Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 28

ΑΝΕΙΠΩΤΟ ΔΡΑΜΑ

Κατά το μεσημέρι της τραγικής εκείνης Τρίτης της 29ης Μαΐου κι ενώ η πόλη έσκουζε από οιμωγές και θρήνους και πνιγόταν στο αίμα και στο δάκρυ της, ένα γενουάτικο πλοίο ξέβγαινε με τόλμη κι αποφασιστικότητα προς τη θάλασσα του Μαρμαρά, αφήνοντας πίσω του τον Κεράτιο Κόλπο.

Ο ριψοκίνδυνος καπετάν Γιώργης Ντόρια κρατούσε σφιχτά το τιμόνι και μανουβράρηζε με δεξιοτεχνία το σκάφος του ανάμεσα στην πληθώρα των τουρκικών και των άλλων πλοίων που ήταν ασφυκτικά στριμωγμένα στο λιμάνι ή αγκυροβολημένα στις διάφορες ακτές της δύστυχης πόλης. Οι κωπηλάτες του μεγάλου γενουάτικου πλοίου τραβούσαν ασταμάτητα κουπί με γρηγοράδα και δύναμη. Ο καπετάν Ντόρια περνούσε σχεδόν ξυστά στα πλευρά των εχθρικών πολεμικών, τα οποία παρατημένα παράδερναν έρημα στ’ ανάλαφρο κύμα του λιμανιού και των γύρω ακτών.

Οι Τούρκοι ναύτες, μόλις είδαν το λαό να ξεχύνεται πανικόβλητος έξω απ’ την πόλη και να τρέχει αλαφιασμένος προς την παραλία και μόλις άκουσαν ότι τα χερσαία τείχη έσπασαν και ο στρατός της ξηράς όρμησε στην πόλη και τη λαφυραγωγεί, εγκατέλειψαν κι αυτοί τα πλοία τους κι εύκολα ανέτρεψαν τους τρομοκρατημένους πια απ’ το χαλασμό υπερασπιστές των παραθαλάσσιων τειχών, σκαρφάλωσαν στα τείχη, πήδησαν μέσα στην πόλη και, μιμούμενοι σε βαρβαρότητα τους γενιτσάρους, επιδόθηκαν κι αυτοί στη λεηλασία και στο χαλασμό των κατοίκων.

Ο σπαραγμός και ο οδυρμός των δύστυχων μητέρων και των άμοιρων παιδιών τους, που έτρεχαν για να σωθούν στην παραλία και σφάζονταν αλύπητα απ’ τους αιμοχαρείς Τούρκους, που σαν αιμοδιψή λεοντάρια τους κυνηγούσαν ασταμάτητα από κοντά, οι γοερές κραυγές, οι θρήνοι, ο κοπετός και το κλάμα των άτυχων γυναικών που κακοποιούνταν απάνθρωπα ή αλυσοδένονταν κι οδηγούνταν στη σκλαβιά, αυλάκωναν το στερέωμα και, φθάνοντας σπαραχτικές ως τα σύννεφα, ράγιζαν τους θόλους του ουρανού.

Ο καπετάν Ντόρια, με ματωμένη την καρδιά απ’ το χαλασμό που έβλεπε γύρω του και με τα μάτια γεμάτα δάκρυα απ’ το ανείπωτο δράμα που ζούσαν οι τόσες απροστάτευτες υπάρξεις, οι οποίες, αδύναμες ν’ αντισταθούν ή να φυλαχτούν απ’ τη μανία και τη βαρβαρότητα των Τούρκων, παράδερναν στις ακτές, έρμαια της θηριωδίας των κατακτητών, προσπαθούσε, σαν άλλος Οδυσσέας, να κρατηθεί σφιχτά στο τιμόνι του και να σκληρύνει την καρδιά του. Δεν πάσχιζε μην ξεγελαστεί απ’ τα γλυκά και μελωδικά τραγούδια των σειρήνων αλλά έσφιγγε την ψυχή του κι έκλεινε τ’ αφτιά του και τα μάτια του, για να μην παρασυρθεί απ’ τους θρήνους και το αίμα της παραλίας και η σπαραγμένη καρδιά του αποτολμήσει κάτι το παράλογο, το ακατόρθωτο και εξωφρενικό. Το γνώριζε, ότι του ήταν τελείως αδύνατο να πλησιάσει στην παραλία ή να περιμένει να πάρει κάποιον που πνιγόταν στη θάλασσα ή τεμαχίζονταν απ’ το τούρκικο γιαταγάνι προσπαθώντας να φθάσει σε κάποιο πλοίο με την ελπίδα να σωθεί. Η μόνη λύση που του απόμενε ήταν να σφίξει την καρδιά του, να την κάνει σκληρή σαν πέτρα, να κλείσει τα αφτιά του, να νεκρώσει τη συνείδησή του και να προσπαθήσει να σώσει τουλάχιστον τις ψυχές που είχε μέσα στο πλοίο του. Και, για να το κατορθώσει αυτό, έπρεπε να αγνοήσει τα πάντα και να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε απ’ τον τόπο εκείνο της κόλασης.

Το πλοίο του έπλεε κοντά στην παραλία του Πέραν. Ο Γενουάτης καπετάνιος, όσο προχωρούσε ανάμεσα στα τουρκικά πλοία και πλησίαζε προς τον πύργο του Σταυρού, τόσο πιο πολύ σκεφτόταν, πώς θα μπορέσει να περάσει τη μεγάλη αλυσίδα που έφραζε το στόμιο του λιμανιού απ’ τη μια άκρη του Κερατίου Κόλπου ως την άλλη.

Η τεράστια αυτή αλυσίδα είχε μερικές εκατοντάδες μέτρα μάκρος. Ήταν φτιαγμένη από μεγάλους χοντρούς σιδερένιους κρίκους και σε αποστάσεις έφερε μεγάλες ξύλινες σφαίρες. Σε κρίσιμες περιπτώσεις απλώνονταν μπροστά στο στόμιο του λιμανιού και έφραζε την είσοδο των πλοίων, καθώς και την έξοδό τους απ’ αυτό. Η προστατευτική αλυσίδα δένονταν στη μεν παραλία της Κωνσταντινούπολης πάνω στον πύργο του αγίου Ευγενίου, στη δε παραλία του Πέραν πάνω στον πύργο του Σταυρού[1].

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, στις 2 Απριλίου, Δευτέρα του Πάσχα, διέταξε το Βενετό Βαρθολομαίο Σολίγο να απλώσει την αλυσίδα αυτή και να φράξει το στόμιο του λιμανιού. Τα άκρα της αλυσίδας φυλάσσονταν απ’ τις φρουρές των δύο πύργων κι όλο της το μήκος το φύλαγαν περιπολικά πλοία. Το πέρασμα πλοίου πάνω απ’ την αλυσίδα αυτή ήταν αδύνατο κι καπετάν Ντόρια το γνώριζε καλά. Εάν η αλυσίδα βρίσκεται ακόμη στη θέση της, το πλοίο του αναγκαστικά θα σταματήσει μόλις φθάσει εκεί και θα πέσει μόνο του στα χέρια των Τούρκων. Εάν, όμως, ύστερ’ απ’ το χαλασμό της πόλης και την ανατροπή των υπερασπιστών της, οι Τούρκοι έσπασαν την αλυσίδα, υπάρχει πιθανότητα να ξεφύγουν την αιχμαλωσία και το θάνατο όλες οι ψυχές που βρίσκονταν μέσα στο πλοίο του. Η πιθανότητα αυτή, ότι μάλλον ως τώρα έχει παραβιαστεί ο μέγας φραγμός του λιμανιού, αύξανε τις ελπίδες του και τού ‘δινε κουράγιο να κατευθύνει το πλοίο του με περισσότερη σιγουριά και πεποίθηση.

Το εξασκημένο μάτι του εύκολα διέκρινε από μακριά, πως κι άλλα πλοία εδώ κι εκεί κινούνταν ανάμεσα στα τουρκικά πολεμικά και ξεγλιστρούσαν προς την έξοδο του λιμανιού. Ανάμεσα στα πολυάριθμα κατάρτια, που ξέγνοιαστα και άρρυθμα έκλιναν δεξιά κι αριστερά καθώς το σκάφος τους λικνίζονταν απ’ το ελαφρό κύμα του λιμανιού, ξεχώριζε κάπου-κάπου και κανένα που σταθερά και γρήγορα άλλαζε θέση. Αυτό τού ‘δωσε δύναμη, γιατί κατάλαβε πως κι άλλοι απ’ τους πολιορκημένους γλίτωσαν και προσπαθούν, όπως κι αυτός, να ξεφύγουν. Τέντωσε το βλέμμα του και ξεχώρισε μπροστά απ’ αυτόν το πλοίο του καπετάν Αλοΐζου Διέδου. Πέρα στο βάθος δεξιά του, προς τις ακτές της Κωνσταντινούπολης, είδε τη γαλέρα του καπετάν Ιερώνυμου Μοροζίνη. Πίσω του διέκρινε να προχωρούν κάπως αργά οι κρητικές γαλέρες του κυρ-Ιωάννη Βενιέρι, του κυρ-Αντώνιου Φιλαμάτι και του κυρ-Γαλίνα. Επίσης, του φάνηκε πως γλιστρούσαν ανάμεσα στα παρατημένα απ’ τους ναύτες τους τουρκικά πλοία κι άλλες γενουάτικες και βενετικές γαλέρες και μάλιστα σα να ξεχώρισε καθαρά τη γαλέρα του καπετάν Δολφίνου.

Η κίνηση αυτή και των άλλων πλοίων μαρτυρούσε καθαρά, ότι όλα τα τουρκικά πλοία είχαν εγκαταλειφθεί τελείως απ’ τους ναύτες τους, αφού κανένα δεν κινείται τώρα και δεν προσπαθεί να εμποδίσει τη φυγή των γαλερών. Φαίνεται λοιπόν, σκέφτηκε ο Γενουάτης ναυτικός, πως η φυγή τους θα είναι μάλλον ευκολότερη απ’ ότι την φαντάζονταν.

Στο μεταξύ, το πλοίο του καπετάν Διέδου που προχωρούσε μπροστά είχε φθάσει στο φρούριο του Σταυρού και με έκπληξη ο καπετάν Ντόρια το είδε να συνεχίζει την πορεία του, να προσπερνά το φρούριο και να στρίβει αριστερά, παράλληλα με την παραλία του Πέραν, προς το Διπλοκιόνιο. Εκεί που κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ήταν αγκυροβολημένος ολόκληρος οι τουρκικός στόλος.

Απερίγραπτη χαρά πλημμύρισε το στήθος του και για μια στιγμή ξέχασε τη σφαγή και το χαλασμό που γινόταν στην πόλη κι ούτε άκουγε τους κοπετούς και τους θρήνους που αντιβοούσαν σ’ ολόκληρο το μήκος της παραλίας. Το ότι η μεγάλη αλυσίδα είχε παραβιαστεί και το στόμιο του λιμανιού ήταν ανοιχτό του γέμιζε χαρά κι ελπίδα την ψυχή και για μια στιγμή όλα του φάνηκαν χαρούμενα κι όμορφα γύρω του. Έδωσε διαταγή ν’ απλώσουν πανιά κι ασταμάτητα πέρασε ανάμεσα απ’ τους πύργους του Σταυρού και του αγίου Ευγενίου κι ανοίχτηκε στη θάλασσα του Μαρμαρά.

Καθώς άφηνε πίσω του το πέρασμα του λιμανιού είδε αριστερά του το πλοίο του μέχρι προ ολίγο ναυάρχου του στόλου της Πόλης καπετάν Διέδου να κατευθύνεται προς το Διπλοκιόνιο και, σε αρκετή απόσταση πίσω του, να ανοίγουν πανιά και να ακολουθούν με ταχύτητα τα άλλα βενέτικα και γενουάτικα πλοία που ως τώρα σιγά και με προφυλάξεις ξεγλιστρούσαν ανάμεσα στον τουρκικό στόλο.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980

[1]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’    Σελ.           64-65.

Author: Μνήμες