Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 29

ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΦΕΥΓΟΥΝ

Τα νερά του Διπλοκιονίου ήταν ήσυχα κι ο γύρω χώρος αδειανός και έρημος.

Όταν έφτασε στις εκεί ακτές το καράβι του καπετάν Διέδου, ο τουρκικός ναύσταθμος, που επί τόσες μέρες ήταν γεμάτος από κάθε είδους πλοία και βούιζε απ’ τους αλαλαγμούς και τις σάλπιγγες των Τούρκων, τώρα ήταν βουβός και εγκαταλειμμένος. Μόνο ο μονότονος θόρυβος της θάλασσας και το ρυθμικό κι ανάλαφρο σπάσιμο των κυμάτων γύρω στο πλοίο του ναυάρχου ακούγονταν σ’ ολόκληρο τον ανατολικό θαλάσσιο χώρο του Πέραν.

Ο καπετάν Αλοΐζος Διέδος διέταξε να ρίξουν άγκυρα ανοιχτά στις ακτές και να περιμένουν για λίγο εδώ.

Σα δαιμονισμένη άρχισε να ξεκουλουριάζεται η χοντρή αλυσίδα και να χάνεται πάνω στο κατάστρωμα, ακολουθώντας βιαστική τη βαριά άγκυρα που έπεφτε στο βυθό. Ο εκκωφαντικός της θόρυβος ξάφνιασε τους παγωμένους απ’ τον τρόμο επιβάτες του πλοίου και τους έκανε να κολλήσουν περισσότερο στα πλευρά του σκάφους κάτω στα αμπάρια όπου είχαν στριμωχτεί. Ως τώρα, πάνω στο πλοίο επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ακόμη κι οι ανάσες των μισοπεθαμένων επιβατών είχαν σβηστεί και μόνο οι καρδιές τους ακούγονταν να χτυπούν μέσα στα αδύναμα κουφάρια τους, σα δυνατά σφυριά που προσπαθούσαν να σκίσουν τα σωθικά τους και να σπάσουν τα μηνίγγια τους. Ζαρωμένα μέσα στ’ αμπάρια τα αλαφιασμένα απ’ τον τρόμο ανθρώπινα ράκη, προσπαθούσαν να κρύψουν και να εξαφανίσουν τον εαυτό τους απ’ το πρόσωπο του κόσμου, για να μην ακούν τις γοερές κραυγές και τα κλάματα των συμπολιτών και των συγγενών τους που σφάζονταν αλύπητα στην κάθε γωνιά της άλλοτε χαρούμενης κι όμορφης ακτής της ξακουστής πόλης τους. Ο μεταλλικός κρότος της αλυσίδας ξέσκισε τη νεκρική σιωπή που επικρατούσε μέσα στο πλοίο και σκόρπισε ανατριχίλα και παράξενα ρίγη στα εξουθενωμένα κορμιά των δύστυχων εκείνων υπάρξεων.

Με τρόμο και φρίκη αλληλοκοιτάχτηκαν όλοι μεταξύ τους. Η αγωνία κι η απόγνωση χλόμιασε ακόμη περισσότερο τα κατάχλομα πρόσωπά τους. Συγκράτησαν όλοι τις ανάσες τους, τέντωσαν την προσοχή τους και προσπάθησαν μέσα στη σκοτεινιά του αμπαριού να σταθμίσουν με το ταραγμένο μυαλό τους τη σημασία και το ενδεχόμενο της αναπάντεχης αυτής αγκυροβόλησης. Πολλοί έκρυψαν στα χέρια τους τα πρόσωπά τους ή σφιχταγκάλιασαν τους δικούς τους ή τους διπλανούς τους, νομίζοντας ότι ο θόρυβος αυτός σήμαινε το τέλος των ελπίδων τους κι ότι ζούσαν πλέον τις τελευταίες στιγμές της ζωής τους. Παραλυμένοι απ’ τον τρόμο και την απόγνωση, περίμεναν από στιγμή σε στιγμή ν’ ακούσουν βήματα στο κατάστρωμα και να δουν τους γενιτσάρους να ορμούν με γυμνά γιαταγάνια καταπάνω τους. Αντί, όμως, γδούπο βημάτων των βαρβάρων, άκουσαν το ναύαρχο να λέει στον καπετάν Μπαρτόλο Φουριάνι.

-Εδώ θα μείνουμε για λίγο, μήπως και μπορέσουμε να περιμαζέψουμε και κανέναν άλλο δικό μας. Το νου σας παντού. Και στη στεριά και στη θάλασσα. Προσέχετε όλοι σας και για εχθρούς και για φίλους. Και να είσαστε έτοιμοι για ξεκίνημα ανά πάσα στιγμή.

Τα λόγια αυτά του καπετάνιου ξανάδωσαν ψυχή στα σχεδόν άψυχα κορμιά που ήταν ζαρωμένα κι άφαντα μέσα στη σκοτεινιά των αμπαριών. Ένας υπόκωφος αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε με μιας μέσα στα σπλάχνα του καραβιού και οι καρδιές των δύστυχων εκείνων υπάρξεων άρχισαν να ξαναβρίσκουν κάπως το ρυθμό τους.

-Δεν πρέπει να μείνουμε και πολύ εδώ καπετάνιε, είπε ο Μπαρτόλος. Δεν νομίζω ότι οι Τούρκοι δε θα πήραν είδηση ότι τους ξεφύγαμε μέσ’ απ’ τα χέρια τους. Άλλωστε κι αν δε μας αντιλήφθηκαν εμάς θα αντιληφθούν άλλους, γιατί είδα κι άλλα πλοία μας να κινούνται προς το στόμιο του λιμανιού.

-Προς το παρόν, οι βάρβαροι είναι απασχολημένοι με τη σφαγή των κατοίκων και τη λεηλασία της πόλης. Αν τα πλοία τους δεν εγκαταλείπονταν απ’ τους κυβερνήτες και τους ναύτες τους κι αν δεν έτρεχαν όλοι τους με βιασύνη μέσα στην πόλη για να προλάβουν κάτι ν’ αρπάξουν, εμείς, όπως ήμασταν σφηνωμένοι ανάμεσά τους, δεν είχαμε καμιά ελπίδα να ξεφύγουμε. Τώρα, όμως, με την ερήμωση των καραβιών τους και την αναρχία που επικρατεί στα πληρώματά τους, θα περάσει αρκετή ώρα απ’ τη στιγμή που θα μας αντιληφθούν ότι φεύγουμε, μέχρι την ώρα που θα μπορέσουν να βρουν πληρώματα, να επανδρώσουν πλοία και να τα βγάλουν μέσα απ’ το συνοθύλευμα και το χάος του λιμανιού. Έχουμε, λοιπόν, περιθώριο να περιμένουμε λίγο, μήπως και σώσουμε κι άλλη καμιά ψυχή, αν υποτεθεί κι έχει καταφύγει κανείς δικός μας προς αυτές εδώ τις ακτές.

Η ώρα, όμως, περνούσε και κανείς Κωνσταντινουπολίτης δεν φαινόταν στην παραλία. Στο μεταξύ, απ’ το λιμάνι όλο κι έβγαιναν βενετικά και γενουάτικα πλοία και ξανοίγονταν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν στο πέλαγος.

-Να η γαλέρα του καπετάν Γαβριήλ Τρεβηζάνου, είπε για μια στιγμή στον καπετάν Διέδο ο Βενετός γιατρός Νικόλαος Μπάρμπαρο, την ώρα που ένα πλοίο με ορθάνοιχτα πανιά ξεπρόβαλε πίσω απ’ το φρούριο του Σταυρού και περνούσε πάνω απ’ την κομμένη αλυσίδα.

Οι δυο άντρες στεκόταν ταραγμένοι κι ανήσυχοι πάνω στο κατάστρωμα μπροστά στην πλώρη του καραβιού κι εξήταζαν μ’ αγωνία τις ακτές και τη θάλασσα.

-Η φυγή η δική μας κι όλων αυτών των πλοίων που πέρασαν στην ανοιχτή θάλασσα, καθώς κι όσων άλλων κατορθώσουν να ξεφύγουν απ’ το λιμάνι όσο είναι ακόμη καιρός, οφείλεται στους δυο αυτούς ήρωες, είπε ο καπετάν Διέδος κι έδειξε στο γιατρό δυο μεγαλόσωμους γεροδεμένους ναύτες που στέκονταν στο βάθος του καταστρώματος κι άγρυπνοι ερευνούσαν τον ορίζοντα. Κρατούσαν δυο πελώρια τσεκούρια στα χέρια τους κι ήταν μουσκεμένοι ως το κόκκαλο.

-Αυτοί οι δυο, συνέχισε ο καπετάνιος, μόλις πλησιάσαμε στο φρούριο του Σταυρού, πήδησαν σε μια βάρκα και, με πραγματικό κίνδυνο της ζωής τους, ρίχτηκαν με τα τσεκούρια τους πάνω στην αλυσίδα και την έσπασαν, θρυμματίζοντας τους γάντζους που ενώνονταν πάνω σε μια απ’ τις μεγάλες ξύλινες μπάλες. Έτσι, ανοίχτηκε το στόμιο του λιμανιού και περάσαμε έξω απ’ αυτό. Κοντά σε μας πέρασε και το πλοίο του καπετάν Ντόρια, του καπετάν Μοροζίνη, του Δολφίνου και τώρα του Τρεβηζάνου, του Φλαμάτη και άλλα. Η τόλμη των ναυτών αυτών έσωσε πολλές ψυχές.

-Μήπως ξέρεις τα ονόματά τους; ρώτησε ο γιατρός. Το μεγάλο τους κατόρθωμα κι ο ηρωισμός τους επιβάλλουν, όπως τα ονόματά τους γίνουν γνωστά και μείνουν αξέχαστα στο πέρασμα των χρόνων. Όλοι αυτοί που τώρα σώζονται απ’ τη σφαγή και το χαλασμό κι έδειξε τα χριστιανικά καράβια που έφευγαν απ’ την Κωνσταντινούπολη, θα τους χρεωστούν μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη γενναία τους πράξη. Όλοι τους θα ζητήσουν να μάθουν κάποτε το όνομα των σωτήρων τους.

-Όχι, δεν τα ξέρω, είπε δειλά ο τέως ναύαρχος του στόλου. Είναι απλοί ναύτες και δεν είμαι σίγουρος αν ανήκουν και σ’ αυτό το πλοίο. Τώρα, ο καθένας μέσα στη λαίλαπα της συμφοράς μπήκε όπου πρόλαβε.

Τη στιγμή εκείνη, πλησίασε απ’ το βάθος του καταστρώματος ο καπετάν Μπαρτόλος Φουριάνι. Μαζί του είχε έναν καταμουσκεμένο και καταβλημένο άντρα.

-Καπετάνιε, είπε απευθυνόμενος στο Διέδο. Νομίζω ότι τις ώρες αυτές το κάθε λεπτό είναι υπολογίσιμο. Αρκετή ώρα έχουμε εδώ κι ούτε ένας απ’ τους δύσμοιρους Κωνσταντινουπολίτες δεν φάνηκε στην παραλία. Θα πει, ότι ο κόσμος δεν έρχεται προς την κατεύθυνση αυτή, είτε γιατί δεν ελπίζει να βρει στα μέρη αυτά μέσο σωτηρίας ή δεν προφταίνει να φθάσει μέχρις εδώ, γιατί σφάζεται πιο κάτω απ’ τους Τούρκους. Εάν περιμένουμε συγκεκριμένο άτομο ή άτομα, ας διακινδυνεύσουμε ακόμη τις ζωές μας κι ας παρατείνουμε όσο επιβάλλεται τη στάθμευσή μας εδώ. Διαφορετικά, ας μην χάνουμε καιρό.

-Δεν περιμένουμε κανένα συγκεκριμένο πρόσωπο, είπε ο Διέδος. Το βλέπω κι εγώ, ότι η περαιτέρω παραμονή μας δεν ωφελεί σε τίποτα και μάλλον βάζει σε μεγαλύτερο κίνδυνο τα πλοία μας. Μάλιστα, ήμουν έτοιμος να δώσω εντολή να τραβηχτεί η άγκυρα.

-Η εντολή θα εκτελεστεί αμέσως, είπε ο Φουριάνι κι έκανε να φύγει. Γυρίζοντας, όμως, είδε τον άνθρωπο που τον ακολουθούσε και που στεκόταν ένα βήμα πιο πίσω του κι είπε στον καπετάν Διέδο.

-Ο άνθρωπος αυτός είναι εκείνος που περιμαζέψαμε απ’ τη θάλασσα μέσα στο λιμάνι, μόλις ξεκινήσαμε. Είναι ο Φλωρεντίνος Τετάλδης και θέλει να βοηθήσει το πλήρωμα. Αναθέστε του μια οποιαδήποτε υπηρεσία στο πλοίο.

Ο Διέδος έριξε μια ματιά στο μουσκεμένο εθελοντή και είπε στο Φουριάνι.

-Μόλις στεγνώσει και συνέλθει, να ενταχτεί στο πλήρωμα.

Ο Τετάλδης ευχαρίστησε με μια κίνηση του κεφαλιού του τον καπετάνιο κι απομακρύνθηκε προς το μέρος των δυο μεγαλόσωμων ναυτών, όπου πύρωνε καλύτερα ο ήλιος, για να στεγνώσει γρηγορότερα.

Οι τρομοκρατημένοι επιβάτες με ανακούφιση άκουσαν το θόρυβο της ανασυρόμενης άγκυρας και με χαρά ένιωσαν το πλοίο να ξαναγλιστρά πάνω στη θάλασσα. Οι τολμηρότεροι σήκωσαν τα κεφάλια τους και είδαν απ’ τα μικρά παραθυράκια των αμπαριών τις ακτές του Πέραν ν’ απομακρύνονται και το Διπλοκιόνιο σιγά-σιγά να χάνεται απ’ τα μάτια τους. Ο καπετάν Φουριάνι είχε σηκώσει όλα τα πανιά και ο βόρειος άνεμος που ξεχύνονταν απ’ τη Μαύρη Θάλασσα τα φούσκωνε με ορμή κι έκανε το πλοίο ν’ αφήνει όλο και πιο γρήγορα τη ρημαγμένη πόλη πίσω του.

Στο βάθος, μακριά μπροστά τους, διαικρίνονταν κι άλλα πλοία που με ανοιχτά πανιά αρμένιζαν προς την Καλλίπολη. Η απόσταση μεταξύ τους όλο και λιγόστευε. Πίσω τους ακολουθούσαν κι άλλα πλοία και μπροστά τους μακριά, στο βάθος του ορίζοντα, διαικρίνονταν τα πανιά μιας μεγάλης γαλέρας.

-Η γαλέρα που ξεχωρίζει μπροστά-μπροστά απ’ τα άλλά πλοία πρέπει να είναι πολύ μεγάλη, είπε ο Μπάρμπαρο στο Διέδο για μια στιγμή, καθώς και οι δυο όρθιοι στο κατάστρωμα παρακολουθούσαν με προσοχή τον ορίζοντα.

-Πρέπει να είναι πάνω από δυο χιλιάδες τόνους, πρόσθεσε ο Διέδος. Ίσως να είναι η γαλέρα του Γενουάτη καπετάν Γιώργη Ντόρια. Πριν σταματήσουμε για να κόψουμε την αλυσίδα μπροστά στο λιμάνι, προσπεράσαμε το πλοίο του και νομίζω πως είδα κάποια κίνηση στο κατάστρωμα.

-Κι εγώ έχω την εντύπωση, είπε ο Μπάρμπαρο, ότι, ενώ εμείς στρίβαμε αριστερά στον πύργο του Σταυρού για το Διπλοκιόνιο, ένα μεγάλο πλοίο πίσω μας άφηνε το λιμάνι κι άνοιγε πανιά καθώς έβγαινε στη θάλασσα του Μαρμαρά.

-Αν αυτό είναι το πλοίο του καπετάν Ντόρια, είπε ο Διέδος, πρέπει να το πλησιάσουμε, γιατί έχει επάνω πολλές ψυχές. Απ’ τη μια μεριά θα το βοηθήσουμε, αν χρειαστεί να σώσει τους επιβάτες του κι απ’ την άλλη, θα είμαστε όλοι πιο ασφαλισμένοι από κάθε αναπάντεχο κίνδυνο αν προχωρήσουμε συγκεντρωμένοι.

 

 

– – – – – – – – – – – – – – – – – –

 

-Αρκετά πλοία βλέπω πίσω μας, είπε ο καπετάν Γιώργης Ντόρια στον τιμονιέρη του, ενώ το καράβι τους αρμένιζε στ’ ανοιχτά της Κωνσταντινούπολης και τραβούσε ολοταχώς για τα Δαρδανέλια. Απ’ το σκαρί τους, τον όγκο τους και τα πανιά τους, δεν τα βγάζω για τούρκικα.

Ο τιμονιέρης έριξε μια ερευνητική ματιά πίσω του και συμφώνησε με την άποψη του καπετάνιου του.

-Πρέπει να είναι δικά μας, είπε. Οι Τούρκοι τώρα λεηλατούν την πόλη και δεν έχουν καιρό για καταδίωξη. Ο Μωάμεθ θα λυσάξει απ’ το κακό του, βλέποντας τα πλοία μας να του ξεφεύγουν μέσ’ απ’ τα χέρια του. Αλλά τι να κάνει; Με τι ναύτες να κινήσει το στόλο του; Όλοι πέσανε στη λεηλασία και στην αρπαγή.

Ο καπετάνιος κούνησε το κεφάλι του για να δείξει ότι συμφωνεί με τα λόγια του τιμονιέρη του και, γυρίζοντας προς το μέρος ενός ναύτη που ήταν δίπλα του, του είπε προστακτικά.

-Να ελαττωθεί η ταχύτητα του πλοίου. Κατεβάστε τα μικρά πανιά.

Ο ναύτης έφυγε γρήγορα για να εκτελέσει τη διαταγή του καπετάνιου του, ενώ εκείνος συνέχισε απευθυνόμενος προς τον τιμονιέρη.

-Θα είναι προτιμότερο και θα είμαστε πιο ασφαλισμένοι, αν συγκεντρωθούμε κάπως όλα τα πλοία και προχωρήσουμε όλοι μαζί. Σε σχηματισμό θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικότερα κάθε ξαφνικό κίνδυνο.

-Κατεβάστε τα μικρά πανιά, κατεβάστε τα μικρά πανιά αντήχησε η φωνή του ναύτη στο βάθος του καταστρώματος.

Η μεγάλη γαλέρα του καπετάν Ντόρια έκοψε την ταχύτητά της και γρήγορα τα πλοία που ακολουθούσαν πλησίασαν κοντά της.

Στο βάθος, ξεχώριζε καθαρά το πλοίο του καπετάν Αλοΐζου Διέδου.

 

 

– – – – – – – – – – – – – – – – –

 

 

Τα πλοία αρμένιζαν τώρα σε κοντινή απόσταση το ένα απ’ το άλλο, ακολουθώντας κάποιο σχηματισμό. Έχουν ξεφύγει απ’ του χάρου τα δόντια. Η Κωνσταντινούπολη έχει μείνει πίσω κι έχει χαθεί στο βάθος του ορίζοντα. Η πομπή των καραβιών βρίσκεται τώρα στο ύψος της Σηλύμβριας και προχωρεί προς τα νερά της Ηράκλειας. Η αγωνία της φυγής κι η υπερένταση του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης έχουν κυριέψει τις ψυχές όλων των χαροκαμένων επιβατών. Δεν μένει προς το παρόν περιθώριο στις σκέψεις τους για λύπες και κλάματα για τους χαμένους δικούς τους που άφησαν πίσω στην Πόλη. Ίσως, η φρίκη της σφαγής κι ο μεγάλος πόνος του χαλασμού να στέρεψε τα μάτια τους και να σκλήρυνε την καρδιά τους.

Η αγωνία της σφαγής και η απομάκρυνση απ’ τον τόπο της κόλασης, η ανοιχτή θάλασσα και η κάθε τόσο αλλαγή του περιβάλλοντος με την πορεία των καραβιών, η συντροφιά των άλλων πλοίων και προπαντός το όλο και περισσότερο ενισχυόμενο αίσθημα της σωτηρίας και της διάσωσης, τόνωσαν κάπως το ηθικό των τσακισμένων εκείνων ανθρώπων και τους έδωσαν δύναμη και κουράγιο να ξανανιώσουν ότι είναι έμψυχα όντα και ν’ αρχίσουν να δίνουν σημεία ζωής επάνω στα πλοία.

Και πάλι, όμως, όσο το αίσθημα αυτό της διάσωσης ισχυροποιούνταν και ο νους συνέρχονταν, τόσο περισσότερο ζωντάνευε μέσα στο είναι τους ο πόνος για το χαμό των συγγενών και των γνωστών τους, για τον αφανισμό των αγαπημένων τους προσώπων, που σφάχτηκαν ή σκλαβώθηκαν πίσω στην Πόλη.

Η νεκρική σιγή που επικρατούσε ως τώρα σ’ όλους τους χώρους των πλοίων και ο τρόμος που βασίλευε παντού, αντικαταστάθηκαν από οιμωγές και κλάματα. Ένας θρήνος συνταράζει τα χαροκαμένα πλοία, που, φορτωμένα ζωντανά φαντάσματα, έφευγαν κυνηγημένα απ’ το δρεπάνι του χάρου προς το Αιγαίο για να σωθούν.

Εκείνοι που έχουν να κλάψουν τους λιγότερους φαίνονται πιο ψύχραιμοι και πρώτοι παίρνουν δύναμη και κουράγιο και προσπαθούν, πνίγοντας το δικό τους πόνο, να μετριάσουν και να απαλύνουν τον πόνο και το δράμα των άλλων συντρόφων τους.

-Ας το πάρουμε απόφαση, είπε ο καπετάν Ντόρια, κάνοντας όσο μπορούσε πιο σταθερή τη φωνή του. Τίποτα δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε απ’ ό,τι έγινε. Σε τίποτα δεν μπορούμε να βοηθήσουμε. Γι’ αυτό, λοιπόν, θα είναι προτιμότερο για όλους μας, να προσπαθήσουμε να βρούμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε τους εαυτούς μας και να ανακτήσουμε την ψυχραιμία μας. Αφήστε τα κλάματα και τους θρήνους. Συγκεντρώστε τις δυνάμεις σας και το κουράγιο σας. Θα μας χρειαστούν. Ξεφύγαμε μόνο ένα μέρος του κινδύνου. Ίσως το μεγαλύτερο. Αλλά δεν περάσαμε ολόκληρο τον κίνδυνο ακόμη. Οι θάλασσες που διασχίζουμε και οι ακτές που περνάμε είναι όλες στα χέρια των βαρβάρων. Οποιαδήποτε στιγμή, μπορεί να μας επιτεθούν. Έχετε, λοιπόν, το νου σας και μη σπαταλάτε τις δυνάμεις σας σε κλάματα ανώφελα και σε άσκοπους θρήνους, που δε μας βοηθούν σε τίποτα, παρά μόνο δυσχεραίνουν τη θέση μας και καταβάλλουν τις δυνάμεις μας.

Τα λόγια αυτά του καπετάνιου και οι διάφορες προτροπές άλλων αξιωματικών και ψύχραιμων ατόμων, συγκράτησαν κάπως την κατάσταση κι έσταξαν κάποιο βάλσαμο στις πονεμένες καρδιές των επιβατών. Οι ψυχραιμότεροι απ’ αυτούς άρχισαν να αραιοβγαίνουν στο κατάστρωμα, να αλλάζουν από καμιά κουβέντα μεταξύ τους και σιγά-σιγά να συγκεντρώνονται εδώ κι εκεί σε μικροομάδες και χαμηλόφωνα να συζητούν, σκουπίζοντας αδιάκοπα τα μάτια τους. Ο ένας προσπαθούσε να παρηγορήσει τον άλλο κι ο καθένας, μέσα στην παραζάλη του, προσπαθούσε να βρει λόγο και να εξηγήσει την αιτία της καταστροφής.

Ο ήλιος έχει γύρει προς τη δύση και προχωρεί κι αυτός με την ίδια ταχύτητα μπροστά απ’ τα πλοία, χαμηλώνοντας όλο και περισσότερο πάνω στα βουνά της Θράκης προς τη Ρεδεστό.

Στη μεγάλη αίθουσα του πλοίου σκεπτικοί κι αμίλητοι κάθονται οι Ιωάννης και Δημήτριος Κατακουζηνός, έξι μέλη της οικογένειας των Παλαιολόγων, δυο Λασκαρίδηδες, δυο Κομνηνοί, δυο μέλη της οικογένειας του μεγάλου δούκα Λουκά Νοταρά κι άλλοι μικρότεροι άρχοντες και αξιωματικοί[1].

Τα μάτια τους είναι κατακόκκινα και πρησμένα απ’ το κλάμα και, παρ’ ότι προσπαθούν να φανούν ψύχραιμοι, τα δάκρυα κυλούν ασταμάτητα στα μάγουλά τους. Αποφεύγουν ν’ αντικρύσουν ο ένας το βλέμμα του άλλου και κάθε τόσο που σηκώνουν το χαμηλωμένο κεφάλι τους, κοιτάζουν με τα σβησμένα μάτια τους τη θάλασσα ή τις κορυφές των μακρινών βουνών που ξεπροβάλλουν άχρωμα πέρα στον ορίζοντα. Όλοι τους θέλουν κάτι να πουν για να δώσουν κουράγιο στους άλλους και για ν’ αλλάξουν κάπως την ατμόσφαιρα και να πάρουν κι οι ίδιοι δύναμη. Το κρυφό κι ασταμάτητο, όμως, κλάμα κι ο αβάσταχτος λυγμός που σφήνωσε στο στήθος τους, τους σφίγγει το λαιμό και δεν τους αφήνει ν’ αρθρώσουν λέξη. Ύστερ’ από αρκετές απόπειρες και μεγάλες προσπάθειες, ένας απ’ τους Λασκαρίδηδες είπε απευθυνόμενος προς τα μέλη της οικογένειας του Νοταρά.

-Καλά έκανε ο μεγάλος δούκας που έστειλε από καιρό την κόρη του την Άννα Παλαιολογίνα Νοταρά στη Βενετία. Εγκαταστάθηκε εκεί με την ανεψιά της την Ευδοκία Κατακουζηνή κι έτσι και σεις τώρα πηγαίνοντας στην Ιταλία δε θα βρεθείτε τελείως στο δρόμο. Κάπου έχετε να καταφύγετε.

Τα λόγια αυτά του Λασκαρίδη έκαναν όλους να σηκώσουν τα κεφάλια τους και για πρώτη φορά να διασταυρώσουν τα βλέμματά τους. Όλοι αισθάνθηκαν κάποια ανακούφιση με την ευκαιρία που τους δόθηκε, να πουν κάτι και να αποσπάσουν, έστω και για λίγο, το μυαλό τους απ’ τις ζοφερές σκέψεις της καταστροφής και του ολέθρου που τους βρήκε πριν λίγες ώρες.

-Η συμφορά που μας βρήκε όλους, είπε ένας απ’ την οικογένεια του Νοταρά, δεν θεραπεύεται κι ούτε απαλαίνει καθόλου με τη συνάντηση κάποιου γνωστού ή συγγενή στα τρίστρατα της ξενιτιάς.

-Η παρουσία και του πιο κλειστού συγγενή και του πιο καλού φίλου, είπε ο Ιωάννης Κατακουζηνός, δεν πρόκειται να διορθώσει τίποτα απ’ ό,τι έγινε σήμερα. Η καταστροφή είναι τέλεια και ολοκληρωμένη και θα χρειαστεί να περάσουν πολλά χρόνια, πριν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε στα σοβαρά αν μπορούμε κάτι να κάνουμε. Για να φθάσουμε, όμως, στο σημείο αυτό να κάνουμε σοβαρές σκέψεις για το μέλλον, πρέπει να ανακτήσουμε πρώτα εμείς οι διασωθέντες τις δυνάμεις μας. Σωματικές και πνευματικές. Πρέπει να συνέλθουμε όσο γίνεται πιο γρήγορρα. Και σ’ αυτό, δεν νομίζω ότι δε θα συντελέσει αρκετά η παραμονή μας δίπλα σ’ ένα συγγενή ή κοντά σ’ ένα φίλο στα άγνωστα μέρη της ξενιτιάς, όπου η κακή μας μοίρα τώρα μας οδηγεί.

-Ταπεινωθήκαμε, είπε με χαμηλή φωνή ένας αξιωματικός και όπου κι αν πάμε θα είμαστε ταπεινωμένοι.

-Όχι, είπε ο Ιωάννης Κατακουζηνός. Δεν ταπεινωθήκαμε. Πολεμήσαμε γενναία αλλά νικηθήκαμε. Ξέρετε ότι, από πληροφορίες που μας έστειλαν οι άνθρωποί μας απ’ το τουρκικό στρατόπεδο και συγκεκριμένα ο μεγάλος βεζίρης Χαλλίλ πασάς, τώρα πια το μυστικό δεν έχει καμιά σημασία και δεν είναι πια μυστικό, ο βάρβαρος σουλτάνος είχε μαζί του πάνω από τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ανθρώπους. Απ’ αυτούς, οι διακόσιες περίπου χιλιάδες ήταν μάχιμοι στρατιώτες. Εμείς, στην αρχή της πολιορκίας που ακόμη δεν είχαμε καθόλου φθορές, είχαμε περίπου εφτά χιλιάδες Βυζαντινούς στρατιώτες και δυο χιλιάδες Λατίνους. Η διαφορά ήταν τεράστια και η αναλογία απίστευτη. Πολεμούσαμε επί πενηντατρείς μέρες ένας στους είκοσι ή στους εικοσιπέντε. Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Πολεμήσαμε θαρραλέα και παλικαρίσια και νικηθήκαμε. Δεν λιποψυχήσαμε κι ούτε παραδοθήκαμε. Δεν προδώσαμε τα όπλα μας και την αποστολή μας.

-Πώς χάθηκε ο αυτοκράτορας; Ρώτησε ένας απ’ τους Παλαιολόγους.

-Ήμουν σχεδόν ως τις τελευταίες στιγμές μαζί του, είπε ο Ιωάννης Κατακουζηνός. Όταν το αυτοκρατορικό συμβούλιο έκανε στην αρχή της πολιορκίας την κατανομή των δυνάμεων της άμυνας, με τοποθέτησε κοντά στον αυτοκράτορα και στο στρατηγό Ιουστινιάνη, στο τμήμα της πύλης του Ρωμανού. Χθες το βράδυ, ύστερ’ απ’ τη λειτουργία στην Αγιασοφιά, πήγαμε μαζί με τον αυτοκράτορα στο παλάτι των Βλαχερνών για να χαιρετίσει τους δικούς του. Σχεδόν αμέσως, φύγαμε ακολουθούμενοι απ’ το λογοθέτη Γεώργιο Φραντζή, το Φραγκίσκο Τολέδο και μερικούς άλλους και επιθεωρήσαμε αργά τη νύχτα τα τείχη. Ξεκινήσαμε απ’ το φρούριο της Καλιγαρίας. Όταν άρχισε η έφοδος, ήμασταν μαζί στις θέσεις μας στην πύλη του Ρωμανού. Πολεμούσαμε εκεί μέχρι τη στιγμή που ειδοποιηθήκαμε ότι ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε βαριά. Ο αυτοκράτορας είπε να τρέξουμε αμέσως στο στρατηγό για να δούμε τι συμβαίνει και να συγκρατήσουμε τους Λατίνους στρατιώτες, μην τυχόν και λυγίσουν ύστερ’ απ’ τον τραυματισμό του αρχηγού τους.

Η φωνή του Κατακουζηνού στο μεταξύ είχε αλλάξει απ’ τη συγκίνηση κι οι λυγμοί διαδέχονταν ο ένας τον άλλο. Όλοι τον άκουγαν με προσοχή κι όλοι άφηναν τα δάκρυά τους να τρέχουν ελεύθερα απ’ τα μάτια τους.

Ο Κατακουζηνός ξαναβρήκε κουράγιο και πρόσθεσε.

-‘’Ο εχθρός κλονίζεται’’, φώναξε ο αυτοκράτορας. ‘’Επιμείνατε ακόμη λίγο και φαίνεται πως θα σωθούμε κι αυτή τη φορά.’’ Και, με γυμνό και καταματωμένο το σπαθί στο χέρι του έτρεξε προς τις θέσεις του Ιουστινιάνη. Τον ακολούθησα κι εγώ. Βρήκαμε τον Ιουστινιάνη τραυματισμένο και ξαπλωμένο παράμερα, έξω απ’ τη μάχη. Ήθελε να φύγει απ’ τα τείχη. Ζητούσε να τον μεταφέρουν αμέσως στο πλοίο του. ’’Μείνε’’, τον παρακάλεσε ο αυτοκράτορας. ‘’Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Η παρουσία σου απαραίτητη. Η παραμονή σου εδώ θα συγκρατήσει τους στρατιώτες σου. Ενώ η φυγή σου θα τους κλονίσει. Θα σπάσει το ηθικό τους και θα ελαττώσει την ορμητικότητα και το κουράγιο τους. Η απουσία σου τις στιγμές αυτές θα κάμψει αφάνταστα την αντίσταση των μαχητών μας και θα παραλύσει την άμυνα της Πόλης.’’

‘’Θα φύγω’’, επανέλαβε ο Ιουστινιάνης. ‘’Και πού σκέφτεσαι να πας;’’ Τον ξαναρώτησε ο Κωνσταντίνος. ‘’Στην οδό εκείνη που ο Θεός τώρα οδηγεί τους Τούρκους’’, απάντησε αλληγορικά ο Γενουάτης στρατηγός. Τότε, ο αυτοκράτορας γύρισε σε μένα και στους λίγους που ήταν μαζί μας και μας είπε: ‘’Πάμε, άνδρες μου, προς τους βαρβάρους αυτούς.’’ Εννοώντας, πάμε προς το θάνατο. Και όρμησε με γυμνό σπαθί μέσα στο κρισιμότερο σημείο του αγώνα. Τα βάρβαρα στίφη των Τούρκων ορμούσαν το ένα μετά το άλλο και η σκληρότητα της άνισης πάλης μεταπηδούσε πότε στο ένα σημείο και πότε στο άλλο μέσα στα χαλάσματα του τείχους. Η ασταμάτητη εισόρμηση των Τούρκων και η προσπάθειά μας, να τους φράξουμε το δρόμο και να τους αναχαιτίσουμε, μας χώρισε από κοντά του. Σε λίγο, πολεμούσαμε σε διαφορετικά σημεία γύρω στην πύλη του Ρωμανού. Δεν τον ξαναείδα πια. Άκουσα, όμως, από άλλους που ήταν κοντά του, ότι έπεσε μαχόμενος ηρωικά σαν απλός στρατιώτης στο πεδίο της τιμής και του καθήκοντος.

Όταν ο Ιωάννης Κατακουζηνός σταμάτησε, η φωνή του είχε αλλοιωθεί και το κουράγιο του τον είχε εγκαταλείψει. Η συγκίνησή του τον συντάραζε ολόκληρο.

-Κι εγώ ήμουν κοντά του, είπε κάποιος αξιωματικός. Πολεμούσα δίπλα του. Για μια στιγμή, ο αυτοκράτορας είδε δυο-τρεις τούρκικες σημαίες να κυματίζουν στους πύργους επάνω απ’ την Κερκόπορτα, απ’ την άλλη μεριά της κοιλάδας του Λύκου. Για να δώσει θάρρος στους μαχητές, κατέβηκε απ’ το άλογό του, έβγαλε τη βασιλική πορφύρα του κι όρμησε με το σπαθί στο χέρι στο πιο κρίσιμο σημείο της πάλης. Δίπλα του και δεξιά του έτυχε ο Φραγκίσκος Τολέδο, που, καταματωμένος πηδούσε μπροστά κι έσφαζε ασταμάτητα τους εχθρούς. Ξαφνικά, παρουσιάστηκε κοντά στον αυτοκράτορα ο άρχοντας Θεόφιλος Παλαιλόγος. Μόλις είδε τον αυτοκράτορα βουτηγμένο στο αίμα των εχθρών να πολεμά σαν το θεριό και την πόλη να κινδυνεύει, φώναξε με δύναμη: ‘’Θέλω να πεθάνω παρά να ζω.’’ Και όρμησε κι αυτός στη μέση της φοβερής σφαγής και κατέσφαζε εχθρούς ασταμάτητα. Όλοι εμείς οι γύρω του πέσαμε με μεγαλύτερη ορμή κατά των Τούρκων, των οποίων τα πτώματα σωριάζονταν αμέτρητα γύρω μας. Δίπλα μου έτυχε ο γενναίος Ιωάννης Δαλμάτης. Πρώτος μεταξύ πρώτων, ο ατρόμητος εκείνος μαχητής, τρυπούσε κι έσφαζε αλύπητα με τη ρομφαία του τους Αγαρηνούς που τολμούσαν να τον πλησιάσουν.

Ο αυτοκράτορας και οι τρεις εκείνοι ατρόμητοι μαχητές ορμούσαν ασταμάτητα μπροστά και δυο και τρεις φορές ανέτρεψαν τους εχθρούς, σφάζοντας, ποδοπατώντας ή γκρεμίζοντας κάτω στα χαλάσματα όσους άπιστους προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν στις πέτρες και στα ξύλα που βρίσκονταν συντρίμμια γύρω μας. Δεν ξαναείδα τον αυτοκράτορα. Είδα, όμως, τον άρχοντα Θεόφιλο να πεθαίνει ηρωικά, αφού πρώτα θέρισε αρκετούς από μια ομάδα γενιτσάρων που τον είχαν περικυκλώσει[2].

-Τον αυτοκράτορα τον είδα εγώ μετά το θάνατο του άρχοντα Θεόφιλου, είπε ένας απ’ τους πολλούς επιβάτες, που στο μεταξύ είχαν μαζευτεί γύρω-γύρω στους καθισμένους άρχοντες και άκουγαν σιωπηλοί και με προσοχή την τόσο ενδιαφέρουσα αφήγηση των τελευταίων δραματικών γεγονότων της καταραμένης εκείνης μέρας.

Ήμουν δίπλα στο Δαλμάτη όταν έπεσε ο Θεόφιλος. Ο Δαλμάτης, όταν είδε το Θεόφιλο να πέφτει νεκρός, ούρλιαξε δυνατά σα θεριό και όρμησε στο μεγαλύτερο σωρό των εχθρών, εκεί όπου είχε πέσει κι ο φίλος του σκορπίζοντας παντού το χαλασμό. Οι Τούρκοι σάστισαν για μια στιγμή κι έκαναν πίσω. Νέες ομάδες, όμως, γενιτσάρων μπήκαν στη μάχη και σε λίγο κι ο Δαλμάτης, λουσμένος στο αίμα του και στο αίμα των εχθρών, έπεφτε νεκρός. Ο αυτοκράτορας νομίζω πως ζούσε ακόμη όταν σκοτώθηκε ο Δαλμάτης.

-Όταν έσκουξε δυνατά ο Δαλμάτης κι όρμησε στο σωρό των γενιτσάρων, ο αυτοκράτορας ήταν κοντά μου, είπε κάποιος άλλος πολεμιστής απ’ το άλλο μέρος της αίθουσας. Άκουσε ο Κωνσταντίνος τις ενθαρρυντικές φωνές του ήρωα Δαλμάτη, που, καθώς ορμούσε πάντοτε μπροστά, παρότρυνε και τους άλλους να κάνουν το ίδιο και το πρόσωπό του έλαμψε από χαρά. Μας παρότρυνε όλους ο γενναίος αυτοκράτορας να σταθούμε στις θέσεις μας και να μην χάσουμε το θάρρος μας και με περισσότερη ορμή έπεσε κι ο ίδιος πάνω στους γενιτσάρους. Ήταν κυριολεκτικά βουτηγμένος στο αίμα. Πολεμούσε σα λιοντάρι και σκορπούσε παντού το θάνατο. Οι Αγαρηνοί, όμως, έρχονταν κοπάδια-κοπάδια κι ο αγώνας γινόταν όλο και πιο δύσκολος. Ένα καινούριο στίφος γενιτσάρων όρμησε στο ρήγμα και με την ορμή του μας παρέσυρε και μπήκε στα τείχη. Ο αυτοκράτορας ήταν δίπλα μου. Πολεμούσε και μας έδινε κουράγιο. Όταν είδε τις σημαίες των Τούρκων να κυματίζουν στους πύργους και τους γενιτσάρους μέσα στα τείχη, φώναξε με φωνή γεμάτη πόνο και παράπονο: ‘’Η Πόλη κυριεύτηκε κι εγώ ακόμη ζω; Δεν υπάρχει ένας χριστιανός να πάρει το κεφάλι μου;’’ Κι όρμησε σα θεριό, τελείως ασυλλόγιστα πάνω στους γενιτσάρους, χτυπώντας δεξιά κι αριστερά[3].

Το κύμα των γενιτσάρων μας σκόρπισε και μας απομάκρυνε από κοντά του και δεν τον ξαναείδα. Τραβηχτήκαμε στα χαλάσματα του μέσα τείχους, όπου κι αντισταθήκαμε για λίγη ώρα ακόμη. Καινούρια στίφη Αγαρηνών μας παρέσυραν και μας διέλυσαν τελείως. Όσοι μείναμε ζωντανοί και μπορούσαμε να φύγουμε, τρέξαμε προς την εκκλησία της Παναγίας της Χώρας. Το προαύλιό της ήταν γεμάτο Τούρκους. Φαίνεται, πως οι βάρβαροι εκείνοι είχαν μάθει για την ωραιότητα και τα πλούτη της μικρής εκκλησούλας και, περνώντας τα τείχη, όρμησαν κατευθείαν σ’ αυτή για να την λεηλατήσουν. Αν το πλήθος εκείνο των γενιτσάρων δεν ήταν αφοσιωμένο στην αρπαγή και στη λεηλασία της εκκλησίας, δε θα γλύτωνε κανένας από μας. Γιατί, χωρίς να υποπτευόμαστε καθόλου την παρουσία τους εκεί, πέσαμε επάνω τους. Μερικοί μας είδαν αλλά κανένας δεν ήθελε ν’ αφήσει την αρπαγή και να στραφεί εναντίον μας. Για λίγο, έμεινα κρυμμένος πίσω από κάτι μικροχαλάσματα του περιβόλου της εκκλησίας. Με φρίκη είδα δυο Τούρκους να κουβαλούν έξω στην αυλή τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, περίφημο έργο τέχνης, φτιαγμένη απ’ τα χέρια του Αποστόλου Λουκά, να ξεκολλούν με τα γιαταγάνια τους ό,τι πολύτιμο είχε επάνω της η άγια εικόνα και να την κομματιάζουν στο λιθόστρωτο. Έκλεισα τα μάτια μου με τις παλάμες μου, για να μη βλέπω την πρωτοφανή βαρβαρότητα των αγρίων και με πρώτη ευκαιρία έφυγα όσο πιο μακριά μπορούσα[4]. Πώς βρέθηκα στην παραλία δεν το κατάλαβα. Θυμάμαι μόνο, ότι έτρεχα μέσα στα στενοσόκακα και δρόμους γεμάτους αλαφιασμένα γυναικόπαιδα. Όλοι τρέχαμε χωρίς κανένας να ξέρει πού πήγαινε. Όταν έφτασα στην παραλία, έπεσα πάνω σε μια βάρκα με μερικούς ακόμη φυγάδες που μόλις άφηνε την αμμουδιά. Πήδησα μέσα και με γρήγορη κωπηλασία φτάσαμε στο πλοίο αυτό. Ανέβηκα στο κατάστρωμα κι έπεσα κάτω λιπόθυμος. Δεν ξέρω τι έγινε μετά. Το δροσερό αεράκι της ανοιχτής θάλασσας με συνέφερε. Όταν πρωτοάνοιξα τα μάτια μου, αντίκρισα στο βάθος τις ακτές της Σηλύμβριας.

Σώπασε για λίγο και πρόσθεσε.

-Δεν ξέρω αν έκανα καλά που έφυγα και σώθηκα ή αν έπρεπε να μείνω εκεί και να πεθάνω. Αν δείλιασα, ο Θεός ας με συγχωρέσει.

 

 

– – – – – – – – – – – – – – – – –

 

 

Το πλοίο του ναυάρχου Αλοΐζου Διέδου ξεχώριζε προς το τέλος της γραμμής του πένθιμου σχηματισμού των πλοίων των φυγάδων. Πάνω στο κατάστρωμά του, άχρωμοι και συντριμμένοι οι λίγοι διασωθέντες απ’ την οθωμανική λαίλαπα προσπαθούν να συνέλθουν όσο είναι δυνατόν απ’ το δυνατό χτύπημα της τρομερής καταστροφής.

Ο καιρός είναι καλός τις τελευταίες αυτές μέρες του Μάη και η θάλασσα ήσυχη και γαλήνια. Ο αέρας, παρ’ ότι ελαφρός και ανεπαίσθητος, σπρώχνει το πλοίο με δώδεκα περίπου μίλια την ώρα και το κάνει να γλυστρά ήσυχα πάνω στα ανάλαφρα κύματα της θάλασσας. Όλα γύρω φαίνονται απαλά και ήρεμα. Λες και η φύση προσπαθεί με την καλοσύνη της τις ώρες αυτές να απαλύνει και να μαλακώσει κάπως το σκληρό πόνο αυτών που βρίσκονται μέσα στα χαροκαμένα πλοία της Κωνσταντινούπολης.

Μια μικρή ομάδα ανθρώπων πάνω στο κατάστρωμα του βενετικού πλοίου προσπαθεί με διάφορα μικρόλογα να ξαναβρεί τον εαυτό της. Όλοι προσπαθούν να διώξουν τη θλίψη και το άλγος που βαραίνει τις ψυχές τους και να παρηγορηθούν.

Ανάμεσά τους διακρίνεται ο καπετάν Αλοΐζος Διέδος, ο καπετάν Μπαρτόλος Φουριάνι, ο Βενετός γιατρός Νικόλαος Μπάρμπαρο, ο Φλωρεντίνος Τετάλδης και άλλοι ναυτικοί, πολεμιστές και πρόσφυγες απ’ τους μέχρι προ ολίγου κατοίκους της ρημαγμένης πια Κωνσταντινούπολης.

-Αν οι Γενουάτες ήθελαν, είπε για μια στιγμή ο Βενετός γιατρός, η Πόλη δε θα χανόταν.

-Τις αντιζηλίες και τις διαφορές των Γενουατών με τους Βενετούς τις πλήρωσε η Κωνσταντινούπολη, είπε σιγανά ο Τετάλδης.

-Οι Γενουάτες πάντοτε ήταν αχόρταγοι και άπληστοι. Δεν τους έφτανε ο Γαλατάς, που για μένα κακώς τους τον παραχώρησε ο αυτοκράτορας, είπε ο Μπάρμπαρο. Ήθελαν και την Ίμβρο, την Τένεδο, τα πάντα. Ήθελαν να πάρουν και πόλεις του Εύξεινου Πόντου και της Μαύρης Θάλασσας. Ήθελαν κτήσεις στις ακτές της Μικράς Ασίας . . . Και τι δεν ήθελαν . . . Τα ήθελαν όλα δικά τους. Ενώ, αν δεν έφερναν αντιρρήσεις και δεν ξεσηκώνονταν εναντίον μας και αν αποκτούσε κι η Βενετία κάτι υπολογίσιμο στις θάλασσες αυτές, θα έδειχνε σήμερα διαφορετικό ενδιαφέρον η Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου. Κι όταν η Βενετία και η Γένουα είχαν καλή συνεννόηση μεταξύ τους και ιδιαίτερα σταθερή και συντονισμένη συνεργασία στα μέρη αυτά της Ανατολής, οι Οθωμανοί θα σκέφτονταν πολύ περισσότερο πριν αποφασίσουν κάτι εναντίον της Κωνσταντινούπολης.

-Οι Γενουάτες, είναι αλήθεια, είπε ο καπετά Φουριάνι, τα βλέπουν όλα σε χρήμα και προσπαθούν να ρυθμίσουν τα πάντα ανάλογα με τα εμπορικά τους συμφέροντα.

-Σα να μην έφταναν οι τόσες ατιμίες που έκαναν μέχρι σήμερα, συνέχισε ο γιατρός, ακόμη και την τελευταία στιγμή της καταστροφής, τη στιγμή της σφαγής και του θανάτου, την ώρα που ο πόνος και η λύπη ξεχείλιζε και στην πιο σκληρή καρδιά και του πλέον αδιάφορου ακόμη θεατή, οι άνθρωποι αυτοί του Γαλατά, όχι μόνο δεν συγκινήθηκαν αλλά προσπάθησαν να επωφεληθούν τη δυστυχία μας και θέλησαν με το αίμα το δικό μας να ισχυροποιήσουν τη θέση τους και να κερδοσκοπήσουν.

-Ποτέ δεν περίμενα τέτοια συμπεριφορά από ένα Λατίνο άρχοντα, είπε με έκδηλη πικρία ο ναύαρχος Διέδος. Χίλιοι να μου το έλεγαν, δε θα το πίστευα, ότι η λαιμαργία και η συμφεροντολογία του εξουσιαστή του Πέραν, του Γενουάτη Ζαχαρία Αγγέλου, έφτανε μέχρις αυτό το σημείο.

Είναι πλέον γνωστό, ότι οι χριστιανοί του Γαλατά, για να μη χαλάσουν τις καλές σχέσεις τους με τον άπιστο Μωάμεθ και θιγούν τα συμφέροντά τους, πρόδιναν τα σχέδια των χριστιανών της Κωνσταντινούπολης στους Οθωμανούς. Δεν αντιστάθηκαν, ούτε και μίλησαν καθόλου στους Τούρκους για τη μεταφορά των πλοίων τους απ’ τη μια θάλασσα στην άλλη. Όλοι το γνώριζαν κι όλοι το είδαν, γιατί η μεταφορά έγινε πάνω απ’ τους λόφους τους δικούς τους. Πρόδωσαν την προσπάθεια του καπετάν Κόκκου κι ειδοποίησαν τους Τούρκους το βράδυ της απόπειρας εκείνης, ανάβοντας φωτιά πάνω στο ψηλότερο σημείο του Γαλατά. Ανανέωσαν τις συνθήκες φιλίας με τον αλλόθρησκο σουλτάνο, όταν η χριστιανική Κωνσταντινούπολη χάνονταν . . .

-Γνώρισα κι άκουσα πολλά γι’ αυτούς τους ανθρώπους, ναύαρχε, είπε ο Τετάλδης, αλλά αυτήν την τελευταία παλιανθρωπιά του Ζαχαρία που ανέφερες δεν την ξέρω, πρόσθεσε μ’ απορία ο Τετάλδης και το ενδιαφέρον του εκδηλώθηκε έντονο στο πρόσωπό του. Κάρφωσε το βλέμμα του στο ναύαρχο κι ανυπόμονα περίμενε ν’ ακούσει για την καινούρια ατιμία των Γενουατών.

-Το αυτοκρατορικό συμβόλαιο με διόρισε ναύαρχο στις 13 Μαΐου, είπε ο καπετάν Διέδος. Νωρίτερα, μου είχε ανατεθεί η άμυνα των παραλιακών τειχών της περιοχής της πύλης του Φαναρίου. Και σα ναύαρχος συνέχισα να πολεμώ και να υπερασπίζομαι το τμήμα εκείνο μέχρι τέλους. Εκεί ήμουνα με τον Αλέξιο Δισύπατο κι εκεί πολέμησα ως τις τελευταίες στιγμές. Όταν έσπασαν τα χερσαία τείχη κι η Πόλη πλημμύρισε Τούρκους, κάθε αντίσταση από μέρους μας ήταν άσκοπη κι ανώφελη. Όσοι απ’ τους άντρες μου είχαν απομείνει ζωντανοί, προσπάθησαν τις τρομερές εκείνες στιγμές του τέλους να σωθούν, όπως μπορούσε ο καθένας καλύτερα. Εγώ πέρασα στις απέναντι ακτές. Μπήκα στο Γαλατά. Μαζί μου είχα τον καπετάν Φουριάνι και το γιατρό Μπάρμπαρο. Ζητήσαμε αμέσως να συναντήσουμε τον εξουσιαστή του Πέραν, τον αρχηγό των Γενουατών Άγγελο Ιωάννη Ζαχαρία, για να συνεννοηθούμε μαζί του για τις πιθανότητες επίθεσης όλων των βενετικών και γενουάτικων πλοίων κατά του στόλου του Μωάμεθ. Θέλαμε, επίσης, να εξακριβώσουμε και τη στάση των Γενουατών στις κρίσιμες εκείνες ώρες[5]. Ο Ζαχαρίας έφερε αντιρρήσεις. Και, όταν του έθεσα ανοιχτά την ερώτηση: ‘’έχουμε πόλεμο ή ειρήνη εμείς οι Βενετοί κι εσείς οι Γενουάτες με το Μωάμεθ’’; δε μου απάντησε καθαρά αλλά μου είπε, ότι θα ήταν προτιμότερο να περιμένω λίγο, ώσπου να στείλει ανθρώπους του στο Μωάμεθ, για να δει τις προθέσεις του για το Γαλατά και για όσους απ’ τους πολεμιστές και το λαό της Κωνσταντινούπολης θα κατέφευγαν εκεί.

-Είχε άλλα σχέδια στο νου του ο πονηρός Γενουάτης, είπε με θυμό ο Μάρμπαρο.

Τις προθέσεις του Μωάμεθ τις γνώριζε καλά και δεν χρειαζόταν να στείλει καινούριους απεσταλμένους του στο βάρβαρο σουλτάνο. Είχε συζητήσει πολλές φορές νωρίτερα μαζί του κι είχε δηλώσει πλήρη υποταγή στα σχέδια και στις προθέσεις των Οθωμανών. Ήταν πλέον δηλωμένος και στενός σύμμαχός τους και αμείλικτος εχθρός της Κωνσταντινούπολης. Ήταν ο καταδότης κι ο Ιούδας των υπερασπιστών της και του λαού της, πρόσθεσε με πικρία κι αποστροφή ο Βενετός γιατρός.

-Από άλλους μάθαμε, ευτυχώς γρήγορα, συνέχισε ο καπετάν Φουριάνι, ότι, αντί να στείλει πρεσβευτές του στο Μωάμεθ, διέταξε να κλειστούν όλες οι πύλες των τειχών του Γαλατά και να μην επιτραπεί η είσοδος ή η έξοδος σε κανέναν.

-Ήθελε να μας κρατήσει εκεί και να μας παραδώσει ζωντανούς στο Μωάμεθ, είπε με αγανάκτηση ο καπετάν Διέδος. Ήθελε και πάλι να εκμεταλλευτεί τη δυστυχία μας και να παραδώσει χριστιανούς και ομοεθνείς του στους αλλόθρησκους κι αλλόφυλους φίλους του, για να αποδείξει την πίστη του και την αφοσίωσή του στο σουλτάνο. Ήθελε να παραδώσει τα πλοία μας, μ’ ό,τι εφόδια ή εμπορεύματα υπήρχαν μέσα σ’ αυτά, στους Τούρκους . . .

-Πήραμε, όμως, αμέσως είδηση των καταχθόνιων σχεδίων του, συνέχισε ο Μπάρμπαρο και με καλά λόγια καταφέραμε να τον πείσουμε, να μας αφήσει να βγούμε για λίγο στην πόλη. Αυτός, για να μη μας δώσει καμιά αφορμή να υποψιαστούμε κάτι απ’ όσα σχεδίαζε και, επειδή είχε ήδη διατάξει το κλείσιμο των πυλών και ως εκ τούτου θεωρούσε τη φυγή μας αδύνατη, μας επέτρεψε να βγούμε στην πόλη.

Νωρίτερα, στις συζητήσεις μας κατηγόρησε το συμπατριώτη του Ιωάννη Ιουστινιάνη και μας είπε ότι στενοχωρέθηκε πραγματικά για τη στάση του ύστερ’ απ’ τον τραυματισμό του. Δεν έπρεπε να εγκαταλείψει τη θέση του και τους στρατιώτες του σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή, είπε. Έπρεπε και τραυματισμένος ακόμη να μείνει στο πόστο του κοντά στους στρατιώτες του. Έφυγε αυτός και έφυγαν σε λίγο και οι άνθρωποί του. Η θέση αδυνάτισε κι οι Τούρκοι βρήκαν ευκαιρία και κατάφεραν να μπουν στην πόλη. Ίσως να έγινε αυτός αιτία της καταστροφής[6].

Ίσως, βέβαια, να έλεγε μια αλήθεια. Ίσως προσπαθούσε με τα λόγια του αυτά, ρίχνοντας όλο το βάρος του χαλασμού σ’ άλλους, να δικαιολογήσει τουλάχιστο στη δυνείδησή του τα σχέδια που είχε στο μυαλό του για μας. Να φέρει δηλαδή τις μελλοντικές του ενέργειες σαν εντελώς δευτερεύουσας σημασίας και σαν αναγκαστικό και λίγο-πολύ δικαιολογημένο επακόλουθο της επελθούσης απ’ την απερισκεψία άλλων καταστροφής.

Πάντως, εμείς, μόλις βρεθήκαμε έξω απ’ το κτίριο, αμέσως τρέξαμε στα πλοία μας. Λόγω της σύγχυσης που επικρατούσε στα γενουάτικα τείχη του Γαλατά και λόγω του φόβου που κατείχε τους κατοίκους του Πέραν απ’ τις σφαγές και το χαλασμό της Κωνσταντινούπολης, δεν δυσκολευτήκαμε να περάσουμε τις πύλες. Στο πλοίο μας οι ναύτες, όσοι βρέθηκαν σ’ αυτό, ήταν επί ποδός κι έτοιμοι για αναχώρηση. Χωρίς να χάσουμε στιγμή, σηκώσαμε άγκυρα.

-Έτσι, ο μεν Άγγελος Ζαχαρίας έμεινε μόνο με τις κακές του σκέψεις και τις ανήκουστες προθέσεις του, εγώ δε βρήκα τη σωτηρία μου, είπε με κάποια αστειότητα ο Τετάλδης, παίρνοντας βιαστικά το λόγο. Αν δε με περιμαζεύατε απ’ τη θάλασσα, ίσως να είχα πνιγεί ή και να έπεφτα σύντομα στα χέρια των Τούρκων. Σας ευχαριστώ όλους. Αν ποτέ γυρίσω στην Ιταλία, θα πω και θα γράψω όλη την αλήθεια για το μεγάλο και άνισο αγώνα, για την τρομερή σφαγή, για την απάνθρωπη στάση των Γενουατών και των άλλων χριστιανών . . . Ο αυτοκράτορας, ο στρατός του, οι πραγματικοί του φίλοι κι όλος ο απλός λαός της πόλης του Κωνσταντίνου πολέμησαν. Πολέμησαν αδίσταχτα και ηρωικά αλλά νικήθηκαν. Ο χριστιανισμός της Δύσης και της άλλης Ευρώπης αγνόησε το καθήκον του και την υποχρέωσή του προς τους ομοθρήσκους του. Η αδιαφορία τους αυτή κι ο ασυγχώρητος καιροσκοπισμός τους παρέδωσαν την άγια πόλη στη σφαγή και στον όλεθρο. Έγιναν οι αίτιοι της καταστροφής της.

Σταμάτησε για λίγο τα καυτά αλλά γεμάτα αλήθεια λόγια του ο Τετάλδης, κοίταξε όλους γύρω του και πρόσθεσε προφητικά.

-Γρήγορα, όμως, θα καταλάβουν οι καθολικοί της Δύσης τι είχαν, θα δουν τι έχασαν και θα βεβαιωθούν κι οι ίδιοι για το τι τους περιμένει.

Σιωπή σκόρπισαν τα τελευταία αυτά λόγια του Τετάλδη. Ήταν ωμά, βαριά αλλά δίκαια. Όλοι έμειναν αμίλητοι για αρκετή ώρα, σα να προσπαθούσαν να φέρουν μπροστά τους το παρελθόν, να δουν την δραματικότητα του παρόντος και να αναλογιστούν τα ενδεχόμενα του μέλλοντος. Κανείς δεν έλεγε λέξη, γιατί κανείς δεν είχε κανένα λόγο για να φέρει αντίρρηση στα λεγόμενα του Τετάλδη. Όλοι με τη σιωπή τους δήλωναν καθαρά ότι συμφωνούσαν απόλυτα μαζί του.

Για μια στιγμή ο γιατρός Μπάρμπαρο είπε με κατήφεια.

-Αλίμονο στο δύστυχο λαό και στην άμοιρη Πόλη.

-Τέτοιες σφαγές και τέτοια καταστροφή ίσως δεν γνώρισε ούτε η Ιερουσαλήμ, είπε ο καπετάν Φουριάνι. Και πρόσθεσε με κάποια διστακτικότητα. Ο σημερινός χαλασμός ίσως να είναι τρομερότερος κι απ’ το χαλασμό των σταυροφόρων του 1204.

-Σύντομα θα μάθουμε τις καταστροφές και τη θηριωδία των Τούρκων σε αριθμούς, πρόσθεσε κάπως βιαστικά ο καπετάν Διέδος. Κι αμέσως συνέχισε. Πρέπει να έγινε μεγάλη σφαγή στην περιοχή της εκκλησίας της αγίας Θεοδοσίας. Σήμερα, οι χριστιανοί της Πόλης γιόρταζαν τη μνήμη της κι η εκκλησία της αγίας ήταν καταστόλιστη από τριαντάφυλλα και πλημμυρισμένη από κόσμο.

Ο λαός από βραδίς συνέρεε σχεδόν απ’ όλα τα μέρη της πόλης στην εκκλησία αυτή, να προσκυνήσει την εικόνα της και να παρακαλέσει την αγία Θεοδοσία να βοηθήσει και να σώσει την Πόλη. Οι δρόμοι εκείνου του τμήματος, το οποίο ήταν κοντά στη δική μου περιοχή, ήταν γεμάτοι γέρους και γριές, μάνες με παιδιά, καλογριές και καλογήρους, που απ’ τα ξημερώματα κατέφθαναν ασταμάτητα απ’ τις γύρω γειτονιές και κατέκλυζαν το χώρο της εκκλησίας.

Όταν ακόμη ήμουν επάνω στα τείχη της πύλης του Φαναρίου, άκουσα απ’ την κατεύθυνση της εκκλησίας γοερές κραυγές και κλάματα. Φαίνεται πως η καταιγίδα θα είχε φθάσει εκεί. Σε λίγο, όμως, η λαίλαπα ήρθε και σε μας και οι οιμωγές και οι οδυρμοί έρχονταν απ’ όλες τις κατευθύνσεις της πόλης. Η Κωνσταντινούπολη είχε μεταβληθεί σ’ ένα τεράστιο σφαγείο . . .

Ο καπετάν Διέδος διέκοψε τα λόγια του. Ένας ασυγκράτητος λυγμός έκλεισε το λαιμό του και τον ανάγκασε να σταματήσει. Τα μάτια του είχαν βουρκώσει και το πρόσωπό του ταραγμένο αυλακώνονταν απ’ τον πόνο και τη θλίψη που πλημμύριζε την καρδιά του. Με δυσκολία επιβλήθηκε στον εαυτό του κι ασυναίσθητα άφησε το βλέμμα του ελεύθερο να πλανηθεί στην ανοιχτή θάλασσα.

Τα πλοία με την ξεριζωμένη προσφυγιά αρμένιζαν στη σειρά προς τα Δαρδανέλια, σε μικρή απόσταση το ένα πίσω απ’ το άλλο.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980



[1]  Nicol D. M. ‘’The Last Centuries . . .’’              Σελίδα     412.
[2]  Σουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’           Σελίδα       357.
[3]  Σουμβερζε Γ.  ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’          Σελίδα       358.
[4]  Σουμβέρζε Γ.  ‘Κων/νος Παλαιολόγος’’          Σελίδα       387.
[5]  Σλουμβέρζε Γ.  ‘’Κων/νος Παλαιολόγος       Σελίδες       381-2.
[6]  Σουμβέρζε Γ.  ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’       Σελίδα          346.

Author: Μνήμες