Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 3

Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος - Γεννήθηκε το 1404 στην Κωνσταντινούπολη από τον Μανουήλ Παλαιολόγο και την Ειρήνη Δράγαζη

ΠΡΟΞΕΝΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ

Στις 28 Μαΐου 1451, ένα καράβι έφτασε στην Κωνσταντινούπολη απ’ την Τραπεζούντα. Δυο-τρεις άνθρωποι βγήκαν βιαστικά στη στεριά, μόλις το καράβι πλεύρισε κι έριξε την άγκυρά του στο λιμάνι. Κάλεσαν τον πρώτο αμαξά και του έδωσαν εντολή να τους πάει στα ανάκτορα των Βλαχερνών.

Ο αυτοκράτορας τη μέρα εκείνη ήταν στο κυνήγι. Κυνηγούσε αγριογούρουνα έξω απ’ την Κωνσταντινούπολη μαζί με μια μεγάλη ομάδα αρχόντων.

Ένας καβαλάρης έφυγε βιαστικός απ’ τα ανάκτορα και με καλπασμό έφτασε στον τόπο του κυνηγιού.

-Μεγαλειότατε, είπε ο αγγελιοφόρος. Στο παλάτι ήρθαν απεσταλμένοι απ’ τον άρχοντα Φραντζή.

Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του ο αγγελιοφόρος, ο Κωνσταντίνος σπιρούνισε το άλογό του και έφυγε καλπάζοντας για το παλάτι.

Σε λίγο, οι απεσταλμένοι απ’ την Τραπεζούντα παρουσιάστηκαν στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και του παρέδωσαν τις επιστολές του Φραντζή. Του εξήγησαν τα πάντα, όπως τους είχε πει ο αρχηγός τους πριν ξεκινήσουν  απ’ την Τραπεζούντα κι έφυγαν, αφήνοντας τον αυτοκράτορα να διαβάσει τις επιστολές του πιστού του φίλου ήσυχος. Άνοιξε πρώτα τη σφραγισμένη προσωπική του επιστολή ο Κωνσταντίνος κι άρχισε να διαβάζει. Ένα τμήμα της επιστολής το διάβασε και το ξαναδιάβασε αρκετές φορές. ‘’Με το θάνατο του τρομερού Μουράτ, έγραφε ο Φραντζής, η Μαρία η χήρα του γύρισε πίσω στους δικούς της στη Σερβία. Αυτό δείχνει, ότι η εμίρησσα ποτέ δεν ασπάστηκε τον Ισλαμισμό και ουδέποτε ξέχασε τη θρησκεία της, την πατρίδα και τους δικούς της. Τους δικούς της! Δικούς της δεν θεώρησε ποτέ τους συγγενείς και την αυλή του Μουράτ, αλλά τους Βράκοβιτς και τη χριστιανική αυλή της Σερβίας και σε συνέχεια τους Κομνηνούς και τους Παλαιολόγους, απ’ τους οποίους λίγο ή πολύ κρατάει το αίμα της. Γαληνότατε αυτοκράτορα. Γνωρίζω ότι η χήρα του Μουράτ έχει περάσει τα πενήντα. Εκτός αυτού, υπάρχουν και άλλοι λόγοι, οι οποίοι, το αναγνωρίζω, δεν συνηγορούν να γίνει το συνοικέσιο αυτό . . . Και ο Κωνσταντίνος διάβασε και ξαναδιάβασε τους λόγους αυτούς και σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν τις λογικές εξηγήσεις που έδινε ο Φραντζής. Είναι, όμως, πολλοί οι λόγοι που συνηγορούν και επιβάλλουν, να μη δοθεί μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες αυτές και φανερώνουν καθαρά ότι ο γάμος αυτός, εάν κατορθωθεί, θα είναι ο καλύτερος από κάθε άλλον. Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, η νύφη απ’ τη Σερβία θα είναι πολύ προτιμότερη από κάθε άλλη υποψήφια, ακόμα κι απ’ αυτή της Τραπεζούντας ή της Ιβηρίας. Ισχυρίζομαι και επιμένω σ’ αυτό το συνοικέσιο και συνιστώ, όπως με κάθε τρόπο πραγματοποιηθεί, γιατί, ύστερα από έναν τέτοιο γάμο, τα εξωτερικά πράγματα της αυτοκρατορίας μας θα πάρουν άλλη τροπή και θα αλλάξουν ριζικά και προς το καλύτερο. Ο ηγεμόνας της Σερβίας, ο υπολογίσιμος Γεώργιος Βράκοβιτς, αν συνδεθεί με τέτοια συγγένεια μαζί σου, θα γίνει ο πιστότερος και ο ισχυρότερος σύμμαχός σου. Ταυτόχρονα, η σύνδεση αυτή θα τονώσει αφάνταστα τους Ούγγρους και τους άλλους χριστιανικούς λαούς και θα τους φέρει πολύ κοντά σου. Το πλησίασμα αυτό των χριστιανικών λαών του Αίμου και η συσπείρωσή τους γύρω απ’ τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, θα κάνει τους Οθωμανούς να ξανασκεφτούν και να αναθεωρήσουν, πιθανώς ριζικά, τα σχέδιά τους και τη στάση τους απέναντί μας. Επιπλέον και ο νέος σουλτάνος των Οθωμανών, ο νεαρός Μωάμεθ, σεβόμενος τη χήρα του πατέρα του, θα συγκρατηθεί και δε θα βαδίσει όπως διατυμπανίζει και φοβερίζει κατά της Κωνσταντινούπολης. Είμαι σίγουρος πως, όταν καλοσκεφτείς τα πράγματα και αναλογιστείς, όπως πάντοτε κάνεις, τα μεγάλα συμφέροντα της βασιλεύουσας, θα συμφωνήσεις αναντίρρητα μαζί μου. Έχε δε υπόψη σου ότι, εκτός του ότι η Μαρία είναι ορθόδοξη και επομένως ευχαρίστως θα γίνει δεκτή στην Κωνσταντινούπολη, ένα μεγάλο μέρος των Σέρβων είναι καθολικοί ή συμπαθείς προς τον πάπα. Αυτό ίσως να αλλάξει τις διαθέσεις των καθολικών και της Δύσης προς την Ανατολή, όταν ο Βράκοβιτς και οι Σέρβοι ταχθούν ανοιχτά και επίσημα στο πλευρό σου. Άλλωστε και μόνη η συνένωση όλων των ορθοδόξων κάτω απ’ το σκήπτρο σου, θα νουθετήσει τον πάπα και θα τον κάνει οπωσδήποτε να ξανασκεφτεί . . .’’.

Το σημείο αυτό της επιστολής του Φραντζή το διάβασε πολλές φορές ο Κωνσταντίνος και αναγνώρισε, ότι πραγματικά είχε δίκιο ο πιστός του φίλος. Ειδοποίησε δε με τους αυλικούς του να κληθούν οι άρχοντες του αυτοκρατορικού συμβουλίου για σύσκεψη αύριο το πρωί.

Πολυκέντητες και χρυσοστόλιστες άμαξες έφταναν απ’ το πρωί στο μεγάλο περίβολο των ανακτόρων των Βλαχερνών. Υπηρέτες πηγαινοέρχονταν τακτοποιώντας τα άλογα και τις άμαξες και αξιωματούχοι του παλατιού οδηγούσαν στην αίθουσα του συνεδρίου τους πρίγκιπες και τους μεγάλους άρχοντες που κατέφθαναν, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση του αυτοκράτορα. Γρήγορα, τα βαριά και όμορφα σκαλισμένα καθίσματα της αίθουσας του συνεδρίου είχαν καταληφθεί απ’ τα μέλη του αυτοκρατορικού συμβουλίου κι απ’ τους άλλους προσκεκλημένους άρχοντες και στην αίθουσα αντηχούσε ο γνωστός θόρυβος της πολυκοσμίας, παρ’ ότι όλοι τους προσπαθούσαν να είναι λιγομίλητοι. Για μια στιγμή, η μεγάλη πόρτα άνοιξε διάπλατα και μπήκε στην αίθουσα ο αυτοκράτορας. Οι άρχοντες όλοι σηκώθηκαν και υποκλίθηκαν στον Κωνσταντίνο. Ο αυτοκράτορας προχώρησε, πήρε τη θέση του στην κεφαλή του μεγάλου τραπεζιού και με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού του έκανε νόημα στους συμβούλους του να καθίσουν. Αμέσως άρχισε να εξηγεί στους άρχοντες τους λόγους για τους οποίους τους κάλεσε εδώ. Μίλησε αρκετή ώρα και κάποτε είπε.

-Αυτά είναι τα νέα απ’ την Τραπεζούντα κι αυτές είναι οι γνώμες και οι εισηγήσεις του απεστελμένου μου Φραντζή. Τις βρίσκω σωστές και ενδεδειγμένες για τις παρούσες περιστάσεις και σκέπτομαι να τις εφαρμόσω. Σας κάλεσα εδώ για να ακούσω τις γνώμες σας.

-Γαληνότατε αυτοκράτορα, είπε πρώτος ο Μανουήλ Παλαιολόγος. Όπως είναι γνωστό σ’ όλους μας, η αποστολή του Φραντζή και γενικότερα το επιδιωκόμενο συνοικέσιο έχει διπλό σκοπό. Πρώτον, την εξεύρεση νύφης, της οποίας η καταγωγή, το ήθος και το κάλλος να διακρίνονται και να την καθιστούν άξια να γίνει η αυριανή μας αυτοκράτειρα. Και δεύτερον, την εξεύρεση συμμάχων. Δηλαδή και το βασίλειο απ’ το οποίο θα προέρχεται η νύφη να είναι ισχυρό και ο οίκος δυνατός και υπολογίσημος, ώστε η δύναμη που θα προκύψει απ’ την ένωση αυτή, να επηρεάσει αποτελεσματικά την παρούσα κατάσταση και στην Ευρώπη και στην Ασία. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, φαίνεται, ότι ο δεύτερος σκοπός του συνοικεσίου είναι και ο ισχυρότερος και σ’ αυτόν θα πρέπει να στρέψουμε περισσότερο την προσοχή μας και το ενδιαφέρον μας σήμερα. Συμφωνώ με τη γνώμη σας και με τις γνώμες του Φραντζή και υποστηρίζω κι εγώ, ότι πρώτη στον κατάλογο των υποψηφίων αυτοκρατείρων μας να τεθεί η Βράκοβιτς, η χήρα του αποθανόντος σουλτάνου Μουράτ.

Εδώ σταμάτησε ο Μανουήλ και το λόγο πήρε ο άρχοντας Ιωάννης ο Ευδαίμονας.

-Γαληνότατε αυτοκράτορα και ένδοξοι άρχοντες. Είναι αλήθεια, ότι η πρώην σουλτάνα Μαρία, μετά το θάνατο του άνδρα της Μουράτ, έφυγε στη Σερβία. Το γεγονός αυτό λέγει πάρα πολλά πράγματα. Υπογραμμίζει έντονα τις άριστες αρχές και τον ακέραιο χαρακτήρα της. Το ότι γύρισε στους χριστιανούς σαν πιστή χριστιανή γυναίκα είναι σπουδαίο πράγμα. Απαρνήθηκε τις τιμές και τις δόξες του σεραγιού, που της εξασφάλιζε η θέση της σα γυναίκα του τρομερού Μουράτ και, από φανταχτερή και ένδοξη σουλτάνα που ήταν, προτίμησε το περιθώριο και την ασημότητα. Δεν παρέμεινε πανίσχυρη στους μωαμεθανούς Τούρκους, αλλά με τη θέλησή της επέστρεψε αδύναμη στους χριστιανούς Σέρβους. Ίσως γνώριζε καλά τις βάρβαρες προθέσεις του τότε διαδόχου Μωάμεθ και πιθανόν και τούτο να ήταν ένας λόγος που την ανάγκασε να εγκαταλείψει το γρηγορότερο την Αδριανούπολη. Ίσως επίσης, να φοβήθηκε μην την παντρέψει ο νέος σουλτάνος με το ζόρι με κανένα σκλάβο του, όπως έκανε σε άλλες δυο γυναίκες του πατέρα του. Γιατί, ο εκδικητικός και αιμοβόρος Μωάμεθ, δεν άργησε να δείξει τα βάρβαρα και θηριώδη ένστικτα της ψυχής του. Άρχισε τις βαρβαρότητές του πρώτα-πρώτα απ’ τους ομοθρήσους του και απ’ αυτήν την ίδια την οικογένειά του. Όπως μας πληροφόρησαν άνθρωποι του μεγάλου βεζίρη, του ειρηνόφιλου Χαλλίλ πασά, το ίδιο βράδυ που έφτασε στην Αδριανούπολη απ’ τη Μαγνησία κι ανακηρύχθηκε σουλτάνος, μια απ’ τις γυναίκες του Μουράτ ήρθε να τον συλλυπηθεί για το θάνατο του πατέρα του. Αυτός έβαλε έναν ευνούχο του, ονομαζόμενο Αλή και δολοφόνησε το γιο της και αδελφό του Αχμέτ. Ο Αλής έπνιξε το μικρό Αχμέτ μέσα στο λουτρό. Έτσι, ξεκαθάρισε με το σόι του κι απαλλάχτηκε κι απ’ τον τελευταίο γιο του Μουράτ. Τη μητέρα του Αχμέτ την πάντρεψε με το ζόρι μ’ ένα δούλο του, ονομαζόμενο Ισαάκ.

-Ναι, συνέχισε κάποιος άλλος άρχοντας. Θέλησε να απαλλαγεί το γρηγορότερο απ’ οποιαδήποτε ενόχληση των γυναικών του πατέρα του, καθώς κι από κάθε πιθανό διεκδικητή του θρόνου. Γι’ αυτό χρησιμοποίησε τον Αλή και τη δολοφονία.

-Σήμερα, μόλις το πρωί, πρόσθεσε ένας άλλος, έφθασαν καινούριες πληροφορίες, ότι ο Αλής αυτός δολοφονήθηκε από δυο αγνώστους τη νύχτα κοντά στο σεράγι.

-Βέβαια, είπε ο προηγούμενος, έπρεπε να κλειστεί το στόμα του Αλή και μάλιστα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

-Εκείνο που θέλω να τονίσω, είπε ο προηγούμενος άρχοντας, είναι ότι, ενώ τις άλλες γυναίκες του πατέρα του τις φέρθηκε τόσο άσχημα, της Μαρίας της επέτρεψε να γυρίσει στους δικούς της και μάλιστα την έστειλε πίσω στη Σερβία με τιμές. Αυτό σημαίνει, ότι ή υπολογίζει οπωσδήποτε τη δύναμη του Βράκοβιτς και των Σέρβων και δεν θέλει να δημιουργήσει ζητήματα μαζί τους ή τιμά και σέβεται πραγματικά τη Μαρία περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Ανάμεσα λοιπόν στους άλλους λόγους που συνηγορούν υπέρ της Μαρίας είναι ένας κι αυτός και μάλιστα απ’ τους ισχυρούς, που βάζει την κόρη του Βράκοβιτς πρώτη στη σειρά ανάμεσα στις άλλες υποψήφιες νύφες. Και, αφού τώρα ο Μωάμεθ υπολογίζει το Βράκοβιτς και δεν θέλει να τα χαλάσει μαζί του, φαντασθείτε πόσο θα συνετισθεί όταν οι δυνάμεις Βράκοβιτς – Κωνσταντίνου συνενωθούν. Αλλά και η πρόταση από μέρους του ένδοξου αυτοκράτορά μας, να γίνει γυναίκα του και αυτοκράτειρα του Βυζαντίου η κόρη του Βράκοβιτς, θα συγκινήσει τη Μαρία και οπωσδήποτε θα την κάνει να δεχθεί.

-Επειδή όλοι μας αναγνωρίζουμε τα συμφέροντα και τα οφέλη που θα έχουμε από ένα τέτοιο συνοικέσιο, είπε κάπως με πιο επίσημο τόνο ο Μανουήλ, προτείνω να σταλούν αμέσως πρέσβεις στη Σερβία και να μεταβιβάσουν στη σερβική αυλή τις επιθυμίες του αυτοκράτορα και τις αποφάσεις του συμβουλίου μας. Στην αρχή, καλό θα είναι να βολιδοσκοπήσουν πρώτα τον άρχοντα Βράκοβιτς και μετά να μιλήσουν στη  Μαρία.

Ο Μανουήλ πρόφερε τα τελευταία αυτά λόγια, σα να κατέληγε σε οριστικό συμπέρασμα και σα να ήθελε να δώσει την εντύπωση, ότι δεν χρειάζεται να συνεχιστεί άλλο η σύσκεψη αυτή.

Πριν, όμως, προλάβουν να επιδράσουν οι προθέσεις αυτές του Μανουήλ στα άλλα μέλη του συμβουλίου και πριν καθίσει κάτω ο ομιλητής, σηκώθηκε κάπως βιαστικός ο μέγας δομέστιχος, υποκλίθηκε με σεβασμό στον αυτοκράτορα και είπε.

-Γαληνότατε αυτοκράτορα και αφέντη όλων μας. Μ’ όλο μου το σεβασμό προς τη μεγαλειότητά σας και με πραγματική επιθυμία, όπως βρεθεί η πιο σωστή και η πιο ενδεδειγμένη λύση στο θέμα αυτό, νομίζω ότι δεν πρέπει να πάρουμε βεβιασμένες αποφάσεις, βασιζόμενοι μόνο σε δεδόμενα που μας παρασύρουν προς μια επιθυμητή λύση. Έχω την εντύπωση, πως επιβάλλεται να ερευνήσουμε και τους λόγους που δεν συνάδουν προς τις δικές μας επιθυμίες. Και πρώτα-πρώτα, η Μαρία συνδέεται με συγγενικούς δεσμούς με την αυτοκρατορική οικογένεια και γι’ αυτό η εκκλησία δε θα ευλογήσει ένα γάμο μεταξύ συγγενών. Δεν το επιτρέπουν οι καθιερωμένοι κανόνες.

-Είμαι σίγουρος, είπε ο Ιωάννης ο Ευδαίμονας, ότι ο αρχιστράτηγος θα  έχει κι άλλους λόγους να μας αναφέρει, γι’ αυτό ας τους ερευνήσουμε όλους καλύτερα έναν-έναν.

Αμέσως σηκώθηκε όρθιος  και, απευθυνόμενος προς το μέγα δομέστιχο, συνέχισε.

-Οι κανόνες της εκκλησίας είναι νόμοι, οι οποίοι πρέπει πάντοτε να εφαρμόζονται για όλους τους πιστούς. Αλλά εδώ η εκκλησία δεν έχει να αντιμετωπίσει απλώς έναν πιστό. Έχει να κάνει με έναν αυτοκράτορα και μια μέλλουσα αυτοκράτειρα. Δε θα πρέπει να ξεχάσει πόσες δωρεές έχει κάνει η Μαρία στα μοναστήρια και τι προσέφερε ο αυτοκράτορας ως τώρα στις εκκλησίες. Άλλωστε, δεν είναι δύσκολο, στην ανάγκη να γίνουν και μερικές ακόμη εντυπωσιακές δωρεές προς την κατεύθυνση αυτή, οι οποίες οπωσδήποτε θα εξευμενίσουν τους κληρικούς. Τότε, οι αυστηροί κανόνες θα πάρουν εύκολα ανάλογη ευελιξία. Επιπλέον, αν αυτό θεωρείται δύσκολο στην περίπτωση της Μαρίας, το ίδιο και οξύτερο πρόβλημα θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε και στην περίπτωση της κόρης του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Ιωάννη Κομνηνού, γιατί αυτός είναι κοντινότερος συγγενής του αυτοκράτορά μας.

-Να ακούσουμε τον επόμενο λόγο, αν υπάρχει, φώναξε κάποιος άρχοντας που καθόταν στην άκρη του τραπεζιού.

-Εφόσον θέλετε να αντιπαρέλθετε το σπουδαίο αυτό λόγο με τόση ευκολία, προχωρώ στον επόμενο, είπε ο μέγας δομέστιχος, ενώ μια χαρακτηριστική δυσαρέσκεια ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του. Η Μαρία υπήρξε γυναίκα του μεγαλύτερου μέχρι τώρα εχθρού μας, γυναίκα του αλλόθρησκου και άπιστου Μουράτ και κόρη ενός ύπουλου και διπρόσωπου ηγεμόνα, ενός συνεργάτη και συμμάχου των Τούρκων. Δε θα αναφερθώ σε γεγονότα κι ούτε θα χρονοτριβήσω με λεπτομέρειες, γιατί όλοι σας γνωρίζετε τη στάση του Βράκοβιτς στο Κόσσοβο και αλλού. Το μόνο που λέγω στην περίπτωση αυτή για τον ύπουλο Σέρβο είναι, ότι μας έδωσε τόσες αφορμές και ξεκάθαρες αποδείξεις για τις διαθέσεις του απέναντί μας, ώστε εμείς σήμερα πρέπει να τον θεωρούμε περισσότερο Τούρκο και λιγότερο χριστιανό. Αλλά και αν ακόμη αντιπαρέλθουμε προς στιγμή το ανυπέρβλητο αυτό εμπόδιο, το οποίο ο ίδιος ο Βράκοβιτς όρθωσε μέγα και απροσπέλαστο ανάμεσα στη Σερβία και στην Κωνσταντινούπολη, είμαι βέβαιος και πάλι, ότι η εκκλησία δε θα συγκατατεθεί στην ένωση της γυναίκας ενός αλλόθρησκου και άσπονδου εχθρού της χριστιανοσύνης με τον ευσεβέστατο και ένθερμο πιστό του Χριστού αυτοκράτορά μας. Κανένας ποιμενάρχης και κανένα μέλος της Ιεράς Συνόδου δε θα θελήσει οπωσδήποτε να ανεχθεί και πιστεύω ότι με κανένα τρόπο δε θα επιτρέψει, να ανεβεί στον πάνσεπτο και ιερό θρόνο της αυτοκρατορίας του χριστιανισμού μια γυναίκα που πέρασε απ’ τα σουλτανικά χαρέμια.

-Γαληνότατε αυτοκράτορα, είπε ο Ιωάννης ο Ευδαίμονας, ο οποίος κατέρριψε και την προηγούμενη αντίρρηση. Αντιπαρέρχομαι κι εγώ τα υποτιθέμενα τόσο σοβαρά εμπόδια, που όρθωσε ο Βράκοβιτς ανάμεσα στις σχέσεις των δύο χωρών μας, μια και τα αντιπαρήλθε και ο γενναίος αρχιστράτηγος και προχωρώ στο ουσιοδέστερο σημείο της αντίρρησής του. Το γεγονός ότι η Μαρία υπήρξε γυναίκα του σουλτάνου, ούτε κατά διάνοια μπορεί να δώσει επιχείρημα στην εκκλησία να κάνει κάτι αντίθετο με τις αποφάσεις μας. Οι μεγάλοι ποιμενάρχες μας και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, πριν σκεφτούν να αντιδράσουν, αν έχουν σκοπό να αντιδράσουν, πιστεύω ότι θα ανατρέξουν μερικά χρόνια πίσω στην Ιστορία, για να υποστηρίξουν τις τυχόν αντίθετες απόψεις τους. Ας μην ξεχνάμε, όμως, μεγαλειότατε, ότι η γυναίκα του παππού σου, η Ευδοκία, ήταν γυναίκα Τούρκου προτού γίνει αυτοκράτειρα. Και μάλιστα γυναίκα ενός άσημου και άγνωστου μικροάρχοντα. Και το σπουδαιότερο, ότι είχε κάνει και παιδιά μαζί του. Ενώ η Μαρία υπήρξε γυναίκα του επιφανέστερου άρχοντα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτού του ίδιου του σουλτάνου. Επιπλέον, όπως φημολογείται και όπως και πολλές και αξιόπιστες πηγές το επιβεβαιώνουν, η Μαρία ουδέποτε κοιμήθηκε με το σουλτάνο. Επομένως, άρχοντά μου, αφού η εκκλησία ευλόγησε το γάμο της Ευδοκίας, θα αρνηθεί να ευλογήσει το γάμο της Μαρίας;

-Υπάρχει και άλλος λόγος, φώναξε άλλος άρχοντας.

-Εάν εννοείς σαν λόγο το ότι έχει περάσει η Μαρία τα πενήντα και, λόγω της ηλικίας της, πώς θα τεκνοποιήσει, αν τυχόν μείνει έγκυος, απαντώ ότι αυτό είναι ένα θέμα που πρέπει να αφεθεί στη φροντίδα του Θεού, φώναξε ο Μανουήλ και σηκώθηκε όρθιος. Αυτούς τους λόγους, όμως, τους εξηγεί καθαρά και λογικά στα γράμματα που έστειλε απ’ την Τραπεζούντα ο εκεί απεσταλμένος του αυτοκράτορα άρχοντας Φραντζής. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να χρονοτριβούμε εδώ άσκοπα και να αναμασάμε τα ίδια λόγια. Βέβαια, ορισμένοι άρχοντες ίσως να οδηγούνται και όπως φαίνεται οδηγούνται στις αντιθέσεις τους αυτές και να αποστρέφονται τη σερβική αυλή, επηρεασμένοι ακόμη απ’ τη θέση που πήρε ο πρίγκιπας Βράκοβιτς στο παρελθόν. Συμφωνώ απόλυτα, ότι η στάση του Βράκοβιτς σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν ήταν η ενδεδειγμένη και όχι μόνο δυσαρέστησε εμάς κι όλους γενικά τους χριστιανούς, αλλά έβλαψε ειδικότερα την Κωνσταντινούπολη. Δύσκολα, φυσικά, θα μπορέσει κανείς να ξεχάσει το ρόλο που έπαιξε στη μάχη της Βάρνας και πολύ δύσκολα θα του συγχωρήσει κανείς τις επιδεικτικά φιλικές του σχέσεις με το Μουράτ. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι στις πρόσφατες συνθήκες μεταξύ Μωάμεθ και Ουνυάδη έχει την ουρά του κι ο Βράκοβιτς. Είναι, όμως, λογικό και δικαιολογημένο να κρατήσουμε για πάντα εχθρική στάση με τους Σέρβους και, εφαρμόζοντας μια τακτική απομόνωσης, να τους σπρώξουμε εμείς οι ίδιοι πιο κοντά στους Τούρκους και μάλιστα σήμερα που η φιλία τους μας χρειάζεται τόσο πολύ και η συμμαχία τους μας είναι τελείως απαραίτητη; Μήπως και οι δικοί μας αυτοκράτορες κατά το παρελθόν δεν είχαν φιλικές σχέσεις και συμμαχίες με τους Τούρκους και μήπως δεν πολέμησαν παλιότερα για λογαριασμό των Τούρκων; Ας μην ανασκαλίζουμε λοιπόν παλιές πληγές και ας κοιτάξουμε να θεραπεύσουμε με τον καλύτερο τρόπο τους σημερινούς μας πόνους και τις τωρινές μας αδυναμίες.

Ο Μανουήλ Παλαιολόγος τόνισε ιδιαίτερα τις τελευταίες του φράσεις, θέλοντας να υπογραμμίσει τη σοβαρότητα των περιστάσεων και να υπενθυμίσει στους αντιφρονούντες άρχοντες, ότι επιβάλλεται να σκεφτούν ψυχραιμότερα στις κρίσιμες αυτές στιγμές, πριν εκφράσουν την τελευταία τους γνώμη.

Με τ’ αστραφτερά του μάτια κοίταξε επίμονα όλους τους παρευρισκόμενους και με έκδηλη την πεποίθηση που είχε στην πειστικότητα των λόγων του, ξανακάθισε ικανοποιημένος στο κάθισμά του.

Κάποιος σηκώθηκε βιαστικά και προσπάθησε κάτι να πει. Το ύφος του μάλιστα έδειχνε ότι δεν συμφωνούσε με τις προτάσεις του Φραντζή και τις αποφάσεις του αυτοκράτορα, ούτε και με τις υποδείξεις του Μανουήλ, αλλά τον πρόλαβε και τον διέκοψε η χήρα του πρωτοστάτορα Κατακουζηνού.

-Το πράγμα, είπε δυνατά η αρχόντισσα, δεν νομίζω ότι θέλει παραπάνω συζήτηση. Όπως το ανέπτυξε ο μεγάλος μας αυτοκράτορας και όπως το υποστήριξε ο ανεψιός μου Μανουήλ και οι άλλοι άρχοντες, φαίνεται καθαρά η αξία του και είναι από κάθε άποψη και ενδεδειγμένο και πραγματοποιήσιμο. Γι’ αυτό, ας μην χρονοτριβούμε άδικα. Ας αποσταλούν αμέσως πρέσβεις στο Βράκοβιτς και οδηγίες στο Φραντζή, να συνεχίσει με το ίδιο φαινομενικό ενδιαφέρον, όπως μέχρι τώρα, τις διαπραγματεύσεις του με τον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό για την κόρη του. Αλλά, μια και μας έκανε το δύστροπο ως τώρα ο Ιωάννης, ας του κάνουμε κι εμείς για λίγο το βαρύ. Με εύσχημο τρόπο, ας καθυστερήσουμε την υπόθεση, ώσπου να δούμε, τι απάντηση θα πάρουμε απ’ τη Σερβία. Μετά, προωθούμε τα πράγματα ανάλογα και εντείνουμε τις προσπάθειές μας στην Τραπεζούντα ή στην Ιβηρία.

Τα λόγια αυτά της χήρας του Κατακουζηνού χειροκροτήθηκαν απ’ το μεγαλύτερο μέρος των αρχόντων και, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων μελών, το συμβούλιο αποφάσισε να στείλει αμέσως πρέσβεις στη Σερβία. Επικεφαλής της αποστολής ορίσθηκαν οι θερμοί υποστηρικτές των απόψεων του αυτοκράτορα, ο ανεψιός της χήρας του Κατακουζηνού, Μανουήλ Παλαιολόγος και ο Ιωάννης ο Ευδαίμονας. Οι πρεσβευτές έφυγαν αμέσως για το Σμερδένεβο της Σερβίας και οι απεσταλμένοι του Φραντζή ξαναγύρισαν στην Τραπεζούντα, φέρνοντας μυστικές οδηγίες στον αρχηγό τους, σύμφωνα με το πνεύμα της πριγκίπισσας Κατακουζηνού.

Ο πρωτοστάτορας Μανουήλ Παλαιολόγος είχε συγγενικές σχέσεις με τους Κατακουζηνούς και η αυλή του Βράκοβιτς θα τον δεχόταν, όχι μόνο σαν απεσταλμένο του αυτοκράτορα, αλλά και σα συγγενή, γιατί γυναίκα του Βράκοβιτς ήταν η νεαρή Ειρήνη η Κατακουζηνή.

Ο Φραντζής στην Τραπεζούντα δεν δυσκολεύτηκε να επιβραδύνει τις συζητήσεις με τον αναποφάσιστο Ιωάννη Κομνηνό και, προφασιζόμενος ότι επιθυμία και εντολή του κυρίου του και αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Κωνσταντίνου είναι να επισκεφτεί και αναζωογονήσει τις σχέσεις του Βυζαντίου με το βασιλιά της Ιβηρίας Γεώργιο, ετοιμάστηκε ν’ αναχωρήσει με τους ανθρώπους του για τη χώρα αυτή του Καυκάσου.

Ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας ανακουφίστηκε με τις προθέσεις αυτές του Φραντζή, γιατί έτσι θα ξαλάφρωνε απ’ τις καθημερινές του πιέσεις. Επίσης, με την απουσία του, θα είχε πιο πολύ καιρό, ήσυχος πια, να σκεφτεί και να αποφασίσει για την τύχη της κόρης του.

Σε λίγες μέρες, μ’ ένα καλοτάξιδο καράβι, ο απεσταλμένος του Κωνσταντίνου έφυγε για τη μακρινή χώρα του Καυκάσου. Αντικρίζοντας τις ακτές της Ιβηρίας ο Φραντζής και φθάνοντας στα εδάφη της αρχαίας Κολχίδας, ένιωσε ένα παράξενο ρίγος και μια ακαθόριστη συγκίνηση. Θυμήθηκε το μυθικό Ιάσονα, που, κατά παραγγελία του βασιλιά Πελία, έφυγε απ’ την Ιωλκό της Θεσσαλίας με το θρυλικό πλοίο του την Αργώ και με τους γενναίους του αργοναύτες ριψοκινδύνεψε σε άγνωστες θάλασσες κι έφτασε μέχρις εδώ, στα μέρη αυτά που τώρα αντίκριζαν τα μάτια του, για να βρει και να πάρει πίσω στη χώρα του το περιζήτητο χρυσόμαλλο δέρας. Το μυθικό κι ατίμητο εκείνο σύμβολο, που άφησε το όνομα του Ιάσονα αθάνατο στους αιώνες! Και, χωρίς να το θέλει, αναρωτήθηκε κι αυτός μέσα του: Άραγε, επιφυλάσσει και σε μένα η μοίρα κάτι το ξεχωριστό, κάτι το σπάνιο; Είναι ίσως πιθανό, να πάω κι εγώ στο βασιλιά μου ένα κάποιο χρυσόμαλλο δέρας, όχι για να μείνει το δικό μου όνομα αξέχαστο στην Ιστορία, αλλά για να σωθεί και να μείνει η άγια Κωνσταντινούπολη ζωντανή κι αθάνατη για πάντα;

Μπαίνοντας στην Ιβηρία, ο Φραντζής έμεινε έκθαμβος απ’ το παράστημα, το σφρίγος και την έκδηλη μαχητικότητα των στρατιωτών του Γεωργίου. Αμέσως αναλογίστηκε πόσο χρήσιμος σύμμαχος θα ήταν ο λαός αυτός στον Κωνσταντίνο.

Απ’ τις συναντήσεις του με το βασιλιά της Ιβηρίας δεν εντυπωσιάστηκε καθόλου ο Φραντζής. Μάλλον απογοητεύτηκε, γιατί βρήκε το Γεώργιο πολύ φλύαρο και άνθρωπο με πρωτοφανείς κι αντίθετες για τους Βυζαντινούς ιδέες.

-Χαίρομαι ιδιαίτερα, είπε μια μέρα ο βασιλιάς Γεώργιος στο Φραντζή, που ο μέγας αυτοκράτορας της ξακουσμένης πόλης του Μεγάλου Κωνσταντίνου με τιμά με τη δική σου παρουσία εδώ και με κολακεύει πάρα πολύ η επιθυμία του να ζητήσει την κόρη μου σε γάμο . . .

Με τα λόγια αυτά του βασιλιά στενοχωρέθηκε κάπως προς στιγμή ο Φραντζής, γιατί, μαθημένος απ’ τις συνεχείς ψευτοϋπεκφυγές και τις μικροαντιρρήσεις του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας, παραξενεύτηκε με μια τόσο εύκολη και χωρίς προλόγους αποδοχή των προτάσεων του Κωνσταντίνου. Επιπλέον, με κανένα λόγο δε θα ήθελε μια τόσο γρήγορη λύση κι ένα τόσο σύντομο κλείσιμο του συνοικεσίου με την κόρη του Γεωργίου, πριν τουλάχιστον μάθει πώς εξελίσσονται τα πράγματα στη Σερβία.

-Αλλά, για πες μου, συνέχισε ο βασιλιάς, τι σκέφτεται να προσφέρει ο αυτοκράτορας για το χέρι της κόρης μου;

Ο Φραντζής ξαφνιάστηκε με την παράξενη αυτή ερώτηση του βασιλιά. Σύντομα, όμως, συνήλθε απ’ την αρχική έκπληξη και γρήγορα διέκρινε πόσο εύκολα μπορούσε να βγει απ’ τη δύσκολη θέση που τον είχε φέρει ο Γεώργιος με την τόσο σύντομη εκ μέρους του παραδοχή του προτεινόμενου συνοικεσίου. Η ερώτηση αυτή του βασιλιά σήκωνε μεγάλη συζήτηση και οι διαπραγματεύσεις πάνω στο ερώτημα αυτό θα του εξασφάλιζαν το χρόνο που ζητούσε.

-Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, είπε ο Φραντζής, δε θα προσφέρει τίποτα πριν ακούσει τις απαιτήσεις της νύφης.

-Στο σημείο αυτό, η νύφη προσωπικά δεν εκφέρει καμιά γνώμη και ούτε παίρνει κανένα απολύτως μέρος στις συζητήσεις των συμφωνιών, είπε ο βασιλιάς. Ο πατέρας της είναι εκείνος που θα καθορίσει και θα αξιώσει το είδος και το μέγεθος της προσφοράς απ’ τον υποψήφιο γαμπρό. Δεν γνωρίζω, συνέχισε, τι έθιμα έχετε εσείς στην Κωνσταντινούπολη και τι συστήματα επικρατούν στον τόπο σας. Εδώ στην Ιβηρία, τα έθιμά μας είναι καθαρά και συγκεκριμένα και επικρατούν και εφαρμόζονται απ’ όλους μας από αρχαιοτάτων χρόνων. Δεν πρέπει αλλά και ούτε προτίθεμαι για κανένα λόγο, να τα παραβλέψω και να μην τα τηρήσω κι εγώ. Κατά τα έθιμά μας λοιπόν αυτά, ο γαμπρός υποχρεούται να προσφέρει προίκα στον πατέρα της νύφης και επιπλέον να ντύνει και να συντηρεί τη γυναίκα του, ανάλογα με τα εισοδήματά του και την κοινωνική του θέση. Εγώ δηλώνω καθαρά ότι, όχι μόνο δεν προτίθεμαι να δώσω τίποτα στην κόρη μου αλλά ούτε και είμαι διατεθημένος να δεχθώ μια προσφορά κατώτερη της θέσης μου και μικρότερη απ’ το υψηλό αξίωμα του γαμπρού.

Ο Φραντζής, αφού εξήγησε ότι τα έθιμα της Κωνσταντινούπολης στην περίπτωση αυτή είναι τελείως διαφορετικά κι αφού δήλωσε ότι δεν έχει καμιά πρόθεση να ζητήσει την παραβίαση των αρχαίων εθίμων της Ιβηρίας, ζήτησε χρόνο για να εξηγήσει την περίπτωση στον αυτοκράτορα και να ζητήσει συγκεκριμένη εκ μέρους του προσφορά.

Ο βασιλιάς δέχτηκε την πρόταση του Φραντζή και οι επίσημες συζητήσεις γύρω απ’ το συνοικέσιο διακόπηκαν, ώσπου να πάνε και νά ‘ρθουν απεσταλμένοι στην Κωνσταντινούπολη και να φέρουν νέες οδηγίες. Το μόνο συγκεκριμένο που έβγαινε απ’ την όλη συμπεριφορά του βασιλιά της Ιβηρίας ήταν, ότι δεχόταν οπωσδήποτε να γίνει η κόρη του γυναίκα του Κωνσταντίνου.

Το θέμα της προίκας και το ποσόν που έπρεπε να δώσει ο αυτοκράτορας στο βασιλιά είναι δευτερεύον και στην ανάγκη κανονίζεται όπως-όπως σκέφτηκε ο Φραντζής.

Ο καιρός, όμως, περνούσε και στην Ιβηρία δεν έφταναν νεότερα απ’ την Κωνσταντινούπολη. Δεν περίμενε, βέβαια, με τόση αγωνία να μάθει ο Φραντζής πόσα προσφέρει ο Κωνσταντίνος στο Γεώργιο, όσο ανυπομονούσε να μάθει, τι απάντηση πήρε ο αυτοκράτορας απ’ τη Σερβία. Κρατώντας κρυφή την αγωνία του αυτή, συνέχισε να συναντά σχεδόν καθημερινά το βασιλιά και, με τις συχνές τους επαφές και τις πολλές τους συναντήσεις, κατάφερε να του αλλάξει τις πατροπαράδοτες πεποιθήσεις του και τις επίμονες αξιώσεις του. Έτσι, μια μέρα ο βασιλιάς, τελείως απροσδόκητα, είπε στο Φραντζή.

-Την ώρα που θα φεύγει η κόρη μου για την Κωνσταντινούπολη, θα της δώσω πενηνταέξι χιλιάδες χρυσά νομίσματα και επιπλέον θα της στέλνω κάθε χρόνο άλλες τρεις χιλιάδες, για να τα ψοδεύει όπως θέλει αυτή, σε ελεημοσύνες ή όπου αλλού νομίζει η ίδια. Εκτός απ’ αυτά, θα της δώσω σκεύη χρυσά και αργυρά και περιδέρια και κοσμήματα με πολύτιμες πέτρες και διαμάντια και πολυτελή ενδύματα και ακριβά υφάσματα πολλά και ποικίλα και ό,τι άλλο ταιριάζει στην ξακουστή κόρη του βασιλιά της Ιβηρίας. Ετοιμάσου, αν θέλεις, να πας με αντιπρόσωπό μου στην Κωνσταντινούπολη, για να αναγγείλεις την απόφασή μου αυτή στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Διέταξα να ετοιμαστεί για το σκοπό αυτό και πλοίο με έμπειρο και δοκιμασμένο καπετάνιο.

Τις μέρες που ετοιμαζόταν να φύγει ο Φραντζής απ’ την Ιβηρία, πήρε γράμμα απ’ τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Το γράμμα αυτό τον στενοχώρησε πάρα πολύ και τον έκανε να επισπεύσει την αναχώρησή του.

Ο αυτοκράτορας έγραφε στο γράμμα του: ‘’Με ρωτάς αν σε περιμένω. Σε περιμένω και μάλιστα με μεγάλη ανυπομονησία. Δεν υπάρχει εδώ ούτε ένας, με τον οποίο να μπορώ να συσκεφτώ και να συζητήσω. Ο καθένας κοιτάζει αποκλειστικά και μόνο τα προσωπικά του συμφέροντα. Από τότε που έφυγες μακριά, η μητέρα μου πέθανε και λίγο αργότερα πέθανε και ο Κατακουζηνός, ο οποίος μπορούσε να έχει αμερόληπτη γνώμη. Ο Λουκάς Νοταράς ισχυρίζεται ότι, μόνον αυτός γνωρίζει τι πρέπει να γίνει και τίποτα δεν είναι καλό και λογικό, εκτός απ’ τις δικές του γνώμες. Ο μέγας δομέστιχος είναι θυμωμένος με τους Σέρβους. Με ποιον, λοιπόν, μπορώ να σκεφτώ; Με τους καλόγηρους; Ή μήπως με ανθρώπους οι οποίοι είναι αμαθείς και ανίδεοι όπως αυτοί; Με τους άρχοντες; Ο καθένας απ’ αυτούς ανήκει και σε ξεχωριστό κόμμα και θα παραδώσει εκεί που δεν πρέπει το μυστικό που τυχόν θα του εμπιστευθώ . . . Η παρουσία σου εδώ μου είναι απαραίτητη[1].

Σε δυο-τρεις μέρες, ο βασιλιάς της Ιβηρίας μ’ όλη του την ακολουθία συνόδευε τον απεσταλμένο του αυτοκράτορα μέχρι το λιμάνι και την ώρα που έμπαινε στο στολισμένο πλοίο του άξιου θαλασσινού Αντώνη Ρίτσου, τού ‘σφιξε το χέρι και του είπε.

-Όταν την άνοιξη θα ξαναγυρίσεις να πάρεις την κόρη μου και να την πας νύφη στον αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, ανάμεσα στα άλλα δώρα μου, που θα έχω ετοιμάσει για σένα, θα είναι και τέσσαρα φορτώματα εξαιρετικής μετάξης, που το καθένα αξίζει πάνω από πεντακόσια χρυσά νομίσματα.

Ο Φραντζής εντυπωσιάστηκε με το πλούσιο και μεγαλοπρεπές αυτό φιλοδώρημα κι ευχαρίστησε τον καλοκάγαθο βασιλιά της μακρινής Ιβηρίας. Κι ενώ ο καπετάνιος Ρίτσος άνοιγε τα πανιά κι έδινε διαταγές στο πλήρωμα, ο Φραντζής με τον πρεσβευτή της Ιβηρίας και την ακολουθία τους, όρθιοι στο κατάστρωμα, χαιρετούσαν το βασιλιά και τους αυλικούς του, που συγκινημένοι κατευόδωναν το πλοίο, ενώ αυτό σιγά-σιγά άφηνε πίσω του τη στεριά της μακρινής χώρας του Καυκάσου.

Το Σεπτέμβριο του 1451, ο καπετάν Ρίτσος έριξε άγκυρα στα ήσυχα νερά του λιμανιού της Κωνσταντινούπολης. Ο Κωνσταντίνος, ύστερ’ από εικοσιπέντε περίπου μήνες, ξαναείδε τον αγαπητό του φίλο και με χαρά τον δέχτηκε στα ανάκτορα των Βλαχερνών. Απ’ τον αυτοκράτορα έμαθε ο Φραντζής ότι, παρά την επιμονή του Μανουήλ Παλαιολόγου και των άλλων απεσταλμένων στη Σερβία, παρά τον ενθουσιασμό και τις προσπάθειες του ίδιου του ηγεμόνα Βράκοβιτς, δεν κατορθώθηκε να αλλάξει γνώμη η Μαρία και να δεχθεί να γίνει αυτοκράτειρα του Βυζαντίου. Πολλοί είπαν, ότι η Μαρία δεν δέχτηκε να παντρευτεί τον Κωνσταντίνο, γιατί ήθελε να προωθήσει το γάμο του με τη νεαρή εξαδέλφη της Ειρήνη Νοταρά[2]. Πάντως, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, επέμεινε στην αρχική της αρνητική απόφαση και δεν θέλησε να ξαναφύγει μακριά απ’ τους δικούς της. Ορκίστηκε δε να αποσυρθεί σε μοναστήρι της πατρίδας της και να γίνει καλογριά.

Ο Φραντζής, ακούγοντας τα λόγια αυτά του αυτοκράτορα, απόρησε με την όλη εξέλιξη του ζητήματος και την τελεσίδικη κι αμετάβλητη απόφαση της Μαρίας και, χωρίς να πει λέξη, αναλογίστηκε: Η χήρα του τρομερού σουλτάνου των Τούρκων, του πανίσχυρου ατιπροσώπου του Προφήτη του Ισλάμ επί της γης, αποφάσισε να ταφεί ζωντανή σε βυζαντινό μοναστήρι και να πεθάνει χριστιανή περιβεβλημένη το φτωχό ράσο της απλής καλογριάς! . . .

Δεν έμεινε πλέον παρά η κόρη του βασιλιά της Ιβηρίας.

Σε λίγες μέρες, ο Κωνσταντίνος δέχτηκε με μεγάλες τιμές σε πανηγυρική ακρόαση τον πρεσβευτή του βασιλιά Γεωργίου και ετοίμασε αυτοκρατορικό χρυσόβουλο με χρυσή σφραγίδα, στο οποίο δήλωνε καθαρά, ότι η βασιλοπούλα της Ιβηρίας ήτο πλέον γυναίκα του κι αυτός ο άνδρας της και το οποίο επίσημα πλέον επικύρωνε τους όρους του συνοικεσίου, όπως τους είχαν κανονίσει στην Ιβηρία ο πατέρας της νύφης με το Φραντζή. Το χρυσόβουλο αυτό υπέγραψε ο αυτοκράτορας ιδιοχείρως, μπροστά στον πρεσβευτή και στους άρχοντες του παλατιού και στο πάνω μέρος του χαρτιού χάραξε τρεις σταυρούς κατά το έθιμο των βασιλιάδων της Ιβηρίας και το παρέδωσε στον αντιπρόσωπο του βασιλιά. Μετά, αποχαιρέτησε τον πρεσβευτή και, δείχνοντας προς το Φραντζή, είπε.

-‘’Συν Θεώ, τω ερχόμενω έαρι ελεύσεται μετά τριήρεων παραλαβείν την εμήν σύνευνον την νεόνυμφον.’’

Αλλά ουδέποτε ήλθε το ‘’ερχόμενον έαρ’’.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ ΕΝΟΧΟΙ”, Έκδοση 1980,
Μελβούρνη, Αυστραλία



[1] Φραντζή Γ. ‘’Το Χρονικό της Άλωσης’’ Εκδ. Βόννης Σελίδα 222.Mijiatovic ‘’The Last Emperor Of The Greeks’’ 126.
[2]  Mijiatovic ‘’The Last Emperor . . .     ‘’ Σελίδα 98.

Author: Μνήμες