους και είπε.

-Δεν μπορώ να δω τίποτα. Αυτός ο ήλιος κοντεύει να μας βγάλει τα μάτια.

-Η καλύτερη στιγμή για να μπορέσουμε να παρατηρήσουμε τους λόφους εκείνους θα είναι όταν ο ήλιος κρυφτεί πίσω από κανένα συννεφάκι ή καθώς κατεβαίνει για τη δύση πίσω από καμιά κορυφή λόφου ή δέντρου, είπε ο ψηλόκορμος στρατιώτης.

-Πάντως, συνέχισε ο διπλανός του, οι άπιστοι κάτι ετοιμάζουν οπωσδήποτε. Δεν πιστεύω να κοιμούνται στην κυριολεξία όλη τη μέρα τόσες χιλιάδες στρατιώτες.

-Το ότι θα συγκεντρώνουν κορμούς και κλαδιά δέντρων και πέτρες και χώματα πίσω απ’ τους λόφους, όπως κάνουν κάθε μέρα, συνέχισε ο γιγαντόσωμος στρατιώτης απ΄ τη Μεσέμβρια, για να φέρουν το βράδυ με την πρώτη τους έφοδο και να τα ρίξουν μπροστά μας, προσπαθώντας να γεμίσουν την τάφρο ή να κάψουν καμιά απ’ τις απροσπέλαστες πύλες μας, είναι πράγμα σίγουρο. Έγινε πλέον ρουτίνα. Αλλά δεν το φοβάμαι. Θα τα βγάλουμε και πάλι πέρα όπως κάθε άλλη φορά. Αλλά εκείνο που μου σπάει τα νεύρα είναι η τόση ησυχία και η αμφιβολία για την επόμενη κίνησή τους. Και με τόνο μισοαστείο και μισοσοβαρό πρόσθεσε. Μήπως πάλι αυτομόλησε κανένας δικός μας και τους μαθαίνει κανένα πολεμικό τέχνασμα, όπως ο Ουρβανός με τα κανόνια του και σταμάτησαν τον πόλεμο μέχρι να μάθουν τα νέα κόλπα;

-Ξέρω κι εγώ; Απάντησε ο Ίμβριος τοξότης. Καθόλου απίθανο. Τούτες τις μέρες όλα να τα περιμένεις. Θυμάσαι τι έλεγαν οι αιχμάλωτοι απ’ τη Θράκη που πιάσαμε προχθές στη βραδινή έφοδο; Έχει, λένε, ο Μωάμεθ στο στρατό του πάνω από τριάντα χιλιάδες χριστιανούς που πολεμούν εναντίον μας. Το περίμενε ποτέ κανένας ένα τέτοιο πράγμα;

-Δηλαδή, όλοι αυτοί με τα πολύχρωμα σαρίκια είναι χριστιανοί; Είπε με κάποια έκπληξη ο στρατιώτης απ’ τη Μεσέμβρια.

-Ε, κι αν δεν είναι όλοι, θα είναι οι περισσότεροι, πρόσθεσε με φανερή δυσαρέσκεια ο τοξότης.

-Αν όλη αυτή η σαρικοφορεμένη παρδαλή θάλασσα, που κάθε φορά ορμά εναντίον μας, αποτελείται από χριστιανούς, τότε, περισσότεροι χριστιανοί πολεμούν για να πάρουν την Κωνσταντινούπολη και πολύ λιγότεροι προσπαθούν να την κρατήσουν, είπε ο ψηλόσωμος στρατιώτης με πικρία.

Σώπασε για λίγο, σα να ήθελε να πνίξει τη στενοχώρια του με την τόσο παράξενη κι ανεξήγητη γι’ αυτόν πραγματικότητα και πρόσθεσε.

-Ποιους, άραγε, χριστιανούς θα βοηθήσει ο Θεός στο τέλος; Τους λίγους ή τους πολλούς;

Στο σημείο αυτό, ένας παράξενος αλαλαγμός και μια ουρανομύκης κραυγή που έβγαινε από χιλιάδες μανιασμένα στόματα αντιβούισε ξαφνικά στο στερέωμα.

Με μιας, το τουρκικό στρατόπεδο πλημμύρισε από στρατιώτες, που παρουσιάστηκαν τόσο απότομα, λες και ξεφύτρωσαν μέσ’ απ’ τη γη όλοι μαζί την ίδια στιγμή.

Ο ήλιος είχε κρυφτεί στη δύση και στον κοκκινωπό ορίζοντα ξεχώριζαν τώρα ολοκάθαρα οι κορυφογραμμές των λόφων με τα σύδεντρά τους, τα υψώματά τους και τις άπειρες σκηνές των Τούρκων. Το στρατόπεδο του Μωάμεθ διακρίνονταν καθαρότατα και από μακριά ξεχώριζε η μεγαλοπρεπής σκηνή του πάνω στο λόφο του Μάλτεπε. Όσο το φως της μέρας έσβηνε και η σιγαλιά της νύχτας απλώνονταν στη φύση, τόσο πιο πολύ ακούγονταν τα ουρλιαχτά και οι στριγγλές φωνές των Τούρκων και τόσο πιο έντονες και παράξενα μπερδεμένες έφταναν στ’ αφτιά των υπερασπιστών και όλων των κατοίκων της πόλης οι ανατριχιαστικοί ήχοι των κυμβάλων, των αυλών και όλων των πρωτόγονων οργάνων που είχαν φέρει μαζί τους τα βάρβαρα στίφη του Μωάμεθ απ’ τα βάθη της Ασίας.

Την ώρα αυτή έληγε η καθημερινή τους νηστεία που είχε επιβάλλει εδώ και δυο μέρες ο Μωάμεθ και όλοι συγκεντρώνονταν τώρα για βραδινό φαγητό και γλέντι.

Για μια στιγμή, το εκτεταμένο στρατόπεδο των Οθωμανών έλαμψε σ’ όλο του το μήκος και το πλάτος. Χιλιάδες φωτιές ανάφτηκαν σ’ ολόκληρη την ορατή έκταση έξω απ’ τα τείχη της πόλης, απ’ την Ξυλόπορτα του Κερατίου μέχρι τη Χρυσή πύλη και γύρω στην Προποντίδα. Ένα τεράστιο γκριζοκίτρινο σύννεφο καπνού, που όλο και γίνονταν πιο πυκνό, σχηματίστηκε πάνω απ’ το στρατόπεδο των Τούρκων. Το λιγοστό φως της μέρας που ξεψυχούσε, μαζί με τις ποικιλόχρωμες φλόγες που έβγαιναν απ’ τις άπειρες φωτιές των τουρκικών καταυλισμών και λόγχιζαν το θαμπό αέρα του απόβραδου εκείνου του Μάη, έκαναν το τεράστιο γκρίζο σύννεφο να μοιάζει μ’ ένα αλλόκοτο και υπερφυσικό μανιτάρι, το οποίο όλο και μεγάλωνε και φούσκωνε περισσότερο.

Το αέρινο αυτό μανιτάρι, με την παράξενη μορφή του και τις τεράστιες διαστάσεις του, είχε σκεπάσει ολόκληρο το τουρκικό στρατόπεδο και σιγά-σιγά καθώς προχωρούσε η νύχτα, είχε αρχίσει να κινείται και να απλώνεται και προς το μέρος της πόλης, σα νά ‘θελε ν’ αρπάξει και να καταπιεί μέσα στα θολά σπλάχνα του ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη με τα τείχη της, τα φρούριά της και τους ανθρώπους της. Το ζοφερό σύννεφο, λογχισμένο απ’ τις ανταύγιες που έστελναν από μακριά οι φωτιές του τουρκικού στρατόπεδου, ανακατεμένο με τα διαπεραστικά και άναρθρα ξεφωνητά των άγριων μωαμεθανών και ζυμωμένο με το παράξενο δέος που φέρνει μαζί της η νύχτα, φαίνονταν στα φοβισμένα μάτια των πολιορκημένων σαν ένα φρικιαστικό τέρας σταλμένο απ’ τον Άδη. Φάνταζε πελώριο και τρομαχτικό σαν υλοποιημένος ο θάνατος που περπατούσε αντάμα με την κόλαση στον ουρανό. Έμοιαζε σα μια υπερφυσική λαιμητόμος, της οποίας η τεράστια γυαλιστερή λεπίδα, φρεσκοακονισμένη απ’ τα φριχτά λόγια των κληρικών και τις προφητείες των καλογήρων, επικρέμονταν πάνω στα αδύναμα κεφάλια των μελλοθανάτων.

Ρίγη φρίκης και τρόμου παρέλυσαν τις καρδιές των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης σ’ ολόκληρη την πολιορκημένη περιοχή, απ’ τα ανάκτορα των Βλαχερνών ως το παλάτι του Βουκολέοντα κι απ’ την Ακρόπολη ως τη Χρυσή πύλη. Ο λαός, παγωμένος απ’ την τρομάρα του, έτρεχε στις εκκλησιές, να προσευχηθεί και να παρακαλέσει το Θεό για τη σωτηρία του απ’ το πρωτοφανές αυτό ουράνιο τέρας.

-Για δες το γκριζοκίτρινο καπνό πώς προχωρεί σιγά-σιγά προς την πόλη, είπε ο μικρόσωμος τοξότης στο γίγαντα συνάδελφό του. Τι ιδιότροπα σχήματα παίρνει το τεράστιο αυτό σύννεφο και τι παράξενες μορφές μπορεί να διακρίνει κανείς μέσα του, καθώς από στιγμή σε στιγμή αλλάζει θέση, όπως το διώχνει σιγά-σιγά ο αέρας και το συμπυκνώνουν οι εξατμίσεις της θάλασσας!

-Τέλος Μαΐου είναι, είπε ένας άλλος. Μπαίνουμε στον Ιούνιο. Ο καιρός ζεστός και μπόλικη θάλασσα γύρω μας. Οι εξατμίσεις επομένως είναι άφθονες στον αέρα ετούτη την εποχή.

-Τι γρήγορες, όμως και τι παράξενες μεταβολές που παίρνει το ιδιότροπο αυτό σύννεφο! Διέκοψε ένας άλλος πολεμιστής.

-Ναι, αυτό προσέχω κι εγώ, είπε ο προηγούμενος στρατιώτης. Εδώ βλέπω αετούς, εκεί ρομφαίες. Αλλού κεφαλές αρχαίων θεών με κιτρινωπά καπνισμένα γένια. Αλλού όψεις αγίων με παράξενα φτερά . . . Κι ώσπου να σχηματίσεις μια μορφή με τη φαντασία σου, το σύννεφο καθώς κυλάει στην πορεία του στον ουρανό, σου τα χαλάει και σου παρουσιάζει άλλη.

-Κοίτα, κοίτα, είπε με κάποια απορία ο τοξότης. Το σύννεφο άγγισε τους τρούλους της Αγιασοφιάς. Φαίνεται, όμως, πως άρχισε να χάνει τη συνοχή του και αραιώνει ή κόβεται εδώ και κει και ξευτίζει σ’ ένα πλήθος από παράξενες δαντέλες και στριφογυριστά τεράστια κρόσια.

-Αν καλοπροσέξεις, πρόσθεσε βιαστικά ο μεγαλόσωμος στρατιώτης, θα δεις ότι ο μεγάλος τρούλος της εκκλησίας άλλοτε χάνεται μέσα σ’ αυτόν τον αέρινο πυκνό όγκο κι άλλοτε μισοξεχωρίζει ή διακρίνεται ολοκάθαρα.

Οι φωτιές των Τούρκων, είπε ένας στρατιώτης, με τους καπνούς και τις αναλαμπές τους, δεν δίνουν μόνο στο σύννεφο αυτό παράξενες ανταύγιες σαν χίλια μπερδεμένα και ξεψυχισμένα ουράνια τόξα αλλά αντανακλούν κι αστραποβολούν ιδιόρυθμα πάνω στο γυάλινο τρούλο της εκκλησιάς. Κοιτάξτε πώς αστράφτει περίεργα ο τρούλος κάθε φορά που ξεπροβάλλει για λίγο μέσα απ’ τη θολούρα του κανπνού και της καταχνιάς! Άλλοτε πάλι, καθώς το γυάλισμα αυτό ανακατεύεται με τα μπερδεμένα χρώματα της ομίχλης, φαίνεται σα να παίρνει η κορυφή της εκκλησιάς φωτιά και καίγεται.

Οι στρατιώτες παρακολουθούσαν εκστατικοί τις μετακινήσεις και τις παράξενες μεταβολές του νέφους, καθώς αυτό αργά και βραδυκίνητα, πότε σκέπαζε τελείως και πότε ξεσκέπαζε για λίγο στο διάβα του τους πανύψηλους τρούλους της μεγάλης εκκλησιάς.

-Θυμάμαι, είπε ένας στρατιώτης για μια στιγμή στο διπλανό του, πως έτσι παρακολουθούσα κι εγώ το φεγγάρι όταν ήμουν μικρός, άλλοτε πιασμένος απ’ το χέρι του παππού μου κι άλλοτε καθισμένος ολομόναχος κάτω απ’ τα δέντρα της αυλής μας τις νύχτες του φθινοπώρου. Μ’ άρεσε να το βλέπω να τρέχει εκεί ψηλά και πότε να χλομιάζει και να χάνεται ανάμεσα στα σύννεφα και πότε να ξεπροβάλει και να λάμπει στα ανοίγματα του ουρανού. Πόσα παραμύθια μού ‘λεγε για το φεγγάρι και τα σύννεφα ο παππούς μου και πόσα όνειρα δεν έπλαθα καθώς παρακολουθούσα το τροχάδην του ανάμεσα απ’ τα γυμνά κλαριά των δέντρων! . . .

Τους ρεμβασμούς του στρατιώτη διέκοψε η φωνή ενός συναδέλφου του.

-Να, να, κοιτάξτε πώς έσβησε η λάμψη τελείως τώρα που τυλίχτηκε ο τρούλος μέσα σε πυκνότερο κομμάτι καταχνιάς και καπνού!. . . Και να πάλι, πώς ξαναλάμπει η κορυφή του μόλις αραίωσε ο καπνός και ξεδιάλυνε το σύννεφο!

Το νέφος του καπνού, φωτισμένο εδώ κι εκεί απ’ τις πολυάριθμες φωτιές του τουρκικού στρατοπέδου, ταλαντεύονταν σε χαμηλό ύψος πάνω απ’ την πόλη. Η παρουσία του έπαψε να ενδιαφέρει άλλο τους στρατιώτες, γι’ αυτό και κανείς πια δεν το παρακολουθούσε και δεν το πρόσεχε. Στο τουρκικό στρατόπεδο συνεχίζονταν οι φωνές και οι αλαλαγμοί και οι φρουροί της πόλης άγρυπνοι, με τα όπλα στο χέρι πάνω στις επλάλξεις περίμεναν έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Θα είχαν ίσως περάσει τα μεσάνυχτα όταν ακούστηκαν βήματα στη μεγάλη πέτρινη σκάλα του τείχους. Ο μεγαλόσωμος στρατιώτης που στεκόταν στο κεφαλόσκαλο κατέβηκε δυο-τρία σκαλοπάτια τροχάδην, για να δει ποιος ανεβαίνει στο φρούριο τέτοια ώρα. Την ίδια στιγμή, μια φωνή ακούστηγκε να λέει στους θορυβημένους στρατιώτες.

-Δεν είναι τίποτα απ’ το μέρος αυτό παιδιά. Την ποροσοχή σας να την έχετε πάντα προς την άλλη μεριά. Προς το εξωτερικό μέρος των τειχών.

Ένας αξιωματικός του Γεωργίου Κορνάρου ανέβαινε βιαστικός τη σκάλα κι έφτασε τροχάδην στο κεφαλόσκαλο όπου τον περίμενε ο γιγαντόσωμος ακοντιστής. Οι άλλοι στρατιώτες γύρισαν ανήσυχα τα κεφάλια τους προς το μέρος του. Αν κανείς μπορούσε να διακρίνει καθαρά στο σκοτάδι, θα έβλεπε όλων τα μάτια να καρφώνονται στα μάτια του αξιωματικού τους με έκδηλη ανυπομονησία και περιέργεια.

Ο αξιωματικός κατάλαβε τη δικαιολογημένη αγωνία τους και τους είπε καθαρά.

-Έρχομαι απ’ την πόλη. Το απόγευμα ήμουν με την ακολουθία του αυτοκράτορα. Συνέβησαν πολλά σήμερα εκεί κάτω . . . Πάρα πολλά . . .

Έκανε μια μικρή διακοπή, σα να ήθελε να σκεφτεί για λίγο αν έπρεπε να προχωρήσει σε λεπτομέρειες, εξιστορώντας όλα όσα έγιναν στην πόλη σήμερα ή όχι και συνέχισε.

-Συνεδρίασε το αυτοκρατορικό συμβούλιο. Πήραν μέρος όλοι οι μεγάλοι άρχοντες και αρχιερείς . . .

Οι στρατιώτες ήρθαν πιο κοντά του και κάθισαν βουβοί γύρω του. Έστρεψαν όλη τους την προσοχή προς τον αξιωματικό τους και περίμεναν ανυπόμονα να μάθουν τα σπουδαία συμβάντα.

-Εξέτασαν την κατάσταση της πολιορκίας και τη δεινή θέση στην οποία περιήλθε η Πόλη, είπε ο αξιωματικός. Για μια στιγμή, το λόγο πήρε κάποιος άρχοντας και είπε στο συμβούλιο.

-Ύστερ’ απ’ τις δυσάρεστες ειδήσεις των απεσταλμένων μας στο Αιγαίο κι απ’ την αμετάβλητη επιμονή των Τούρκων και τη συνεχή και με κάθε μέσον προσπάθειά τους να περάσουν τα τείχη και να μπούνε στην πόλη, φαίνεται πλέον καθαρά, ότι η κατάστασή μας επιδεινώνεται και επομένως η αναχώρηση του αυτοκράτορα καθίσταται αναγκαία και επιτακτικότερη περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Τα οφέλη μιας τέτοιας φυγής είναι πολλαπλά και σπουδαία, όπως τα ανέπτυξαν και οι προηγούμενοι ομιλητές και δεν έχω παρά, να συστήσω κι εγώ άμεσες προετοιμασίες για την όσο το δυνατόν γρηγορότερη φυγή του αυτοκράτορα και της αυλής του απ’ την Κωνσταντινούπολη.

Σε συνέχεια, πήρε το λόγο ο αντικαταστάτης του πατριάρχη και είπε.

-Πράγματι, η θέση της βασιλευούσης των πόλεων, της χιλιετούς πρωτευούσης του Βυζαντίου και της Θεοφυλάκτου πόλεως του Αγίου και Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατέστη δεινή και τραγικοτάτη. Τα πολλά αμαρτήματα και η έκδηλος ασέβεια των κατοίκων της και των πατέρων των, επέσυραν την οργήν του Κυρίου κατ’ αυτής. Η πόλις, τρέμουσα ήδη, αναμένει την δικαίαν τιμωρίαν, την οποίαν προέβλεψαν αι σοφαί και εις ημάς τους πατεινούς ακατανόηται βουλαί του μεγάλου Κριτού και δικαίου Θεού μας. Είναι γεγονός, ότι παρέβημεν τας εντολάς Του και δεν υπακούσαμεν εις τα προστάγματά Του. Εμολύναμεν την Αγίαν ημών Πίστην και ενοθεύσαμεν τους Αγίους Κανόνας, τους οποίους παρέδωκαν εις ημάς καθαρούς ως δροσοσταλίδας και στιλπνούς ως αδάμαντας οι Άγιοι ημών Πατέρες, οι όσιοι ιεράρχαι και μοναχοί, οι στυλοβάται και αι κεφαλαί της μιας και μοναδικής Εκκλησίας μας, της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας του Χριστού. Ενοθεύσαμεν τας ορθάς χριστιανικάς αντιλήψεις με δοξασίας αιρετικάς και με τας αλλοπροσάλλους κατά καιρούς ενεργείας μας. Περιφρονήσαμεν την φωνήν της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και επεσύραμεν την μήνιν του Θεού και την δικαίαν Αυτού οργήν εναντίον της πόλης ταύτης και του λαού της. Το ότι ημαρτήσαμεν είναι γεγονός πλέον βεβαιότατον. Δια τούτο και η έλευσις της δικαίας του Θεού τιμωρίας εφ’ ημών, πρέπει να θεωρείται εξ ίσου βεβαία. Ο μεγάλος Θεός, με τα τόσον τακτικά και ευδιάκριτα Αυτού σημεία, τα οποία καθαρώς και αλανθάστως παρουσιάζει πλέον έμπροσθεν ημών, μας προειδοποιεί ότι η μεγάλη στιγμή επέστη.

Τι άλλο ήτο, παρά καθαρότατη εκδήλωσις της θελήσεως του Θεού και μέγα σημείον του Κυρίου, η άνευ ουδεμιάς αιτίας ή άλλης δικαιολογίας πτώσης της Αγίας εικόνος της Θεομήτορος εκ των χειρών βασταζόντων αυτήν ανδρών, όταν μετά κλαυθμών και δεήσεων περιεφέρετο προ ημερών υπό πλήθους ιερέων και απειροπληθούς λαού εις τας οδούς της Θεοφυλάκτου πόλεως;

Πόσην δυσκολίαν ησθάνθησαν και πόσους κόπους κατέβαλον οι εύρωστοι εκείνοι άνδρες, δια να κατορθώσουν να αποσπάσουν την Αγίαν εικόνα εκ του εδάφους και να την επανατοποθετήσουν εις τας χείρας των βασταζόντων αυτήν, ενώ κλήρος και λαός έκλαιγε και εδέετο υπέρ της σωτηρίας της πόλεως;

Διατί κατέπεσεν αίφνης πρηνής εις το έδαφος η εικών της Θεομήτορος εκ των χειρών των βασταζόντων αυτήν, χωρίς να προηγηθή ουδεμία προς τούτο ανάγκη ή βία[3]; Η πτώσις εκείνη της Αγίας εικόνος τι άλλο ήτο παρά κακός οιωνός και άνωθεν προειδοποίησις περί των επερχομένων δεινών;

Αλλά και δια να καταστήσει εις ημάς τους απίστους έτι εμφανεστέρας τας βουλάς του ο Κύριος, εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος από της περιδεούς εκείνης πτώσεως της Αγίας εικόνος της Θεομήτορος, εν μέση ημέρα, νέφος πυκνόν, όλως απροσδοκήτως συνυφάνθη και σκότος περιέβαλε τους εν τη λιτανεία περιερχομένους[4]. Αστραπαί δε ασυνήθεις διερρήγνυαν τους ορίζοντας και βρονταί εκκωφαντικαί συνετάρασσαν το στερέωμα. Ραγδαίαι δε και καταρρακτώδεις βροχαί, μετά υπερμεγέθους χαλάζης κατέπνιξαν και κατεκεραύνωσαν τους λιτανεύοντας, ώστε, ένεκα της σφοδρότητος της χαλάζης και της ορμής των ρεόντων υδάτων, όχι μόνον δεν καθίστατο πλέον δυνατή εις αυτούς η περαιτέρω προχώρησίς των αλλά και πολλά εκ των ακολουθούντων την πομπήν παιδαρίων εκινδύνευσαν να πνιγούν εις τα ύδατα.

Τι άλλον εδήλου το παράδοξον και ασύνηθες εκείνον γεγονός του υετού και της χαλάζης, παρά την ταχίστην των όλων απώλειαν; Το ευδιάκριτον τούτο φαινόμενον δεν μαρτυρεί τρανότατα ότι τα πάντα θέλουσι σαρωθεί και παρασυρθεί ως υπό ορμητικού χειμάρου και σφοδροτάτων υδάτων[5];

Αλλά, μήπως αγνοεί κανείς την εμφάνισιν ασυνήθους εις μορφήν και πυκνότητα νέφους, το οποίον εκάλυψε την πόλιν και παρέμεινεν επ’ αρκετόν υπεράνω αυτής;

Ήδη το νέφος παρέρχεται και εγκαταλείπει την πόλιν. Μήπως το τοιούτον φαινόμενον δεν δηλοί την αποδημίαν του Θεού εκ της πόλεως και δεν βεβαιοί εμφανέστατα την αναχώρησιν αυτού εξ αυτής; Δεν φαναιρώνει τρανότατα την αποστροφήν του Θεού προς την αμαρτήσασαν πόλιν και δεν μας πληροφορεί περί της τελείας υπ’ Αυτού εγκαταλείψεώς της; ‘’Υπό του νέφους γαρ το θείον κρυπτόμενον και επιφοιτά και πάλιν παρέρχεται.’’ Μηδείς δε αγνοείτω των πολλών του Κυρίου σημείων, διότι πλείστοι οι τούτων μάρτυρες και θεαταί. Και μηδείς ας μην αμφισβητεί και ας μην παραγνωρίζει τας ορθάς ερμηνείας των φαινομένων τούτων, τα οποία ερευνούν οι υπηρέται του Θεού και οι εργάται των ναών.

Για μια στιγμή, ο ιεράρχης σταμάτησε και κάποιος βρήκε την ευκαιρία και το κουράγιο να επέμβει και είπε.

-Από πρόσφατες πληροφορίες που έχουμε απ’ το στρατόπεδο των εχθρών, μαθαίνουμε ότι και οι Τούρκοι προσπαθούν να συνδέσουν με την έκβαση του πολέμου και το μέλλον των ανθρώπων τα διάφορα συνήθη ουράνια φαινόμενα, τα οποία τις τελευταίες μέρες συστηματικά παρακολουθούμε και περίεργα διογκώνουμε εμείς και να δώσουν κι αυτοί κάποια εξήγηση σ’ αυτά. Αλλά αναρωτιόμαστε, φώναξε ο ανώνυμος άρχοντας, πώς συμβαίνει οι άπιστοι και αλλόθρησκοι ουλεμάδες, στηριζόμενοι στο απαράδεκτο για μας κοράνιό τους, να ερμηνεύουν κι εκείνοι, όπως ακριβώς και σεις οι μελετητές των Γραφών και οι κήρυκες του Ευαγγελίου, όλα αυτά τα ουράνια φαινόμενα, σαν ενδείξεις του Θεού εναντίον των χριστιανών και υπέρ του Μωάμεθ; Δεν πιστεύω οι άπιστοι και αντίχριστοι Οθωμανοί να είναι πλησιέστερα στον πραγματικό Θεό από μας τους χριστιανούς κι από σας τους ιεράρχες.

Ο ιεράρχης ή συνεπαρμένος απ’ τις σκέψεις του δεν άκουσε καθόλου τα λόγια αυτά του τολμηρού κι αθυρόστομου άρχοντα ή επίτηδες τα αγνόησε και, σα να μην συνέβη τίποτα, συνέχισε.

-Κλαύσατε και θρηνήσατε και γονυπετείς προσπέσατε τω Κυρίω, ίνα εν καιρώ ευσπλαχνισθή τα αμαρτωλά Αυτού πρόβατα, τα απομακρυνθέντα τας ημέρας αυτάς εκ της μόνης δικαίας και ορθής οδού της πίστεως των αρχαίων πατέρων των. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει πλέον, ότι οι πατέρας και οι προπάτορες ημών ημάρτησαν και ότι και ημείς ημαρτήσαμεν και ως εκ τούτου είναι δίκαιον όπως υπό της Θείας Προνοίας τιμωρηθώμεν. Όλοι εμείς, τα αμαρτωλά και ταπεινά πλάσματα, είμεθα δημιουργήματα και κτήσματα του Θεού και πρέπει να υποστώμεν την τιμωρίαν Του.

Και με δυνατή φωνή ρώτησε: Είναι δίκαιον να συνεχίζωμεν τον αγώνα και είναι ορθόν να αντιτασσόμεθα εις τας βουλάς του Κυρίου[6];

Μετά δε, αφού στράφηκε προς τον αυτοκράτορα, είπε.

-Ο άγγελος Κυρίου, ο από ημερών Ιουστινιανού προστατεύων την πόλιν, εγκατέλειψεν αυτήν, αυτήν ταύτην την νύκτα εν μέσω των νεφών και των ποικίλων εκλάμψεων. Και εφ’ όσον είναι θέλημα Θεού η πόλις να κυριευθή, ας κλίνωμεν όλοι τας κεφαλάς εις τα βουλάς του Υψίστου και, μη δυνάμενοι να πράξωμεν άλλο τι, ας παρακαλέσωμεν τον Κύριον, ίνα εν τω απείρω Αυτού ελέει ευδοκήση και επιρρίψη ποτέ βλέμμα οίκτου και ελέους επί τον λαόν Αυτού, ως πολλάκις έπραξεν κατά παλαιοτέρας εποχάς[7].

Και τελειώνοντας τα λόγια αυτά φώναξε.

-Εφ’ όσον λοιπόν δεν δυνάμεθα να σώσωμεν την πόλιν, ας σώσωμεν τουλάχιστον τον αυτοκράτορα[8].

Η απαρίθμηση αυτή τόσων δυσοίωνων σημείων απ’ τον ορθόδοξο αρχιερέα σε μια τέτοια κρίσιμη στιγμή, με τέτοιο ύφος και τόνο και σε μια τόσο αμφίβολη γλώσσα, συνέχισε ο αξιωματικός, σκόρπισε παντού παράξενο δέος κι αφάνταστο τρόμο και φρίκη. Οι σύνεδροι όλοι έμειναν εμβρόντητοι και περιδεείς. Ο αυτοκράτορας, χλομός απ’ την απόγνωση και την απελπισία του, είπε.

-Δεν περίμενα ν’ ακούσω σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές τέτοια λόγια απ’ την επίσημη εκκλησία. Και, συμπληρώνοντας τη φράση του, έπεσε λιπόθυμος[9].

Οι στρατιώτες έμειναν κι αυτοί εμβρόντητοι, χωρίς μιλιά κι ανάσα, σαν ξεψυχισμένοι. Όλοι καταλάβαιναν πια, ότι ο δυναμίτης των διενέξεων και της ηττοπάθειας, που από καιρό είχε συσσωρευθεί στα σπλάχνα της πόλης και έντεχνα είχε τοποθετηθεί στα θεμέλιά της απ’ τους αντιφρονούντες, συνδέονταν πλέον με τον ωρολογιακό μηχανισμό του οποίου η έκρηξη ρυθμίζονταν τη στιγμή αυτή απ’ τα πιο επίσημα χέρια του Έθνους.

Οι χτύποι του ρολογιού αυτού του θανάτου ακούγονταν καθαρά πλέον να μετρούν με φρίκη τα τελευταία δευτερόλεπτα της ζωής της προδομένης Κωνσταντινούπολης.

Ο αξιωματικός έκανε ασυναίσθητα ένα-δυο μικρά βήματα, ίσως για να ξανάβρει τον εαυτό του και συνέχισε.

-Ραντίσαν με ανθόνερο το λιπόθυμο αυτοκράτορα για να συνέλθει. Όταν ανέκτησε τις δυνάμεις του ήταν πελιδνός. Έμεινε για αρκετή ώρα σιωπηλός, ενώ καυτά δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του. Γύρω του, οι άρχοντες, οι στρατηγοί και οι σύμβουλοί του έμειναν κι αυτοί βουβοί και συντριμμένοι. Το κακό είχε συντελεστεί. Ο ιεράρχης είχε αφαιρέσει και είχε ξεριζώσει απ’ τις ψυχές όλων σχεδόν των παρευρισκομένων και την τελευταία ικμάδα ελπίδας για τη νίκη και τη σωτηρία της πόλης. Είχε στραγγίσει με τα λόγια του και την τελευταία σταγόνα θάρρους και ψυχραιμίας που είχε απομείνει στις ψυχές των αρχόντων.

Με κόπο προσπάθησαν οι σύνεδροι να συνέλθουν και να ξαναβρούν τον εαυτό τους ύστερ’ απ’ το μεγάλο ράπισμα που είχαν δεχτεί.

Μέσα στη θολωμένη ατμόσφαιρα και στο παράξενο χάος, που είχε δημιουργήσει η ηττοπάθεια και η αποθάρρυνση, ακούστηκαν ηχηρά τα λόγια του αυτοκράτορα.

-Ευχαριστώ τους γενναίους στρατηγούς και τους πιστούς μου συμβούλους, για το αμέριστο ενδιαφέρον που δείχνουν για την άμυνα της πόλης και την προστασία του λαού της. Επίσης, ευχαριστώ όλους τους άρχοντες και τους ιεράρχες, για το ενδιαφέρον που δείχνουν για τον αυτοκράτορά τους και τη σωτηρία του. Δηλώνω, όμως και πάλι, ότι ουδέποτε θα εγκαταλείψω την πόλη. Πόσοι αυτοκράτορες στο παρελθόν, ενδοξότεροι και σπουδαιότεροι από μένα, αγωνίστηκαν και πέθαναν γι’ αυτή τη χώρα; Πρέπει εγώ τώρα να φύγω και να την εγκαταλείψω[10]; Άλλωστε, αν αυτή είναι η θέληση του Θεού, πού να πάω; Όχι, ουδέποτε θα απέλθω απ’ την πόλη αυτή. Θα μείνω μαζί σας και θα πεθάνω μαζί σας[11].

Τα λόγια αυτά με μιας έβαλαν ψυχή στα άδεια σώματα των αρχόντων και μέσα απ’ τις στάχτες που δημιούργησαν στις καρδιές τους τα λόγια του ιεράρχη ξεπετάχτηκαν, όπως ο φοίνικας, αχτίδες ελπίδας και θέλησης για συνέχιση του αγώνα.

-Μεγαλειότατε, είπε ένας άρχοντας του οποίου την καρδιά είχαν αγγίξει αισθητότερα τα τελευταία λόγια του αυτοκράτορα. Είμεθα αποφασισμένοι να αγωνιστούμε τον έσχατο αγώνα για τη σωτηρία της χιλιόχρονης πόλης του Κωνσταντίνου. Τίποτα δε θα μας εμποδίσει να πέσουμε μπροστά στα τείχη με το σπαθί στο χέρι. Τίποτα δε θα λυγίσει τη θέλησή μας αυτή. Πιστεύουμε, όμως, ακράδαντα ότι είναι συμφέρον στην Πόλη και στο Έθνος, ο αυτοκράτορας να βρεθεί τις ώρες αυτές έξω απ’ τα περικυκλωμένα τείχη. Όχι για να σωθεί ο ίδιο, αλλά, όπως τονίσαμε και άλλοτε, να γίνει το επίκεντρο όλου του χριστιανισμού που ζει έξω απ’ τη δύστυχη Κωνσταντινούπολη. Να συγκεντρώσει γύρω του στρατό, με τον οποίο, διακινδυνεύοντας και πάλι τη ζωή του, να επιτεθεί εκ των έξω κατά των εχθρών, προσβάλλοντας έτσι τα νώτα τους και αναγκάζοντάς τους να λύσουν την πολιορκία.

Αυτή είναι η γνώμη όλων μας και η ύστατη παράκλησή μας προς τον γενναίο αυτοκράτορά μας.

Ο αυτοκράτορας, με έκδηλη τη συγκίνηση στο πρόσωπό του απ’ τα θαρραλέα λόγια του άρχοντα, είπε.

-Η συμβουλή σας είναι εξαιρετική και σας ευχαριστώ γι’ αυτή. Γνωρίζω πόσο ωφέλιμο στον αγώνα μας θα ήταν ίσως το διάβημα που μου προτείνετε, γιατί, όπως πολύ σωστά λέτε, όλα είναι δυνατά να συμβούν. Αλλά, ουδέποτε θα αποφασίσω να εγκαταλείψω τον κλήρον και τις άγιες εκκλησίες, την πρωτεύουσα, το θρόνο μου και το λαό μου σε μια τέτοια συμφορά. Τι θα έλεγε για μένα η οικουμένη; Σας παρακαλώ στο εξής και σεις να μου ζητάτε να μείνω. Θέλω να πεθάνω εδώ μαζί σας[12].

Η τελική, λοιπόν, απόφασή μου, η απόφαση του αυτοκράτορά σας, είναι να παραμείνω με το λαό μου και να αγωνιστώ μαζί σας σαν απλός στρατιώτης για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης.

Τα επίμονα αυτά λόγια του αυτοκράτορα δεν επιδέχονταν πλέον αντιρρήσεις και όλοι αντιλήφθηκαν, ότι κάθε περαιτέρω επιμονή από μέρους των αρχόντων θα ήταν μάλλον οχληρή και χωρίς αποτέλεσμα. Γι’ αυτό, το συμβούλιο αποφάσισε όπως φυγαδεύσει τη δέσποινα Ελένη του Δημητρίου Παλαιολόγου και άλλες κυρίες της αυλής, χρησιμοποιώντας ένα απ’ τα προσφερόμενα πλοία του Γενουάτη στρατηγού Ιουστινιάνη[13].

Σταμάτησε για λίγο ο αξιωματικός και κοίταξε τους σιωπηλούς στρατιώτες του που τον κοίταζαν και τον άκουγαν βουβοί κι απορημένοι. Όλοι τους στεκόταν γύρω του σαν απολιθωμένοι. Με την πεποίθηση ότι έκανε το καθήκον του, λέγοντας στους συμπολεμιστές του όλη την αλήθεια και, για να ξαναεμψυχώσει το φρόνημά τους, τους είπε.

-Όλα, όμως, αυτά τα συμβάντα, οι παράξενες γνώμες των αρχόντων κι οι ακατάληπτες ιδέες των ιεραρχών, για μας τώρα δεν έχουν και σπουδαία σημασία. Εκείνο που πραγματικά πρέπει να ξέρουμε όλοι οι πολεμιστές στις κρίσιμες αυτές ώρες είναι η απόφαση και η διαταγή του αυτοκράτορα.

Ξανασταμάτησε και πάλι για λίγο, προσπαθώντας να πάρει κι ο ίδιος κουράγιο ή να δώσει κάπως πιο επίσημο κι εθουσιώδη τόνο στη φωνή του και συνέχισε.

-Ο αυτοκράτορας το είπε καθαρά. Οι ώρες είναι κρίσιμες. Η θέση της πόλης και όλων μας είναι τραγική. Από θετικές πληροφορίες που έχει κι απ’ τις τελευταίες κινήσεις των Τούρκων, συμπεραίνει κι αυτός και όλοι οι άρχοντες, ότι η μεγάλη στιγμή έφτασε. Αγρυπνείτε είπε. Αύριο ή την άλλη μέρα θα μας επιτεθούν. Είναι μάλλον σίγουρο, ότι η επίθεση θα γίνει κατά τα ξημερώματα. Θα πολεμήσουμε όλοι μέχρι θανάτου.

-Μέχρι θανάτου . . . επανέλαβε με θάρρος και δυνατή φωνή ο μεγαλόσωμος ακοντιστής απ’ τη Μεσέμβρια, διακόπτοντας τον αξιωματικό του.

Όταν οι γενίτσαροι του Καρατζά πασά, είπε, πάτησαν τον τόπο μου κι έκαψαν τη Μεσέμβρια, έσφαψαν τα δυο μικρά παιδιά μου κι άρπαξαν σκλάβα τη γυναίκα μου.

Σκούπισε μέσα στη νύχτα τα μάτια του, έσφιξε την καρδιά του και συνέχισε.

-Ο θάνατος πια δε με φοβίζει. Ο χαμός της οικογένειάς μου ένα πράγμα μου φύτεψε στη σπαραγμένη μου καρδιά. Εκδίκηση. Η φρίκη που είδα να ζωγραφίζεται στα μικρά προσωπάκια των παιδιών μου, όταν ο γενίτσαρος σήκωσε το γυμνό γιαταγάνι πάνω απ’ τα κεφαλάκια τους κι οι οιμωγές της γυναίκας μου, που μισόγυμνη την έσερναν απ’ τα μαλλιά οι βάρβαροι της Ασίας, θα με είχαν τελειώσει ως τώρα, αν δεν είχα βάλει σα σκοπό μου να ζήσω μόνο και μόνο για να εκδικηθώ.

Πολεμώντας και πεθαίνοντας τώρα με το σπαθί στο χέρι, θα κάνω το χρέος μου προς τις ψυχούλες που αγάπησα τόσο στη ζωή μου. Θα προσφέρω τη ζωή μου για τα αθώα εκείνα πλάσματα. Θα κάνω τώρα ό,τι δεν μπόρεσα να κάνω τότε, που οι αιμοβόροι γενίτσαροι με κρατούσαν δεμένο χειροπόδαρα και με υποχρέωναν να δω και να παρακολουθήσω όλο το δράμα του χαλασμού της οικογένειάς μου. ‘’Πατέρα. Πατέρα’’, φώναζαν τα παιδιά μου . . .’’ Σώσε με απ’ τη σκλαβιά και την ατίμωση, φώναζε η γυναίκα μου . . .’’ Κι εγώ, αδύναμος για το κάθε τι, παράδερνα και σφιγγόμουνα στις αλυσίδες μου.

Σιωπηλοί όλοι, αξιωματικός και στρατιώτες, άκουγαν τα λόγια του συμπολεμιστή τους και μοιράζονταν μαζί του το δράμα και τον πόνο του. Ποτέ του ο γενναίος εκείνος στρατιώτης δεν είχε μιλήσει για τον εαυτό του στους συναδέλφους του. Ήταν πρώτος στη μάχη και διακρίνονταν για την τόλμη του. Το θάρρος του κι η δύναμή του δεν μετριόταν. Ο αξιωματικός γνώριζε καλά τις αρετές αυτές του στρατιώτη του, όπως τις γνώριζαν κι οι άλλοι συμπολεμιστές του, γι’ αυτό και προτίμησε ν’ αφήσει το χαροκαμένο ήρωα απ’ τη Μεσέμβρια να συνεχίσει την ιστορία του και να δώσει ο ίδιος με τον τρόπο του κουράγιο στους συντρόφους του, για να σταθούν ακλόνητοι στις θέσεις τους τη μεγάλη ώρα που πλησίαζε. Άλλωστε κι ο σκοπός ο δικός του που ανέβηκε αυτή την ώρα στις επάλξεις αυτός ήταν. Να ανθαρρύνει τους στρατιώτες του.

Η ώρα περνούσε σιγά αλλά ασταμάτητα. Πόση ώρα μιλούσε ο γιγαντόσωμος ακοντιστής κανένας δεν πρόσεξε. Όλοι, όμως, πρόσεξαν κάποτε ότι όλων τα μάτια είχαν πονέσει απ’ το κλάμα.

-Κουράγιο αδελφέ, είπε για μια στιγμή ο μικρός τοξότης απ’ την Ίμβρο. Οι ψυχές των παιδιών σου από κει ψηλά κι έδειξε με τα μάτια του προς τον ουρανό, βλέπουν ότι δεν είσαι δειλός. Ποτέ δεν ήσουν δειλός. Εμείς οι σύντροφοί σου το διαπιστώνουμε κάθε μέρα. Κι ο Θεός το γνωρίζει. Όλοι ζούμε το δράμα μας κι όλοι, απόψε εδώ ψηλά μέσα στη νύχτα, ορκιζόμαστε σ’ αυτούς που χάσαμε, αρπαγμένους απ’ τη λαίλαπα του Ισλάμ, να πολεμήσουμε μέχρι θανάτου.

Επικράτησε και πάλι σιωπή κι ο αξιωματικός γύρισε προς το μέρος της σκάλας κι ετοιμάστηκε να φύγει. Οι στρατιώτες, καθώς σήκωσαν τα μάτια τους για να τον αποχαιρετίσουν, έριξαν τα βλέμματά τους προς το μέρος της πόλης.

-Για δέστε, φώναξε ένας με κατάπληξη. Το παράξενο σύννεφο διαλύθηκε. Έφυγε. Δεν υπάρχει πια.

-Το παράξενο σύννεφο! Είπε ο αξιωματικός σιγά κουνώντας το κεφάλι του με λύπη και κοντοστάθηκε στο κεφαλόσκαλο. Το σύννεφο αυτό αφήρεσε το θάρρος και τη δύναμη από πολλούς αρχηγούς, την πίστη και τη φρόνηση απ’ τους ιερείς και την υπομονή και την καρτερία απ’ το λαό. Το αέρινο κι αδύναμο στην ουσία αυτό νέφος, ίσως έγινε για την πόλη εχθρός δυνατότερος και φοβερότερος κι απ’ τις στρατιές του Μωάμεθ.

Και, λέγοντας αυτά τα λόγια, ξαναγύρισε δίπλα στους στρατιώτες του, ακούμπησε στον τοίχο των επάλξεων και με τόνο που εξέφραζε μεγάλη δυσαρέσκεια και θλίψη συνέχισε.

-Η συνηθισμένη κι άκακη ομίχλη του ουρανού κι ο άψυχος κι αδύναμος καπνός απ’ τις φωτιές των Τούρκων έγιναν απ’ τις αρρωστημένες φαντασίες μερικών ο σατανάς και ο άδης που ήρθαν να καταπιούν την Κωνσταντινούπολη. Έγιναν τα χερουβείμ και τα σεραφείμ, που ήρθαν να μπήξουν τη ρομφαία τους στην καρδιά της Πόλης. Έγιναν το ‘’θείον νέφος’’, με το οποίο θα αποδημήσει το Πνεύμα του Θεού απ’ τη βασιλεύουσα και θα εγκαταλείψει το λαό της ένεκα των πολλών αμαρτημάτων του.

Άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό και συνέχισε.

-‘’Υπό του νέφους γαρ το θείον κρυπτόμενον και επιφοιτά και πάλιν επανέρχεται.’’ Αυτά είπε ο αρχηγός την εκκλησίας μας. Έτσι εξηγούν οι αρχιερείς μας την ύπαρξη του καπνού και της ομίχλης πάνω απ’ την Πόλη. Ο Μωάμεθ δεν μπορούσε να έχει καλύτερους συμμάχους. Τι την ήθελε τη μακροήμερη πολιορκία; Δεν άναβε φωτιές απ’ την πρώτη μέρα που έφτασε εδώ, να στείλει τους καπνούς τους προς την πόλη μας, για να γίνουμε όλοι εμείς καπνός με τις εξηγήσεις των καλογήρων μας και να την πάρει αμέσως και αμαχητί; Αντί οι αρχιερείς κι ο κλήρος να μας εμψυχώνουν περισσότερο για να δουλεύουμε και να προσπαθούμε για την καλύτερη κι αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της απειλής, αυτοί μας αποθαρρύνουν και μας προτρέπουν να εγκαταλείψουμε τα πάντα στη διάθεση των εχθρών. Μήπως ο Γεννάδιος, με τα κηρύγματά του και με τις τακτικές του διαβεβαιώσεις, ότι η άλωση της Πόλης είναι αναπόφευκτη, δεν κυνήγησε τα πλοία των Κρητικών και του Νταβάντσιο από δω πριν μερικούς μήνες; Αυτός δεν είναι η πραγματική και μόνη αιτία που έχασε η πόλη εφτακόσιους καλά οπλισμένους πολεμιστές[14];

Οι στρατιώτες, βουβοί μέσα στη νύχτα, άκουγαν πάνω στο τείχος ακουμπισμένοι στις επάλξεις τα ακατανόητα και παράξενα λόγια του αξιωματικού τους.

-Τέτοια λόγια, σε τέτοιες ώρες και μάλιστα απ’ τον αρχηγό της πίστης μας για την οποία όλοι μας πολεμούμε! Είπε με απορία ένας στρατιώτης απ’ τη Σηλύμβρια ακουμπισμένος στο ακόντιό του.

-Κι όμως, συνέχισε με πικρία ο αξιωματικός. Έτσι εξηγούν οι αρχηγοί μας εκεί κάτω τα τιποτένια πράγματα.

Έκανε μια κίνηση των χεριών του που έδειχνε την αγανάκτησή του και συνέχισε.

-Έχουμε πρόσφατες πληροφορίες απ’ το τουρκικό στρατόπεδο. Έριξαν και πάλι οι εκεί φίλοι μας σημειώματα με βέλη μέσα στα τείχη, με τα οποία μας πληροφορούν, ότι οι εχθροί τρομοκρατήθηκαν αφάνταστα απ’ την παρουσία του τεράστιου αυτού νέφους, καθώς το έβλεπαν όλο και περισσότερο να διογνώνεται πάνω απ’ την πόλη. Ο ίδιος ο σουλτάνος φοβήθηκε και είπε ότι ο Θεός κατέβηκε και προστατεύει τους χριστιανούς. Έφτασε στο σημείο μάλιστα να σκέφτεται να λύσει την πολιορκία, για να μην βρεθεί αντιμέτωπος με το Θεό, μια που Αυτός αποφάσισε να προστατέψει τη βασιλεύουσα. Μερικοί παπάδες του, όμως, του έδωσαν κουράγιο κι εξήγησαν τα πράγματα διαφορετικά. Του είπαν, ότι ο Θεός με το τεράστιο αυτό σύννεφο προστάτευε μεν την πόλη στην αρχή, τώρα όμως, όσο το σύννεφο διαλύεται, τόσο και ο Θεός την εγκαταλείπει και την αφήνει απροστάτευτη στη διάθεση των πολιορκητών της.

-Και οι δικοί μας εξηγούν τα πράγματα όπως συμφέρουν στο Μωάμεθ! Είπε μ’ απορία ένας στρατιώτης.

-Ναι, δυστυχώς για την άμοιρη πόλη. Έτσι εξηγούν τα πράγματα αυτοί που έπρεπε να είχαν περισσότερη δύναμη και κουράγιο απ’ όλους μας αυτές τις ώρες.

-Μα, αυτή δεν είναι εξήγηση, πρόσθεσε ο στρατιώτης απ’ τη Σηλύμβρια. Αυτή είναι σίγουρη δολοφονία.

-Λες κι είναι βαλτοί απ’ τους εχθρούς και εξηγούν τα πάντα όπως συμφέρει στο Μωάμεθ.

-Ακούς εκεί, είπε ένας άλλος. Ήρθε το σύννεφο για να βοηθήσει το Θεό να φύγει απ’ την Πόλη! Λες κι ο Θεός δεν μπορούσε να φύγει μόνος του κι ήθελε βοήθεια ή δεν ήθελε να τον δουν την ώρα που θα φεύγει και ζήτησε καμουφλάρισμα! . . .

-Αλίμονο στην πόλη και στο έθνος, μουρμούρισε ο αξιωματικός. Αν ήσασταν εκεί κάτω σήμερα κι έδειξε με το χέρι του προς το μέρος της Αγιασοφιάς, θα βλέπατε μια πόλη νικημένη κι αιχμαλωτισμένη πριν ακόμη μπουν οι Τούρκοι.

-Να μπουν οι Τούρκοι; Διαμαρτυρήθηκε με οργή ο στρατιώτης απ’ τη Σηλύμβρια. Αδύνατον, επανέλαβε πιο δυνατά και πρόσθεσε με επισημότητα όρκου. Τούτο το σπαθί, είπε και κούνησε χαρακτηριστικά το βαρύ σπαθί που κρατούσε στα χέρια του, πρέπει πρώτα να γίνει κομμάτια και τούτο το κορμί πρέπει πρώτα να θαφτεί στα ερείπια των τειχών, πριν περάσει έστω κι ένας άπιστος μέσα στην πόλη. Δεν ακούω εγώ χρησμούς και προφητείες. Εγώ είμαι στρατιώτης και θα πολεμήσω για την πατρίδα. Αυτοί, αν ήταν πατριώτες, θα το έδειχναν διαφορετικά και πριν από χρόνια. Αν όλοι τους αγαπούσαν πραγματικά την πατρίδα παραπάνω απ’ το χρήμα, θα έκαναν τότε όπως τους είχε πει ο αυτοκράτορας Ιωάννης ο πέμπτος.

-Τι έγινε, τι έγινε; Τι τους είπε ο αυτοκράτορας; Ρώτησε με περιέργεια κι ανυπομονησία ένας άλλος πολεμιστής.

Ο στρατιώτης απ’ τη Σηλύμβρια κινήθηκε ένα βήμα πιο μπροστά απ’ τη θέση του, όρθωσε το κορμί του μπροστά στον τοίχο του φρουρίου και είπε.

-Πρώτα-πρώτα, θα σας πω μια περίπτωση φιλοχρηματίας των ιεραρχών μας, η οποία δεν τους τιμά καθόλου.

Εδώ και λίγα χρόνια, ο προηγούμενος Ιωάννης, πριν φύγει για τη σύνοδο της Φλωρεντίας, πήρε δεκαπέντε χιλιάδες φλορίνια απ’ τους Λατίνους, για οδοιπορικά έξοδα δικά του και της ακολουθίας του. Απ’ αυτά έδωσε έξι χιλιάδες στους κληρικούς για δικά τους έξοδα. Οι αρχιερείς μάλωσαν στη διανομή. Το ίδιο ταπεινώθηκαν και στην Ιταλία, γιατί κι εκεί μάλωσαν για τη διανομή του σιτηρέσιου που τους παρείχε ο πάπας[15].

Ο στρατιώτης σταμάτησε τα λόγια του, δίνοντας έτσι λίγες στιγμές στους συναδέλφους του για να συλάβουν καλύτερα στο μυαλό τους ολόκληρη τη σημασία του γεγονότος και συνέχισε.

-Ο παππούς μου ήταν άνθρωπος που ξεχώριζε απ’ τους άλλους. Ήταν για χρόνια στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Ιωάννη. Το ίδιο και οι προπάπποι μου. Υπηρέτησαν κι εκείνοι τους παλιότερους αυτοκράτορες. Οι βάρβαροι Οθωμανοί του Σουλεϊμάν της Βιθυνίας, το 1354, ύστερ’ απ’ την ερήμωση των ακτών της Προποντίδας απ’ τους φοβερούς σεισμούς, κατέλαβαν την Καλλίπολη και την έκαναν δική τους. Αργότερα, με τη βοήθεια του στρατού των Λατίνων που έφτασε στη Λάμψακο προερχόμενος απ’ τη Σμύρνη υπό την αρχηγία του άρχοντα Αμάδεο της Σαβοΐας, ξαναπήραμε την Καλλίπολη και την κρατήσαμε περίπου δέκα χρόνια. Στο διάστημα αυτό κι οι Τούρκοι είχαν εξαγριωθεί αλλά και οι Λατίνοι στρατιώτες του Αμάδεο που βρίσκονταν σε βυζαντινά εδάφη δεν φέρονταν καθόλου καλά. Ο τότε αυτοκράτορας Ιωάννης, βλέποντας τους κινδύνους που απειλούσαν την Κωνσταντινούπολη να μεγαλώνουν, αποφάσισε να αυξήσει το βυζαντινό στρατό. Για την πραγματοποίηση, όμως, του σκοπού αυτού του χρειαζόταν κατάλληλη έκταση γης. Η γη αυτή έπρεπε να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα εγκαταστούσε τους νέους στρατιώτες του με τις οικογένειές τους. Τέτοια έκταση γης υπήρχε κοντά στη Σηλύμβρια. Ανάμεσα Σηλύμβριας και Κωνσταντινούπολης. Αλλά η έκταση αυτή ανήκε στην εκκλησία και ο τότε πατριάρχης Φιλόθεος με τους επισκόπους του αρνήθηκαν κατηγορηματικά να την παραχωρήσουν στον αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας, είτε επειδή δεν είχε το σθένος να τα βάλει με τον κλήρο, είτε επειδή δεν ήθελε να τα χαλάσει με τον πατριάρχη, γιατί εκείνη την εποχή γινόταν διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτοκράτορα και πάπα Ουρβανού V, για συνεννόηση και ένωση της Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας, δεν επέμενε περισσότερο και η όλη σκέψη και προσπάθεια αύξησης του στρατού ναυάγησε. Αν τότε το ιερατείο δεν αντιδρούσε τόσο πεισματικά και διέθετε την έκταση εκείνη και αν τότε αυξάνονταν ο στρατός και ο κάμπος της Σηλύμβριας, αντί να τρέφει λίγους καλόγερους πλημμύριζε στρατιώτες, ίσως τα πράγματα τώρα να ήταν διαφορετικά. Ίσως οι Τούρκοι να μην είχαν τη δύναμη να μας επιτεθούν και να μας απειλούν τόσο θανάσιμα σήμερα.

-Αν ο αυτοκράτορας επέμενε τότε, είπε ένας άλλος της συντροφιάς και έπαιρνε την έκταση εκείνη απ’ την εκκλησία, όπως λες, εκτός που θα εξασφάλιζε τόπο για τους στρατιώτες του, θα έδινε κι ένα καλό μάθημα στον κλήρο και θα τον ανάγκαζε, από τότε ακόμη, να σκέφτεται διαφορετικά κι όχι να βλέπει την Κωνσταντινούπολη κι ολόκληρη την αυτοκρατορία σαν ένα μεγάλο μοναστήρι, στο οποίο οι καλόγεροι και μόνο πρέπει να έχουν πάντοτε τον τελευταίο λόγο.

Ίσως να μην χρειαζόταν σήμερα να μας πουν οι αρχιερείς μας, ότι το σύννεφο του καπνού και της ομίχλης που βλέπαμε προ ολίγου το έστειλε ο Θεός για να αφαιρέσει απ’ την Πόλη τη θεία προστασία και να την μεταφέρει πίσω στους ουρανούς. Δεν ξέρουν, ότι με τα λόγια αυτά πανικοβάλλουν το λαό και κάνουν τους στρατιώτες να χάνουν το ηθικό τους; Δεν βλέπουν, ότι με την τακτική τους αυτή κάνουν τον πληθυσμό να πεθαίνει πριν την ώρα του; Δεν αισθάνονται, ότι οι ίδιοι δολοφονούν την Πόλη;

-Δεν ξέρω τι μαύρα λόγια λένε αυτοί οι μαυροφορεμένοι εκεί κάτω, είπε ο μεγαλόσωμος στρατιώτης απ’ τη Μεσέμβρια, γιατί τα λόγια τους δεν τα πολυκαταλαβαίνω εγώ. Εκείνο που ξέρω είναι, ότι εγώ θα πολεμήσω, για να εκδικηθώ τον άδικο σκοτωμό των παιδιών μου, τη βάρβαρη αρπαγή της γυναίκας μου, το ρήμαγμα του σπιτιού και της ζωής μου . . .

Κοντοστάθηκε για λίγο για να διώξει έναν κόμπο απ’ το λαιμό του που του αλλοίωνε τη φωνή και συνέχισε.

-Θα πολεμήσω για το Χριστό και την πίστη μου, όπως τη νιώθω εγώ κι ας μην καταλαβαίνω τι λένε οι δεσποτάδες. Θα πολεμήσω, γιατί το θέλω ο φτωχός εγώ. Όχι γιατί το διατάζουν οι πλούσιοι άρχοντες ή γιατί αρέσει πιθανόν στα αμέτρητα πλούσια μοναστήρια. Θα πολεμήσω για την πατρίδα μου, το μέρος μου, τον τόπο μας τον ελληνικό. Έστω κι αν δεν έχω ο ίδιος τόπο να σταθώ . . .

Τα τολμηρά αυτά λόγια του χαροκαμένου πολεμιστή αντήχησαν παράξενα στ’ αφτιά των άλλων στρατιωτών και ο ήχος τους άγγιξε τις καρδιές όλων των συντρόφων εκεί ψηλά στις επάλξεις, κάτω απ’ τον καπνισμένο ουρανό. Η επίδρασή τους ήταν έντονη, που τους έκανε όλους να αλληλοκοιταχτούν στα μάτια με δύναμη. Ταυτόχρονα, όλοι τους ένιωσαν ένα παράξενο αίσθημα τα τυλίγει τις ψυχές τους. Ένα σύμπλεγμα ενοχής και περηφάνιας. Ένα αίσθημα φόβου και δέους, γιατί με τα λόγια του συμπολεμιστή τους τόλμησαν να περάσουν όλοι τους κάποια απαγορευμένα όρια που ίσχυαν σ’ όλη τη ζωή τους ως τώρα. Ταυτόχρονα, ένιωσαν αίσθημα περηφάνιας, γιατί τόλμησαν να διαβούν απόψε για πρώτη φορά, με την ξαναμμένη σκέψη τους και τα θαρραλέα λόγια τους, βρυκολακιασμένα σύνορα, που η αδικία λίγων και η λαιμαργία μερικών είχαν στήσει γύρω τους και τους έσφιγγαν στη ζωή σαν χιλιόθηλος βρόγχος, τρομερότερος και πιο φρικιαστικός κι απ’ τον κλοιό των εχθρών.

Έμειναν όλοι τους εκεί ακίνητοι, αμίλητοι και συνεπαρμένοι για αρκετή ώρα. Χίλιες σκέψεις πέρασαν σαν αστραπή απ’ το μυαλό τους κι ολόκληρη η ζωή τους και η ζωή των πατέρων τους ξετυλίχτηκε με αφάνταση γρηγοράδα και μ’ ανείπωτη καθαρότητα μπροστά στα μάτια τους μέσα στη σκοτεινή νύχτα.

Χωρίς να το καταλαβαίνουν κι εντελώς ανεξάρτητα ο ένας απ’ τον άλλο, έσφιξαν με δύναμη στα ροζιασμένα τους χέρια τα όπλα τους, σα να έδιναν την ώρα εκείνη το λόγο τους στο Θεό, στην Πατρίδα και στον εαυτό τους, ότι θα πολεμήσουν μέχρι τέλους. Θα πολεμήσουν τους βάρβαρους επιδρομείς. Θα πολεμήσουν την αδικία.

Και η απόφασή τους αυτή τους έδινε περίσσιο θάρρος και νέα δύναμη. Διαισθάνονταν τώρα καθαρά, ότι ‘’αρχή του νικάν εστί το θαρρείν’’. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας του Βοσπόρου, έφταναν ολοκάθαρες στ’ αφτιά τους οι ιαχές των Θερμοπυλών, του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας κι άκουγαν τις φωνές των ηρώων εκείνων να τους θυμίζουν, ότι ‘’πατρός τε και μητρός τε και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον και αγιώτερον εστίν η πατρίς . . .’’.

Οι μεγάλες αξίες των αρχαίων προγόνων τους, που ήταν ζυμωμένες στο είναι τους και κρυφόκαιγαν μέσα στους αιώνες, τώρα λαμπάδιασαν, ξεχείλισαν σαν αβάσταχτοι χείμαρροι και πλημμύριζαν τις καρδιές τους με δύναμη και μεγαλείο.

Τις φοβερές αυτές στιγμές, τα αθάνατα λόγια των αθανάτων εκείνων προγόνων έσβησαν τελείως απ’ τις σκέψεις τους τις άνανδρες διακηρύξεις των καλογήρων και στάλαξαν στις ψυχές τους θέληση κι αποφασιστικότητα για τον υπέρ πάντων αγώνα.

Τη σιωπή που τύλιγε τη μικρή συντροφιά τάραξε η φωνή του αξιωματικού, ο οποίος, για να κρύψει τη συγκίνησή του που του προξενούσαν τα γεμάτα αλήθεια και πατριωτισμό απλά και άδολα λόγια του απλοϊκού πολεμιστή, έκανε πως διορθώνει το ξίφος του στη ζώνη του και είπε.

-Αγρυπνείτε. Η μεγάλη ώρα πλησιάζει. Ο Θεός μαζί μας.

Χωρίς να προσθέσει άλλη λέξη, κοίταξε τους γενναίους στρατιώτες του, τους απλούς αυτούς ανθρώπους, τους δουλευτές της γης και του σπαθιού, μ’ ένα ζεστό και άδολο βλέμμα, σα να προσπαθούσε να αγκαλιάσει τις ψυχές τους για να πάρει κι αυτός λίγο απ’ την απλότητα και την ανθρωπιά τους. Όρθωσε πρόθυμα το ανάστημά του, θέλοντας να δείξει ότι κι αυτός είναι μαζί τους κι ότι είναι γεμάτος θάρρος και θέληση όπως κι εκείνοι και, γυρίζοντας συγκινημένος προς τη σκάλα, άρχισε να κατεβαίνει ρυθμικά τα πέτρινα σκαλοπάτια.

Όλοι τους τώρα, πάνω στις επάλξεις της πύλης της Αδριανούπολης αισθάνονταν ανάλαφροι, λευτερωμένοι. Τα σώματά τους τα ένιωθαν άυλα, σαν αέρινα και τις συνειδήσεις τους καθαρές κι εξαγνισμένες. Τους κυρίευε η απόφαση της θυσίας. Θα πολεμούσαν, όχι γιατί τους το επέβαλε κάποιος αλλά γιατί το ήθελαν οι ίδιοι. Πήγαιναν στο θάνατο, γιατί αγαπούσαν τη λευτεριά. Την πραγματική, την ολοκληρωμένη λευτεριά. Αυτή που ποθούν οι πραγματικοί κι οι ανυστερόβουλοι άνθρωποι. Κι ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος είναι εκείνος που δεν κουμανταίρνεται από κανένα και δεν κουμανταίρνει κανένα.

Στο βάθος μακριά έξω απ’ τα τείχη, οι φωτιές που πριν από λίγο φεγγοβολούσαν στο στρατόπεδο των Τούρκων είχαν σβήσει. Ησυχία επικρατούσε σ’ ολόκληρο το στερέωμα. Μόνο η άμοιρη Πόλη τραντάζονταν απ’ το βουβό κι αβάσταχτο καρδιοχτύπι των χιλιάδων κατοίκων της. Η ανάσα της, κρύα και λιγοστή, είχε πραγματικά αρπαχτεί απ’ το πελώριο σύννεφο κι είχε διασκορπιστεί μαζί του στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Τα κηρύγματα των κληρικών και οι προφητείες των καλογήρων την είχαν ρίξει σε κόμμα και βαθύς και υπόκωφος ακούγονταν ο επιθανάτιος ρόγχος της. Οι ιεράρχες, στολισμένοι με τα χρυσοκέντητα άμφιά τους, έψελναν στις εκκλησίες και παρακαλούσαν το Θεό, αφού δεν μπορεί, μιας και δεν είναι γραφτό, να σώσει την Πόλη, να λυπηθεί κάποτε το ποίμνιό τους.

Στην πραγματικότητα, όμως, είχαν ήδη αρχίσει να ψέλνουν το προοίμιο της νεκρώσιμης ακολουθίας της βασιλεύουσας.

Ετοίμαζαν την κηδεία της.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ ΕΝΟΧΟΙ”, Έκδοση 1980,
Μελβούρνη, Αυστραλία


[1]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’          Σελίδα    307.
Λεονάρδος ο Χίος.

[2]
  Φραντζή Γ.  ‘’Χρονικό της Άλωσης’’                 Σελίδα       73 κ.ε.
  1α. Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’        Σελίδα       260
2α. Ίδε Κεφ. 22  σημ. Ι του παρόντος.
[3]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος  Παλαιολόγος’’      Σελίδα      260.
Κριτόβουλος. Έκδοση Muller                        Σελίδα       89.
[4]   Pears E. ‘’The Destruction . . .
   Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .
[5]  Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .                    Σελίδα      194.
[6]  Mijiacovic C. ‘’The Last Emperor . . .                   Σελίδα          195.
     Σλουμβέρζε Γ.  ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’             Σελίδα          255.
[7]  Σλουμβέρζε Γ.  ‘’Κων/νο Παλαιολόγος’’               Σελίδα           264.
[8]  Mijiatovic C.  ‘’The Last Emperor’’                           Σελίδα           198.
[9]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’                 Σελίδα       264.
[10]   Σλουμβέρζε Γ.  ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’             Σελίδα       221.
[11]   Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’             Σελίδα      256.
[12]  Παπαρρηγόπουλου Κ. ‘‘Ιστορία Ελλην. Έθνους’’ Τόμ.6 σελ.  338.
[13]  Παπαρρηγόπουλου Κ. ‘’Ιστορία Ελλην. Έθνους’’ Τόμ.6 σελ.  286.
[14]  Nicol D.M. ‘The Last Centuries . . .’’             Σελίδ.      281-2.
[15]  Nicol D.M. ‘’The Last Centuries . . .’’                        Σελ.. 281-2.

Author: Μνήμες