Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 30

ΠΑΛΙ ΣΤΗ ΧΙΟ

Τις πρώτες μέρες του Ιουνίου γενουάτικα και βενετικά μικρά και μεγάλα πλοία, με πρόσφυγες απ’ την Κωνσταντινούπολη, που είχαν κατορθώσει να ξεφύγουν το χαλασμό και την αιχμαλωσία, περνούσαν στο Αιγαίο και κατέφευγαν στα νησιά.

Τα τρομερά νέα της πτώσης της Πόλης και της σφαγής και της αιχμαλωσίας των κατοίκων της έφτασαν και στη Χίο και συντάραξαν το νησί, σκορπίζοντας τη λύπη και τον τρόμο στους κατοίκους.

Στο λιμάνι της Χίου είναι σήμερα αρκετές γαλέρες αραγμένες. Μεταξύ τους, οι γαλέρες του καπετάν Διέδου, του καπετάν Ντόρια, του καπετάν Μοροζίνη, του κυρ-Δολφίνου, του κυρ-Βενιέρι, του κυρ-Φιλαμάτη, του καπετάν Τρεβηζάνου και άλλων.

Ένα μικρό καΐκι μόλις μπήκε στο λιμάνι και προσπαθεί να ρίξει την άγκυρά του δίπλα στη γαλέρα του Γαβριήλ Τρεβηζάνου. Στο κατάστρωμα του καϊκιού πηγαινοέρχεται ένας παλαίμαχος ναυτικός με ηλιοκαμένο πρόσωπο και σχισμένα ρούχα. Ανυπομονεί και μ’ ενδιαφέρον κοιτάζει συνέχεια προς το μέρος της μεγάλης γαλέρας, σαν κάτι να ψάχνει με τα μάτια του. Η μεγάλη του αγωνία κι η αβάσταχτη στενοχώρια του φαίνονται καθαρά στις νευρικές και γρήγορες κινήσεις του. Η ψηλή και σκουρόχρωμη γαλέρα δίπλα του είναι άδεια σαν παρατημένη. Τα γυμνά καταστρώματα κι η ερημιά που επικρατεί σ’ αυτά την κάνουν να μοιάζει με τα εγκαταλειμμένα απ’ τους ναύτες τουρκικά πλοία που άφησε πίσω στην Κωνσταντινούπολη, όταν τα πληρώματά τους σύσσωμα έτρεξαν μετά την άλωση μέσα στην πόλη, για να πάρουν μέρος στην πλούσια λαφυραγωγία και στο χαλασμό που τους υποσχέθηκε ο σουλτάνος.

Κάποιος ναύτης πρόβαλε για μια στιγμή στο κατάστρωμα της γαλέρας κι αδιάφορος, σαν τελείως ξεχασμένος, ακούμπησε στην κουπαστή κοιτάζοντας ανέκφραστα στο άπειρο. Χαμηλά, στο κατάστρωμα του μικρού καϊκιού, ο ανυπόμονος ναυτικός συνέχιζε να πηγαινοέρχεται νευρικά χωρίς να δει το ναύτη, που, ακουμπισμένος στην κουπαστή της γαλέρας βρισκόταν σχεδόν από πάνω του. Για μια στιγμή κι ενώ βημάτιζε προς το κέντρο του καταστρώματος του καϊκιού του κοντά στο μεσαίο κατάρτι, σήκωσε τα μάτια του και είδε τον αδιάφορο ναύτη ψηλά στη γαλέρα. Σταμάτησε με μιας το βηματισμό του και, υψώνοντας το κεφάλι του προς το ναύτη, ρώτησε δυνατά.

Πού είναι ο καπετάν Γαβριήλ Τρεβηζάνος; θέλω να τον δω.

Στο άκουσμα των λόγων αυτών, ο ναύτης τινάχτηκε σαν τρομαγμένος. Κοίταξε γύρω του και σχεδόν αμέσως, σα να συνήλθε από κάποιο κακό όνειρο και να ξύπνησε ύστερ’ από έναν κακό εφιάλτη, είπε.

-Ποιος είσαι εσύ που ρωτάς για τον καπετάνιο μας;

-Είμαι ο καπετάν Μαυρίκιος Καττάνεος. Μόλις έφτασα εδώ απ’ την Κωνσταντινούπολη. Θέλω να δω και να μιλήσω στον καπετάνιο σου.

-Ο καπετάν Γαβριήλ Τρεβηζάνος σκοτώθηκε στην Πόλη. Δεν είναι άλλο μαζί μας, είπε ξερά ο ναυτικός και ξανακούμπησε αδιάφορος στην κουπαστή, αφήνοντας το ανέκφραστο βλέμμα του να πλανιέται θολό στα βάθη του ορίζοντα.

Ο καπετάν Μαυρίκιος έμεινε άναυδος και παγωμένος στη θέση του. Ακούμπησε στο κατάρτι που ήταν δίπλα του για να μην πέσει και προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του. Ένιωσε δυνατή ζάλη. Όλα γύρω του στριφογύριζαν κι ανεβοκατέβαιναν. Τα γόνατά του λύγιζαν και τα μάτια του είχαν θολώσει.

Μερικοί ναύτες του καϊκιού στο κατάστρωμα και στη στεριά, που προσπαθούσαν να δέσουν το μικρό σκάφος, άκουσαν τα λόγια του ναύτη ψηλά απ’ τη γαλέρα αλλά συνέχισαν τη δουλειά τους αδιάφοροι, χωρίς να νιώσουν την παραμικρή ταραχή. Η τραγική αυτή πληροφορία δεν τους προξενούσε καμιά αίσθηση. Μόνο κάποιος μουρμούρισε μέσα στα δόντια του, σα να μιλούσε στον εαυτό του.

-Τι σημασία έχει ένας χαμός παραπάνω ή ένας παρακάτω;

Και, με τελείως αλλιώτικη έκφραση του προσώπου του, συνέχισε το δέσιμο του χοντρού σχοινιού στο παλαμάρι της κουπαστής. Οι άνθρωποι εκείνοι είχαν δει τόσες σφαγές, τόσους σκοτωμούς και τέτοιο ανεκδιήγητο χαλασμό, που ο θάνατος ενός ακόμη ανθρώπου δεν τους έκανε καμιά ιδιαίτερη εντύπωση.

Ο καπετάν Μαυρίκιος Καττάνεος, κλονισμένος απ’ τα λόγια του ναύτη της γαλέρας και με την καρδιά χτυπημένη από ένα ακόμη φαρμακερό βέλος, συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις του, στάθηκε στα πόδια του και ξανάρχισε να βηματίζει αργά-αργά πάνω στο μικρό κατάστρωμα του καϊκιού. Βουβός κι αμίλητος έφτασε στην άκρη της κουπαστής που ήταν πλευρισμένη στο μόλο και βγήκε στη στεριά. Περπατούσε εδώ κι εκεί στο λιμάνι, στην προκυμαία, στους δρόμους της συνοικίας. Σκεφτικός και συντριμμένος, άλλοτε προσπαθούσε να συλάβει στο μυαλό του το μέγεθος της καταστροφής κι άλλοτε πάσχιζε να ελαφρύνει τις σκέψεις του και να διώξει απ’ το νου του το δράμα και την έκταση της ανείπωτης συμφοράς. Περπατώντας έτσι ζαλισμένος κι αμίλητος και τριγυρίζοντας σα χαμένος στους δρόμους της Χίου, δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε στην άκρη της πόλης και δεν ήξερε πόση ώρα είχε που συμβάδιζε μ’ έναν άγνωστο μεσήλικα στρατιώτη.

-Ήμουν και γω στην Πόλη, έλεγε ο άγνωστος στον καπετάνιο και τις τελευταίες μέρες πολέμησα στην Ωραία Πύλη, κοντά στην εβραϊκή συνοικία. Ήμουν με τα τμήματα του καπετάν Βλάχου. Στην αρχή της πολιορκίας ήμουν με το τμήμα του καρδινάλιου Ισίδωρου κοντά στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, λίγο πιο πέρα απ’ το παλάτι των Βλαχερνών στην άκρη του Κερατίου. Αντιμετωπίζαμε την ασιατική στρατιά του Ζαγανού πασά. Πριν από λίγες μέρες, όμως, με έστειλαν μαζί με λίγους ακόμη στρατιώτες στις φρουρές της Ωραίας Πύλης. Η θέση εκεί ήταν πολύ αδύνατη κι επικίνδυνη. Έπρεπε να ενισχυθεί . . .

Ο άγνωστος, ένας ψηλόκορμος κι αδύνατος στρατιώτης με φουντωτά μαλλά και καστανά μάτια, έμεινε για λίγο σιωπηλός και βάδιζε αμίλητος δίπλα στον άγνωστο γι’ αυτόν καπετάν Μαυρίκιο. Ύστερ’ από λίγο ξανασυνέχισε.

-Δεν είμαι Χιώτης . . . έχω, όμως, ξαναπεράσει απ’ το νησί . . .

Από χθες γυρίζω σα χαμένος εδώ κι εκεί, ώσπου να βρω τρόπο να φύγω μακριά απ’ τα μέρη αυτά . . . Έχω γνωστούς εδώ και δεν θέλω να με δούνε . . . Το όνομά μου είναι Ανδρόνικος . . . Δεν θέλω να με δει κανείς . . . Δεν θέλω να πλησιάσω στα σπίτια τους . . . Δεν θέλω να δω από κοντά τον πόνο και το δράμα που επικρατεί τώρα στις απαρηγόρητες οικογένειές τους . . . Δεν μπορώ να τους αντικρίσω . . . Δεν ξέρω τι να πω στους δύστυχους αυτούς ανθρώπους, που αγαπώ και μ’ αγαπούν . . . Είχαν κι αυτοί δικούς τους στην Πόλη . . . Ήταν φίλοι μου . . . Δεν ξέρω, αν χάθηκαν στην καταιγίδα ή γλίτωσαν . . . Το πώς γλίτωσα εγώ ήταν θαύμα. Ο ξερακιανός άγνωστος έλεγε κι όλο έλεγε. Ο καπετάν Καττάνιος, άλλοτε άκουγε τον άγνωστο συμβαδιστή του κι άλλοτε χανόταν στις δικές του σκέψεις.

Για μια στιγμή, σα να είχε συνέλθει από κάποιο λίθαργο, είπε.

-Κι ο δικός μου γλιτωμός ήταν ένα θαύμα. Δεν πίστευα να φθάσω ζωντανός ως εδώ, πρόσθεσε και ξαναβυθίστηκε στις σκέψεις του.

Ο στρατιώτης κατάλαβε ότι τα λόγια του κάνουν καλό στον άγνωστο συνοδοιπόρο του κι ότι σιγά-σιγά θα τον συνεφέρουν, γι’ αυτό και συνέχισε.

-Μόλις πήδησαν οι Τούρκοι ναύτες τα παραλιακά τείχη και ξεχύθηκαν στην πόλη, όρμησαν στη συνοικία των Εβραίων, σπάζοντας και λεηλατώντας τα πιο φανταχτερά σπίτια στην αρχή. Ήξεραν κι αυτοί φαίνεται πόσο χρήμα και πλούτο έχουν συγκεντρωμένο οι Εβραίοι, γι’ αυτό κι όλοι οι βάρβαροι της Ασίας διάλεξαν Εβραίους για λεηλασία και χριστιανούς για σφαγή. Όταν ξέσπασε η θύελλα, προσπάθησα κι εγώ να φύγω, όπως κι οι άλλοι που είχαμε απομείνει ζωντανοί στο φρούριο της Ωραίας Πύλης αλλά δεν το κατόρθωσα. Οι Τούρκοι μας είχαν κυκλώσει και μερικούς δικούς μας που ξεμύτισαν να φύγουν τους πρόλαβαν και τους έσφαξαν αμέσως. Βλέποντας τη θηριωδία των Αγαρηνών, σκεπάστηκα μέσα σε κάτι χαλάσματα κι έμεινα εκεί άφαντος για αρκετή ώρα. Αλλ’ όσο η ώρα περνούσε, τόσο το κακό χειροτέρευε. Όλο και περισσότεροι Τούρκοι πηδούσαν τα τείχη κι ο τόπος είχε πλημμυρίσει απ’ αυτούς. Ακριβώς απέναντί μου ήταν ένα μικρό εβραϊκό σπίτι. Οι νοικοκυραίοι του έλειπαν από καιρό στη Λέσβο. Αυτό το ήξερα από νωρίτερα, γιατί στο φρούριο αυτό υπηρετούσα αρκετές μέρες πριν την καταστροφή. Το σπίτι φαίνονταν έρημο και φτωχό. Οι Τούρκοι προτιμούσαν στην αρχή τα φανταχτερά σπίτια. Αυτό, με την άσχημη φάτσα του και το μικρό όγκο του, δεν γέμιζε το μάτι τους,

Όπως ήμουν κρυμμένος, είδα μια ομάδα γενιτσάρων να σπάζουν την πόρτα του και να ορμούν στα δωμάτιά του. Σχεδόν αμέσως, τους είδα να βγαίνουν έξω με λίγα χρωματιστά υφάσματα κι άλλα μικροπράγματα στα χέρια και να τρέχουν προς το βάθος του συνοικισμού. Για μια στιγμή, δεν περνούσαν Τούρκοι από πάνω μου. Έγινε κάποια ησυχία. Δεν πέρασαν, όμως, δυο-τρία λεπτά και άκουσα φωνές Τούρκων που σκαρφάλωναν απ’ έξω στα τείχη. Απ’ τις φωνές τους κατάλαβα σε ποιο σημείο του τείχους περίπου βρίσκονταν και πόσο τμήμα είχαν ακόμη ν’ ανεβούν. Σαν αστραπή πήρα την απόφαση να τρέξω στο απέναντι μικρό σπιτάκι του Εβραίου. Υπολόγισα ότι, ώσπου ν’ ανεβούν οι Τούρκοι το εξωτερικό τείχος, να περάσουν τα χαλάσματα και να φθάσουν σε σημείο απ’ όπου θα μπορούσαν να δουν το δρόμο και την πόρτα του εβραϊκού σπιτιού, εγώ θα έχω φθάσει εκεί και θα βρίσκομαι μέσα στο σπίτι.

Τίναξα με μιας τα ερείπια από πάνω μου και με γρήγορα πηδήματα σχεδόν αμέσως βρέθηκα μέσα στο σπίτι. Οι Τούρκοι ανέβηκαν το τείχος, πήδησαν στα χαλάσματα και, χωρίς να με πάρουν είδηση, πέρασαν μπροστά απ’ τη σπασμένη πόρτα του μικρού εβραϊκού σπιτιού, την οποία επίτηδες άφησα ανοιχτή και έφυγαν τρεχάτοι. Με πρώτη ευκαιρία, πέταξα από μέσα μπροστά στην πόρτα και έξω στην αυλή κάτι άχρηστα μικροπράγματα, βρόμικα σχισμένα ρούχα και μια-δυο σπασμένες καρέκλες, για να φαίνεται ότι το σπίτι πατήθηκε.

Το κόλπο έπιασε, γιατί ο κάθε καινούριος Τούρκος που ανέβαινε τα τείχη από κείνο το μέρος, βλέποντας το μικρό σπιτάκι με τη σπασμένη πόρτα πρώτο-πρώτο μπροστά στο δρόμο του, το άφηνε κι αμέσως έτρεχε πιο πέρα στη συνοικία, γιατί τό ‘χε σίγουρο, ότι εκείνοι που ανέβηκαν πριν απ’ αυτόν οπωσδήποτε θα το λεηλάτησαν κι επομένως αυτός δεν έπρεπε να χάνει τον καιρό του εδώ, αλλά να τρέξει γρήγορα βαθύτερα στην πόλη. Σ’ αυτό, βέβαια, βοήθησαν και τα άχρηστα μικροπράγματα που σκόρπισα επίτηδες στην αυλή.

Η έξυπνη ιδέα του άγνωστου στρατιώτη έκανε εντύπωση στον καπετάν Καττάνεο και, ενώ στην αρχή ήταν κλεισμένος στις δικές του σκέψεις και δεν πολυπρόσεχε στα λόγια του, σιγά-σιγά άρχισε να τον παρακολουθεί και να τον προσέχει μ’ ενδιαφέρον. Μάλιστα, για μια στιγμή γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος του και τον ρώτησε.

-Και μετά πώς ξεμύτισες απ’ το σπίτι εκείνο και πώς βρέθηκες εδώ;

Ο ψηλόκορμος στρατιώτης βεβαιώθηκε πια ότι τα λόγια του κάνουν καλό στον άγνωστο ναυτικό, γιατί τον είχαν πραγματικά συνεφέρει απ’ το βαθύ του λίθαργο και συνέχισε.

-Μέσ’ απ’ το σπίτι έβλεπα αργότερα Τούρκους που γύριζαν πίσω στα πλοία φορτωμένοι με κάθε είδους πραμάτεια. Έφερναν μαζί τους σκεύη εκκλησιών, ιερά άμφια κληρικών, έπιπλα σπιτιών και κάθε είδους ρούχα. Προτιμούσαν τα πολύχρωμα. Επίσης, κουβαλούσαν στα πλοία τους γυναίκες, αιχμαλώτους, σκλάβους, κατσαρόλες και πιάτα, τραπέζια, καθίσματα κι ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν φορτωμένοι και τόσο τυλιγμένοι με πολύχρωμα ρούχα, κουβέρτες ή άμφια ιερέων, που δεν μπορούσες να διακρίνεις τη φορεσιά τους και τη φάτσα τους. Η ώρα στο μεταξύ περνούσε κι εγώ δεν μπορούσα να μείνω εκεί για πολύ. Η πόλη είχε κυριευτεί κι οι εχθροί, αν και δε με είχαν πιάσει ακόμη, θα μ’ έπιαναν οπωσδήποτε αργότερα. Αν όχι σήμερα, αύριο. Έπρεπε, λοιπόν, με κάθε θυσία να φύγω στα πλοία ή να περάσω στο Γαλατά. Αν και δεν πίστευα ότι κι εκεί θα ήμουν σίγουρος. Βλέποντας τους Τούρκους να περνούν έτσι φορτωμένοι κι αγνώριστοι, μου κατέβηκε μια ιδέα στο μυαλό μου και πήδησα επάνω απ’ τη χαρά μου.

Έζωσα καλά στη μ,έση μου το σπαθί μου και τυλίχτηκα με πολύχρωμα ρούχα που βρήκα μέσα στο σπίτι του Εβραίου. Έκανα και διάφορα μπογαλάκια μ’ ό,τι πρόχειρο βρήκα, τα φόρτωσα στην πλάτη μου, πήρα και μια καρέκλα στην οποία έδεσα μικρόρουχα, πετσέτες κι άλλα φανταχτερά μικροπράγματα και βγήκα στην αυλή.

Μια ομάδα Τούρκων ερχόταν απ’ την πόλη. Όλοι τους ήταν φορτωμένοι με κάθε είδους λάφυρα. Φορτωμένος καθώς ήμουν κι εγώ κι αγνώριστος, τυλιγμένος στην πραμάτεια μου, μόλις είδα τους Τούρκους να πλησιάζουν, έκανα πως ξεκουράζομαι τάχα ακουμπώντας στην καρέκλα μου. Οι Τούρκοι με πλησίασαν. Ένας απ’ αυτούς φορούσε χρυσοστόλιστα άμφια αρχιερέα και τα χέρια του ήταν γεμάτα ακριβά μικροπράγματα. Έμοιαζαν με σκεύη εκκλησιών. Όταν πλησίασε κοντά και είδε τα δικά μου λάφυρα, με κοίταξε κοροϊδευτικά και μου είπε: ‘’Αυτά μπόρεσες να μαζέψεις; Με την καρέκλα και τις παλιοπετσέτες θα κάνεις περιουσία.’’

Προσποιήθηκα πως φορτώνομαι τα πράγματά μου κι έκανα πως δεν τον άκουσα. Έριξα την καρέκλα με τα πόδια προς τα επάνω στην πλάτη μου κι ακολούθησα σε μικρή απόσταση τους Τούρκους. Οι πύλες όλες τώρα των τειχών είχαν ανοίξει κι οι Οθωμανοί μπαινόβγαιναν ελεύθεροι. Πέρασα κι εγώ κάτω απ’ την Ωραία Πύλη, αυτήν που φύλαγα τόσον καιρό κλειστή και βγήκα στην παραλία.

Γύριζα αρκετή ώρα πάνω-κάτω φορτωμένος ανάμεσα στους εχθρούς, προσπαθώντας να δω κανένα δικό μας πλοίο. Κάποτε το μάτι μου πήρε ένα μικρό βενέτικο καΐκι. Το γνώρισα ότι ήταν δικό μας κι όχι τούρκικο, γιατί στο κατάστρωμά του είχε κάποια κίνηση. Ενώ τα τουρκικά ήταν παρατημένα και μόνο ναύτες Τούρκοι κάπου-κάπου ανέβαιναν φορτωμένοι λάφυρα. Τα άφηναν στα αμπάρια και ξανάφευγαν στην πόλη για ν’ αρπάξουν και να φέρουν κι άλλα.

Το δικό μας καΐκι ήταν αραγμένο κάπως ανοιχτά, πίσω από δυο τουρκικά πλοία, τα οποία ήταν δεμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Ο μόνος τρόπος να φθάσω στο καΐκι μας ήταν να περάσω πάνω απ’ τα δυο πλοία των εχθρών και μετά να κολυμπήσω. Η ώρα περνούσε και δεν ήθελα να τριγυρνώ άσκοπα στην παραλία φορτωμένος πράγματα. Είχαν αρχίσει κιόλας να παρουσιάζονται προστριβές και μικροκαυγάδες μεταξύ των Τούρκων, γιατί ο ένας άρπαζε τα πράγματα του άλλου και υπήρχε κίνδυνος να αναγνωριστώ.

Έκανα την απόφαση κι ανέβηκα στο πρώτο εχθρικό πλοίο. Δυο-τρεις ναύτες έτρεχαν βιαστικοί στο κατάστρωμα. Δε με πρόσεξαν. Διέσχισα το κατάστρωμα κι έφτασα στην άλλη άκρη. Ο κουπαστές των δυο καραβιών ήταν πολύ κοντά. Σχεδόν η μια ακουμπούσε την άλλη. Ανέβηκα πάνω σ’ ένα σωρό σχοινιά, σκαρφάλωσα στην κουπαστή και πήδησα στο άλλο καράβι.

Εκείνη τη στιγμή, δυο-τρεις Τούρκοι ναύτες έβγαιναν απ΄ το αμπάρι του δεύτερου καραβιού, στο οποίο μόλις είχα πηδήσει μέσα. Δεν τους έδωσα σημασία, αλλά βιαστικός διέσχισα το κατάστρωμα και πέρασα στην άλλη μεριά του καραβιού. Εκατό μέτρα μακριά βρισκόταν το βενετικό καΐκι. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ένας απ’ τους τρεις Τούρκους ναύτες με πλησίασε και θέλησε κάτι να πάρει απ’ τα πράγματά μου. Δεν τον άφησα και τραβήχτηκα παραπέρα. Άπλωσε το χέρι του ν’ αρπάξει ό,τι μπορέσει και μ’ έβρισε χυδαία. Φαινόταν μεγαλόσωμος και πολύ δυνατότερος από μένα. Αν του έδινα τα πράγματά μου, θα φαινόταν τα ρούχα μου και θα καταλάβαινε αμέσως ποιος είμαι. Αν πιανόμασταν στα χέρια, δε θα ξέμπλεκα εύκολα μαζί του και το χειρότερο θα έβλεπε οπωσδήποτε ποιος είμαι. Καθώς, λοιπόν, με πλησίαζε απειλητικά, σήκωσα την καρέκλα που κρατούσα στον ώμο μου με τις πολύχρωμες πετσέτες που είχα δεμένες στα πόδια της και του κατέβασα μια στο κεφάλι μ’ όση δύναμη είχα. Έπεσε κάτω αναίσθητος. Οι άλλοι δυο σύντροφοί του, μόλις είδαν το χτύπημα, όρμησαν απειλικά προς το μέρος μου. Εγώ, με την καρέκλα στο χέρι, έτρεξα κοντά στην κουπαστή. Την άφησα βιαστικά στο κατάστρωμα, πάτησα στο κάθισμά της και βρέθηκα πάνω στην κουπαστή. Ο ένας απ’ τους δυο Τούρκους ναύτες, καθώς έτρεχε εναντίον μου, βρήκε στο κατάστρωμα ένα χοντρό κομμάτι ξύλου από σπασμένο ακόντιο. Το άρπαξε και το πέταξε καταπάνω μου. Το χοντρό ξύλο με χτύπησε στην πλάτη, πάνω στα μπογαλάκια με τα παλιόρουχα που είχα πάρει απ’ τον Εβραίο. Δεν κατάλαβα κανένα πόνο. Το μόνο που ένιωσα ήταν ένα γερό σπρώξιμο. Η δύναμή του μ’ έριξε πάνω απ’ την κουπαστή, χωρίς καμιά δική μου προσπάθεια, στη θάλασσα. Παράτησα τα μπογαλάκια μου να επιπλέουν στο νερό και με μια δυνατή βουτιά έφυγα προς το μέρος του δικού μας καϊκιού.

Δυο βάρκες δεμένες στο τουρκικό πλοίο λικνίζονταν αμέριμνες πάνω στα κύματα λίγο πιο πέρα προς το μέρος του καϊκιού. Έκανα μια βουτιά και βγήκα μακριά πίσω απ’ αυτές. Σήκωσα για λίγο το κεφάλι μου και κοίταξα ανάμεσα απ’ τις βάρκες προς το τουρκικό πλοίο. Οι δυο Τούρκοι ναύτες κοίταζαν ζαλισμένοι τα πράγματά μου που έπλεαν στο νερό και φαίνονταν ταραγμένοι. Μιλούσαν δυνατά κι έκαναν με τα χέρια τους έντονες κινήσεις. Είχαν την εντύπωση πως το χτύπημά τους με σκότωσε ή πως πνίγηκα πέφτοντας στο νερό.

Με κάποια ανακούφιση, έκανα μια δεύτερη βουτιά και βρέθηκα στην άλλη πλευρά του καΐκιού. Πραγματικά, ήταν δικό μας κι έτοιμο να ξεκινήσει. Σκαρφάλωσα στο κατάστρωμα και γλύτωσα.

-Τίνος ήταν το καΐκι; ρώτησε ο καπετάν Καττάνεος, ύστερ’ από μικρή σιωπή.

-Δεν ξέρω, απάντησε ο συνομιλητής του. Κανείς απ’ όσους ταξιδεύαμε μ’ αυτό δεν ήξερε τίνος ήταν. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που ήταν μέσα ήταν απ’ τα χερσαία τείχη. Μόνο δυο-τρεις ήμασταν ναυτικοί. Ένας νομίζω ήταν απ’ την πύλη του Πέτρου, ένας η δυο απ’ την πύλη της Πλατείας ή του Περάματος κι εγώ απ’ την Ωραία πύλη. Οι άλλοι ήταν απ’ την πύλη του Ριγίου και την τρίτη στρατιωτική πύλη.

-Ήταν κανένας απ’ την πύλη της Σηλύμβριας; ρώτησε ο Βενετός καπετάνιος.

-Όχι, δεν νομίζω. Δεν άκουσα κανένα να πει πως πολεμούσε εκεί.

Έκαναν μερικά βήματα χωρίς να πουν λέξη. Κάποια στιγμή, ρώτησε ο ψηλόκορμος πολεμιστής τον καπετάνιο μ’ ενδιαφέρον.

-Εσύ πού πολεμούσες και πώς έφτασες εδώ;

Ο Βενετός πολεμιστής έκανε μερικά βήματα σιωπηλός και μετά είπε.

-Απ’ την αρχή της πολιορκίας ήμουνα με τον καπετάν Νικόλα Γουδέλη και τον καπετάν Βαπτιστή Γρίττη στο φρούριο της πύλης της Σηλύμβριας. Είχα κι εγώ το δικό μου τμήμα. Είμαι ο καπετάν Μαυρίκιος Καττάνεος. Το τμήμα μου υπεράσπιζε ένα μέρος του τείχους προς την 2η στρατιωτική πύλη. Πιο πέρα, προς τη Χρυσή πύλη ήταν ο Ανδρόνικος Κατακουζηνός και στο βάθος ο Καταρίνος Κονταρίτης. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε, όπως και όλοι οι υπερασπιστές της πόλης, πολυάριθμους και βάρβαρους εχθρούς. Απέναντί μας, είχε τη σκηνή του ο αιμοβόρος και πολεμοχαρής Ισαάκ πασάς με τα βάρβαρα και φανατισμένα στρατεύματα της Ανατόλιας. Οι γενίτσαροί του ήταν όλοι απ’ τα βάθη της Ασίας, καθώς και όλος ο υπόλοιπος στρατός του και το μόνο που ήξεραν ήταν γιαταγάνι και αίμα.

Όλοι οι υπερασπιστές, αν και συντριπτικά λίγοι, πολέμησαν ηρωικότατα μέχρι την τελευταία στιγμή. Από νωρίτερα, είχε δημιουργηθεί ρήγμα στο τείχος κοντά στην πύλη της Σηλύμβριας αλλά, παρά την επιμονή και το πείσμα των Τούρκων, οι αμυνόμενοι εκεί κρατούσαν καλά. Οι φθορές που προξενούσαμε στους Τούρκους ήταν αφάνταστες. Βέβαια και μεις είχαμε απώλειες και μάλιστα, για το μικρό αριθμό στρατιωτών που είχαμε, ήταν πολύ αισθητές. Απέναντι, στην πύλη της Σηλύμβριας πολεμούσε ο Αλβανός εξωμότης Ηλία μπέης. Ήταν επιθετικότατος κι ακούραστος. Μόλις του εξολοθρεύαμε ένα τμήμα, έφευγε και γύριζε αμέσως με άλλο. Όλοι πολεμούσαμε με λύσσα. Όταν, όμως, ξημέρωσε κι έφεξε καλά ο ήλιος μας πήρε ο κατήφορος. Ο στρατός μας είδε με φρίκη να κυματίζουν οι σημαίες του Μωάμεθ ψηλά στους πύργους της πύλης του Ρωμανού και της πύλης της Αδριανούπολης. Αυτό έσπασε το κουράγιο των αμυνόμενων κι ενίσχυσε αφάνταστα την ορμή του εξωμότη Ηλία μπέη και των γενιτσάρων του.

Ολόκληρο το τουρκικό στρατόπεδο ξεσηκώθηκε με μιας και με ενθουσιώδεις φωνές κι αλαλαγμούς έπεσε πάνω μας. Δεν αντέξαμε στο τεράστιο κύμα των βαρβάρων και σκορπίσαμε. Φύγαμε προς την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Κύπρου. Προς εκείνη την κατεύθυνση έφυγαν κι άλλοι απ’ τη Χρυσή πύλη και την πύλη της Υψημαθείας. Εκεί νομίζω έμαθα από κάποιον, ότι πιάστηκε ο καπετάν Καταρίνος Κονταρίτης που πολεμούσε στη Χρυσή πύλη. Στο σημείο εκείνο, το χερσαίο τείχος απ’ την πύλη της Σηλύμβριας και ιδίως απ’ τη 2η στρατιωτική πύλη και κάτω και το παραλιακό, απ’ την πύλη της Υψημαθείας προς το φρούριο του Επταπυργίου συγκλίνουν και καταλήγουν σε μια πραγματική σφήνα που η μύτη της τελειώνει στη θάλασσα. Οι εχθροί, πηδώντας γρήγορα τα τείχη κι απ’ τις δυο μεριές κι απ’ την ξηρά και απ’ τη θάλασσα, έκλεισαν αμέσως όλους τους υπερασπιστές του τμήματος εκείνου μέσα στη σφήνα αυτή, γι’ αυτό και δύσκολα μπόρεσε να ξεφύγει κανείς σε κείνο το μέρος απ’ τη σφαγή και την αιχμαλωσία.

Με χίλιους κινδύνους έφτασα σ’ ένα καΐκι. Ήταν, όμως, αργά. Ήταν απόγευμα. Απ’ ό,τι άκουγα μέσες-άκρες απ’ τους εχθρούς, ενώ προσπαθούσα κρυβόμενος εδώ και κει να φθάσω στη θάλασσα, συμπέραινα ότι ο Μωάμεθ είχε λυσσάξει απ’ το κακό του, καθώς έβλεπε πάνω απ’ τα υψώματα της πόλης, να φεύγουν τα πλοία μας ανεμπόδιστα το ένα μετά το άλλο. Τις ώρες εκείνες, ο μεγάλος κατακτητής δεν είχε ναυτικό για να τα εμποδίσει και να τα συλάβει. Οι ναύτες του όλοι είχαν επιδοθεί στη λεηλασία της πόλης. Τα πλοία του ήταν άτακτα παρατημένα εδώ και κει. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, γιατί είχε υποσχεθεί σ’ όλους τους πολεμιστές του ελεύθερη λεηλασία της πόλης. Μετά το μεσημέρι, όμως, η οργή του αποκορυφώθηκε. Δεν μπορούσε ν’ αντέξει άλλο κι έδωσε διαταγή στο Χαμουζά πασά, να συγκεντρώσει τους ναύτες του και να εμποδίσει τη διαφυγή των χριστιανικών πλοίων.

Τα τουρκικά πλοία άρχισαν να κινούνται και η φυγή απ’ την κόλαση γινόταν προβληματική. Γρήγορα ο στόλος του Χαμουζά έπιασε όλα τα πόστα και τα χριστιανικά πλοία αναγκάζονταν πολεμώντας ν’ ανοίξουν το δρόμο τους και να ξανοιχτούν στη θάλασσα του Μαρμαρά. Άλλα πλοία κατάφερναν να περάσουν κι άλλα όχι. Όσοι απ’ τους φυγάδες έπεφταν στα χέρια των Τούρκων σφάζονταν αμέσως. Οι Τούρκοι ναύτες ήταν τώρα περισσότερο εξαγριωμένοι, γιατί οι φυγάδες αυτοί έγιναν αιτία να τους απομακρύνει ο σουλτάνος απ’ την πλούσια λεία της πόλης και να τους ξαναγυρίσει στα πλοία και στον πόλεμο. Έτσι νομίζω πιάστηκε η κρητική γαλέρα του καπετάν Ζαχαρία Γριόνη.

Ο καπετάν Καττάνεος διέκοψε για λίγο τη διήγησή του. Σκούπισε τα μάτια του με την παλάμη του, έκανε μερικά βήματα σιωπηλός και συνέχισε.

-Την ώρα αυτή ξεκινούσε και το δικό μας πλοίο. Πέσαμε επάνω στους Τούρκους. Παλεύοντας πραγματικά με το χάρο και περνώντας μέσα από μια δεύτερη λαίλαπα, γλιτώσαμε και κατορθώσαμε να φθάσουμε ζωντανοί ως εδώ.

Ο καπετάν Καττάνεος δεν ήθελε να μιλήσει με λεπτομέρειες για τις πραγματικά δραματικές του περιπέτειες. Συντόμεψε την αφήγησή του και τελειώνοντας σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε το διπλανό του. Τα μάτια κι εκείνου ήταν γεμάτα δάκρυα.

Οι δυο άντρες συνέχισαν να περπατούν σιωπηλοί. Χωρίς να το καταλαβαίνουν ακολουθούσαν μια ομάδα ανθρώπων που προχωρούσε αρκετά βήματα μπροστά τους. Σιωπηλοί κι οι δυο άφησαν το βλέμμα τους να παρακολουθεί αόριστα εκείνους που βάδιζαν μπροστά τους.

-Φαίνονται νά ‘ναι δικοί μας, είπε για μια στιγμή ο καπετάν Μαυρίκιος.

-Έτσι δείχνουν τα ρούχα τους, πρόσθεσε ο Ανδρόνικος και τάχυναν κι οι δυο τα βήματά τους.

 

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980

Author: Μνήμες